Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Φανταστικό 

Asimov Isaac: Χρονογάτα

 

                           
                                          Ισαάκ Ασίμοφ
 
                                         Βιογραφικό

     Γεννήθηκε περίπου 2 Γενάρη 1920 -η ακριβής ημερομηνία, για τεχνικογραφειοκρατικούς λόγους, δεν είναι σίγουρη- στο Petrovichi of Smolensk Oblast της Ρωσίας, από την Anna Rachel Berman και τον Judah Asimov, εβραϊκή φαμίλια υφαντουργών. Μετακομίσανε στις ΗΠΑ, όταν ήτανε 3 ετών και καθώς οι γονιοί του, του μιλούσαν εβραϊκά κι αγγλικά στο σπίτι, ο μικρός Ισαάκ, δεν έμαθε ποτέ ρώσικα. Μεγάλωσε στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης και κατάφερε ν' αρχίζει να διαβάζει από τα 5 και στις 2 γλώσσες.
     Οι γονείς του ανοίξανε ψιλικατζίδικο και περιμένανε πως ο γιος τους θ' ασχοληθεί με το μαγαζί σα μεγαλώσει. Πράγματι, ξεκίνησε μικρός, μα μια μέρα, είδε στο μαγαζί ένα περιοδικό Επιστημονικής Φαντασίας κι άρχισε να το διαβάζει. Αυτό ήταν. Η καρριέρα του ως ψιλικατζή είχεν αρχίσει να πνέει τα λοίσθια. Στην εφηβεία, άρχισε να γράφει δικές του ιστορίες και γρήγορα μάλιστα άρχισε να τις πουλά σε παρόμοια περιοδικά.
     Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια το 1939 και πήρε τον τίτλο του ντοκτορά στη χημεία το 1948. Στο μεταξύ πέρασε 3 χρόνια, κατα τη διάρκεια του 2ου Παγκ. Πολ., δουλεύοντας στο Philadelphia Navy Yard's Naval Air Experimental Station. Όταν τέλειωσεν ο πόλεμος, παραιτήθηκε από το στρατό, 9 μήνες πριν λάβει τη τιμητική, έτσι κι αλλιώς, αποστράτευση. Κατά τη διάρκεια της συνολικής στρατιωτικής του σταδιοδρομίας, έφτασε στο βαθμό του δεκανέα, επειδή ήξερε γραφομηχανή κι απέφυγεν επιμελώς τις ατομικές δοκιμές του 1946 στην Ατόλλη Βikini.
     Μετά και για να πάρει το διδακτορικό του, γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης και παρέμεινε κει, αλλ' όχι ως εκπαιδευτικός. Το Πανεπιστήμιο έπαψε να τον πληρώνει το 1958. Παρέμεινε στη σχολή ως Επίκουρος Καθηγητής, που προάγεται το 1979 σε πλήρη καθηγητή και τα προσωπικά γραπτά του από το 1965 και μετά, αρχειοθετούνται στην αναμνηστική βιβλιοθήκη Mugar του Πανεπιστημίου, πιάνοντας 464 κιβώτια, σε ράφια 71 μέτρων συνολικά. Το 1985, έγινε Πρόεδρος της Αμερικανικής Ένωσης Ανθρωπιστών και παρέμεινε σε κείνη τη θέση μέχρι το θάνατό του. Διάδοχός του ήταν ο φίλος του κι επίσης συγγραφέας, Kurt Vonnegut. Παντρεύτηκε τη Γερτρούδη Blugerman στις 26 Ιουλίου 1942, με την οποία απέκτησε δυο παιδιά, τον David (1951) και τη Robyn Joan (1955). Μετά από παρατεταμένη διάσταση, χώρισαν οριστικά το 1973 και παντρεύτηκε ξανά, την επόμενη χρονιά, τη Janet Ο. Jeppson.
     Ήταν ένας claustrophile δηλαδή απολάμβανε το κλείσιμό του σε μικρούς χώρους, μισούσε τα αεροπλάνα κι έτσι δεν έκανε μεγάλα ταξίδια. Στον πρώτο τόμο αυτοβιογραφίας του, αναφέρει επιθυμία της παιδικής του ηλικίας να 'χει δικό του πάγκο πώλησης περιοδικών, σε σταθμό Μετρό της Νέας Υόρκης και μέσα κει φαντάστηκεν ότι θα μπορούσε να κλειστεί και ν' ακούει το βούισμα των τραίνων. Τα επόμενα έτη, βρήκε απόλαυση στα κρουαζιερόπλοια και σε πολλές περιπτώσεις έγινε μέρος της "ψυχαγωγίας" των κρουαζιερών, με συζητήσεις για την Επιστημονική Φαντασία. Η φυσική επιδεξιότητά του ήταν πολύ φτωχή. Δεν έμαθε ποτέ να κολυμπά ή να οδηγεί ποδήλατο, αν κι έμαθε να οδηγεί αυτοκίνητο και να το βρίσκει απολαυστικό. Περιέγραψε μάλιστα, στο "Asimov Jokebook" του, την οδήγηση, στη Βοστώνη ως ..."αναρχία στις ρόδες".
     Πέθανε στις 6 Απριλίου, 1992, κοντά στη δεύτερη σύζυγό του, Janet και τα παιδιά του από τον πρώτο γάμο του. 10 χρόνια μετά, η έκδοση της Janet Asimov, της αυτοβιογραφίας του Isaac, "Αυτό Είναι Μια Καλή Ζωή", αποκάλυψε πως ο θάνατός του προκλήθηκε από AIDS. Είχε προσβληθεί με τον ιό HIV από μολυσμένη μετάγγιση αίματος κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης By-Pass στη καρδιά το 1983. Η πραγματική αιτία του θανάτου ήταν καρδιά και νεφρική ανεπάρκεια ως επιπλοκές του AIDS. Η Janet υποστηρίζει πως οι γιατροί του Isaac τους προτρέψαν να μην αποκαλύψουν την ασθένειά του, ενώ οι γιατροί ισχυρίζονται πως ήταν η Janet η ίδια που θέλησε να τη κρατήσει μυστική.

-------------------------------------------------------------------------------------------

     Αυτή την ιστορία μου την είπε ο γέρο Μακ εδώ και πάρα πολύ καιρό, τότε που ζούσε σε μια καλύβα πέρα από το λόφο που αντίκριζα από το παλιό μου σπίτι. Ήταν αναζητητής μεταλλευμάτων στους Αστεροειδείς, στη διάρκεια της Εξόρμησης του '37 και περνούσε τον καιρό του ταΐζοντας τις εφτά γάτες του.
 -«Τι σας κάνει ν' αγαπάτε τόσο πολύ τις γάτες, κ. Μακ;» τον ρώτησα.
Ο γέρο μεταλλωρύχος με κοίταξε κι έξυσε το πηγούνι.
 -«Να», μου αποκρίθηκε, «μου θυμίζουν τα ζωάκια μου στη Παλλάδα. Ήταν κάτι σαν γάτες -ίδιο κεφάλι, κάπως- τα πιο έξυπνα ζωάκια που είδες ποτέ. Νεκρά όλα
Λυπήθηκα και του το είπα. Ο Μακ αναστέναξε βαθιά.
 -«Τα πιο έξυπνα ζωάκια», ξανάπε. «Ήταν τετραδιάστατα γατάκια».
 -«Τετραδιάστατα, κ. Μακ; Αλλά η τέταρτη διάσταση είναι ο χρόνος». Το είχα μάθει αυτό την προηγούμενη χρονιά στη τρίτη τάξη.
 -«Ώστε πηγαίνεις στο σχολείο, ε;» Έβγαλε τη πίπα του και τη γέμισεν αργά. «Βέβαια, η τέταρτη διάσταση είναι ο χρόνος. Αυτές οι γατούλες ήταν κάπου ένα πόδι μακριές, είχαν ύψος έξι ίντσες, πλάτος τέσσερις ίντσες κι απλώνονταν κάπου στα μέσα της επόμενης βδομάδας. Αυτό δεν είναι τετραδιάστατο; Φαντάσου, αν τους χάιδευες το κεφάλι, μπορεί και να μη κούναγαν την ουρά τους παρά την άλλη μέρα. Μερικές από τις μεγάλες τη κούναγαν τη παράλλη. Γεγονός
Τον κοίταξα δύσπιστα, αλλά δεν έβγαλα λέξη. Ο Μακ συνέχισε:
 «Υπήρχαν και τα καλύτερα μαντρόσκυλα σε όλη την πλάση. Έπρεπε. 'Ακου να δεις, όταν μυρίζονταν κανένα κλέφτη ή κανένα ύποπτο, ούρλιαζαν σαν νεράιδες του θανάτου. Κι όταν ένα σκυλί έβλεπε ένα κλέφτη σήμερα, θα γαύγιζε χθες, γι' αυτό είχαμε φύλακα εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο».
Το στόμα μου κρεμάστηκε.
 -«Αλήθεια; »
 -«Να μη σώσω! Θες να μάθεις πως τα ταίζαμε; Τα περιμέναμε να πάνε για ύπνο, κατάλαβες και τότε ξέραμε ότι ήταν απασχολημένα να χωνεύουν το φαγητό τους. Αυτές οι μικρές χρονογατούλες χώνευαν πάντα το φαγητό τους ακριβώς τρεις ώρες πριν το φάνε, επειδή το στομάχι τους απλωνόταν τόσο προς τα πίσω μέσα στο χρόνο. Έτσι όταν πήγαιναν να κοιμηθούν, κοιτάζαμε κι εμείς την ώρα, ετοιμάζαμε το φαγητό τους και τους το δίναμε ακριβώς τρεις ώρες αργότερα».
Είχε ανάψει την πίπα του κι άφηνε τούφες καπνού. Κούνησε αργά το κεφάλι του, γεμάτος θλίψη.
 «Κι όμως, μια φορά έκανα λάθος. Καημένε κούτσικε χρονογατούλη. Τονε λέγανε Τζοε και μπορώ να σου πω ήταν ο αγαπημένος μου. Ένα πρωί έπεσε να κοιμηθεί στις εννιά και δε ξέρω πως μου καρφώθηκε η ιδέα πως ήταν οκτώ. Φυσικά, του 'φερα το φαγητό του στις έντεκα. Έψαξα ολούθε να τονε βρω, αλλά δε μπόρεσα».
 -«Τι είχε γίνει, κ. Μακ
 -«Να, δε μπορείς να έχεις απαίτηση από το στομάχι μιας χρονό-γατας να τα φέρει βόλτα με το πρόγευμά της μόνο δυο ώρες από τη χώνεψή του. Είναι πάρα πολύ για να περιμένει κανείς να γίνει. Τελικά τονε βρήκα κάτω από την εργαλειοθήκη στο εξωτερικό υπόστεγο. Είχε σουρθεί μέχρι εκεί και πέθανε από δυσπεψία μια ώρα πριν. Κακόμοιρο ζωάκι! Μετά απ' αυτό, έβαζα πάντα το ξυπνητήρι κι έτσι δε ξανάκανα τέτοιο λάθος».
Έπεσε μια σύντομη, θλιβερή σιωπή και σε λίγο ξανάπιασα τη κουβέντα με ψίθυρο γεμάτο σεβασμό:
 -«Είπατε πριν ότι πέθαναν όλα. Μ' αυτό τον τρόπο σκοτώθηκαν
Ο Μακ κούνησε σοβαρά το κεφάλι.
 -«Όχι! Αρπάζανε συχνά κρύωμα από μας και πέθαιναν έτσι δα, πότε μια βδομάδα, πότε δέκα μέρες πριν το αρπάξουν. Για να καταλάβεις, δεν ήταν και πάρα πολλές κι ένα χρόνο μετά που οι μεταλλωρύχοι έφτασαν στη Παλλάδα δεν είχαν απομείνει παρά καμιά δεκαριά κι αυτές οι δέκα κάπως αδύνατες κι αρρωστιάρες. Ο μπελάς ήταν, φιλαράκο μου, που όταν πέθαναν, έγιναν όλες κομμάτια σαπίσανε στα γρήγορα. Ιδίως εκείνο το τετραδιάστατο μαραφέτι που είχαν στα μυαλά τους μέσα και τα 'κανε να συμπεριφέρονται με τον τρόπο που σου 'πα. Μας κόστισεν εκατομμύρια δολάρια».
 -«Πως αυτό, κ. Μακ
 -«Βλέπεις μερικοί επιστήμονες στη Γη μυρίστηκαν τις χρονόγατες μας κι ήξεραν ότι όλες θα πέθαιναν πριν οι ίδιοι μπορέσουν να φτάσουν εκεί στην επόμενη συζυγία. Γι' αυτό πρόσφεραν σ' όλους μας, από ένα εκατομμύριο δολάρια για κάθε χρονόγατα που θα διατηρούσαμε γι' αυτούς».
 -«Τα καταφέρατε
 -«Εμείς προσπαθήσαμε, αλλά αυτές δε λέγανε να σωθούν. Όταν πέθαναν δεν αξίζανε πια φράγκο κι έπρεπε να τις θάψουμε. Δοκιμάσαμε να τις στοιβάσουμε μέσα σε πάγο, αλλά μ' αυτό τον τρόπο κρατούσαμε σε καλή κατάσταση μόνο το εξωτερικό μέρος. Το μέσα ήταν μια φρικτή ανακατωσούρα και το μέσα ήταν αυτό που ήθελαν οι επιστήμονες. Φυσικά, δε μας άρεσε να χάνουμε ένα εκατομμύριο δολάρια με κάθε χρονόγατα που πέθαινε. Κάποιος από μας σκέφτηκε πως αν βάζαμε μια χρονόγατα μέσα σε καφτό νερό όταν ήταν να πεθάνει, το νερό θα τη μούσκευε ως μέσα για τα καλά. Μετά, όταν πέθαινε, θα παγώναμε το νερό έτσι που θα γινόταν ένα στερεό κομμάτι πάγου και πια θα διατηριόταν».
Το σαγόνι μου είχε κρεμάσει.
 -«Και πέτυχε
 -«Προσπαθήσαμε, κι αν δε προσπαθήσαμε, γιε μου, αλλά δε μπορούσαμε να παγώσουμε το νερό όσο γρήγορα έπρεπε. Την ώρα που το είχαμε κάνει πάγο, το τετραδιάστατο μαραφέτι στον εγκέφαλο μιας χρονόγατας είχε σαπίσει. Παγώναμε το νερό όλο και πιο γρήγορα αλλά δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Τελικά, μας είχε απομείνει μόνο μια χρονόγατα κι ήταν έτοιμη να πεθάνει κι αυτή. Ήμασταν απελπισμένοι και τότε ένας από τους φίλους σκέφτηκε κάτι. Σκαρφίστηκε μια μπερδεμένη μηχανή που θα πάγωνε όλο το νερό στο πι και φι, σε κλάσμα δευτερολέπτου. Πήραμε τη τελευταία χρονόγατούλα και τη βάλαμε στο ζεστό νερό και τη κρεμάσαμε στη μηχανή. Η καημένη, μας έριξε μια τελευταία ματιά, έβγαλε έναν παράξενο ήχο και πέθανε. Πατήσαμε το κουμπί και παγώσαμε τα πάντα φτιάχνοντας ένα στέρεο κομμάτι μέσα σ' ένα τέταρτο του δευτερολέπτου». Εδώ ο Μακ έβγαλε έναν στεναγμό που πρέπει να ζύγιζε ένα τόνο. «Αλλά δε βγήκε τίποτα. Η χρονόγατα χάλασε μέσα σε δεκαπέντε λεπτά κι έτσι χάσαμε το τελευταίο εκατομμύριο».
Κράτησα την ανάσα μου.
 -«Μα, κ. Μακ, μόλις είπατε ότι παγώσατε τη χρονόγατα σ' ένα τέταρτο του δευτερολέπτου. Δεν έμεινε καιρός για να χαλάσει».
 -«Ακριβώς αυτό ήτανε, φιλαράκο μου», έκανε βαριά. «Το κάναμε πάρα πολύ γρήγορα, που να πάρει ο διάβολος. Η χρονόγατα δε διατηρήθηκε γιατί παγώσαμε το ζεστό νερό τόσο διαολεμένα γρήγορα, που ο πάγος ήταν ακόμα ζεστός
___________________________________________________________

Isaac Asimov

"Time Pussy" (1942)
Μετάφραση: Σπάρτη Γεροδήμου

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers