Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Ερωτική Λογοτεχνία 

Πανταζής Έκτωρ: Φύλλα Κισσού

 


     [Έγειρε το φεγγάρι πάλιωσε κι αυτή η νύχτα]
 
Έγειρε το φεγγάρι πάλιωσε κι αυτή η νύχτα
 Πιασμένοι στο δόκανο των αισθήσεων, των αισθημάτων, σε αστειότητες που υπαγορεύει η καρδιά, ανήμποροι να γεφυρώσουμε την απόσταση που θα έφτανε μέχρις εμάς, λες κι είμαστε οι ίδιες εκείνες οι αισθήσεις που κοίταξανλαίμαργες εκείνο το έξω, με την ίδια βουβαμάρα που είχαν εκείνα τα πράγματα.
 Υπνοβασία στο καθαρό όνειρο που χτίζουν οι αισθήσεις, αισθησιασμένες γιατί αυτή είναι η δουλειά τους, να ονειρεύονται δεμένες με το αντικείμενο καθώς είναι αξεχώριστα και να παίρνουν το σχήμα του, σα βούληση του ανόργανου. Μηχανή που διπλασιάζει τον κόσμο λες κι έτσι φαντάζει καλύτερος και δεν είναι αρκετό να είναι ένας, αντικατοπτρισμός που δουλεύει τις εικόνες ακατάπαυστα, παιχνίδι με τη μαγεία του κόσμου άσκοπο ή ίσως για την ικανοποίηση των νευρώνων, για την παρηγοριά τους κι ύστερα τίποτα.
Εικόνες πραγμάτων που τα διάβηκαν οι αισθήσεις γοητευμένες κι αρκέστηκαν στην ανατύπωση από έλλειψη βαθύτερης ζωής που θα ζωντάνευε το υποκείμενο τους. Αχ μνήμη στρέψε αχτιδωτά τις φωτιές σου.
Λίγο ν' αλλάξεις τη σειρά, λίγο να συσχετίσεις, μικρή αλλαγή προοπτικής,ακόμα λίγο αν επιμείνεις σ' ένα πρόσωπο, σε κάποιες λεπτομέρειες σε μια δική του φωνή με δικό του νόημα κι αρχίζει ο κόσμος να ζωντανεύει, ξυπνά το στοιχειωμένο δάσος, βγαίνουν από μια καθήλωση στο άχρονο. Κάποιο πιο πραγματικό άγγιγμα να τα κινήσει και λύνονται τα μάγια. Τότε η ζωή σου υπαγορεύει, με τη ζωή να φέρεσαι όπως με τη ζωή.
Η ΛΙΜΝΗ ΣΕ ΑΔΕΙΑΖΕ ΩΣ ΤΑ ΓΟΝΑΤΑ
Ιωάννινα. Γαληνά Γιάννινα. Πυκνή παρουσία, πυκνές μνήμες παιδείας πολιτείας, πυκνό δράμα νωπής ιστορίας. Οικείος χώρος και σε κάθε μνημείο του προβάλλουν μορφές που τα κατοίκησαν. Προβάλλει δόξα που διδαχτήκαμε και μας ύψωσε. Από δω πέρασαν δόξες του '21 και δόξες του '12, η ελευθερία του γένους αυτοπροσώπως. Γύρισε το φύλλο της ιστορίας που είχε καθηλωθεί για εκατοντάδες χρόνια.
Βάδιζες πάνω στις σελίδες της ιστορίας.
Είχε παγώσει ο χρόνος του Έλληνα και τώρα έβγαινε σε ταχύτατη απόψυξη χωρίς ψυγειοκαταψύκτη. Ό,τι και να λέγεται τα Γιάννινα είναι η πόλη του Πασά, με τα διακόσια άλογα και τις άλλες τόσες παλλακίδες. η ανώτερη τιμή που έκανε σ' όποιον λάτρεψε ήταν να του χαρίσει άλογο και παλλακίδα. Αεικίνητος, ευφυής χωρατατζής, φιλόζωος και  σκληρός, αδίστακτα σκληρός. Έπαιξε μόνος στο παιχνίδι του καιρού του με μεγάλη μαεστρία κι επιτυχία, με επιρροή διεθνή, στο τέλος προδόθηκε κι έχασε. Η προφητεία του Πατροκοσμά αλήθεψε: Πήγε στην Πόλη με κόκκινα γένια. Αυτή η πόλη δεν θ' απαλλαγεί ποτέ από τη σκιά του. Καμάρι της ο πασάς με τη Βασιλική, καμάρι της οι Φροσύνες. Καμάρι της η λίμνη, Κασαμπά και μιναρέδες να τραμπαλίζονται κι η λίμνη να τους καθρεφτίζει στον αιώνα.
Στον καιρό του Αλήπασα ήταν πρώτη στ' άρματα στα γρόσια στα γράμματα. Μαζί με τη λίμνη και το νησί είναι ότι έχει η πόλη τούτη.
Μέσα στο φόντο αυτό, ήρθε κι έδεσε από το παρόν η μορφή της. Λεπτοκάμωτο κορμί, ξερακιανό, μελαψό, μαύρο μαλλί, λίγο αλαφιασμένο φέρσιμο, ιδιόμορφο λόγο παρεκκλίνοντα, ντύσιμο επιμελημένα ατημέλητο, θα λεγες ένα αλητάκι αστικών λειμώνων αν δεν φέγγιζε στα μάτια και το λόγο της ένα τι διανόησης. Επιφυλακτική, κάτι τη φόβιζε, κάτι που εισέπραττε ως απόρριψη. Έκανε προσπάθεια να κρατηθεί στο ύψος της δουλειάς που είχε αναλάβει. Της επισήμανε ότι σ αυτή την πόλη για πρωινό τρώνε μπουγάτσα, δεν πείστηκε, αμφέβαλλε ακόμα και για το πραγματικό περιβάλλον. Α, ήταν φανερό ήταν ένα σκιαγμένο πλάσμα. Kάποιο βαθύτερο βάσανο κρύβανε εκείνοι οι τόνοι της φωνής της. Έκανε προσπάθειες να κρατηθεί στο φυσιολογικό. Πολύ περισσότερο οι τόνοι ανησυχίας ανέβαιναν σε ότι είχε να κάνει με τη δουλειά. Από τη μια υπεράσπιζε ότι ήταν ικανή κι επαρκής και τα διευθετούσε όλα όπως πρέπει, είχε όμως και την αμφιβολία μήπως δεν είναι έτσι.Πίστευε, υποστήριζε ότι κατείχε το θέμα αλλά τώρα το μέσο διέφερε και έχανε τόσο τη συνολική εικόνα όσο και τις λεπτομέρειες του τεχνικού μέρους. Είχε ένα τρόπο να βαδίζει πίσω μπρος, και δεν είχε συνείδηση του πόσο παρεξέκκλινε τούτο το φέρσιμο, πάραυτα την εξέθετε στα καχύποπτα μάτια άγνωστων συνεργατών και μάλιστα ενός τέτοιου επαγγελματικού χώρου σαν κι αυτόν όπου το θάψιμο ευδοκιμεί. Σίγουρα την απόπαιρναν και σίγουρα σχημάτιζαν άσχημη εντύπωση, την έκριναν εξωτερικά και οι χαρακτηρισμοί ήταν μειωτικοί. Ήταν άδικοι είχαν όμως τα στερεότυπα με το μέρος τους και άρα μέσα τους ένιωθαν εντάξει, ήταν ζήτημα προσλαμβανουσών. Καθένας έβλεπε σύμφωνα με ότι ήταν ο ίδιος, όπως είθισται, παραπέρα τι να δει; Και βέβαια δεν είχε λόγο να συμμεριστεί η να συμπαθήσει. Το συνεργείο κι οι άμεσοι συνεργάτες της, ευθέως την αποπαίρνανε μέχρις αντιπάθειας, εξηγήσιμο εν μέρει για να μην μπουν στην ευθύνη της, γιατί την είχαν παρεξηγήσει, την είχαν κρίνει με κοινά μέτρα σκληρά επαγγελματικά. Ήταν όμως αυτή η περίπτωση;
Έβλεπε τις δυο πλευρές, δεν τις συνέχεε ούτε συσχέτιζε, του ήταν αδύνατο να εισχωρήσει και να δει, να βρει το πέρασμα από το εξωτερικό περίγραμμα στο βαθύτερο ψυχικό δράμα. Δράμα; Για την ώρα όλο τούτο κινούνταν σ' ένα νέφος αισθήσεων, σε κάτι απροσδιόριστο. Έπιανε βέβαια κάτω από τον κόσμο των ματιών της κάποια σημασία. Αυτά τα μάτια βγάζανε κάποιο πόνο κι αυτή η στάση με τα πράγματα σαν να είχε μια πηγή εκεί σε μια θέληση κρυμμένη που έκανε προσπάθειες υπέρογκες να σταθεί στην πραγματικότητα. 'Άρχισε να τη συμπαθεί κι από το γεγονός και μόνο που ήθελε να εναντιωθεί σ' όλους όσους μονοκόμματοι την άμπωχναν σε γκρεμό ,και μάλιστα πήρε απροκάλυπτα το μέρος της. Σε ένα καφενείο σε χωριό κοντά στα σύνορα, σχεδόν έρημο, κέρασε κι εκείνη τσίπουρο , που ναι θα το έπινε, το μάτι της είπε κάτι σαν ευχαριστώ κι άρχισε να ανοίγεται να γίνεται φιλική.
Αργότερα σε μια συνέντευξη μ' έναν αγρότη της παρατήρησε ότι αυτή η προβληματολογία καθόλου δεν του αρέσει, και πώς, εκείνη ,αντέχει να της αραδιάζουν τόσα προβλήματα, που δεν είναι μόνο έτσι και τα λένε επειδή δεν γνωρίζουν τι άλλο να πουν, δεν έχουν να πουν. Βουτηγμένοι σ' ένα χάλι μόνο και μόνο αφού μιλάνε αυτόν τον έτοιμο τρόπο. Και πήρε απάντηση απροσδόκητη που ανοίχτηκαν τα μάτια του: "Δεν κοιτάω τι λέει, κοιτάω τη ψυχή του". Με αυτό άλλαξε αμέσως η εικόνα του για κείνη, αστραπιαία!  Μέχρι εκείνη την ώρα είχε σχηματίσει την εντύπωση ότι συμπλέει και πιστεύει στο κοινότυπο και πολυχρησιμοποιημένο πρόγραμμα ενημέρωσης και έκθεσης προβλημάτων που προωθούν γραφειοκρατίες μικρές ή μεγάλες. Όχι πως δεν την ενδιέφερε να συντάξει να εκθέσει προβλήματα, προοπτικές. Κάθε άλλο. Αλλά δε βάδιζε την απολύτως πεπατημένη , όταν σήκωνε έβαζε κρασί στο νερό της. Αλλά πέρα απ' όλα βάδιζε σε δικής της προοπτικής έρευνα αφού όπως δήλωνε έψαχνε το βαθύτερο άνθρωπο και πρώτα από όλα να ενημερωθεί, να μάθει έστω μ' έμμεσους τρόπους ,απ' τα συμφραζόμενα από λεπτομέρειες που διέφευγαν εδώ εκεί, έτσι που να μπορέσει να εμβαθύνει να βρει το περίγραμμα τον πραγματικό ορίζοντα αυτού που είχε αναλάβει να φέρει σε πέρας. Να συνδέσει στη προκείμενη περίπτωση την ανάπτυξη με τον μόχθο, τον κόπο των πραγματικά ενδιαφερόμενων, αυτών που πασχίζουν στον πρωτογενή τομέα της παραγωγής με τις εγγενείς αδυναμίες στήριξης και συμπλήρωσε πως επειδή προερχόταν από την ύπαιθρο δεν εννοούσε να σπαταλούνται τα χρήματα της έρευνας των αδίκων (εκείνος έλεγε μέσα του σιγά μη στάξει του γαϊδάρου η ουρά εννοώντας φυσικά όλους τους άλλους έξω απ την ίδια, που λίγη αφέλεια ε... την είχε).Αλλά να διάβαζε την ψυχή τους τέτοια περιπλοκή μετά ανιδιοτέλειας δεν είχε ξαναδεί και ταυτόχρονα του έδινε τούτο, ολική αποκάλυψη της δισημίας των κινήσεων που είδε το πρωί. Με τη φράση αυτή κατάφερε κι ο ίδιος να εισδύσει μέσα της, έβρισκε ένα πέρασμα, μια σύνδεση της συμπεριφοράς της με τη σκιά στα μάτια της: είδε προς την ψυχή της μέσα ακριβώς από την ίδια τη φράση. Μένανε σ' ένα ξενοδοχείο γιά κυνηγούς, στη μέση του πουθενά, στις εκβολές φαραγγιού όπου η ησυχία ήταν πρωτάκουστη για ανθρώπους του άστεως όπως αυτοί για την ώρα. Φάγανε πέστροφες κατευθείαν φερμένες απ τη βοσκή σχεδόν άγριες κι αδύναμες ας πούμε νόστιμες. Η πρώτη νύχτα εκτυλίχτηκε κάτω από το βλέμμα ρηγάδων και νταμάδων κούκος μονός κούκος διπλός ως το πρωί σ' ένα καρέ που ήταν η βραδιά του οδηγού πέρα για πέρα αφού τίναξε την μπάνκα επανειλημμένα τόση ήταν η ρέντα του που τους άφησε όλους χωρίς τα εκτός έδρας. Το πρωί κρυφά από τους εαυτούς τους μετά από μιας νύχτας δρόμο επιτέλους βρήκαν τα πολυπόθητα δωμάτια τους και φρεσκαρίστηκαν για να κινήσει ο ήλιος την πορεία του αφού ακόμα κι αυτός τους περίμενε με αγωνία να τελειώσουν τα χαρτιά. Βγήκανε σχεδόν αμέσως για πρωινό. Κι όσο για τα της δουλειάς εκείνη η πρώτη μέρα τους βγήκε ιδιαίτερα μακρινή αφού το βραδινό τους έβγαλε ποδοσφαιρική τηλεόραση δηλαδή ευρωπαϊκό πρωτάθλημα. Κάνανε βέβαια ένα μικρό μεσημεράκι... Καθώς ανεβαίνανε τα σκαλιά της πέταξε ένα σαν πείραγμα, ένα φιλοφρόνημα. Γύρισε και τον κοίταξε:"Δεν θες να έρθεις στο δωμάτιο μου να το συζητήσουμε λιγάκι"; Καλύτερα να είχε πει «πηδηχτούμε» τη βρίσκω εκφραστικότερη και πιο κοντά σ' αυτό που θα έπρεπε και δεν ήξερε να το διαβάσει μέσα της σαν επιθυμία που την τριγύριζε δεν την έβρισκε όμως η γλώσσα της που φορές τα θέλει όλα να κινούνται στον αφρό της. Προθυμοποιήθηκε, χωρίς να υποψιαστεί από την ευκολία που άνοιγε δρόμο αφού άνοιγε το χώρο της, την προσωρινή έστω διαμονή της, έσπαζε την ιδιώτευση κι άρα τούτο διερμηνεύεται από τα κοινά μάτια μ' ένα είδος προστυχιάς κι αδιακρισίας. Ποιος είναι ο αδιάκριτος ποιος ο πρόστυχος είναι κάτι παραπάνω από φανερό. Ανοίξανε συζήτηση μίλησε πρώτη εκείνη και πέρασε κατευθείαν σ' ό,τι την έκαιγε που ήταν μάλιστα τα της δουλειάς κι όσα αφορούσαν τα της αρμοδιότητας της ως δημοσιογράφου του συνεργείου στην προσπάθεια καταγραφής, προώθησης κι ενημέρωσης περί την υπαίθριο χώρα. Αλλά την έκαιγε η αντιμετώπιση που ήταν και φρέσκια σε ανάλογα θέματα και το τηλεοπτικό μέσο κάπως την ξένιζε. Ρώτησε τη γνώμη του για κείνη και τα σχόλια των συνεργατών επίσης. Τη διέκρινε μια έλλειψη αυτοπεποίθησης πάνω της που την είχε δει αμέσως γιατί από φύση του ήταν παρατηρητικός και περίεργος κι αν κάτι του κινούσε το ενδιαφέρον παθιαζόταν μέχρι να βρει και να δει που πάει πως εξελίσσεται κάτι από τα της ζωής αφού είχε την ευκαιρία να τη βλέπει να διαβαίνει κάτω απ τα μάτια του τόσο το καλλίτερο παρά να την περιμένει στα βιβλία.
     Αμφιβολία και τρόμος του αχόρταγου βλέμματος του ζώου εκείνου που έχει το όνομα κοινωνία αγορά. Ένα είδος αγοραφοβίας ένα είδος αγκυλωμένης συμπεριφοράς που δεν την έβλεπε για πρώτη φορά το είχε ξαναδεί το έργο και εδώ μάλιστα είχαμε κι έτοιμο κατηγορητήριο και με σκληρή απόρριψη που έφτανε στα όρια θυματοποίησης .Τα συνεργεία αυτά κατασπάραζαν κόσμο .Ήταν μη σε βρουν μπόσικο. Προσωπικά εκείνος είχε δώσει τις δικές του μάχες και δεν είχε επηρεάσει λίγο τα πράγματα αλλά κάτι παραπάνω από πολύ ώστε θα μπορούσε να υποστηρίξει μιαν υπόθεση σαν ετούτη κι ήταν του χεριού του μάλιστα, κάτι που εκείνη δεν ήξερε και πώς να ξέρει απλά είχε πετύχει διάνα στην ψυχή του μ' ένα κάποιο είδος διαίσθησης.
     Την ενθάρρυνε. Πρόβαλε τα χαρακτηριστικά της εφόδια, την εφημεριδική της πείρα που σύντομα θα έβρισκε μέθοδο εξέλιξης στο νέο μέσο και στην παρούσα δουλειά. Τόνισε τη λαμπρή της διαίσθηση και τόνισε τη λεπτή της αίσθηση και να πούμε ευαισθησία απέναντι στο λαϊκό άνθρωπο κάτι που έπιανε στον  κόσμο τον χωρίς ψυχολογία της  υπαίθρου που είχε ακόμη εκείνη την εποχή  δέος απέναντι στον αστό η τον μορφωμένο όπως συνηθιζόταν να λένε. Της μίλησε επίσης για τη διεισδυτικότητα της ματιάς της κι από το γεγονός ότι διερευνά τον άνθρωπο αγαπησιάρικα κι όχι με τη συνήθη στενή έννοια που τους κάνει όλους ίδιους αφού πρώτα τους μεταβάλλει σε αντικείμενα.
     Αυτές οι παρατηρήσεις και την ξάφνιζαν και την ηρεμούσαν και την είχαν κερδίσει κατά κράτος. Άρχισε να κολακεύεται γιατί ένιωθε να γλιστρά από ένα κλίμα αντιπάθειας σε μια κατωφέρεια ενδιαφέρουσα και γλυκιά. Την έφερε μέσα της το κλίμα της συζήτησης που έστρωνε, μακάρισε τη στιγμή που είχε το θάρρος να του ζητήσει να τα πουν. Ήθελε να μάθει κι άλλα, ήθελε περισσότερα, θα μάθαινε περισσότερα!
     Με τον καλύτερο τρόπο!
 Άλλαξε στάση και κάθισε σταυροπόδι, αφού πρώτα σχολίασε «Καθόμαστε όπως θέλουμε, ναι;» Φυσικά εκείνος δεν είχε αντίρρηση κι αφού εδώ ήδη διάβαζε το λύσιμο από τη μεριά των σωμάτων που με τον τρόπο τους κι εκείνα είχαν αρχίσει από ώρες τη δικιά τους συνομιλία  που μόνο εκείνοι δεν είχαν προσέξει, είχαν προλάβει από την προτεραία μάλιστα να διαγνώσουν ελκτική συνάφεια ,τα είχαν πει μεταξύ τους κι είχαν αλλάξει διευθύνσεις πριν διαβαστούν στο νου οι προθέσεις τους.
     Στη βαθιά εκλεκτική συγγένεια η μια ψυχή τρυπώνει στα έγκατα της άλλης και της κάνει έρωτα πριν καταλάβει κανείς οτιδήποτε και το σμίξιμο που ακολουθεί για όσους κατέχουν το φαινόμενο είναι ένας έρωτας που θυμάται  ένας έρωτας που έχει διαβεί τον Αμέλη ποταμό και ήπιε νερό δεξιά από το λευκό κυπαρίσσι, την βρύση  "που οι νιοι έχουνε μπερμπεριό κι οι νιές πλένουν μαντήλια", "λευκήν εστηκυίαν κυπάρισσον" λέει η επιγραφή που είναι εγχάρακτη στο σκοτεινό βασίλειο των ονείρων και του Άνω ρου του Αχέροντα. Για την Αχερουσία δεν ξέρουμε και για της Στύγας τα νερά που σε οπλές αλόγων τα βαστάζουν. Έλα μικρή μου μίλα μου από τα έγκατα του κόσμου εκεί που πήγες θα βραχείς που μαύρο είναι το νερό δε νοιάστηκες;
     Δεν είχε αντίρρηση να καθίσει όπως ήθελε, είχε αντίρρηση κάτι άλλο μέσα του αν μπορούσε εκείνος να κάθεται άλλο να την κοιτά η να την ποθεί, είχε
παρέλθει προ πολλού η ώρα της οικειότητας και της φιλικής διάθεσης. Μέχρι
εκείνη τη στιγμή δεν του είχε μπει ακόμα έγνοια ερωτισμού ,αυτή κρυβόταν από τα μάτια του νου η επιθυμία, ή την έκρυβε σκόπιμα ο νους; Η αλλαγή στάσης έστειλε μήνυμα βαθύ, τρύπωσε μέσα του η επιθυμία.
"Ναι, καθόμαστε ελεύθερα" της απάντησε. Αλλά έπρεπε να προσθέσει και το "αγγιζόμαστε ελεύθερα", γιατί εν τω άμα και προς επικύρωση τη φίλησε ανάλαφρα, στο μάγουλο. Ανάλαφρα επισφραγίζοντας διάθεση και δοκιμάζοντας τα αισθήματα της. Της κράτησε το χέρι ενώ συνέχιζαν τη συζήτηση σοβαρά, η επαφή όμως είχε λύσει τα σώματα σε άλλες αναζητήσεις, γρήγορα βρέθηκαν αγκαλιασμένοι και σε παρατεταμένα φιλιά. Όλο και πιο απαιτητικοί γδύθηκαν και γεύτηκαν την επαφή των σωμάτων, έτοιμοι να παραδοθούν, όπου ξαφνικά τους ζητούσαν για την απογεματινή συνέντευξη.
     Προς μεγάλη τους απογοήτευση, διακόψανε με την υπόσχεση να συνεχιστεί το ξετύλιγμα των ερωτικών περιπτύξεων με τη λήξη της δουλειάς. Ο πυρετός γινόταν υπόγειος και τρυφερά δυνάμωνε τη φωτιά του στις παραποτάμιες όχθες όπου λάμβανε χώρα το γύρισμα. Ο Βοϊδομάτης ποταμός τους έβλεπε κι ανέβαζε τη ροή των ερώτων σαν αγάπες που πίνουν το νερό των ως τα σπλάχνα κι ως τις μέσα καρδιές. Σιγά-σιγά τ' όνειρο κοκκίνιζε και μια φύση από έρωτα τους κύκλωνε σαν κύκλος νερών, υδάτινο βασίλειο που κορμιά βαλαντωμένα λύνονται. Λύνονται ζώνες, δένονται χέρια, μιλάνε μάτια κι αγκαλιές κι όλη η θάλασσα γίνεται δικιά τους.
  Υλικό καρδιάς. Χοροί καρδιάς από της Βάσιας τα τραγούδια έκατσε εδώ σ' αυτό τον τρυφερό έρωτα το νεοφυτεμένο, την ώρα κείνη που οι καρδιές σιγοψιθυρίζουνε τα μυστικά τους, κρυφά από μας, με σκέτο αίμα της καρδιάς.
     Στην επιστροφή, αυτή τη φορά χωρίς να φάνε πέστροφες, πέστροφες που είδανε στον καταρράκτη ν' ασημίζουν και να τινάζονται σαν ασπίδες, έχιδνες του νερού σχίζοντας το τρομαλέο ύψος του, σαϊτεύοντας τ' αυστηρά νερά, αψηφώντας τη γλυστερότητα, γινόμενες και βέλος και τόξο με τρόπο μυστικά απλό, γινόμενες χορδή που εκτινάσσεται και κόβει του νερού τη τολμηρή κάθεξη, κάθετο πάθος στου ποταμού το μάτι, του Βοϊδομάτη. Πέστροφας  των ερώτων που αγάπες πίνουν το νερό των μυστικά- στην επιστροφή κάνανε ένα δυνατό λουτρό μαζί με λουτρό φιλιών και χαδιών πριν γλιστρήσουνε στ' απέραντο κρεβάτι του έρωτα και σε λίγο κυματίζανε στα λευκά σεντόνια, σε μιαν απέραντη παράδοση ηδονής. Έρωτας ολικός, ολική άφεση  αγκαλιάσματα θερμά γλυκά βαθιά ατελείωτα και ξαναρχινισμένα.
     Εδώ έχει ένα γλυκό φως το σύννεφο, νυχτερινό, που από τη μια του χρύσιζε κι από την άλλη κατάμαυρο μήνυε κάποια μοίρα; Πουλάκια του θεού μινύριζαν στις δράνες. Ο ήλιος είχε πέσει από ώρα και τα καημένα ετοίμαζαν ατμόσφαιρα κατάκλισης κι ο ύπνος θα τα χώριζε με τις φτερούγες του. Μη  μπεις έγνοια εδώ, τη χαρά τους μη λοιδορείς λαύρες ανάσες χύνονται  ξεχύνονται  όποιος εδώ αλληγορεί λάθος  πήρε τη ζωή. Μη μπεις έγνοια εδώ.
     παράδοση  συνευρέσεις  συνομιλίες συνέλευση  κλειδιά  φιλιά κι αντικλείδια από καρδιές τους άρπαξαν γοργά  γρήγορα μάθαιναν βάθαιναν,  αφή,  επαφή ,  άφεση  όλο του κόσμου το φιλί, όλα τα τύλιξε γιορτή, σπαρταρά  ψάρι στο βυθό  όπως θαλάμι στο μυχό άγριες κορφές , νόστο που έχουν μυστικό οι ψυχές δοτές  κύκλος οδύνης μάθε να δίνεις, άγγιγμα ονείρου, άνοιγαν τα μελτέμια κορμί  η φούντωση δεν είχε τέλος. κρυφές γωνιές ,γωνιές αποξεχασμένες, άνθιζαν τα κορμιά ερωτικά δώρα σαν απαλό κύμα σκάγανε στο χαριτωμένο μικρό της στόμα, όχι μικρότερο απ' το ροδί της κρυφό μυστήριο, των μυχών με τα όμορφα σαν ροδοπέταλα χείλη, στενό, όχι σαν αυτό του Μαγγελάνου, ούτε Δαρδανέλια θα το πω, δροσερό, καυτό, μειλίχιο, ηδονικό, σφριγηλό, ριγηλό, μικρή φωτιά από μέλι και λάβα, ευαίσθητο σα μύδι και σαν γυαλιστερή , απ' αυτές που είχες δει στο Τρίκερι που  φίλεψε φίλος από Αστόρια ο οποίος  για να τη φτάσει την Αμερική έκανε απίθανες φορές ρεσάλτο την πρώτη του φορά δεκαοχτάρης με βάρκα και βγήκε στη Λιβύη που ο Καντάφι, ναι υπάρχει από τότε, τον έστειλε αμέσως πίσω, γυαλιστερή που σηκώνεται σα φωτιά μέσα από την κόχη της. Με βελούδινη απαλότητα  και χάρη κρυμμένο ,μια ανεπαίσθητη σχισμή στη σάρκα της, ένα δαμάσκηνο θα 'λεγες από σάρκα χωρίς το κουκούτσι του.
  Μες στο μυαλό μπήκε φωτιά ταξίδι διατλαντικό μέσα από τα τρικυμιώδη λακκάκια. Κορμί σπαθί  εφηβικά στήθια, θεσπέσιες μασχάλες, κάτω από τον αφαλό έγερνε απότομα σε γκρεμό, ένα φράγμα από χορταριασμένο αλσύλλιο, μια λόχμη κι έπεφτε στο κρυφό βάθος μικρής αβύσσου που τη στεφάνωναν μικρά λεπτά πέταλα από βελούδο τροπικού άνθους, σάρκινη άνθιση στο βυθό της μαύρης χαλασιάς.
Τα μικρά λοφάκια οργίαζαν, τα στήθια της,. οι κορφούλες σκάγανε από μικρούς πόρους αύρα ερεθισμού ηδονισμένες, λεπτό χνούδι ιδρώς και διαπέρναγε απ' άκρη σ' άκρη το κορμί ρίγος και τρικυμία. Βαθιά συγγένεια εκλεκτική τον πόθο ανέβαζε κι ωθούσε τα πανιά τους σε πλήρη κι ολοκληρωμένη παράδοση. 'Άνοιξαν οι μέσα ωκεανοί, η άβυσσος του τρομερού αγνώστου μέσα τους αναδεύτηκε κι έτεινε τα χείλη στη παραδοχή, στην υπόσχεση, στην κατανίκηση, με τη πιο στενή και βαθιά ομιλία που ενώνει τις πνοές με σθένος, με όρεξη, στις πιο βαθιές πηγές όπου αναβλύζει το αδιανόητο αιώνιο ένα, η κοιτίδα του παντός, η καταβολή, η ρίζα, η αρέσκεια, η μετοχή, η μέθεξη, ο έρωτας, η αλήθεια των κορμιών, το ήδιστον.
     Πηγή ευφροσύνης, συνοδεία παρήγορη και νους σ' αιθρία. Ερωτική μαθητεία. Ευγένεια των εραστών που από την πυρκαγιά των σωμάτων αντλούνε φως για ν' αγαπηθούν πιο πολύ, για να αγαπήσουνε τον κόσμο πιο πολύ,
     Κοιτάνε οι εραστές τα αστέρια και μιμούνται τον κόσμο τους με αστρόλογα
ΔΕΥΤΕΡΑ ΦΥΛΛΑ.
     Βγάζουν το κακό απ τα στήθια τους, κι από τις ερωτικές πνοές εισπνέουν σε ομορφιά, ομορφιά που χαρίζουν σ' όλα του κόσμου τα καλά. Το πόδι τους γίνεται πιο σίγουρο, πιο σβέλτο, πιο επιδέξιο το χέρι, ο νους στρέφεται στο καλό και καμαρώνει τον κόσμο το ταξίδι της ζωής παίρνει φτερά. Η μέθη του θεμελιώνει την προσδοκία και χτίζει τον οίκο ποιητικά, ερωτική ποιητική δόξα της δημιουργίας.
     Το πρωί τους βρήκε λυτρωμένους. Είχαν  αδειάσει την αγωνία τους πάνω στη σχεδία της νύχτας. Ένα φως ευχαρίστησης στεφάνωνε το πρόσωπο τους. Έλαμπαν!  Νοιώθεται το κορμί στη συνεπαφή του με της ετερότητας το κορμί, το άλλο, το πλήρωμα, το άπαν .
  Εκείνη με διασταλμένες κόρες αφήνονταν να χορτάσει τη μορφή του, μορφή που της χάρισε την επανένωση  με τον βαθύ της εαυτό, μορφή που είχε δρέψει την ηδονή του και του είχε χαριστεί . Ήταν πνευματική η χαρά της και την ανύψωνε. Πήγαζε από τα ζωτικά κέντρα  βαθύτατου κορμιού  η χαρά της, την ανέβαζε στην κορυφή των Ιμαλαΐων της. Όλη της η αμηχανία κι η ανησυχία ήταν παρελθόν. Είχε αγαπηθεί. Το καλύτερο θεμέλιο για ν' αφεθεί στη χαρά της ζωής και ν' αναπνεύσει στα έργα του κόσμου, δίνοντας κι εκείνη με σιγουριά το δικό της τόνο στην πραγματικότητα. Ο κόσμος τη χωρούσε, τον ανέπνεε, ήταν και για κείνη, μπορούσε να μετέχει με όλη της την ύπαρξη πλήρης, ανενδοίαστα. Ο έρωτας δεν γεννιέται από μια μεταφορά όπως έχει ειπωθεί μόνον, αλλά επί πλέον μας μεταφέρει στα φτερά του σε μια άλλη διάσταση εαυτού όπου ξαφνικά βλέπουμε και τον  κόσμο μεταμορφωμένο μαζί με μας. Ο έρωτας μεταξύ των άλλων, μας κάνει τολμηρούς, ανεβάζει τη δραστήρια όψη του είναι μας, το σφρίγος παίρνει μορφή ακαταδάμαστη. Κι όσο πιο τολμηροί του δινόμαστε τόσο και το αίμα μας ανεβάζει το κόκκινο και χύνεται από την ανάσα μας παντού.
     Άκρως περιποιητική, διαχυτική πλήρωσε εκείνη τα τσιγάρα, δεν σήκωνε όχι, τα πρόσφερε, έστω αυτό το λίγο ήταν ευχαρίστηση της. Όλοι το πρόσεξαν, ήταν αλλαγμένη κι ήρεμη, το κάνανε το σχόλιο τους αλλαγμένοι κι εκείνοι -διαμορφώνει και το περιβάλλον-, την είδαν με άλλο μάτι, είχε άλλον αέρα σήμερα. Ένας φίλος πάτησε ματάκι, λίγο πιο πονηρεμένος από τους άλλους και με περισσότερο θάρρος μαζί του.
     Στα λουτρά του Καβάσιλα θα ελευθερωθεί το βλέμμα κι η ψυχή τους σ' ένα
τοπίο όμορφο ιαματικό, απόμερο με κρυφή γοητεία στο καταμεσήμερο. Παλιό ασκληπιείο θα το 'λεγες που οι αρχαίοι χρόνοι είχαν ακουμπήσει το χέρι τους, όπου αρχαίες εγκοιμήσεις ξύπνησαν μέσα μας κοιμώμενους καιρούς της μνήμης, μυστικά τής θόλου, θεραπευτικός πάταγος που ερμήνευε κάθε όνειρο και κάθε ψυχής οίστρο κι όλες οι νύχτες βρίσκανε απάντηση. Μια φάραγγα μες στο πράσινο να τη διαρρέει ο Αώος περήφανος, γρήγορος, στροφοδινούμενος με μέγιστο καμάρι. Στην απέναντι όχθη, χωριό-φάντασμα, από κείνα τα χωριά που τα κλαίει ο νους κάποιων ανθρώπων που τα στερήθηκαν στο μοίρασμα του κόσμου. Ελληνικό χωριό που οι συνθήκες το είχαν χαρίσει στη συμπαθή γείτονα χώρα. Εκεί έσπασε μεγαλειώδης ο πίδακας του ιάματος όταν η γραφειοκρατία των νερών θέλησε να το κλείσει φυλακή στην από 'δω όχθη και για να επιβεβαιώνεται το  εμπειρίκιον  Ο altra riva! 
 
     Τι είναι τα συναισθήματα λοιπόν; Μικραίνουμε τον κόσμο ή τον μεγαλώνουμε αν παραιτηθούμε από τις λέξεις και στραφούμε στην αμιγή γέννηση των συναισθημάτων πριν εμφανιστεί η λέξη κι ο λόγος; Τα όρια των κορμιών είναι μεθόριος.
     Αν και κάθε προσέγγιση προς το αρχέγονο είναι αναγκασμένη να περάσει από τον ζυγό της σκέψης και της γλώσσας, καθόλου απαγορευτικό να κοιτάξουμε στον άγραφο χώρο με άλλο μάτι κι άλλο νου, τον ανοιχτό χώρο σαν πηγή του αρχέγονου αισθήματος. Μόνο με μια φυγή πίσω απ τις λέξεις  μπορούμε να διαβάσουμε την πρωτοεμπειρία και έξω από τα συστήματα συνεκτικής ερμηνείας.
     Ανοιγόμενοι στη μεριά του αγνώστου, στην άμεση πηγή. Είναι γι' αυτό που
επιμένω να σκάβω με άλλο τρόπο στο ερωτικό κλινάρι να δω πίσω από το
πολυπαιγμένο φαινόμενο, εκεί που κατοικεί το πραγματικό φιλί, εκεί που η
ενέργεια του χαδιού  κατορθώνει κάτι πρωτόγνωρο και μας μπάζει στις μνήμες των σπλάχνων, κάτω από τις στρώσεις του υλικού που ρίξανε οι αιώνες
εκλέπτυνσης. Δε λέω πως βγαίνω απ' αυτό, ζητώ να περάσω κάποια στρώματα, να δω τη γεύση σαν γεύση, την όσφρηση σαν όσφρηση, τον έρωτα πηγή προσδοκίας. Τον έρωτα φυγή προς το συναισθηματικό βάθος όπου κι ο χρόνος βρίσκει τη πραγματική του διάρκεια. Φυγή προς τη πραγματική αίσθηση του φιλιού αυτού εδώ του προσώπου, που αποκάλυψε βαθύτερα στρώματα έρωτα, βαθύτερες εμβιώσεις του και που άνοιξε ένα κόσμο ανθρώπου με άλλη καταγωγική μοίρα απ' ό,τι είχες υποψιαστεί ποτέ. Ένωσε με τη συγγένεια της ύλης και του νου που έχουν ισαρχέγονη μοίρα. Σε ανάγκασε, σε ωρίμασε να στραφείς στην εμβίωση των ίδιων των λέξεων στην ένωση τους με βαθύτερα ψυχικά σκιρτήματα.
     Σε ειδοποίησε στη σύλληψη  ψυχογόνων ρυθμών του σώματος, έκανε να νιώσεις την ενότητα σπλάχνων και νου και πως δεν έχει ηδονή κι απόλαυση ο νους, όταν το βαθύτερο σώμα ενεργά, μυστικά δασκαλεμένο, με κίνηση ρυθμό, φιλί, γλώσσα, συνενεργούμενο ως όλο  ψυχοσωματικό γίγνεσθαι σ' ερωτογόνες γραμμές κι ορίζοντες ενδοχώρας.
     Με κέντρο τις πραπίδες και μαθαίνουμε πως ο άντρας είναι στα φρένα του
τυφλός άνευ μουσών. Οι μούσες δίνουν το μουσικό τόνο και μούσες θα πει
ερωτικές, ποθητές και πρέπει κι οι εννιά να μπούνε στο μυαλό μας, αν όχι δέκα, την ώρα που το ποθείω και μάομαι, έχει ενεργώς συναρπάσει όλες σου τις άρπες από τα κατάβαθα σου  και να χορδίσουν μουσικά, να  εμπνεύσουν, να χύσουν εκείνο τον ίμερο που κάνει τα μάτια  να πονάνε. Ο έρωτας είναι μουσική. Αυτό συνοπτικά ήρθε κι είπε η σύμπηξη με τη μαγική παρουσία εκείνης. Και γιατί τόσες μέρες να λες και να ξαναλές για έρωτα μιας δοξαριάς, τι είδους μαντέματα είναι αυτά που σου τις κλέβει η Καλυψώ τις όμορφες; Από που τρυπώνουν στην ψυχή τούτα τα μυστήρια μου λες ; Στο βαθύ της χάδι το όστρακο του στήθους έγινε μουσικό όργανο και σε τραγούδησε.
     Αναδύθηκε σε μιαν αρμονία με μαέστρο εκείνη, τη μαστοριά της, την ερωτική των χεριών της, του κορμιού της, των χειλιών της, της ανάσας της που βάθυνε τη σωματική επιφάνεια κι έκανε τις αόρατες χορδές να ηχήσουν μοναδικά μουσικό ερωτικό φως, τραγούδι του σώματος, τραγούδι απαρχή του έρωτα που σε φώτισε με ερωτοπτία, ερωτολαμψία, εισαγωγή στην αθανασία.           Γιατί ο έρωτας αν μείνει να καίγεται στα σεντόνια του, τίποτε δεν είναι παρά ένα βουβό κύλισμα στο στάδιο του καθρέφτη και στο βάθος κλιναριού που φάτνης προσομοιάζει. Αν δεν πετάξει με τη βοήθεια των μουσών μέσα στα λόγια μας προς την αγαπημένη για χίλιες και μια νύχτες σχίζοντας πλάθοντας ορίζοντα διατλαντικό γιατί από αυτά τα κύματα ήρθε κι εκεί θέλει να επιστρέψει σε εκείνο εκεί το πέλαγος της απέραντης ομορφιάς που είναι τόσο ψηλά που σπάει ο σβέρκος μας για να δούμε. Ένταση και κορύφωση διάταση και όγκωση στήθους ένα μαγικό κοράλλι μπλε και διάφανο ιδρύει μέσα μας μιαν αίγλη καταδική μας με υμενόπτερη φτιαξιά και μας μιλά αθέλητα, μας εκφέρει μας εκφράζει γιατί κάνει το στόμα μας μεθυσμένο της χαράς και της έκστασης. Είναι η στιγμή που σε άδραξε το πραγματικά ωραίο, η στιγμή του κάλλους, της τρανταχτής Κ α λλ ο ν ή ς, ιδού αυτό το κάλλος με την κρουστή του υπόσταση που με φρίκη σε κρούει αινιττόμενο την άλλη αλήθεια! Νερό στα ρω, ροή του έρωτα υγρή, υδάτινα σεντόνια και της Βάσιας τα αιμάτινα από ουρανό θε μου! Της γελαστής αυτής αοιδού που την άκουγες με κατάνυξη ένα βράδυ να υφαίνει στη φωνή της τον κόσμο μουσικά. Ζήλεψαν οι σειρήνες τη φωνή. Ουράνια των μολπών κι οι άγγελοι σκίρτησαν.
     Ένα σύννεφο κόπηκε από τον ουρανό κι έπεσε μες το διάβα, κοκκίνισαν οι μηλιές από πόθο και μας δώρισαν τα μήλα τους, οι άγγελοι του βοριά υποκλίθηκαν, τούτη η αοιδός δεν έχει όμοια της! Θα ξαναπάμε στο κλαμπ της ,θα γευτούμε τους καρπούς της φωνής της σύκα και ρόδια  μες στο μπαχτσέ και λατρευτά δαμάσκηνα  στον κόρφο  αναμμένα ένα παράξενο φως  κάνει το σώμα της διάφανο , από το στόμα της  στάζει η κερήθρα μέλι. Θα σε ξανακούσουμε γλυκιά φωνή! Εδώ έπρεπε να λαβαίνουν χώρα οι ιερογαμίες κι οι τελετές μύησης των εφήβων -όταν θα σεβόμαστε τα μυστήρια της ζωής κι όταν το ανάλογο δέος γίνεται οδηγός κι οδός ψυχαγωγικής. Στους ύμνους θείων ερώτων πετυχαίνει να συμβεί ό,τι θα όφειλε να συμβαίνει κάθε μέρα για να γίνεται το ταξίδι της ζωής γλυκό κι όχι να κόβεται σαν το γάλα, να ενώνει δηλαδή τούτος ο θειος αοιδός έρωτα και
θρησκεία σ' ένα μαγικό συνδυασμό που όμοιος του δε βρίσκεται. Να 'χω αυτές τις ενοράσεις, σαν τώρα που καταλαβαίνω τι θα πει ασκώ τέχνη. Τι θα πει καλυτερεύω και τούτη την καλυτέρευση τη δίνω στο έργο των χεριών. Προσθέτω της ύπαρξης, από βάθος μέσα μου προκύπτω σε κείνο τον αναβαθμό όπου η ψυχή θυμάται την προέλευση της από το πολύ του κόσμου! Θα επανέλθουμε σ' αυτά τα λόγια για να τα δούμε στην προοπτική εκείνη που αναπτύσσεται μπροστά στα μάτια μας. Θα πάρουμε τούτη την άποψη μες στον κόσμο της ανάδυσης του ατόμου. Εδώ που τώρα αξιώνεται ένα άλλης ελευθερίας πρόσωπο, πνευματικότητας στο ύψος των δικών μας ματιών.
     Ετούτη η δουλειά είναι δουλειά μνήμης, αλλά μνήμης που θυμάσαι και το
μέλλον. Εκείνο το μέλλον της φράσης ετούτης "τι ην είναι ". Τότε όταν η ψυχή σ' αυτήν εδώ τη φύση όπου πρέπει να είναι κι ο θεός σμίγει το νου κι εκεί λαβαίνει χώρα το "νόησις νοήσεως ,το θείο εν ημίν"
που αν μη τι άλλο, τι είναι πιο άξιο να σκεφτεί παρά τον εαυτό του Εαυτόν
θεωρεί το θείον ,άρα εμάς γιατί να μας κοιτάξει;  Κι εμείς που είμαστε κάτι
από το θείο όταν  διαφάνεια μας δείξει, θα μας φανερώσει του εαυτού μας
τα βάθη, όταν θα πλησιάσουμε στα χείλη της εσωτερικής αβύσσου και δούμε που ο άγγελος μας φοβόταν να πατήσει... δε θα βάλλουμε τι φωνές θα κάνουμε ένα βήμα πίσω για να κρατήσουμε την εικόνα αυτή ζωντανή μη μας καταπιεί η διαφάνεια, θα σεβαστούμε τούτη την ανοιχτή σαν περιπέτεια θεοφάνεια εκείνα τα βάθη του εσωτερικού επέκεινα.
     Τι μου είπε η Βάσια; Ένα στοιχείο θηλύτητας, τρυφερότητας ήθελε πει;
 Η πρώτη φιλοσοφία έχει τα θεμέλια της μέσα της, ράβει το ψηλόκορμο φόρεμα της μόνη δεν πάει σε ράφτες και μοδίστρες ,κάπως αργεί τελευταία το ράψιμο κι ίσως συμμαζεύει κι εκείνη όπως κι η ποίηση τα ράκη της κι η γύμνια μας δεν έχει τέλος... μήπως αγαπητέ μου σκεπτικιστή, γυμνό σε θυμηθείς καλύτερα;

TΡIΦΥΛΛΟ 
 
     Η ηδονή της ποίησης έγκειται στο ρυθμό, μάλιστα ο ρυθμός συγκινεί
καταδυόμενος σε βάθος ψυχής. Η ηδονή της αφήγησης εγείρει πρωτόφαντα  την εκφραστική ενδοχώρα. Η ηδονή της ζωγραφικής έγκειται στην πρωτογνώριστη εικόνα κι όταν μάλιστα πετύχει αρμονική χρωμάτων και γεωμετρία στέρεα αρχίζεις να τραγουδάς. Η ηδονή της σκέψης χαρά και γιορτή άφατη, μετέχει σε όλα με κατανόηση.
     Η αφήγηση ξανανοίγει τον έρωτα. Ανοίγει πνευματικές περιοχές έτοιμες να
ηχήσουν στο συναπάντημα της έκφρασης συναισθημάτων. Και λες: Μην ξεχνάτε οι χορδές οι φωνητικές, είναι ισαρχέγονες. Γιατί άραγε; Για να ακούγεται το κλάμα; Και πότε ο άνθρωπος έπιασε το γέλιο; Λέτε να περίμενε την εξέλιξη της συγκίνησης; 252 μυς συνεργούν στο γέλιο!
     Όλα τα κάνει το θυμικό. Θα ήταν απαράδεκτο ν' αφήσουμε τον έρωτα σε έργο του μοναδικό να βαθαίνει κρεβάτια. Πριν ακόμα αφήσουν τα κρεβάτια οι
εραστές, επιδίδονται σε πλήθος ενέργειες ερωτικών περιβαλλόντων. Περιβολή
του έρωτα δεν είναι η γύμνια. Από τα χαμηλά κατώφλια πάει στα πιο ψηλά
μπαλκόνια. Από την πιο υλική προσήλωση στις πιο λεπτές άυλες περιοχές και
φτερουγίζει. Απ' το πιο φτηνό τραγούδι στο πιο περίπλοκο στων ιδεών τη χώρα.
     Σε καμία τέχνη δεν αστοχεί. Επιθεωρεί όλα τα έργα. Γονιμοποιεί τα πιο
λαμπρά μυαλά. Κάνει τα πιο μεγάλα σχέδια. Και πουθενά δε σταματά. Άντε τώρα εσύ πες μου αν είναι ποτέ εφικτό με τέτοιο θόρυβο να σου τρυπά το μυαλό, δεν πρόκειται για κανένα έρωτα, μιλώ για το σκαπτικό που τρυπάει τα νεύρα της γειτονιάς και τα δικά μου φυσικά. Ποιος νοιάζεται για τη γειτονιά.
     Μερικές φορές σου 'ρχεται να φιλήσεις το μολύβι σου, τόσο σε λευτερώνει 
αυτό που γράφτηκε. Νιώθεις μια άφατη γαλήνη. Γαληνά Γιάννινα κι ερωτική  κυρά Φροσύνη. Πλαταίνει ο κόσμος σαν τη λίμνη κι αφήνεται σ' όλα τα πλεούμενα ο μόλος. Ο οβελός του τεμένους δείχτης στο ρολόι του ουρανού και δείχνει όλες τις ώρες μεσάνυχτα. Μεσάνυχτα στον Κασαμπά κι ο πασάς διαβαίνει αόρατος, περήφανος με τις πολύχρωμες γούνες του στιβαρός, βλοσυρός, πάντα με ξεκαρδιστό και πονηρό γέλιο γαλίφικο και τρανταχτό που σφάζει! Τον βλέπει ο δερβίσης και ξεχνά το νάι. Τον βλέπει η κυρά Βασιλική και γίνεται σουλτάνα και χλιμιντρίζουν τ άλογα "Ένας πασάς διαβαίνει μες στον Κασαμπά". Τραγούδι ηπειρώτικο, κλείνει έναν κόσμο μέσα του. Μπαίνει ο σκοπός του απ' τα παράθυρα και σε ξυπνά, ψαύεις στο πλάι σου το γυμνό της κορμί λες και ψαύεις τη Φροσύνη, τη μάγισσα της ομορφιάς, την εταίρα στο γιαννιώτικο έρωτα, μήλο κόκκινο κορμί, δίπλα σου εκείνη οδαλίσκη, από τα χαρέμια του Ενγκρ ή μήπως του Ντελακρουά; Λευκή επιδερμίδα μάτι γραμμένο, ερωτική λαχτάρα, χείλη βύσσινο σφιχτό ηδονικά χορτασμένο και πάντα έτοιμο για νέα ηδονή, καμπύλη του κορμιού ελαφριά σαν τον ορίζοντα της λοφοσειράς, η χλόη στη συμβολή των μηρών γλυκιά υπόσχεση συντριβής στο σκιερό λειμώνα των ηδονών. Ηδύτης μικρής γαζέλας που άραξε στην ακροποταμιά και σιγανασαίνει την ποταμίσια αύρα από τα ρουθούνια της σ'  αρχαίαν ώρα αυγής του παλαιόκαινου. Σχεδόν βλέπεις τα βότσαλα βλέπεις τις όχθες, καθρεφτίζεται στις κοίτες του αρχαίου ποταμού. Κρατάς την αναπνοή σου μη ξυπνήσει από την ηδονική της κοίτη η νύμφη, μικρή γαζέλα, μην της στερήσεις το αρχαίο βάπτισμα, τη βαθιά μνήμη του σώματος, τον ωκεανό των πρώτων αστεριών όπου αναπαύεται.
     Νιώθεις σαν αρχαίος θεός, που γέρνει το κεφάλι πάνω από τους ώμους του και κατοπτεύει , εκτιμά την ομορφιά κάποιας άγνωστης του νεράιδας που έχει σπίτι το ποτάμι και βάζει στο μυαλό του να σμίξει μαζί της νεροποταμός θεός. Μεγαλώνεις να νιώσεις τη δύναμη του θεού, γίνεται το σώμα σου μια ροή, ένα ποτάμιο ρεύμα ν' αρδεύσεις τη θηλυκή γόνιμη γη της. Κρέμεσαι όλος πάνω της. Νιώθεις την υγρή της φύση, κόρη των νερών, σμίγετε δυο σταγόνες, γίνεστε μια, του υγρού στοιχείου απόλυτη ροή προς τους ωκεανούς των υδάτων, ροή κινούμενη, ροή ακίνητη, απολυτότητα ρεύματος.
  Η Μαρίκα  Νίνου  μπαίνει από το παράθυρο με μέταλλο φωνή: "Γεννήθηκα, γεννήθηκα για να πονώ". Ξύπνημα στη φωνή της γης. Ξύπνημα στον πόνο και στο βάσανο. Στο λέει η γη μ' ένα τραγούδι, στο λέει με μάσκα ομορφιάς η Μαρίκα απ' το παράθυρο. Μην πέσει ο ουρανός και σας πλακώσει, μη γείρει όλος πάνω σας. Πέσανε σε πρωινό έρωτα, στο δροσερό αεράκι έρωτα πονεμένο.
     Στο δόκανο των αισθήσεων πάντα. Με μικρή φροντίδα να αφεθούνε στην αγωγή των αισθημάτων. Ανήμποροι να πάρουνε τα μάτια τους, μάτια που τα νοικιάσανε και δεν ωφελούνται μήτε το νοίκι. Τα μάτια και τις άλλες αισθήσεις που ρέπουν ασύστολα προς τα κει, ακολουθεί κι ο νους μαγεμένος. Στο δόκανο των αισθήσεων πάντα. Προσηλωμένοι. Αισθησιασμένοι. Μαγνητισμένοι από την ηδονική κρούση των σωμάτων. Κρούση που μεταβαίνει στο μυαλό. ο παλμός της καρδιάς, το αλαφιασμένο αίμα, η ασθματική ανάσα, πανικοβάλλουν το πνεύμα, το δεσμεύουν στο θόρυβο τους με τον κυριαρχικό ρυθμό τους επεμβαίνουν σαν κλείστρο νου, έχουν το πάνω χέρι στην κίνηση των νευροδιαβιβαστών κι οι φερομόνες φρυάζουν... θα τα πάρει το πνεύμα αργότερα τούτα τα κεκτημένα των ηδονισμένων νευρώνων... Όπως μετά από μια μεγάλη καταιγίδα ο ουρανός αποκτά  μια διαφάνεια, μια καθαρότητα, μιαν αίγλη αποκαλυπτική, που τον σκούπισε η ορμητική καταιγίδα, τον αποφόρτισε από τα ηλεκτρισμένα νέφη κι όλα τα νερά κατέβηκαν στη γη και ξανάγιναν ποτάμια, έτσι ένιωσαν ελεύθεροι, καθαροί, ανάλαφροι, διάφανοι κι ενθουσιασμένοι... το χέρι του στο χέρι της με καμάρι στην Κόνιτσα-κασαμπά περπάτησαν τη μικρή αγορά της , ρούφηξαν με τα μάτια τους τη λιτή ομορφιά της κωμόπολης, της οποίας το προσωνύμιο κασαμπά μαρτυρά περασμένα μεγαλεία. Γαληνεμένοι και πιο ωραίοι από ποτέ, με χαρά κι ικανοποίηση που ξάστραφτε πατόκορφα σαν ευφυΐα που τους είχε διαπεράσει σε όλους τους πόρους των κορμιών τους, με μετάγγιση ηλεκτρισμένης επαφής καθίσανε στο μικρό καφενεδάκι, ήπιαν καφέ, γλυκό κουταλιού και τσίπουρο μ' αυτή τη σειρά.
     Ο κόσμος έλαμπε, η χαρά τους ήταν άφατη, ερχόταν ο άλλος έρωτας τοξοφόρος και φτερωτός να τους τυλίξει στο μαγνάδι του. Είχαν εκθέσει ανεπανόρθωτα τα κρυφά περάσματα της ψυχής τους. Στον ερωτικό αυτό χορό θα γινόταν παρανάλωμα υπάρξεως. Απόλυτο δόσιμο, απόλυτη ασυδοσία του μικρού θεού. Τα βέλη του τους τόξευαν αδιόρατα, αδιάκοπα. Σαϊτιές από γλυκόλογα, από ματιές παθητικές, από γλυκά φιλήματα, από άγγιγμα.
     Κάθε εξωτερικό βήμα πάει βαθιά την αισθηματική αγωγή τους. Το μάθημα ανεβαίνει, παιδεύει, ανάγει, ο έρως τους ομορφαίνει. Ποτίστηκαν, αρδεύτηκαν
απότομα με καταιγιστικά νερά, τώρα τραβάνε τους χυμούς, χυμώνονται,
βλασταίνουν τα κλαδιά, αμολάνε άνθη στη ψυχή.
     Η σφοδρή άρδευση δίνει σειρά στο γλυκόλογο, στο γλυκοκοίταγμα κι
ανεβαίνει ο έρως ολοδύναμος στη γλώσσα, παίρνει πνευματική τροφή μεγαλώνει, κραταιώνεται. Το πρωτογενές βίωμα πολλαπλάσια γόνιμο γίνεται στο άγγιγμα της αόρατης ράβδου του πνεύματος, δοκιμαστήρι του έρωτα το λεπτό πνεύμα.
     Στην ελευθερία του πνεύματος εκδηλώνει τους νόστιμους καρπούς του. Πρέπει να εισχωρήσουμε σε τούτα τα πνευματικά μποστάνια, αυτούς τους ολάνθιστους κήπους, όπου ο ελαφροπόδης έρως στήνει χορό ανάερο. Να ονοματίσουμε τις πνευματικές κλίσεις. Από το αίσθημα, στον αισθησιασμό, την αισθηματική αγωγή , στην πιο λεπτή περιοχή της μονής , στου ύψιστου μυστήριου την εμβίωση.
     Θα δαγκώσει η Εύα το μήλο της γνώσης, θα γευτεί ο άντρας στο άκουσμα του κόσμου που ηχεί μέσα στο ένα μήλο, θα αισθανθεί τη γυναίκα ευαγγελισμό στην αγνιστική εκείνη μορφή που θεμελιώνει την επίγνωση του ένθετου νοήματος; Γυναίκα επαγγελία που συνεπαίρνει και πλαγιάζει την επιθυμία τόσο όμορφα ώστε η κατάκλιση είναι ονειροβασία ένα βήμα από τον παράδεισο...

          Όταν ο άνθρωπος έπιασε τη γραφή ,είχε ολοκληρώσει το τραγούδι του και το κατέγραψε με μιας. Σε μεγάλη ποίηση. Το προφορικό του μεγαλείο, το ηχείο της γλώσσας του άστραφτε μοναδικά, τα είχε ονοματοδοτήσει όλα και μπορούσε να τραγουδήσει υπέροχα. Η γλώσσα στο στόμα του είχε βρει το σπίτι της κι ήτανε τόσον όμορφο μυρωμένο στόμα, χρησμοδοτούσε μέχρι το πέρας των καιρών. Ευαγγελιζόταν τη μοίρα για πολιτισμό, για την πολίτιση του.  Η μεγάλη μήτρα ποιητών και σοφών και κάθε πολιτισμού, αρχείο μεγαλειώδες, σάρκα των αιώνων. Ευθύβολα λόγια και σοφά. Μαρτυρία των παντοτινών μας αισθημάτων.
  «Ποτέ το καλλίροο νερό των αιώνιων ποταμών πεζός μη διαβείς, πριν ευχηθείς, μόλις τ' αντικρίσεις στα όμορφα ρέματα, τα χέρια σου αφού νίψεις στο πολυέραστο λευκό νερό,
όποιος ποτάμι διάβηκε με κακότητα  μα και με άνιφτα χέρια, αυτόν οι θεοί τιμωρούν και πληρωμή του δίνουν πόνο».
     Πόνο που εισπράττουμε από παραβίαση του στοιχειώδους κι αυτονόητου που εξαγγέλλεται σ' αυτές τις στροφές. Διδασκαλία κρυφή, διδασκαλία λεξική, βρίσκεις του επίθετου την έγνοια να στολίσει τον κόσμο του ουσιαστικού ονόματος επιτείνοντας τη σημασία του σαν παραστάτης νοήματος σαν πιο έκδηλη που καθιστά την κορμοστασιά και φανερότερη την εικόνα, πιο φωτισμένη και πρόφαντη σαν άνθος στον κορμό της φράσης και νιώθεις το ρήμα σαν το χυμό που χυμώνει όλα τα κλαδιά του φραστικού φυτού. Μικρές
παραστάσεις νοήματος στο δέντρο της γλώσσας, στο δομικό σύγκλαδο της
ποίησης. Ζυγισμένα από κόμπο σε κόμπο του δέντρου, ανεβαίνουν ρυθμικά,
έμμετρα, αρμονικά από τις ρίζες μέχρι τα φύλλα και μέχρι τα 
   ΦΥΛΛΑ
     Τα αναφυλλίζει ο βοριάς καταμεσήμερο, σηκώνονται τα φύλλα ψηλά, σχεδόν πετάνε και τα χάνουμε. Να ξαναβρώ τα φύλλα, να ξαναδώ τα μάτια της, να διαβάσω μέσα στη ψυχή της βαθιά. Να ιχνογραφήσω την αύρα της, την άφατη μελαγχολία της. Μ' ένα καημό να την τραγουδήσω σ' ελεγείες που ποτέ δε γράφτηκαν, να πάνε τον ήχο της πέρα απ' το θάνατο, πέρα κι απ' των νεκρών τη χώρα, στο μακάριο ουρανό, την πατρίδα της. Πονάνε τα μάτια μου, πονεί το σώμα, το χέρι τρέμει πάνω στο λευκό χαρτί. Λευκό χαρτί όπου το σώμα της βάζει υπογραφή από τ' ολόλευκο άσπιλο κρίνο του. Συμπαθητικό λευκό που τα μάτια εκπαιδευμένα στην αορασία το διαβάζουν, το ζουν.
Σε τέρενα χρόα  Περμησσού λουζόταν κι έχαιρε ο τόπος, ανάφεγγε σε ίμερο, σε ψυχωμένο βήμα, σ' έξαρση, τη μουσική έβαζε ο άνεμος μες στα κλαδιά, σύγκλαδα αμαδρυάδων. Σκιερός ναός το σύδεντρο στ' απάτητα, τ' άφταστα του Κιθαιρώνα, στον θεϊκό Ολμειό, στην Ιπποκρήνη. Γύρω από την ιόφαντη κρήνη με πόδια απαλά, ορχούνται και κάνουν το τοπίο να μελωδεί. Για τους θεούς. Και για μας. Σηκώνουν το βλέμμα μας ψηλά, μας υψώνουν, κεντρί και δέλεαρ να πετάξουμε ψηλότερα, να ελευθερωθεί το σκουντούφλικο βήμα μας, εκεί που μας δείχνουν τα αστέρια: Το χιτώνα του ουρανού το χιλιοκέντητο στων άστρων το φως. Με χαμηλή πτήση γυρίζει στην πατρίδα της, η εράσμια του πόθου, η θελκτική του ίμερου, ο καημός.  
 
                                         Τέλος Α' μέρους 
  
 Από β μέρος δυο στίχοι

Γυναίκα χαλί της γης, γυναίκα χάδι της ζωής
Γυναίκα φιλί φωτός, γυναίκα ανάσα φως
Πέρασες σαν αστραπή του σύννεφου αναλαμπή
Έκαψες το φυτίλι απ' το πρωί ως το δείλι 

___________________________________________________________


ΦΥΛΛΑ

Όχι μην κλαίτε για μένα. Δε φοβάμαι μη τρέξει το μακιγιάζ ,γιατί δεν το φορώ. Άλλη μου η έγνοια. Όχι δεν λυπάμαι που φεύγω ,δε λυπάμαι που μένετε. Είναι μάταιο. Μάταιο να κλαίτε. Όχι μη κλαίτε για μένα.

Όχι δεν κλαίμε .Δεν έχουμε δάκρυα .Το δάκρυ είναι της ψυχής ,την Ελεγεία της λέμε. Λόγια από καρδιάς. Κι όταν η καρδιά έχει θλίψη ,σου υποκλινόμαστε ,ομορφιά μου!
Γυναίκα χαλί της Γης  * πέρασε σαν αστραπή
γυναίκα χάδι της ζωής * του σύννεφου αναλαμπή
γυναίκα φιλί φωτός      * έκαψες το φυτίλι
γυναίκα ανάσα  φως     * απ το πρωί ως το δείλι

*
Περνώντας το τούνελ μ έπιασε πάλι ένας τρόμος. Κι απάνω εκεί σκέφτηκα τον απτόητο Χέγκελ που όταν βρέθηκε κατάποντα σε μια δεινή τρικυμία ,διαβεβαίωνε τους πάντες ότι είναι ασφαλείς .Τόση εμπιστοσύνη είχε στο άστρο του. Την ίδια εποχή βέβαια δεν είχε παρόμοια  τύχη ο Σέλεϊ που ανοιχτά της Μεσσίνας πήγε άπατα με το ιστιοφόρο και το φίλο του. Δε γνωρίζουμε σχόλιά του. Ο Μπάιρον μάλιστα στάθηκε τυχερός που δεν ακολούθησε αυτό το πείραμα κινδύνων των φίλων του τελευταία στιγμή, άλλα του επιφύλασσε η μοίρα του. Το σχόλιο του Νίτσε αρκετά αργότερα τα λέει όλα: Από τα τάματα που βλέπουμε να εκπληρώνονται πρέπει να συμπεραίνουμε πόσα δεν φτάσανε στον προορισμό τους. Μολοντούτο δε σημαίνει ότι γλιτώνεις ή αψηφάς τον τρόμο. Η ζωή κρέμεται από μια τόσο αδύναμη κλωστή που τίποτε και κανείς ποτέ δεν ξέρει. Ακόμα ακόμα δεν ξέρουμε πώς στεκόμαστε όρθιοι. Είναι ένα τόσο μεταφυσικό πράμα η ζωή που λίγο να το σκεφτείς σε γεμίζει απορίες . Κι αν το σκεφτείς λίγο περισσότερο αρχίζεις να υπνοβατείς.
*
Ήθελα να ξέρω τόσες ψυχές ,τόσες ζωές εδώ γύρω πού πάνε άραγε, τους δικαιώνει τι όλους αυτούς. Ή είναι βουτηγμένοι στην επιβίωση κι όσα έρθουν. Καλλίτερα έτσι. Γιατί αν το βασάνιζαν θα είχαν αρκετούς μπελάδες ,τους φτάνουν αυτοί που έχουν .Καλλίτερα έτσι. Ήθελα να ξέρω ακόμα για κάποια υπόλοιπα θρησκείας. Λίγο καιρό πριν οι ναοί , οι εικόνες ,οι Κυριακές , οι αργίες ,είχαν μια θρησκευτική σημασία. Τη δεκαετία του εξήντα τα θρησκευτικά δράματα πέρασαν απ τους ναούς στις οθόνες ως μεγάλες αφηγήσεις. Έγινε μια μεταγραφή στις νέες τέχνες κι όχι βέβαια ανιδιοτελώς ,όπως άλλωστε και ποτέ η τέχνη στις μεγάλες της δόξες δεν υπήρξε τόσο ανιδιοτελής.. Αλλά πάω λίγο πίσω για να πάμε κάπως πιο μπροστά. Ποιος δίνει σήμερα σημασία σε πράγματα τόσο παλιά εκτός από μια αισθητική τους αποτίμηση; Εδώ πράγματα μόλις χτεσινά ,αξίες, ιδέες , τέχνη και γίνονται αρχαιολογικό είδος .Και ακόμη δεν είδαμε τίποτε. Εικόνες, ιδέες, σκέψη , τρόπος ζωής, προθέσεις .Όλα τούτα τα αρδεύει ένα χάος, μια έκπτωση ,στο μύλο της αποδόμησης , αποδόμηση που κάνει η ίδια η ζωή αποτινάζοντας κορσέδες αιώνων. Τα σοβαρά έργα της κάθονται στο στομάχι της σύγχρονης κοινωνίας ,του πλανητικού χωριού ,το οποίο θυμίζει λίγο απ όλα τα πρώην χωριά ,που ακούγανε βλέπανε αλλά δεν καταλαβαίνανε ,είχανε τον παγανισμό τους ,τα πανάρχαια έθιμά τους ,τα γλέντια. Έτσι και το πλανητικό χωριό ,δεν υπομένει τη λεπτή ζήτηση. Τελικά μεγάλες συλλήψεις και συνθέσεις περνάνε απαρατήρητες και στα αζήτητα ,η κοινωνία παίρνει ανάσα κα ξαναβουτά.
*
Η Ευρώπη μαθημένη ,συνηθισμένη στα μεγάλα αναστήματα σήμερα δεν ξέρει που να πάει. Κόλλησε σαν το γάιδαρο στη λάσπη.
*
Απ’ όταν μάθαμε πόσο ευτελείς υπάρξεις είμαστε ,πόσο αχρείοι αναρωτιέμαι αν έχει νόημα να το σκεφτόμαστε ,πολύ περισσότερο δε να μιλάμε για μοίρα του κόσμου. Έ! Λοιπόν δεν έχει καμιά μοίρα .Μύστες ,άγιοι, φιλόσοφοι, όλοι οι ερημίτες τωρινών και περασμένων είχαν απόλυτο δίκιο. Μόνο από μακριά μπορείς να ζεις το ανθρώπινο κοπάδι. Ή που δεν καταλαβαίνουν ή που θέλουν να σε κατασπαράξουν : Δε  σηκώνουν την αλήθεια. Πες τους αν είναι κανένα βολικό παραμύθι.
*
Γάλλοι: εξυπνάκηδες. Γερμανοί :μονήρεις κι αγέλαστοι. Άγγλοι :Σνόμπ και απλησίαστοι τζέντλεμαν. Από αυτά τους τα χαρακτηριστικά βγαίνει κάθε επιτυχημένη τους δουλειά. Στην τέχνη ,στην πολιτική ,στη σκέψη.
Αμερική: χρήμα και μπίζνες.
Και να θέλεις δεν μπορείς να περιμένεις τίποτε απ όλους αυτούς. Γιατί αυτοί είναι οι ισχυροί και κυρίαρχοι. Για πόσο; Όσο η τεχνολογία τους θα απέχει σημαντικά από τα υπόλοιπα έντεκα δωδέκατα της γης. Πάντως  πολύ σύντομα το θέμα θα ζορίσει. Η νέα τεχνολογία θα διαδοθεί αστραπιαία. Και τότε κάνε καλά με πεντακόσια έως ένα δις εκατομμύρια χρήστες στην Ασία σε δέκα χρόνια το πολύ. Θα πουλήσεις αλλά μετά τι κάνεις που θα βαρύνει η πλάστιγγα υπέρ τους.
*
Εκείνη τη μέρα καθότανε  στο μπαλκόνι της και πίναμε καφέ. Διάβαζε τα φύλλα ημερολογίου που της είχε δώσει .Έγραφα για τη νύχτα που προτίμησε να πάει στο Λυκαβηττό και εκείνον τον είχε να την περιμένει στο Στρέφη. Πήγε να ακούσει Κοέν ,αυτός  μπορούσε  να περιμένει. Ζήλεψε αυτόν τον τύπο που έπαιρνε μεγαλύτερη σημασία από τον ίδιο  για τη βραδιά της., δεν μπορούσε να περιμένει καλλίτερα ο Κοέν;  Αυτό τον βούρλιζε και έπιασε να της γράφει πάνω κάτω τα εξής:

Κατάβασις ήρξατο και δεύρο . Μη σε πλανέψει η ψεύτικη λάμψη του.
Να δω αυτή την εξαγγελία σε ανύποπτους καιρούς ως μια διόραση ,να στραφώ και να αντλήσω μάθημα από τα καθιερωμένα θυμικά αναβλύσματα που ξαφνικά ηχούν ως προοράσεις αυτού που ο δρόμος επιβεβαίωνε .άραγε δεν υπαγορεύουν αυτές ο εξαγγελίες την επανοικείωση στο ύψος τους; Άραγε το απαγορευμένο κα η υπαγόρευση δεν είναι η στενή τομή ,το συντέμνον που σαν οπή τόξου αφήνει το βέλος προς το στόχο; Να γρηγορήσω αυτό το εξαίφνης. Να επιμείνω σ αυτό ενδελεχώς ,να το προσεγγίσω στις νέες μαντεψιές ,να το έχω για φως μου. Σαν κάτι που ήρθε και έρχεται μόνο του. Εποπτεία, προορατική στιγμή του διάμεσου ένα είδος έμπνευσης ,μαντείας μαντεψιά του πραγματικού, τηλεπαθητικής θυμικής διάθεσης. Επίζευξη. Γέρνει απ το ύψος του λαιμού του πάνω από την κουπαστή του κόσμου προς τα πελάγη της ζωής σε διαίσθηση του παντός, επίνευση, έμπνευση, αστραπή από τα έσχατα. Στα ύφαλα της εμπειρίας φωλιάζει το πέρασμα προς το α της πείρας ήτοι «εν δε πείρα τέλος διαφαίνεται».
 Μας βοηθάει να κατανοήσουμε ότι δε υπάρχει παρελθόν που να μην εκβάλει σε μελλοντικούς σκοπούς ούτε και μέλλον που να μην είναι αναγέννηση του παρελθόντος .Η διαρκής παρουσία μιας αιώνιας επικαιρότητας.  Το βάθος της εμπειρίας αυτό το αιφνίδιο στοιχείο της ροής του κόσμου εμπειράται και εκφράζει και υμνεί. Ελεγεία.
 Η αληθινή νοσταλγία πρέπει να είναι πάντοτε παραγωγική , να επιζητεί τη δημιουργία ενός καλύτερου μέλλοντος.
Η ομορφιά εμφανίζεται στα μάτια μας, όταν ο εσωτερικός εαυτός έχει φτάσει να είναι ομορφιά .Όταν έχει πάρει την ευθύνη όλου του κόσμου πάνω του αξεχώριστα από τον εαυτό του ,έχει οξύνει το νου στο  λόγο και τη σημασία του υψηλού ,έχει απαλλαγεί από το ψυχοκτόνο πάθος, έχει νιώσει τη βαθύτερη ενότητα, έχει αγγίξει τη ροή του αρχέγονου χρόνου μετέχων και ενωμένος πάντα με το παν αντικρίζει την όψη του τρομερού ,την όψη της τρομερής ομορφιάς .Είναι σαν να κοιτά πίσω από τη μάσκα του Διόνυσου την παντοδύναμη φύση. Έχει αγωνιστεί να νικήσει τα εφτά πάθη της ζήλιας, έχει νιώσει το μάθημα από κάθε πάθημα ,έχει αφομοιώσει τα εφτά θαύματα στη ματιά του και τότε μαντεύει ότι πίσω από το τρομερό είναι η αλήθεια προς την οποία τα αδύναμα μάτια και πνεύματα δεν αντέχουν να στραφούν.

 

«: κείμενα στο ποτήρι[η σελίδα των νεκρών]
   Ι .
[πίσω ο χρόνος δε γυρνά]
Σκιές από θλίψη
φέγγει σαν κερί-ιλαρή φωνή
 
-ερωτική μείνε μαζί μου, ερωτική-
 
Δεν έστερξε άβυσσο ακοντίζω
Μάταια λύπη μάταια, εκείνη λείπει
                  και με λυπεί
 πένθος λυγρό και με λυπεί
στάχτη είναι μέσα στο αίμα στάχτη στο μάτι-νόημα δεν έμεινε πια
         ένα ψευτίζω είναι
στάχτη στο αίμα στάχτη στο μάτι
μου έδωσε μαχαίρι μου έδωσε φωτιά
                   ατσάλι στη φωτιά
η διάψευση είναι πράγμα αληθινό
με βάρος ισοδύναμο της γης
κλείνει το μυαλό συντρίβει. Έτσι είμαι εγώ. Δεν έχω γλιτωμό
 
Το άλμα του μύθου μάχονταν.
 
Με πήγαινε κατευθείαν για προδοσία..
Ήταν φωτιά από άβυσσο έκαιγε στον παράδεισο
κιγκλίδες στη φυλακή του έρωτα που είναι το κρεβάτι
εκεί σε ρίχνει σαν σε  αγκαθόπλεχτη φράχτη
να αγκυλωθείς κομμάτι να στάξει αίμα στο χιόνι
να ρουφήξει η ηδονή αίμα καυτό
να γλύψει να κόψει δίψα να πιει να ρουφήξει
 
Υπάρχει ένα υποσυνείδητο που τρέμει γιατί δε μας θέλει ο ουρανός.
Γεννήθηκα με την ψυχή στο στόμα 
 
Βαριές σαν άλογα σκιές.
 
οι φελλοί βυθίστηκαν στον πάτο της σαμπάνιας
 εμείς επιπλέουμε.»

ΔΕΙΝΟ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟ θυμήσου: Να μου χορεύει ,να μου κλείνει το μάτι, να με καλεί. Πιο ψηλά σαν σε παράθυρο το φοβερό να ανοιγοκλείνει ηδονικά και να σου δείχνεται και συ να  είσαι κάτω από το παράθυρο ,τι κρίμα να μην το φτάνεις να περάσεις τη γλώσσα σου από την κατακόρυφη σχισμή ,να το γλείψεις ηδονικά. Το απόλαυσε ,ανοιγόκλεινε για να δεις τον ερεθισμό του (ειπώθηκε ρητά) ,είχε μια έννοια σπουδής .κατέβαινε ,ανέβαινε και ανοιγόκλεινε ,άνοιγαν χείλη, η σχισμή του κόλαση. Ολοφώτεινο ανάμεσα σε δυο ημισφαίρια θεσπέσια ,από τα οπίσθια το έβλεπα ,μου δειχνότανε ,υπέροχοι οι γλουτοί: καμάρωσέ με σου έλεγε.
Δίνες αβύσσου
Γοητεία κι ερεθισμός ονείρου, μαγευτικό ερεθισμένο να σε καλεί, σε προκαλεί. Γοητεία και όνειρο. Γοητεία που σε θέλγει ,σε μαγνητίζει ,σου κλέβει το μυαλό. Γοητεία απαράμιλλης άψης χειλιών, τα βλέπεις να αναριγούν , να κυματίζουν ,σάρκινο κοχύλι λαχταριστό ,λυσσασμένο ερέθισμα. Τα νιώθεις να κολλάνε ανεπαίσθητα στο μέλι τους.
Οπτασία. Μαγνήτες βλέμματος ,επιθυμίας καυτό όνειρο, σπαρταριστή λαχτάρα ,κόψιμο, κάψιμο, καημός. φρενιασμένη φλόγα, φύλο σε μανία βοριά, λάβα και χιόνι ,πάγος που καίει το μυαλό. Αίμα που φλεβίζει δονεί. Όρεξη πλήξη νεύρων, Τένοντες ένταση ,μέθη ως τα κέντρα τα σκοτεινά .Κίνητρο και παράλυση τρέμουλο γλώσσας ,ονειρεμένο με πλάνταξες ,της απώλειας ,σαγήνη κόλαση. Κόλλησε στα ψυχικά βάθη αισθησιασμό ,κολαστήριο θαύμα, βαθιά μνήμη ,λατρευτό σκουροκόκκινο δέος ζεστή κόχη, αίσθηση Καλυψώς ξωτική γητειά γοητεία ,εβένινες νύχτες βελούδο μετάξι θρίαμβος υποταγή θηλυκά θαλάμια θάνατος Δηλητήριο όλεθρος πανικός τρόμος ιερός τρομακτική ομορφιά.

Ήταν και σαν να σε δούλευε και σαν να σου επιτηδευόταν επικίνδυνο παιχνίδι σε χτίκιαζε .Σε έφρισσε. Σε διέλυε. Γλυκός πανικός. Χόρτασες  θαύμα  με γλυκιά αγωνία στο αιφνίδιο δείξιμο. Ήταν μια Βαυβώ , σκιάχτρο στα όνειρά μας της αμάχης μας ,της ερωτικής μάχης  ακατάβλητος συμμαχητής , ηδονής αγώνας, αγωνία χωρίς να γίνεται αγονία.

Απαράμιλλη γοητεία .Σάλεμα μυαλού και σπλάχνων .Αναστάτωση. Το μέσα μας εμπυρείο βοά σε θερισμένες φλόγες. Καμίνι που γλεντάει τις αισθήσεις ,φωτιά που καίει το σκοτεινό δασότοπο στα στήθια μας. Τριζοβολάει ο δασότοπος φωτιάς πηγή, φλόγα καμίνι, πυρετός και λύσσα ,σου τινάζει το μυαλό. Όλη του η σκοτεινιά σε φρενιάζει ,σκοτεινή φλόγα ,πύρινος όλεθρος, λάβα και μάγμα σε πίδακες και δίνες. φωτεινός και σκοτεινός άγγελος. Αποσβόλωση. Κρύο ρεύμα και σε καίει στη ράχη. Διαπεραστικός όλεθρος φλόγας, σάρκινη φλόγα .Θεσπέσιο , λάβρο , αναμμένο. Σου κλείνει το μάτι ,σε σφάζει, σε κόβει. Θηλυκό όλεθρος, που σου μαυρίζει το μυαλό. Σε απελπίζει. Σου κλέβει την ανάσα σε παίζει παιχνίδι σοβαρό, σε νικάει, σε στέλνει.
Όνειρο μαγεμένο λατρευτό γλυκιά φρίκη γλίστρημα στην άβυσσο ,σβήσιμο στον κήπο των ηδονών, σε ποθώ, σε λατρεύω, σε ρουφώ, σε υποφέρω, υποφέρω, λείχομαι  στη χλόη του εφηβαίου σου!

Παίρνω ανάσα από τα χείλη σου ,παίρνω ανάσα στην πύλη σου. Πύλες καμπύλες σου.

Άνθος πληγής και να γευτώ το ερωτικό του αλάτι. Να ρίξω αλάτι μαύρο χοντρό στη μέσα πληγή να την πλήξει κατάκεντρα η ηδονή ,το ήδιστον. Έκαναν οι πληγές μπαξέ, κεντρί και δέλεαρ θεσπέσιο ».


Κι αυτά ξέκοψε απ το ημερολόγιο να διαβάσει. Εκεί που τα διάβαζε δεν είχε προλάβει να τελειώσει την ανάγνωση και ακουμπισμένα όπως ήταν στο τραπέζι ,έκανε έναν αέρα και τα σήκωσε σαν γλάρους στον ουρανό. Μείνανε να κοιτάνε ,γίνανε άφαντα πίσω από τις πολυκατοικίες .Τους στοίχισε.  Αλλά το αφήσανε εκεί.
Στράφηκε με ύφος αυστηρό, λες κι εκείνος τα είχε φυσήξει και του είπε επιβλητικά: Αν θες να με γνωρίσεις εδώ μέσα είμαι όλη. Και του έδειχνε το μαύρο της σημειωματάριο και ημερολόγιο μαζί. Του το πέταξε θυμωμένη : Διάβασε ό,τι θες!
Το πήρε. Το κράτησε αρκετή ώρα κλειστό, σκεφτόταν τι να θέλει να πει το ύφος της .Κάπου είχε θιχτεί, κι όχι από το περιεχόμενο των «φύλλων»  όσο για το ότι της τα πήρε ο αέρας και δεν είχε προλάβει να τα μελετήσει όπως θα ήθελε. Κάτι τέτοιο άφησε να εννοηθεί κι η συνέχεια.
Ξανάπε: Αυτού μέσα ,μάγκα, θα μάθεις όλη μου τη ζωή και ποια είμαι και κει –δείχνοντας ένα ντοσιέ- τις δημοσιεύσεις μου. Έτσι θα με μάθεις και τα λέμε. Αλλά θέλει πολύ χαμαλίκι. Σου βάζω χαμαλίκι που δε θα το θελα ,αλλά τώρα μ έπιασαν οι μαύρες μου.
Αντίθετα απ ότι έλεγε δεν ήταν χαμαλίκι. Είχε την ευκαιρία ,σύντομα και χωρίς κόπο να μάθει. :ήταν οι εξομολογήσεις της . Ήταν μια διαδρομή δέκα πάνω κάτω χρόνων ,απ την εφηβεία της μέχρι τώρα. Συνόψιζε ,έψαχνε, έγραφε, έσβηνε .
Άρχιζε με στίχους. Οι πρώτοι της ρομαντικοί αναστεναγμοί .Ευαισθησίες ,θυμοί, μεταπτώσεις, καρδούλες, τριαντάφυλλα, είδωλα, μουσικές προτιμήσεις. Πέρναγε στην πολιτική με αναλύσεις ,συνθήματα ,σκέψεις και σύντομα με μια ερωτική απογοήτευση ξεκόβει. Κάπου  εκεί  δραπετεύει με βαπόρι για την Αθήνα. Στον Πειραιά την περιμένουν και ξανά πίσω. Είδε κι  έπαθε. Έγινε θέμα σ όλο το νησί. Σε μισό χρόνο τελειώνει το Σχολείο και γραμμή πάλι στην Αθήνα. Γράφτηκε στη δημοσιογραφία ,πολιτικό κατάλοιπο. Γρήγορα ανέβηκε από το δεύτερο χρόνο και πήγε βοηθός σε γνωστό δημοσιογράφο ,καθημερινής εφημερίδας της Αθήνας. Τελειώνοντας τη σχολή άρχισε να υπογράφει άρθρα και ρεπορτάζ. Σπάνιο για την ηλικία της και την εποχή. Πήρε ιδιωτικά μαθήματα ζωγραφικής κα άρχισε να ζωγραφίζει φίλες της που της ποζάρανε.

B’.
Θα τα καταφέρεις, θα τα καταφέρεις .Ήταν η επωδός της κάθε που τον έπιανε να αποθαρρύνεται και τον απόπαιρνε με αυτό. Είχε ιδιότυπη θεωρία για τα πράγματα και ολοδική της οπτική .Ζωγράφιζε ,είχε πάρει κάποια μαθήματα σε ιδιωτική σχολή για να βελτιωθεί στο σχέδιο όπως διατεινόταν αν και δεν σκοτιζόταν ιδιαίτερα για τον ακαδημαϊσμό του , απ ότι έδειχνε η πρακτική της μέριμνα. Τη ρώτησε αν κάνει μοντέρνα ζωγραφική κι ευθύς χωρίς να τον  κοιτάξει είπε: κουραφέξαλα ,δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα υπάρχει μόνο ζωγραφική, μόνο τέχνη και τίποτε άλλο.
Ήταν συχνά απότομη κα μονολεκτική ,για κάποια θέματα δε σήκωνε συζήτηση ,κλεινόταν στο ζωγραφικό της κόσμο, δούλευε με πυρετό. Μετέφερε στο μουσαμά όλη την αίσθηση του κόσμου μ ένα πυρετό χρωματικό που είχε αναζήτηση μαζί και αποτέλεσμα.
Μια μέρα που έφτιαχνε ένα γυμνό, μιας φίλης της όπως έλεγε και το ονόμαζε Ζέμπρα του βορρά ίσως Σκανδιναβή, γιατί πολύ κοκκινομάλλα  έδειχνε με φόντο κάτι κολοκύθια σε ένα κατακόκκινο κεντητό μαντήλι απάνω,  είπε ξαφνικά: γνωρίζεις τον Έγκον; Όχι ,δεν τον ήξερε. Ξέρεις όμως ότι η Πράγα του εξήντα οκτώ χρωστά πολλά στα γυμνά του; Ούτε αυτό τη ήξερε. Μάθε λοιπόν ότι όλος ο έρωτας που ξεχύθηκε στην άνοιξη της Πράγας ήταν Έγκον  Δεν καταλάβαινε τίποτε. Ούτε εκείνη του εξηγούσε παραπάνω. Κι αμέσως συμπλήρωσε: Θα τα καταφέρεις, θα τα καταφέρεις. Έ ακούτε; Δεν υπήρχε άλλος κανείς εκτός από εκείνον  για να ακούσει και συμπλήρωσε : Το στρείδι μας θα ανοίξει θα βρει την Άνοιξη της Πράγας του .

               Από το κλείσιμο της Πάργας στην  άνοιξη της Πράγας.
Μια άλλη μέρα σε κέφια και μεγάλες εξάρσεις ,άρχισε να τον  αποπαίρνει και να του μαντεύει διάφορα τρελά, και εκείνος δεν καταλάβαινε γρυ που το πήγαινε.
Ξέρεις τι είσαι ; Του είπε.
Όχι .Της λέει.
Ένα βοτσαλάκι είσαι στο βάθος ενός ποταμού ,αυτό είσαι, και συνέχισε, να σαι ευχαριστημένος μάγκα μου που δεν είσαι τίποτε άλλο, ένα ζουζούνι ας πούμε γιατί θα σε έτρωγαν οι μαρμάγκες και αμέσως γέλασε φωναχτά. Ξέρεις ότι αλλάζεις κάθε εφτά χρόνια το μεταβολισμό σου, θέλω να πως ότι όλα σου τα κύτταρα ανανεώνονται; Το εφτά είναι ο μαγικός βιολογικός μας αριθμός ,όχι αστεία. Που πάνε αυτά τα κύτταρα μου λες, δε γράφουνε λες τη μνήμη του σώματος μας. Και δε θες κι ο αέρας που αναπνέουμε να έχει μια μνήμη βιοοργανική και δεν ανταλλάσσομε άθελά μας βιομάζα και φύση σε ένα διαρκές πάρε-δώσε , κι άσε από φως και σκοτάδι κι όλα τα αόρατα που μας διαπερνούν ,κοσμικές ακτινοβολίες, μαγνητικά πεδία, απόκοσμες ενέργειες κι όμως εμείς οι μαϊντανοί χάσκουμε και δεν καταλαβαίνουμε τίποτα σ όλο αυτό το χαώδες πανηγύρι του κόσμου. Ενώ είμαστε δέκτες μαζί και πομποί αδιάκοπα ,ακατάπαυστα, ακοίμητα, αλλά χάσκουμε σαν υπνοβάτες.
Τον  κεραυνοβόλησε με όλα αυτά. Συμφωνώ της λέει, συμβαίνουν όλα αυτά, τι σχέση έχω εγώ μου λες;
Έχεις και παραέχεις με τις αγωνίες σου θαρρείς και κρύβονται;
Ομολόγησε ότι δεν γνώριζε για ποιο πράγμα μιλούσε. Θα δεις ,του είπε απλά. 
Του εξήγησε τα περί αστρολογικών της ερευνών ,καθώς και ότι μελέτησε τον αστρολογικό του χάρτη. Πέρα από κάτι γενικά ότι τον εύρισκε ενδιαφέροντα ,κι ότι εκείνη αν δεν δει τα αστέρια δεν κάνει σχέση, άλλο δεν είπε, πάρεξ ότι γενικά ,της «έκανε». Τυ εξήγησε επίσης ότι σχεδίαζε τους χάρτες των σωμάτων με τα ενεργειακά  δέντρα και κέντρα και σκόπευε να βρει πώς μπορούν να συντονίζονται. Ήταν λέει μια τέχνη ερωτικής αφύπνισης. Αφύπνισης που θέλει τη γεωμετρική της ακρίβεια για να δραστηριοποιήσει κώνους ενέργειας ώστε να περάσουμε στο αστρικό μας ομοιότυπο.
Δεν είχε αντίρρηση αν και δε τον βρίσκανε και έτοιμο οι απόψεις της. Μάλλον, συμπέρανε, πως πιο πολύ ήταν παραμύθι ,παρά κάποια γνώση. Τον οδήγησε σ ένα αντίγραφο γυμνό. Κοίτα εδώ του είπε, αυτό το εκ πρώτης όψεως θερμό γυμνό, με το ηβική τρίχωμα σαν χλόη, και με μια αυλακιά όπου πινελιές των μικρών χειλιών. Αν ήξερες ότι ο Έγκον πέθανε μαζί με τη γυναίκα του πολύ νέοι κι ο δυό, και έμπειροι της ηδονής, μεγάλοι ερωτικοί της ιστορίας  και μεγάλοι στο θάνατο, θα καταλάβαινες ότι η γυναίκα του ανήκε στην Παρθένο, στον αστερισμό της παρθένου. Ο ίδιος ήταν Αιγόκερως μην αμφιβάλεις. Κοίτα το γυμνό εικονίζει τον πραγματικό αστερισμό της Παρθένου ,να κοίτα εδώ κοίτα την κλίση στο πόδι κοίτα τη θέση των στηθιών ,τις ρώγες, τον άνεμο των μαλλιών πως πέφτουν πίσω. Μ αυτά και μόνο βγάζω το συμπέρασμα πως είναι το αστρικό ομοιότυπο της γυναίκας του ,ο χάρτης των ερωτικών κώνων που συντονίζεται σε μια ακτινοβολία στο ερωτικό ζευγάρι δονητική. Αναζωογονεί και δονεί, γίνεται πομπός και δέκτης των οργωνικών κέντρων. Σε συνάφεια πάντα με ασκήσεις ελέγχου του σώματος και βίωση του ερωτικού συντρόφου ενεργητική, αφετική. Η μιμητική επιθυμία ντύνεται κατά κάποιον τρόπο τα ομοιότυπα ως ίδια.
 Λίγο και θάλεγε  πως έμπλεξα ,αν δεν τον προλάβαινε και να του πει πως όλα τούτα τα έπαιρνε συμβολικά ,δεν παρασύρονταν σε πίστεις και φαντασίες, ενδείξεις σημείωνε, χρησιμοποιούσε τη γεωμετρία τους για να πλησιάσει ,όχι μοναδικά αλλά πειραματικά τη γνώση του εαυτού της και του συντρόφου ,μέσα όμως σε μια διαφωτισμένη σχέση, αντλώντας από μεθόδους και εμπειρίες άλλων εποχών. Ερωτικός κολασμός ,κόλαφος.
Τη φύση για παράδειγμα την έβλεπε ,στο αποκαλυπτικό ,όπως έλεγε φως  Ιώνων και Ελεατών. Τους επικαλούνταν συχνά, συχνά επικαλούνταν μυστικούς όλων  των θρησκειών και μη. Ήθελε λέει να βρει ένα ενοποιητικό δρόμο ,μια σύλληψη, να πιάσει μαζί το δρόμο των παραδόσεων με το ανάπτυγμα της γνώσης των ημερών. Να καταλάβει , να συλλάβει Δύση κι Ανατολή σε ένα. Σαν ένα πίνακα όπου Ανατολή να είναι κι η Δύση μαζί. Με τον ίδιο τρόπο που το έτος ,η χρονιά, επιστρέφει στην αρχή της ,σαν μια σπείρα ,τέτοια που να γίνεται ενεργός όπως το ελατήριο που κινεί τους δείχτες του ρολογιού. Εύρισκε εδώ το μυστικό από το οποίο  οφείλαμε να περάσουμε για μια ώθηση του πολιτισμού σε ανώτερες σφαίρες. Το έβλεπε κάπως όπως ο Γκρέκο ,μια σύνθεση που βάζει μαζί τη γήινη και την ουράνια σφαίρα ,το εδώ και το επέκεινα ,και να το ζούμε από τώρα ,αποφενακίζοντας ημαρτημένα άλλων εποχών συνυψώνοντας σωματοψυχικά τον άνθρωπο ελεύθερο από καταναγκασμούς ,προλήψεις . Να εννοήσουμε ότι η γυναίκα δεν τίκτει ανέραστη ποτέ και να της αναγνωρίσουμε  βαρύτητα τέτοια σαν εκείνη  της γης που εμπιστεύεται τον εαυτό της στα μαλακά χέρια της ατμόσφαιρας. Δίνοντας πνοή στα έργα μας ,σε αλήθεια και ομορφιά ,και πάντα ανοιχτοί στο καινούργιο. Το πέρασμα του Γκρέκο είναι ξεπέρασμα :υπέρβαση προς τη φιλοσοφία και το πέραν του όντος.
 Βγήκανε και παίξανε στο χορτάρι του άλσους ,λυγίσανε λεπτά κυπαρίσσια ,ανεβήκανε στα πεύκα, σ ένα ερωτικό κρυφτό νιώθοντας τη φύση να τους κοιτά με χίλια μάτια. Αγαπηθήκανε σε φιλιά ρυθμικά κι αέρινα ,κυλιστήκανε στο γρασίδι ,κάνανε θαυμάσιο έρωτα κάτω από τ αστέρια με στρώμα τη γη. Πήγανε για ύπνο.
Στο Σαρωνικό βόλτα με παπάκι. Ιούλιος προς το τέλος. Η παραλία βρίθει κόσμου κάθε ηλικίας και περιοχής επικράτειας ελληνικής και αθηνιώτικης , ακόμα δεν είχανε πλακώσει οι συμπαθείς ξένοι. Ακούς διαλέκτους από όλα της τα μέρη. Καθίσανε στο καφενεδάκι της παραλίας, ένα πρόχειρο κτίσμα αυθαίρετο και παραγγείλανε ρακές. Ήταν υπέροχη ,στα μάτια της καθρέφτιζε όλη τη θάλασσα. Τους  κρούει  αίσθηση υπερπραγματικότητας. Την αισθάνεται απεναντί του  να κλείνει όλο το τοπίο , να σκεπάζει όποια άλλη μορφή ανθρώπινη , του έχει κλέψει κάθε άλλο ενδιαφέρον εκτός απο εκείνη και μια φύση που μεγαλώνει για να τη χωρέσει., αισθησιασμός από κρούση και την εμπνέεται ,με όλα της τα χρώματα, σ έναν ουρανό κατακάθαρο σαν το πρόσωπό της ,μια θάλασσα που με απλή διαβάθμιση σκουραίνει στα βαθιά , σ όλο το φάσμα του μπλε της. Άμμος ψιλή και στεγνή. Θέλει να κολυμπήσουνε , της το αρνείται, δεν επιμένει.
Πίνουνε ούζο και ανοίγονται σε ονειροπόλημα. Σχεδόν μεταξύ θάλασσας και ουρανού, μια μικρή λουρίδα αμμουδιάς τους  χωρίζει, το ούζο  βρέχει τον ουρανίσκο ,γλυκιά μέθη η παρουσία της , τον οδηγεί στον εαυτό του ,έχει την εικόνα της ,την κρατά, τον κρατά. Η μόνη του δίψα είναι τα μάτια της, η λεπτή της μορφή το πνεύμα της το ευθύβολο ,η διαίσθησή της ,ο οραματισμός της.
 Το ίδιο βράδυ ανοιχτήκανε με το σκαραβαίο σε άγνωστη ύπαιθρο αρκετά μακριά σχεδόν στο χάος ,μακριά ακουγότανε σκυλιά .δοθήκανε σε ξέφρενο αγκάλιασμα βίαιο .Γύρω απόλυτη ερημιά και μόνο ηδονικές κραυγές ,απόλαυση μέχρις απογνώσεως ,έσκιζαν το μαύρο που τους τύλιγε και έφευγαν στο άπειρο.
Λες και δεν υπήρχε γη για να πατήσουν, από το καβούκι αυτό αρχαίου λεπιδόπτερου ,πιο αρχαίες οι κραυγές διέσχιζαν το αχανές αρχαίων καιρών ,όταν δεν είχαν ακόμα γεννηθεί οι θεοί.
Απλά χρησιμοποιούσε τη γεωμετρία τους για να πλησιάσει ,όχι μοναδικά αλλά πειραματικά τη γνώση του εαυτού της και του συντρόφου της, μέσα όμως σε μια διαφωτισμένη σχέση, αποφενακισμένη ,αντλώντας από μεθόδους και εμπειρίες άλλων εποχών.
Ακόμη μια αναμέτρηση με το χάος που τους κυκλώνει ,ακόμη μια δοκιμή να μορφωθεί το χάος μέσα τους, ο χαώδης εαυτός όπως τον ξυπνάνε οι ηδονικοί σπασμοί ,η ανάδευση σπλάχνων .
Δοκιμή να ακούσουν τη φωνή της ηδονής ,δοκιμή ν αγγίξουν τα όρια των κορμιών ,δοκιμή να σμίξουν, δοκιμή να σπάσουνε το μόνο σώμα να βγούν από την επαφή στη γνωριμία  , να νιώσουνε τα όρια που  δίνουν οι καμπύλες του ερώμενου σώματος.
Απόπειρα να υποκλέψουνε το μυστικό που λέγεται  ψυχή, νους, και  κατοικεί σε βάθη άγνωρα. Να πούνε το σώμα, να πούνε την ψυχή του να πούνε το νου. Να αναστενάξουν. Έρωτα γίνε εσύ η κατοικία τους, έρωτα γνώστη μυστικέ αποκάλυψέ τους.
         Κλεισμένοι στο καβούκι του σκαραβαίου ,τέρας μεταλλικό, του παλαιοζωικού ,στην αιώνια νύχτα ,ησυχία απέραντη, μόνο τις ανάσες ακούνε ,και το χάδι. Κραυγές σκίζουν την αδιαπέραστη νύχτα, ηδονική απόγνωση.
Ώ νύχτα του μυαλού , δέξου τη μυστήρια τέλεση δέξου την ακατανόητη ένωση ,τέρας με δυο ράχες στο αδιαπέραστο σκοτάδι στο καβούκι του σκαραβαίου.
Από ποια μυστήρια άλγεβρα λοιπόν βγαίνουμε; Δωμάτια μέσα σε άλλα μεγαλύτερα δωμάτια από το σκοτεινό δωμάτιο του σώματος στο ακόμη σκοτεινότερο της Πολιτείας ,και το απόλυτο δωμάτιο του σύμπαντος το πιο μυστήριο. Άραγε αναπνέει το δωμάτιο του σύμπαντος, έχει σάμπως πόρτες και παράθυρα. Λένε ότι περιστρέφεται και διαστέλλεται, είναι μια δίνη φοβερή .Ποιος να πει   περισσότερα ,που το μυστικό δωμάτιο του σώματός μας, του «δικού» μας σώματος ,μας ανήκει, και  γιατί; Δεν ξέρουμε να το πούμε. Ας το αφήσουμε να ταξιδεύει στο δικό μας κόσμο, το φωτεινό και σκοτεινό μαζί, μέσα στα μυστικά του ,που αν τα μαθαίναμε ίσως δεν θα ήταν καλλίτερα, ίσως θα είχαμε προδοθεί. ίσως εγκαταλείπαμε  από ανία. Αλλά το σύμπαν ,ο κόσμος αναπνέει στη φλογερή μας ανάσα σίγουρα  ως έρως πρώτος θεών μητίσατο πάντων. Ελάτε κόρες του ουρανού , ο άνθρωπος πέτυχε ένα τρόπο να βλέπει τη φωνή του. Επιστράτευσε εικοσιτέσσερα γράμματα ,τα έκανε στρατό της γραφής και με αυτόν τον ολιγάριθμο στρατό ,όχι που βλέπει τη φωνή του, αλλά τη στέλνει στα πέρατα του κόσμου. Και χτίζει κόσμο αόρατο, με μόνη τη φωνή, και φωτίζεται. Ελάτε κόρες του ουρανού, την Ελεγεία της αρχίστε.
 
Γ.’

«Να μας φέρει εις άμεσον επαφήν με τας εις το βάθος της υπάρξεως αποκεκρυμμένας δημιουργικάς δυνάμεις δυνατότητας».

Μα τι έχεις πια, αφού μεγάλωσες σε σπίτι , έστω τους διώξατε, τι σε πιάνει και βγάζεις τόσο άχτι. Πάει πέρασε ,εξήντα χρόνια, δυο γενιές δεν κουραστήκατε μ αυτή την ιστορία. εξάλλου με τον πρώην κάτοχο του σπιτιού απ΄ ότι έχεις πει ,ο παππούς σου ήταν πολύ φίλος, καθώς τον περιγράφεις στο  Ελαιοτριβείο. Και λοιπόν πολύ ωραία εικόνα να φορτώνει το σιδερόψαρο και να τραβάει για Τιράνα. Θαυμάσιο.
Σέλωσε .φόρτωσε τις λίρες ,πήρε το όπλο ,σαν το Ρόβα του τραγουδιού βάζει ασημένια πέταλα καρφιά μαλαματένια μες στη Βλαχιά να πάει ,καταλαβαίνεις Αούστρια ε; Αυτοκρατορία ,εμπόριο, χρήμα, χρυσές δουλειές ο Ρόβας. Ναι ο Ντίρης για Τιράνα. Άσε με χριστιανέ μου, ώστε δέκα χρόνια έζησες σ αυτό το σπίτι. Έμ κάτι θα σου άφησε ,τόση ενέργεια πρώην ενοίκων πού θα πήγαινε ,Σε στοίχειωσε. Και ψάχνουνε τώρα θησαυρούς, ανασκάφτουνε .καλά να τα παθαίνουνε.
Και μπήκατε εσείς στα πράγματα πια. Μόνοι σας ελευθερωμένοι, μα για δε μου λες και γιατί φύγατε.. Κατά ξενιτιά μεριά. α είπα. Ναι ξέρω για τώρα πηγαίνετε μπροστά.
Έτσι να περνάει προς τη ζωή να αποκτήσει ένα τόνο υπαινικτικό ένα ερωτισμό στην κόψη και απότομες κοψιές .Να γυρίζει από πολλές μεριές η ματιά, η οπτική, να γίνεται αληθινό πέρασμα. Διαλογικό, σημειωτό, με εναλλαγές. Αυτό θέλω λίγο πρασινάκι εδώ ,χρυσό εκεί, ιώδες παραπέρα, βρύα και υδροχαρή και νερόπαπιες ,σκυλιά φέρμας, κυνήγια. Στον κυνηγότοπο οι φάσες στο φτερό και στη γέφυρα του Ντάλα να κολυμπάει γυμνή σαν μπουγάτσα λαμπρομίχου.
Να βγάζει που και που το κεφάλι η ανάγκη της επιβίωσης κι η φωνή της ζωής ,να μην πνίγονται στο αφηρημένο. και η φωνή του χορού από τον Άδη της ζωής-με δικαιώματα.

Ρε συ δεν πρέπει να ναι έτσι, δεν νομίζω ότι τη νόηση τη διαμόρφωσε ο άνθρωπος. Γιατί τότε θα πρέπει της νυχτερίδας όλη εκείνη τη μαεστρία να ακούει το χώρο θα έπρεπε να  την εξηγήσουμε πως; Δεν έχει αιτιώδη εξήγηση οπότε, το ίδιο στο δελφίνι και τόσα άλλα! Η σημασία βγαίνει από κοινωνικά σπλάχνα και ξέρουμε με τι μεταφυσικό πάθος. Αλλά η νόηση ,η συνειδητότητα είναι ένα σκαλί πάνω από τα ανώτερα θηλαστικά, βέβαια ο άνθρωπος έχει μια επίκτητη ικανότητα αδιανόητη και γνώσεις που μεταβιβάζει. Κρατά αρχείο και διευρύνει τον ορίζοντα ακατάπαυστα. Αυτά έχουν διαπιστωθεί από καιρό κα είναι κοινό κτήμα .Σήμερα πια αλλού πρέπει να στρέψουμε το νου μας κι όχι τόσο σε ατομικό επίπεδο, μέσα κι έξω κι ανακατωτά ,να συναντηθούμε με το τεχνικό πνεύμα που εξακοντίζεται στα ύψη κα να μεθοδεύσουμε μια σπουδή κα μέθοδο σε ορίζοντα κοινωνίας. Να οδηγηθούμε σε κάποιες οικειοποιήσεις σε σύγχρονη προοπτική. Παράλληλα δε να μην αγνοήσουμε το άτομο πως πρέπει να βαδίσει ,τι να κοιτάξει. Γιατί μένουμε πίσω σ όλους τους τομείς .Η σύγχρονη τεχνική επιστήμη απαιτεί άλλου είδους αναστροφή. Πρέπει να μάθουμε σιγά σιγά ή και με άλματα να κατασκευάζουμε, να προγραμματίζουμε ,να χειριζόμαστε γιατί αυτό προέχει σαν στρατηγική να μην μένουμε διαρκώς πίσω ,να διορθώσουμε το βήμα. Ακολουθώντας το κυρίαρχο πλάνο, να μην χάνουμε απ τα μάτια μας που πάει ο κόσμος. Κρατώντας και τον πολιτισμό μας σ ένα ύψος με συνθετική ματιά. Σαν μια νέα σχολή ευελπίδων.
Ο εφιάλτης του αλκοολικού :τα άδεια μπουκάλια.
Το παρατήρησες κι εσύ ότι δε βάζω αλκοόλ; Μα δε φτάσαμε ακόμα εκεί είμαι στο επεισόδιο Στέκι της Κίρκης ,εκεί στον πολύξενο τόπο με χείμαρρο μαλλί, αρώματα, κιρκίσια ποτά , μεταμορφώσεις ,απόλυτες μεταμορφώσεις. Τόσο που το φτύσιμο διαγράφει κυκλική τροχιά, σκέφτηκες ποτέ σου; Και η χειρούργα δέλφιδα  από τα Λίντς. Έχει σαββατιανές , πλάτεια πάθη , στούντιο  Γκουλάγκ,  πινελιές από μικρές θείες ταξιδεύτρες., και φιλοσοφικό πολτό που το βυζαίνουμε σαν αμβροσία δηλ σαν αθανασία.
Μπαίνουμε σ έναν Παράδεισο αναπόταμοι. Από ακρωτήρι σε Ιδαίο άντρο περνώντας από Αμάρι θεσπέσια μάτια λευκό καμάρι. Στη Σαλονίκη στο σπίτι του Μοσκώφ ,σαν τη γυναίκα του Κανδαύλη. Μπακαλάκης και η ομορφιά του στο μπαλκόνι. Αναδρομή πάθους ,δεν κάθονται στα σύρματα όμορφα μάτια χανιώτικα και ξένοι έρωτες, καλαθοπλέκτες , κοφίνια μινωίτικα, με ζώσανε τα φίδια ας είναι κα χρυσά .Μαντεία της νέκρας και των νεκρών Νεκρομαντεία. Umana  Umana  στίχοι ηχούν χτίζονται Ελεγείες  μεταξύ Μοιρολογιού Μπαλάντας .

ΕΛΕΓΕΙΑ Β.’

Μικρή γαζέλα τόλμησε να πάει πέρ απ τα κύματα
Μικρή γαζέλα ατόξευτη με τολμηρά πηδήματα

Είχε αγάπη δυνατή την κέρδισε η σιωπή
τραγούδι    μου φύγε γοργά σ όλα τα πλάτη του ντουνιά

να μάθουνε θέλω γι αυτή όσα δεν είχε ονειρευτεί
Ράγισε κόσμε ράγισε μαύρο κακό την άρπαξε

Ράγισε κόσμε ράγισε στην άσφαλτο ναυάγησε
Λέω τραγούδια θλιβερά για όσους έχουνε καρδιά

Τα μάτια μου πονέσανε μαύρο το δάκρυ δέσανε
Όσο στον κόσμο θα γυρνώ μόνο εκείνη θα υμνώ

Πως στάθηκε σ αυτή τη γη σαν των βουνών κρύα πηγή
Φύγε τραγούδι μου γοργά σχίσε όλα τα πέλαγα

Τραγούδι μου λυπητερό πάρε τον πόνο για φτερό
Να πας σ όλα τα στόματα τα λόγια που σου έμαθα

Δεν έχει πια ετούτη η γη εκείνης τη γλυκιά φωνή.

*
Τα λόγια είναι βόλια πέφτουνε στα περβόλια
Σκιρτά η μάνα η  δόλια στη μαύρη της τη μπόλια
*
Λοφία λόφων
λοφίο φωτιάς του κόκορα έτσι στάθηκε ο ήλιος ένα σούρουπο στις καμπύλες της μαβιάς λοφοσειράς, δεν έλεγε να βασιλέψει, θρηνούσε λαφίνα μάνα.
*
Πως ν αντέξουν τα μάτια μου την ομορφιά σου μάτια μου
άντρες γυναίκες τρέχουν τρέχουνε σε θαυμάζουνε
είσαι μια περιπέτεια εγώ θα πω τα αίτια

Η ταφή της νυφούλα σαν σε επιθαλάμια κλίνη.

Συλλογή και  πάθημα όταν είναι μακριά κατά μόνας, παθήματα ομοίωσης εκεί που καίει ο πυρετός. Σαν που κατέβηκες στα δικά σου χώματα να πάρεις φως, να σε φωτίσουνε και ύψωσες το θρήνο της ψυχής σου. Την αρρώστια των ψυχών να πεις όταν δρα μέσα τους η αλήθεια του έρωτα όταν βιώνεται η απουσία και γίνεται οπτασία. Όταν ο θυμός βαθαίνει το λόγο, τον ενδιάθετο λόγο. Όταν το οικείο χώμα φωνάζει στα μάτια την ψυχή της.
Ο ειδωλικός χώρος το ενδιάμεσο της αιωρούμενης γης ,άρση του βάρους ελαφρύτητα ποδιού μούσες ιμερόεσσες  σε μερώνουν. Το ήθος  ριζώνει στων δικών σου χωμάτων την πράξη, απόλυτη ειλικρίνεια ύψιστη σοβαρότητα πάθος αλήθειας πλάτος οραματισμού βάθος συγκίνησης έρωτας ομορφιάς ΓΑΛΗΝΑ ΓΙΑΝΝΙΝΑ και ποιότητα υλικού αυστηρή διάταξη χρώματος τόνων. Η συγκράτηση και ο απόλυτος έλεγχος της εκφραστικής  αργά αρθρωμένος τένοντας, η κατευθυνόμενη ένταση της ισχυρής συγκίνησης σε μια απόλυτη γεωμετρία του πάθους, αυστηρή οργάνωση ,με τη δύναμη της βαρύτητας των υλικών ενός βουνού ώστε να γίνεται αέρινο.

Τι σημαίνει η φυγή μας προς το Ellis island ; Γιατί μας θέλγει ο σιωπηλός μάρτυρας και τόσες ηδονικές κρούσεις; Η νέα Ελλάδα γεννήθηκε από μια Βαβυλωνία τοπικισμού, ποτέ δεν υπήρξε ενιαία Ελλάδα εξαίρεση το κράτος των «ΑΓΓΕΛΩΝ».
Βαβυλωνία του παγκόσμιου χωριού.
Δεν ξέρεις ότι αν μια φορά πάρεις τον κατήφορο θα κάνεις διπλό κόπο να ξαναβρείς τον ίσιο δρόμο, στο δρόμο της μιμητικής επιθυμίας η απογοήτευση είναι μοιραία .Η τριπλή διάψευση προορισμός αναπότρεπτος.
Ανεβαίνουμε προς τον καλύτερο ορίζοντα και ξαφνικά μας ξαναρίχνει μια απροσεξία ,ένα παραπάτημα ,καισσαρίων άνεμος ,πτήση βύθιση, ήταν ριζικό ή τη μοίρα μας την οδηγούμε με τα δικά μας χέρια; Παραπάτημα στού κάγκελου τις ακροβασίες ,δοκιμές αποτυχίας.

Η Αμερική μετά το εξήντα παίρνει το πάνω χέρι και με ανάπτυξη των μέσων ηγείται πολιτικά πολιτιστικά κλπ Η φιλοσοφική μας παρτιτούρα χάθηκε με τον Πλήθωνα, αυτόν τον Έλληνα Νίτσε του μεσαίωνα, ο Γεννάδιος, Γεώργιος Σχολάριος κατά κόσμο και Σχολαστικός, οπαδός του Ακινάτη , θα κάψει τους «Νόμους» ,την παρτιτούρα του Γένους, κι αυτή η φωτιά θα είναι η τελευταία αναλαμπή από τη σκέψη των Ελλήνων. Με τον Καΐρη συμπληρώνεται το παζλ. Το λάθος της Ευρώπης ,αν κάνουν λάθη οι χαμένοι, ήταν που πίστεψε και επέμεινε να αλλάξει τον κόσμο με ιδέες και φιλολογία. Η Αμερική απέδειξε ότι ο κόσμος αλλάζει με το να ονειρευόμαστε κοιτάζοντας αστέρια, κατασκεύασε το όχημα που οδηγεί εκεί κι ας ήταν δεύτερη δεν άργησε να γίνει πρώτη. Με αυτό κρατούμενο άνοιξε η όρεξη της και συνεχίζει στις κατασκευές.
*
Θέλει να σε βγάλει από το δαιμονισμό, αυτή την έκφραση από κάποιο παραστράτημα , η ερωτική μίξη πρέπει να είναι θεομιξία , να είναι και πνευματική χαρά, να σε λυτρώνει κι όχι να σε υποτάσσει ένας ερωτικός ύμνος διαρκείας. Όχι μια πτώση. Αληθινή ποίηση ,αληθινή παράδοση στην ομορφιά μια απόσταση από το κλειστό εγώ και ύψωση στου εαυτού και του εσύ τη συνάντηση. Γύμνωση από το εγώ ,το σκοτάδι, και παράδοση στο φως του κόσμου.
Κάλας Καλσούμ Σουμάκ.
Συμπίπτει κάπως αμφίβολα το ζωδιακό διάγραμμα με τη μοίρα της  εσωτερική ζωή και ωρίμαση. Πρότυπα Τζένις Τζοπλιν :I don’t cry Αττικά δάκρυα Η μάνα δεν έχει δάκρυα. Ποια ζωγράφος την εκφράζει; Σοφία Λασκαρίδου Κ. Ρώτα . Να δω πως θα χωρέσουν τα ζωγραφικά σημειώματα. Λου Σαλομέ Χάνα Άρεντ Έμιλυ Ντίκινσον Ιουλία Μοναχή Πάτμος. Αχμάτοβα Αμπράμοβιτς Άπεφθο θήλυ Φίλη δημοσιογράφος Κύκλος φιλενάδων εσωτερισμού χάσιμό της και χαμός της, αναζήτηση , ύπαρξη.
Τζίνα Μπαχάουερ χορευτικός μουσικός όλεθρος Ισιδώρα Ντάνκαν και την πνίγει το φουλάρι της αφού είχε φουλάρει τις μηχανές δείχνοντας πως μια ρόδα κόβει όλα τα ρόδα της ζωής. Συλβί ώρα έξι .Στο ύψος της Ιφιγένειας.
Αποκατάσταση ομαλής απλής φράσης δείχνει τον τρόπο που κατασιγάζει ο πανικός , η απόγνωση ,μαλακό αίσθημα δε σε βιάζει κανείς.
Συγχρονικό χρονικό πέρασμα ,ανάλυση των συνθηκών της δουλειάς, ποια πείρα αντλήθηκε από της εργασίας την προσπέλαση. άγγιγμα των θεωριών που αναφέρθηκαν στην καθημερινή ζωή χωρίς μεγάλο ζόρι ,ανάλαφρα, όπως υπάρχουν όχι αρνητισμούς. Ποίηση λογοτεχνία φιλοσοφία τέχνη παράδοση. Σκέψη ανακάλυψη. Αδιόρατα να ανεβαίνουν οι αισθήσεις του μέσα τέμπλου.

Και η δικαίωση μιας ζωής κρυφής, αόρατης, αλλά που είναι η σημασία ,το νόημα.
Σχεδόν να υπακούει σε μια δομή ,δομή που αναλαμβάνει να τα ανατάξει όλα προς την έλξη του μαγνήτη, ελκυσμός εφελκυσμός σωμάτων ,η μεσολάβηση της μιμητικής επιθυμίας να αναφανεί  ο Δίδυμος και μια περιφέρεια κόσμου ζωής.
Επειδή ξέρανε πόσο κακούργος είναι ο άνθρωπος όταν υποκινείται από τα υπόγεια και σε κοινωνική φτιαξιά και σε ατομική μουτσούνα, είμαι ορκισμένος να μην πώ ψέμα.
Να ντύσω τη ματιά της με το βλέμμα της Κ’Πάνου, τη μελαγχολία της Λόρεν ,τα χείλη της Γιαννάτου, τα συμπαθητικά λακκάκια της Κ.Ρώτα, τα αισθησιακά μάτια της Νάντιας .να γίνει η ύψιστη Σεβαστιανή μορφή από τη διαφωτισμένη δύση στην παναρχαία σοφία της ανατολής και τανάπαλιν,  καταθελγμένη από τη συνακρόαση  Ουμαγκούμα  Ελεγείας Μοιρολογιών, ο εξαγνισμός του φρονήματος και  ανύψωση της καλαισθησίας. Kοσμοϊστορική σημασία του Πολέμου του Κόλπου , τα κόλπα οι κόλποι στον πόλεμο και κολπάκια σαν εγκόλπια για κρυφούς κόρφους, και του Κοσσυφοπεδίου: Η κήρυξη  νέας ιστορικής περιόδου. Η μάχη είναι υπόθεση εργαστηρίου, τεχνικής. Η πληροφορική εξαγγέλλει την Παντοκρατορία της. Το τέλος της ιστορίας είναι μια εξαγγελία του τέλους των αφηγήσεων ευρωπαϊκής κοπής Χέγκελ! Τέρμα. Τέρμων Ευρωπαϊκός.

ΦΥΛΛΑ

Εκείνες τις μέρες με είχε καταβάλλει η δουλειά και δεν είχα χρόνο να τη συναντώ. Αυτό με έφερε πιο κοντά στον εαυτό μου και έριξα το βάρος να τα βρω λίγο μαζί του κα να αναλογιστώ τι μπορούσε να μου συμβαίνει. Να δοκιμάσω κάπως και την ετοιμότητα μου ,καθώς και ν αντισταθώ στην ακάθεκτη έλξη της ,ίσως και να κρατηθώ σε μια απόσταση μη μου γίνει συνήθεια ακατάβλητη..
Όμως συσχέτιζα τα πράγματα μ εκείνη. Πρόβαλε μπροστά μου κύρια με δυο εικόνες .Με τη Σταχομαζώχτρα του Μπρετόν ,της οποίας συγκέντρωνε καίρια χαρακτηριστικά φυσιογνωμικά όσο και ψυχισμού. Η άλλη εικόνα ήταν η Λύπη το Βανγκόγκ. Άρχισα να αναλογίζομαι τη δύναμη της εκφραστικής τέχνης ,αφού το μυαλό μου για να βρει μια κάποια ανάπαυση στεκόταν να ακουμπήσει πάνω  σ αυτές τις δυο καλλιτεχνικά εκφρασμένες διαθλάσεις άλλων εποχών, άλλων διαθέσεων. Γιατί λοιπόν γύρναγε σ αυτές ο νους; Τι έβρισκε. Την ομοιότητα; Αφού τίποτε δεν μπορούσε να είναι πιο όμοιο από την ίδια;
Είναι όμως έτσι; Μήπως με κινούσε κάτι βαθύτερο για να ανατρέχω να συλλάβω κάτι άλλο; Μήπως με αιφνιδίαζε στις εμφανίσεις αυτές κάποια άλλη πλευρά που έκρυβε νόημα, μπορούσε να την αποσπά από τη σύγχυση τούτη η συμπλησίαση και να γίνεται : Σταχομαχώχτρα της Λύπης; Άφηνα να κυριαρχεί αυτή η αίσθηση που δεν το κρύβω με ενθουσίαζε. Συμπλησίαζε με κάτι καλλιτεχνικό ,διαβαζόταν το πρόσωπό της μέσα από τις δυο εικόνες ,μπορούσα να κρατώ μέσα απ αυτές την αίσθηση του προσώπου της.
Μια από αυτές τις νύχτες ήρθε κι έδεσε με τα προηγούμενα και ένα αρκετά όμορφο όνειρο. Ήμουνα λέει στη Νικόπολη ,προς τη μεριά της παραλίας όπου εξέχουν λιγοστά ερείπια και μετεωρίζονται ,παλιά δόξα εκείνης της περιοχής. Εκεί στο ανοιχτό ,είμαι συντροφιά με ένα αρχιτέκτονα και ένα αγιογράφο και πιο πέρα αόριστα πρόσωπα αχνά ιδωμένα, το κοπρόσκυλο μας δείχνει τα θεμέλια μόνο που εκεί κατάκαμπα ιχνογραφούσανε ουρανό.  Ακολούθησα τις κουβέντες τους και το δάχτυλο που περιέγραφε ψηλά προς τον ουρανό. Είδα τα ιχνογραφήματά τους καθαρά γραμμένα ,το σχήμα του τρούλου με καθαρές κεραμιδί διατάξεις χρώματος εκεί συνεχείς εδώ διακεκομμένες , τα ανοίγματα ,παράθυρα του τρούλου, τα σταυροθόλια ,ο αγιογράφος είχε σχεδιάσει ,είχε λευκογραφήσει μάλλον όπως στα αρχαία αγγεία τον παντοκράτορα στο κέντρο και αγγέλους στα τέσσερα αντικριστά τύμπανα ,αλλά παρόμοια κι αυτός όχι με χρώμα ,αλλά με άκτιστο ύλη όπως έλεγε και εννοούσε ψηφίδες εφυαλωμένες με διάφανο γυαλί για να απορροφάει το φως. Γιατί στα ανοίγματα των παραθύρων θα έβαζε τρίεδρα κρύσταλλα ,ώστε αναλυμένο το φως να πέφτει στις εικόνες ,τα μυστήρια αυτά ψηφιδωτά στο ολόλευκο, έπαιρναν αυτό το φως και το διαχέανε σε μια χρωματική γιορτή. Ενώ όλα τούτα ήταν ορατά ,οι θαυματοποιοί δίπλα μου συνέχιζαν να δείχνουν στον ουρανό, από όπου λες έπαιρναν τα υλικά τους. Εδώ το όνειρο ξέφυγε και με πήγε σε τόπο οικείο, στο χαμηλό ναό, καθεδρικό του χωριού. Ήτανε λέει το εκκλησίασμα , οι ψάλτες ήταν και δεν ήταν ,άφαντος ο ιερέας στο ιερό και στις δυο πόρτες, δυο άγγελοι κραταιοί, με δυνατούς ώμους ,σχεδόν διπλάσιοι στο ανάστημα ,από μας, μόλις που τους χώραγε η εκκλησία  και ήτανε λέει οι φρουροί ,οι φύλακες του ναού. Ένιωθες την κραταιά τους δύναμη, το πρόσωπό τους κάπως αόρατο σε ένα κύκλο φωτός πιο ψηλά ,αν και  φοβόσουν να τους κοιτάξεις καταπρόσωπο, και  πιο πολύ σε απασχολούσαν τα χέρια τους που με το αριστερό δείχνανε την πόρτα του ναού που ήταν και ο δυο ανοιχτές ,ακόμα και η χτισμένη στην πραγματικότητα ,που σημαίνει άλλο χρόνο. Ήταν ντυμένοι στα πορφυρά με χιτώνες έως τα πόδια ποδήρεις, δείχνανε τις πύλες του Ναού με αυστηρή σοβαρότητα. Ίσως λέγανε: σε όσους αρέσει ,κι έξω φαίνεται κάποιος κίνδυνος να επικρέμονταν. Αφηγήθηκα το όνειρο σ εκείνη την άλλη μέρα. Ενθουσιάστηκε. Να το κρατήσεις ζωντανό ,μου είπε, μην το ερμηνεύεις ,είναι κάτι που ήρθε ως δώρο .Τι φαντάζεσαι ένας ναός είμαστε. Το σκοτεινό δωμάτιο του σώματος που έλεγες, , δεν είναι καθόλου σκοτεινό. Είναι ολοφώτεινος ναός. Από μέσα μας βγαίνουν ο ναοί που χτίζουμε ,από ψυχική ύλη ή αϋλότητα αν θες και με κτιστή ύλη διαμορφώνουμε τους ναούς να κατοικήσει το θείο. Γιατί θεός είναι η κοινωνία ,η κοινωνική μας σχέση και απώτερα ο κόσμος του ουρανού και της γης, όπως έδειχνε ο αρχιτέκτονας και ο αγιογράφος ,από άκτιστη ύλη ναι ακριβώς, αναλογίες Βαζάρι κατά Γκρέκο.
Και στο ναό μέσα μας κατοικεί το θειότατο της ψυχής μας ο νους ,που κάποιος θεός άναψε στην ψυχή μας σαν φως ,όπως θα ξέρεις από το φιλόσοφο.
Και δες ,πες πως το χωριό σου δεν είχε καθόλου ναό, τι φαντάζεσαι θα ήταν όλοι εκείνοι οι αγριόλυκοι που όλο τσακωμούς είναι και χωρίζουν μεταξύ τους και την τελευταία αυλακιά στα δυο με φωνές και μαλώματα και φονικά. Αν ακόμα δε συναντιόνταν που και που στην εκκλησία ,θαρρείς και δε θα γύριζαν ολοταχώς στην άγρια μορφή και ίσως αλληλοτρώγονταν, αλληλοσπαράσσονταν. Μόνο αυτό τους σώζει ,ότι στο δέος του ναού ,με την ιεροπρεπή γλώσσα ,λίγο να καταλαβαίνουν μπαίνουν σε κάποιο νόημα, κι ακόμα δένονται συναισθηματικά ,συνηθίζουν τη μορφή του γείτονα που ολημερίς μισούνε και δεν κρένουν. Είναι και το άλλο κοιτώντας τα μνήματα γίνονται και λίγο φιλόσοφοι. Στο ναό όμως είναι σιγανοπαπαδιές .Θυμάμαι κάποτε σ ένα χωριό πόσο τρόμαξα από τις άγριες φάτσες τους. Ήταν αυτό που λέμε κακό χωριό τα λίγα σπίτια. Πρώτα συνάντησα πέντε έξι κυνηγούς με τα όπλα τους και τα σκυλιά τους να χαλάνε τον κόσμο ξημερώματα. Μέχρι να απομακρυνθούν για τα καλά από την πλατεία είδα κι έπαθα από την τρομάρα μου.
Λίγο αργότερα βαδίζοντας σ ένα μονοπάτι συνάντησα ένα γέρο με ένα τεράστιο δρεπάνι στον ώμο, αυτό που κόβουν χόρτα και βάτα. Δεύτερος τρόμος, θες λέω να ήρθε η ώρα μου,  να είναι κάνας χάρος. Τον γνώριζα το γέρο ,αλλά τι εμπόδιζε ο χάρος να έχει τη μορφή του κι ακόμα το λίγο τρελούτσικο μάτι του γέρου ,έτσι να του γύριζε μ έστελνε με τη μία. Όλο τέτοιες φάτσες βρίσκεις ,ειδικά στα ερημωμένα χωριά κι έχω γυρίσει με τη δουλειά μου αρκετά. Ούτε ένα ποτήρι νερό δε δίνουνε σε μερικά και μάλιστα σου λένε τι θες εδώ απ την Αθήνα ,άιντε δίνε του. Για να καταλάβεις την νεοελληνική φιλοξενία ίσως.
Βλέπεις δε γνωρίζουνε για ξένιο Δία ,οπότε τι να φοβηθούνε , μόνο που τώρα τελευταία με τους ξένους ,θα το χτυπάνε το κεφάλι τους.
Λοιπόν, φαντάζομαι θα συλλαμβάνεις το κοινωνιοποιητικό μέγεθος της εκκλησίας ,καθώς και την παιδαγωγική και παρηγορητική σημασία που έχει γι αυτούς τους φτωχοδιάβολους .Ο μόνος τους φόβος είναι μην τους αφήσει ο παπάς αλειτούργητους.
-Μα, της παρατήρησα, πολλοί ούτε απέξω δεν περνάνε, και όλη τη μέρα καντήλια στα καφενεία κατεβάζουν.
-Άσε τι λένε και τι κάνουνε. Μόλις τους ζορίζουν λίγο τα πράγματα ,όλο βοήθειες είναι σαν την κότα που όταν πίνει νερό δεν της πάει κάτω αν δεν αποταθεί στα ουράνια. Αλλά επειδή ξέφυγα αρκετά σου επαναλαμβάνω να κρατήσεις την αίσθηση του ονείρου γερά, γιατί κάπως έτσι φωτίζεται ο ναός της ψυχής μας. 
Σκέφτηκα τα λόγια της αργότερα. Θυμήθηκα ότι στην εφηβεία μου είχα σχεδιάσει ένα διήγημα όπου με ενδιέφερε να φωτίσω το ιστορικό του χωριού και να το σταθεροποιήσω σε κάποιους άξονες για οδηγό  γνωριμίας  με  καταγωγικές ρίζες. Ήταν ένα μικρό ιστόρημα που επίσης το είχε ξυπνήσει πάλι μια σειρά ονείρων πολύ αποκαλυπτικών . Στις ρίζες του βουνού ,στο κτήμα με τις ελιές που στην κορφή του υπάρχει η βρύση της συκιάς όπου και στέρνα για το πότισμα οπωροφόρων και μικρού κήπου ,ο οποίος μας κράτησε σ εκείνα τα χρόνια της ανέχειας.
Πιο δω από τον κήπο σ ένα ξέφωτο ,μέσα στο όνειρο ,ξαφνικά κοιτάζω και βλέπω τέσσερις προτομές πάνω σε βάθρα και ήτανε λέει ο Πάνος ο Φώτος  ο Ντίρης  ο Σπανός. Αναρωτήθηκα πως βρέθηκαν εκεί και πως τόσο καιρό δεν το είχα παρατηρήσει .Όπως συνήθως τη λύση δίνει μια αιφνίδια σκέψη ,που ξετρυπώνει από μια άκρη του μυαλού και λέει πως όνειρο είναι, γι αυτό δεν το είδες. Κα ως όνειρο δεκτό το απολαμβάνεις και το πρωί το σκέφτεσαι με άλλα μάτια.
Με αφορμή το όνειρο αυτό είχα φτιάξει τη μυθολογία του χωριού. Είχα μάλιστα τοποθετήσει τις τέσσερις μορφές καβαλάρηδες στα σταυροθόλια :Πάνος πυρόξανθο , Ντίρης σιδερόψαρο, Σπανός ωχρό , Φώτος καράς.
Ερχόταν τώρα όμως οι κραταιοί άγγελοι ,και ποιος μπορεί να τους φέρει αντίρρηση, ούτε να τους κοιτάξω κατά πρόσωπο δεν τόλμησα, και είναι σαν να μου αποκλείουν το δικαίωμα. Και ίσως έχουν δίκιο, γιατί στα σταυροθόλια θα εμφανιστούν οι τέσσερις άγγελοι εξολοθρευτές της αποκαλύψεως, συνέπειες ονείρου. Πρέπει να επανορθώσω την ιδέα μου για  προτομές μορφών .
*

            Κόκκινη την άνοιξη
           
Απ της ψυχής σου το φιλί άνθισε μέσα μου πληγή
Ήλιος απ την ανατολή και φώτισε όλη τη γη

Πόνος είναι στο τραγούδι κόκκινο την άνοιξη λουλούδι
Του αλήτη τα παράπονα βιολί που ηχεί παράτονα

Πού να σε βρώ ,πού να σε συναντήσω
πουλί χαμένο στο νοτιά και να σε φέρω πίσω
λέω τραγούδι παραπονεμένο για σένα φώς σβησμένο

Εικόνες φτιάχνει το μυαλό μέσα σε σύννεφο χρυσό
Μα πώς να ξέρει το φτωχό δίχτυα να δέσει στ ανοιχτά
Και να σε βγάλει στα ρηχά

Σε δίχτυα εσύ δεν πιάνεσαι νύχτα είσαι και χάνεσαι
Ανθίζει μέσα μου πληγή φεγγάρι εσύ μακριά απ τη γή 

*
 Λάδια ξύδια

Πότε λάδια πότε ξύδια της ζωής αποκαΐδια
Πώς να κάνω ιστορία με μισή αυτοκρατορία

Εσύ με κηδεμονεύεις ένα δίνεις δυό μου παίρνεις
Και με παίζεις σαν τη γάτα με αισθήματα φευγάτα

Τρείς το λάδι δυό το ξύδι στο δικό μας το ταξίδι
Κάνω το λογαριασμό χάνω,βγάζω το σκασμό

Να ξεχάσω πίνω ξύδια που με ζώσανε τα φίδια
Να ξεχάσω να ξεφύγω ά να σ έβλεπα ένα λίγο

Του μυαλό μου ο καθρέφτης νάτανε μάνα μου ψεύτης
Να μου λέει παραμύθια να μου κρύβει την αλήθεια

Πού γυρνάς και πού πηγαίνεις και ξανάγινα εργένης
Καταδέξου μας κι εμάς που όλο ξύδια μας κερνάς.
*
Εικόνιζε τον τάρανδο στη σπηλιά ή στο μαχαίρι με αντίστοιχη σημασία: έχω την εικόνα ,έχω και το πράγμα, όπως ο λυρικός αιχμαλωτίζει το ερωτικό αντικείμενο με την έκφραση του πάθους.

Τοξεύτηκε από τον ψυχοπομπό.

Το κλάμα της μάνας δεν είχε δάκρυα. Ήταν νεκρό. Χήρα μάνα, χήρο νησί ,αυτός ο τάφος αυτό το σήμα. Όλα μα όλα για να καταλήξει ένας τάφος, και πώς ο θάνατος το κάνει αθάνατο;
 Δραπέτισσα έφηβη του νησιού, δραπέτισσα σύντονα και της ζωής. Ερωτική της ελευθερίας, στου κενού την έξοδο. Ξόδεψε το λάδι της σπάταλα, έχυσε το καντήλι τη φωτιά του.
Ποιάς ελεγείας η φωνή να πει τον πόνο; Μάνας βουβής τα λόγια δεν ακούγονται, τα πίνει πικρά ,πονά. Επαίτισσα, σταχοσυλλέκτρα στην αναζήτηση της μυστικής φύσης.
Πικρό βοτάνι μέσα της η ζωή με απελπισία θρεμμένο.
Απέλπιδη εξοδούχος ,τη μαύρη βάρκα βιάστηκε να πάρει,
Να πιει νερό από την Άορνο, νερό κι από την Άρνα.
Να βγει ευθύς στον Άδη ένα με τις σκιές.
Με πάτημα στην άβυσσο και στα σκαλιά τα κάτω
Από τη μεγάλη κατηφόρα ο δρόμος γρήγορος για κει, για τους ασφοδελούς λειμώνες της Κόρης.
Αν και τα λόγια μας στον  Άδη δε φτάνουν
Του Ορφέα η λύρα μέχρι εκεί ίσως ηχεί
Κι ας πει τώρα σκοπό για σένα και άκουσε:

              Αττικά Δάκρυα

Μικρή γαζέλα ατόξευτη γύριζες τη ζωή
στα μάτια σου καθέφτιζες τα άτια όλης της θάλασσας

τιμούσες με την τόλμη σου το λατρευτό νησί
ευγένεια είχες, έλαμπες με ομορφιά μιας άνασσας

ιερατική, ερωτική, έθυες στις μούσες
αέρινη, αδίστακτη, τον κόσμο ετιμούσες

Α! πως πήδηξες με άλμα τολμηρό τα κύματα
πώς στο χορό επιδέξια είχες βήματα

Δε θες ακόμα μια φορά να δεις τ’ αστέρια
να τα εξηγήσεις με λόγια σοφά με επιδέξια χέρια

Τον ήλιο τάχα δε θες να δεις στη δύση
 ή μιας ανατολής το φως του χρυσή βρύση

Μικρή γαζέλα ατόξευτη γύριζες τη ζωή
μικρή γαζέλα έφυγες από πόρτα μυστική

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers