Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Ούτσικα Ειρήνη: Όνειρα & Ιστορίες Με ...Αγρίους

 

                                              Βιογραφικό

     Η Ειρήνη Ούτσικα γεννήθηκε στο Κλειστόν 'Αστυ, που τόσο λάτρεψε και λατρεύει, ασχέτως αν του τα χώνει ενίοτε, -αν δε μπινελικώσεις το αγαπημένο σου ποιο θα μπινελικώσεις. Μεγάλωσε λιγάκι κι επιμόνως εξακολουθεί να παραμένει χωρίς ειδικότητα, δεξιότητα και πραγματικότητα, υπάλληλος μα όχι υπ' αλλήλου. Πλην όμως, δημιουργεί μερικές άγριες και φυσικά εντελώς φανταστικές ιστορίες, τις οποίες είτε τις λαμβάνετε υπ' όψιν είτε όχι. Όπως και να 'χει διδάσκεται επιμελώς τεχνικές χαμόγελου κι αν περάσει τας εξετάσεις επιτυχώς, τότε θα προχωρήσει και σε τεχνικές ξεκαρδίσματος. Δε ξέρω τι άλλο να γράψω... είναι ακόμα μια απολαυστική συμπολίτισσα -καλώς σε βρήκαμε- και ...δώστου να πάει... (Τη φωτό γρήγοραααα! Ναιαι, ναι!)

---------------------------------------------------------------------------------------

                                  Το Όνειρο Του Χαμαιλέοντα

     Δικαιούμαστε να πιστεύουμε το καλό, όταν το επιλέγουμε, γιατί τότε σημαίνει πως κάτι ξέρουμε παραπάνω. Ίσως φαίνεται μπερδεμένο, αλλά δεν είναι.
     Είναι παράξενες οι σημερινές διαδικασίες. Σηκώνεις τα μάτια σου και αγγίζεις τον ουρανό, τα χαμηλώνεις και χάνεις τον άνθρωπό σου. Μαζεύεις τα χέρια και γλιτώνεις από το βάρβαρο χτύπημα στον τοίχο, τα απλώνεις και ψηλαφίζεις μόνο κενό.

     Νιώθει κουρασμένη. Πολύ. Σηκώθηκε με κόπο, το ρολόι πλάι στο κομοδίνο αναβόσβηνε πάλι, χτύπημα θέλει. Εφτάμιση το πρωί. Γιατί ξύπνησε τόσο νωρίς; Σάββατο είναι, δεν δουλεύει τα Σάββατα. Τα μισεί τα ρολόγια. Ντε και σώνει οριοθέτηση, με το έτσι θέλω πρόγραμμα, με το καλημέρα σας καλούπι. Αλλά, θα μου πεις, δεν είναι όλοι αργόσχολοι. Σαν κι αυτήν δηλαδή. Έχουν δουλειές, έχουν σχέση, έχουν φίλους, κοινωνικές υποχρεώσεις. Πρέπει να ξέρουν ποια ώρα σχολάνε, γιατί μετά θα...έχουν τόσα να κάνουν. Αυτή δεν έχει τόσα να κάνει. Και τα Σάββατα τα μισεί.

     Είχα ξεχάσει πώς να γελάω. Ξαφνικά, ένα βράδυ, παρακολουθούσα ένα έργο στην τηλεόραση, δεν θυμάμαι τώρα ποιό και άρχισα να γελάω. Δυνατά, δάκρυσαν τα μάτια μου. Δεν ήταν αστείο αυτό που έβλεπα, το χιούμορ είναι πλέον μια ακόμη παραξηγημένη έννοια, με βουρ κατάντημα το άγνωστο, όχι δεν ήταν αστείο, αλλά γέλασα πολύ. Ένιωσα το σατυρικό εγώ μου να ξεσπαθώνει και να αντιλαμβάνεται σε όλο της το μεγαλείο την ανοησία της στιγμής. Ένας σαραντάρης άνδρας, χοντρούλης, καραφλούλης, με ένα πιάτο μπιφτέκια και πατάτες τηγανητές μπροστά του, ένα κουτάκι μπύρα, με άθλιες φόρμες, βουλιαγμένος στην πολυθρόνα, να παρακολουθεί με ενδιαφέρον μια σειρά στην τηλεόραση. Τώρα, βέβαια, δεν ήταν και για τόσο ξελίγωμα η σκηνή αλλά φανταστείτε τη.
     Μένω σε ένα ευρύχωρο δυάρι, μόνος, ευτυχώς είμαι καλός νοικοκύρης, σηκώθηκα κατά τα πρέποντα και αναπόφευκτα το πρωί, έκανα το μπάνιο μου, λουστραρίστηκα, φόρεσα το καθαρό μου πουκάμισο,την καθωσπρέπει γραβάτα μου, το μαύρο μου παντελόνι και βγήκα, κύριος σωστός. Όχι, δεν εργάζομαι τα Σάββατα, απλώς βγήκα να πιω τον καφέ μου στην καφετέρια, λίγο πιο κάτω, αφού πήρα την εφημερίδα μου παραμάσχαλα. Τον ήπια τον καφέ, διάβασα την εφημερίδα, κανείς δε με ενόχλησε, πέρασε η ώρα, επέστρεψα. Ένας εντάξει κύριος, με στυλ πολυάσχολου ανθρώπου που έχει ξεπεράσει τα βασικά, είτε για ανάγκες πρόκειται είτε δεν ξέρω για τι άλλο, και το κοστούμι μου είναι που κάνει τη ζημιά του μη αναγκαίου, και το βούλιαγμα στην εφημερίδα, η εντρυφή η περισπούδαστη, μια εικόνα ολοκλήρωσης από τις τρανταχτές. Καμμία σχέση με εκείνη που μου δημιούργησε τους ασυγκράτητους γέλωτες.

     Τι σηκώθηκε από τώρα; Καφές. Κάποτε ήταν ιεροστελεστία, λάτρευε την ώρα και τη διαδικασία του. Χουζούρα ακόμη, το αγαπημένο της νυχτικάκι ήταν το πρώτο που της έφτιαχνε την αρχή. Ένα γλυκό ροζ κουφετί, σκέτο τούλι, θηλυκότατο, η μαμά της το είχε αγοράσει, κάποια Χριστούγεννα, η μαμά της που της αγόραζε τόσα πράγματα με αγάπη, με φροντίδα, για αυτήν η κορούλα της ήταν πανέμορφη και πάντα παιδί. Πάντα το κοριτσάκι της, που είχε όλη τη ζωή ακόμη μπροστά του, που απλά προσωρινές δυσκολίες περνάει, μα θα φτιάξει η τύχη του κάποτε. Αχ! Μαμά, πόσο μου λείπεις! Και μέσα από τον καθρέφτη , της έλεγε «καλημέρα ομορφούλα» μια γλυκιά  κοπελίτσα, που τεντωνόταν να ξεμουδιάσει μέσα σε ένα ροζ κουφετί νυχτικάκι. Ύστερα η μυρωδιά του καφέ. Εκείνη τη στιγμή, η πιο ευπρόσδεκτη. Δεν είχε ποτέ της σκεφτεί τι σημαίνει «ευτυχώ», ζούσε όμως τις πρώτες ευτυχισμένες στιγμές της ημέρας.
     Καλοί μου άνθρωποι, ευτυχία είναι να νιώθεις γεμάτος, να σου αρέσεις, να σου γελάς, να νιώθεις την αναμονή του ωραίου και του καλού σαν αναπόφευκτο γεγονός, να.. στο δρόμο σου είναι. Με όλο σου το είναι το πιστεύεις ότι θα ‘ρθει και θα σε βρει. Είναι φυσική νομοτέλεια, πως ο καλοπροαίρετος εαυτός σου θα υποταχτεί χαμογελώντας, στην αξιωματική ανθρώπινη δυαδικότητα του μοιράσματος και του πολλαπλασιασμού.
     Δεν κατάλαβε πόση ώρα έμεινε όρθια, πλάι στον πάγκο της κουζίνας με τον καφέ στα χέρια, ακίνητη, μόνο ο καφές έφτασε στη μέση. Δεν ανοίγει ακόμη τις κουρτίνες, δεν θέλει ακόμη φως, θέλει να είναι νύχτα, θέλει αυτήν την ψευδαίσθηση. Μια αυταπάτη συνειδητή και απόλυτα εκλογικευμένη. « Εγώ δεν θέλω να τελειώσει ακόμη η νύχτα μου, εγώ δεν θέλω να ξεκινήσει ακόμη η νέα ημέρα, εγώ δεν επιθυμώ να δω ακόμη τα όχι και δεν που θα τελέσει το νέο 24ωρο και που τόσο διαφορετικά θα είναι από τα ελπίζω, θα και ίσως του σκοταδιού πριν τον ύπνο μου». Τι μπορεί να έχουν όλοι οι ειδικοί, οι λογικοί και πάει λέγοντας, εναντίον των ψευδαισθήσεων; Των συνειδητών και απόλυτα εκλογικευμένων; Γιατί δεν τα βάζουν ποτέ με την ελπίδα; Δεν το ξέρουν ότι είναι το επόμενο βήμα της; Έχε ελπίδα! 'Αγγελοι και δαίμονες, θεοί και διάβολοι, με αυτήν την ρημαδοελπίδα σε τρέφουν. Η μεταθανάτια ζωή με πρώτο, πανάκριβο και απλησίαστο συνήθως ξενοδοχείο της τον παράδεισο, την ελπίδα θεωρεί απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση της χρυσής κάρτας, που θα πληρώνει τα έξοδά σου στον αιώνα τον άπαντα. Είναι ποτέ δυνατόν, λίγη λογική συνέπεια, να αρνούνται το επόμενο βήμα; Μετά από τόσο κόπο που έκανες νέος ή γέρος, αρτιμελής ή ανάπηρος, ζαβός ή λογικός, να ανέβεις το ασπρούλι, φωτεινούλι και υπέρ του δέοντος γεμάτο γκρεμούς και κατάξερες χαράδρες βουνό της ελπίδας, δεν είναι λογικό ότι περίχαρος ο πάσα ένας, θα δει με λαχτάρα,με στερητικό σύνδρομο μεγαλειώδες, με ξεραμένο το μεδούλι του, την πράσινη όαση της ψευδαίσθησης; Μικρή, θα μου πεις, χαράμι τόση φασαρία, και πάλι θα σέρνεται στα χορτάρια για μια ιδέα δροσιάς, αλλά όπως και να 'χει ...όαση. Όποιος θέλει το καλό του δυστυχισμένου, όταν ντε και σώνει τον βάζει με την πειθώ της σοφίας του να διασχίσει ερήμους πόνων και ψυχικού μακελέματος, αφήνοντας το πετσί του λίπασμα γιατί η φύση ανακυκλώνεται, άλλος πόνος αυτός, ε, δεν του αρνείται την ψευδαίσθηση. Γιατί είναι συνειδητή και απόλυτα εκλογικευμένη. Νευρίασε.

     Είπα, λοιπόν, να κάνω την αυτογνωσία μου. Βάσανο, βέβαια, γιατί είναι απολύτως κατανοητό στα ανθρώπινα, πως ό,τι δεν κατέχουμε αφενός μεν μας φαίνεται πάρα πολύ δύσκολο, αφετέρου κουραστικό μέχρι να το μάθουμε. Ό,τι αφήνεις σε αφήνει, και η τύχη του πρωτάρη δε μετράει εδώ. Άφησες τον εαυτό σου; Θα τον χάσεις. Πρώτη φορά ξεκινάς να τον βρεις; Σε περιμένει πολύ περπάτημα και αγκομαχητό. Τώρα, βέβαια, μια καλή ερώτηση θα ήταν, αν είχα κάποιον να μου την απευθύνει, πώς έτσι ξαφνικά, δεν έχεις άλλες δουλειές να ασχοληθείς, στη φιλοσοφία θα το ρίξεις; Δεν έχω άλλη δουλειά να ασχοληθώ, καθότι, είπαμε, δεν εργάζομαι σήμερα, και όταν φτάνεις στο σημείο να γελάς με τα χάλια σου, μέχρι δακρύων παρακαλώ, ε, είναι η ώρα για μια μετωπική κουβεντούλα με τα εν λόγω χάλια.           
     Το πρώτο και βασικό, το οποίο με μεγάλη δυσαρέσκεια θα ερευνήσω, είναι το ό,τι είμαι μόνος, το γιατί είμαι μόνος. Ποσώς και ενδιαφέρομαι αν ανήκει στα πλαίσια της όλης αναζήτησης της αυτογνωσίας, ίσως να μην τα πηγαίνω καλά και με τις έννοιες, ασχολούμαι πρωταρχικά με αυτό γιατί αυτό πρωταρχικά με καίει. Νομίζω πως δεν θα με στόλιζα απροβλημάτιστα με τη χαλασματική εικόνα του μοναχικού χοντρού, εντελώς ατημέλητου, που γελάει σε ένα άδειο σπίτι, χωρίς κανένα προφανές αστείο να λαμβάνει χώρα. Ναι, νομίζω πως εκεί « έφαγα τη φρίκη μου», που λένε. Η Μπία το λέει, δηλαδή, η τηλεφωνήτρια, νεανίζουσα, αλλά ουδόλως νέα, καθότι και μια σύγχιση σχετικά με τις ηλικίες έχει επέλθει, πολύ φοβάμαι ανεπανόρθωτη, αλλά αυτό θα το αναπτύξω, αν παραστεί ανάγκη. Τώρα που το θυμήθηκα όμως, ας αναφέρω, ότι από τη Μπία είχα φάει χυλόπιτα καραμπινάτη. Δεν ήταν έτοιμη για σχέση μου είπε, ήθελε να μείνει για λίγο μόνη της, αλλά με εκτιμούσε πολύ σαν άνθρωπο και θα ήθελε να μείνουμε φίλοι. Οι ατάκες του τρόμου. Έμαθα εγώ όμως, ότι είχε βάλει στο μάτι τον Μπάμπη, τον άλλο πωλητή, άσε που ήτανε παντρεμένος, ακόμη είναι δηλαδή. Μου τα είπε εμένα ο ίδιος, δεν ήξερε ότι της είχα ζητήσει να βγούμε, καυχιόταν ο άξεστος, δεν ασχολήθηκα πάρα πέρα. Η Μπία ήταν χωρισμένη με ένα παιδί, δεν με έννοιαζε εμένα αυτό, τον συμπαθούσα πολύ και τον Κωστάκη της, εγώ παιδιά δεν είχα, ακόμη δεν έχω δηλαδή. Τέλος πάντων. Μάλλον δεν είναι άσχετο που το θυμήθηκα, κάτι με τη μοναξιά μου θα έχει να κάνει κι αυτό.

     Τηλέφωνο. Η Κάτια. Στον ύπνο της την έβλεπε. Αχ! Η αγαπημένη της αδελφούλα, έχουν λίγα χρόνια διαφορά, αυτή είναι μεγαλύτερη, η Κάτια ήταν παντρεμένη, πρόλαβε να κάνει και τα δυο παιδιά της πριν χωρίσει. Ερωτεύτηκε έναν άλλον, μετά από μήνες παράνομου και παθιασμένου δεσμού, χώρισε με τον άντρα της, δράματα τότε. Τα πήγαινε πολύ καλά με τον γαμπρό της, καλός άνθρωπος, νοικοκύρης, κλαιγότανε συνεχώς στην ποδιά της, τι να του έλεγε κι αυτή, αδελφή της ήτανε. Ανένδοτη η Κάτια, με τα πολλά χωρίσανε, αλλά και με τον άλλο δε στέριωσε. Δεν πολυβλέπεται πια και με το γαμπρό της, συζεί με κάποια Μάρθα αυτός τώρα, σε ζωή να βρισκόμαστε.
 -"Έλα, αδερφή, καλημέρα. Να φάμε το βράδυ μαζί. Μόνη μου θα είμαι κι εγώ, τα παιδιά είναι στον Αλέκο από χθες. 'Αντε, σε περιμένω".
     Δεν έχει διάθεση. Η Κάτια θα της λέει για κάποιον που θα έχει βάλει στο στόχαστρο, γιατί όλα εδώ είναι για να τα γευτεί, γιατί είναι μια νέα μοντέρνα γυναίκα, που δε σκοπεύει να περιμένει τον πρίγκηπα με το άσπρο άλογο, μια χαρά είναι ο ιδιοκτήτης της καφετέριας, δίνει και παίρνει το φλερτ και τα υπονοούμενα. Δεν είπε κανείς να βρει πρίγκηπα, πόσο μάλλον να τον πάρει κιόλας, αλλά...και αυτού του είδους η ελευθεριότητα δεν ήταν ποτέ το φυσικό της. Τέλος πάντων, ό,τι θυμάται χαίρεται, και η Κάτια μια χαρά περνάει, τη ζηλεύει κιόλας, γιατί είναι εργένισσα λέει, ό,τι θέλει κάνει και δε δίνει λογαριασμό. Είναι μια παρηγοριά.
     'Aνοιξε τις κουρτίνες. Έβαλε κι άλλο καφέ. Κακώς που δεν έμαθε να καπνίζει. Είναι μια παρέα αδιαμφισβήτητα. Παλαβομάρες σκέφτεται, πια παρέα, όσες φορές επιχείρησε να το κάνει φοβήθηκε ότι θα πάθει δηλητηρίαση, άσε που δεν άντεχε τη μυρωδιά. Οι φίλοι της την έλεγαν παράξενη. Η Ζέτα, παντρεύτηκε, χάθηκε, η αδελφή της η Μαρία, με αυτή μάλωσαν, και βέβαια, το τότε αγόρι της, ο Μάρκος. Δεν κάπνιζε, δεν έπινε, ήταν περίεργη και ξενέρωτη. Τι να κάνουμε, άλλη μια περίπτωση που για λόγους ανόητους τώρα, σοβαρούς τότε, δεν έμεινε. Δεν οδήγησε σε σοβάρεμα, σε δέσιμο, σε γάμο και παιδιά. Αλλά ποιος νοιαζόταν; Είσαι νέος/α, έχεις κάνει το «ψάξιμό» σου, θέλεις τα σωστά και τα προδιαγράφοντα μια ζωή εξελιγμένη, επίσης ψαγμένη, αντισυμβατική, γιατί παντού και για τον καθένα υπάρχει το απόλυτο μισό συμπλήρωμα. Εκείνο, που δε νομίζει ότι σκέφτηκαν, είναι το ότι πρέπει να έχεις κάνει πλήρη διάγνωση και ολοκληρωτική αυτοψία του δικού σου παρόντος μισού, για να αναγνωρίσεις την παρουσία του μέλλοντος μισού σου, μια χαρά να τα ταιριάξετε και τα συναφή. Ούτε το ένα έγινε, ούτε το άλλο έγινε, τίποτα δεν έγινε, και άσχετα με το τι λέει η Κάτια, δεν παντρεύεσαι γιατί το βιολογικό σου ρολόι έχει τις απαιτήσεις του. Γιατί χωρίς να σεβαστεί καμμιά από τις τόσες προσπάθειές σου, να μην κάνεις λάθη και τσαπατσουλιές στην επιλογή της οικογενειακής εστίας, κατσικώνεται σε ανύποπτη στιγμή μέσα στο μυαλό και την ψυχολογία σου, και απαιτεί. Τα απεχθάνεται τα ρολόγια. Κάθε είδους.
     Να πάει στο σουπερμάρκετ, άδειο το ψυγείο και τα ντουλάπια, πότε στην ευχή κατανάλωσε τόσα πράγματα, ένα άτομο είναι, ένα ξερό κορμί, μόνο για τον εαυτό της ψωνίζει. Θα φορτωθεί πάλι, σωρό τις σακκούλες καθώς με σοβαρότητα θα αγοράσει ψωμί για τοστ, τυρί και ζαμπόν για τοστ, άπαχο, να προσέχουμε και λίγο, κοτόπουλο, μακαρόνια, σάλτσες διάφορες. Θα φορτωθεί και θα τα κουβαλήσει αγκομαχώντας και με μια περίεργη αίσθηση ερημιάς, τόσα πράγματα, για ένα άτομο. Θα είναι εκεί και η μητέρα με το ζαβολιάρικο αγοράκι της, γεμίζει το μεγάλο καρότσι αυτή, με χίλια δυο πράγματα επίσης, όλα γραμμένα σε λίστα, γιατί δεν μπορεί να επιβιώσει νοικοκυρά χωρίς λίστα. Η ίδια πάλι μπορεί. Όχι γιατί δεν είναι νοικοκυρά, αλλά γιατί δε χρειάζεται τη λίστα, τι να την κάνει. Δεν θα γίνει κάποιο μεγάλο κακό αν πάρει κάτι λιγότερο ή κάτι περισσότερο.
     'Aλλαξε γνώμη, δεν θα πάει στο σουπερμάρκετ. Θα παραγγείλει φαγητό, και ξανά θα παραγγείλει μέχρι να βαρεθεί να μιλάει με την ταμία της πιτσαρίας και του σουβλατζίδικου, μέχρι να την πιάσει το στομάχι από την υγιεινή αυτή διατροφή και μόνο τότε θα πάει για ανεφοδιασμό ψυγείου και ντουλαπιών. Θα το ρίξει έξω, που λένε.
     Πάλι το τηλέφωνο, ο Μίλτος. Πρώην δεσμός, νυν φίλος. Πρώην γιατί τελικά βρήκε ότι δεν ταιριάζανε, αυτή ήθελε σοβαρέματα αυτός δεν μπορούσε, νυν γιατί είναι πολύ καλή κοπέλα και δεν θέλει να διακόψει τις σχέσεις μαζί της. Μάλιστα. Το θέμα είναι ότι δεν του άρεσε, σίγουρα, δεν είχαν καμμία  περιπαθή σχέση, αραιά βλέπονταν, αραιά μιλούσαν, αραιά τα πάντα τους, αραιώσανε και τελείως. Δυσκολεύτηκε πολύ να το ξεπεράσει τότε. Το είχε πιστέψει ότι ήταν ένας δεσμός, χλιαρός μεν σοβαρός δε, ταίριαζαν, τους άρεσε η ησυχία, αυτός δεν παραπονέθηκε ποτέ, αυτή δεν καταλάβαινε τι πραγματικά γινόταν. Είχε πείσει και τον εαυτό της ότι κάτι το σοβαρό έχει άλλα στοιχεία και όχι τρελό έρωτα, τριαντατόσο πήγαινε, ως πότε θα βαυκαλιζόταν με ανοησίες περί φλογερών αισθημάτων που καταλήγουν σε επίσης φλογερές συμβιώσεις. Μάλιστα. Όταν μετά από καιρό επικοινώνησε ξανά μαζί της, η ελπίδα της βούλιαξε στις πρώτες κιόλας κουβέντες: «Μου έλειψες, κορίτσι μου, ήσουν πάντα η καλύτερη φίλη που είχα. Να περάσω για καφέ; Έχω γνωρίσει κάποια...» Να περάσεις. Κι εμένα μου έλειψες. Πες μου και για την κάποια. Μάλιστα. Και τώρα ήθελε να της πει να βγουν το βράδυ. Είναι στενοχωρημένος, χώρισε πάλι, δεν έκανε η έτσι για δεσμό, δεν είναι καμμιά σαν κι εσένα, κορίτσι μου. Θα βγούνε το βράδυ, τι είχε να χάσει; Θα περνούσε και λίγο από την αδελφή της, γέμισε το Σαββατόβραδο, ένιωσε ξαφνικά μια ζωντάνια, μια ένταση. Καλά έκανε και κράτησε τη φιλία της με το Μίλτο, ορίστε, θα ντυθεί, θα στολιστεί, θα βγει απόψε. Γέμισε το Σαββατόβραδο.

     Όταν γυρίζω το μυαλό πίσω, αρκετά πίσω, δεν βλέπω κάποια εικόνα πολύ διαφορετική από τη σημερινή. Ήμουν πάντα παχουλός, τα μαλλιά δεν ήταν αραιά ακόμη, αλλά το φαρδύ κούτελό μου προδιέγραφε το μέλλον μου, τουλάχιστον σε μένα. Επίσης ήμουν ήσυχος, όπως είμαι τώρα, αρκετά ντροπαλός και μαζεμένος. Δεν είχα πολλές παρέες, καναδυο φίλοι πάντα, πιο ζωηροί από μένα ομολογουμένως, αλλά όχι τρελλά πράγματα. Χαθήκαμε τώρα, ο ένας διορίστηκε, ζει μόνιμα στο χωριό του, δάσκαλος, ο άλλος έφυγε στο εξωτερικό, γνώρισε μια Βελγίδα, την ακολούθησε. Καλά έκανε, νέα δεν ανταλάσσουμε πια, όχι ότι μιλούσαμε ιδιαίτερα από τότε που έφυγε. Δεν ήμαστε φίλοι, μια απλή παρέα ήμαστε, πήρε  ο καθένας το δρόμο του. Με τις κοπέλες κανένας μας δεν έδινε τα ρέστα του, άσε που ήμαστε όλοι συμβουλάτορες πρώτοι. Και έτσι πρέπει και αλλιώς πρέπει, τίποτα της προκοπής δεν κάναμε, τόσες προσπάθειες, αλλά η απόρριψη πήγαινε σύννεφο. Κάπου εκεί είναι που αναρρωτιέται ένας άντρας, για πρώτη και σοβαρή φορά στη ζωή του, το περίφημο εκείνο:μα τι θέλουν επιτέλους οι γυναίκες; Κι επειδή, βέβαια, δεν παίρνει την απάντησή του, ακολουθεί το βαθύ πόρισμα:ποτέ δεν θα καταλάβω τι θέλουν οι γυναίκες.
     Ούτε κι εγώ κατάλαβα ποτέ τι θέλουν οι γυναίκες. Να είσαι καλός; Να είσαι κακός; Να είσαι νοικοκύρης; Να είσαι αλήτης; Να είσαι όμορφος, μάλλον αυτό είναι το θέμα, για μένα πάντως ήτανε. Τώρα, θα μου πείτε, το ότι η Λίζα παντρεύτηκε τελικά έναν κακάσχημο μαντράχαλο, που της έκανε τη ζωή πατίνι, ανατρέπει κάπως την με τόση προσπάθεια καλλιεργημένη σοφία μου. Η Λίζα! Μια τσαχπινούλα μελαχροινή, όλο νάζι και υποσχέσεις, ακόμη δεν μπορώ να καταλάβω πώς μου ήρθε και την ερωτεύτηκα, ακόμη δεν μπορώ να χωνέψω τη βαρειά, γεμάτη γαρνιτούρες χυλόπιτα που μου σέρβιρε. Βγαίναμε για αρκετό καιρό, εγώ πετούσα στα σύννεφα από τη χαρά μου και ξυλοκοπιόμουν κάθε βράδυ με τη λογική μου:Τα έχετε ή δεν τα έχετε; Γιατί δεν το ξεκαθαρίζεις; Και το ξεκαθάρισα. Αποπειράθηκα ένα βράδυ να τη φιλήσω. Σινεμά πρώτα, φαγητό μετά, το ποτάκι μετέπειτα. Είχα βάλει και τα πολύ καλά μου, ήθελε μια επισημότητα το πράγμα, της αγόρασα το πολλοστό λουλούδι που της χάριζα κάθε φορά που βγαίναμε, είχε γείρει στην αγκαλιά μου, είχε κλείσει τα μάτια και τη φίλησα. Πετάχτηκε με ένα ύφος που μου έκοψε το αίμα. Τι έκανες και γιατί το έκανες, εμείς είμαστε φίλοι, και δεν σου έχω δώσει τέτοιο δικαίωμα. Δεν είμαι έτοιμη για δεσμό ακόμη, ετοιμάστηκα όμως εγώ δεόντος να πνίξω όπως όπως την ντροπή μου, πίνοντας όσο δεν είχα ξαναπιεί. Και βέβαια τα έκανα χειρότερα, με κουβάλησε σε μαύρο χάλι στο σπίτι μου, με τσουβάλιασε στον καναπέ μου κι έφυγε. Μια απόπειρα προσέγγισης που τερματίστηκε εντελώς άδοξα όσο και παράδοξα, γιατί ακόμη δεν έχω καταλάβει ποια είναι τα σωστά μηνύματα, που όταν τα λαμβάνεις από μια γυναίκα εννοούν «προχώρα» και όχι «θέλω έναν ώμο να κλάψω κι έναν φίλο να με πηγαίνει βόλτα». Έμαθα, πάντως, να φοβάμαι τα μέγιστα το «θέλω να είμαστε φίλοι» και να δυσπιστώ τα μεγιστότερα στο « δεν είμαι έτοιμη». Η Λίζα βρήκε σε ανύποπτο χρονικό διάστημα τον ψηλό και άχαρο, που προανέφερα.
     Δεν έχω καμμία πρόθεση, το παραθέτω για να μην παραξηγηθώ, να μιλήσω για τις ερωτικές μου περιπέτειες, έστω και τις παραλίγο, τις αναφέρω όμως γιατί όταν κάποιος είναι μόνος του, σημαίνει, κατά κύριο τουλάχιστον λόγο, ότι δεν έχει κάποιο σύντροφο κοντά του, στη ζωή του. Είμαι, λοιπόν, μόνος γιατί δεν έχω κάποια γυναίκα στη ζωή μου, καιρό τώρα, πολύ καιρό τώρα. Ούτε φίλους έχω, επίσης καιρό τώρα. Κάνω την αναδρομή μου στο παρελθόν, θυμάμαι πράγματα που δεν θέλω να θυμάμαι, γιατί ίσως να βρω τη ρίζα του κακού, ίσως να καταλάβω τι έφταιξε κι εξακολουθεί να φταίει. Για αυτό και μόνο και όχι γιατί περνάω κάποια συγκεκριμένη φάση αναπόλησης.
     Δεν στάθηκε, λοιπόν, η περίπτωση με τη Λίζα, μου άφησε όμως ακλόνητα διαπιστευτήρια, καθώς μου πήρε πολύ καιρό να το ξεπεράσω. Είχα πιστέψει για τα καλά πως είχα βρει το σωστό δρόμο που οδηγεί στην καρδιά μιας γυναίκας και στη δημιουργία ενός ώριμου δεσμού. Και τον ακολουθούσα αυτόν τον δρόμο, τυφλά πια από ένα σημείο  και μετά, καθώς δεν έβλεπα τους πολλαπλούς οδοδείχτες του, με τα κόκκινα βέλη: ελλάτωσε ταχύτητα, έχει στροφή παρακάτω και δη επικίνδυνη. Δεν έβλεπα ότι δεν με φιλούσε ποτέ στο στόμα, ένα βράδυ μόνο που μέθυσε, ότι δεν με έπαιρνε τηλέφωνο να μάθει πώς περνάω, παρά μόνο για να μάθει αν θα βγούμε και πού θα πάμε. Πάντα κάπου που ήθελε η ίδια. Έντυσα άνετα την εθελοτυφλία μου με το σμόκιν του ιπποτισμού, καλογυάλισα τα παπούτσια του κυρίου, του άντρα που σέβεται τη γυναίκα και πάει λέγοντας. Όχι ότι μετάνιωσα που ήμουν κύριος και σεμνός. Μετάνιωσα που δεν πρόσεξα το βαθμό μυωπίας μου και πήγαινα τόσον καιρό τοίχο τοίχο, ψηλαφώντας με την εντελώς αγύμναστη ψυχή και ωριμότητά μου, ακατάλληλα για μένα πεδία. Αλλά ήμουν και πολύ νέος τότε.

     Με τις σκέψεις και τις περισκέψεις, τα τηλέφωνα που διάνυσαν τον χαλαρό χρόνο της, έφτασε μεσημέρι. Κατά πώς το αποφάσισε πρωτύτερα, παράγγειλε φαγητό. Ένα σπαγγέτι σεφ, παρακαλώ, διπλό τυρί, ένα ψωμάκι και μια μπύρα. Όχι, βάλτε δύο μπύρες.
     'Aνοιξε το ραδιόφωνο, τεντώθηκε στον καναπέ. Νωρίς είναι ακόμη, έχει καιρό να ετοιμαστεί. Θα περάσει πρώτα από την αδελφή της, για λίγο όμως, είχαν κανονίσει με το Μίλτο να βρεθούν σε ένα κλαμπάκι στην περιοχή του, καινούριο είναι, δεν είχε ξαναπάει εκεί ούτε και ο ίδιος. Θα φορούσε το μαύρο παντελόνι της και το κρεμ γουρλίδικο πουκάμισό της. Την κολάκευε αυτό το ντύσιμο, της πήγαινε γενικά το σοβαρό ρούχο, αυτό που λένε «γραφείου». Έτσι έλεγε η Κάτια. Ας την ακούσει μια φορά. Έτσι κι αλλιώς ήταν από τις ελάχιστες φορές που ασχολήθηκε μαζί της η αδελφή της. Α και μια άλλη που της είπε να κόψει επιτέλους τα μαλλιά της, μεγάλωσε, δεν της πηγαίνουν μακρυά. Τα έκοψε. Δεν έχει παράπονο, ωραία είναι κι έτσι. Τώρα βέβαια, από πού και ως πού το γουρλίδικο πουκάμισο; Περίμενε δηλαδή κάτι να «βγει» που λένε από το αποψινό ραντεβού με τον τέως δεσμό και νυν φίλο; Θα ήταν ανόητη αν περίμενε. Τα πράγματα έχουν ξεκαθαρίσει καιρό τώρα, αργήσανε θα μου πεις, πάνω που είχε αρχίσει να βολεύεται, να το πιστεύει και να ησυχάζει, γιατί όλα μια χαρά πηγαίνουν, ασχέτως με τα σήματα κινδύνου που είχαν λάβει πλέον διαστάσεις κωδωνοκρουσιών, και μάλιστα αυτές τις πολλές, τις βροντερές και συνεχώς επαναλαμβανόμενες της πασχαλιάτικης λειτουργίας. Όχι, δεν άκουγε τίποτε αυτή. Κώφευσε απότομα, χωρίς κανέναν, προφανή τουλάχιστον, ιατρικό λόγο, απλώς και μόνο γιατί κι αυτό σχέση ήτανε, ο καθένας όπως μπορεί, ουδείς και ουδένα τέλειο σε αυτόν τον γεμάτο ατέλειες κόσμο, που σαν να μην έφταναν οι τόσες αντιξοότητές του παρουσιάζει και μία συνεχώς αυξανόμενη δυσκολία στα ανθρώπινα. Μια χαρά, λοιπόν, ήταν με το Μίλτο, ως γνωστόν υπάρχουν πάντα τα χειρότερα. Τα είδε από πρώτο χέρι αυτά τα χειρότερα την αποφράδα εκείνη ημέρα που την πληροφόρησε, τηλεφωνικώς, δεν άντεχε λέει να της τα πει από κοντά, ότι είναι καιρός τώρα που θέλει να χωρίσουν, της αξίζει κάτι καλύτερο, αυτός δεν το έχει σκοπό να σοβαρέψει ακόμη την κατάσταση. Δεν θυμάται να είχε βρει κάτι βαθυστόχαστο να του πει τότε. Δεν θυμάται γενικότερα να είπε κάτι. Το δέχτηκε, και βέβαια θα έμεναν φίλοι, έκλεισαν το τηλέφωνο. Το μόνο που θυμάται είναι ότι ένιωσε μια βαρειά, άνευ προηγουμένου τέτοιο βάρος, μοναξιά, που της έκοψε τα γόνατα, έμεινε πολλή ώρα να κυλιέται σπαράζοντας στο κλάμα, στον καναπέ, στο πάτωμα και πάλι στον καναπέ. Αβάσταχτη μοναξιά, που συνέχιζε να την τσακίζει κοκκαλάκι κοκκαλάκι για πολύ καιρό έπειτα, που την κλειδαμπάρωσε μέσα της, δημιουργώντας τον περίφημο φαύλο κύκλο όλων των μόνων: είμαι μόνος μου, μελαγχολώ, δεν έχω διάθεση να μιλήσω, μένω μόνος μου.
     Έμεινε μόνη της. Για πολύ καιρό, μέχρι σήμερα, αυτός ο φαύλος κύκλος απέκτησε εξουσίες συνήθειας, συνήθειες εξουσίας, δεν έχουν τελειωμό οι φαύλοι κύκλοι και οι γόρδιοι δεσμοί, είναι να μη γίνει το ξεκίνημα. Όπως όταν είχε κάνει επέμβαση για χολολιθίαση. Της είπε ο γιατρός, έχει προδιάθεση ο οργανισμός σου να δημιουργεί πέτρες  στη χολή, πρέπει να προσέχεις. Έχει προδιάθεση ο ψυχισμός μας να δημιουργεί φαύλους κύκλους, πρέπει να προσέχουμε. Και δεν έχει αλλάξει η κατάσταση μέχρι τώρα, μόνο που δεν την ενόχλησε τόσο όσο τώρα.
     Στ' αλήθεια, είναι τόσο καιρό μόνη της. Πόσο να σε κρατήσουν τα ενδιαφέροντά σου, όσα και να έχεις, το μοίρασμα είναι τελικά που τα πολλαπλασιάζει, πόσο να σε καλύψει η «ησυχία» σου, η «ηρεμία» σου και η απόσταση από τους «μπελάδες», ο κορεσμός δεν ήταν ποτέ καλός σύμβουλος για τον άνθρωπο, χόρτασε τόσο πολύ να ησυχάζει και να αποφεύγει τους συγκεκριμένους «μπελάδες», που η ακατάσχετη και ανόητη λογοδιάρροια της φλύαρης κομμώτριάς της, με ένα κούρεμα σου έπαιρνε και μαλλί και ψυχή μαζί, έγινε η ενδιαφέρουσα κοινωνική παράσταση του μήνα. Το μοίρασμα είναι τελικά που σε πολλαπλασιάζει, γιατί πλάι στα δικά σου προσθέτεις και του άλλου και αν είναι του «δικού» σου άλλου, ακόμη καλύτερα.
     Εντάξει μην είναι υπερβολική, δεν είναι μόνη της, απλώς δεν έχει δεσμό. Έχει όμως την αδελφή της, είναι πολύ καλή παρέα, κεφάτη, ζωηρή, την αγαπάει. Έχει τη συνάδελφο από το γραφείο, παντρεμένη με παιδιά, την καλεί πάντα στα γενέθλια και του μικρού της και του συζύγου, της γνωρίζει και κανέναν, σπάνια γιατί το κύκλωμα των παντρεμένων είναι συνήθως κλειστό και προκαθορισμένο. Οι λόγοι λίγο πολύ γνωστοί αλλά καθόλου της παρούσης. Δεν έγινε ποτέ κάτι με αυτούς που της γνώρισε η συνάδελφος, δύο ήτανε, γιατί...τι να πει κανείς και τι να ομολογήσει. Ο ένας την είδε πολύ σοβαρή, ό,τι πρέπει της είπε για γάμο και οικογένεια, της έκανε έναν διάλογο για να της εκθειάσει τις απόψεις του, δεν κατάλαβε ότι βγήκε ραντεβού, κατάλαβε όμως ότι παραβρέθηκε σε μια πολύ μονότονη και κρύα ομιλία για την ανάγκη του ανθρώπου να δημιουργεί οικογένεια, όταν φτάνει σε μια ηλικία, βασισμένη σε πρακτικά θέματα, σκιαγραφημένη επίσης πρακτικά. Ερωτευόμαστε και κάνουμε τρέλλες στα νιάτα μας, αλλά στην ώριμη ηλικία θέλουμε άνθρωπο σοβαρό, μορφωμένο με καλή δουλειά για να ανοίξουμε σπίτι. Και σοβαρή είναι και μορφωμένη και καλή δουλειά έχει. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο ευχαρίστησε ευγενικά κι έφυγε, γιατί της φτάνει η πρωινή της δουλειά, δεν χρειάζεται βραδυνή. Ο άλλος καλύτερος φαινότανε, καλά ξεκίνησε το βράδυ, κατέληξε να θυμάται με το μούτρο χολωμένο και κατακόκκινο την πρώην του που του ράγισε την καρδιά, τον παράτησε η αχρόνιαγη, αυτόν που έκανε τις τόσες θυσίες, που ξεκληρίστηκε οικονομικά για το χατήρι της, αλλά δεν την ξαναπατάει πια, ούτε καφέ δεν ξανακερνάει γυναίκα, και αν κάποια τον θέλει πρέπει να του αποδείξει με όλους τους δυνατούς τρόπους ότι αξίζει τον κόπο. Δεν θα πάρω, ευχαριστώ, δεν αξίζω τον κόπο.
     Τέλος πάντων, λοιπόν, εκτός από τις προαναφερόμενες λαμπρές παρέες της, έχει και το Μίλτο. Πρώτης τάξεως φίλος. Την ακούει με ενδιαφέρον, όχι ότι έχει και πολλά πλέον να πει, και της μιλάει με το ίδιο αμείωτο ενδιαφέρον για τα τεκταινόμενα της δικής του ζωής. Αυτός έχει πολλά να πει. Και το καλύτερο είναι ότι δεν παραλείπει ποτέ μα ποτέ να της αναφέρει ότι είναι γυναίκα μάλαμα, χρυσός άνθρωπος, μεγάλη καρδιά, ότι είναι τυχερός, που παρόλη τη γαϊδουριά του, εξακολουθεί να είναι φίλη του και να του φέρεται τόσο καλά.

     Το περί αυτογνωσίας επιχείρημα καθόλου καλά δεν μου βγαίνει μέχρι στιγμής. Γιατί άπαξ και το συνέδεσα με την καταλυτική συμβολή των αναμνήσεων του χθες, για να βγάλω το ορθό συμπέρασμα για το σήμερα, άδικα αναζητάω στη συνέχεια κάποια καλύτερη κατάσταση μεταξύ εμού και της οποιαδήποτε συναισθηματικής απόπειρας. Είχα τσακίσει και λίγο τα φτερά μου, δεν το αρνούμαι, έγινα πιο δειλός από ότι από καταβολής μου ήμουν. Δεν πλησίαζα εύκολα κοπέλες, δεν ήμουν κανένα κελεπούρι, για να με πλησιάσουν εκείνες. Πολλή μοναξιά και τότε. Δουλειά, σπίτι, αδιάφορες παρέες κάθε είδους στα μπαράκια και τα ποτάδικα της γειτονιάς και πολλή πολλή μοναξιά. Είχα προσληφθεί εκεί που είμαι ως σήμερα, ξεγελιούνταν λίγο τα πράγματα, όμως, κακά τα ψέματα, το βάρος μέσα μου όλο και μεγάλωνε, σερνόταν η ψυχή μου και μαζί της και η αισιοδοξία μου. 'Αρχισα να αναρρωτιέμαι: γιατί εγώ όχι και οι άλλοι ναι, ούτε τόσο άσχημος είμαι, ούτε τόσο παράξενος, ούτε τόσο...Τελειωμό δεν είχαν οι καθημερινές πλέον ψηλαφίσεις του εαυτού μου, από άκρη σε άκρη, ιδιαίτερα μετά από κάποια σεβαστή ποσότητα αλκοόλ. Είχα, βέβαια, κάποιες αναλαμπές, τίποτε σπουδαίο, γιατί τελικά, σπουδαίο είναι αυτό που μένει. Σπουδαίο θα ήταν αυτό που έπρεπε να έχω κοντά μου σήμερα, και που θα κανόνιζε μαζί μου την βραδυνή έξοδο ή την απόδραση του Σαββατοκύριακου.
     Αυτές, λοιπόν, οι αναλαμπές, ήταν μια Έφη και μια Ειρήνη και ήταν για λίγο, ίσα για να μη νιώθω τόσο αποτυχημένος και άχρηστος στο ερωτικό παιχνίδι, ώστε να οδηγηθώ βαθμιαία στο πρώτο μοναστήρι που θα έβρισκα μπροστά μου. Σερβιτόρες και οι δύο, στα ποτάδικα που σύχναζα τότε, αξιολόγησαν με το δικό τους τρόπο τον μουντρούχο και δειλό χαρακτήρα μου, ως ώριμου και σοβαρού ανθρώπου, που δεν τις έβλεπε σαν αντικείμενα. Με πλησίασαν εκείνες, όχι και οι δύο μαζί, να το ξεκαθαρίσω, κράτησε λίγο, άφησε λίγα, ούτε για απλή αναφορά. Δύο καταστάσεις μουλιασμένες σε χλιαρή παρηγοριά για εκείνες, πού ευχαρίστως θα «κολλούσα» εγώ, αλλά, είπαμε, δεν κράτησε πολύ. Αυτό που κράτησε, όμως, είναι η μεταλλαγή μου σε κλειστό και αρκούντως απομονωμένο άνθρωπο. Μελαγχολούσα κι αισθανόμουν λίγος. Αισθανόμουν λίγος και μελαγχολούσα. Το υπόλοιπο περιβάλλον μου δεν βοηθούσε την κατάσταση, δεν απάλυνε τη θλίψη μου. Όπως ήδη έχω πει, δεν είχα παρέες, φίλους, κολλητούς να καλυφθεί κάποιο από τα κενά, ήμουν μοναχοπαίδι, οι γονείς μου «έφυγαν» και οι δύο νωρίς, και το σπίτι συμπλήρωνε τον καμβά της απόλυτης μοναξιάς. Αχ! Αυτές οι ώρες, που γύριζα σε ένα σπίτι άδειο και βουβό γιατί κανένα θεϊκό φιλότιμο δεν μπορεί να μετατρέψει τους τοίχους σου σε συντροφιά, ξέρουν όμως από μόνοι τους να μετατρέπονται σε μια χαρά κελί που σε σφίγγει, σε παραλύει και σε πνίγει, όρθιο μέσα στη μέση του αμίλητου σαλονιού, της βουβής κουζίνας και της παντελώς ανέκφραστης κρεββατοκάμαρας. Ακόμα έχω αυτή την αίσθηση του βουίσματος στα μηνίγκια  μου, λίγο πριν αφεθώ ξεψυχισμένος σε μια πολυθρόνα, που έχει πια το σχήμα μου. Αυτή το καταδέχτηκε. Αυτή και η Στέλλα.
     Α! Αυτή είναι μια περίπτωση που αξίζει να αναφέρει κανείς, ο οποιοσδήποτε, γιατί είναι διαχρονικά μια κλασσική περίπτωση λάθους. Μια περίπτωση με ανέμους και θύελλες, διαπραγματεύσιμη για έναν καλό καπετάνιο, σαρωτική για έναν άμαθο και αφελή καλαμαρά, όπως ήμουν εγώ, ψυχή τε και σώματι, φλώρος όπως θα έλεγε κανείς. Ένα καλό ελαφρυντικό όμως μου το αναγνωρίζω: ήμουν πολύ καιρό μόνος, είχα χάσει τα λίγα ψιχία εμπιστοσύνης στον εαυτό μου που διέθετα, είχα περιπέσει σε μια κατάσταση νάρκωσης λογικής και αισθήσεων, είχα «πιάσει πάτο», τη λατρεύω αυτήν την έκφραση, απόλυτα εκδηλωτική, απόλυτα αναγνωρίσιμη από τους παθόντες.
     Ήταν μέρα σαν όλες τις άλλες. Δεν είχαμε πολύ δουλειά, παρακολουθούσα το κουτσομπολιό των υπόλοιπων, μαζεμένοι όλοι στο γραφείο της Στέλλας. Της Στέλλας με τα μακριά μαύρα μαλλιά, τα καστανά γλυκύτατα μάτια, ευγενέστατη και γελαστή πάντα, πανέμορφη πάντα. Δεν είχα τολμήσει, βέβαια, ποτέ να εκδηλώσω κάτι, είχα εντελώς απομακρυνθεί από τέτοιες σκέψεις και απόπειρες. Δεν μου είχε περάσει καν από το μυαλό, το πολύ καλό μαζί μου υποσυνείδητό μου είχε φροντίσει να μου απαγορεύσει κάτι τόσο παράτολμο και να προφυλάξει από την κατρακύλα στην άβυσσο την αυτοπεποίθησή μου. Είχε τα γενέθλιά της. Ήταν όλοι τους πολύ κεφάτοι, θα έκανε το βράδυ πάρτυ στο σπίτι της, τους είχε καλέσει, σαν από το βάθος της πραγματικότητας, άκουσα να καλεί κι εμένα. 'Ανετα, απλά όπως  μιλούσε σε όλους τους συναδέλφους της. Αποδέχτηκα την πρόσκληση, δεν θα πήγαινα απόψε στο καφέ του Κώστα, αλλά στο πάρτυ της Στέλλας.
     Τσακίστηκα να φτάσω στο σπίτι, να με περιποιηθώ, να με ομορφήνω, να με σημαιοστολίσω, μια καλά κρυμμένη ελπίδα που πήγε να σηκώσει κεφάλι, ποδοπατήθηκε από τη σκληρότητα της λογικής και τον αδυσώπητο όγκο του καθρέφτη μου. Πώς είχα γίνει έτσι! Είχα παραμελήσει τον εαυτό μου εντελώς, παραχωμένος τόσον καιρό στην αδιαφορία, του «δεν πρόκειται τώρα πια», και του «ας το πάρω απόφαση». Κι ένας παραχωμένος εαυτός, βρίσκει την ησυχία του, τη βολή του και δημιουργεί απίθανα πράγματα με ο,τιδήποτε του πετάμε με περιφρόνηση στην τρύπα του. Σε εμένα δημιούργησε, ανενόχλητος, ένα παχύ στρώμα λίπους  στο ήδη γεμάτο σώμα μου, μαύρους κύκλους στα μάτια από τις απίθανες ώρες ύπνου, ένα πλαδαρό χλωμό πρόσωπο και το βλέμμα του τίποτα να έχει περικυκλώσει οποιαδήποτε έκφραση. Καμμία ελπίδα λοιπόν.
     Όταν χτύπησα το κουδούνι του σπιτιού της, με τα απαραίτητα λουλούδια στο χέρι, εικοσιπέντε κόκκινα τριαντάφυλλα, όσα τα χρόνια που έκλεινε, το βρήκα πολύ πρωτότυπο, όταν την είδα μπροστά μου με το κόκκινο φόρεμά της, να λάμπει και να γελάει... ξέχασα όσα δεν έπρεπε να ξεχάσω και ένιωσα όσα δεν έπρεπε να νιώσω. Ξέχασα εμένα και ένιωσα εκείνη. Ήταν ήδη όλοι εκεί, έπιναν, γελούσαν, κάποιοι λικνίζονταν κιόλας με τη δυνατή μουσική. Είχε κάνει μια απίθανη διακόσμηση με φωτορυθμικά, είχε αγοράσει του κόσμου τα ποτά και τα απαραίτητα συνοδευτικά, εκτίμησα πραγματικά τον κόπο της και το ωραίο περιβάλλον που δημιούργησε. Δεν μπορώ να μην παραδεχτώ ότι είχα «χαζέψει» που λένε, τελείως όμως, πολύ φοβάμαι ότι θα πρέπει να ήμουν με το στόμα ανοιχτό. Πανέμορφη, λικνιστή και ναζιάρα, άλλο το γραφείο και άλλο το πάρτυ, μιλούσε με όλους, αστειευόταν με όλους, ήταν το κέντρο και πώς να μην είναι. Κοιτούσε επίσης συνεχώς την πόρτα και το ρολόι της, αλλά αυτό ξέρω ότι το θυμήθηκα πολύ αργότερα, τότε που με το δάχτυλο χωμένο σε μια βαθειά και ανοιχτή πληγή, έφερνα συνεχώς στο μυαλό μου όλες μα όλες τις σκηνές, που περιείχαν τα  μαύρα μακρυά μαλλιά,τα καστανά γλυκά μάτια και το λυγερό κορμί μιας πρωταγωνίστριας ενός απίστευτα κακοπαιγμένου έργου, καταδικασμένο να παραμείνει για πάντα τριτοκλασάτο αλλά καλτ. Κάποιες ταινίες δεν έχουν ποιότητα αλλά αγγίζουν κάποια ένστικτά μας και παραμένουν κλασσικές.
     Ήρθε κοντά μου με την άνεση της δύναμης, της δύναμης που έχει οποιαδήποτε γυναίκα που είναι ωραία και το ξέρει, απέναντι σε έναν άντρα που δεν είναι ωραίος και επίσης το ξέρει. Καλά το λένε, τελικά, κάποια πράγματα είναι καλύτερα να μην τα γνωρίζεις. Όσο πιο πολλά γνωρίζει κάποιος τόσο περισσότερο πονάει. Σοφή ρήση. Προσφέρθηκε να μου ετοιμάσει το ποτό μου, αφού με αγκάλιασε και με φίλησε στο μάγουλο, για την υπέροχη ανθοδέσμη. Προσφέρθηκα να την ερωτευτώ σαν τρελλός. Όλα καλά, δεν απαγορεύονται τα όνειρα, ονειρευόμουν ξύπνιος κι ευτυχισμένος. Το ξύπνιος αποδείχτηκε εντελώς σχετικό, καθώς δεν είχα παρατηρήσει ότι κοιτούσε τώρα συνεχώς στην πόρτα, ότι είχε αρχίσει να έχει έναν εμφανή εκνευρισμό, ότι έπινε το ένα ποτό μετά το άλλο. Κάποιος προσπάθησε να της μιλήσει, τον έσπρωξε και τότε στην είσοδο εμφανίστηκε ό 'Αλκης, ο προϊστάμενος του γραφείου με μια κοπέλα μαζί του, ούτε που πρόσεξα ποια. Ούτε και τον 'Αλκη θα πρόσεχα, αν δεν έβλεπα τη χαρά της πρώτα, την απορία της έπειτα και τον ολοφάνερο θυμό της που ακολούθησε. Δε σκοπεύω να αναπαραστήσω τη σκηνή με όλες τις λεπτομέρειες, δεν είναι λογικό αλλά ούτε και συνετό. Δεν πονάω πια μα θυμάμαι τον πόνο, σε όλη του σχεδόν την ένταση. Ο 'Αλκης ήταν ο γόης του γραφείου, η Στέλλα τον είχε ερωτευτεί, όμως εκείνος μετά από κάποια κρεβάτια που έκανε μαζί της, έβαλε πλώρη για αλλού. Το κουτσομπολιό των συναδέλφων μου εκείνο τον καιρό, ήταν τα συνεχή παρακάλια της να ξανασμίξουν, η περιφρόνησή του και το αποκορύφωμα, πως ήρθε στο πάρτυ της συνοδευόμενος από κάποια άλλη. Αυτός δεν έμεινε πολύ, η Στέλλα όμως ήπιε τη θάλασσα από αλκοόλ, σχεδόν κυλιόταν στο πάτωμα, θέαμα απαράδεκτο όσο και θλιβερό, ένας ένας οι καλεσμένοι της έφευγαν, τι άλλο να έκαναν. Εκτός από εμένα. Που καταστενοχωρημένος από αυτό που έβλεπα να εκτυλίσσεται μπροστά  μου, δεν  μου πήγαινε η καρδιά να την αφήσω σε αυτό το χάλι. Την περιποιήθηκα όπως ήξερα και μπορούσα, έκανε συνεχώς εμετούς, μια έκλαιγε μια φώναζε, ένα θολό σύννεφο όλα, δεν είχε σημασία, την έβαλα να ξαπλώσει, έμεινα κοντά της μέχρι που άρχιζε να ησυχάζει, ξημερώματα πια.
     Τα υπόλοιπα έγιναν πολύ γρήγορα, ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση και χωρίς λόγο. Κάναμε δεσμό. Αυτή γιατί εκτίμησε αφάνταστα τη συμπεριφορά μου, εγώ γιατί την ερωτεύτηκα πολύ. Αυτή γιατί αποφάσισε ότι θα αράξει πλάι σε ένα καλό παιδί που την κοιτούσε στα μάτια κι έλιωνε, εγώ γιατί έσβησα θεληματικά από το μυαλό μου ότι πριν λίγες ημέρες έλιωνε και χτυπιόταν για κάποιον άλλο. Αυτή γιατί ήθελε να ξεχάσει, εγώ γιατί πίστευα ότι θα ξεχάσει. Και οι δύο κάναμε λάθος. Εκείνη γιατί μετά από καιρό που προσπαθούσε, δεν τα κατάφερνε να κρύψει την αηδία της στα χάδια μου και στα φιλιά μου κι εγώ γιατί μετά από τον ίδιο καιρό προσπάθειας, αποφάσισα να μην επιμένω και να περιμένω πως η συμπεριφορά μου θα την κερδίσει, καθώς δεν θα την πίεζα, δεν θα την άγγιζα. Εκείνη έπαθε νευρικό κλονισμό, εγώ έφτασα στα πρόθυρα του αλκοολισμού. Ήταν πραγματικά κρίμα, κρίμα ζωής και ομορφιάς, να βλέπω αυτό το τόσο αγαπητό σε μένα πλάσμα, το τόσο όμορφο πάντα, για τα δικά  μου μάτια, δεμένο στο κρεββάτι μιας ψυχιατρικής κλινικής, δεμένη για να μην βλάψει τον εαυτό της από τις απανωτές κρίσεις, με συνεχείς παροχές φαρμάκων για να ανακτά, έστω κι έτσι, την ηρεμία. Ηρεμία με χρονική διάρκεια όση και η δόση. Τα ανέλαβα όλα. Την περίθαλψή της σε μια πολύ καλή κλινική, πανάκριβη γι' αυτό και την εμπιστεύτηκα, τους γιατρούς, τα φάρμακα, όλα. Ήταν το λιγότερο που μπορούσα να κάνω. Αυτό και το να την επισκέπτομαι καθημερινά. Κάποτε συνήλθε. Είπαν πως θα μπορούσε να βγει, δεν ήταν έτοιμη, βέβαια, ακόμη για τους κανονικούς της ρυθμούς, θα έβλεπε σε σταθερή βάση κάποιον ψυχίατρο, να αρχίσει σιγά σιγά να επανέρχεται.
     Την πήρα στο σπίτι μου. Μετά από λίγες ημέρες έφυγε. Μου άφησε ένα γράμμα. Θα πήγαινε στη μητέρα της, στο χωριό. Δεν άντεχε να είναι άλλο πλέον μαζί μου, η σχέση μας έφταιγε για την κατάστασή της, εγώ και η γλοιώδης λατρεία μου, την έπνιξα, την τρέλανα. Μου άφησε ένα μαχαίρι μόνιμα καρφωμένο στο στέρνο μου. Με το που άνοιγα τα μάτια μου, άνοιγε και η πληγή, με το μαχαίρι να βαθαίνει και να στριφογυρίζει μέσα της, με το που έκλεινα τα μάτια μου ακινητοποιούταν το μαχαίρι λιπόθυμο από τρομερές ποσότητες αλκοόλ, που κατανάλωνα πια χωρίς όριο και μέτρο. Έφτασα στα όρια της καταστροφής, έμεινα για πολύ καιρό στις δαγκάνες του εφιάλτη, που δεν είχε τίποτε να ζηλέψει από την κόλαση. Είχε φωτιές, είχε δαίμονες, είχε πόνους ανομολόγητους, είχε την καταδίκη του τέλους.
     Συνήλθα όμως. Και είμαι τώρα εδώ, ένας σαραντάρης άντρας, παχουλός όπως πάντα, πιο καραφλός πια, που κάνει την αυτογνωσία του. Που ψάχνει να βρει τις αιτίες που βαθμιαία οδήγησαν στη σημερινή του μοναξιά, στη σημερινή του απομόνωση. Να βρεθεί πίσω σε εκείνο το χωράφι που έσπειρε τα λάθη του και να αποφασίσει, αν θα κάψει, θα ξεθεμελιώσει, θα καταστρέψει εντελώς εκείνο το χωράφι ή αν απλά, δεν θα ξαναφυτέψει λάθος σπόρους σε λάθος εποχή, με λάθος τρόπο. Αυτές είναι οι επιλογές μου. Αυτές ήταν πάντα, μόνο που άργησα να το καταλάβω.

     Ένιωσε δυσφορία, που αντικατέστησε το προηγούμενο κλίμα χαράς, που έσβησε την ένταση και το ξανανιωμένο ενδιαφέρον της για το επερχόμενο βράδυ. Δεν θα πάει στην αδελφή της, θα της αρχίσει το κήρυγμα για την περίεργη, κατά τη γνώμη της, φιλία με το Μίλτο, από πού και ως πού, έχουν χωρίσει και πώς είναι δυνατόν να ξεχάσει τα χάλια της τότε. Δεν γίνεται κάθε φορά που «ξεμένει» ο απαράδεκτος, να ξαναμπαίνει στη ζωή της, για μερικά βράδυα και μετά ούτε γάτα ούτε ζημιά. Δεν έχει καμμία όρεξη να ακούσει. Θα ντυθεί, θα στολιστεί και θα βγει να διασκεδάσει, όχι να της μαυρίσει η καρδιά. Γιατί η καρδιά της έχει άδικο και δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο από το να σου πετάνε το άδικό της καταπρόσωπο, δεν είναι όλες οι ώρες ίδιες. Όταν ήταν μικρή της έλεγε η μητέρα της, ότι όταν κάνει κάποια αταξία, να της λέει αμέσως την αλήθεια, να μην την αφήνει να το ανακαλύψει μόνη της ή να το μάθει από αλλού και η ειλικρίνεια ανταμοίβεται. Το έκανε  και ήταν μια απίστευτη εμπειρία αυτό το παιχνίδι μάθησης και διαμόρφωσης χαρακτήρα μέσα από την αποδοχή του λάθους και του θάρρους της ειλικρίνειας. Τότε όμως είχε να κάνει με την καλή της μανούλα και με λάθη του τύπου «δεν πήρα καλό βαθμό» και «έσπασα το βάζο», καμμία σχέση με το «τι στην ευχή κάνω με τη ζωή μου», και «αν έχεις φίλους σαν το Μίλτο, τι τους θέλεις τους εχθρούς». Το δυσκολότερο όμως είναι ότι τώρα έχει τον εαυτό της απέναντι, μια κατάσταση μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας στο θέμα αυτοσυγκέντρωση, έλεγχος πράξεων και τα συναφή. Όποιος έχει παίξει τάβλι με αντίπαλο τον εαυτό του μπορεί να κατάλαβει. Δεν ξέρεις αν κερδίζεις, αν χάνεις, δεν έχεις αντίπαλο και έχεις, άστο. Το άφησε.
     Ετοιμάστηκε για το ραντεβού της. Παραδόξως πέρασε η ώρα. Το βρήκε εύκολα. Μπορεί ο Μίλτος να μην είχε την ευγένεια να έρθει να την πάρει, την κατατόπισε όμως πλήρως, να μην ταλαιπωρηθεί με το ταξί, της είπε επί τη ευκαιρία ότι θα αργήσει και λίγο, αποκοιμήθηκε, συγγνώμη μωρό μου, ετοιμάζομαι κι έρχομαι όσο πιο γρήγορα μπορώ. Τέτοια.
     Δεν είχε πολύ κόσμο. Περιμένετε παρέα; Μάλιστα, περιμένω. Από εδώ, παρακαλώ. Θα πιείτε κάτι; Μάλιστα, θα πιω. Ορίστε, παρακαλώ. Συμπαθητικό μέρος, πώς το έπαθε ο Μίλτος, συνήθως διάλεγε κάτι σκοτεινά και κλειστοφοβικά, αυτό εδώ έχει μια γλυκιά ατμόσφαιρα, καλό και το ποτό, ένιωσε καλύτερα. Ωραία μουσική... «Εσύ δε φταις σε τίποτα, εγώ τα φταίω όλα, εσύ δεν υποσχέθηκες τίποτα πιο πολύ...Φταίει που ενώ μεγάλωσα τα ίδια λάθη κάνω». Ωραία μουσική.

     Ονειρεύτηκα πως ήμουν χαμαιλέοντας που είδε ένα όνειρο. Ήταν λέει μπροστά από ένα ουράνιο τόξο, και πάσχιζε να αλλάξει τα χρώματά του για να πλησιάσει στο νέο περιβάλλον, που παράδοξα βρέθηκε, για να ταιριάξει μαζί του. Άλλαζε συνέχεια, το ουράνιο τόξο είναι ανελέητα χρωματιστό, κατέληξε να γίνει άσπρος, κάποιος το έχει πει, όλα τα χρώματα, άμα στριφογυρίζουν μαζί, μας κάνουν το άσπρο. Τρόμαξε ο χαμαιλέοντας, δεν μπορούσε πια να αναγνωρίσει τίποτε επάνω του, ξύπνησε. Ξύπνησα κι εγώ. Θέλω να βγω έξω, θέλω να δω κόσμο. Δεν έχω επιλέξει κάτι ακόμη, αλλά δεν θέλω να γίνω άσπρος.

     Εξακολουθεί να μην έχει γεμίσει ο χώρος, εξακολουθεί να περιμένει το Μίλτο, πώς την έπαθε έτσι απόψε, έπρεπε να γυρίσει πίσω. Για την ώρα είναι εδώ και περιμένει. Ένα ζευγάρι κάθισε στο τραπέζι δίπλα της, δυο χαριτωμένοι νέοι, ένας άντρας στο τραπέζι απέναντί της. Η μουσική δυνάμωσε, για κάποιον λόγο χαμογέλασε μέσα της. Ένιωθε όμορφα, άνετα, είναι μια νέα γυναίκα που έχει βγει Σαββατόβραδο να πιει ένα ποτό με έναν φίλο. Αυτό είναι σημαντικό. Όταν είσαι μόνος, κάποιες λεπτομέρειες σε κάνουν να νιώθεις σημαντικός, ο καθένας επιλέγει ποιες είναι αυτές. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να διαφωνήσει, ότι το να έχεις να περιμένεις κάτι, είναι μια καλοδεχούμενη και χαρακτηριστική σημαντότητα. Περίμενε το Μίλτο, όπου να 'ναι θα έρθει, θα τη φιλήσει χαρούμενος, ενθουσιασμένος που έχουν τόσο καιρό να τα πουν, θα φωτίσει με το κέφι του τις ώρες. Της φάνηκε πως ο άντρας απέναντι την κοιτούσε και κάποια στιγμή της χαμογέλασε. Του χαμογέλασε κι αυτή. Όταν νιώθεις όμορφα, μπορείς να είσαι ευγενικός, μπορείς να δώσεις μια ιδέα καλού εαυτού και στον διπλανό σου, μπορείς να είσαι μεγαλόψυχος και κεφάτος με τη ζωή, που κατά βάθος, όσο και να δυσκολεύει κάποιες φορές, παραμένει ωραία.

     Μου περνάει κάποτε κάποτε από τη σκέψη ότι αν ήθελα να ζηλέψω κάποιον, αυτός θα ήταν ηθοποιός. Πόσο μονότονη μπορεί να είναι η ζωή κάποιου που παίζει ρόλους, που μεταφέρεται σε πεδία, εποχές και χαρακτήρες διάφορους, πράγματα διαφορετικά τόσο πολύ από ό,τι μπορεί να ζει ο ίδιος. Έρχεται στο μυαλό μου και κάτι άλλο, ότι ίσως τελικά, όλοι να παίζουμε κάποιο ρόλο, άλλος πρωταγωνιστικό, άλλος κομπάρσου, άλλος με δυο ατάκες, άλλος με περισσότερες και ανάλογα με το πόσο καλά τα πας, παίρνεις ύστερα καλύτερους ρόλους, εμφανίζεσαι σε περισσότερες ταινίες, ώσπου πραγματοποιείς αυτό που τόσο θέλουν οι ηθοποιοί, το να είσαι πλέον σε θέση να επιλέγεις. Ταινίες και ρόλους. Και βέβαια την πληρωμή σου. Ναι, ίσως να παίζουμε όλοι το ρόλο μας. Αν είναι έτσι, θα ήθελα να παίξω πολύ καλά το δικό μου. Θέλει ταλέντο, θέλει αμέριστο ενδιαφέρον, θέλει πολλή δουλειά και οπωσδήποτε πρωτοβουλία.
     Να πάω, λοιπόν, στο καινούριο μπαράκι εδώ κοντά, νέο περιβάλλον, ό,τι πρέπει για νέες αποφάσεις, με το κοστουμάκι μου, θέλω το δικό μου, όχι σαν τον καημένο τον χαμαιλέοντά μου, θα παραμείνω σοβαρός, αυτό είμαι, αυτό έγινα, δεν έχει σημασία, πορεύεσαι με τον εαυτό σου, έτσι όπως τον βρήκες μα κι έτσι όπως τον δημιούργησες. Θα βρω ένα ενδιαφέρον πρόσωπο. Πρώτα θα το βρω και μετά θα αρχίσω να επιλέγω. Να ξεκινήσω με την επιλογή μέσα μου ήδη, είναι πλάνη. Γιατί είμαστε όλα τα πριν, όλα τα τώρα μα και όλα τα έπειτα, τα κάθε στιγμή επόμενα. Σημασία έχει το ενδιαφέρον, πόσο πολλή μεγάλη σημασία έχει το καταλαβαίνει μόνο κάποιος που το  εξοστράκισε παντελώς από τη ζωή του.
     Έπειτα θα μιλήσουμε. Για πολλά πράγματα και δικά της και δικά μου, γιατί είναι ωραίο κάποιες φορές να μιλάμε, να ψηλαφίζουμε το άγνωστο με τον δικό μας τρόπο, τη συζήτηση, μόνο οι άνθρωποι έχουν αυτό το προνόμιο. Ναι, αυτό είναι.
     Χαμογελάω ευγενικά και μου ανταποδίδει. 'Αλλη φορά θα το θεωρούσα θαύμα, τώρα όχι. Τώρα το θεωρώ απόλυτα φυσικό και απλό το να σου ανταποδώσει κάποιος ένα χαμόγελο. Δεν έχει σημασία που χαμογελώ σε μια γυναίκα και που ποτέ δεν κατάλαβα τις γυναίκες. Ούτε κι εκείνες με κατάλαβαν, είμαστε πάτσι. Είναι ανθρώπινο το θέμα, δεν έχει να κάνει με φύλα, είμαι εδώ και δε σκοπεύω να αλλάζω χρώματα συνεχώς για να ταιριάξω σε ένα περιβάλλον που παράδοξα με δημιούργησε και με αναπτύσσει. Χαίρομαι που μου χαμογέλασε, χαίρομαι που είναι ευγενική.
 -"Καλησπέρα σας, σας ευχαριστώ που χαμογελάσατε κι εσείς. Είναι τόσο εύκολο να παρεξηγηθεί κάποιος σήμερα. Είναι καλό που εσείς δεν το κάνατε".
 -"Καλησπέρα σας, μα γιατί το λέτε αυτό, δεν βρίσκω τίποτε το κακό στο να είναι κάποιος ευγενικός, αντίθετα βρίσκω πολύ καλό το να θέλει και να μπορεί να είναι".
 -"Πώς είστε; Μόνος κι εσείς, απόψε";
 -"Μάλιστα, μόνος. Όχι μόνο απόψε, αλλά δεν έχει αυτό σημασία. Η αλήθεια είναι πως θα είχε σημασία, αν αφηνόμουν σε αυτό το χαρακτηριστικό, του πολυκαιρισμένου μόνου που λένε και το άφηνα με τη σειρά του να με διαμορφώσει. Χαμογελάτε που είπα πολυκαιρισμένου; Έχω δίκιο, όμως, έχω δει πολλούς να διαμορφώνονται ανάλογα με τις εμπειρίες τους. Τι λέω πολλούς, όλους".
 -"Είναι μια σωστή παρατήρηση, ωστόσο έχει μια πολύ λογική ακολουθία. Είναι γεγονός πως είμαστε ό,τι ζούμε, πώς θα μπορούσαμε να το αποφύγουμε; Ένα μωρό είναι ένα παρθένο έδαφος, ένας ενήλικος είναι όλες οι κατακτήσεις οι δικές του και των άλλων που συναντά, όλα τα νέα μέρη, τα δικά του που έζησε και των άλλων που του περιγράφηκαν".
 -"Διαφωνείτε, παρόλα αυτά, ότι έχει πάντα το κριτήριο της επιθυμίας, της επιλογής και διαλογής και βέβαια της διαμόρφωσης; Η ζωή η δική μας, λοιπόν, σε μεγάλο βαθμό διαμορφώνεται από εμάς, η ζωή των άλλων, κυρίως όσων μας επηρεάζουν, γίνεται αποδεκτή από εμάς, αν το θελήσουμε, και αυτό συνεπάγεται ότι η τελική διαμόρφωση είναι κατά πολύ δικό μας έργο. Κάποιος μπορεί να έχει ταλαιπωρηθεί από καταστάσεις έξω από τη δική του σφαίρα επιρροής, γιατί συμβαίνει κι αυτό, ωστόσο μπορεί μέχρι τελευταία στιγμή να αποφασίσει τι θα του αφήσει το πρόβλημα, τι θα κάνει στο χαρακτήρα του και στη ζωή του. Να φτιάξει, λοιπόν, ο ίδιος τον ευατό του και όχι αυτά που έζησε".
 -"Θέλει μεγάλη δύναμη κάτι τέτοιο. Και σταθερότητα επίσης. Ο άνθρωπος είναι αδύναμος, είναι ευαίσθητος, επηρρεάζεται και είναι απλό. Ίσως να μην υπάρχει και κάτι το μεμπτό στο να διαμορφώνεται από τις εμπειρίες του, ειδικά αν πρόκειται για δημιουργία προσωπικής προστατευτικής ασπίδας, ώστε να αποφύγει τα λάθη, να μην ξαναπληγωθεί. Πληγώνουμε ο ένας τον άλλον, είναι γεγονός, πρέπει να ξέρουμε να προστατευόμαστε, είναι αναγκαιότητα".
 -"Ο αμυντικός μηχανισμός είναι ένα ακόμη όπλο μας, δεν είναι το περιχαρακωμένο φρούριο που μέσα εκεί θα συνεχίσουμε, ετοιμοπόλεμοι πια συνεχώς. Δεν νομίζω πως χρειάζεται δύναμη, όσο γνώση του τι είμαστε και πού πρέπει να φτάσουμε".
 -"Ποιοι θα λέγατε ότι είμαστε και πού θα πρέπει να φτάσουμε; Γιατί εγώ πιστεύω πως ο σκοπός μας είναι η ευτυχία μας. Να περάσουμε όσο το δυνατόν καλύτερα, να πληγωθούμε όσο γίνεται λιγότερο, να κατακτήσουμε την ηρεμία και την ασφάλεια, που είναι τόσο σημαντικές για τη ζωή και την ψυχή μας".
 -"Μα δε διαφωνούμε καθόλου σε αυτό. Κι εγώ το ίδιο πιστεύω. Μόνο που βλέπω αυτό το φτάσιμο, που λένε, στην ευτυχία, μέσα από διαφορετική διαδρομή. Μέσα από μονοπάτια ανοιχτά και όχι περιχαρακωμένα. Μια πανοπλία φτιαγμένη με γνώση, έστω επίγνωση, είναι αρκετή. Ο ανοιχτός δρόμος κρύβει παγίδες, κρύβει όμως και ανακαλύψεις. Οι άνθρωποι, παντού και πάντα, είναι αυτοί που είναι. Κάποιοι μας πληγώνουν, κάποιοι μας αγαπούν. Κάποιους πληγώνουμε κι εμείς, κάποιους αγαπάμε. Είναι απλό".
 -"Ίσως και να έχετε δίκιο. Έχετε εσείς πληγώσει";
 -"Όχι, δεν νομίζω, έχω όμως πληγωθεί, αυτό το ξέρω σίγουρα. Αλλά ίσως να φταίω κι εγώ".
 -"Κατά ποιόν τρόπο; Όταν μας πληγώνουν, έχουμε το λιγότερο μερίδιο ευθύνης γιατί παίρνουμε το μεγάλο μερίδιο της πίκρας και της απογοήτευσης. Πόσο θα μπορούσε να φταίει ένας πικραμένος άνθρωπος, και όση ευθύνη και να έχει, πόσο θα μπορούσε να τιμωρηθεί γι' αυτό; Όχι, βέβαια, ότι κατανοώ, πώς γίνεται να φταίμε όταν μας πληγώνουν".
 -"Έρχεστε συχνά εδώ";
 -"Όχι, πρώτη φορά είναι. Αλλάζετε θέμα";
 -"Ναι, για λίγο. Κι εγώ πρώτη φορά έρχομαι, αμέσως αμέσως έχουμε ένα κοινό. Με κοιτάζετε πολύ σοβαρά. Είναι που ανέφερα το κοινό σημείο; Είναι που το ανέφερα τώρα και όχι αργότερα; Πότε μπορεί να ξέρει κανείς την κατάλληλη στιγμή; Μιλούν όλοι με τόση σιγουριά για το ότι είναι πολύ εύκολο να την αναγνωρίσεις και της προσάπτουν όλες τις ευθύνες για τα αποτελέσματα. Δεν τα κατάφερες γιατί δεν επιχείρησες στην κατάλληλη στιγμή. Τα κατάφερες, μπράβο, ήταν η σωστή στιγμή για να το κάνεις".
 -"Δεν σας καταλαβαίνω".
 -"Σας ζητώ συγγνώμη, μιλώ πολύ, το ξέρω, μάλλον έχω πολύ καιρό να μιλήσω. Κι εσείς μου είστε τόσο συμπαθής, φαίνεστε ευγενική και πολύ γλυκιά. Δεν θέλω όμως να καταχραστώ την υπομονή σας. Μιλήστε μου για εσάς. Θα ήθελα να σας γνωρίσω καλύτερα".
 -"Γιατί";
 -"Γιατί; Δεν υπάρχει γιατί, κι αν υπάρχει δεν είναι αναγνωρίσιμο ακόμη. Αλλά δεν έχει και σημασία. Δεν υπάρχει ένα διότι για όλα, δεν ρωτάμε γιατί για όλα. Είμαστε δυο ενήλικες, μόνοι, καθόμαστε κοντά ο ένας με τον άλλο, τι πιο φυσιολογικό από το να γνωριστούμε; Έτσι απλά..."

     Ένιωσα να επιστρέφω... από κάπου αλλού... Κοίταξα γύρω μου, ήμουν στο τραπέζι μου, το ποτήρι μου γεμάτο ακόμη, είχα αφαιρεθεί, είχα χαθεί. Το μέρος γέμισε, δεν κατάλαβα πότε, γύρω μου ο θόρυβος ολοένα και δυνάμωνε, βοή μουσικής, ανθρώπων, βοή ενός παράξενου ονείρου. Ονείρου ή βυθίσματος. Η γυναίκα που μου χαμογέλασε, εκείνη απέναντί μου, σηκώθηκε, έριξε μια ματιά στον κόσμο και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Κοίταξε κι εμένα αφηρημένα, δεν μου χαμογέλασε τώρα. Αναγνώρισα όμως τι σήμαινε εκείνο το βλέμμα. Απογοήτευση σήμαινε. Είχα την παρόρμηση να την ακολουθήσω, να την πλησιάσω, να της μιλήσω. Έμεινε απλώς παρόρμηση.
     'Αδειασε. Την ψυχή από την ψυχή και έγινε το άδειασμα στράγγισμα, άκουγε τις σταγόνες να σταλάζουν στο κενό. Οι παλάμες κολλημένε στο πρόσωπο, το σώμα γονατισμένο, το μισαγκαλιάζει το κρύο πάτωμα. Δεν κλαίει ακόμη, δεν έχει νόημα να κλάψει, ο καταδικασμένος να πεθάνει καταμεσής στη θάλασσα, δε σβήνει ποτέ την κόλασή του πίνοντάς την. Η βαρειά πόρτα του σχολείου κλείνει. Πόσο αμετάκλητη φαντάζει στα παιδικά μάτια. «Λόλα, να ένα μήλο», «κρυφτείτε, βγαίνω», τα κοκκινισμένα από το παιχνίδι μάγουλα χαρακτηρίζουν πρόσωπα που θα φτάσουν παντού, που θα κατακτήσουν τον κόσμο και από κεί, από την κορυφή της νίκης, θα επιλέξουν: τα έχω τώρα πια όλα, καιρός να διαλέξω, αυτό θα πάρω. Αυτό εκεί το λαμπερό που είναι το καλύτερο.
     Ήθελε να κυλιστεί με τη ζωή της, εκεί αγκαλιά με το πάτωμα. Να χαθεί, να περάσουν μέσα από το κορμί της ώρες, ημέρες, αιώνες, γεμάτα τα πάντα από όχι, να βυθιστεί στο μαζοχιστικό κοίταγμα της παρέλασης του παράλογου και του ακατανόητου. Να βουλιάξει, τίποτε άλλο δεν έχει σημασία, γιατί τίποτε άλλο δεν μπορεί να κάνει.
     Αυτό ήταν λοιπόν; Ολόκληρη είναι ένα τόσο δα σώμα, σωριασμένο σε μια γωνιά ενός δωματίου, ενός σπιτιού, μιας κάποιας. Τόσο δα σώμα, τόση δα ψυχή, τόση δα γυναίκα, ελάχιστος άνθρωπος. Και δεν ξεκίνησε έτσι, όχι, δεν ξεκίνησε έτσι... 
     Ξεκίνησε με ομορφιά, με γέλιο και παιχνίδι. Η αδιαπραγμάτευτη αλήθεια των ονείρων: όλα θα πάνε καλά, όλα θα φτιάξουν. Ξεκίνησε με προσφορά ζωής, κανείς δεν μπόρεσε να ορκιστεί πως θα σε προστατεύσει από τον πόνο. Συνεχίστηκε με λάθη και κακές στιγμές, που τώρα αποκτούν τη σημασία που δεν είχαν όταν έγιναν. Συνεχίστηκε με δίκαια και άδικα, όλα αφιερωμένα στου ανθρώπου την υποχρεωτική ζωή. Όχι, τη δικαιωματική ζωή. Κατέληξε σε μοναξιά. Κανείς λογικός δεν την επιλέγει. Υπήρξε πάντα λογική, υπήρξε συχνά πολύ μόνη.
     Δεν ήρθε ο Μίλτος απόψε, δεν έχει αυτό σημασία, αλλά ότι κανείς δεν ήρθε. Δεν ξέρει πια πού να περιμένει. Κλαίει μονάχα τώρα.
"Κανείς δε μ' αγαπάει..."

     Σε ζητάω... Σε ψάχνω συνεχώς τώρα πια, παντού. Δεν κάνω σπασμωδικές ενέργειες, καμμιά απόγνωση δεν έχουν οι κινήσεις μου. Δεν το έχω φιλοσοφήσει πολύ, δεν με έχει προβληματίσει λίγο. Το θέμα σου εννοώ. Δεν έχει τελειώσει η αυτογνωσία μου, δεν θα τελειώσουν οι στενοχώριες  μου, δεν έχω τελειώσει κι εγώ. Το κατάλαβα, νομίζω, καλά. Όχι έτσι ξαφνικά. Πρώτα η θλίψη μου το ένιωσε. Και ο πόνος στο στήθος μου τις νύχτες, ο μπερδεμένος ύπνος μου, οι δύσκολες πρώτες ώρες του πρωινού. Έτσι βοηθήθηκα στο να καταλάβω. Γι’ αυτό σε ζητάω. Όμορφα κι απλά. Χωρίς απωθημένα, με λίγο φόβο μόνο, με μια ιδέα μούδιασμα, να μην έχω τι να τα κάνω τα χέρια μου, έτσι όπως θα στέκομαι απέναντί σου, και να εύχομαι να μου έρθει μια έμπνευση φωτεινή, για να σου μιλήσω όμορφα, να νιώσεις κι εσύ όμορφα, να ανοιχτούμε ο ένας στον άλλο.
     Κανείς δε μου φταίει, μάτια μου, ελπίζω να μην έχω φταίξει σε κανέναν κι εγώ. Είναι η ζωή. Όλοι ξέρουμε πως έτσι είναι η ζωή. Πάνω κάτω, δηλαδή, αλλά εγώ δε χρειάζομαι να τα ξέρω όλα. Μόνο ότι είμαι στο μεσοδιάστημά της και πρέπει να το ζήσω. Προχωρώντας, βλέποντας, νιώθοντας και πέφτοντας. Να ένας κύκλος που μου αρέσει. Και προχωρώντας.
     Σε ψάχνω. Όχι για να ζήσω μέσα από σένα ή εξαιτίας σου, αν και δε βρίσκω τίποτα το κακό σε αυτό, αρκεί και οι δύο να το θελήσουμε έτσι. Κυρίως όμως θέλω να χαμογελάσουμε μαζί κι ύστερα να χαϊδέψουμε ο ένας τον άλλο. Να γκρινιάξουμε για την κίνηση που βρήκαμε στο δρόμο, χωρίς κακία όμως, δε μου ταιριάζει κι ύστερα να αρέσουμε ο ένας στον άλλο.
     Έμαθα πόσο όμορφοι είναι όλοι οι άνθρωποι. Και σε βεβαιώνω πως δεν το έμαθα με τον εύκολο τρόπο, κοιτάζοντας τον εαυτό μου από παντού και βρίσκοντάς του τις όμορφες αφανείς πτυχές του. Το έμαθα κοιτάζοντας τους άλλους και αυτός είναι ο δύσκολος τρόπος.
     Είμαι μόνος και η μοναξιά θέλει αγάπη. Για αρχή θα έχει τη δική μου. Και τη βοήθειά μου θα έχει, την αξίζει, με έκανε καλύτερο άνθρωπο. Αυτόν τον καλύτερο άνθρωπο θα γνωρίσεις. Κάποια μέρα στη στάση του λεωφορείου, ή σε ένα ταξί που τυχαία θα μοιραστούμε, ή στην καφετέρια που θα απολαμβάνεις τον καφέ σου, θα σου πιάσω κουβέντα. Θα σε ρωτήσω κάτι σαν.. «μήπως έχετε ώρα; Ξέχασα το ρολόι μου»...Κοινότυπο, αλλά θα είναι μόνο για να με κοιτάξεις. Μετά θα το δεις στα μάτια  μου ότι δεν είμαι κακός άνθρωπος, θέλω απλά να σε γνωρίσω. Μπορεί να γίνει και στο μπαράκι, όταν προτείνω να σε κεράσω ένα ποτό. Μη με παραξηγήσεις, μη θυμώσεις, μη γελάσεις μαζί μου.
     Δε χρειαζόμαστε πολλά. Μόνο να αρέσουμε ο ένας στον άλλο. Καμμία σοβαρή αρχή δεν είχε πολλά, όλα τα μεγάλα αποτελέσματα έγιναν με τη δύναμη που απέκτησε η διαδρομή στο μέσο της.
     Θέλω μονάχα να με δεις, θέλω μονάχα να έχεις καταλήξει στο ότι δεν πρέπει οι άνθρωποι γύρω μας να περνούν απαρατήρητοι.
     Η ζωή δεν είναι ούτε καλή ούτε κακή.
     Η ζωή σου μαζί μου δεν ξέρω πώς θα είναι, γι' αυτό θα πρέπει να μου το λες.
     Η ζωή μου μαζί σου θα είναι καλύτερη...
------------------------------------------------------------------------------------------

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΑΓΡΙΟΥΣ

1η).                              Ένα Μεγάλο Αίσθημα

     Ήτανε μια πανέμορφη κοπέλα, λουκούμι σου λέει η τσουράπω, έτσι για να σκάνε δηλαδή μερικές, δε μιλώ για μένα, καθότι καλλονό. Ήτανε που λες μια ωραιοτάτη, πλουσία, αλλά μόνη κι ως εκ τούτου δυστυχεστάτη. Και πώς να μην είναι δηλαδή, να έχεις την κορμάρα κόμματο, να μην έχεις δοκιμάσει ξεροκόμματο (φτου κακά) και να μην έρχεται ο γκόμενος, ο ψηλός, ο μελαχροινός, ο παρεπιπτόντως πλούσιος, να τη βρείτε κανονικά! Και να πεις πως σπανίζει αυτό το είδος του ανδρός; Βρωμάει ο τόπος! Για την ώρα όμως εκείνο που βρωμούσε περισσότερο ήταν η άθλια μοναξίλα που είχε θρονιαστεί για τα καλά στη ζωή της λουκουμοκέφαλης. Και να τα αχ και βαχ, πούντιασε η παραμυθένια βίλα της. Και να το κεφάλι γερμένο ελαφρώς, με το μελαγχολικό μειδίαμα να περιφέρεται γενικώς κι αφηρημένως, πολύ σικ πόζα, καθότι οι ωραίες και πλουσίες έχουν τον πόνο χωρίς να έχουν τη μούρη σκατά από το κλάμα. Έτσι και την έβλεπε η Τζοκόντα γουλί θα τον ξύριζε τον Ντα Βίντσι, που την καταράστηκε να ζει αιωνίως μες στη μαύρη καντίφλα, ούτε μπρος γέλιο ούτε πίσως δάκρυ!
     Το λοιπόν, το σκηνικό της τεθλιμμένης αγάμητης, γιατί στην ουσία εκεί ήταν το πρόβλημα, άσε που η ψυχίατρος της το 'φερνε απόξω-απόξω, το συμπλήρωναν οι περίπατοι. Περιδιάβαινε η δικιά μας στην παραλία, που κατά διαβολική σύμπτωση βρισκόταν έμπροσθεν της οικίας -όχι, δεν ήταν ιδιωτική η παραλία, πλούσια είπαμε ότι είναι κι όχι χεσμένη στο τάληρο!- και πλατς-πλουτς τα ντελικάτα ποδαράκια στα βοτσαλάκια, ντουμάνιαζε αρμύρα το νυχοπόδαρο.
     Παρεπιπτόντως, αχινοί και καβούρια δεν πλησιάζουν ποτέ μα ποτέ τα πανάκριβα πεντικιούρ, το 'χουνε σε κακό λες κι ο Θεός της γκαντεμιάς το έχει απαγορέψει. Έτσι, έτσι! Κι ατένιζε η καλή μας το πέλαγος, που χέστηκε για τις φουρτούνες της, είχε τις δικές του αλλά γιατί να της το πει να την πικράνει; Ανεχότανε την κλάψα της με το ρούφα μύτη–φύσα μύξα κυριλάτο, γιατί αηδίες, δάχτυλα και κακάδια στη μύτη δεν έχει αυτό το έργο. Η δε φοβερή και τρομερή πινελιά, που συμπλήρωνε το όλο σκηνικό της μουρτζούφλας, ήτανε το σάλι στους λεπτεπίλεπτους κι ελαφρώς τρεμουλιάζοντες ώμους της.
     Τώρα, γιατί τρεμουλιάζανε, κάτι η αφαγιά (καθότι και διότι δεν το ρίχνουν όλες οι πονεμένες στο μασαμπούκωμα, σαν κάτι άλλες λαϊκές ως επί το πλείστον, που από το πάχος δεν λες ότι περνάνε ζόρια, αλλά τη Γέφυρα των Στεναγμών αλυσοδεμένες και με αλάτι στις πληγές), κάτι η πούντα, (γιατί καλό το δειλινό στο πέλαγο αλλά φέρνει και γαμόκρυο), πάντως τρεμουλιάζανε. Το δε σάλι ένα που ήτανε κι ένα που δεν ήτανε, αραχνοϋφαντο βλέπεις και φιρμάτο, δεν έχει σημασία η φίρμα, ποιος χέστηκε άλλωστε. Το χρώμα πάντως, απαραιτήτως γαλάζιο, οι ώμοι απαραιτήτως γυμνοί κι η τοιούτη σίγουρα κι απαραιτήτως στην κοσμάρα της.
     Βέβαια, το πώς γινότανε μες στη μαύρη αράχλα να έχει το μαλλί μακρύ, απαλό και μεταξένιο να χύνεται σαν χρυσαφένιος χείμαρρος στην κατάκομψη πλάτη της, θα σας γελάσω και δεν το θέλω. Πάντως έτσι ήτανε. Γιατί πρέπει να ξέρετε ότι η καντίφλα, το μουλαρώνω -τσινάω γιατί πονάω- πονάω κι όλα καλοήθη αισθήματα της δυστυχέσας γυναίκας, επηρεάζουν με μαλλιά-μούρη αίσχος και σπυρί τίγκα σε απίθανα πάντα σημεία, μόνο εμάς τις κοινές θνητές, κατά σύμπτωση φτωχάντζες κατά συνέπεια απεριποίητες, μια σιχασιά.
     Επειδή όμως κάποτε πρέπει να φτάσουμε και στα ακατανόμαστα, αλλιώς να πάω κι εγώ κι ο γρύλος μου, άσε που δεν έχω γρύλο, άσε που είναι άσχετο, συνεχίζω.
     Παράλληλα που λες με την ξανθομπουρμπούρω, κάπου, κάπως, κάποτε, περιφερότανε κι ένα σερνικό αδέσποτο, μα τελείως αδέσποτο και θέλω να το προσέξουμε αυτό. Όχι τίποτε άλλο, μα πήξαμε και χαζέψαμε από δηλώσεις του τύπου: είμαι λίγο παντρεμένος, πειράζει; Όχι, καθότι είμαστε πολιτισμένοι άνθρωποι αλλά άμα σε πω εγώ λίγο μαλάκα, θα σε πειράξει που θα βαρυστομαχιάσεις. Έτσι για να ξέρουμε τι λέμε, το κέρατό μου μέσα!
      Εκτός λοιπόν από αδέσποτος ο εν λόγω γκόμενος, ήτανε και νέος, τριανταπήγαινε δηλαδή, γιατί το -άντα είναι αλλιώς για τους άντρες, αλλιώς για τις γυναίκες, στα -ήντα αρχίζουν οι ομοιότητες. Ήτανε πλούσιος, ωραίος, κι ...όοοχι ούτε αχλαδιά κούναγε ούτε μέση λύγαγε. Σε μουσείο έπρεπε να μπει τέτοιο κελεπούρι! Επί του παρόντος όμως περιδιάβαινε ανεξέλεγκτος, έκανε λεφτά (κι άλλα), έκανε το κέφι του και πολύ καλά ξηγιότανε. Δεν πρέπει να παραλείψω και την ανεπαίσθητη ουλή στο θεληματικό πηγούνι. Δεν πέρασε ευλογιά, στο ξύρισμα κόπηκε ο άνθρωπος κι η ουλή θα φύγει. Ευκόλως εννοούμενες οι πλατάρες να, τα μπρατσόνια να, οι γοφοί σμιλεμένοι να και το τέτοιο ναααα, να τρώει η μάνα και της κόρης να μη δίνει, γιατί πλέον οι μανάδες δεν είναι μουρόχαβλες, του δίνουνε και καταλαβαίνει.
     Με όλα αυτά τα προσόντα τέλος πάντων, ζούσε ο δικός μας στον παράδεισο των αρσενικών: πήδαγε αβέρτα κουβέρτα το μανούλι και δεν μας πέφτει λόγος περί τούτου. Όλα καλά κι όλα ωραία, λοιπόν, αλλά... να... κάτι του 'λειπε, δεν ήξερε τι, όπως όλοι οι ψαγμένοι κι ερχότανε και στραπατσάδιαζε η ψυχούλα του (το μανάρι μου). Και τον πιάνανε κάτι μούγκες και του γονάτιζε μια ιδέα η κεφάλα, που τη στήριζε με το καλογυμνασμένο μπράτσο του και τράβαγε το μάτι να κοιτάζει μια πέρα μια δώθε, ένα πράμα χάλι σωστό!
     Σαν να μην έφτανε το μέσα του καβάλημα, να 'χει και την ξεκαπίστρωτη από δίπλα, να μη νιώθει ότι όπου να 'ναι παίρνει πόδι, ας πρόσεχε που θάρρεψε πως έπιασε λαχείο. Και δος του τα "Μωιό μου, είσαι αμιλητούλι απόψε", "μωιό μου, με παραμελείς και θα ΘΥΜΩΣΩ!". Όχι χαστούκια της κόβεις αλλά και τον αέρα που αναπνέει! Για την ώρα πάντως της έκοψε την έξοδο, την πήγε σπίτι με το πανάκριβο αμάξι του και με το ίδιο αμάξι πήρε σβάρνα τους δρόμους, να σκεφτεί ...λέει.
     Στο σημείο αυτό, δεν ξέρω αν χρειάζεται να σας υπενθυμίσω, ότι η αλλοπαρμένη συμπρωταγωνίστρια του εξεχόντος αυτού έργου, είναι ακόμη μπροστά στο μαυροπέλαγο, να ατενίζει τα κυματάκια και να παιδεύει τα βοτσαλάκια, που ...όχι, θα το πω: κανείς δεν τα ρώτησε τι τραβούν, πάτα- κλώτσα να μου φύγει ο καημός! Και αν πιάνουν οι ευχές των βασανισμένων βοτσαλακίων, το λιγότερο που θα έχει πάθει η χλεμπούρω είναι μια κατάγερη πνευμονία και από δω παν κι οι άλλοι.
     Ο νυμφίος, εν τω μεταξύ, σουλάτσερνε τα πολυτελή κυβικά του ακούγοντας το τελευταίο χιτ της εποχής "και πίνω φραπέδες, φραπέεεεδες κι έχω λερώσει τους καναπέεεδες...", γιατί και το επίπεδο δεν κρύβεται. Μαζί με τη μουρτζούφλα όμως είχε κι ένα σφίξιμο στο στομάχι, ένα ξυνόπιασμα και δεν έφταιγε γι' αυτό το επίπεδο, σας το βεβαιώνω γιατί είμαι επίπεδη χρόνια τώρα, ούτε η περίσκεψη μα κι όρκο δεν παίρνω για την αιτία του προβλήματος. Κάτι θα μασαμπούκωσε το πουλάκι μου, αλλά ώχου και δε σας νοιάζει, ώχου και δε σας νοιάζει!
     Επειδή όμως κάποτε όλα παίρνουν ένα τέλος κι εμείς τη βόλτα τη βαρεθήκαμε, δε μας πήρε και μαζί, έρχεται η στιγμή που γυρίζει η Μπεμβέ και του λέει σε αυστηρό τόνο, θέλω παραλία και το λαιμό σου κόψε! Δεν κόβεις, σαφώς, τέτοιο λαιμό παρεκτός αν είσαι η κόρη του Δράκουλα, τουτέστιν ο κανακάρης πάει παραλία. Εκεί το διαισθανόταν, θα του 'ρχόταν η φώτιση και θα ξεσκαρτάριζε το μυαλουδάκι του, να φύγει βρε παιδί μου το πλάκωμα, έχουμε και δουλειές!
     Για να μη σας τα πολυλογώ κι αηδία καταντήσαμε , φτάνει στο γνωστό πέλαγος, που τι του φύλαγε ο Μεγαλοδύναμος, όλη τη μουντρούχα απόψε τη μάζεψε και δος του κλωτσοπατινάδα με τα λιπόθυμα πλέον βότσαλα. Πάνω που άρχισε να την καταβρίσκει γενικώς, βρίσκει κι ο κάλος σ' ένα βότσαλο ειδικώς και μετά από το απαραίτητο ωχ! (εγώ για βλαστήμια το κατάλαβα), αράζει την κορμάρα κατάχαμα, ανάβει και τσιγάρο, γιατί έτσι κάνει ο άντρας, όχι ότι έχω γνώση στο θέμα. Κάνει μια ...να, έτσι, στρίβει, δεν έχει σημασία η πλευρά, μην τρελλαθούμε τώρα! ...και τη βλέπει. Ψηλή, λεπτή, ξανθή και τα μάτια της, πω πω πράσινα, όπως του άρεσαν.
     Μην τολμήσει κανείς να σκεφτεί πώς στα κομμάτια είδε τα μάτια της μέσα στη μαύρη τη σκοταδούρα! Είχε φεγγάρι! Εκείνο όμως που τον αποτέλειωσε ήτανε το σάλι που τυλιγότανε στο θεσπέσιο κορμί της. Γιατί σήκωσε κι αέρα κι έβλεπες να βολοδέρνει το αραχνοΰφαντο από τη μια, το μαλλί το μεταξένιο από την άλλη, τι χάρμα ήταν εκείνο! Αφού αποθαύμασε, λοιπόν, την πλησίασε μ' ευλυγισία αιλουροειδούς, με ταχύτητα γαζέλας και με σάλια που τρέχανε, μπουλντοκοειδούς. Ο σκοπός ήτανε να τη βρει στο χάσιμο, γιατί την κατάλαβε αυτός, μια μπουκιά μεζές, δεν έλεγε για ταλαιπωρία απόψε κι αυτή η ξυνίλα στο στομάχι...
     Η "έτσι" τώρα δεν κατάλαβε τι τη χτύπησε, δυο παπούτσια είδε, μπρατσάρες τη χουφτώσανε, λόγια άκουσε, άσε που δεν καταλάβαινε, δεν έφταιγε η στιγμή, ηλίθια ήτανε από πάντα της. Της έδωσε και το φιλί το καλό ο δικός σου, αυτό ντε, στο λαιμό, που καμιά γυναίκα δεν αντιστέκεται κι ευτυχώς που δεν υπάρχουν βουρδούλακες, του αιματοπιώματος, θα είχε γίνει!
     Κι έπειτα ...ζήσανε τα βοτσαλάκια, που γαμώ την τύχη τους απόψε, σκηνές απείρου αίσχους, έζησε η αποτυχημένη έναν έρωτα μεγάλο, γιατί πρέπει να το πω και μπράβο του, δυο ώρες την παίδευε, ζήσανε τέλος πάντων αυτοί καλά κι εμείς καθόλου καλύτερα, γιατί ο γκαντέμης πάει και τελείωσε, δεν βλέπει άσπρη μέρα!

2η).                                 Σκούληκας Υπάλληλος

Είμαι ένας απλός καθημερινός άνθρωπος. Τίποτα το σπουδαίο δηλαδή, όπως όλοι μας δηλαδή καλός μαλάκας κι εγώ. Έχω τη δουλίτσα μου, σκοτώνομαι σαν το γαϊδούρι που είχε ο παππούς στο χωριό, αμυδρά το θυμάμαι μη νομίζετε, έχουμε καταντήσει, βλέπεις, να βλέπουμε τη φύση στις ταινίες. Στο ζυγό, λοιπόν, από το πρωί ως ...όπου πάει, καθότι η ανέλιξη θέλει τη συμμετοχή όλων και κυρίως τον στημένο κώλο μας. Δε βαριέσαι, το μεροκάματο να βγαίνει, να 'χουμε να τρώμε, που θα 'λεγε κι ο πατέρας μου, στο χωριό κι αυτός. Μόνο που δεν το λέει και κανένας άλλος, καθότι εμείς πλέον οι της σημερινής εποχής δουλεύουμε για καριέρα, όχι για να φάμε, γιατί φαΐ έχουμε, να φάνε κι οι κότες, κότες πάλι δεν έχουμε, αλλά ποιος χέστηκε. Τρώμε, που λέτε, με χρυσά κουτάλια, αν μπορείς βέβαια να χρησιμοποιήσεις το χρυσοκούταλο για να μασαβουριάσεις την τυρόπιτα του Γρηγόρη. Κι αυτή σε κάποιο μαυροδιάλειμμα, ανάμεσα στο μαυροτσίγαρο, γιατί βλέπεις χαρμάνιασες κιόλας κι ανάμεσα στο μαυροκαφέ, γιατί τα μάτια κάνανε πουλάκια τόσες ώρες στο pc μπροστά κι ο διευθυντής δεν θέλει πουλάκια γιατί κουτσουλάνε στην τσέπη του. Γυρίζεις εσύ κάποια στιγμή στο σπιτάκι σου και βγάζεις τα πουλάκια βόλτα, να 'ναι καλά τα κολλύρια, το πουλί σου μόνο δεν πας πουθενά, γιατί ποιος έχει κουράγιο; το γαμήσι κατάντησε ηρωική πράξη κι εσύ δεν είσαι ήρωας, οι μαλάκες είναι, άσε που είσαι και μαλάκας, δεν το λες όμως. Ταβλιάζεσαι μετά κυριλέ στην τηλεόραση μπροστά, το 'κανες το χρέος σου και σήμερα, σαν εϋυπόληπτος πολίτης, αποβλακώνεσαι όμορφα-όμορφα λες και δεν πήρες αρκετή αποβλακωμάρα για μια μέρα, φτου σου και γαμώ τις αντοχές, βλάκα. Αυτό το έλεγες κάποτε στον εαυτό σου, εκεί κοντά στα εικοσιέξι, αλλά το έλεγες σιγά, μη σε πάρουνε χαμπάρι, στο τέλος δεν έπαιρνες κι ο ίδιος χαμπάρι, όλα καλά. Κι η τηλεόραση, όπως πάντα, ωραία πράγματα, κάποιος βίασε το παιδί του, στα τσακίδια ο άτιμος, κάποια έμεινε χωρίς σπίτι, βρε την κακομοίρα, ας πρόσεχε, όμως προσέχουνε για να έχουνε κυρά μου, εγώ ευτυχώς μια χαρά είμαι, το σπιτάκι μου το 'χω. Θα βάλω καμιά ταινία στο βίντεο, -είπα βίντεο και θυμήθηκα, μίλαγα μ' ένα γνωστό, να δούμε μια ταινία, -"Έχεις βίντεο", ρωτάω εγώ, με κοιτάει θιγμένος! -"Βίντεο δεν έχω;" Κατάπια τη γλώσσα μου και τις βρισιές μου κατάπια, άσε που προχτές που μιλήσαμε πάλι, να δούμε λέω καμμιά ταινία στο βίντεο, όχι και βίντεο αγόρι μου, στο ντιβιντί! Που ντιντί να μας ρίξουνε, λυσσάξαμε πια, πάρε το ένα, αγόρασε το άλλο, μα να μην έχεις κι από κείνο, τι σκατά νοικοκυραίοι είμαστε; το νοικοκυραίοι είναι της μάνας μου, ναι στο χωριό κι αυτή, αλλά έρχεται και στην πρωτεύουσα να συγυρίσει το σπίτι μου, να φέρει και τίποτα φρέσκο, αυγά, χειροποίητο, χυλοπίτες και να ... γκρινιάξει τα δέοντα, γιατί πότε σκατά θα παντρευτώ να γίνω άνθρωπος; Γιατί και που είμαι δίποδο δεν τη ξεγελάω τη μάνα μου, άνθρωπος δεν έγινα κι οι κότες δίποδες είναι και που έχω χέρια κι οι μαϊμούδες έχουν. Θα περάσει η ώρα, θα πάρει κανένας φίλος τηλέφωνο, καμμιά γκόμενα, όρεξη δεν έχω, άσε μας κι εσύ κυρά μου και γιατί δε σου τηλεφώνησα, έχουνε εντελώς χαζέψει οι γυναίκες σήμερα. Όχι ότι εμείς πάμε πίσω, σκατά έχουμε γίνει, πιάσ' τ' αβγό και κούρευτο! Μετά θα ...φάω, θα πιω, θα χέσω και θα τη πέσω για ύπνο, άντε σιγά-σιγά έχω και μίτινγκ αύριο. Τι το θυμήθηκα και γαμώτο δηλαδή, θα φάω στη μάπα το βλάχο το διευθυντή μου, που τουλάχιστον για δυο ώρες θα μασάει και θα φτύνει κουκούτσια με πρότζεκτς, με χρονοδιαγράμματα και -"...παιδιά, δε δουλέψαμε καλά αυτό το μήνα, δεν είμαι ευχαριστημένος και το καλό όλων μας είναι το καλό της εταιρείας και" το κέρατό μου μέσα. 'Ασε που θα με κοιτά με μισό μάτι κι η γελοία η υποδιευθύντρια, -ξέρω γώ; Γαμήσι θέλει αλλά ποιος κάνει θελήματα στη σιχαμένη; Και τι να κάνω παραπάνω; Έρεψα να τρέχω όλη τη μέρα, με το ζόρι να γίνει πελάτης ο κάθε κακομοίρης και καλά να πάθουνε τα ζώα, τέτοιοι που είναι, κανείς δε νοιάζεται για τίποτα. Και θα το πάθω και το ανάποδο μόλις με καλημερίσει η γραμματέας του μαλάκα, -μια κακομούτσουνη, την έχει δει και γκόμενα και χάι, δυο σκατά σε μια χέστρα, σκοτώνεται να κουτσομπολεύει και να ρουφιανεύει, τη γλύφουνε όλοι για να μην τους πιάσει στο στόμα της. Αλλά ούτως ή άλλως όλοι γλείφονται και όλοι θάβονται εκεί μέσα, ζήτω ο πολιτισμός, άει στο διάολο, ζώα! Ευτυχώς που εγώ δεν τους πολυβλέπω, εξωτερικός πωλητής είμαι, στο γραφείο πατάω από το μεσημέρι και μετά. Τις άλλες ώρες, στους δρόμους, να μου θυμίζω κακοπαιγμένη αμερικάνικη ταινία, από κείνες τις απίθανες, όπου οι ήρωες μετά από λιμούς και καταποντισμούς χαμογελάνε, όσοι ζήσουνε και πάνε αγκαλιασμένοι στο σπίτι. Να τρέχω να τσακώσω τον πελάτη από το λαιμό, να του χαμογελάω χαζά συνεχώς, αγκύλωση παθαίνω, μου τη δίνουνε και τα τσάμπα χαμόγελα, να μη σου μένει εαυτός, βρε αδερφέ, έχει παρεξηγηθεί η σοβαρότητα κι άλλο ηλίθιος δεν πάει να γίνω, έτσι λέω δηλαδή γιατί ποτέ δεν ξέρεις. Βαρέθηκα. Σιχάθηκα να γυρίζω με τα νεύρα τσατάλια, με τα μάτια κουμπότρυπες από τη κακία και τη βλαστήμια που ξεστομίζω όλη τη μέρα. Και να πεις ν' αγιάσεις καμμιά φορά, δεν μπορείς, από το πρωί ο διάλος βόλτα με χίλιες μορφές... Της κατίνας από το δίπλα διαμέρισμα, που δεν μπορεί να μαζέψει τα κωλόπαιδά της, με το που ξυπνάνε σκούζουνε λες και τα πατάς στον κάλο. Της άλλης κατίνας από την απέναντι πολυκατοικία, που έχει την τηλεόραση τέρμα, το κουφάλογο, αλλά δε φταίει αυτή, ο μαλάκας που την ταϊζει φταίει. Του περιπτερά μου που του λες καλημέρα και κάνει σαν να του 'πες ότι του γάμησες τη μάνα. Του αυτοκινήτου μου, που το παρκάρω τρία τετράγωνα παρακάτω, ας όψεται, δεν το 'χω ξεχρεώσει ακόμα. Των ηλίθιων πεζών που τσακίζονται να περάσουνε τρέχοντας με κόκκινο, που καμμιά μέρα θα κοκκαλώσω το αμάξι στη μέση του δρόμου και θα δαγκώνω λαρύγγια. Των όποιων συναδέλφων έρχονται με τα μούτρα κατεβασμένα πρωί-πρωί, φτύνουνε χολή τα μάτια τους, τη καλημέρα στη φτύνουνε κι αυτή, γιατί ό,τι και να μου συμβαίνει είμαι κατά βάθος αισιόδοξος άνθρωπος και τραβάτε για το μνήμα σας, ρε. Βαρέθηκα. Να είμαι ο γκρινιάρης της παρέας, γιατί είμαι φίλαθλος κι όχι οπαδός και δεν έχω καμμιά όρεξη να πηδάω αντιπάλους, κρυφαδερφάρες όλοι σας, αποκτείστε προσωπική ζωή, έχει θολώσει το μάτι σας από την αγαμία. Να είμαι ο ξενέρωτος γιατί δεν τη βρίσκω με το ξεσάλωμα του Σαββάτου σε κάτι φρικτά ελληνάδικα, χωρίς ταυτότητα, ύφος κι ήθος, να γίνομαι τύφλα και να καμακώνω τις ξεϊκλωτες που μου μοστράρουνε τον κώλο τους πάνω στη μπάρα κι αυτές χωρίς ταυτότητα, ύφος κι ήθος. Να είμαι ο παράξενος μουγκοθόδωρος για τη γκόμενα που πρόσφατα γνώρισα και που όλη της η σκέψη είναι μη μου κάτσει στο πρώτο ραντεβού και τη πω εύκολη ή μη δε μου κάτσει και τη πω κομπλεξική. Να είμαι ο κακός κι ο αναίσθητος για τον κολλητό, γιατί δεν αντέχω τη δικιά του, μια φρικτή κολιτσίδα, που έχει κρεμαστεί από το σώβρακό του, ρούπι δεν κάνει χωρίς αυτή. Αλλά βλέπεις, εγώ μπακούρης, δεν καταλαβαίνω γιατί οι άνθρωποι όταν αγαπιούνται πρέπει και να σβερκώνονται ο ένας του άλλου.
Μπούχτισα. Γιατί δεν μπορώ να κάνω μια σοβαρή συζήτηση, ν' ακούσω μια μουσική της προκοπής, να διασκεδάσω σαν άνθρωπος, γιατί αν προσπαθήσω ο,τιδήποτε από αυτά: "Τί τον έπιασε πάλι το μαλάκα, πώς την έχει δει έτσι, ρε"; Γιατί όταν δούλευα σερβιτόρος σε ταβέρνα, οι γκόμενες γουστάρανε τα μούσκουλα, αλλά ούτε αυτές ούτε οι ευγενείς φίλοι με παίρνανε σοβαρά, τώρα που είμαι ο μαλάκας με το κοστούμι, μπράβο, πέτυχες, την έφτιαξες τη ζωή σου. Η διαφορά είναι ότι εγώ τότε γούσταρα τους ανθρώπους και τις αδυναμίες τους, τώρα δε γουστάρω ούτε μένα. Αλλά στη τελική, ποιος χέστηκε; Η ζωή τραβά την ανηφόρα της, με τη γλώσσα έξω κι εμείς να κυνηγάμε την ουρά μας, μέχρι να ψοφολογήσουμε κι ούτε για λίπασμα να μη κάνουμε, μπάκες γεμάτες σκατολοΐδια. Και να 'χαμε και κανένα πνεύμα της προκοπής ν' αφήσουμε, νέκρα, να 'τανε από καμμιά μεριά οι πρόγονοι κι οι απόγονοι να μας βλέπανε, θα ξερνάγανε πάνω μας, που οι απόγονοι δηλαδή, ήδη ξερνάνε. Και τι με νοιάζει κι εμένα; Ήθελα κι έγινα σαν τα μούτρα σας, γιατί μια ζωή ο ψωριάρης χώρια, άσε που το ποιος είναι ψωριάρης τελικά χωράει συζήτηση και ποιος να τη κάνει. Για την ώρα πάντως κάντε σείς ό,τι θέλετε κι αφήστε κι εμένα στον πόνο μου να σας αφήσω κι εγώ στο δικό σας. Τι θέλω κι ανακατεύομαι δηλαδή; Για να χαλάσουμε τις καρδιές μας; Σάμπως έχουμε και τίποτα να χωρίσουμε; Ένα τσουβάλι άχρηστοι, ζαμάν-φού κι απάνω τούρλες. Μια χαρά μας βρίσκω!

3η).                        Μια Συνηθισμένη Μέρα

     Έξι το πρωί...ντρούουουν! Το ξυπνητήρι και το αγουροξυπνημένο μου μούτρο με την αποβλακωμάρα της απορίας κατάπλασμα, πρέπει να συμμαζευτεί, να σουλουπωθεί, να γίνει ανθρώπινο, γιατί σε λίγο θα κυκλοφορήσει και δε μου φταίνε και τίποτα οι άλλοι να δούνε τη κόρη του Δράκουλα πρωί-πρωί... Ναιαι, ναι, άσε που ανακαλύψαμε βλέπεις καινούρια πατέντα τώρα τελευταία και τραβάμε κάτι αϋπνίες ξεσυγυρισμένες. Ναιαι, ναι!
Και μετά το λεωφορείο, άλλη παραμυθένια ιστορία, με μάγισσες, μάγους, δράκους, βάσανα ανομολόγητα της ηρωίδας, -περί εμού ο λόγος-, να φτάσει στον προορισμό της, ιππότες και πρίγκηπες όμως δεν έχει, κάτι γαϊδούρια μόνο, -επιβεβαιωμένο αυτό.
     Είπα και θυμήθηκα, χαθήκανε πια οι άντρες, δε σηκώνονται να καθήσουνε οι κυρίες και το 'χω εντελώς χαμένο μου φαίνεται! Είπα χαμένο κι έχουμε ένα μπελά κάθε πρωί στο λεωφορείο, ένας νεαρός κρεμανταλάς, αμέτι-μουχαμέτι με το που μπαίνει να καλημερίζει τους πάντες, απαιτητικά και να περιμένει ανταπόδωση, απαιτητικά αυτά τα πράγματα δε γίνονται, αλλά έλα που γίνονται κι άμα δεν του απαντήσεις σαν καλό παιδί, σε σκουντάει, γυρνάς και σε κοιτάζει αγριεμένος, όξω τα μάτια από τις κόχες, -"Μα σας είπα καλημέρα, κυρία μου, δεν με ακούσατε"; Εκεί είναι που κάνεις το σφάλμα, -μα τι γαϊδούρα είμαι- κι ανταποδίδεις και καλά να πάθεις, γιατί έχει και συνέχεια: -"Λοιπόν, πώς τα περάσατε χθες; Έχετε παιδιά; Πάντα καλά!" Η από πίσω μου είχε πιο δύσκολη ερώτηση, τη ρώτησε πόσους γκόμενους έχει, μιλάει και δυνατά, τρομάρα του, κώλωσε αυτή, γιατί το λεωφορείο βρήκε ενδιαφέρουσα την ερώτηση και τούρλωσε τα αφτιά... Δε βαριέσαι, του απάντησε πως έχει πολλούς, όλοι καλοί, το βούλωσε αυτός, τι τα θες από σαλεμάρα θα πάμε όλοι. Ναιαι, ναι!
     Και μετά περπάτημα ως τη δουλειά, στάση στο ψιλικατζίδικο για τσιγάρα, ένας γεράκος κοτσονάτος, τον βλέπω και τον ζηλεύω, γιατί μαζεύονται από το πρωί τα φιλαράκια του και κουτσομπολεύουνε, έχει ένα ύφος αδιάφορο, κοφτό αυτός, πρέπει να ήτανε μεγάλη μάρκα στα νιάτα του.
     Το κακό είναι ότι έχω αρκετό περπάτημα ακόμη, και βρίσκω τον καιρό να σκεφτώ τα δικά μου γεράματα, πώς θα είναι και τα νιάτα μου, που αντί να τα χαίρομαι, τα λιανίζω με όλους τους δυνατούς τρόπους, μισή μερίδα άνθρωποι κι έχουμε χωθεί στα προβλήματα ως το λαιμό κι έχουνε λυσσάξει οι ψυχολόγοι-φιλόσοφοι του καιρού για τη θετική σκέψη, με το ζόρι να τη καταπιείς αμάσητη. Αλλά βλέπεις εμείς είμαστε ηλίθιοι, δεν καταλαβαίνουμε το καλό μας κι ανίκανοι, γιατί αυτή η θετική σκέψη για να εφαρμοστεί, πρέπει να πηλαλάει το μυαλό σου στις ραχούλες και στα πράσινα λιβάδια κι επειδή από αυτά δεν έχει εδώ που ζούμε, πρέπει να πηλαλήσουνε τα ποδάρια μας.
     Τι να πεις και τι να ομολογήσεις, φτάσαμε και στη δουλειά, φτου και ξανά μανά, μια  απ' τα ίδια, το μούτρο μου ακόμα στρινιασμένο, τι μιζέρια κι αυτή, Μεγαλοδύναμε κι ανάθεμα την Εύα, λύσσαξε να φάει το μήλο, η λιγούρω και καλά αυτή, είχε τον αχόρταγο, η αχάριστη, εμείς τι σου φταίξαμε! Θα 'μουνα τώρα άπλα-ξάπλα στα χορτάρια να λιάζομαι, πάρε κι απ' αυτό το φρούτο, αγάπη μου, δε μπορώ, στούμπωσα, λατρεία μου, καλέ τι νόστιμος αυτός ο αγγελάκος και δεν πειράζει που δεν έχουνε φύλο, να βλέπω θέλω μόνο!
     Αντ' αυτού, τσακίζομαι κάθε μέρα, τέτοια ώρα, να προλάβω να φτιάξω τον καφέ, να προλάβω να πιω τον καφέ, να προλάβω ν' ανάψω τσιγάρο, να προλάβω να το κάνω το τσιγάρο, γιατί μετά από μισή ώρα, κάθε μέρα, ξυπνάει η πόλη η τρελή, κυκλοφορούν οι άνθρωποί της οι τρελοί και δουλεύουν οι εργαζόμενοί της οι τρελοί κι η χαρά του ψυχιάτρου να χτυπάει κόκκινο. Ναιαι, ναι!
     Αλλά επειδή όλα έχουν ένα τέλος και κυρίως αυτά που δεν θέλουμε να έχουν, -άσχετο-, τελειώνει και το ωράριο του τρόμου κι έτσι κουρέλι όπως ήρθα κουρέλι φεύγω, αμ δε που θα συνερχόμουνα, μα δεν πειράζει θα πάω στο σπιτάκι μου, θα ηρεμήσω... Μεγάλη κουβέντα και φτου κακά, μα πόσα πια να αντέξει ένας άνθρωπος; Αντέεεεχει, αντέχει, γιατί στη στάση περιμένουμε ώσπου να βγει η ψυχούλα μας, που χαμένη θα πάει, ας προσέχαμε, τόσες αμαρτίες πια και το λεωφορείο να μας έχει γραμμένους, ένα μάτσο κουρασμένοι, με τα μούτρα αγνώριστα από τα νεύρα και την αναμονή. Και μετά γιούρια να χωθούμε μέσα και δε χωνόμαστε, ο νόμος της ζούγκλας, οι πιο δυνατοί μόνο, κλωτσιά κι όξω απ' τη πόρτα, πού θα πάει θα 'ρθει το επόμενο. Κι έρχεται το επόμενο, μαζί με το ανομολόγητο κατρακύλισμα στο βούρκο της αμαρτίας, γιατί: κάνε στην άκρη μωρή γαϊδούρα να περάσω και πάρε τα χέρια σου από πάνω μου, πορνόγερε, δεν είναι ακριβώς αυτό που λέμε φρασεολογία καλού χριστιανού. Αλλά έτσι κι αλλιώς γραμμένα τα 'χουμε όλα και κυρίως τον εαυτό μας, γιατί όταν τελειώνει το νοερό ξεκοίλιασμα του διπλανού μας, της πίσω μας, του οδηγού κι άλλων μισητών προσώπων, είναι η ώρα που έχουμε φτάσει και στο σπίτι μας και χαλάλι τόση ταλαιπωρία, μόνο και μόνο για την ιερή στιγμή που βάζεις το κλειδί στην πόρτα.
     Κι αυτό είναι τελικά το πρώτο σημαντικό κατόρθωμα της ημέρας. Το κλειδί στην πόρτα. Μετά... εγώ στο σπίτι μου... το φαγητό στην κατσαρόλα μου... η αγαπημένη μου σειρά στο χαζοκούτι... ο συνταξιούχος γείτονας, που βλέπει φως και μπαίνει, καφέ γειτόνισσα, αλλά εγώ του την έσκασα, έμαθα να κινούμαι στα μισοσκόταδα... το παιδί της αλλοδαπής απέναντι, όλη την ημέρα το κυνηγάει, με το ζόρι να φορέσει παντελόνι και βρακί με το ζόρι, άτιμο πράγμα η άνεση!
     Αύριο το πρωί θα ξυπνήσω καλύτερα, το υπόσχομαι, τι στα κομμάτια, μια ζωή την έχω κι αυτή ακαθορίστου λήξεως, θα 'χω υπομονή στις αναποδιές της ημέρας, θα χαμογελάω εκεί που θα μου 'ρχεται να μπινελικώσω, όχι κύριε, δε θα γεράσω πριν την ώρα μου και δεν το λέω σε σας Μεγαλοδύναμε, δείτε τι καλό κορίτσι είμαι, για τους γαϊδάρους που θα μου πρήξουνε το συκώτι το λέω, χώρια θα μου το θάψουνε, μια κάσα μόνο του.
     Αλλά τέρμα για σήμερα, να σφαλίσω τα ματάκια μου, να δω τίποτα καλό στον ύπνο μου, γιατί από τον ξύπνιο μου πρόκοψα και πού να το δω, έχω το ρεύμα απλήρωτο και τι να κάνω, ο λογαριασμός τον ανήφορο, το αίμα μας ήπιατε, ρουφιάνοι, ούτε το νοίκι πλήρωσα, με τι καρδιά, άφραγκη θα μείνω, θα μαυρίσει το μάτι για τσιγάρο πάλι. Κι άμα το πεις και πουθενά, εσύ φταις, τρύπια η τσέπη σου, εμείς πώς τα βγάζουμε πέρα και να 'χουνε μέχρι και το βρακί τους γραμμένο στης Μιχαλούς το τεφτέρι, όλη η Ελλάδα ένας βερεσές...
     Και τώρα που το θυμήθηκα, ούτε και ξέρω πώς, έτσι και τονε πετύχω κι αύριο τον κρεμανταλά στο λεωφορείο, αλίμονό του, που θ' απαιτήσει και καλημέρα, άει στα κομμάτια πρωί-πρωί!!!

4η).                      Από Το Ημερολόγιο Ενός Μπεκρή...

  ...Γεια μας! Σταφίδιασα πάλι, είπαμε ότι το τσούζουμε πού και πού, ένεκα που είμεθα ανθρώποι. Θέλω να πω και να σ' ενημερώσω δηλαδής, ψυχούλα ο Σταμάτης, πάει. Ναι, ρε μουγγοθόδωρε, ζωή σε λόγου μας και όσο να 'ναι, το πήρα και βαριά, είπα να πιω ένα ποτηράκι στην υγειά του. Ποια υγειά του δηλαδή, τα χίλια σκατά είχε πάνω του, Θε μου συχώρα με και να πεις, το τσιγάρο δεν το 'ξερε, τον τάιζε κάτι νεροζούμια η κυρα-Σταμάταινα, μπας και της φτουρήσει... βράστα... ίσα που ξεπατωνότανε στο κατούρημα και για κρασάκι ούτε λόγος. Στο καφενείο έτσι ξεροσφύρι, μ' ένα καφέ την έβγαζε ο βαρεμένος, μας κοίταγε και με το μάτι μισό, θα μου πεις, ήτανε κι αλλοίθωρος, μπεκρή με έλεγε, έπινα δηλαδή το κρασάκι μου και να πεις, ίσα για να πάει το φαϊ... 'Αρπα τη, κυρ Σταμάτη μας, κοίτα τώρα τα ραδίκια απ' τη ρίζα. Και στον απάνω κόσμο ραδίκια έτρωγες, άστα πολύ στενοχωρέθηκα. 'Αντε γεια μας...
 ...Γεια μας, νταούλι έγινα πάλι, τελειωμό δεν έχουν του ανθρώπου τα βάσανα. Συμπάθα με, είναι να μη σε βρει, να, στο καφενείο καθόμουνα, έπινα το νεράκι μου και τα κουτσολέγαμε με τον κυρ Δωρόθεο, -καλός άνθρωπος, πολύ πονεμένος-, αχ και βαχ το πήγαινε, πούντιασα κι εγώ και το νερό μου. Τι έγινε, κυρ Δωρόθεε κι όσο να ρωτήσω μου άνοιξε την καρδιά του ο χριστιανός. Πολύ βασανίστηκε, τόσα χρόνια, λέει, στο δημόσιο, ίδρωσε ο κώλος του, άφτρες έβγαλε σε κείνη τη καρέκλα, λέει και να πεις, όλα για τα παιδιά του, δυο γαϊδούρια, ζωή να 'χουνε, ακόμα του τρώνε από τη σύνταξη. Ούτε για το καφενείο ένα καφέ δεν τ' αφήνουνε, άκου πράματα. 'Αντε, λέω, να πιούμε ένα κρασάκι, να λαφρώσεις λίγο τα μέσα σου, γεια μας, να! το 'κανε το ποτηράκι, αμάσητο το πήγε. Ήτανε που στραβομουτσούνιαζε άμα και με 'βλεπε, ρεμάλι με 'λεγε, τι θα αφήσεις μωρέ στα παιδιά σου, -άσε που εγώ παιδιά δεν έκανα-, σε χαιρέταγε και σκούπιζε τα χέρια του κι εκείνος το καφενείο, λέει δεν το 'ξερε. Αααχ! Και τώρα που θέλει να το μάθει, δεν έχει τα ναύλα ούτε μέχρι τη χέστρα του να πάει, άστα πολύ στενοχωρέθηκα... Γεια μας!
  ...Πικρό  μου ξομολογητάρι, γεια μας, τούρλα και τ' απίστομα την έκανα πάλι και συμπάθα με, ένεκα που θα σε πω Βιβούλα, γιατί τη θυμήθηκα τη συχωρεμένη τη κυρά-Παρασκευή, τρανή καψούρα μου, άτιμα νιάτα. Κι όχι να πεις, με τις  κότες έπεσα χτες, όσο να πιω το γαλατάκι μου... -μου το 'φτιαχνε ζεστό, καλή της ώρα, μου 'δινε και το παξιμαδάκι μου κι έκανα παπάρα. Αααχ! Μ' έκαψε το γαλατάκι κι ύστερα σου λέει να αγιάσεις. 'Αγιασε η κυρά-Παρασκευή απ' όταν με παράτησε, καθότι, λέει, δεν ήμουνα για σπίτι, πλούτιζα τη ταβέρνα, τι να με κάνει; έπρεπε να φτιάξει τη ζωή της. Δόξα τω Θεώ την έφτιαξε και πολύ το χάρηκα, -δε κρατάω εγώ κάκητες-, ζαλικώθηκε και στη δουλειά, πήρε και δουλευταρά, αχάραγο τη ξύπναγε, λάλαγε αυτή αντί για τον κόκορα, κοιμότανε τα μεσάνυχτα. Πέντε παιδιά της έκανε, ήρθε και στραβογέρασε που 'τανε σαν το ροδάκινο, είχε και τα χτηματάκια του ο νοικοκύρης, όργωνε με τα νύχια η συχωρεμένη, προκόψανε. Ναιαιαι και να πεις, είμαι κι ευαίσθητος, άστα, πολύ στενοχωρέθηκα, γεια μας!
  ...Γεια μας! Το ντερλίκωσα πάλι μεσημεριάτικα κι όχι που εγώ... να! την πορτοκαλαδίτσα μου έπινα, ένεκα που παίρνω χάπι, κάτι τα νεφρά μου, λέει. Ρούφαγα που λες την αηδία, γκαπ-γκαπ η πόρτα, ρε, καλώς τη. Η αδερφή μου η Βγενιώ, Ευγενία τη λέγανε, Νίτσα το 'κανε, -χέστηκα-, ματς-μουτς και τα ρέστα. Δεν έκατσε, σιχαινότανε, ασυγύριγο το 'χα κι εγώ, έτσι ρεμάλι θα πεθάνεις, μπα που να φας τη γλώσσα σου, μωρή, ρεζίλι με κάνεις, ντρέπομαι να πω ότι έχω αδερφό, γκαπ η πόρτα, -άει στα τσακίδια, αλαφροϊσκιωτη. Γιατί ανέβηκε, λέει, η Βγενιώ στα ψηλά... Και μπράβο της, -εγώ πάνω απ' όλα η οικογένεια-, το σκατό της παξιμάδι έκανε κι ο γαμπρός από τη μύγα ξύγκι αλλά κι από πάνω της ξύγκι έβγαζε. Την πλάκωνε και στο ξύλο, πόσες φορές τη γλίτωσα απ' τα χέρια του, βούιζε η γειτονιά, παράτα τον μωρή και τα ανήψια μου, θείο και θείο δεν αντέχουμε, τα καταφέρανε όμως, τη πήγε και πρώτη φορά σινεμά τώρα στα πενήντα της. Αλλάξανε και γειτονιά, πού να τη κρύψουνε τόση ξεφτίλα... άστα, πολύ στενοχωρέθηκα. Γεια μας!
  ...Γεια μας! Εεεεε, ρε γλέντια, κουνουπίδι πάλι, αλλά δε σηκώνω κουβέντα, χαρές είχαμε, όχι και να μη πιω στην υγειά του φίλου μου! Ναι, ρε, ο Αγησίλαος πάντρεψε την κόρη του, χαμός, έκανε ένα τραπέζι στη ταβέρνα κι εγώ, να πω την αλήθεια μου, είπα να μείνω σπίτι, πέρναγα απ' όξω, ε δεν είμαι και γαϊδούρι, ένα ποτηράκι θα το 'πινα στην υγειά τους. Γεια μας κι όπα, χαρές που κάναμε, ξύνισε λίγο τα μούτρα ο Αγησίλαος κι όχι να πεις για το δώρο, -δεν το 'ξερα Αγησίλαε, κάπου θα παράπεσε η πρόσκληση, δεν την είδα... Έτσι μαγκούφης, μου λέει έμεινες, εμ δεν την ήθελες τη Βαγγελιώ, θα σ' είχε νοικοκυρέψει τώρα, αλλά θα χαράμιζα κι εγώ την αδερφή μου μ' ένα μπεκρή. Φίλος είναι, δε μίλησα αλλά κι εκείνη η Βαγγελιώ, Παναγίτσα μου, σ' έπιανε τρομάρα μόλις τη κοίταζες, έλεγες, θα σε δαγκώσει η μύτη της. Είχε τη προικούλα της, ήτανε και νοικοκυρά, αλλά ρώτησα και μου 'πανε ότι δεν επιτρέπεται, λέει, να την έχω συνέχεια σκεπασμένη στη μούρη. Δε λες πώς γλίτωσα; Τι τα θυμήθηκα, άστα, πολύ στενοχωρέθηκα, γεια μας!
  ...Γεια μας, τ' ανάσκελα όλη τη μέρα σήμερα, δεν πάω λέω πουθενά. Έφαγα το γιαουρτάκι μου, να πέσω νωρίς, να με δει λίγο κι εκείνο το στρώμα μου, καλό κομμάτι κάποτε, φερμένο από τη Γερμανία... Ξενιτεύτηκα, βλέπεις στα νιάτα μου, όλοι φεύγανε, άντε κι εσύ να φτιάξεις τη ζωή σου, σάμπως κι έχει πατρίδα ο άφραγκος; Καλά ήτανε, τυχερός, ήμουνα και νόστιμος, μπρατσαράς σ' ένα μαγέρικο ελληνικό με είχανε για σερβιτόρο, πολύ δουλειά, τα κοπανάγαμε και το βράδυ με τον αφεντικό, στα όπα ήμουνα. Είχε κι ένα γιο, ένα χαμένο, δεν έπινε, δεν κάπνιζε, μόνο με τα βιβλία. Όλο μου 'πιανε τη κουβέντα, τον είχε και ξενομαθημένο ο βλάχαρος ο αφεντικός, "για... για... γκουντ" κι όλο από κοντά, ούτε γκόμενα να 'τανε. Δε μελέταγα ένα τσουβάλι λίρες, μου 'πιασε το μπούτι ο κερατάς, φιτίλιασα εγώ, έφαγε μια ξανάστροφη, του 'κανα το μούτρο καινούριο. Ε, δεν τα κοπανάς τώρα; Μ' έπιασε το φιλότιμο, πάντα μου το 'λεγε η μάνα μου: "φύλαγε παιδί μου τον κώλο σου", τον φύλαγα εγώ, τι να πεις και στον αφεντικό, περίμενε κι αγγόνια, τρομάρα του, σηκώθηκα κι έφυγα. Φοβήθηκα μην είναι και κολλητικό, -ποτέ δε ξέρεις-, αλλά να 'ναι καλά το κρασάκι, -το λέει κι ο γιατρός-, τη σκαπούλαρα κι ύστερα λέει... άντε, γεια μας!
  ...Γεια μας...Ταβλιάστηκα πάλι, κακόχρονο να 'χω και μάρτυς μου ο Θεός, δε φταίω, όχι θα το πω, με πνίγει το δίκιο μου. Κοίτα το λοιπόν, πώς έχουνε τα πράματα... Έπαιζα το ταβλάκι μου με τον κυρ-Μελέτη, μου 'πε να βάλουμε στοίχημα τα κρασάκια μας, α όχι του λέω, κυρ Μελέτη  μου, εγώ δεν πίνω, πάει το 'κοψα πολύ καιρό τώρα, να... έτσι για τη παρεϊτσα έρχομαι. Γελάγανε, δεν ξέρω γιατί, γέλαγα κι εγώ, κάτι αστείο λέω θα είπανε, δεν τ' άκουσα, μη μας πούνε κι ακατάδεχτους. Χα και χου λοιπόν, ωραία περνάγαμε, γεια σου ο ένας, αντιγειά σου ο άλλος, εγώ ένα ποτηράκι ήπια, το 'πα κιόλας, παιδιά, ένα μόνο, ένεκα που δεν είμαι ψηλομύτης, τόσα χρόνια μια παρέα και παραξηγήσεις δε θέλω. Πάλι γελάγανε, πάλι δε κατάλαβα εγώ, δε βαριέσαι, καλά παιδιά, είναι και μερικοί γραμματιζούμενοι, ποιος καταλαβαίνει τ' αστεία τους, γέλαγα κι εγώ, όχι να μας πούνε και χαζούς. Παρήγγειλε και μεζέ ο κυρ-Μελέτης, α, κυρ-Μελέτη μου, αν είναι για το μεζέ, άντε, ένα ποτηράκι ακόμα να το πιω, γιατί να πεις, ξοδεύτηκε ο άνθρωπος να με περιποιηθεί, γιατί μη κοιτάς, εγώ δεν πίνω, όχι κυρ-Μελέτη μου, το 'φερε η παρέα. Και δόστου γελάγανε, χαμός γινότανε και να πεις, χαμπάρι δεν έπαιρνα, κάτι θα είπα ωραίο, γιατί όχι που είμαι κι αγράμματος, στη παρέα είμαι νόστιμος και καλαμπουρτζής. Ναιαιαι! Έφερε και τη νταμιτζάνα με το κρασί ο καφετζής, να κεράσω, βρε παιδιά, τόσο λογαριασμό κάνατε, μάστορα, λέω, θα με κάψεις, δεν πίνω το 'παμε, άντε χαλάλι σου, στο κέρασμα δε λες όχι, προσβολή μεγάλη, το 'κοψα βέβαια αλλά να μη σε στενοχωρήσω. Ναιαιαι, γιατί μου το 'πε, μη με προσβάλεις τώρα, το κόβεις άλλη φορά, δε χάθηκε ο κόσμος και γέλια, κακό, πολύ το χάρηκα, άσε που πάλι μου ξέφυγε το καλαμπούρι, μίλαγα με τον άνθρωπο, δεν άκουγα...
  ...Έτσι που λες. Τώρα, βέβαια, ο κόσμος δε χάθηκε, εγώ πρέπει να χάθηκα λίγο, ξύπνησα τ' ανάσκελα σε κάτι σκαλοπάτια, όχι τα δικά  μου κι εκείνο που 'κοψα, δε θυμάμαι τώρα ποιο, πρέπει να με χάλασε, απαπα δεν τη ξανακάνω τη χαζομάρα, δε ξανακόβω τίποτα!

4η).                           
Στον Ψυχολόγο...

   ...Ναι; Ναι; Καλημέρα!...Κύριε ψυχολόγε μου, είμαι η κυρία Προκομένου, πήρα τη κάρτα σας από τη λωλέγκω την κυρία Μασαμπούκη, γειτόνισσα είναι, καλά το 'χα καταλάβει εγώ πως κάτι έτρεχε, πού πάει κάθε απόγευμα, γρια γυναίκα, λέγαμε πως βρήκε γκόμενο, αν είναι δυνατόν... Μη κάνετε έτσι καλέ, επειδή την είπα λωλέγκω, μάνα σας είναι; Κι όχι τίποτα άλλο, μη νομίσετε πως κι εγώ το ψέλνω το ευαγγέλιο, καμμία σχέση, δόξα τω Θεώ, μια χαρά είμαι, δυο κουβέντες να πω μ' έναν άνθρωπο, μου το 'πε η τρελάρα, είστε καλός, καταλαβαίνετε λέει τον πόνο του άλλου. Αααααχ! Γιατρέ μου, να σας πω εγώ πόνους να πλαντάξετε, πολύ βασανίστηκα, παιδεμένο το κορμάκι μου... μπορούμε να τα λέμε και στο τηλέφωνο; Η βαρεμένη μου το είπε, για όνομα τι γυρεύει στην ηλικία της, εδώ εμείς νέοι άνθρωποι...

   ...Αλήθεια, πώς είστε; Καλά; Πάντα καλά. Εμείς εδώ καλά, λίγο ζόρι τραβάμε, κάτι νευράκια σπασμένα έχουμε... πώς; όχι καλέ, τίποτε το ανησυχητικό, απλά, να... κάποια στιγμή πέταξα στο κεφάλι του Μπάμπη τη πιατέλα με τα μακαρόνια, κρίμα και την είχα πετύχει τη καρμπονάρα! Αν έγινε ατύχημα; Μα τι λέτε τώρα καλέ κι είστε και μορφωμένος άνθρωπος; Θρύψαλα έγινε η κακομοίρα η πιατελίτσα μου, δώρο της μάνας μου, της Βαγγέλως με τ' όνομα! Α, δε την έχετε ακουστά. Και σας ενδιαφέρει το κεφάλι του Μπάμπη... Αν έγινε κι αυτό θρύψαλλα; Όχι, που κακόχρονο να 'χει το παλιομούλαρο, χαμπάρι δεν πήρε!

     Αυτά που λέτε, όπως σας είπα, τίποτε το ανησυχητικό. Τώρα θα μου πείτε, αν είναι όλα έτσι ήσυχα κι ωραία, εσάς τι σας θέλω; Πάντως όχι για κουτσομπολιό, για κάτι τέτοιο έχω τη φιλενάδα μου τη Μαρίκα, πρώτο στόμα, τι να φτουρήσετε και να με συμπαθάτε γιατρέ μου. Να μη σας λέω γιατρό; Κι εγώ δεν είμαι ασθενής αλλά επισκέπτρια; Ό,τι πείτε σείς, γιατί σκοπός είναι να μη λέω εγώ, αφήστε που άμα σας πω τι νομίζω θα χαλάσουμε και τις καρδιές μας. Ναι έχετε δίκιο, πρέπει να φτάσουμε και στο θέμα... Σκάσε βλαμμένοοοο! Όχι, προς Θεού, δε μιλάω σε σας, για όνομα, δεν είμαι καμμιά απολίτιστη γαϊδούρα, στο σκασμένο το Σωτηράκη μιλάω, μόλις γύρισε από το σχολείο, που να του πάρει ο διάολος τον πατέρα, μες στα χώματα πάλι, ξεπατώθηκα να πλένω, ναι κύριε αποτέτοιε μου, ήρεμη είμαι, θα σας πάρω σε λίγο. Δε θα σε πιάσω στα χέρια  μου; Σωτηράκηηηη!...

   ...Ουφ! Εγώ είμαι πάλι, της χρονιάς του μάζεψε το κωλόπαιδο, που ανάθεμα την ώρα που παντρεύτηκα, στο ζυγό από τόση δα, δεν ανάσανα. Και να πεις, μια χαρά κοριτσάκι, σαν τα κρύα τα νερά, τι του λιμπίστηκα του γερακομύτη, μια μυξιά άνθρωπος και να με ζητάνε καν και καν. Ναιαιαι! Αλλά βλέπεις, δεν είχα προίκα, άχρηστος εκείνος ο γέρος, όλη του τη ζωή στο καφενείο... φασκελοκουκούλωστα. Ναι, έχετε δίκιο, δεν σας είπα γιατί τηλεφώνησα, ένα μυαλό, τι να σου κάνει, μου το πήρανε οι γαϊδάροι που ανασταίνω εδώ μέσα, δυο γιοί κι ο ξεβράκωτος ο Μπάμπης τρεις, έχω και τη κορούλα, βέβαια, το πουλάκι μου, τι τύχη θα 'χει κι αυτό, δε βαριέσαι!

     Έτσι που λέτε, τι σας ζαλίζω τώρα κι εσάς με τα δικά μου, δε σας ξέρω κιόλας, από πού κι ως πού τέτοια θάρρητα, το λέει κι ο Μπάμπης, τον έχω ξεφτιλίσει λέει στη γειτονιά, δεν τολμάει να πάει ούτε στο μπακάλικο. Έχετε δίκιο, για τα δικά μου σας κάλεσα, σας τρώω και την ώρα, έχετε τις δουλειές σας κι εσείς, επιστήμονας άνθρωπος, έχω κι εγώ δουλειές, η αλήθεια να λέγεται, με φούντες, που λέει και το αγράμματο το γομάρι που παντρεύτηκα. Ναι, ναιαι, γιατί μη κοιτάτε, εγώ ήμουν άριστη μαθήτρια και φτώχεια τότε... αφήστε τα... μου 'κοβε όμως, τα γράμματα τ' αγάπαγα, αλλά είπαμε φτώχεια, με φάγανε τα χτήματα  κορίτσι πράμα. Τ' αδέρφια μου μικρότερα, τέσσερα ζωή να 'χουνε, κόπηκα να ξεσκατίζω. Αλλά δε βαριέστε, όπου φτωχός κι η μοίρα του, τι να καταλάβετε κι εσείς, ματσωμένος φαίνεστε, οι σπουδαγμένοι έχουνε λεφτά, το λέει κι ο Μπάμπης, άει να χαθεί ο παλιογύφτος, τι τον μελετάω, συγχίστηκα πάλι... Όχι, τώρα δεν είμαι ήρεμη, έχω αφήσει τη μπουγάδα στη μέση, σε λίγο δε θα 'χουμε βρακί καθαρό εδώ μέσα, πού να προλάβω ένας άνθρωπος κι αυτός μισός, έχω κάτι σφάχτες στα νεφρά και πώς να μη έχω, ούτε για το ψιλό  μου δεν προλαβαίνω! Πώς; Ναι, έχετε δίκιο, πέρασε η ώρα μας, πότε η ρουφιάνα, λέξη δεν είπα, πώς να καταλάβετε κι εσείς το πρόβλημά μου...εντάξει, εντάξει, θα τα πούμε την Πέμπτη το πρωί, θα σας πάρω εγώ... ήρθε κι ο αχρόνιαγος, να του βάλω να φάει, που στο λαιμό να του κάτσει, Παναγίτσα μου, να ησυχάσω! Μπάμπηηηηη! Βγάλε τα παπούτσια σου, ρε σιχαμένε, δε βλέπεις ότι σφουγγάρισαααα!

   ...Καλημέρα, γιατρέ μου, τι κάνετε; Κοιμάστε; Είναι πολύ πρωί; Ε, όχι και πρωί κύρ απαυτέ μου, έσκασε ο ήλιος, για όνομα, τέτοια ώρα ξυπνάει ο κόσμος να κάνει τις δουλειές του, αλλά έτσι είστε εσείς οι γραμματιζούμενοι, τεμπελχανάδες, προς Θεού, δε μιλάω για σας. Μη θυμώνετε, με τη τσίμπλα στο μάτι, θα με πιάσει κι εμένα το υστερικό μου, από την ώρα που σηκώθηκα σκούζω, που δε με πλάκωνε το στρώμα, να ετοιμάσω τόσους διαβόλους, σχολείο ο ένας, δουλειά ο άλλος, μαμά από δω, Κίτσα από κει... Να το, μ' έπιασε τώρα, τι καταλάβατε, να πεθάνω να ησυχάσω, Παναγίτσα μου, να δω τι θα κάνετε, ζωντόβολα, θα τουμπανιάσετε απ' τη πείνα!

   ...Είπαμε, δε μιλάω για σας, αμάν πια, ούτε σας τάϊσα ούτε σας ξεβρώμισα, γύρευε ποια κακομοίρα χαμάλα έχετε κι εσείς, όλοι ίδιοι είστε κι ο δικός μου ο βρωμερός όλα στο χέρι τα θέλει, τον καλόμαθε βλέπεις η μάνα του, μοναχογιό τον είχε, μη στάξει η μύτη του Μπάμπη... Θεός σχωρέστη, πέρυσι τη χάσαμε κι ήτανε μια η κυρα Βασίλω, τα χίλια μαρτύρια μου 'κανε η συχωρεμένη, δε με ήθελε, φτωχιά εγώ, περίμενε μεγαλεία από το γιόκα της, δε κοίταγε τα μούτρα του! Αλλά αυτή στα νιάτα της ωραία γυναίκα, είχανε να το λένε, μη κοιτάς που με βασάνισε, που πίσσα στα κόκκαλά της, Θε μου συχώρα με, ααααχ, καλή της ώρα εκεί στη κόλαση που βράζει τώρα κι εγώ κακίες δε κρατάω, είμαι καλός άνθρωπος αλλά ο καθένας εκεί που του πρέπει, ξέρει ο Μεγαλοδύναμος, το καλό που του θέλω, παίδεψες, θα παιδευτείς...

   ...Αμάν! Χίλια συγγνώμη και να με συμπαθάτε, θα μου καεί το φαϊ, λίγο νεράκι να του ρίξω, κάτι φασολάκια, μου τα 'στειλε από το χωριό ο αδερφός μου ο μικρός, ένας λεβέντης μέχρι εκεί απάνω, χαλάλι τόσο ξεσκάτισμα. Τι τα θέλετε, έχει εκείνη τη παλιαλεπού, τη Βαΐτσα, πικρό ψωμάκι τρώει το άμοιρο, η βρώμα τους έφαγε, δυο μέτρα παληκάρι κάτι νεροπιώματα το ταϊζει. Αριστοκράτισσα βλέπεις η βλαχάρα, η μύτη μέχρι κει πάνω, γιατί είχε προίκα ένα παλιόσπιτο, τον πήρανε σώγαμπρο, τον φάγανε οι βρωμιάρες, μάνα και κόρη, ας μην ήτανε προκομένο το παιδί μας, θα σαπίζανε τα χνώτα τους από τη πείνα... Τέλος πάντων, να σας πάρω σε λίγο; Να 'στε καλά, χρυσός άνθρωπος, καλά τα 'λεγε η μουρλαμένη...

   ...Γεια σας, εγώ είμαι, δεν άργησα; Γιατί ξεφυσάτε; Α, είστε κρυωμένος, καλά, πού πήγε κι εμένα το μυαλό μου, έτσι ξεφυσάει ο αχρόνιαγος άμα του ζητάω λεφτά, λες και τα θέλω για μένα, ξεβράκωτα θα γυρνάγανε τα παιδιά μου, τίποτα δεν υπολογίζει ο άχρηστος, λείπει όλη τη μέρα, πώς να καταλάβει τι θέλει το σπίτι του... Πώς είπατε; Πάλι πέρασε η ώρα; Καθυστέρησα με το φαγητό; Τι να 'κανα δηλαδή, να τους αφήσω νηστικούς, ό,τι θέλετε λέτε μου φαίνεται, αλλά δεν έχετε εσείς τρεις μαντράχαλους να γυρνάνε ξελιγωμένοι, λες κι έχουνε δέκα χρόνια να φάνε, εγώ η δύστυχη ξέρω τι τραβάω, μόνο κείνο το κοριτσάκι μου δεν τρώει, σαν το πουλάκι το καημένο. Μη κάνετε έτσι, κατάλαβα, θα τα πούμε την άλλη εβδομάδα, μην ανησυχείτε. Πάλι ξεφυσάτε, γιατρέ μου, πρέπει να την αρπάξατε γερά, προσέξτε δεν παίζουνε με τα πνευμόνια, έτσι την πάτησε η θεία μου η Μπεμπέκα, Θεός σχωρέστη, μ' ένα κρυολόγημα έπεσε και δε ξανασηκώθηκε... Καλά... εγώ μια κουβέντα είπα, για το καλό σας, σάμπως προλαβαίνω και να μιλήσω κι ας λέει ο σιχαμένος ότι χρειάζομαι φίμωτρο, μήπως και ξέρω τι είναι αυτό, στα ζώα λέει το βάζουνε, τέτοιο κτήνος είναι... ναι, ναι, γεια σας, να είστε πάντα καλά, γεια σας...

     Χαίρετε, χαίρετε, καλέ τι κάνετε, πώς πέρασε έτσι η βδομάδα, δεν τη κατάλαβα! Α, εσείς τη καταλάβατε... Τι να σας πω, κάτι θα ξέρετε παραπάνω, μορφωμένος άνθρωπος, βγάλατε μια βοϊδοσχολή και τρώτε τα λεφτά μας αλλά τι φταίτε κι εσείς, γέμισε ο τόπος τρελαμένους, με το παραμικρό λαλάνε, πώς θα ζήσετε κι εσείς, κλέφτες θα γίνετε; Ναι; Με ακούτε;

   ...Γιατρέ μου, ναι, εγώ είμαι, η Κίτσα καλέ, έκλεισε η γραμμή σας, νόμισα κι εγώ... Έτσι μου κάνει ο βρωμερός ο θεομπαίχτης που παντρεύτηκα, στα μούτρα μου το κλείνει, που να του κλείσω τα μάτια Θεούλη μου, να βρω κι εγώ την υγειά μου, νέα γυναίκα, τίποτα δε χάρηκα... Μα τί έγινε πάλι;

   ...Έλα, κυρ ψυχολόγε μου, άχρηστο το τηλέφωνό σας, κρα δε πρόλαβα να κάνω, πάλι έκλεισε, είπα άχρηστο και θυμήθηκα τον άχρηστο, που κακός ντοβρουτζάς να τον έβρει, γέρασα πριν την ώρα μου, μπουμπούκι ήμουνα, δεν ήξερε τι να με κάνει και στο κρεβάτι από μένα περίμενε... Ααααα! Θα το πάθω το υστερικό, πάλι έκλεισε!

   ...Μα για όνομα, επίτηδες το κάνετε, που θα σας πω καμμιά κουβέντα, πετάτε το για τηλέφωνο, το νεύρα μου σπάσανε, να μιλήσω κι εγώ μ' έναν άνθρωπο, που τρελή με λένε και σπαστικιά, τα γαϊδούρια όλα εδώ μέσα, αν είναι δυνατόν, αρνί του Θεού, στόμα έχω και μιλιά δεν έχω, αλλά έτσι ο καλός καλό δε βλέπει... Ναι; Ναι; Μ’ ακούτε;

     ...Δεν είναι εκεί ο γιατρός; Λάθος τηλέφωνο πήρα; Καλά μη κάνετε έτσι, εγώ δεν είμαι ασθενής του, μια χαρά είμαι, μη κοιτάς που... Το 'κλεισε! Α να χαθείς, γαϊδούρι, είσαι και μορφωμένος, να τα βράσω τα διπλώματά σου και τα καλά σου, ίδια κτήνη είστε όλοι... Δεν θα 'ρθει ο σιχαμένος που λύσσαξε, "πάρε το γιατρό" και "πάρε το γιατρό", που να σε γιατροπορεύουνε δέκα και γιατρειά να μη σου βρίσκουνε, άχρηστε, που θα με πεις εμένα τρελή, που να τρελαθείς εσύ κι όλο σου το σόι... Έννοια σου και θα σε φτιάξω!

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers