Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Φανταστικό 

Bradbury Ray: Όλο Το Καλοκαίρι Σε Μια Μέρα

 

 -"Έτοιμοι";
 -"Έτοιμοι".
 -"Τώρα";
 -"Σύντομα". 
 -"Οι επιστήμονες είναι σίγουροι; Θα γίνει σήμερα, ε";
 -"Κοίτα, κοίτα. Δες μόνος σου"!
     Τα παιδιά πιέζονταν το 'να στ' άλλο, σαν τόσα τριαντάφυλλα, τόσα αγκάθια, ανακατωμένα, κοιτάζοντας προσεκτικά για τον κρυμμένο ήλιο. Έβρεχε. Έβρεχε για εφτά χρόνια. Χιλιάδες πάνω σε χιλιάδες οι μέρες, ενωμένες και γεμάτες απ' τη μιαν άκρη ως την άλλη με βροχή, με το τυμπάνισμα και τη ροή του νερού, το γλυκό κρυστάλλινο πέσιμο της μπόρας και το ξέσπασμα της καταιγίδας, της τόσο βαριάς, σα παλιρροϊκά κύματα που σκεπάζουν νησιά. Χίλια δάση είχαν συντριφτεί κάτω απ' τη βροχή και ξαναμεγάλωναν για να συντριφτούν πάλι. Αυτός ήταν ο δρόμος της ζωής στον πλανήτη Αφροδίτη κι αυτή ήταν η τάξη των παιδιών των πυραυλανθρώπων που είχαν έρθει σ' ένα τόπο βροχής για να στήσουν τον πολιτισμό και να ζήσουν ως το τέλος της ζωής τους.
 -"Σταματάει,σταματάει"!
 -"Ναι, ναι"!
     H Μαργκό έστεκε στο πλάι αυτών των παιδιών που δεν μπορούσαν να θυμηθούν ποτέ έναν καιρό που δεν είχε βροχή και βροχή και βροχή. Ήταν όλα εννιάχρονα κι αν πριν εφτά χρόνια υπήρξε μέρα, που ο ήλιος βγήκε για μια ώρα κι έδειξε το πρόσωπό του στον κατάπληκτο κόσμο, δε μπορούσαν να την ανακαλέσουν στη μνήμη τους. Μερικές φορές τη νύχτα, τ' άκουγε ν' αναδεύονται στην ανάμνηση κι ήξερε πως ονειρεύονταν και θυμούνταν χρυσάφι ή ένα κίτρινο παστέλ ή ένα νόμισμα, αρκετά μεγάλο για ν' αγοράσουν τον κόσμο. Ήξερε πως νόμιζαν ότι θυμούνταν μια θέρμη σαν ένα κοκκίνισμα στο πρόσωπο, στο σώμα, σε χέρια και πόδια και στις τρεμάμενες παλάμες. Μα ύστερα πάντα ξυπνούσαν στο κεντητό τυμπάνισμα, τ' ατελείωτο πέσιμο περιδέραιων από καθαρές χάντρες, στις οροφές, το δρόμο, τους κήπους, τα δάση και τα όνειρά τους χάνονταν.
     Όλη τη μέρα χθες, είχαν διαβάσει στην τάξη για τον ήλιο. Για το πως ήταν σαν λεμόνι και το πόσο ζεστός. Κι είχαν γράψει μικρές ιστορίες, εκθέσεις ή ποιήματα γι' αυτόν:

                                Ο ήλιος είν' ένα ανθούλι
                                π' ανθίζει για ένα λεπτούλι

     Αυτό ήταν το ποίημα της Μαργκό, διαβασμένο με ήσυχη φωνή στην ακίνητη αίθουσα, ενώ έξω έπεφτε βροχή.
 -"Ααα, δεν το 'γραψες εσύ αυτό", διαμαρτυρήθηκε ένα από τα αγόρια.
 -"Το 'γραψα", είπε η Μαργκό, "εγώ το 'γραψα".
 -"Γουίλιαμ!" είπε η δασκάλα. Αλλ' αυτό ήτανε χτες. Τώρα η βροχή και τα παιδιά ζουλιούνταν στα παχιά μεγάλα παράθυρα.
 -"Που είναι η δασκάλα";
 -"Θα γυρίσει».
 -"Καλά θα κάνει να βιαστεί, θα το χάσει"! Στράφηκαν μεταξύ τους, σαν πυρετώδικη ρόδα, όλο λόγια. Η Μαργκό στεκόταν μόνη. Ήταν ένα πολύ λεπτεπίλεπτο κορίτσι που κοίταζε σαν να 'χε χαθεί στη βροχή για χρόνια κι αυτή της ξεθώριασε το γαλάζιο των ματιών της, το κόκκινο από το στόμα και το κίτρινο από τα μαλλιά. Ήταν μια παλιά φωτογραφία βγαλμένη από άλμπουμ χλομιασμένη κι αν μιλούσε, η φωνή της θα 'ταν φάντασμα. Τώρα έστεκε χώρια, ατενίζοντας τη βροχή και τον ηχηρό υγρό κόσμο πέρα από το τεράστιο τζάμι.
 -"Τι κοιτάς", είπε ο Γουίλιαμ. Η Μαργκό δεν απάντησε. "Να μιλάς άμα σου μιλάνε". Την έσπρωξε. Όμως αυτή δεν κινήθηκε, μάλλον, αφέθηκε να κινηθεί απ' αυτόν και τίποτα άλλο.  Απομακρύνθηκαν από κοντά της, δε θα τη κοίταζαν. Τους αισθάνθηκε να φεύγουν μα κι αυτό γινόταν, γιατί δε θα 'παιζε καθόλου μαζί τους στα τούνελ με τον ήχο της υπόγειας πόλης. Αν παίζανε κυνηγητό, ανοιγόκλεινε τα μάτια και δεν τ' ακολουθούσε. Όταν η τάξη έλεγε τραγούδια για την ευτυχία, τη ζωή και τα παιχνίδια, τα χείλια της ίσα που κινούνταν. Μόνον όταν τραγουδούσαν για τον ήλιο και το καλοκαίρι, τα χείλη της κινούνταν πραγματικά καθώς παρακολουθούσε τα μουσκεμένα παράθυρα.
     Κι έπειτα βέβαια, το μεγαλύτερο απ' όλα τα εγκλήματα, ήταν πως είχε έρθει από τη Γη μόλις πέντε χρόνια πριν και θυμόταν πως ήταν ο ήλιος κι ο ουρανός, όταν ήταν τεσσάρων στο Οχάιο. Κι αυτά, είχανε ζήσει όλη τους τη ζωή στην Αφροδίτη, ήτανε μόνο δυο χρόνων όταν βγήκε τελευταία φορά ο ήλιος κι από τότε είχανε ξεχάσει και το χρώμα και τη ζέση και το πως πραγματικά ήταν. Όμως η Μαργκό θυμόταν.
 -"Είναι σα δεκάρα", είπε κάποτε με μάτια κλειστά.
 -"Όχι, δεν είναι!" φωνάξανε τα παιδιά.
 -"Είναι σα φωτιά στη σόμπα", είπε.
 -"Λες ψέματα, δε θυμάσαι!" φωνάξανε τα παιδιά.
     Όμως θυμόταν κι έστεκε ήσυχα στο πλάι ολωνών και παρακολουθούσε τα ζωγραφισμένα παράθυρα. Και κάποτε, ένα μήνα πριν, αρνήθηκε να κάνει ντους στο σχολικό μπάνιο, είχε κλείσει σφιχτά τ' αυτιά της με τα χέρια πάνω απ' το κεφάλι της, ουρλιάζοντας πως το νερό δεν έπρεπε να την αγγίξει. Έτσι, μετά απ' αυτό θολά, θολά το αισθανόταν, ήταν διαφορετική κι ήξεραν τη διαφορά και την κρατούσαν μακριά.
     Γινόταν κουβέντα πως ο πατέρας της κι η μητέρα της θα την έπαιρναν πίσω στη Γη τον επόμενο χρόνο, της φαινόταν ζωτικό να το κάνουν, αν και θα σήμαινε την απώλεια χιλιάδων δολαρίων για την οικογένειά της. Κι έτσι τα παιδιά τη μισούσαν για όλους αυτούς τους λόγους, με τις μικρές και μεγάλες συνέπειες. Μισούσαν το χιονόχλωμο πρόσωπο, τη σταθερή ησυχία της, τη λεπτότητα και το πιθανό της μέλλον.
 -"Φύγε!" Το αγόρι της έδωσε άλλη μια σπρωξιά. "Τι περιμένεις"; Κι ύστερα, για πρώτη φορά, γύρισε και τον κοίταξε. Κι ό,τι περίμενε, βρισκόταν μπροστά της. "Λοιπόν, μη περιμένεις εδώ!" φώναξε τ' αγόρι άγρια. "Δε θα δεις τίποτα"! Τα χείλη της κουνήθηκαν. «Τίποτα!» φώναξεν αυτός. «Όλα ήταν ένα αστείο, δεν ήταν;» Γύρισε στ' άλλα παιδιά. «Τίποτα δε συμβαίνει σήμερα, έτσι δεν είναι
Όλα τον κοίταξαν κι ύστερα καταλαβαίνοντας, γέλασαν κι έδωσαν τα χέρια.  -"Τίποτα, τίποτα"!
 -"Ω, μα...», ψιθύρισε η Μαργκό με τα μάτια της αβοήθητα, «μα αυτή είναι η μέρα... οι επιστήμονες προβλέπουν... λένε... ξέρουν πως ο ήλιος..."
 -"Όλα είν' αστείο!" είπε τ' αγόρι και τη γράπωσε σφιχτά. "Ει, όλοι, ας τη βάλουμε σε μια ντουλάπα πριν έρθει η δασκάλα"!
 -"Μη" είπε η Μαργκό, πέφτοντας πίσω. Χύθηκανε πάνω της, τη πιάσανε και τη μετέφεραν, ενώ διαμαρτυρόταν κι ύστερα παρακαλούσε κι έπειτα έκλαιγε, πίσω σ' ένα τούνελ, ένα δωμάτιο, μια ντουλάπα, που χτύπησαν με δύναμη τη πόρτα και κλείδωσαν. Σταθήκανε και κοιτάξανε προς τη πόρτα και την είδαν να τραντάζεται απ' το χτύπημά της και το πέταγμα του κορμιού της πάνω. 'Ακουσαν τις πνιγμένες της κραυγές, έπειτα, χαμογελώντας, έστριψαν, βγήκαν έξω και πίσω στο τούνελ, ακριβώς τη στιγμή που έφτανε η δασκάλα.
 -"Έτοιμοι, παιδιά;" Έριξε μια ματιά στο ρολόι της.
 -"Ναι!" είπαν όλοι.
 -"Είμαστ' όλοι εδώ";
 -"Ναι"!
     Η βροχή ελάττωσεν ακόμη πιότερο. Συνωστίστηκαν στη τεράστια πόρτα. Η βροχή σταμάτησε. Ήταν όπως αν στη μέση ενός φιλμ για χιονοστιβάδα, ανεμοστρόβιλο, τυφώνα, ηφαιστειακή έκρηξη, πρώτο κάτι είχε πάει στραβά με τον ηχητικό εξοπλισμό σβήνοντας και τελικά κόβοντας όλο τον ήχο, όλα τα φυσήματα του αέρα, τις αντηχήσεις, τους κεραυνούς κι έπειτα, δεύτερο, αφαιρέθηκε το φιλμ από τη μηχανή προβολής για ν' αντικατασταθεί από σλάιντ ειρηνικού τροπικού, που δε κουνιόταν, ούτε τρεμούλιαζε. Το παγκόσμιο έδαφος, σε μια ακίνητη στάση. Η ησυχία ήταν τόσο απέραντη κι απίστευτη, που νόμιζες πως είχαν βουλώσει τ' αφτιά σου ή πως είχες χάσει την ακοή σου ολοκληρωτικά. Τα παιδιά βάλανε τα χέρια στ' αφτιά. Στέκονταν χωριστά. H πόρτα άνοιξε κι η μυρωδιά του ήρεμου, του αναμένοντος κόσμου, μπήκε μέσα τους.
     O ήλιος ξεπρόβαλε. Είχε το χρώμα του πυρωμένου χαλκού κι ήταν πολύ μεγάλος. Ο ουρανός γύρω ήτανε πυρωμένο γαλάζιο πλακάκι. Κι η ζούγκλα, καμένη από το ηλιόφως, όπως τα παιδιά, που ελευθερωμένα από τα ξόρκια τους, ξεχύθηκαν έξω στην άνοιξη.
 -"Λοιπόν μη πάτε πολύ μακριά", φώναξε η δασκάλα πίσω τους, "το ξέρετε, έχετε μόνο δυο ώρες, δε θα θέλατε να πιαστείτε έξω!" Αλλ' αυτά τρέχανε, γυρίζανε τα πρόσωπά τους ψηλά στον ουρανό, νιώθανε τον ήλιο στα μάγουλα σα ζεστό μέταλλο, βγάζανε τα μπουφάν τους και τον άφηναν να κάψει τα μπράτσα τους.
 -"Ω, πολύ καλύτερα από τις λάμπες ηλίου, ε";
 -"Πολύ, πολύ καλύτερα"!
     Σταμάτησαν να τρέχουνε και σταθήκανε στη μεγάλη ζούγκλα που κάλυπτε την Αφροδίτη, που μεγάλωσε και ποτέ δε σταμάτησε να επεκτείνεται θυελλώδικα, ακόμη και καθώς τη παρακολουθούσες. Ήταν μια χταποδοφωλιά που έμπλεκε μεγάλα μπράτσα απ' αγκάθια όμοια με σάρκα, αιωρούμενα, που ανθίζουνε σ' αυτή τη σύντομη άνοιξη. Είχε το χρώμα του λάστιχου και της στάχτης αυτή η ζούγκλα, από τα πολλά ανήλιαγα χρόνια. Είχε το χρώμα απ' τις πέτρες, τ' άσπρα τυριά και τη μελάνη, είχε το χρώμα του φεγγαριού. Τα παιδιά απλώθηκαν έξω, γελώντας στο στρώμα της ζούγκλας και τ' ακούσανε να βογκά κάτω τους, ελαστικό και ζωντανό. Τρέξαν ανάμεσα στα δέντρα, παίξανε κρυφτό, κυνηγητό, μα πιο πολύ, κοιτάζανε με μισοσφάλιστα μάτια τον ήλιο, ώσπου δάκρυα κυλήσανε στα πρόσωπά τους, σηκώνανε τα χέρια ψηλά σ' αυτή τη κιτρινάδα και σ' αυτό το υπέροχο γαλάζωμα, αναπνέανε το φρέσκον αέρα, ακούγανε την ησυχία, που τα περιέκλειε σε μιαν ευλογημένη θάλασσα Ανηχότητας κι Ακινησίας. Κοιτάζανε τα πάντα και γεύονταν τα πάντα. Ύστερα, άγρια σα θηρία που το 'σκασαν απ' τις σπηλιές τους, τρέξανε σε ζωηρούς κύκλους. Τρέξανε για μιαν ώρα και δε σταματούσαν να τρέχουνε. Κι έπειτα; Καταμεσής εκεί που 'τρεχαν, ένα κορίτσι στρίγγλισε. Όλοι σταματήσανε. Το κορίτσι, όρθιο στο ξέφωτο, είχε σηκωμένο το χέρι.
 -"Ω, κοιτάξτε, κοιτάξτε!" είπε τρέμοντας. Αργά, ήρθανε να δούνε την ανοιγμένη της παλάμη. Στο κέντρο της, σα βεντούζα και τεράστια, μια μοναδική σταγόνα βροχής. 'Αρχισε να κλαιει κοιτώντας την. Γύρισαν ήρεμα τα μάτια στον ουρανό.
 -"Ω, ω"! Μερικές κρύες σταγόνες πέσανε στις μύτες, τα μάγουλα και τα στόματά τους. Ο ήλιος χλόμιασε πίσω από το σήκωμα της αραιής ομίχλης. 'Ανεμος φύσηξεν ανάμεσά τους, ψυχρός. Γυρίσανε κι αρχίσανε να περπατούνε πίσω, προς το υπόγειο οίκημα, με τα χέρια κατεβασμένα, τα χαμόγελα χαμένα. Ο θόρυβος ενός κεραυνού τα τρόμαξε και σα φύλλα πριν από καινούριο τυφώνα, συρθήκανε το 'να πάνω στ' άλλο κι έτρεξαν. Αστραπή χτύπησε δέκα μίλια μακριά, πέντε μίλια μακριά, ένα μίλι, μισό μίλι. Ο ουρανός σκοτείνιασε μεσονυχτιάτικος με μια λάμψη. Στάθηκαν στο κατώφλι του υπόγειου για μια στιγμή, μέχρι που 'βρεχε δυνατά. Ύστερα κλείσανε τη πόρτα κι ακούσανε το γιγάντιο ήχο της βροχής να πέφτει σε τόνους και χιονοστιβάδες, παντού και για πάντα.
 -"Θα κάνει ακόμα εφτά χρόνια";
 -"Ναι. Εφτά". Μετά ένα τους έκλαψε για λίγο.
 -"Μαργκό"!
 -"Τι";
 -"Είναι ακόμα στη ντουλάπα που τη κλειδώσαμε".
 -"Μαργκό"! Σταθήκανε, σα κάποιος να τα 'χε καρφώσει σα σωρό παλούκια στο πάτωμα. Αλληλοκοιταχτήκανε κι ύστερα κοιτάξανε μακριά. Κοιτάξανε τον κόσμο που τώρα έβρεχε κι έβρεχε κι έβρεχε, σταθερά. Τα πρόσωπά τους ήταν σοβαρά και χλωμά. Κοιτάζανε τα χέρια και τα πόδια τους, με τα μούτρα τους χάμω.
 -"Μαργκό"! Ένα απ' τα κορίτσια είπε:
 -"Λοιπόν..."; Κανείς δε κουνήθηκε.
 -"Εμπρός", ψιθύρισε το κορίτσι.
     Περπάτησαν αργά κάτω στο χωλ, με τον ήχο της βροχής να πέφτει. Περάσανε το κατώφλι με τον ήχο της καταιγίδας και της βροντής, αστραπή στα μάτια τους γαλάζια και τρομερή. Περπατήσαν αργά στη πόρτα της ντουλάπας και στάθηκαν δίπλα της. Πίσω από τη κλειστή πόρτα, μόνον ησυχία.
     Ξεκλείδωσαν τη πόρτα κι αφήσανε τη Μαργκό να βγει.

___________________________________________________________

Raymond Douglas Bradbury
"All Summer Ιn Α Day" (1954)
Μετάφραση: Γιάννης Ανδρέου

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers