Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Φανταστικό 

Simak Clifford: Λιποταξία

            
                                          Κλίφορντ Σάιμακ   

                                                Βιογραφικό
 

     Γεννήθηκε 3 Αυγούστου 1904 στο Μέλβιλ του Ουϊσκόνσιν, από τον Τζων Λιούις Σάιμακ και την Μάργκαρετ Γουάιζμαν, ζευγάρι αγροτών. Είχεν ακόμη έναν αδελφό και πέρασε παιδικά χρόνια και στοιχειώδη εκπαίδευση εκεί. Αργότερα, φοίτησε στο Πανεπιστήμιο Ουισκόνσιν. Από τα πρώτα λοιπόν χρόνια του στην επαρχία, μπορεί κανείς να εντοπίσει τη "ποιμενικότητα" στη γραφή του, τόσο στις περιγραφές των τοπίων όσο και στους χαρακτήρες του. Ο ίδιος είχε δηλώσει πως αν και παιδί του 20ού αιώνα, ένιωθε πιότερο παιδί των πρωτοπόρων του 19ου. Ξεκίνησε σα δάσκαλος στη πατρίδα του και μετά άρχισε να γράφει σε μιαν εφημερίδα. Ήταν η αρχή, γιατί μετά πέρασε από πολλές άλλες, μέχρι το 1939.
     Το 1929 παντρεύεται την
Agnes Kurchenberg, με την οποία αποκτά δυο παιδιά: τον Σκοτ και τον Σέλεϋ. Ο γάμος αυτός θα σπάσει μετά 56 χρόνια, με τον θάνατο της συζύγου του, το 1985. Τον Δεκέμβρη του 1931, πρωτοεμφανίζεται με το διήγημα Επιστημονικής Φαντασίας, "Ο Κόσμος Του Κόκκινου Ήλιου". Επειδή διδάχτηκε και θαύμασε τον Κάμπελ, η γραφή του μπορεί να δείχνει κάπως "συγγενής" με κείνου, μα σαφώς ξεχωρίζει στο στυλ, μιας κι έχει εργαστεί ως δημοσιογράφος.
     Μετά τον πόλεμο, το 1949, διορίζεται αρχισυντάκτης στον "ΑΣΤΕΡΑ" της Μινεάπολης. Από κει και πέρα, δημοσιεύει σε τακτά χρονικά διαστήματα, καινούργια βιβλία, πάντα Επιστημονικής Φαντασίας. Στις ιστορίες του, επισημαίνει τον κίνδυνο της τεχνολογίας, τον ανθρωπισμό κι είναι από τους λίγους συγγραφείς του είδους, που στις ιστορίες του, κυρίως, τα ..."βάζει" με τους ανθρώπους, ενώ δείχνει συμπάθεια προς τους ..."εξωγήινους".
     Έχει βραβευτεί πολλάκις με το HUGO. Το 1976, μετά 37 χρόνια υπηρεσίας, παίρνει τη σύνταξή του από τον ΑΣΤΕΡΑ, αλλά παραμένει στη Μινεσότα και γράφει. Τη Δευτέρα 25 Απρίλη 1988, πεθαίνει, σ' ηλικία 84 ετών, στο Ιατρικό Κέντρο Μινεάπολης και θάβεται στο Κοιμητήρι Lakewood.

__________________________________________________________
                                     
     Τέσσερις άντρες, ανά δυο, είχαν βγει στη φοβερή κόλαση που λεγόταν Δίας, και δεν είχαν γυρίσει πίσω. Είχαν βαδίσει έξω στη μανιασμένη καταιγίδα ή μάλλον είχανε συρθεί, με τη κοιλιά κολλητά στο έδαφος, με τα βρεγμένα καβούκια τους να γυαλίζουνε στη βροχή. Γιατί δεν είχανε βγει στον πλανήτη έχοντας την ανθρώπινη μορφή. Τώρα ο πέμπτος υποψήφιος στεκότανε μπροστά από το γραφείο του Κεντ Φάουλερ στον Θόλο Νο 3, της Επιτροπής Εξερεύνησης του Δία. Κάτω από το γραφείο του Φάουλερ, ο γερο-Τάουζερ έξυσε κάποιο ψύλλο στη γούνα του και μετά συνέχισε κανονικά τον ύπνο του.
     Ο Χάρολντ 'Αλεν ήταν ο πέμπτος που θ' αποτολμούσε την έξοδο. Ο Φάουλερ συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι ο 'Αλεν ήταν νεαρός, πολύ νεαρός κι αυτό τονε γέμισε τύψεις. Είχε κείνη την ανέμελη αυτοπεποίθηση της νιότης, το πρόσωπο ανθρώπου που ποτέ δεν είχε γνωρίσει το φόβο. Κι αυτό ήτανε παράξενο. Γιατί οι άνθρωποι στους Θόλους του Δία ξέρανε καλά τι θα πει φόβος. Φόβος και ταπείνωση. Ήτανε δύσκολο για τον 'Ανθρωπο να συμβιβάσει τον ασήμαντο εαυτό του με τις τρομαχτικές δυνάμεις του τερατώδους πλανήτη.
 -"Όπως ξέρεις", είπεν ο Φάουλερ, "δεν είσαι αναγκασμένος να το κάνεις. Οπωσδήποτε δεν είσαι υποχρεωμένος να πας". Τα λόγια ήτανρ, βέβαια, μόνο για τους τύπους. Κι οι άλλοι τέσσερις είχαν ακούσει ακριβώς τα ίδια και παρ' όλ' αυτά είχανε πάει. Και τούτος ο πέμπτος -o Φάουλερ ήταν σίγουρος γι' αυτό- θα πήγαινε όπως κι εκείνοι. Αλλά ξαφνικά ένιωσε μέσα του μιαν αχνή ελπίδα ότι τελικά ο 'Αλεν θα 'κανε πίσω. 
 -"Πότε ξεκινάω;" ρώτησε ο 'Αλεν. Υπήρξεν εποχή που ο Φάουλερ θα πλημμύριζε ζεστασιά και καμάρι στο άκουσμα αυτής της απάντησης, αλλά τώρα δε συνέβαινε κάτι τέτοιο. Τα φρύδια του σμίξανε για μια στιγμή.
 -"Σε μιαν ώρα", αποκρίθηκε. Ο 'Αλεν έμεινε κει, περιμένοντας. "'Αλλοι τέσσερις άντρες βγήκανε στον Δία και δεν επιστρέψανε", παρατήρησε ο Φάουλερ. "Το ξέρεις, βέβαια. Δε σε στέλνουμε σε καμιά ηρωική αποστολή σωτηρίας. Το βασικό, το μόνο που 'χει σημασία, είναι να γυρίσεις, ν' αποδείξεις έτσι πως ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει με τη μορφή πλάσματος του Δία. Πήγαινε ως το πρώτο πασσαλάκι χωρομετρίας, -ούτε βήμα πιο πέρα- και μετά γύρισε πάλι. Μη το ρισκάρεις διόλου. Μην ερευνήσεις τίποτα. Μονάχα γύρισε πίσω κι αυτό μας φτάνει". Ο 'Αλεν έγνεψε καταφατικά.
 -"Τα 'χω υπ' όψη μου όλ' αυτά".
 -"Η μις Στάνλεϋ θα χειρίζεται τον μετατροπέα", συνέχισε ο Φάουλερ. "Στο θέμα αυτό μη σ' ανησυχεί τίποτα. Οι άλλοι τέσσερις μεταμορφωθήκανε δίχως καμία δυσκολία. Βγήκαν από τον μετατροπέα απόλυτα σώοι κι υγιείς. Η δουλειά θα γίνει από το πιο ικανό κι ειδικευμένο άτομο. Η μις Στάνλεϋ είναι η καλύτερη χειρίστρια μετατροπέα στο Ηλιακό Σύστημα. Έχει πείρα κι από τους περισσότερους άλλους πλανήτες. Γι' αυτό, άλλωστε, βρίσκεται 'δω".
     Ο 'Αλεν χαμογέλασε στη γυναίκα κι ο Φάουλερ είδε κάτι να περνά φευγαλέα από το πρόσωπό της. Μπορεί να 'ταν οίκτος, οργή ή και σκέτος φόβος. Αλλά χάθηκε πολύ γρήγορα και την άλλη στιγμή η γυναίκα ανταπόδιδε το χαμόγελο του νεαρού που στεκόταν μπροστά στο γραφείο του Φάουλερ. Του χαμογέλασε με κείνο το σεμνότυφο, γεροντοκορίστικο τρόπο της, σχεδόν σα να μάλωνε τον εαυτό της που το αποτόλμησε.
 -"Περιμένω ανυπόμονα τη μετατροπή μου", δήλωσεν ο 'Αλεν. Κι ο τρόπος που το 'πε έκανε την όλη υπόθεση να μοιάζει αστείο, ένα τεράστιο ειρωνικό αστείο. Και δεν ήτανε διόλου αστείο. Ήτανε σοβαρή επιχείρηση, θανάσιμα σοβαρή. Από τα τεστ αυτά, -ο Φάουλερ το 'ξερε καλά-, εξαρτιόταν η μοίρα του ανθρώπου στον Δία. Αν τα τεστ πετύχαιναν, οι δυνατότητες του γιγάντιου πλανήτη θα προσφέρονταν στον 'Ανθρωπο. Θα κατακτούσε τον Δία όπως είχε ήδη κατακτήσει και τους μικρότερους πλανήτες. Αλλά αν τα τεστ αποτύχαιναν... Αν αποτύχαιναν, ο 'Ανθρωπος θα συνέχιζε να 'ναι αλυσοδεμένος κι αιχμάλωτος της τρομαχτικής πίεσης, της φοβερής βαρύτητας και της παράξενης βιοχημείας του πλανήτη. Θα συνέχιζε να μένει κλεισμένος στους Θόλους του, ανήμπορος να πατήσει αληθινά πόδι στον πλανήτη κι ανίκανος να τονε δει άμεσα, με γυμνό μάτι. Θα 'ταν αναγκασμένος να βασίζεται αποκλειστικά στα δυσκίνητα ερπυστριοφόρα και στις τηλεκάμερες, υποχρεωμένος να δουλεύει μ' άβολα μηχανήματα κι εργαλεία ή με τη χρήση ρομπότ, που κι αυτά ήταν άβολα.
     Γιατί ο 'Ανθρωπος, απροστάτευτος και με το φυσικό του σώμα, θα γινότανε κυριολεκτικά λιώμα από τη τρομακτική πίεση των δεκαπέντε χιλιάδων λιμπρών ανά τετραγωνική ίντσα στην επιφάνεια του Δία. Ήτανε μια πίεση που 'κανε κείνη των βυθών στους Ωκεανούς της Γης να μοιάζει ανάλαφρη σα πούπουλο. Ακόμη και τ' ανθεκτικότερα μέταλλα που μπόρεσαν οι Γήινοι να φτιάξουνε, δεν αντέχανε κάτω από τέτοιες πιέσεις. Χώρια οι αλκαλικές βροχές που μαστίγωναν αδιάκοπα την επιφάνεια του πλανήτη. Τα μέταλλα γίνονταν εύθραυστα και θρυμματίζονταν σα πηλός ή τρέχανε σα ρυάκια φτιάχνοντας λιμνούλες από άλατα αμμωνίας. Μονάχα ανεβάζοντας τα όρια αντοχής των μετάλλων, αυξάνοντας τη τάση των ηλεκτρονίων τους, γινότανε δυνατό ν' αντέξουν στις χιλιάδες χιλιόμετρα των στροβιλιζόμενων, θανατηφόρων αερίων που αποτελούσαν την ατμόσφαιρα. Αλλά κι αυτό δεν ήταν αρκετό, γιατί το καθετί έπρεπε να επενδυθεί με σκληρό χαλαζία ώστε ν' αντέχει στη βροχή της υγρής αμμωνίας που 'πεφτε σα καταρράχτης.
     Ο Φάουλερ καθόταν ακούγοντας το βόμβο των μηχανών στις υπόγειες εγκαταστάσεις του θόλου. Δούλευαν ακατάπαυστα και ποτέ ο βόμβος τους δεν έπαυε ν' ακούγεται στον Θόλο. Έπρεπε να δουλεύουν έτσι. Αν σταματούσαν να τροφοδοτούνε μ' ενέργεια τα μετάλλινα τοιχώματα, η ηλεκτρονική τάση θα έπεφτε και μετά θα τέλειωναν όλα. Ο Τάουζερ ανασηκώθηκε κάτω από το γραφείο και ξύστηκε για κάποιον άλλο ψύλλο, με το πόδι του να τυμπανίζει γοργά στο δάπεδο.
 -"'Έχουμε καμιάν άλλην εκκρεμότητα;" ρώτησεν o 'Αλεν. Ο Φάουλερ κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.
 -"Ίσως υπάρχει κάτι που θέλεις να κάνεις", είπεν αδέξια. "Ίσως θέλεις να..."
Πήγαινε να πει: «να γράψεις κανά γράμμα», αλλά πρόλαβε να σταματήσει έγκαιρα και δεν το 'πε. Ο 'Αλεν κοίταξε το ρολόι.
 -"Θα παρουσιαστώ στην ώρα μου", δήλωσε. Ύστερα έκανε μεταβολή και προχώρησε για τη πόρτα. Ο Φάουλερ ήξερε πως η μις Στάνλεϋ τονε κοιτούσε, αλλά δεν ήθελε να γυρίσει και ν' αντικρίσει το βλέμμα της. Ξεφύλλισε νευρικά μια στοίβα χαρτιά από το γραφείο μπροστά του.
 -"Πόσο καιρό θα κρατήσει αυτό;" ρώτησε η Μις Στάνλεϋ, με τη κάθε λέξη της κοφτή και ψυχρή. Ο Φάουλερ αποφάσισε ότι δε γινόταν διαφορετικά και γύρισε να τη κοιτάξει. Τα χείλη της ήταν σφιγμένα σε μιαν ίσια γραμμή και τα μαλλιά της μοιάζανε πιο τραβηγμένα ψηλά στο κεφάλι, δίνοντας στα χαρακτηριστικά της εκείνη τη παράξενη, σχεδόν άγρια, όψη νεκροκεφαλής.
Προσπάθησε να κάνει τη φωνή του ψύχραιμη κι ήρεμη.
 -"Για όσο καιρό χρειάζεται", αποκρίθηκε. "Για όσο καιρό θα υπάρχει ελπίδα".
 -"Ώστε θα συνεχίσετε να τους καταδικάζετε σε θάνατο", τονε κατηγόρησε. "Θα συνεχίσετε να τους στέλνετε να τα βάλουνε με τον Δία. Κι εσείς θα κάθεστε βολεμένος κι ασφαλής στη καρέκλα σας, στέλνοντας άλλους να πεθάνουν".
 -"Δεν υπάρχουν περιθώρια για συναισθηματισμούς, μις Στάνλεϋ", απάντησε ο Φάουλερ, προσπαθώντας να κρύψει το θυμό από τη φωνή του. "Ξέρετε το ίδιο καλά με μένα γιατί το κάνουμε αυτό. Ξέρετε πολύ καλά ότι ο 'Ανθρωπος, με τη δική του μορφή, είναι εντελώς αδύνατο να τα βάλει με τον Δία. Η μοναδική λύση είναι να μετατρέψουμε τους ανθρώπους σε κάτι άλλο rιου να μπορεί ν' αντέξει 'κει έξω. Το 'χουμε ξανακάνει άλλωστε και σ' άλλους πλανήτες". Πήρε ανάσα και συνέχισε. "Αν κάποιοι άνθρωποι πεθάνουν αλλά η προσπάθεια πετύχει τελικά, το αντίτιμο θα 'ναι μικρό. Από τότε που υπάρχουν, οι άνθρωποι σπαταλούν τη ζωή τους γι' ασήμαντα πράγματα και γι' ανόητους λόγους. Γιατί να διστάσουμε τώρα; Τι σημασία έχουν λίγοι θάνατοι μπροστά σε κάτι τόσο μεγάλο";
     Η μις Στάνλευ καθόταν αλύγιστη και ψυχρή, με τα χέρια διπλωμένα στα γόνατα και τα φώτα να κάνουν ανταύγειες στα ψαρά μαλλιά της. Ο Φάουλερ τη κοιτούσε, προσπαθώντας να φανταστεί τι ένιωθε η γυναίκα, να μαντέψει τι σκεφτόταν. Δε τη φοβόταν ακριβώς, αλλά δεν ένιωθε κι άνετα όταν ήταν κοντά του. Εκείνα τα διαπεραστικά γαλανά μάτια της διακρίνανε πάρα πολλά, και τα χέρια της φαίνονταν ιδιαίτερα ικανά. Θα μπορούσε να 'ναι η θεία κάποιου, καθισμένη τώρα στη κουνιστή πολυθρόνα της με τις βελόνες και το πλεχτό. Αλλά δεν ήταν. Απεναντίας, ήταν η κορυφαία χειρίστρια του Ηλιακού Συστήματος στις μονάδες μετατροπής και δεν της άρεσε ο τρόπος που ο Φάουλερ χειριζόταν το πρόβλημα. 
 -"Κάτι δε πάει καλά, κύριε Φάουλερ", παραrήρησε.
 -"Ακριβώς", συμφώνησε ο Φάουλερ. "Γι' αυτό και στέλνω το νεαρό 'Αλεν μονάχο του. Μπορεί ν' ανακαλύψει τι δε πάει καλά".
 -"Κι αν δεν το ανακαλύψει"; 
 -"Τότε θα στείλω κάποιον άλλο". Η μις Στάνλεύ σηκώθηκε αργά από τη καρέκλα κι έκανε να πάει προς τη πόρτα, αλλά μετά κοντοστάθηκε μπροστά στο γραφείο του.
 -"Εσείς κάποια μέρα", του 'πε σαρκαστικά, "θ' ανεβείτε ψηλά. Ποτέ δεν αφήνετε ευκαιρία να πάει χαμένη. Και τούτη είναι η μεγάλη ευκαιρία της ζωής σας. Το μυριστήκατε από τη στιγμή που διάλεξαν αυτόν τον Θόλο για τις δοκιμές. Αν τα καταφέρετε θ' ανεβείτε κάνα-δυο σκαλιά ακόμη. Δεν έχει σημασία πόσοι θα πεθάνουν, εσείς πάντως θ' ανεβείτε ένα-δυο σκαλιά".
 -"Μις Στάνλεϋ", της απάντησε ξερά, "ο νεαρός 'Αλεν πρόκειται ν' αναχωρήσει σε λίγο. Σας παρακαλώ, φροντίστε ώστε η μηχανή σας να-"
 -"Η μηχανή μου", τον έκοψε, "δε φταιει σε τίποτα. Λειτουργεί με βάση τις συντεταγμένες που της δίνουν οι βιολόγοι". Ο Φάουλερ έμεινε σκυφτός στη καρέκλα του γραφείου του, ακούγοντας τα βήματά της ν' απομακρύνονται στο διάδρομο. Όσα του 'χε πει ήτανε, βεβαίως, αλήθεια. Οι βιολόγοι δίνανε τις συντεταγμένες, αλλά μπορεί κι αυτοί να κάνανε λάθη. Μιαν απειροελάχιστη διαφορά, μιαν ασήμαντη παράβλεψη κι από τον μετατροπέα θα 'βγαινε κάτι που δε προβλεπότανε στα χαρτιά. 'Ένα μεταλλαγμένο πλάσμα που μπορεί να μην άντεχε, να διαλυόταν, να παραφρονούσε σ' απρόβλεπτες συνθήκες ή δυσκολίες. Γιατί, τελικά, ο 'Ανθρωπος δεν ήξερε τι γινόταν εκεί έξω. Γνώριζε μονάχα ό,τι του λέγανε τα όργανα κι οι μηχανές του. Κι οι δειγματοληψίες από τα όργανα και τις μηχανές ήταν αυτό ακριβώς: απλές δειγματοληψίες, γιατί ο Δίας ήταν απίστευτα μεγάλος κι οι ανθρώπινοι Θόλοι ελάχιστοι. 
     Ακόμη κι η δουλειά των βιολόγων να συγκεντρώσουνε τα στοιχεία των Λόπερ, -κατά τα φαινόμενα ανώτερης μορφής ζωής του Δία-, είχεν απαιτήσει χρόνια εντατικής μελέτης κι άλλα δυο για τον έλεγχο των ευρημάτων. Ήταν δουλειά που στη Γη θα γινόταν σε μια-δυο βδομάδες. Δυστυχώς όμως, η δουλειά δε μπορούσε να γίνει στη Γη, γιατί ήταν αδύνατο να μεταφερθούν εκεί τα πλάσματα του Δία. Οι πιέσεις κι οι θερμοκρασίες του γιγάντιου πλανήτη δεν ήτανε δυνατό ν' αναπαραχθούν αλλού και στη Γη τα Λόπερ θα εξαφανίζονταν σα σαπουνόφουσκες. Ωστόσο ήτανε δουλειά που 'πρεπε να γίνει, αν o 'Ανθρωπος ήθελε να περπατήσει κάποτε στο Δία με τη μορφή ενός Λόπερ. Γιατί πριν ο μετατροπέας αλλάξει έναν άνθρωπο σ' άλλου είδους πλάσμα, έπρεπε να καταγράφει κάθε φυσικό χαρακτηριστικό του ξένου πλάσματος, σίγουρα, θετικά και δίχως το παραμικρό λάθος.
     Ο 'Αλεν δεν επέστρεψε. Τα ερπυστριοφόρα που σάρωσαν τη γύρω περιοχή δε βρήκαν ίχνος του, εκτός κι αν το πλάσμα που 'χε δει φευγαλέα κάποιος οδηγός ήταν ο χαμένος Γήινος με μορφή Λόπερ. Οι βιολόγοι ρουθούνισαν με τα πιο ακαδημαϊκά περιφρονητικά τους ρουθουνίσματα όταν ο Φάουλερ έκανε την υπόθεση πως ίσως οι συντεταγμένες τους ήτανε λάθος. Του υπενθύμισαν συγκαταβατικά πως οι συντεταγμένες είχαν αποδειχτεί σωστές στη πράξη. 'Όταν 'Ανθρωπος έμπαινε στο μετατροπέα και πατιότανε το κουμπί, έβγαινε από μέσα Λόπερ. 'Αφηνε πίσω τη μηχανή κι απομακρυνόταν για να χαθεί σε λίγο στη σούπα που o Δίας είχε γι' ατμόσφαιρα. Ίσως κάποιο λαθάκι, είχεν επιμείνει ο Φάουλερ, κάποια ελάχιστη απόκλιση από τη σωστή δομή ενός Λόπερ, κάποιο πολύ μικρό ελάττωμα. -Στη περίπτωση αυτή, του απάντησαν, θα χρειάζοντανε χρόνια να το εντοπίσουνε. Κι ο Φάουλερ ήξερε πως οι βιολόγοι είχανε δίκιο. 'Έτσι είχανε χαθεί πέντε άντρες ως τώρα κι η έξοδος του Χάρολντ 'Αλεν στον Δία είχεν αποδειχθεί εντελώς μάταιη. Κρίνοντας από τις πληροφορίες που αποκομίσανε, θα μπορούσε να μην είχε φύγει καθόλου.
     Ο Φάουλερ άπλωσε το χέρι στο γραφείο του και σήκωσε το φάκελο του προσωπικού, μια λεπτή δεσμίδα από συρραμμένα χαρτιά. Τούτη ήταν η δουλειά που τονε τρόμαζε πιότερο, ωστόσο ήταν υποχρεωμένος να τη κάνει. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έπρεπε να βρεθεί η αιτία αυτών των παράξενων εξαφανίσεων. Και δεν υπήρχε άλλος τρόπος από το να στείλει έξω κι άλλους. Κάθισε για μια στιγμή εκεί, ακούγοντας το ουρλιαχτό της λαίλαπας πάνω από το Θόλο, τους αδιάκοπους κεραυνούς και τη καταιγίδα που σάρωνε τον πλανήτη μ' ανείπωτα φοβερή μανία. Μήπως υπήρχε καμιά άγνωστη απειλή εκεί έξω; αναρωτήθηκε. Κάποιος κίνδυνος που αγνοούσανε; Κάτι που καραδοκούσε και καταβρόχθιζε τα Λόπερ, δίχως να κάνει διάκριση ανάμεσα στα ντόπια Λόπερ και σε κείνα που 'τανε προηγουμένως άνθρωποι; Βέβαια, για το άγνωστο αρπαχτικό, αυτό δε θα 'χε καμιά σημασία. 'Η μήπως υπήρχε κάποιο βασικό λάθος στην εκλογή των Λόπερ σαν τη πιο ιδανική μορφή ζωής, προσαρμοσμένη στις συνθήκες του πλανήτη; Ήξερε πως η φανερή νοημοσύνη των Λόπερ ήταν ένας καθοριστικός παράγοντας σ' αυτή την εκλογή. Γιατί, αν το πλάσμα από το οποίο ο 'Ανθρωπος θα δανειζότανε τη μορφή δεν είχε δυνατότητες νοημοσύνης, τότε κι ο ίδιος δε θα μπορούσε να διατηρήσει για πολύ τη νοημοσύνη του στο ξένο σώμα.
     Μήπως οι βιολόγοι είχαν υπερεκτιμήσει αυτό τον παράγοντα, υποτιμώντας κάποιον άλλο που μπορεί να μην ήτανε τόσον ιδανικός αν όχι και καταστροφικός; Μάλλον απίθανο. Μπορεί οι βιολόγοι να ήταν λίγο σνομπ, αλλά ήξεραν καλά τη δουλειά τους ή μήπως τ' όλο εγχείρημα ήταν ανέφικτο, καταδικασμένο από την αρχή; Η μετατροπή σε διαφορετικές μορφές ζωής είχε εφαρμοστεί μ' επιτυχία σ' άλλους πλανήτες, άλλ' αυτό δε σήμαινε ότι θα ίσχυε και για το Δία. Ίσως η ανθρώπινη νόηση δε μπορούσε να λειτουργήσει σωστά με τα αισθητήρια όργανα των Λόπερ. Ίσως αυτά τα πλάσματα του Δία ήτανε τόσο ξένα που δεν υπήρχε κοινό έδαφος κατανόησης. Ίσως ο ανθρώπινος νους να μη μπορούσε να δουλέψει αρμονικά με το εξωγήινο σώμα ή μπορεί πάλι το σφάλμα να βρισκότανε στον 'Ανθρωπο, κάτι σύμφυτο στη ράτσα του. Κάποια ψυχική ανωμαλία που, σε συνδυασμό με κάποιον εξωτερικό παράγοντα, δεν επέτρεπε στους Ανθρωπολόπερ να γυρίσουνε. Βέβαια, μπορεί να μην ήταν ανωμαλία με τη κοινή έννοια. 'Ίσως ήτανε κάποιο συνηθισμένο ψυχολογικό χαρακτηριστικό, κοινότυπο στη Γη, που όμως ερχότανε σε τόσο βίαιη αντίθεση με το περιβάλλον του Δία ώστε να οδηγεί τον άνθρωπο στην τρέλα.
     Σκυλίσια πόδια ακούστηκαν να πλησιάζουν από το διάδρομο. Στ' άκουσμά τους ο Φάουλερ χαμογέλασεν αχνά. Ήταν ο Τάουζερ που γύριζε από τη κουζίνα. Πήγαινε συχνά εκεί να επισκεφθεί το φίλο του το μάγειρα. Μπήκε στο δωμάτιο φέρνοντας μαζί του κι ένα κόκαλο. Κούνησε την ουρά του στον Φάουλερ και ξάπλωσε δίπλα από το γραφείο, με το κόκαλο ανάμεσα στα μπροστινά πόδια του. Μιαν ατέλειωτη στιγμή, τα γέρικα μάτια του κοίταξανε το αφεντικό του κι ο Φάουλερ άπλωσε το χέρι του να χαϊδέψει ένα μαδημένο αφτί.
 -"Εσύ τουλάχιστον με συμπαθείς ακόμη, Τάουζερ;" ρώτησε ο Φάουλερ κι ο σκύλος του κούνησε φιλικά την ουρά. "Είσαι ο μόνος", τονε διαβεβαίωσε ο Φάουλερ. Όρθωσε το κορμί και γύρισε πάλι προς το γραφείο. 'Απλωσε το χέρι απρόθυμα, προς τον φάκελο του προσωπικού. Τον Μπένετ; Είχε κορίτσι που τονε περίμενε στη Γη. Τον 'Αντριους; Έκανε σχέδια για το Πολυτεχνείο του 'Αρη αμέσως μόλις μάζευε αρκετά για τα έξοδα της πρώτης χρονιάς. Τον Όλσον; Ζύγωνε την ηλικία της σύνταξης. Δεν έκανε άλλη κουβέντα με τους νεαρούς παρά μονάχα για τα σχέδιά του να πάρει ένα κτηματάκι και να καλλιεργεί τριαντάφυλλα.
     Ο Φάουλερ ακούμπησε προσεκτικά το φάκελο στο γραφείο. Καταδίκαζεν ανθρώπους σε θάνατο. Η μις Στάνλεϋ το 'χε πει απερίφραστα, με τα χλομά χείλη της σχεδόν ακίνητα στο ρυτιδωμένο πρόσωπό της. Του λόγου του, έστελνε ανθρώπους έξω, να πεθάνουν, ενώ ο ίδιος καθότανε βολεμένος κι ασφαλής στη καρέκλα του. Ασφαλώς τα ίδια θα λέγανε κι όλοι οι άλλοι στον Θόλο, ιδίως όταν δε γύρισε κι ο 'Αλεν. Βέβαια, ποτέ δε θα του το πετούσανε κατάμουτρα. Ακόμη κι εκείνος ή εκείνοι που θα καλούσε για να τους πει πως ήταν η σειρά τους να πάνε, δε θα του το λέγαν ανοιχτά. Θα το διάβαζε όμως στα μάτια τους.
     Σήκωσε πάλι το φάκελο. Μπένετ; 'Αντριους; 'Ολσον; Υπήρχαν κι άλλοι, αλλά δεν έβγαινε τίποτα αν συνέχιζε. Ο Κεντ Φάουλερ ήξερε ότι δε θα τ' άντεχεν άλλο. Δε θα μπορούσε να τους αντικρίσει, δε θα μπορούσε να στείλει κι άλλους να πεθάνουν. Πάτησε το κουμπί της ενδοσυνεννόησης. 
 -"Μάλιστα, κύριε Φάουλερ".
 -"Τη μις Στάνλεϋ, παρακαλώ".
 -"Εδώ μις Στάνλεϋ", ακούστηκε η φωνή της γυναίκας.
 -"Ήθελα να σας ειδοποιήσω, μις Στάνλευ, να ετοιμάσετε τη μηχανή για δυο ακόμη".
 -"Δε φοβάστε μήπως σας τελειώσουν κάποτε; Στέλνοντας έναν-έναν θα κρατήσουν περισσότερο και θα το ευχαριστηθείτε διπλάσια".
 -"Ο ένας από τους δυο θα 'ναι σκύλος", εξήγησεν ο Φάουλερ.
 -"Σκύλος!"
 -"Ναι, ο Τάουζερ". 'Ακουσε το γοργό, απότομο φούντωμα της οργής που έκανε σαν πάγο τη φωνή της.
 -"Τον ίδιο σας το σκύλο; Μα ήτανε μαζί σας σχεδόν μια ζωή..."
 -"Γι' αυτό ακριβώς", αποκρίθηκεν αυτός, "θα 'νιωθε δυστυχής αν τον άφηνα πίσω". 
     Δεν ήταν ο Δίας που 'χε γνωρίσει από τις οθόνες. Περίμενε να 'ναι διαφορετικός, αλλά ποτέ κάτι τέτοιο. Περίμενε κόλαση από καταρρακτώδεις βροχές αμμωνίας, αποπνιχτικά αέρια και τον ασταμάτητο ορυμαγδό της καταιγίδας. Περίμενε θυελλώδη σύννεφα, ομίχλες και τις φοβερές λάμψεις από τερατώδη αστροπελέκια. Δε περίμενε πως οι καταρράχτες της αμμωνίας θα φαίνονταν σα βιολετιές καταχνιές, που αναδεύονταν νωχελικά σαν άυλες σκιές πάνω από τη κόκκινη, πορφυρή χλόη. Δεν είχε μαντέψει πως οι φιδογυριστές αστραπές θα λάμπανε σα φαντασμαγορικά βεγγαλικά σ' έναν ουρανό γεμάτο χρώματα.
     Περιμένοντας να εμφανιστεί έξω κι ο Τάουζερ, δοκίμασε τα μέλη του νέου κορμιού του, σαστίζοντας από τη ρωμαλέα, λυγερή δύναμη που 'νιωσε να τα διαχέει. Δεν ήτανε κι άσχημο σώμα, σκέφτηκε κι έκανε μια εύθυμη γκριμάτσα στη θύμηση πως είχε νιώσει οίκτο για τα Λόπερ βλέποντάς τα στην οθόνη. Γιατί του 'τανε δύσκολο να φανταστεί ζωντανόν οργανισμό βασισμένο στην αμμωνία αντί για το νερό και στο υδρογόνο αντί οξυγόνου. Ήτανε δύσκολο να πιστέψει πως ένα τέτοιο πλάσμα θα 'νιωθε για τη ζωή το ίδιο σκίρτημα χαράς που 'νιωθε κι ο άνθρωπος. Του ήτανε δύσκολο να μαντέψει τι σήμαινε να ζεις σ' αυτή την εφιαλτική κόλαση, μη ξέροντας βέβαια ότι για τα μάτια των ντόπιων ο Δίας δεν ήτανε διόλου εφιαλτική κόλαση.
     Η απαλή αύρα ήτανε σα χάδι πάνω του και θυμήθηκε μ' έκπληξη ότι για τους Γήινους ήταν ένας φοβερός κυκλώνας που λυσσομανούσε με τριακόσια χιλιόμετρα την ώρα, φορτωμένος με θανάσιμα αέρια. Ευχάριστες μυρωδιές πότιζανε το σώμα του. Ωστόσο δεν ήταν ακριβώς μυρωδιές, γιατί δεν είχανε καμιά σχέση με την αίσθηση της όσφρησης που θυμόταν. Ήτανε σαν ολάκερη η ύπαρξή του να ρουφούσε την ευωδιά της λεβάντας, που δεν ήταν ακριβώς λεβάντα. Ήξερε πως ήτανε κάτι που δεν είχε λέξεις, σίγουρα το πρώτο από τα πολλά αινίγματα της νέας ορολογίας. Γιατί οι λέξεις που 'ξερε, τα σύμβολα της σκέψης που χρησιμοποιούσε σα Γήινος, ήταν άχρηστα σ' έναν κάτοικο του Δία.
     Η θωρακισμένη, στεγανή πόρτα στο πλάι του Θόλου άνοιξε κι ο Τάουζερ βγήκε χοροπηδώντας ή τουλάχιστον, αυτός υπέθεσε πως ήταν ο Τάουζερ. Έκανε να φωνάξει το σκύλο, με το μυαλό του να διαμορφώνει τις λέξεις που σκόπευε να πει. Αλλά δε μπορούσε να τις προφέρει. Δεν υπήρχε τρόπος να τις χρησιμοποιήσει. Δεν είχε τίποτα να πει μ' αυτές. Για μια στιγμή ένιωσε σκέψεις να στροβιλίζονται στην αβεβαιότητα του φόβου, ενός τυφλού φόβου που 'φτιαχνε μικρούς κυκλώνες στο μυαλό του. Πως μιλούσαν τα Λόπερ; Πως... Ξαφνικά συνειδητοποίησε τη παρουσία του Τάουζερ, ένιωσεν έντονα την αδέξια, καμαρωτή, ζεστή φιλία του μαλλιαρού φίλου που τον είχε ακολουθήσει από τη Γη σε διάφορους πλανήτες. Ήτανε λες και το πλάσμα που κάποτε ήταν ο Τάουζερ είχεν απλωθεί για ν' αγγίξει για λίγο το μυαλό του κι από το εγκάρδιο καλωσόρισμα που 'νιωσε ξεχώρισαν λέξεις:
 -"Γεια σου, φίλε". Δεν ήτανε λέξεις στ' αλήθεια, αλλά κάτι καλύτερο από λέξεις. Ήτανε σύμβολα σκέψης στο μυαλό του, μ' αποχρώσεις αισθημάτων που θα 'ταν αδύνατο ν' αποδοθούν ποτέ με λέξεις. 
 -"Γεια σου, Τάουζερ", αποκρίθηκε.
 -"Αισθάνομαι υπέροχα", είπεν ο Τάουζερ. "λες κι είμαι κουταβάκι. Τώρα τελευταία ένιωθα πολύ χάλια. Τα πόδια μου είχαν αρχίσει να με πονάνε και τα δόντια μου είχανε πέσει σχεδόν όλα. 'Ασε δε τι μαρτύρια τραβούσα με τους ψύλλους. Παλιά δεν τους έδινα και πολλή σημασία. Δυο ψύλλοι παραπάνω ή παρακάτω δε παίζανε ρόλο στα νιάτα μου". 
 -"Μα... μα...", τραυλίσανε σαστισμένα οι σκέψεις του Φάουλερ. "εσύ μου μιλάς!"
 -"Και βέβαια", αποκρίθηκεν ο Τάουζερ, "πάντα σου μιλούσα, αλλά συ δε μ' άκουγες. Προσπαθούσα να σου πω χίλια-δυο πράγματα, αλλ' ήταν αδύνατο να με καταλάβεις".
 -"Σε καταλάβαινα πότε-πότε", είπεν ο Φάουλερ.
 -"Όχι και τόσο καλά πάντως", παρατήρησε ο Τάουζερ. "Ήξερες πότε πεινούσα, πότε ήθελα νερό και πότε βόλτα, αλλά σχεδόν τίποτα παραπάνω".
 -"Με συγχωρείς", είπε ο Φάουλερ.
 -"Δε πειράζει", τον καθησύχασε ο Τάουζερ. "Τρέχουμε να δούμε ποιος θα φτάσει πρώτος σε κείνο το γκρεμό"; Για πρώτη φορά ο Φάουλερ παρατήρησε τον γκρεμό. Φαινόταν να 'ναι πολλά χιλιόμετρα μακριά, αλλά είχε παράξενη κρυστάλλινη ομορφιά και λαμποκοπούσε στις σκιές που ρίχναν τα πολύχρωμα σύννεφα. Ο Φάουλερ δίστασε.
 -"Είναι μακριά..." 
 -"Έλα, πάμε", τον ενθάρρυνε ο Τάουζερ και την άλλη στιγμή άρχισε να τρέχει προς το γκρεμό. Ο Φάουλερ τον ακολούθησε, δοκιμάζοντας τη δύναμή του στο καινούριο σώμα. Κάπως επιφυλακτικά στην αρχή, μ' ευχάριστην έκπληξη λίγο αργότερα. Σε λίγο έτρεχε κι αυτός, μ' εκστατική χαρά που γινόταν ένα με τη κόκκινη, πορφυρή χλόη και τις νωχελικές καταχνιές της βροχής που αρμενίζανε πάνω από τη Γη. Εκεί που 'τρεχε, μια μουσική έφτασε στη συνείδησή του, μουσική που του πότιζε το κορμί, πλημμύριζε το είναι και τον έκανε να πετά με τ' ασημένια φτερά της γρηγοράδας. Μουσική σα σήμαντρο από κάποιο μακρινό καμπαναριό, πέρα ψηλά σ' έναν ηλιόλουστο λόφο την άνοιξη. Καθώς ο γκρεμός πλησίαζε, η μουσική δυνάμωνε και γέμιζε τον κόσμο με κύματα μαγικής μελωδίας. Μόλις τότε κατάλαβε πως η μουσική προερχόταν από τον καταρράχτη που 'πεφτε σαν αφρός στο πρόσωπο του λαμπερού γκρεμού. Μόνο που 'ξερε πως δεν ήτανε σα τους καταρράχτες που θυμότανε, γιατί τούτος ήταν από αμμωνία κι ο γκρεμός ήταν άσπρος από το στερεοποιημένο οξυγόνο.
     Σταμάτησε τσουλαριστά δίπλα στον Τάουζερ, εκεί που ο καταρράχτης σκόρπιζε σ' ένα αστραφτερό ουράνιο τόξο μ' εκατοντάδες χρώματα. Κυριολεκτικά εκατοντάδες, γιατί εδώ, πρόσεξε, δεν υπήρχε μονάχα το βαθμιαίο σβήσιμο των βασικών χρωμάτων που 'βλεπε το ανθρώπινο μάτι. Απεναντίας, τα χρώματα είχανε φοβερή σαφήνεια που ανέλυε το πρισματικό φάσμα ως τους έσχατους διαχωρισμούς.
 -"Η μουσική", είπεν ο Τάουζερ, "τι θες να πεις για τη μουσική; Η μουσική", συνέχισε, "είναι δονήσεις. Οι δονήσεις του νερού που πέφτει".
 -"Μα συ, Τάουζερ, δεν έχεις ιδέα από δονήσεις".
 -"Ασφαλώς κι έχω", τον διαβεβαίωσε. "Η σκέψη, να...! έτσι ξεφύτρωσε στο νου μου". Ο Φάουλερ ξεροκατάπιε νοερά.
 -"'Ακου, έτσι ξεφύτρωσε!" Και ξαφνικά, μες στο κεφάλι του, υπήρχε μια φόρμουλα... η τεχνική για τη κατασκευή μετάλλων που θ' άντεχανε στις πιέσεις του Δία. Κοίταξεν εμβρόντητος προς τον καταρράχτη κι απρόσμενα το μυαλό του πήρε το πλήθος των χρωμάτων και τα ταξινόμησε στη σωστή τους σειρά, στο φάσμα. Έτσι απλά! Σα να 'ταν ουρανοκατέβατη έμπνευση. Και να σκεφτεί κανείς ότι δεν είχε ιδέα από μέταλλα ή χρώματα. "Τάουζερ", φώναξε. "Τάουζερ, κάτι μας συμβαίνει!"
 -"Μα, ναι, το ξέρω", του απάντησε ο Τάουζερ.
 -"Είναι το μυαλό μας", είπε ο Φάουλερ. "Το χρησιμοποιούμε στο σύνολό του, ως και τη τελευταία του κρυφή γωνιά. Το χρησιμοποιούμε για να συμπεράνουμε πράγματα που θα 'πρεπε να τα ξέραμε από την αρχή. Ίσως ο εγκέφαλος στη Γη, είναι από τη φύση του αργόστροφος κι ασαφής στη σκέψη. 'Ίσως είμαστε οι ηλίθιοι του σύμπαντος. Ίσως είμαστε από τη φύση μας φτιαγμένοι για να διαλέγουμε πάντοτε το δυσκολότερο δρόμο".
     Και με την καινούρια, καθάρια σκέψη που τώρα κατείχε, καταλάβαινε ότι δεν ήταν μονάχα το θέμα των χρωμάτων σ' ένα καταρράχτη ή των μετάλλων που θ' αντέχανε στις πιέσεις του Δία. Ένιωσε κι άλλα πράγματα, πιο πέρα, πράγματα, που δεν ήταν ακόμη συγκεκριμένα. 'Έναν αχνό ψίθυρο που υποσχότανε πράγματα περισσότερο μεγαλειώδη, μυστήρια πέρα από την ανθρώπινη σκέψη, πέρα ακόμη κι από τα όρια της ανθρώπινης φαντασίας. Πράγματα που κανένα γήινο μυαλό δε θα μάθαινε ποτέ, έστω κι αν χρησιμοποιούσε όλη τη δύναμη της λογικής.
 -"Εξακολουθούμε να 'μαστε πιότερο Γήινοι», παρατήρησε. "Μόλις τώρα αρχίζουμε να μαθαίνουμε μερικά από τα πράγματα που ξανοίγονται μπροστά μας. Λίγα από κείνα που παρέμεναν απρόσιτα για τους ανθρώπους, ίσως ακριβώς επειδή ήταν άνθρωποι. Γιατί το ανθρώπινο σώμα ήτανε φτωχό. Φτωχό για να σκέφτεται, φτωχό σ' αισθήσεις που μόνον όταν τις έχει κανείς ξέρει τι σημαίνουν. Ίσως μάλιστα να μη διαθέτει καν τις αισθήσεις που απαιτούνται για την απόκτηση της αληθινής γνώσης".
     Κοίταξε πίσω προς τον Θόλο, έν ασήμαντο μαύρο αντικείμενο, μικροσκοπικό εξαιτίας της απόστασης. Εκεί μέσα υπήρχαν άνθρωποι που δε μπορούσαν να δούνε την ομορφιά που 'κρυβεν ο Δίας. 'Ανθρωποι που νόμιζαν ότι θυελλώδεις άνεμοι, σύννεφα και καταρραχτώδεις βροχές, μαστιγώνανε το πρόσωπό του πλανήτη. Τυφλά ανθρώπινα μάτια, φτωχά μάτια που δε μπορούσαν να διακρίνουνε την ομορφιά στα σύννεφα, που δε μπορούσαν να δούνε πέρα από τη καταιγίδα. Σώματα που δε μπορούσαν να νιώσουνε τη γοητεία της μουσικής από τα κελαριστά νερά. 'Ανθρωποι που περπατούσανε μονάχοι, σε τρομερή μοναξιά, μιλώντας παιδιάστικη γλώσσα, ανίκανοι να ξανοιχτούνε και ν' αγγίξουν έναν άλλο νου, όπως αυτός άγγιξε τώρα κείνο του Τάουζερ. 'Ανθρωποι αποκομμένοι για πάντα από κάθε προσωπική, στενή επαφή μ' άλλα ζωντανά πλάσματα.
     Αυτός, ο Φάουλερ, περίμενε να βρει τον τρόμο των απόκοσμων καταστάσεων εδώ στην επιφάνεια του πλανήτη. Περίμενε ότι θα ζάρωνε φοβισμένος μπροστά στην απειλή άγνωστων τεράτων κι είχεν ατσαλώσει το κουράγιο του για ν' αντιμετωπίσει έναν αποτρόπαιο κόσμο που δεν ήταν η Γη. Κι αντί γι' αυτά, είχε βρει κάτι πιο μεγαλειώδες απ' ό,τι είχε συλλάβει ποτέ ο άνθρωπος. Ένα πιο γρήγορο, πιο τέλειο κορμί. Μιαν αίσθηση χαράς και μια βαθύτερη αίσθηση ζωής. Ένα πιο κοφτερό μυαλό. Ένα κόσμον ομορφιάς που ακόμη κι οι ονειροπόλοι της Γης δεν είχανε φανταστεί.
 -"'Αντε, ας φεύγουμε", τονε παρότρυνε ο Τάουζερ.
 -"Που θέλεις να πάμε"; 
 -"Οπουδήποτε", απάντησεν ο Τάουζερ. "Έτσι, να ξεκινήσουμε και να δούμε πού μας οδηγούν όλ' αυτά. Έχω ένα προαίσθημα... πως το λένε; Ένα προαίσθημα..."
 -"Ναι, ξέρω", τονε διαβεβαίωσεν ο Φάουλερ. Γιατί το 'νιωθε κι ο ίδιος. Μιαν αίσθηση μεγάλων πεπρωμένων. Σα κάτι μεγαλειώδες να τους περίμενε. Μια σιγουριά ότι πέρα από τους ορίζοντες υπήρχανε περιπέτειες και πράγματα πιο μεγάλα κι από περιπέτειες. Κι οι άλλοι πέντε το 'χαν νιώσει αυτό. Είχαν αισθανθεί το κέντρισμα να προχωρήσουνε και να δουν, ένα ακατανίκητο κάλεσμα, ότι μπροστά τους υπήρχε μια ζωή πληρότητας και γνώσης. Ο Φάουλερ το 'ξερε τώρα, αυτός ήτανε κι ο λόγος που κανένας δεν είχε ξαναγυρίσει.
 -"Δε πρόκειται να πάω πίσω", δήλωσε ο Τάουζερ.
 -"Δε μπορούμε να τους αφήσουμε έτσι", επέμεινε ο Φάουλερ. Έκανε ένα δυο βήματα προς τη κατεύθυνση του Θόλου, αλλ' αμέσως μετά σταμάτησε. Να γυρίσει πίσω; Πίσω σε 'κείνο το ανυπόφορο, γεμάτο δηλητήρια κορμί που 'χε ξεφορτωθεί; Δε του φαινόταν ανυπόφορο παλιά, αλλά τώρα ήξερε πως έτσι είχε το πράγμα. Πίσω στο συσκοτισμένο μυαλό. Πίσω στις θολερές σκέψεις. Πίσω στα πλαδαρά στόματα που βγάζανε θορύβους για να γίνονται κατανοητά από τους άλλους. Πίσω στα μάτια που τώρα του φαίνονταν χειρότερα κι από την έλλειψή τους. Πίσω στη βρομιά, πίσω στη μικρότητα, πίσω στην άγνοια. "Μπορεί, κάποιαν άλλη μέρα...", μουρμούρισε μονολογώντας.
 -"Έχουμε τόσα πολλά να δούμε και να κάνουμε", είπε ο Τάουζερ. "Έχουμε τόσα να μάθουμε. Θ' ανακαλύψουμε πράγματα..." Ναι, θ' ανακαλύπτανε πράγματα. 'Ίσως άλλους πολιτισμούς. Πολιτισμούς που θα 'καναν εκείνον του Ανθρώπου να φαίνεται ασήμαντος σε σύγκριση μαζί τους. Ομορφιά, και κάτι πιο σημαντικό: τη κατανόηση αυτής της ομορφιάς. Και μια συντροφικότητα που κανένας τους δεν είχε γνωρίσει στο παρελθόν, που κανένας, άνθρωπος ή σκύλος, δεν είχε βρει πουθενά. Και ζωή. Μια φρεσκάδα ζωής ύστερα από μιαν αποχαυνωμένη ύπαρξη. "Δε μπορώ να γυρίσω πίσω», συνέχισεν ο Τάουζερ.
 -"Ούτε κι εγώ", συμφώνησεν ο Φάουλερ.
 -"Θα με κάνανε πάλι σκύλο", είπεν ο Τάουζερ.
 -"Κι εμένα", είπεν ο Φάουλερ, "θα με κάνανε πάλι άνθρωπο".

___________________________________________________________

Clifford Donald Simak
"Desertion" (1944)
Μετάφραση: Γιώργος Μπαλάνος

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers