-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

: &

                                          Πρλογος

    Τοτο το παραμθι εναι περπου διο με κενο του φλου Μπμπη, -που αναφρει στη Λακτητα Της Κρητικς Λογοτεχνας (μρος 6ον)-, τσι καταπς εγ το κατγραψα απ τη γιαγι μου και τη θεα μου και πρπει να πω πως αυτς οι δυο γυνακες ξρανε θαυμσια να διηγονται. λλο να το λω, λλο να το ακοτε... το αξιοπερεργο εναι πως το παραμθι του Μπμπη φρει ρζες απ τη Κρτη, εν το δικ μου απ Μ. Ασα. Τελικ τα παραμθια δεν χουν... ιδιατερη πατρδα...
     Φυσικ ποιος χει οιαδποτε πληροφορα για το δημιουργ ,τι λλο, ας μου μηνσει.

                                   Για την αντιγραφ και μνο

              Μρτης 2004                                             Πτροκλος Χατζηαλεξνδρου

===================

    Μια φορ κι να καιρ, ταν νας βασιλις πολ καλς και συνετς κι ταν φτασε σ' ηλικα γμου, θολωμνος (πως πολλο απ μας) απ τα κλλη και τον ..."αρα" μιας καθωσπρπει ευγενος κυρας, της ζτησε να γνει βασλισσα του κρτους και της καρδις του για πντα. Εκενη, προφανς απ υπολογισμ ενδωσε κι τσι γργορα γναν οι γμοι τους, πλουσιοπροχα και χλιδτα, πως αρμζει σε βασιλικος γμους. Στην αρχ, λα δεχναν μορφα και καλ, οι υπηκοι τους καλοτυχζανε και γιατ χι; ταν νεαρ, μορφο, βασιλικ ζευγρι και δε τους λειπε τποτε. τουλχιστον αυτ φαιντανε. Μα η να βασλισσα δυσανασχετοσε κθε φορ που την αγκλιαζε ο ντρας της και τον απφευγε με δικαιολογες. Δε πρασε και πολς καιρς κι η βασλισσα, που δεν τον αγαποσε, λτρεψε τυφλ κποιον μαυριδερ μεγλο αξιωματοχο, -δετερος τη τξει, παρακαλ-, που εποφθαλμιοσε τον θρνο. Τ καλτερη πρσβαση λοιπν εκε, και ποια καλτερη ευκαιρα θα μποροσε ν' αναζητσει, αυτς ο πουλος νθρωπος, παρ να τα 'χει καλ με την δια τη σζυγο του αντιπλου; Δε μθαμε και δε θα μθουμε ποτ αν κι αυτς την εχεν αγαπσει, πντως τανε σκληρς νθρωπος και συνεχς ...συμβολευε τη βασλισσα, διφορα και κυρως πως και καλ, αν λειπε ο βασιλις, θα μποροσανε να χαρονε τον ρωτ τους -και το βασλειο- μια χαρ.
     Πες-πες, πολ δεν θελε κι εκενη, τη κατφερε να καταστρσουν να σχδιο για να σκοτσουνε τον βασιλι και να μη τους προυνε μυρωδι. Πρπει εδ να πομε, πως ο βασιλις τανε πανξυπνος, εκτς των λλων χαρακτηριστικν που επαμε στην αρχ, μα πρπει να παραδεχτομε πως κι η βασλισσα τανε το διο και καλτερη. Αυτ ακριβς το χαρακτηριστικ της, πλην της ομορφις εννοεται, τανε που τον πεισε πως ταν η γυνακα της ζως του. τσι λοιπν τρα, με την εξυπνδα της, βρκε κποιο τρπο για να τον εξοντσει. Φυσικ βλεπντουσαν με τον αγαπημνο της, αλλ με πολ μεγλη δυσκολα και πρα πολ προσεκτικ, γιατ δεν πρεπε να τους δει καννα μτι και το σχδιο ναυαγσει πριν καλ-καλ σαλπρει. τσι απ σωφροσνη, συμφωνσαν να μη συναντινται και πολ, μχρι να τελεισουνε τη δουλει. Εκενος της επε να προσχει και της τνισε ιδιατερα, πως δεν αντχει και πολ να νιθει πως την αγκαλιζει λλος και μλιστα μισητς κι εκενη τονε καθησχασε λγοντς του πως και γι' αυτν ταν εξσου μαρτριο μα λιγκι ακμα υπομον, λλωστε εναι το τμημα που θα πρπει να πληρσουνε λγο πριν επιτχουνε το ιδανικ...
     Η βασλισσα εχε ποντρει στην αδυναμα του βασιλι και στην ομορφδα της, σε συνδυασμ με την εξυπνδα της και πστευε πως θα μποροσε να κρατσει τη κατσταση στον λεγχ της, μχρι τη μρα Χ. μως, δεν εχεν υπολογσει την εξυπνδα του συζγου. Επσης, ταν επιχειρε κανες να γλυκνει ναν νθρωπο για να του αποσπσει κτι, θα πρπει αυτ που προσφρει για ...γλκισμα, θα πρπει να 'ναι αρκετ, στε να σκεπζει τους φβους, τις ανασφλειες και τις ανησυχες του. Εκενη λοιπν λθεψε και στα δυο. Πρτα, δεν εχε προσξει σωστ τις αντιδρσεις του κι στερα, σγουρη απ την εξασφαλισμνη επιτυχα, κανε μερικ λαθκια, χι τσο σημαντικ για κποιο φυσιολογικν νθρωπο, μα για ναν ερωτευμνο και μλιστα πικραμνα ερωτευμνον νθρωπο, τανε και παρατανε. Επσης, η λαχτρα της να βλπει, στω και σπνια τον σφετεριστ, τρα που κρατοσαν αποστσεις, γιντανε μρα τη μρα πιο χοχλαστ κι οι αντιδρσεις αυτς δε περνν απαρατρητες, σο κι αν το νμιζεν τσι. Το ανεκπλρωτο πθος του, που αν του 'χεν επιτρψει να πσει πνω της με δατο, θα την εχε κψει ολκερη, δεν τονε τφλωνε αρκετ. Ωστσο, για να λμε και την αλθεια, σως και πλι να μην εχε καταλβει τα πντα, ο βασιλις, αν δε βοηθοσε κι η τχη. Επαμε, ο Θες αγαπ τον κλφτη, μα αγαπ και τον νοικοκρη.
     Κτι υποψες, κτι λαθκια, κτι καλοθελητδες απ δω κι απ κει, ε δεν θελε δα και πολ για να βγει το συμπρασμα κι ταν ρθε και ταριαξε θαυμσια, ο βασιλις νιωσε να τονε χτυπ κεραυνς. τανε καλς και συνετς νθρωπος και δεν θελε σκνδαλα στο παλτι. τσι αφο πρτα το καλοσκφτηκε, χωρς να βιαστε και να πιαστε πνω στην οργ, κλεσε τον πρτο αξιωματοχο της αυλς του, που 'ταν ξιο, καλ κι μπιστο παληκρι και πγε να βρει εκενον, που μχρι κενη τη στιγμ θεωροσε φλο κι μπιστ του. Του 'πε πως τα 'ξερε λα, πως δε θα δσει κταση στο θμα, αλλ με τη προυπθεση να βοηθσει κι αυτς λιγκι. Σε τι; Να σηκωθε και να φγει χωρς φασαρες, να υποβλλει τη παρατησ του για λγους υγεας ,τι λλο προτιμ,  και να φγει συχα. Θα του αποδοθονε τιμς κι αποζημωση, για να κνει κπου λλου, μια καινορια αρχ κι οτε γτα οτε ζημι. Ο σφετεριστς-προδτης σκλιασε μσα του, μα προφασστηκε πως πεστηκε, πως δχεται τη πρταση, μα στη πρτη ευκαιρα που του δθηκε και πστεψε πως θα σκτωνε και τους δυο αντιπλους του, επιτθηκε με μανα. Παρολγο να τα κατφερνε, παρλο που τανε μνος κι αυτο τανε δυο, μα πλι η τχη χαμογλασε στον βασιλι και τον μπιστ του. Ποις ξρει, σως να πστεψε κι αυτ, πως αρκετ εχε τραβξει. Το αποτλεσμα αυτο του ...χαμγελου, ταν να πσει νεκρς ο σφετεριστς, αν και κτι ττοιο δεν τανε στις προθσεις των δυο αντρν. σα- σα, αυτ θα 'θελε ν' αποφγει και γι' αυτ κανε και τη πρτασ του. Πνω μλιστα στην αναμπουμπολα της μχης, ο νεαρς αξιωματοχος τραυματστηκε σοβαρ κι κανε καιρ να γινει.
     Ο βασιλις φτιαξεν να ψμμα για τη βασιλσσα, πιστευτ σο γινταν, τι και καλ δε πρλαβε να σταματσει τον καβγ των δυο αντρν κι γινε το κακ... 'Αλλωστε πστευε πως μιας κι η γυνακα του δεν ξερε πως αυτς γνριζε τα καμματ τους, σως να τον πστευε. Σε λγο καιρ τανε τα γενθλι της και θα της χριζε ,τι του ζητοσε κι λα θα πρναν επιτλους τον δρμο τους. τσι νιωθε, τσι πστευε, τσι λπιζε. μως... Δεν υπολγισε πως ο ρωτας τυφλνει! πως αυτς τυφλθηκε απ τη βασλισσα και θα κατπινε λη τοτη τη ντροπ, τσι κι εκενη τυφλωμνη, μλις συνλθε απ το κουσμα των μανττων, κατλαβε κι εκενη πως τα πρματα δε πηγανανε καθλου καλ. Κατλαβεν επσης πως και δε μποροσε να ζσει λλο μαζ του, και πως θελε πλον επιτακτικ την εκδκηση. Και τελικ ο διος ο βασιλις χωρς να θλει της δωσε την ευκαιρα να παξει το τελευταο της χαρτ... να χαρτ που της το υπαγρευσε η μεγλη της εξυπνδα.
     Η κατσταση κυλοσε κπως σιωπηλ, σχετικ ομαλ, χωρς εξρσεις, μχρι τη μρα των γενεθλων της. Εκε, μσα σ' λη την αυλ και τους επισμους, που 'τανε καλεσμνοι στη γιορτ, ο βασιλις, για να εξευμενσει τη πκρα της και να διεκδικσει ξαν τη καρδι της, επε δυνατ:
 -"Αγαπημνη μου γυνακα, σμερα που 'ναι τα γενθλι σου, θλω να σου κνω να πολ-πολ μεγλο δρο. Το πιο μεγλο και για να μη κνω λθος, θα σ' αφσω να το ζητσεις η δια κι εγ απλ θα υποσχεθ να στο προσφρω". Εκενη δειξε δθεν χαρομενη, μα ο νους της ρχισε να δουλεει πυρετωδς. Μχρι να πει, δθεν ...ευχριστα κπληκτη:
 -"Αλθεια αγπη μου; ,τι... μα ,τι ζητσω;" εχε σκεφτε και τον τρπο.
 -"Ναι... ,τι μα ,τι ζητσεις βασλισσ μου", της απντησεν αυτς.
 -"Χμμ... εκολο εναι να το λες μα ...θλω εδ μπροστ στους αυλικος και τους επσημους, να μου ορκιστες πως θα μου δσεις ,τι ζητ και πως θα τηρσεις τον λγο σου. Να δσεις τον πιο επσημο κι ιερ σου ρκο, εδ... μπροστ σ' λους", του 'πε χαμογελντας μα μσα της παμηγριζε και τονε μισοσε. ταν κανε αυτ που του ζτησε και μλιστα χαμογελαστ, γιατ πστεψε ο καημνος μες στη παραζλη του πως σως τελικ εχεν ελπδες να ξανακερδσει αυτ που 'θελεν εξαρχς, εκενη μλησε... και μλησε σκληρ:
 -"Βασιλι κι αφντη αγαπημνε μου, θα σου βνω να ανιγμα κι αν το βρεις -ξυπνος κι ικαντατος εσαι, και ξρω πως αγαπς τα ξυπνα αινγματα-, ττε δε θλω τποτ' λλο απ σνα, παρ μνον ,τι μχρι τρα μου παρεχες: την αγπη και την αφοσωσ σου. Αν μως δε το 'βρεις και μιας κι ο ρωτας μας χτστηκε με κριο γνμονα την εξυπνδα μας, ττε εσαι ανξιος να εσαι σζυγς μου και μτε κμεις για βασιλις αυτο του τπου. Θα πρπει να φγεις σο πιο μακρυ μπορες και να μη ξαναπατσεις το πδι σου εδ. Δηλαδ, ετε το βρσκεις κι χεις λα σα εχες χνεις και χνεις και τα πντα, ντας ανξις τους".
     Εκενος θορυβθηκεν αρκετ απ την αντδρασ της. Δε περμενε ττοιαν αντδραση μα εχεν δη δεσμευτε και μλιστα με ρκο. Της επε πως πρεπε κι αυτ πλον να ορκιστε, για σα επε να τα τηρσει κι ταν αυτ το 'καμε πρθυμα, της ζτησε να του πει το ανιγμα. Εκενη σηκθηκεν αργ, μισκλεισε τα μτια της και σαν υπνωτισμνη πρφερε αυτ τα λγια:
 -"Βασιλι κι αφντη αγαπημνε μου, το ανιγμ μου εναι αυτ:

                                  Τα "μασ"
                                       κρεμ,
                                  τα "θωρ"
                                       φορ,
                                  "νουν" κρατ και πνω
                                   αν το 'βρεις τ 'ναι κενο
;


     Ο βασιλις κι λοι οι παριστμενοι, παραλσανε. Τι 'ταν ετοτο; Σε κανενς το νου δεν ερχτανε μια λση. λοι εδαν αμσως τη δυσκολα του πργματος. Ο βασιλις ξεροκατπιε και της ζτησε λγο χρνο. Εκενη του απντησε νιθοντας δη νικτρια:
 -"Φυσικ γλυκ μου! Τα δικ σου γενθλια εναι περπου σ' εφτ μνες. Εκε λοιπν μπορε να σου κνω εγ το μεγλο μου δρο. Νομζω μλιστα πως εναι αρκετς χρνος. Σμφωνοι"; Η συμφωνα κλεισε κι λοι αποσρθηκαν μιας κι η γιορτ εχε χαλσει πια. Το διο βρδυ, αργ, ταν της χτπησε τη πρτα του υπνοδωματου της, του απντησε στεγν και ψυχρ: "Τοτο το κατφλι για να περσεις, θα πρπει αποδεδειγμνα να το αξζεις. 'Αρα αυτ θα γνει ταν χεις τη λση στο ανιγμ μου. Μχρι ττε... καληνχτα και ...μακρι"!
     Τρα εμες θ' αφσουμε τον βασιλι να κοιτζει τον δαντελωτ ουραν του πανκριβου μα μοναχικο βασιλικο παλατιο του, και να σκφτεται τι διλο μπορε ναναι αυτ το πρμα στο ανιγμα και θα γυρσουμε λιγκι τον χρνο πσω και θα παρακολουθσουμε τη βασλισσα και τα καμματ της. Ποιος ξρει; σως καταλβουμε τι σημανει τοτο το ανιγμ της.
     ταν θφτηκε ο σφετεριστς και μλιστα με τιμς,-δεν θελεν ο βασιλις να ξεσπσει σκνδαλο κι απκρυψε τα πντα, λγοντας πως σκοτθηκε κατ λθος- εκενη δε μποροσε να κλεσει μτι. Εχε φτσει τσο κοντ στην ευτυχα -τσι πστευε- και την εχε χσει για πντα. Τποτε δε θα της δινε χαρ πι. Δε μποροσε να κλεσει μτι την δια νχτα κι κοβε βλτες πνω-κτω στο δωμτιο. Ττε σκφτηκε πως πρεπε να κνει κτι... κτι να κρατσει τον ντρα που αγπησε κοντ της, σο πιο καλ κι σο πιο πολ γινταν. Ττε σκφτηκε και τι πρεπε να κνει. Σηκθηκε, ντθηκε κι τρεξε στο μρος που 'ταν ο τφος του. Φναξε ναν μπιστ της γεροντκο κι αφο τον ρκισε να μη πει τποτε, του εξγησε τι θελε να κνει. Ο ανθρωπκος ανατρχιασε μα δε μποροσε και να της αρνηθε. τσι, ξεθψανε μαζ το πτμα κι αφαιρσανε το κρανο του. Πρανε τα δντια του και τα φτιξανε σα πετρδια και φτιξαν να πολ πλουμιστ μενταγιν. Βγλανε τους βολβος των ματιν και τα ντσανε με χρυσ και πετρδια, τους κνανε βραχιλι και με το γυμνωμνο κρανο, ντυμνο με χρυσ φλλα, φτιξανε να κπελλο κι λα τοτα μυστικ. Η βασλισσα φρεσε το βραχιλι και το μενταγιν και το χρυσ κπελλο το 'χε κι πινε μνον αυτ.
     Εντωμεταξ ο βασιλις στη κμαρ του κατλαβε, στω κι αργ πως ακμα κι αν βρισκε τη λση σε τοτο το παλιοανιγμα, πλι δε θα μποροσε να την εχε δικι του, -τουλχιστον τσι πως θα το -θελε. Φυσικ οτε λγος για το τι θα γινταν αν δε το 'βρισκε, -τανε ξεκθαρη σε τοτο: θα τον διωχνε μακρι σαν το σκυλ και το ωραο τανε πως αυτς ο διος της εχε δσει τα πλα. ταν το συνειδητοποησε κι αυτ καλ-καλ, βλθηκε μανιασμνα να προσπαθε να λσει τον γρφο, μα του κκου. Βλθηκε ακμα πιο μανιασμνα και περσανε κι λας πνω απ ξη μνες κι ακμα τποτε. χι μνον αυτς, αλλ κι να σωρ σοφο του παλατιο αλλ και των γρω πολιτειν, που καλεστκανε για να βρονε λση, μα πλι του κκου. ταν πια εδε κι απειδε και το πρεν απφαση, βλθηκε να κνει μεγλους περιπτους, ειδικ τις νχτες. βλεπε καθαρ πια πως σε λγες μρες θα 'πρεπε να παρατσει τη γεντειρα και το αξωμ του και να ψξει να βρει αλλο τη τχη του. σο πλησιζαν οι μρες συνχιζε τους περιπτους, μα πλον ντυμνος με απλ ροχα και κπως μεταμφιεσμνος. Δεν θελε να δνει λαβ για σχλια εν παρλληλα θελε να διαπιστνει πως βλπαν οι υπκοο του τη πιθαν του απομκρυνση, αλλ κι ο διος να χωνψει την ιδα πως σε λγο θαταν απλς νθρωπος πως λοι αυτο που συναντοσε στο δρμο του.
     να βρδυ, βωλδειρε λιγκι παραπνω απ το κανονισμνο -δηλαδ τ λιγκι παραπνω; απομακρνθηκε πολ, βυθισμνος στις σκψεις του. Σε κποιο σημεο κατλαβε πως εχε πια χαθε και πως γρω δεν υπρχε πια κατοικημνη περιοχ και σα να μην φτανε αυτ, πιασε και μια ξαφνικ μπρα. Βλθηκε να τρχει προς μια τυχαα κατεθυνση, γιατ πια δεν ξερε που βρισκτανε. Σε λιγκι, πριν ακμα νισει απελπισα και λγο πριν ποτιστε ολκερος με το νερ της βροχς, εδε να φως κι τρεξε γοργ προς τα κει. Σε λιγκι, βρισκτανε μπροστ σε μια φωτι και στγνωνε, σε κποιο φτωχικ σπτι ενς μυλων.
     Αυτς ο μυλωνς εχε τη γυναικολα του, μια θυγατρα σαμε τα εκοσι και δυο μικρτερα αγορκια δδυμα κοντ στα δδεκα. Οι δυο γονιο τανε κοντο και παχουλο μα εχανε καλ καρδι και χωρς να ρωτσουνε καν, μπσανε μες στο σπτι τους τον ξνο και τονε περιποιηθκανε, εν τα δυο μικρ, τονε περιεργζονταν απροκλυπτα και με περιργεια τση, που η μητρα κντεψε να σηκσει τη παντοφλα. Ο βασιλις χαμογλασε και τα δικιολγησε, εν μσα του σκεφττανε πως τοτοι δω οι χριστιανο δε τονε γνωρσανε. Του φνηκε περεργο αυτ μα του ρεσε καλτερα τσι και δεν δωσε γνωριμα. Επε πως ταν νας ξνος περαστικς κι πως τανε ντυμνος ασμαντα, πρασε αυτ η εντπωση θαυμσια. Ωστσο ο βασιλις πρσεξε τη θυγατρα του μυλων, πσο πρσχαρη, πσο γλυκει κι μορφολα ταν, με μακρις κοτσιδολες και ρδινα μγουλα απ την εξοχ. νιωσε πρα πολ σντομα, τσο ζεστ εκε και τσον μορφα, πως πντα νιθουν οι νθρωπο ταν συναναστρφονται απλος κι δολους ανθρπους κι χι τποτε τσαρλατνους και κακος. Ωστσο σως δε πρσεχε λα τοτα της τα καλ, αν δε παρατηροσε το πσον ξυπνη δειχνε! Επαμε και στην αρχ πως αυτ τονε μγευε. Εκε δε που μαγετηκε τανε στο στρσιμο του τραπεζιο, που τονε καλσανε να φει.
     ταν ο πατρας της τη διταξε να στρσει το τραπζι για να φνε τον μεγλο και παχουλ κκκορα που 'σφαξε για σμερα, εκενη πρε τη πρωτοβουλα. βαλε το σερβτσιο του πατρα στο κορφ του τραπεζιο και στο πιτο του βαλε το κεφλι και τον λαιμ του κκκορα. Στο πλι απ τ' αριστερ, βαλε το στρωσδι της μητρας και στο πιτο της βαλε τη ρχη του. Απ την λλη μερι τη δεξι, βαλε το πιτο του ξνου και του 'βαλε στο πιτο τα ποδρια. Δπλα του βαλε το δικ της και στο πιτο τις φτερογες κι απ την λλη μερι βαλε των αδερφν της και στα πιτα τους δκαια μοιρασμνα, βαλε το στθος και το ψαχν του. Ο πατρας της μα κι ο ξνος παραξενευτκανε, ειδικ ο πρτος κοκκνισε, πρασνισε, οργστηκε και ντροπιστηκε, γιατ βαλε στον ξνο τα ποδρια και τον καλτερο μεζ στα μικρ. Της βαλε τις φωνς:
 -"Τι κμεις εκε θυγατρα;! Τ βαλες στον ξνο να φει; Τις πατοσες; Ντροπ μεγλη! τσι σε μθαμε τχα"; και στρεφμενος προς τον ξνο απολογθηκε πως η μικρ εναι μαθη και καλ... Ττε μλησε κενη:
 -"Πατερκι μου τ με μαλνεις; Εσαι η κεφαλ του σπιτιο μας, απ τη ρχη της μνας μου περνν λα μως. Εγ κποια στιγμ θα βγλω φτερ και θα φγω για το σπιτικ μου. Ο ξνος μας με τα πδια του αριο θα μας αφσει κι αυτς. Τα δυο μικρ μου αδερφκια μως, πρπει μιας κι αφσανε το στθος της μνας μας, να φνε τον καλτερο μεζ, για να μεγαλσουνε γργορα και να σε βοηθσουν", επε κι σκυψε το κεφλι ροδοκκκινη. Αυτ ταν! Ο βασιλις εχε ...χαζψει! βαλε τα γλια και τη συγχρηκε για τη σοφα της. Ο γερο-μυλωνς μεινε να κοιτζει παραξενεμνος τον ξνο να γελ με τη καρδι του και στο τλος γλασε κι αυτς μ' να γλιο χλουκιστ. Η κρη του πλι τα 'χε πει περφημα και κτι ξερε αυτς που την στειλε σχολεο να ξεστραβωθε, χι σαν κι εκενους...
     ταν καλοφγανε, πγανε πλι στο τζκι κι αρχσανε να λν ιστορες. Ο βασιλις δεν εχε φανερωθε κι πρεπε να προσχει τι λει μα νιωθε θαυμσια. Σχεδν εχε ξεχσει το μεγλο κι λυτο πρβλημ του, με τοτους εδ τους καλκαρδους ανθρπους. μως του δθηκε η ευκαιρα να μθει κιλας τι σκφτονταν για τον βασιλι τους αυτο εδ οι απομακρυσμνοι χωρικο. Ββαια πστευε πως τσι κι αλλις χρηστο θα 'ταν μα κατλαβε πως μπορε να νιωθε περφανος για τη βασιλεα του μα δεν τανε ποτ κοντ στον λα του. Επιτλους βλεπε να τονε συναναστρφονται νθρωποι, χωρς να 'χουν αυτ το ηλθιο βλμμα της υποταγς... Τλος πντων...
     ταν τελεισαν οι γυνακες το μζεμα ρθανε και κτσανε μαζ τους. Η κρη κατσε κτω στα στρωσδια οκλαδ και πρσεχε να τρφει τη φωτι, προσχοντας μως παρλληλα, τσι στε να μην χει μτε στους γονιος, μτε στον ξνο, γυρισμνη τη ρχη της. Ο βασιλις της πιασε κουβντα για να διαπιστσει την εξυπνδα της κι μεινε κατπληκτος με τον πλοτο που ανακλυπτε λξη-λξη. τανε φρνιμη και σεβτανε τον συνομιλητ της, εχε το θρρος της γνμης της ταν ξερε κτι -κι ξερε πολλ- εν παρλληλα αν διαπστωνε πως κτι δε το ξρει, τντωνε τ' αφτι και τα μτια της για να ρουφξει αυτ τη να γνση και δεν κανε τη πονηρ τχα...! Σε λγο χωρς κανες να καταλβει πως, ξεκνησε μια κντρα μεταξ τους στο ποιος θα πει το πιο απθανο και το πιο γνωστο κι ταν νας τους το κατφερνε, χαιρτανε με τη καρδι του. Ττε τανε που θυμθηκε το ανιγμα ο βασιλις κι επε μσα του πως δεν χανε τποτε να το πει.
     Η κοπλα μλις τ' κουσε, ζτησεν αμσως να μθει ποιος το 'χε πει. Ο βασιλις ττε αναγκστηκε να πει την ιστορα, χωρς να πει πως τανε βασιλικ μως και φυσικ παραλεποντας το ...στοχημα. Η κοπλα σκφτηκεν αρκετ και στο τλος τονε κοταξε και του 'πε:
 -"Μνο μια σκψη μου 'ρχεται στο νου, ξνε, μα μου 'ναι πολ δσκολο να την εκφρσω..." Εκενος χαμογλασε πικρ και κατνευσε:
 -"Ε πστη να δομε. Οτως λλως κανες δε το 'χει βρει και δε χνουμε τποτε ν' ακοσουμε την ποψ σου".
 -"Αυτ που 'πε τοτο το ανιγμα, φορ μενταγιν απ τα δντια του πεθαμνου, βραχιλι απ τα μτια κι απ το κρανο του χει φτιξει κπελλο και πνει το κρασ της και τοτο μλλον το 'κανε για να τονε κρατσει σο πιο πολ κοντ της μπορε". Κι αμσως που εκστμισεν αυτ, σπευσε να το σκεπσει κπως, να το μαλακσει: "Ββαια παραδχομαι πως εναι μια τραβηγμνη σκψη, μα... δε μου πει αλλο ο νους... κι εναι τσο φρικτ που παρακαλ δε θα 'θελα να το συζητσουμεν λλο".
     ταν η παρα διαλθηκε για να πει για πνο, εκενη ξεφσησε μ' ανακοφιση. Σε λγο λοι κοιμνταν βαθι κι αυτς ακμα ο βασιλις που δε τα κατφερνε τελευταα και τσο καλ να ναρκσει τη ταραγμνη του καρδι. σως να βοθησε και το γεγονς πως του στρσανε στον αχυρνα, μιας και δεν εχανε χρο αλλο. Στην αρχ ββαια του προτενανε να κοιμηθε αυτς σε κποιο κρεβτι του σπιτιο κι ο νοικς του στον αχυρνα μα ο βασιλις δεν θελε μτε να τ' ακοσει. Πρτη του φορ κοιμθηκε σε στβλο με παρεολα τ' λογα. Την λλη μρα το πρω, ξπνησε φρσκος-φρσκος κι αφο φαγε να θαυμσιο πρωιν απ τα χερκια της θυγατρας, του προσφραν λογο να πει στη πλη κι υποσχθηκε να τους το επιστρψει. Τονε ξεπροβδισαν μ' ευχς κι ευχαριστες κι αυτς λγο πριν φγει επε ολκερο το μυστικ του. Το πσο δεξανε να ντρπονται... μα κενος εχεν δη απομακρυνθε... Απ μακρι τους φναξε για να τους καθησυχσει:
 -"'Αλλωστε, δε θα 'μαι βασιλις για πολ, αν δε βρεθε η λση για το ανιγμα, οπτε σως ρθω να γνω μυλωνς μαζ σας, αν πλι μως εναι σωστ η λση, ττε θα 'μαι μα θα το οφελω στη θυγατρα σας, οπτε εγ θα σας χρωστ κι χι εσες. Ευχαριστ πντως, γιατ πρτη φορ πρασα τσο καλ μαζ σας", και γλασε πρσχαρα. Το γλιο του ηχοσε μχρι που χθηκε στον ορζοντα κι οι απλο νθρωποι γυρσανε στις δουλεις τους.
     φτασε στο παλτι κοντ στο μεσημερκι. Πρτη φορ εχεν αργσει τσο να επιστρψει απ τα φευγι του και ν' αναλβει καθκοντα. Στη πλη μλιστα αντιμετπισε πρβλημα, γιατ δε τον αναγνωρσανε και δε τον αφνανε να μπει. Τελικ μπκε αφο δωσε τις εξηγσεις, πλθηκε, λλαξε κι κατσε στο τραπζι σιωπηλς. Σε λγο μπκε κι εκενη αδιφορη κι απμακρη. Τη παρατρησε πολ προσεκτικ. Φοροσε ανοιχτ ντεκολτ, στο μσο του εδε να κρμονται τα "θωρ" και στο αριστερ της χρι, το χρι της καρδις, εδε το βραχιλι με τα "μασ". Παραδχτηκε πντως και τα καλοδουλεμνα κοσμματα αλλ και πως θελε μεγλη φαντασα για να το μαντψει κανες. Απ μσα του καμρωσεν λλη μια φορ τη νεαρ μυλωνοπολα. Σε λγο μλιστα που τις φεραν τη χρυσ της κοπα, εδε μες απ τα στολσματα και το χρυσ ντσιμο, τον "νουν" και βεβαιθηκε. Εκενη μλιστα σκωσε τη κοπα της και του 'κανε "Εις υγεαν" απ μακρι, στην λλη κρη του μεγλου τραπεζιο. Εκενος ανταπδωσε θλιμμνα τον χαιρετισμ κι εκενη το καταφχαριστθηκε που τον εδε τσι, στε να τον υπολογζει χαμνον απ χρι.
     ταν απφαγαν -και σιγ την ρεξη που 'χε να βλπει τα μοτρα της, αντθετα με κενη που το καταφχαριστιταν- και σηκθηκαν, τη σταμτησε να της μιλσει. Εκενη -σγουρη πια- του παραχρησε λγο απ τον πολτιμο χρνο της.
 -"Θλω να σου ζητσω μια χρη παρακαλ", της επε χρωμα.
 -",τι θλεις βασιλι κι αφντη μου αγαπημνε, αρκε να μη μου ζητσεις να πρω πσω το στοχημ μας", του 'πε περιφρονητικ.
 -"χι φυσικ! ,τι υποσχθηκα κι ,τι στοιχηματσαμε εξακολουθε να ισχει. Απλ θελα να σου ζητσω, τις λγες μρες που απομνουνε μχρι τα γενθλι μου, θα 'θελα να μη τρμε μαζ και μλιστα, αν σου 'ναι εκολο, να μη σε βλπω καθλου μπροστ στα πδια μου! Σου ζητω κτι ...δσκολο;" τη ρτησε περιφρονητικ.
 -"χι ββαια! Σου 'χω αρνηθε ποτ κτι βασιλι κι αφντη μου αγαπημνε;" του απντησε χαμογελντας μελιστλαχτα κενη.
 -"Ωραα. Πολ ωραα!" επε και γυρνντας της τη πλτη βγκε απ τη τραπεζαρα. Εκενη μως τονε πρφταξε και τονε ρτησε, δθεν παραξενεμνη, γιατ τχα της ζητοσε κτι ττοιο;
 -"Ε να καλ μου, επειδ πλησιζει η ρα, κι επειδ δεν χω βρει ακμα τη λση, θα πρπει να βλω τα δυνατ μου κι αυτ απαιτε αυτοσυγκντρωση περσσια. ταν μως σε βλπω, πως χεις σως δη προσξει, χνω τα ...λογικ μου", της επε περιφρονητικ γελντας και της ξαναγρισε τη ρχη.
     Ω! πσο η σιγουρι της νκης μας δνει φτερ που συχν εναι κλπικα. Πσες δυνμεις και σε πσα λθη μας σπρχνει η χαρ αυτ! Εκενη συμφνησε ανασηκνοντας τους μους κι νιωθε κενη τη στιγμ πως εχε νικσει κατ κρτος. Χαμογελοσε και σκεφττανε πως της κανε μοτρα, γιατ ακριβς εχε χσει κι εχε καταλβει πως δε θα του χαριζτανε. "Πλι καλ" σκφτηκε, "που δε μου γρεψε παρταση να πρω πσω το στοχημα. Πλι καλ επσης που δε μου ζτησε να περσω καμμι νχτα μαζ του για τ' αποχαιρετιστρια... ουφ" και γρισε στα διαμερσματ της για να οργαννει απ τρα τη διακυβρνηση της πολιτεας, που θ' αναλμβανε σε λγες μρες.
     Ο βασιλις κρτησεν αυτ την απαθ, πικραμνη, παρατημνη στση, λες τις υπλοιπες μρες μχρι τη μεγλη γιορτ των γενεθλων του παρλο που καιγτανε για δυο πργματα: να της βροντοφωνξει τη λση και να τη ξαποστελει, και να ξαναδε τη μικρ σοφ μυλωνοπολα. Συγκρατθηκεν μως και στα δυο κι φτασεν επιτλους η μεγλη μρα. Ντθηκε προσεκτικ, στολστηκε με λα τα χαρακτηριστικ της στολς του βασιλι, περιποιθηκε τον εαυτ του σο πιο καλ μπρεσε και κατβηκε τελευταος στη μεγλη σλα, που η γιορτ εχε ξεκινσει. ταν τον εδανε να κατεβανει, λοι σπασαν. Τονε καμαρσανε για το παρστημα και το παρουσιαστικ του μα μσα τους λυπντουσαν που θα τον χνανε, γιατ ξρανε πως δεν εχε βρει τη λση κι τι μετ το τλος τοτης της βραδις, θα τους κυβερνοσε αυτ η αχνευτη. λοι λοιπν περμεναν να δονε την εξλιξη τοτης της βραδις, με κομμνη την ανσα!
     Μετ τα πρτα εθιμοτυπικ, πρε το λγο αυτ:
 -"Βασιλι κι αφντη μου αγαπημνε, θλω να σου κμω το δρο μου. Θλω μως πριν προχωρσω σ' αυτ, τη λση του αινγματος, πως συμφωνσαμε. Την χεις βρει";
 -"Τι βιζεσαι τσο καημνη; Δεν αφνεις να πιομε καν κρασκι, να γευτομε καν μεζεδκι, απ τα τσα και τσα μορφα;" της απντησεν αυτς πικραμνα. Εκενη μως δειξεν ανυπομονησα κι επμεινε, γιατ και καλ θελε να του κνει το δρο του.
 -"Πες μου λοιπν τη βρκες τη λση;", κατληξε. Εκενος, με το πιο φυσικ βλμμα του κσμου, της απντησε τχαμ αδιφορα:
 -"Φυσικ χρυσ μου! Τ με πρασες; Αλμονο! Εναι αλθεια πως υποτμησα το θαυμσιο ανιγμ σου κι ξη μνες τρα μτε ασχολθηκα, μα ταν βαλα κτω τα πρματα, ειδικ ταν μου παραχρησες χρο και χρνο, κατφερα να βρω νετα τη λση!" της επε και σκωσε το ποτρι του με το κρασ. Εκενη δαγκθηκε μα δε τα 'χασε.
 -"Αλθεια; Μπρβο σου! Για πστη και σε μας, εξγησ μας τη κιλας..." του πε, αλλ πλον εχεν αρχσει να κλονζεται και το βλμμα της εχε γνει κακ κι εχθρικ. Και ττε ο βασιλις σηκθηκεν ρθιος, ψωσε το ποτρι του σα να 'θελε να κνει πρποση. λοι κι λες τονε μιμηθκανε, μαζ κι η βασλισσα. Ευχαρστησε λοιπν λο τον κσμο που ρθε να τονε τιμσει στα γενθλι του κι αμσως μετ, με μια γργορη κνηση, ρπαξε το κπελλο, το βραχιλι και το μενταγιν απ πνω της κι δειξε στον κσμο τα τρα αυτ αντικεμενα. Μετ τα σπασε κι λοι εδανε τη φρικιαστικν αλθεια. πειτα τους επε πλον λη τη πραγματικν ιστορα κι ταν τλειωσε -κι λοι εχανε νισει φρκη και δυσαρσκεια για τη βασλισσα- γρισε και της επε:
 -"Καλ μου, πρε το δρο μου: Φγε αμσως απ το παλτι, μνο με ,τι εχες πριν τον γμο μας. Φγε μακρυ και μη πατσεις ποτ το πδι σου ξαν εδ. Τρα σου χαρζω τη ζω, μα αν σε ξαναδ εδ, δεν εγγυμαι το διο". Εκενη φυγε λυσσντας κι αφρζοντας κι λοι σοι ταν εκενη την ρα στο μεγλο τραπζι, χειροκροτσαν ανακουφισμνοι και φανερ χαρομενοι. Το θμα τοτο εχε λξει ευνοκ κι η γιορτ τλειωσε αργ τα χαρματα με γλεντοκπι και χαρς, με τραγοδια και χορος. σο για τη κακστρω, κανες δε ξανμαθε ποτ τποτε για κενη.
     Την λλη μρα που ξπνησεν ο βασιλις απ το γλεντοκπι, καμε τη τουαλτα του και πρε το πρωιν του, φναξε τον μπιστο υπηρτη του και του δωσε μερικ πεσκσια για να τα πει της μικρς μυλωνος και της οικογνεις της. Του εξγησε προσεκτικ το δρμο μη χαθε, γιατ τανε και ξεχασιρης κι αφηρημνος και του πε να πρει κι να λογο παραπνω, για να τους το επιστρψει. Πριν φγει του δωσε κι να προφορικ μνυμα να δσει στη μικρ και μλιστα τον βαλε να το πει πολλς φορς για να μη το ξεχσει:

                                Το φεγγαρκι εναι ολγιομο,
                                αυτς που φρνει την αυγ, παραγεμιστς
                                ολκερες οι τριντα μρες τοτου του μνα
                                της κατσκας το πετσ τστα-τστα φουσκωμνο
                                κι ο κυνηγς αγαπ τη... πρδικα!

     Παιδετηκε ο δλιος υπηρτης να το αποστηθσει μα στο τλος τα κατφερε. Πρε λοιπν πεσκσια, να μεγλο κεφλι τυρ, να κκκορα παραγεμισμνο με χλια καλ, τριντα ζεστς φρατζλες ψωμ, να ασκ με κρασ απ το καλτερ του και φυσικ το λογο που τους χρωστοσε. Λγο πριν ξεκινσει ο υπηρτης, του ξαναφναξε:
 -"Πρσεξε κακομορη μου να πας ,τι σου δωσα και να το πας σωστ, μη χσεις τον δρμο και πρσεξε να θυμηθες λα τα λγια που σου πα για μνυμα. Να περιμνεις να πρεις απντηση και να τη θυμηθες να μου τη πεις ταν γυρσεις! 'Αντε φεγα τρα κι ο Θες μαζ σου!" του πε, κι ο υπηρτης ξεκνησε σιγ-σιγ.
     Πργματι λοιπν φυγεν ο υπηρτης και στο δρμο, επειδ αργοσε να φτσει γιατ χασε και το δρμο για λγο, πενασε. κατσε κι φαγε λο τον κκκορα, φαγε τις μισς φρατζλες κι απ το τυρ φησε πολ λγο. σο για το κρασ, κντεψε ν' αδεισει λο το ασκ. Με τα πολλ φτασε και στο σπτι του μυλων. Εκε τον υποδεχτκανε καταπς πρεπε και με πολλν ευχαρστηση. Τους δωσε τα πεσκσια, τονε φιλψανε κι στερα θυμθηκε και το μνυμα -ω του θαματος- και το 'πε ολκερο και σωστ -τρομρα του!
     Η κρη μεινε σκεφτικ για λγο μα τα μγουλα της κοκκινσανε σαν τη φωτι. Σε λιγκι, να λαμπερ χαμγελο φτισε το πρσωπ της. ταν πρασε η ρα κι ο υπηρτης πρεπε να επιστρψει, του 'πε σαν απντηση να μεταφρει το εξς και τον επιφρτισε μλιστα να μη ξεχσει τποτε.

                                Το φεγγρι εναι στη χση
                                αυτς που φρνει την αυγ μητ' ρθε μητ' εφνη
                                δεκαπντε μρες χει ακμα τοτος ο μνας
                                της κατσκας το πετσ ντντουλα με ντντουλα
                                κι ο κυνηγς που αγαπ τη πρδικα
                                δε δρνει το σκυλ του
                                η πρδικα αγαπ τον καλ κυνηγ!


     Του το πε πολλς φορς για να το θυμηθε και στο τλος πρσθεσε πως με χαρ τους θα περιμνουνε να τους επισκεφθε ξαν.
     Ο γερο-υπηρτης πρε ξαν τον δρμο της επιστροφς και μλις φτασε στο παλτι, πγε κατευθεαν στον βασιλι, πως τον εχε προστξει. Εκενος φυσικ περμενε με αγωνα να μθει πως εχανε δεχτε τα ...προξενι του και ρτησε αμσως αν πγαν λα καλ. Ο υπηρτης του μετφερε το καλ κλμα κι ο βασιλις το καταφχαριστθηκε.
 -"Τα πγες λα σα σου 'δωσα;" τονε ρτησε.
 -"Αμ! και τους αρσανε πολ λα!" απντησεν αυτς. "Μλιστα η κρη μου 'δωσε να σου πω, να μνυμα... στσου να το θυμηθ..." κι ρχισε να ξνει τη γκλβα του προσπαθντας να θυμηθε το μνυμα. Θυμθηκεν εκολα τις πρτες φρσεις μα ξχασε τις τρεις τελευταες. Ο βασιλις γινε πυρ και μανα γιατ νιωσε προσβεβλημνος που τα δρα του εχανε γνει φαντα κι ρπαξε τον υπηρτη και τον κανε τπι στο ξλο, γιατ νμισε πως εχε ρεζιλευτε κι εχαν αποτχει τα προξενι του. ταν φαγε το ξλο ο υπηρτης -που νμισε πως φαγε ξλο γιατ δε θυμτανε το στιχκι- θυμθηκε και το υπλοιπο μνυμα και το 'πε στον βασιλι.
 -"Εμ τρα μου το λες καημνε..." επε γελαστ ο βασιλις κι ρχισε να γελ σα παλαβς απ τη χαρ του. Αγκλιασε τον υπηρτη και τονε φλησε, του ζτησε συγγνμη για τις ξυλις και τονε φλεψε, αλλ τονε συμβολεψε λλη φορ να μη κλβει γιατ ττε θα τις φει πιο πολ και χωρς λεος. Κι φυγε να πει στα ιδιατερ του εκστασιασμνος.
     Κρτησε το λγο του και μλις ξεκαθρισε το παλτι απ τυχν ευνοομενους της βασλισσας και καννισε τα του βασιλεου του, ξεκνησε να επισκεφθε τα μελλοντικ πεθερικ του. στειλε μπροστ τη συνοδεα του για να τον αναγγελει κι αμσως μετ φτασε κι αυτς. Για την ακρβεια, θα 'θελε να τη προσπερσει μα ...το πλεψε. 'Αλλωστε σκφτηκε πως αν προσπερνοσε αυτς, η συνοδει ταν φτανε ποιον θ' ανγγειλε; Μη βρσκοντας απντηση στο καριο αυτ ρτημα, κρατθηκε πσω.
     Εχε φρει ραφτδες και κομμτριες που περιποιθηκαν λη την οικογνεια κι ειδικ τη κρη με τα ρδινα μγουλα και τα μακρι μαρα μαλλι. Εχε φρει μαγερους και ζαχαροπλστες, εχε φρει μουσικος και διασκεδαστς και τελικ στο φτωχικ του μυλων στθηκε να καλ γλντι που λοι κι λες, σα, διασκδασαν με τη ψυχ τους. ταν ετοιμστηκαν λα, στο τραπζι πνω, σηκθηκεν ο βασιλις να κνει πρποση και κοιτζοντας πρτα απ' λους τον γρο χωρικ και μετ εκενην επε:
 -"ρθα πως υποσχθηκα κριε μου, γιατ εδ πρασα την ομορφτερη και γλυκτερη νχτα της ζως μου, τα τελευταα χρνια. Εκτς μως αυτο, οφελω στην ξια, τη πανξυπνη κι μορφη θυγατρα σου το βασλει μου ολκερο. μως τοτο το τελευταο, λω, πως δε θα με 'νοιαζε, γιατ πως επα, πρασα τσο καλ εδ, και χωρς αυτ. Το αληθιν μως βασλειο που κρδισα εναι της καρδις μου κι εκενο τρα θλει τη βασλισσ του. Αν λοιπν κρι μου, δσετε την ευχ σας και το χρι της αξιαγπητης κρης σας, θα νισω και πλι βασιλις και μνο ττε!" επε και παραμερζοντας το κθισμ του, γοντισε μπροστ στον καλ μυλων, κοιτζοντς τονε μ' αγωνα στα μτια. "Ορστε... γονατζω μπρος στα πδια σας παρακαλντας..."
     Ο χωρικς τα 'χασε. Με μια βιαστικ κνηση σκωσε τον ντρα και του 'πε χαμογελντας:
 -"Ο πραγματικς ντρας και βασιλις δε γονατζει νεαρ μου! Καλ κι μορφα τα 'πες, αλλ νομζω πως τα 'πες σε λθος νθρωπο. Η ενδιαφερμενη εναι απ την λλη μερι του τραπεζιο, μα μη γονατσεις πλι και σου πρει τον αρα", του 'πε κλενοντας το μτι του χαμογελαστ και συνωμοτικ. Ο βασιλις σηκθηκε κι κανε τον σκεφτικ για κμποσο. πειτα, σοβαρ, στρεφμενος προς την αγαπημνη του της επε γλυκ:
 -"Καλ μου, μιας κι ο πατρας σου συμφωνε, θλεις να 'σαι συ η βασλισσα της καρδις μου και να με βοηθς, να μου συμπαραστκεσαι και να με συμβουλεεις στα δσκολα και να μ' αγαπς σο κι εγ";
 -"Βασιλι κι αφντη μου και να 'θελα ν' αρνηθ, με τσον μορφους τρπους, με τσον εξασια συμπεριφορ και τσον αντρκεια στση, ακμα κι αν δεν σ' εχα αγαπσει απ ττε, θα σ' αγαποσα στα σγουρα και πλι τρα, σμερα, εδ! Δχομαι με χαρ και τιμ μου τη πρτασ σου, υπσχομαι να προσπαθ πντα και μ' λες μου τις φτωχς δυνμεις να κρατ αυτ τη φλγα ολοζντανη, σο πιο πολ και καλ μπορ, καθς επσης να κρατ σο πιο μακρι γνεται, τα κακ που θα 'ρχονται, απ το σπιτικ μας. Σου προσφρω λοιπν καρδι, ψυχ, νου και σμα κι ελπζω να πνε λα καλ".
     Ε μετ απ τοτα τα λγια φανταστετε πως γινε... χαμς! Αδνατο να περιγραφε το γλντι που ρχισε ττε και κρτησε πολ. πειτα ξεκοραση για μια νυχτι και το πρω, αναχρηση λων για το παλτι. Σντομα τη παρουσασε στον λα του σαν υποψφια βασλισσα κι εκενη με τους τρπους της και την ευγενικ της ιδιοσυγκρασα γργορα τους κρδισεν λους. χι πολ αργτερα, γιναν οι πιο χαρομενοι και πλοσιοι γμοι της γης.
     Απ' σο μθαμε, βασλεψαν μαζ και καλ, για πρα πολλ χρνια. Ζσανε λοιπν αυτο καλ κι εμες ...καλτερα!
_________________________________________________________________

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers