-


Dali &









/




 
 

 

Ellison arlan:

                             
                                         Χρλαν λισον

                                           Βιογραφικ

     Αμερικανς βραβευμνος συγγραφας που γεννθηκε στις 27 Μη 1934 στο Οχιο. Τον διωξαν απ το Πανεπιστμιο ταν διαμαρτυρθηκε κπως γρια στον φιλλογο που του επε πως δεν χει καθλου ταλντο. Απ μικρς εχε ανακατευτε ενεργ στις οργανσεις των fun της ΕΦ, στο Κλβελαντ. Ο σγχρονς του Robert Silverberg τον περιγρφει σαν ανασφαλ, φοβο, εξαιρετικ φιλδοξο, υπερκινητικ κι εξουσιαστικ. Τα δια θα μποροσε να πει κανες για τα διηγματ του με τα οποα γινε γνωστς τσο στο χρο της ΕΦ σο και ξω απ' αυτν και που του χρισαν 7 Hugo3 Νebula, 2 Jupiter κι 1 Edgar (πρκειται για βραβεα ΕΦ Λογοτεχνας). Τα διηγματ του αυτ εναι εντελς προσωπικ κι αντικατοπτρζουν τον χαρακτρα του συγγραφα, τα ενδιαφροντα και τις θσεις του.
     Απ το 1962 μνει στο Λος Αντζελες. Εγινε γνωστς γρφοντας τηλεοπτικ σενρια για θρλερ και σειρς ΕΦ. Το επεισδιο που γραψε για το Star Trek, το The City Οn Τhe Edge Οf Forever, κρδισε το βραβεο Hugo το 1968. Πρτο του μυθιστρημα ταν το Web Οf Υhe City, που κυκλοφρησε το 1958, και περιγραφε τον τρπο ζως των νεανικν συμμοριν και τις μχες μεταξ τους. Για να γρψει πρασε δκα βδομδες με μια συμμορα του Μπροκλιν, και παρ λγο να σκοτωθε σε μια συμπλοκ.



     ταν ρχισε να γρφει και διηγματα, το 'κανε με ιλιγγιδη ρυθμ. Πολλ απ' αυτ δεν ανκουν στον χρο της ΕΦ, ο διος μως συχν αποδοκιμζει τους κλασικος διαχωρισμος ανμεσα στα λογοτεχνικ εδη. Προτιμ το χαρακτηρισμ «λογοτεχνα των εικασιν» κι αρνεται πως υπρχει αυτ που οι λλοι ονομζουν «νο κμα» σαν ξεχωριστ λογοτεχνικ ρεμα.  Παρ' λο που -ιδως παλιτερα - εθεωρετο το «κακ παιδ» της ΕΦ -επιθετικς, εχθρικς, προσβλει συχν το ακροατρι του, κοροδεει τις απλοκς τους ιδες και τα φτην τους γοστα- χει κερδσει τα περισστερα βραβεα απ κθε λλον. Ο σγχρονς του Robert Silverberg τον περιγρφει ως ανασφαλ, φοβο, εξαιρετικ φιλδοξο, υπερκινητικ κι εξουσιαστικ. Τα δια θα μποροσε να πει κανες για τα διηγματ του με τα οποα γινε γνωστς τσο στο χρο της επιστημονικς φαντασας σο και ξω απ' αυτν και που του χρισαν 7 Hugo, 3 Νebula, 2 Jupiter κι 1 Edgar (βραβεα ΕΦ Λογοτεχνας). Τα διηγματ του αυτ εναι εντελς προσωπικ κι αντικατοπτρζουν τον χαρακτρα του συγγραφα, τα ενδιαφροντα και τις θσεις του.

  Αναλυτικ τα βραβεα:

Βραβεα Writers Guild of America,
βραβεο ντγκαρ λλαν Πε,
βραβεο Προμηθους - Hall of Fame,
Damon Knight Memorial Grand Master Award,
Βραβεο Νμπιουλα για Καλτερο Μικρ Μυθιστρημα,
Βραβεο Χιογκο για Καλτερη Ιστορα Μικρο Μκους,
Βραβεο Χιογκο για Καλτερη Ιστορα Μικρο Μκους,
Βραβεο Χιογκο Καλτερης δραματικς παρουσασης,
Βραβεο Χιογκο,
Nebula Award for Best Novella,
Βραβεο Χιογκο για Καλτερη Ιστορα Μικρο Μκους
Locus Award for Best Short Story,
Βραβεο Χιογκο,
Locus Award for Best Short Story,
Jupiter Award,
Locus Award for Best Short Story,
Hugo Award for Best Novelette,
Locus Award for Best Novelette,
Hugo Award for Best Novelette,
Locus Award for Best Short Story,
Βραβεο Χιογκο Καλτερης δραματικς παρουσασης,
Βραβεο Νμπιουλα για Καλτερο Μικρ Μυθιστρημα,
Jupiter Award,
Locus Award for Best Short Story,
Βραβεο Χιογκο για Καλτερη Ιστορα Μικρο Μκους,
British Fantasy Award,
Locus Award for Best Short Story,
Locus Award for Best Novelette,
Locus Award,
Locus Award for Best Novelette,
Locus Award for Best Short Story,
Locus Award,
Hugo Award for Best Novelette
Locus Award

     Τα καλτερα διηγματα του εναι εκενα στα οποα χαλιναγωγεται η τερστια ενεργητικτητα του, επιτρποντας στο παθιασμνο του ενδιαφρον για μιαν αυθεντικ, ανθρπινη ζω, να εκφραστε με γριες παραβολς που η αυθεντικτητα καταστρφεται απ τη κεκτημνη ταχτητα του αυστηρο ελγχου που αναπτσσεται στον αινα μας, απ την οργανωμνη υποκρισα, τη κακ πστη και τη παραφροσνη. Παρλληλα μως απεικονζεται κι η ρνηση του ανθρπινου πνεματος να υποκψει. Χρησιμοποιε με μεγλη ικαντητα τη γλσσα της ΕΦ για να μορφοποισει και να δραματοποισει αυτς τις ανησυχες του, αν και λγα διηγματ του τελικ κατατσσονται εκολα σ' αυτν.
     χει συντξει επσης δυο συλλογς διηγημτων που εχαν μεγλη επιρρο στο χρο της ΕΦ. Η , "Dangerous Visions" (1967), τανε συλλογ 33 πρωττυπων διηγημτων απ γνωστος αλλ και νους συγγραφες που λγω του περιεχομνου τους της γραφς τους δε γνονταν δεκτ στα περιοδικ τις ανθολογες της εποχς. Η τανε το "Again, Dangerous Vsons" (1972). Κι οι 2 περιχουν εισαγωγς κι φθονο επεξηγηματικ υλικ. Μια  ανθολογα, "The Last Dangerous Visions", δεν χει εκδοθε ακμη.

=======================


                    Το Κλμα Των Δαρμνων Σκυλιν

     Τη νχτα μετ το απγευμα που βαψε τα πλασια των παραθρων του καινοριου της διαμερσματος στη 52η Ανατολικ οδ, η Μπεθ εδε να κατακρεουργεται μχρι θαντου μα γυνακα στην αυλ τον κτιρου της. ταν μα απ τους εκοσι ξι αυτπτες μρτυρες τον αποτρπαιου εγκλματος κι πως εκενοι, δεν κανε τποτα για να το αποτρψει.
     Τα εδε λα, τη κθε φριχτ στιγμ, χωρς διακοπς και προσκμματα. Απ το μυαλ της πρασε η τρελ σκψη τι βρισκταν στην τλεια εκενη θση τον παρατηρητ που αναζητοσε ο Ναπολων ταν παργγελνε να τον χτσουν τα θατρα της Κομεντ Φρανσζ, να θεωρεο λγο πιο πσω απ τα λλα απ' που μποροσε να παρακολουθε και το κοιν και την παρσταση. Η νχτα ταν καθαρ, η ρα 11.30, το φεγγρι γεμτο, μλις εχε κλεσει τη τηλεραση συνειδητοποιντας τι βλεπε τη συγκεκριμνη ταινα με τον Ρμπερτ Τιλορ για δετερη φορ εν δεν της εχε αρσει οτε τη πρτη, και στο διαμρισμ της βασλευε σκοτδι.
     Πλησασε στο παρθυρο για να το ανασηκσει πριν πσει να κοιμηθε κι εδε τη γυνακα να παραδρνει στην αυλ. Βδιζε τρεκλζοντας κντρα στον τοχο, σφγγοντας το αριστερ της μπρτσο με το δεξ χρι. Η ηλεκτρικ εταιρα εχε πρσφατα τοποθετσει λαμπτρες υδραργρου στον ακλυπτο' εχαν σημειωθε δεκαξι επιθσεις μσα σε επτ μνες τα καινορια φανρια σκρπιζαν να παγερ πορφυρ φως που κανε το αμα στο αριστερ μπρτσο της γυνακας να φαντζει μαρο και γυαλιστερ. H Μπεθ εδε την κθε λεπτομρεια με απλυτη σαφνεια, σαν να μεγεθυνταν χλιες φορς σε μικροσκπιο, σαν να εκτθεντο στους προβολες τηλεοπτικς διαφμισης.
     Η γυνακα ριξε πσω το κεφλι σως για να ουρλιξει, αλλ καννας χος δεν βγαινε απ το στμα της. Το μνο που ακουγταν ταν τα τροχοφρα στη Πρτη Λεωφρο, ταξ που ψαχναν για περιστασιακ ζευγαρκια ξω απ τα μπαρ για μοναχικος της γειτονις: το Μξγουελ Πλαμ, το Φριντει, το 'Ανταμς Απλ. Αλλ αυτ συνβαιναν μακρι, αλλο. Εδ που βρισκταν η γυνακα, επτ πατματα πιο κτω, στην αυλ, τα πντα μοιαζαν να αιωρονται σιωπηλ σ' να αρατο μαγνητικ πεδο.
     Η Μπεθ, ακνητη στο σκοτδι του διαμερσματς της, διαπστωσε ξαφνικ τι εχε σηκσει ολκληρο το παρθυρο χωρς να το αντιληφθε. Μπροστ απ το χαμηλ περβζι υπρχε να μικροσκοπικ μπαλκνι τρα δεν τη χριζε μτε το τζμι απ το θαμα' μνον το κιγκλδωμα του μπαλκονιο και οι επτ ροφοι.
     Η γυνακα τραβχτηκε απ τον τοχο κι η Μπεθ εδε τι ταν γρω στα τριντα πντε, με σκορα μαλλι κομμνα καρ δεν μποροσες να καταλβεις αν ταν μορφη, ο τρμος εχε παραμορφσει τα χαρακτηριστικ της και το στμα της ταν μια στρεβλ μαρη σχισμ. Οι φλβες ξεχριζαν σαν χορδς στο λαιμ της. Εχε χσει το να της παποτσι και τα βματ της ταν αββαια, νμιζες τι απ στιγμ σε στιγμ θα σωριαζταν στο δαφος.
     Ο ντρας στριψε τη γωνα του κτιρου και μπκε στην αυλ. Το μαχαρι που κρατοσε ταν τερστιο , τουλχιστον, τσι δειχνε. Η Μπεθ θυμθηκε το σουγι με την κοκλινη λαβ που χρησιμοποιοσε o πατρας της για να καθαρζει τα ψρια τα καλοκαρια στη λμνη στο Μιν: εκοσι εκατοστ μακρς με οδοντωτ λεπδα. Το μαχαρι στο χρι του μελαψο ντρα στην αυλ ταν παρμοιο.
     Η γυνακα τον εδε και προσπθησε να τρξει, αλλ εκενος την φτασε με μια δρασκελι, την πιασε απ τα μαλλι και της σπρωξε προς τα πσω το κεφλι, σαν να ετοιμαζταν να της κψει το λαργγι.
     Ττε η γυνακα ορλιαξε.
     Το ουρλιαχτ της αντχησε στην αυλ σα σκοξιμο νυχτερδας παγιδευμνης σε κλειστ θλαμο, ανκανης να βρει διξοδο, τρελς απ φβο. Και συνεχστηκε για ρα... Προσπαθντας να αμυνθε, μπηξε τους αγκνες της στα πλευρ του ντρα κι εκενος την ρπαξε απ τα μαλλι και τη στριφογρισε. Κατφερε να του ξεφγει, μνο μια χοφτα ξεριζωμνες τρχες το μειναν στα χρια. Καθς η γυνακα οπισθοχωροσε, εκενος κατβασε το μαχαρι του και την πτυχε ακριβς στο στθος. Το αμα της πετχτηκε σα σιντριβνι απ την πληγ και κατβρεξε τον ντρα, εξαγρινοντς τον ακμη περισστερο. Της επιτθηκε πλι καθς εκενη, διπλωμνη στα δο, προσπαθοσε να κρατηθε στα πδια της, με το αμα να τρχει ποτμι στα μπρτσα της.
     Πγε να τρξει, τσογκρισε στον τοχο, γλστρησε στα πλγια, και το μαχαρι του ντρα χτπησε την τοβλινη επιφνεια. Η γυνακα ξεμκρυνε λγα μτρα, σκνταψε σ' να παρτρι, πεσε στα γνατα, κι εκενος χμηξε πλι πνω της. Το μαχαρι υψθηκε και η λεπδα στραψε παρξενα λικη. Κι εκενη ακμη ορλιαζε. Τα φτα ναψαν σε καμι ντουζνα διαμερσματα και κμποσοι νοικοι εμφανστηκαν στα παρθυρα.
χωσε το μαχαρι στην πλτη της, πνω απ το δεξ μο. Το 'μπηξε σο πιο βαθι μποροσε, χρησιμοποιντας και τα δυο του χρια.
     Η Μπεθ τα βλεπε λα σε αλλεπλληλες αστραπς -τον ντρα, τη γυνακα, το μαχαρι, το αμα, τα πρσωπα των ανθρπων στα παρθυρα. Κι πειτα τα φτα κλεισαν, αλλ οι θεατς μειναν στις θσεις τους, προσηλωμνοι στο δρμα που παιζταν στην αυλ. θελε να φωνξει, να ουρλιξει: «Τ της κνεις, χτνος;» Αλλ το λαργγι της ταν παγωμνο, λες και δυο σιδερνια χρια που εχαν μενει βυθισμνα στον ξερ πγο για δκα χιλιδες χρνια σφιγγαν το λαιμ της.'νιωθε τη λμα να μπγεται στο δικ της κορμ.
     Με κποιον τρπο -φαινταν αδνατο, αλλ να που συνβαινε- η γυνακα κατφερε να σηκωθε και να τραβηχτε απ το μαχαρι. Τρα βματα, κανε τρα ολκληρα βματα και ξανπεσε στο παρτρι με τα λουλοδια. Τρα μογκριζε ο ντρας, μογκριζε σαν γριο θηρο, βγαζε ναρθρους χους κατευθεαν απ το στομχι του. Πδηξε πνω της και το μαχαρι υψθηκε και κατβηκε, ξαν και ξαν και ξαν, και τελικ λα γιναν νας στρβιλος και το ουρλιαχτ της τρελαμνης νυχτερδας σιγ-σιγ σβηνε.
     Η Μπεθ τρεμε κι κλαιγε στο σκοτδι, με μτια ξχειλα απ φρκη. Κι ταν πια δεν ντεχε να βλπει τον μανιακ να κομματιζει το ακνητο κομμτι κρας, στρεψε το βλμμα στα αδιαπραστα παρθυρα που οι λλοι στκονταν ακμη -πως στεκταν κι εκενη- και παρ το σκοτδι, μπρεσε να διακρνει τα πρσωπ τους, μπλβα στο μουντ φως των λαμπτρων, κι λα με την δια κφραση. Οι γυνακες μπηγαν τα νχια τους στα μπρτσα των αντρν και οι γλσσες εξεχαν απ τα στματ τους' οι ντρες χαμογελοσαν με ορθνοιχτα, σχεδν εκστατικ μτια. Σαν να παρακολουθοσαν κοκορομαχες και χι φονικ. Ανσαιναν βαθι, λες κι παιρναν ζω απ το φριχτ σκηνικ της αυλς. Και εξπνεαν μ' ναν χο βαθ, πολ βαθ, σαν απ σπηλι στα γκατα της γης. Σρκα ωχρ και υγρ.
     Και ττε η Μπεθ συνειδητοποησε πως η αυλ τανε βουτηγμνη στη καταχνι, λες κι να ππλο ομχλης εχε επτηδες τυλξει την 52η οδ για να θολσει τις λεπτομρειες των σων συνχιζε να κνει ο ντρας με το μαχαρι του... ασταμτητα... ακμη κι ταν εχε εξαφανιστε κθε απλαυση... σχεδν καταναγκαστικ... ξαν και ξαν και ξαν...
Αλλ η ομχλη ταν αφσικη, γκρζα και πηχτ και γεμτη μικροσκοπικς σπθες φωτς. Η Μπεθ την κοταγε καθς απλωνταν στον δειο χρο του ακλυπτου. Μπαχ στον καθεδρικ να, αστερσκονη στο κεν.
     Η Μπεθ εδε μτια.
     Εκε, εκε ψηλ, στον νατο ροφο και ψηλτερα, δυο μεγλα μτια, αδιαμφισβτητα σο η νχτα και το φεγγρι, υπρχαν μτια. Και -κτι σαν πρσωπο; ταν πρσωπο αυτ το πργμα μπως το φανταζταν... να πρσωπο; Στους ατμος της παγωμνης ομχλης κτι ζοσε, κτι σκεπτμενο και υπομονετικ και πρα για πρα μοχθηρ που εχε κληθε για να δει ,τι διαδραματιζταν εκε κτω, στο παρτρι. Η Μπεθ προσπθησε να αποστρψει το βλμμα, αλλ δεν μπρεσε. Τα μτια, εκενα τα αρχγονα, φλεγμενα μτια, πανρχαια και αβυσσαλα, αλλ ταυτχρονα τρομαχτικ ζωηρ και ανυπμονα σαν μτια παιδιο' μτια βαθι σαν τφοι, παμπλαια και νεογννητα, χαοτικ, πρινα, γιγντια και απθμενα, που την αιχμαλτιζαν, της επιβλλονταν. Η παρσταση δεν εχε στηθε μνο για τους ενοκους στα παρθυρα, που παρακολουθοσαν και ρουφοσαν τα δρμενα, αλλ και για κποιον λλον. 'χι στην παγωμνη τοντρα σε ρημα βαλτοτπια, χι σε υπγειες στος σε κποιον μακριν πλαντη που περιστρεφταν γρω απ ναν ετοιμοθνατο λιο, αλλ εδ, στην πλη, εδ τα μτια αυτο του λλου παρακολουθοσαν.
     Με υπερνθρωπη προσπθεια η Μπεθ κατρθωσε να τραβξει τα μτια της απ τα φλεγμενα βθη του νατου ορφου, μνο και μνο για να ξαναδε την κτηνωδα που εχε φρει εδ τον λλον. Και για πρτη φορ συνειδητοποησε σ' λο της το μγεθος τη φρκη σων βλεπε, λυτρθηκε απ την ακινησα που την κρατοσε πετρωμνη σαν κοιλκανθο σε σχιστλιθο και το αμα πλημμριζε τις μεμβρνες του μυαλο της' στεκταν τση ρα και κοταζε χωρς να πει να κνει τποτα για να βοηθσει! Τα δκρυα ταν χρηστα, τα ργη μταια, δεν εχε κνει τποτα απολτως!
Και ττε κουσε τους υστερικος χους, κτι ανμεσα σε χαχανητ και λυγμος και καθς σκωνε τα μτια να κοιτξει το μγα πρσωπο που κυριαρχοσε στην ομχλη, κατλαβε τι η δια βγαζε τους παρανοκος, πιθηκσιους χους, εν ο ντρας στην αυλ βογκοσε αδναμα, ανμπορα, σχεδν παραπονεμνα, κτι σαν το κλαψορισμα των δαρμνων σκυλιν.
     Κοιτοσε και πλι το πρσωπο. Δεν θελε να το ξαναδε ποτ στη ζω της, αλλ δε μποροσε να κνει αλλις, την εχαν εκμαυλσει εκενα τα πουλα μτια που μοιαζαν τσο με μτια παιδιο, παρλο που η Μπεθ ξερε τι ταν παλιτερα απ την δια την πλση.
     Και ττε ο σφαγας κανε κτι ακατονμαστο κι η Μπεθ χασε την ισορροπα της απ την ξαφνικ ζαλδα και πιστηκε απ το παραπτο του παρθυρου για να μη πσει στο μπαλκονκι, στθηκε στα πδια της και πρε βαθι ανσα.
     νιωσε τι τη κοιτζανε και για μια στιγμ απστευτου τρμου νμισε τι εχε τραβξει τη προσοχ του προσπου στην ομχλη. Γραπθηκε απ το παρθυρο, χοντας την ασθηση τι λα γρω της διαλονταν και κοταξε κατευθεαν απναντι. ντως, κποιος τη παρακολουθοσε. Επμονα. Ο νεαρς στο παρθυρο του βδομου πατματος, ακριβς αντκρυ απ το δικ της. Σταθερ κι αδικοπα τη κοιτοσε. Μσα απ την αλλκοτη ομχλη με τα πρινα μτια που απολμβαναν ηδονικ το θαμα κτω, κενος τη κοιτοσε.
     Καθς ο κσμος σκοτενιαζε γρω της, να δευτερλεπτο πριν λιποθυμσει, της πρασε φευγαλα απ το νου η σκψη τι το πρσωπ του της ταν τρομαχτικ οικεο.
Την επμενη μρα βρεξε. Η Ανατολικ 52 οδς γυαλοκοποσε κι στραφτε, στρωμνη με τα ουρνια τξα της λγδας και της βενζνης. Η βροχ εχε ξεπλνει τα σκυλσκατα τα εχε παρασρει στους υπονμους. Οι διαβτες κυκλοφοροσαν σκυφτο για ν' αποφγουν τη βροχ, κρυμμνοι πσω απ ομπρλες, απαρλλακτοι με τερστια μαρα μανιτρια. H Μπεθ βγκε να πρει εφημερδες λγο μετ την αναχρηση των αστυνομικν.
     Οι ειδσεις επμεναν σαδιστικ στην απθεια των εκοσι επτ ενοκων του κτιρου που εχαν παρακολουθσει με ψυχρ ενδιαφρον τη σφαγ της Λινα Κιαρλι, 37 χρονν, κατοκου της 455 Φορτ Ουσινγκτον 'Αβενιου στο Μανχταν απ τον Μπρτον Χ. Γουλς, 41 χρνων, νεργο ηλεκτρολγο, που στη συνχεια πυροβολθηκε και σκοτθηκε απ δυο εκτς υπηρεσας αστυνομικος, ταν μπκε σ' να μπαρ της 55ης οδο, βουτηγμνος στα αματα απ τη κορφ ως τα νχια και κραδανοντας να μαχαρι που, πως εξακριβθηκε αργτερα, τανε τ' ργανο του εγκλματος.
     Η Μπεθ κανε δυο φορς εμετ κενη τη μρα. Το στομχι της δε μποροσε να κρατσει τποτα στερε κι η γεση της χολς δεν εννοοσε να της φγει απ το στμα. Της ταν αδνατο να σβσει τις σκηνς της προηγομενης νχτας απ το μυαλ της' βλεπε και ξανβλεπε σαν σε κινηματογραφικ ταινα την κθε κνηση του ολθριου χεριο. Το κεφλι της γυνακας ριγμνο πσω. Τις σιωπηλς κραυγς. Το αμα. Τα μτια στην ομχλη.
     Πγαινε συνχεια στο παρθυρο, θαρρες και κτι τη τραβοσε εκε, για να κοιτξει τον ακλυπτο και το δρμο. Προσπαθοσε να αντικαταστσει το μελαγχολικ, τσιμεντνιο αστικ τοπο του Μανχταν με τη θα που εχε απ το παρθυρ της στο οικοτροφεο του Μπνινγκτον: το μικρ κπο και ναν λλον, κατλευκο φοιτητικ κοιτνα' τις πανμορφες μηλις' τους καταπρσινους λφους και την απαρμιλλη εξοχ του Βερμντ' επανφερε στη μνμη της και τις τσσερις εποχς. Αλλ το μπετν και οι βρεγμνοι δρμοι δεν λεγαν να εξαφανιστον. Η βροχ στο πεζοδρμιο ταν μαρη και γυαλιστερ σαν αμα.
     Προσπθησε να δουλψει, πλωσε στο γραφεο της τα διαγρμματα της χορογραφας. Αλλ το Λαβανοττιον σμερα δεν ταν γι' αυτν τποτα περισστερο απ να συνονθλευμα ανεξιχναστων ιερογλυφικν ζωγραφισμνο απ τον Τζκσον Πλοκ αντ για την ακριβ αναπαρσταση της ρυθμικς που μελετοσε επ τσσερα χρνια για να τελειοποισει.
     Χτπησε το τηλφωνο. ταν η γραμματας του Χορευτικο Θισου Τιλορ που θελε να τη ρωτσει πτε θα ταν ελεθερη. Η Μπεθ αναγκστηκε να αρνηθε. Κοταξε το χρι της και εδε τι τα δχτυλ της τρεμαν. Κι πειτα τηλεφνησε στον Γκοζμαν στην Εταιρα Μπαλτου για να του πει τι θ' αργοσε να παραδσει τη χορογραφα.
 -"Για τ' νομα του Θεο, κορτσι μου, χω δκα χορευτς που περιμνουν να κνουνε πρβα! Τ θα τους κνω τρα";
     Του εξγησε τι εχε συμβε τη προηγομενη νχτα. Και καθς μιλοσε κατλαβε πσο δκιο εχαν οι εφημερδες που αντιμετπιζαν με ττοια περιφρνηση τους εκοσι ξι μρτυρες του θαντου της Λινα Κιαρλι. Ο Πασκλ Γκοζμαν την κουσε προσεχτικ κι ταν ξαναμλησε, η φων του ταν κμποσες οκτβες χαμηλτερη. Της επε τι καταλβαινε και τι της δινε μια μικρ παρταση. 'μως ο τνος του ταν τυπικς, σχεδν ψυχρς, και της κλεισε το τηλφωνο πριν προλβει να τον ευχαριστσει.
     Η Μπεθ φρεσε να χοντρ μλλινο πουλβερ σε σκορους μοβ τνους και χακ πανταλνι. θελε να βγει λγο ξω, να περπατσει, ν' αλλξει παραστσεις. Καθς βαζε τα χαμηλοτκουνα παποτσια της, αναρωτθηκε αφηρημνα αν το βαρ ασημνιο βραχιλι που εχε δει τις προλλες υπρχε ακμη στη βιτρνα του Γκοργκ Τζνσεν. Στο ασανσρ συνντησε το νεαρ απ το αντικριν διαμρισμα, ο οποος βλθηκε να την περιεργζεται απροκλυπτα. Η Μπεθ ξανρχισε να τρμει σγκορμη. Πγε και στθηκε στη γωνι του κουβοκλιου, με το κεφλι χαμηλωμνο.
     Ανμεσα στον τταρτο και τον πμπτο ροφο, εκενος πτησε το "στοπ" και ο ανελκυστρας σταμτησε.
     Η Μπεθ τον κοταξε και ο νεαρς χαμογλασε αθα.
 -"Γεια σου. Με λνε Γκλσον, Ρι Γκλσον. Μνω στο 714".
     θελε να του πει να ξαναθσει σε λειτουργα το ασανσρ, με ποι δικαωμα κανε ττοιο πργμα, ποις νμιζε τι ταν, αν δεν πατοσε αμσως το κουμπ θα μπλεκε σχημα. Αυτ θελε να κνει. μως αντιθτως, απ το διο σημεο που εχε ακοσει το ασυνρτητο γλιο τη χθεσιν νχτα, κουγε τρα τη φων της, πολ πιο λεπτ κι αββαιη απ' ,τι συνθως, να λεει:
 -"Εμαι η Μπεθ Ο' Νηλ, διαμρισμα 701".
     Το θμα ταν πως ο ανελκυστρας εχε σταματσει. Κι εκενη φοβταν, φοβταν πολ. Αλλ ο ντρας ακουμποσε στην πρτα, ντυμνος στην τρχα, με καλογυαλισμνα παποτσια και ψογο χτνισμα, και της μλαγε σαν να κθονταν στο τραπζι ενς πολυτελος ρεστωρν.
 -"Μλις μετακμισες, ε";
 -"Πριν δο μνες".
 -"Ποι πανεπιστμιο τελεωσες; Το Μπνινγκτον το Σρα Λρενς";
 -"Το Μπνινγκτον. Πς το 'ξρες";
     Εκενος γλασε, και το γλιο του ταν ευχριστο.
 -"Εμαι επιμελητς σ' ναν οκο θρησκευτικν εκδσεων. Κθε χρνο μας ρχονται μισ ντουζνα κορτσια απ το Μπνινγκτον, το Σρα Λρενς, το Σμιθ. Πφτουνε σαν ακριδολες, τοιμες να φρουν τα πνω κτω στην εκδοτικ βιομηχανα". 
 -"Κι εναι τσο κακ αυτ; Μιλς σαν να τις αντιπαθες".
 -"Ω, κθε λλο, τις λατρεω, εναι υπροχες. Νομζουνε πως γρφουνε καλτερα απ τους συγγραφες που εκδδουμε. Δσαμε κποτε σε μια απ' αυτς τις κουκλτσες τρα τυπογραφικ να τα διορθσει και τα ξανγραψε και τα τρα. Νομζω τι τρα δουλεει σερβιτρα σε φαστφουντδικο".
     Δεν του απντησε. Αν κουγε οποιονδποτε λλον να μιλει τσι, θα τον θεωροσε σοβινιστικ γουρονι. Αλλ κενα τα μτια του... Το πρσωπ του εχε κτι το τρομαχτικ οικεο. Απολμβανε τη κουβντα τους, ο νεαρς της ρεσε.
 -"Ποι εναι η κοντιντερη μεγλη πλη στο Μπνινγκτον";
 -"Το λμπανι. Απχει γρω στα εξντα μλια".
 -"Πσην ρα σου παρνει να πας εκε";
 -"Απ το Μπνινγκτον; Γρω στη μιμιση".
 -"Πρπει να εναι ωραα η διαδρομ, το Βερμντ φημζεται για την εξοχ του. Πς πνε τα πργματα απ ττε που το πανεπιστμιο γινε μικτ";
 -"Δε ξρω".
 -"Δε ξρεις";
 -"Συνβη την εποχ που αποφοιτοσα".
 -"Τ σποδασες";
 -"Χορ, με ειδικτητα στο Λαβανοττιον. Δηλαδ πς να κνεις και να καταγρφεις χορογραφες".
 -"Αν δε κνω λθος, λα σας τα μαθματα εναι προαιρετικ, κατ' επιλογ. Δεν εσαι αναγκασμνος να μελετσεις κτι συγκεκριμνο, μαθηματικ φυσικ, για παρδειγμα". Ο τνος του δεν λλαξε καθς συνχιζε: "τανε φοβερ αυτ που συνβη χτες βρδυ. Σε εδα που το παρακολουθοσες απ το παρθυρ σου. πως οι περισστεροι απ μας, λλωστε. τανε πργματι τρομερ". Η Μπεθ γνεψε καταφατικ. Ο φβος τη πλημμρισε πλι. "Τελικ τον καθρισαν οι μπτσοι. νας παλαβς τανε, δε ξρουνε καν γιατ τη σκτωσε γιατ μπκε στζοντας αματα στο μπαρ. Φριχτ ιστορα... Θα θελα πολ να φαμε να βρδυ οι δυο μας, αν δεν εσαι δεσμευμνη".
 -"Ναι, γιατ χι";
 -"Σε βολεει τη Ττρτη; Ξρω να καινοριο αργεντνικο ρεστωρν. Νομζω τι θα σου αρσει".
 -"Εντξει". »
 -"Ξεμπλοκρεις τρα το ασανσρ να φγουμε;" της επε και χαμογλασε πλι. Η Μπεθ πτησε το κουμπ, ρωτντας τον εαυτ της πς στην ευχ της εχε ρθει να σταματσει τον ανελκυστρα.
     Στο τρτο τους ραντεβο μαλσανε για πρτη φορ. Συνβη στο πρτι ενς σκηνοθτη τηλεοπτικν διαφημσεων. μενε στον νατο ροφο του κτιρου τους. Εχε μλις τελεισει κποια γυρσματα για το "SESAMΕ STREET" και γιρταζε τη προαγωγ του απ την γρια αρνα της εμπορικς κακογουστις (και τις ετσιες απολαβς των $75.000) στους εφορους αγρος της μορφωτικς τηλερασης (και το επακλουθο πρασμα στη χαμηλμισθη ευυποληψα). Η Μπεθ δυσκολευταν να καταλβει τους λγους της αγαλλασς του κι ταν τον στρμωξε σε μια γωνι της κουζνας για να το συζητσει, τα επιχειρματ του της φνηκαν ασυνρτητα. Αλλ εκενος φαινταν πανευτυχς κι η κοπλα του, να πανψηλο μοντλο απ τη Φιλαδλφεια, μια τον πλησαζε, μια απομακρυνταν, σαν εξωτικ υποβρχιο φυτ, αγγζοντας τα μαλλι και φιλντας το λαιμ του, μουρμουρζοντς του τα συγχαρητρι της κι εμφανς σεξουαλικ υπονοομενα. Η Μπεθ εχε σαστσει αν κι οι υπλοιποι καλεσμνοι τανε στα μεγλα τους κφια.
     Στο σαλνι, ο Ρι καθταν στο μπρτσο μιας πολυθρνας και φλρταρε μιαν αεροσυνοδ, κποια Λουν. Η Μπεθ καταλβαινε απ τον τρπο του τι της κολλοσε, προσπαθοσε να το παξει πολ νετος. ταν δεν ερωτοτροποσε, βρισκτανε πντα σ' υπερνταση. Αποφσισε να το αγνοσει και βλθηκε να τριγυρν στο διαμρισμα σιγοπνοντας να τζιν-τνικ.
     Στους τοχους κρμονταν αφηρημνα σχδια, κομμνα απ να γερμανικ ημερολγιο, πλαισιωμνα με μεταλλικς κορνζες. Στη τραπεζαρα, μα τερστια πρτα απ κποιο κατεδαφισμνο κτριο της πλης εχε επισκευαστε και λουστραριστε. Τρα παιζε το ρλο του τραπεζιο. Το φωτιστικ πνω απ τον καναπ προεξεχε απ τον τοχο, ανεβοκατβαινε και περιστρεφταν 360 ολκληρες μορες. Η Μπεθ στεκταν στην κρεβατοκμαρα και κοιτοσε απ το παρθυρο ταν συνειδητοποησε τι τοτο ταν να απ τα δωμτια που το φως ναψε κι σβησε κενο το βρδυ, να απ τα δωμτια που φιλοξενοσε ναν ακμη σιωπηλ μρτυρα του θαντου της Λινα Κιαρλι. ταν επστρεψε στο σαλνι, κοταξε γρω της πιο προσεκτικ. Με τρεις-τσσερις εξαιρσεις -την αερoσυνοδ, να νεαρ ζευγρι απ το δετερο ροφο, κποιο χρηματιστ απ το Χμπχιλ- λοι οι υπλοιποι ταν μρτυρες της σφαγς.
 -"Θλω να φγω", επε στον Ρι.
 -"Γιατ; Δε περνς καλ;" ρτησε η αεροσυνοδς, μ' να κοροδευτικ χαμγελο στο τλειο στοματκι της.
 -"πως λες οι απφοιτοι του Μπνινγκτον", επε ο Ρι, απαντντας στη θση της Μπεθ, "περν καλτερα ταν δεν περν καλ. Εναι χαρακτηριστικ των 'πρωκτικν τπων', πως αποκαλονται στη ψυχολογα. ντας στο διαμρισμα κποιου λλου, δε μπορε ν' αδεισει τασκια οτε να διορθσει το χαρτ της τουαλτας στε να μη κρμεται και σφιχτοκλα καθς εναι, δεν αντχει και θλει να φγει. Εντξει, Μπεθ, πμε να καληνυχτσουμε τους οικοδεσπτες μας. Ο κλος-φντασμα ξαναχτπησε". Η Μπεθ τον χαστοκισε, και τα μτια της αεροσυνοδο νοιξαν διπλατα. Αλλ το χαμγελ της δεν σβησε, μεινε σα παγωμνη γκριμτσα στα χελη της. Ο Ρι την ρπαξε απ τον καρπ πριν προλβει να τον ξαναχτυπσει. "Κολαρε, μωρ μου", της επε σφγγοντς την περισστερο απ' ,τι ταν απαρατητο.
     Πγανε στο διαμρισμ της κι αφο ξεσπσαν χτυπντας κνα-δυο πρτες κι ανογοντας τη τηλεραση στη διαπασν, πεσαν στο κρεβτι που κενος πγε να 'εικονογραφσει' τη προηγομεν του παρομοωση, προσπαθντας να την γαμσει απ πσω. Την εχε στσει στα τσσερα πριν η Μπεθ καλοκαταλβει τι θελε να της κνει, πσχισε να του ξεφγει, αλλ ο Ρι δεν την φηνε. Κι ταν κατλαβε τι δεν θα του το επτρεπε ποτ, ρπαξε το στθος της και το 'σφιξε τσο δυνατ που εκενη ορλιαξε απ τον πνο. Τη γρισε ανσκελα, τρφτηκε ανμεσα στα μποτια της καμι δεκαρι φορς κι χυσε στο στομχι της.
     Η Μπεθ πλγιαζε με τα μτια κλειστ και το να χρι ριγμνο στο πρσωπ της. θελε να κλψει αλλ δεν μποροσε. Ο Ρι ξπλωνε αμλητος πνω της. θελε να τρξει στο μπνιο να πλυθε, αλλ κενος δεν κουνθηκε απ τον τπο του ρα πολλ αφο το σπρμα του εχε στεγνσει στα κορμι τους.
 -"Με τ σι ντρες βγαινες στο πανεπιστμιο;" τη ρτησε.
 -"Με κανναν ιδιατερα".
 -"Δε χαμουρευσουνα με τα πλουσιπαιδα απ του Γουλιαμς και το Ντρτμουθ; Δε βρθηκε καννας διανοομενος του 'Αμχερστ να σ' εκλιπαρσει να τονε σσεις απ το πουστριλκι, αφνοντς τον να χσει το καροτκι του στο σφιχτ σου κωλαρκι";
 -"Κφτο"!
 -"λα τρα, μωρ μου, δεν εναι δυνατ να βγανατε ραντεβο και να κρατισασταν απ το χερκι! Θα 'κανες και καμι ππα πτε-πτε. Πσο απχει το Ουλιαμστουν; Δκα-δεκαπντε μλια; Εμαι σγουρος τι κενοι οι λυκνθρωποι του Ουλιαμς θα καγανε τα λστιχ τους στην εθνικ οδ για να φτσουνε στο μουν σου τα Σαββατοκριακα. λα, πστα λα στο θεο Ρι, καταλαβανει αυτς..."
 -"Γιατ μου μιλς τσι";
     Πγε να τραβηχτε, να φγει απ δπλα του, αλλ την ρπαξε απ τον μο και την ανγκασε να ξαπλσει πλι. 'σκυψε απ πνω της κι επε:
 -"Μιλω τσι γιατ εμαι Νεοορκζος, μωρ μου. Γιατ ζω σ' αυτ τη πουτνα τη πλη κθε μρα. Γιατ εμαι αναγκασμνος να χαμογελω στους παπδες και στους λλους φωτισμνους μαλκες που θλουν να εκδοθε η καλοσνη κι η αγντητ τους απ τον καθαγιασμνο μας οκο, ταν εκενο που γουστρω στη πραγματικτητα εναι να τους πετξω απ τον τριακοστ βδομο ροφο και να τους ακοω να ψλλουν μχρι να σκσουνε στο πεζοδρμιο. Γιατ χω ζσει λη μου τη ζω σ' αυτ την ανθρωποφγα πλη κι εμαι θεοπλαβος, γαμτο μου"!
     Η Μπεθ πλγιαζε ανκανη να σαλψει, μλις ανασανοντας, πλημμυρισμνη απ να ξαφνικ οκτο και μια περεργη στοργ για τον ντρα δπλα της. Το πρσωπ του τανε κατχλωμο και τραβηγμνο κι ξερε πως τι της λεγε οφειλτανε στο παραπνω ποτ και την αφρητη πεση.
 -"Τ περιμνεις απ μνα;", της επε κι η φων του τανε πιο μαλακ τρα αλλ εξσου φορτισμνη, "περιμνεις τρυφερτητα, ευγνεια, κατανηση και να σου πινω το χερκι ταν δακρζουνε τα μτια σου απ το νφος; Δε μπορ, δεν χω ττοια συναισθματα για να σου δσω. Καννας δεν χει σ' αυτ τον υπνομο που περνιται για πλη. Κοτα γρω σου τ νομζεις τι συμβανει; Στα πανεπιστμια παρνουνε τα ποντκια τα χνουνε σε κουτι κι ταν παραστριμωχτον, μερικ τρελανονται και δαγκνουνε τ' λλα μχρι θαντου. Το διο γνεται κι εδ, μωρ μου! ρθε η ρα των ποντικιν σ' αυτ το τρελοκομεο. Δε μπορες να στοιβζεις ανθρπους τον να πνω στον λλο σε τοτο το τσιμεντνιο κατασκεασμα, με ταξ και λεωφορεα και σκυλι που χζονται στους δρμους και πανδαιμνιο μρα-νχτα και μηδν λεφτ κι ελχιστα σπτια κι οτε μια γωνι ν' απομακρυνθες να σκεφτες... δε μπορες να τα κνεις λ' αυτ χωρς να προετοιμσεις την λευση κποιου λλου καταραμνου πλσματος! Δε μπορες να μισες τους πντες γρω σου, να κλωτσς τον κθε ζητινο κι αρπη και λιγδιρη αλτη, δε μπορες ν' ανχεσαι τους ταξιτζδες να σε κλβουνε και ν' απαιτονε φιλοδρημα και να σε βρζουνε κι απ πνω, δε μπορες να περπατς μες στη καπνι μχρι να μαυρσουν οι γιακδες σου και το κορμ σου να βρωμοκοπ ταγκλα και σπια μυαλ, δε μπορες να τα κνεις λ' αυτ χωρς να επικαλεσαι κτι το φρικιαστικ-" Σπασε απτομα.
     Το πρσωπ του εχε την κφραση ανθρπου που μλις χασε αγαπημνο του τομο. Ξπλωσε και της γρισε την πλτη. Εκενη μεινε δπλα του, τρμοντας, προσπαθντας απεγνωσμνα να θυμηθε πο εχε ξαναδε το πρσωπ του.
     Δεν της ξανατηλεφνησε μετ τη νχτα του πρτι. Κι ταν τυχε να συναντηθονε στο διδρομο, κενος στρφηκε απροκλυπτα αλλο, λες και της εχε δσει κποια αριστη ευκαιρα που η Μπεθ εχε αρνηθε να εκμεταλλευτε. Πστευε πως καταλβαινε: αν κι ο Ρι Γκλσον δεν ταν ο πρτος ντρας στη ζω της, ταν ο πρτος που την εχε απορρψει τσο ολοκληρωτικ. Ο πρτος που δεν την βγαλε μνον απ το νου και το κρεβτι του αλλ και απ τον κσμο του. Σαν να ταν αρατη, ανξια ακμη και της περιφρνησς του, απλς αποσα.
     Ρχτηκε με τα μοτρα στη δουλει της.
     Ανλαβε τρεις καινοριες χορογραφες για τον Γκοζμαν και δχτηκε να συνεργαστε με μια καινορια ομδα που εχε την δρα της -αν εναι δυνατν! στο Στιτεν 'Αιλαντ. Δολευε σαν μανιακ, κρδισε καινοριες αναθσεις, μχρι που τη πλρωσαν. Προσπθησε να διακοσμσει το διαμρισμ της λιγτερο σχολαστικ, πιο ελεθερα. Τερστια πστερ του Μερς Κνινγκχαμ και της Μρθα Γκρχαμ αντικατστησαν τα χαρακτικ του Μπργκελ που της θμιζαν τη θα απ τα παρθυρ της στο Μπνινγκτον. Στο μικροσκοπικ μπαλκνι, στο μπαλκνι που δεν εχε τολμσει να πατσει απ τη νχτα της σφαγς, τη νχτα της ομχλης με τα μτια, σ' αυτ το μπαλκνι τοποθτησε μικρς ζαρντινιρες με γερνια, πετονιες, ζνιες και λλα πολυετ. Κι πειτα κλεισε το παρθυρο και βγκε να παραδοθε στην πλη σου εχε μεταφρει τη μχρι ττε οργανωμνη ζω της.
     Κι η πλη ανταποκρθηκε στ' ανογματ της: Ξεπροβοδντας μια παλι φλη απ το Μπνινγκτον στο αεροδρμιο Κνεντυ, στθηκε να φει να σντουιτς στο μπαρ. Ο πγκος -σα τφρος- περικκλωνε τη πρχειρη κουζνα πνω απ την οποα κρμονταν τερστιες αφσες που διαφμιζαν την πλη και τα αξιοθατ της. "Η Να Υρκη εναι μια καλοκαιριτικη γιορτ", λγανε κι "Ο Τζζεφ Πτε ανεβζει Σξπηρ στο Σντραλ Παρκ" κι "Επισκεφθετε το Ζωολογικ Κπο του Μπρονξ και θ' αγαπσετε τους οξθυμους αλλ αξιολτρευτους ταξιτζδες μας". Το φαγητ βγαινε απ 'να παραθυρκι και προχωροσε αργ στον κυλιμενο ιμντα εν ορδς υστερικν γυναικν σκουπζανε και ξανασκουπζανε τον πγκο με βρμικα πανι. Το εστιατριο εχε τη γοητεα και την αξιοπρπεια χαλυβουργεου και σχεδν τον διο θρυβο. Η Μπεθ παργγειλε να τσσμπεργκερ που κστιζε $1,25 κι να ποτρι γλα.
     ταν της το φραν ταν κρο, το τυρ δεν εχε λισει και το μπιφτκι μοιαζε με σφουγγαρκι για τα πιτα. Το ψωμκι ταν μπαγιτικο και δεν υπρχε χνος μαρουλιο στο σντουιτς. Η Μπεθ κατφερε μετ κπων και βασνων να τραβξει τη προσοχ μιας σερβιτρας. Η κοπλα την πλησασε ενοχλημνη.
 -"Σας παρακαλ, μπορετε να μου ζεστνετε το ψωμκι και να μου φρετε λγο μαρολι;" ρτησε η Μπεθ.
 -"Δε γνεται", επε η σερβιτρα, τοιμη να φγει.
 -"Τ δε γνεται";
 -"Δε ζεστανουμε το ψωμ εδ".
 -"Ναι, αλλ εγ το θλω ζεστ", επμεινε η Μπεθ.
 -"Κι μα θες μαρολι, θα το πληρσεις ξτρα".
 -"Αν ζητοσα ξτρα μαρολι", επε η Μπεθ, αρχζοντας να θυμνει, "θα το πλρωνα, αλλ μια και δεν υπρχει καθλου μαρολι, δε νομζω πως εναι σωστ να με χρενετε παραπνω για κτι που κανονικ περιλαμβνεται στην τιμ του σντουιτς".
 -"Δε γνεται". Η σερβιτρα γρισε να φγει.
 -"Για μια στιγμ!", επε η Μπεθ, υψνοντας τη φων τσο στε να την ακοσουν οι πελτες που τργανε στην λλη πλευρ. "Εννοετε τι ζηττε να δολριο κι εκοσι-πντε σεντς για να σντουιτς με μπαγιτικο ψωμ και χωρς μαρολι";
 -"Αν σ' αρσει..."
 -"Πρτο πσω".
 -"Αφο το παργγειλες, πρπει να το πληρσεις".
 -"Πρτο πσω, σου λεω, δε το θλω το γαμημνο"! Η σερβιτρα αναγκστηκε να σβσει το σντουιτς απ το τιμολγιο. Το γλα κστιζε 27 σεντς κι τανε ξινισμνο. Πρτη φορ στη ζω της η Μπεθ λεγε δυνατ τη συγκεκριμνη λξη.
     Στο ταμεο, η Μπεθ ρτησε τον κθιδρο ντρα με τους μαρκαδρους στο τσεπκι του πουκαμσου του:
 -"Απ περιργεια και μνο, μπως σας νοιζει ν' ακοσετε τα παρπονα των πελατν";
 -"χι", της γβγισε, στη κυριολεξα της γβγισε. Δε σκωσε καν το κεφλι καθς της δινε τα ρστα.
     Η πλη ανταποκρθηκε στα ανογματ της: 
     βρεχε πλι. Η Μπεθ προσπαθοσε να διασχσει τη Δετερη Λεωφρο κανονικ, απ τη διβαση και με το φανρι κκκινο για τα τροχοφρα. Με το που κατβηκε απ το πεζοδρμιο, να αυτοκνητο πρασε δπλα της και τη περιχυσε με λσπες.
 -"ι", φναξε στον οδηγ. "Τ κνεις";
 -"'Αει γαμσου, μωρ!", ταν η απντηση.
     Οι μπτες, τα πδια και το παλτ της εχαν γνει μοσκεμα. Στεκταν τρμοντας στο κρσπεδο.
     Η πλη ανταποκρθηκε στα ανογματ της:
     βγαινε απ να κτριο στο 'Αστορ Πλις με το χαρτοφλακ της γεμτο διαγρμματα. Προσπαθοσε να τυλξει το κασκλ γρω απ το λαιμ της ταν ο καλοντυμνος κριος πσω, της χωσε την ομπρλα ανμεσα στα πδια. Κατατρομαγμνη, φησε να της πσει ο χαρτοφλακας.
     Ω, ναι, η πλη ανταποκρινταν συνεχς.
     Και τα ανογματα της Μπεθ πολ γργορα λλαξαν.
     Ο γερομεθστακας με τα σημαδεμνα μγουλα της πλωσε το χρι και κτι της μουρμορισε. Του πταξε μια βρισι και συνχισε ν' ανηφορζει το Μπρντγουαη, προσπερνντας τους κινηματογρφους με τις πορν ταινες.
     Πρασε με πρσινο τους σηματοδτες της Παρκ 'Αβενιου, αναγκζοντας τους οδηγος να φρενρουν σαν τρελο για να την αποφγουνε: τρα πια χρησιμοποιοσε πρα πολ συχν κενη τη λξη.
     ταν κποια στιγμ συνειδητοποησε πως πινε παρα με τον ντρα που την εχε σπρξει στην εσοδο του μπαρ, τρμαξε, κντεψε να λιποθυμσει και κατλαβε τι τα περιθρια στνευαν: αν θελε να γλιτσει πρεπε να επιστρψει σπτι.
     Αλλ το Βερμντ ταν τσο μακρι...
     Μερικς νχτες αργτερα. Εχε γυρσει απ το Μπαλτο του Λνκολν Σντερ κι εχε πσει κατευθεαν στο κρεβτι. Καθς πλγιαζε μισοκοιμισμνη στο κρεβτι, της φνηκε πως κουσε κτι, να περεργο θρυβο στο καθιστικ. Σηκθηκε απ το κρεβτι και πατντας στα νχια πλησασε την ενδιμεση πρτα. 'ψαξε στα τυφλ το διακπτη, τονε βρκε κι ναψε το φως. νας μαρος με δερμτινο πανωφρι προσπαθοσε να βγει απ το διαμρισμα. Η Μπεθ εδε την τηλεραση δπλα του καθς προσπαθοσε να ξεμπλοκρει την εξπορτα, εδε την καινορια κλειδαρι και την αμπρα επιτδεια σπασμνες, μ' να τρπο που δεν εχε προλβει να δημοσιεσει το Νιου Γιρκερ στο ρθρο του για τις διαρρξεις, εδε τι το πδι του ντρα εχε μπλεχτε στο καλδιο του τηλεφνου που επτηδες εχε ζητσει να εναι μακρ, για να μπορε να παρνει τη συσκευ στο μπνιο ("Δε θα 'θελα να χσω κποιο επαγγελματικ τηλεφνημα σο κνω ντους») και πνω απ' λα εδε μ' εκπληκτικ καθαρτητα την κφραση στο πρσωπο του διαρρκτη. Κτι της θμιζε.
     Εκενος κντευε ν' ανοξει τη πρτα, αλλ τρα τη ξανκλεισε και τρβηξε πλι το σρτη. κανε να βμα προς το μρος της. Η Μπεθ τρεξε στη σκοτειν κρεβατοκμαρα. Η πλη ανταποκριντανε στ' ανογματ της. Κλλησε τη πλτη της στον τοχο δπλα στο κεφαλρι του κρεβατιο. Το χρι προσπθησε να βρει το τηλφωνο. Η φιγορα του ντρα γμισε τη πρτα. Φως, λα ταν φωτειν πσω του.
Παρλο που της ταν αδνατο να διακρνει, ξερε πολ καλ τι φοροσε γντια και τα μνα σημδια που θ' φηνε στο σμα της θα 'τανε σκοροι μλωπες, βαθυγλαζοι, σχεδν μαροι, η απχρωση του αματος που 'χει σταματσει να κυλ.
     Της ρμησε, με τα χρια πεσμνα χαλαρ στο πλι. Προσπθησε ν' ανβει στο κρεβτι, μα κενος την ρπαξε απ πσω, σκζοντας τη νυχτικι της. Πρασε το χρι στο λαιμ της και τη τρβηξε προς το μρος του. πεσε απ το κρεβτι και προσγειθηκε στα πδια του, ξεφεγοντας απ τη λαβ του. H Μπεθ σρθηκε στο πτωμα και για μια στιγμ διαγειας νιωσε ναν απεργραπτο τρμο. Θα πθαινε και φοβτανε. Φοβτανε πολ.
     Τη παγδεψε στη γωνα ανμεσα στη ντουλπα και το γραφεικι και τη κλτσησε. Το πδι του τη πτυχε στο μηρ καθς εκενη διπλωντανε στα δο, σαν μβρυο, προσπαθντας να μικρνει και να εξαφανιστε. Κρωνε.
     Ο ντρας σκυψε και την στησε στα πδια της, τραβντας την απ τα μαλλι. Της βρντηξε το κεφλι στον τοχο. Τα μτια της θλωσαν, τα πντα στο πεδο ρασς της πραν να γλιστρον προς τα κτω, λες και μλις εχε πηδξει στο κεν απ την κρη του κσμου. Της ξαναχτπησε το κεφλι στον τοχο κι η Μπεθ νιωσε κτι να τσακζεται πνω απ το δεξ αυτ της.
     ταν προσπθησε να τη χτυπσει για τρτη φορ, σκωσε το χρι της και μ' ση δναμη της απμεινε, μπηξε τα νχια της στο πρσωπ του. Εκενος ορλιαξε απ πνο κι η Μπεθ χμηξε πνω του, πινοντς τον απ τη μση. Ο ντρας παραπτησε, τη παρσυρε, καταλξανε κι οι δο σωριασμνοι φρδην-μγδην στο μπαλκονκι. Η Μπεθ πεσε πρτη, νιωσε τις ζαρντινιρες να χνονται στη ραχοκοκαλι της και τις γμπες της. Προσπθησε να σηκωθε και τα δχτυλ της μπλχτηκαν στο πουκμισ του, ξεσκζοντς το. Κατφερε να σταθε στα πδια της και συνχισαν να παλεουν σιωπηλ. Την πιασε και τη πταξε στο κγκελο, μισ μσα στο μπαλκνι, μισ ξω. Το πρσωπ της τανε γυρισμνο προς τα πνω.
     Στκονταν λοι στα παρθυρ τους και κοιτοσανε. Τους βλεπε να τη παρακολουθον μσα απ την ομχλη. Μσα απ την ομχλη αναγνρισε τις εκφρσεις τους. Μσα απ την ομχλη τους κουσε ν' ανασανουνε κι οι βαρις εκπνος τους φανρωναν αδημονα και δος. Μσα απ την ομχλη.
     Και ο μαρος τη χτπησε με τη γροθι του στο λαιμ. Αναγολιασε, τα μτια της σκοτενιασαν, η ανσα της κπηκε. Την σπρωξε κι λλο σπου η Μπεθ φτασε να κοιτ σα πνω, κατ τον νατο ροφο κι ακμη ψηλτερα.
     Εκε ψηλ: μτια.
     Τα λγια που εχε ξεστομσει ο Ρι Γκλσον σε μια στιγμ απλυτης επγνωσης του τι εχε καταντσει, πλημμυρισμνος απ τη βαθι απελπισα της επιλογς που η πλη τον εχε αναγκσει να κνει, αυτ τα λγια ξανρθαν στο νου της Μπεθ. Δε μπορες να επιζσεις σ' αυτ τη πλη εκτς κι αν κτι σε προστατεει... δε μπορες να ζεις σα πανικβλητο ποντκι χωρς να προετοιμζεις την λευση κποιου λλου, καταραμνου πλσματος..., δε μπορες να τα κνεις λ' αυτ χωρς να επικαλεσαι να φρικιαστικ... Θε! να καινοριο Θε, να πανρχαιο Θε με τα μτια και τη πενα παιδιο, να παρφρονα αιμοβρο Θε της ομχλης και της βας. 'να Θε που χρειαζτανε πιστος και που σ' φηνε να διαλξεις αν θα πθαινες σα θμα αν θα ζοσες σαν αινιος μρτυρας των θαντων λλων θυμτων. να Θε ταιριαστ με τους καιρος, να Θε των δρμων.
     Προσπθησε να ουρλιξει, να ικετψει τον Ρι, το σκηνοθτη στο παρθυρο του νατου ορφου με το πανψηλο μοντλο δπλα του και τα δχτυλ του χωμνα μσα της καθς απτιαν φρο τιμς στο Θε τους, λους τους λλους καλεσμνους του πρτι που ο Ρι της εχε δσει την ευκαιρα να προσχωρσει στην εκκλησα τους κι εκενη με τον τρπο της εχε αρνηθε.
     Αλλ ο μαρος την εχε χτυπσει στο λαιμ και τρα τα χρια του τη πιζανε, το 'να στο στθος, τ' λλο στο πρσωπο, με τη μυρωδι του δρματος να γεμζει σα κεν φηνε η ναυτα. Και ττε η Μπεθ κατλαβε τι το ενδιαφρον του Ρι ταν αληθιν και βαθ, το διο κι η επιθυμα του να εκμεταλλευτε την ευκαιρα που της δινε, μως εκενη ερχταν απ να κσμο μικρν λευκν οικοτροφεων κι αθας εξοχς, δεν ταν αληθινς ο κσμος της. Αυτς ταν ο αληθινς κσμος κι εκε ψηλ υπρχε νας Θες που τον εξουσαζε κι εκενη τον εχε αποποιηθε, εχε πει χι σ' ναν απ τους ιερες κι υπηρτες του. Σσε με! Μη μ' αναγκσεις να το κνω!
     ξερε πως πρεπε να φωνξει, να εκλιπαρσει, να προσπαθσει να κερδσει την επιδοκιμασα αυτο του Θεο. Δεν μπορ... σσε με!
     Αγωνιζταν βγζοντας μικρς φωνολες, προσπαθντας να βρει τα λγια της επκλησης και ξαφνικ πρασε να ριο κι ορλιαξε' η κραυγ της αντχησε στη νχτα, κι ακολοθησαν οι λξεις που δεν ξερε να πει η τυχη ανυποψαστη Λινα Κιαρλι.
 -"Αυτν! Πρε αυτν! χι εμνα! Εμαι δκι σου, σ' αγαπω, εμαι δικ σου! Πρε αυτν, χι εμνα, σε παρακαλ χι εμνα, πρε αυτν. Εμαι δικ σου!" Κι ο ντρας ξαφνικ φυγε απ πνω της, μεινε για μια στιγμ μετωρος στο κεν κι πειτα το σμα του διγραψε να τξο στην ομχλη και τσακστηκε στις πλκες της αυλς, καθς η Μπεθ σωριαζταν στα γνατα ανμεσα στις κατεστραμμνες ζαρντινιρες του μπαλκονιο.
     Εχε μισοχσει τις αισθσεις της, οπτε δε μποροσε να εναι σγουρη τι τα πργματα συνβησαν ακριβς τσι, αλλ της φνηκε τι ο νθρωπος βλθηκε να στροβιλζεται σαν ξερ φλλο το φθινπωρο.
     Κι η μζα ρχισε να παρνει μορφ. Τερστια πδια ξεπρβαλλαν, με νχια που καννα ζο δεν εχε ποτ κι ο διαρρκτης, μαρος, φτωχς, τρελς απ φβο, βλθηκε να κλαψουρζει σα δαρμνο σκυλ καθς η σρκα τραβιταν απ το κορμ του λωρδα-λωρδα. Το σμα του νοιξε στα δο με μια λεπτ τομ, ποτμια αματος ξεχθηκαν απ μσα του κι ωστσο ταν ακμη ζωντανς, σπαρταροσε με τον ακοσιο τρμο βατραχσιου ποδιο που του κνουν ηλεκτροσκ. Σφδαζε ξαν και ξαν καθς το κορμ του τεμαχιζταν ανελητα. Κομμτια σρκας, οστ και μισ πρσωπο πρασαν μπροστ απ τα μτια της Μπεθ πριν πσουνε στην αυλ. Κι μως εκενος ζοσε ακμη, παρλο που τα ργαν του συνθλβονταν κι οι μες του γνονταν να με ιστος, χολ και κπρανα. Κι η "εκτλεση" δεν λεγε να τελεισει, πως δεν λεγε να τελεισει ο θνατος της Λινα Κιαρλι κι η Μπεθ κατλαβε, με τη σπαρακτικ σιγουρι του ανθρπου που 'χει διαλξει να επιβισει πση θυσα, τι οι μρτυρες της σφαγς της Λινα Κιαρλι δεν καναν απολτως τποτα για να τη βοηθσουν, χι γιατ εχαν παγσει απ τη φρκη γιατ δεν θελαν να αναμιχθον απλς γιατ εχαν πθει ανοσα μετ απ χρνια και χρνια εθισμο στην τηλεοπτικ βα.
     Δεν καναν τποτα επειδ συμμετεχαν με τη θλησ τους σε μια μαρη λειτουργα που τη τλεσ της απαιτοσε η πλη, χι μα αλλ χλιες φορς τη μρα σ' αυτ το εφιαλτικ φρενοκομεο απ ατσλι και μπετν.
     Η Μπεθ σηκθηκε και στθηκε μισγυμνη στο μπαλκνι, με τη κουρελιασμνη νυχτικι της ν' ανεμζει και τα χρια της να σφγγουν το κγκελο, λαχταροσε να δει περισστερα, να αδεισει το ποτρι ως τον πτο.
     Εχε γνει μια απ' αυτος, τανε δικ τους, ρουφοσε κι εκενη το θαμα καθς τα κομμτια της νυχτερινς θυσας περνοσανε μπρος απ τα μτια της στζοντας αμα κι ουρλιζοντας.
     Αριο θα ερχταν πλι η αστυνομα και θα την ανκριναν κι εκενη θα περιγραφε τη τρομαχτικ της εμπειρα, θα τους εξηγοσε τι εχε αναγκαστε ν' αμυνθε, ντας σγουρη τι ο διαρρκτης θα τη βαζε και θα τη σκτωνε, σο για το φρικτ του ακρωτηριασμ, δε μποροσε να ξρει πς γινε αλλ, σε τελευταα ανλυση, μα πτση απ ψος επτ ορφων...
     Στο εξς δεν θα ανησυχοσε για την ασφλει της γιατ κανες δε θα τολμοσε να τη βλψει. Αριο κιλας θα 'βγαζε την αμπρα απ τη πρτα της. Τποτα στη πλη δε θα της κανε κακ, γιατ εχε προβε στη μοναδικ λογικ επιλογ. Τρα ταν αληθιν κτοικος της πλης, ουσιδες κι ενεργ κομμτι της. Ο Θες της την εχε πρει επιτλους στη ζεστ αγκλη του.
     νιωσε τον Ρι δπλα της το χρι του χιδευε προστατευτικ τη γυμν της πλτη. Η ομχλη στροβιλιζτανε, τλιγε την αυλ, τλιγε τη πλη, τλιγε τη ψυχ και τη καρδι της Μπεθ. Καθς το γυμν κορμ του Ρι ενωνταν με το δικ της, η κοπλα πρε βαθι ανσα σαν να 'θελε να κλεσει μσα της τη νχτα. ξερε πολ καλ τι απ δω και πρα οι φωνς που θ' κουγε δε θα 'τανε φωνς δαρμνων σκυλιν αλλ πανσχυρων, σαρκοφγων θηρων.
     Εχε πψει επιτλους να φοβται κι ταν υπροχο, πραγματικ υπροχο να μην φοβσαι πια.

   "ταν η εσωτερικ ζω στερεει, ταν το συνασθημα μεινεται και η απθεια αυξνεται, ταν κποιος δεν μπορε να επηρεσει στω να συγκινσει γνσια να λλο τομο, ττε η βα φουντνει σαν μα δαιμονικ ανγκη για επαφ, μια παρανοκ παρρμηση πο απαιτε τη συγκνηση στην σο το δυνατν αμεστερη μορφ της".                                 (Ρλο Μι: "Αγπη & Βοληση")

"The Whimper of Whipped Dogs" (1973)
Μετ: Χρσα Τσαλικδου

-------------------------------

                  Δεν χω Στμα Και Πρπει Να Ουρλιξω

     Αδναμο, το σμα του Gorrister κρεμταν απ την ρδινη παλτα, κρεμταν χωρς στριγμα και ψηλ, πνω απ εμς, στην αθουσα των υπολογιστν. Και δεν τρεμε στην ψυχρ, λιγδιασμνη αρα που φυσοσε αινια μες στη κρια σπηλι. Το σμα τανε κρεμασμνο με το κεφλι κτω, συνδεδεμνο με τη κτω μερι της παλτας απ το πλμα του δεξιο ποδιο του. Στργγιζεν αμα απ μια τομ που εχε γνει με ακρβεια απ αφτ σε αφτ κτω απ το σαγνι.
     Δεν υπρχε αμα στην λεα επιφνεια του μεταλλικο δαπδου.
     ταν ο Gorrister μας φτασε και κοταξε πνω τον εαυτ του, τανε πολ αργ για να καταλβουμε τι, για μια ακμα φορ, ο ΑΜ παιζε μαζ μας, διασκδαζε κι αυτ ταν μια παρεκτροπ εκ μρους της μηχανς.
     Τρεις απ μας εχανε κνει εμετ, γυρζοντας ο νας μακρι απ' τον λλο, αντδραση τσο παλι σο κι η ναυτα που την εχε προκαλσει.
     Ο Gorrister σπρισε. ταν σαν να εχε δει μια εικνα βουντο και τρα φοβταν το μλλον.
 -"Ω Θε μου!" επε σιγαν κι οπισθοχρησε. Τρεις απ μας τον ακολουθσαμε μετ απ λγο και τονε βρκαμε να στκεται με τη πλτη του ακουμπισμνη σε μιαν αυθδικη συστοιχα, με το κεφλι του στα χρια. Η Helen γοντισε πσω του και του χιδεψε τα μαλλι. Δεν κουνθηκε αλλ η φων του βγκε αρκετ καθαρ μσα απ το καλυμμνο πρσωπ του. "Γιατ δε μας ξεκνει για να τελεινουμε; Δε ξρω πσο ακμα μπορ να συνεχσω τσι".
     ταν το εκατοστ νατο τος μας στον υπολογιστ. Μιλοσε για λους μας.
     Ο Nimdok, (αυτ ταν το νομα που του εχε επιβλει η μηχαν να χρησιμοποιε, γιατ ο ΑΜ διασκδαζε πολ με αστεους χους) πστευε πως υπρχε κονσερβοποιημνο φαγητ στη σπηλι του πγου. Ο Gorrister κι εγ μασταν πολ αμφβολοι.
 -"Εναι λλο να παιχνδι", τους επα. "σαν τον αναθεματισμνο ελφαντα που μας πολησε ο ΑΜ. Ο Benny  εχε χσει το μυαλ του με αυτ. Θα περπατσουμε σε αυτ τον δρμο και θα αποσυντεθον κτι ττοιο. Λω να το ξεχσετε. Μενετε δω και θα πρπει να σκεφτε κτι αρκετ σντομα θα πεθνουμε".
     Ο Βenny  παραιτθηκε.
     Εχαμε τρεις μρες να φμε. Σκουλκια. Παχι, αλλοιωμνα.
     Ο Nimdok δεν ταν πια σγουρος. ξερε πως υπρχε ελπδα, αλλ αδυντιζε. Δεν θα ταν χειρτερα εκε απ ,τι εδ. Πιο κρα σως, αλλ αυτ δε περαζε. Κψιμο, κρο, χαλζι, λβα, βρσιμο ακρδες: Η μηχαν φτιαχνταν κι εμες πρεπε να το ανεχτομε να πεθνουμε. Η Helen αποφσισε για μας:
 -"Σκφτηκα κτι, Ted. σως να υπρχουν κποια αχλδια ροδκινα Barlett. Σε παρακαλ Τed, ας το προσπαθσουμε".
     Υπκυψα γργορα. Τι στο διολο. Δεν περαζε καθλου. Η Helen ταν ευγνμων, ωστσο. Με πρε δυο φορς στα γργορα. Ακμα κι αυτ δεν ενοχλοσε πια. Κι αφο ποτ δεν φτανε, ττε γιατ να νοιαστε κανες; Αλλ η μηχαν χαχνιζε ποτε το κναμε.  Εκε πνω, εκε πσω,  παντο γρω μας, αυτς γελοσε. Αυτ γελοσε.
     Τον περισστερο καιρ σκεφτμουν το ΑΜ σαν αυτ, χωρς ψυχ, μως τον υπλοιπο καιρ το σκεφτμουν σαν αυτς, σαν το αρσενικ, το πατρικ, το πατριαρχικ. Γιατ τανε ζηλιρης νθρωπος. Αυτς. Αυτ. Τσο καλς σο νας τρελς πατρας.
     Φγαμε τη Πμπτη. Η μηχαν μας κρατοσε πντα ενμερους σον αφορ στην ημερομηνα. Το πρασμα του χρνου τανε σημαντικ, χι σε μας σγουρα, σγουρα μχρι αηδας, αλλ σε αυτ... αυτν... τον ΑΜ. Πμπτη. Ευχαριστομε.
     O Nimdok και ο Gorrister κουβλησαν την Helen για λγο, κρατντας ο νας τους καρπος του λλου, σχηματζοντας τσι κθισμα. O Benny κι εγ πηγαναμε μπρος και πσω τους, για να σιγουρψουμε πως αν συνβαινε κτι θα πιανε ναν απ εμς και τουλχιστον η Helen θα ταν ασφαλς.
     Ασφαλς... Δσκολα. Δε περαζε.
     ταν μνο εκατ μλια κπου τσο μχρι τις σπηλις πγου και τη δετερη μρα, εν μασταν ξαπλωμνοι κτω απ το γεμτο φυσαλδες «λιο» που εχε δημιουργσει, στειλε λγο μννα. Η γεση του ταν σαν βρασμνα ορα κπρων. Το φγαμε.
     Τη τρτη μρα περσαμε διαμσου μιας παλαιωμνης κοιλδας, γεμτη με οξειδωμνα σπλχνα απ συστοιχες αρχαων υπολογιστν.
     Ο ΑΜ ταν ανελητος με τη δικ του ζω πως και με τη δικ μας. ταν να σημδι της προσωπικτητς του: αγωνιζταν για την τελειτητα. Ετε το θμα ταν τα μη παραγωγικ στοιχεα του κσμου που τον γμιζαν, ετε ταν τελειοποηση μεθδων για να μας βασανζει, ο ΑΜ ταν τσο λεπτομερς σο κενοι που τον εχαν εφερει (τσο παλι που τρα πιθανν να εναι σκνη) εχαν ποτ ελπσει.
     Υπρχε να αμυδρ φιλτρρισμα απ πνω και διαπιστσαμε πως μασταν πολ κοντ στην επιφνεια. μως δε σκαρφαλσαμε πνω για να δομε. Δεν υπρχε ουσιαστικ τποτα εκε ξω, δεν υπρχε τποτα που θα μποροσε να θεωρηθε κτι για περπου εκατ χρνια. Μνο το ανατιναγμνο δρμα αυτο που ταν κποτε σπτι για χιλιδες. Τρα ταν μνο πντε απ μας, εδ κτω, μνοι, με τον ΑΜ. 'Ακουσα την Helen να λει ξφρενα:
 -"χι Benny, μη, λα τρα Benny, μη σε παρακαλ"! Και ττε συνειδητοποησα πως κουγα τον Benny να μουρμουρζει κτω απ την ανσα του για πολλ ρα. λεγε:
 -"Θα βγω ξω, θα βγω ξω", ξαν και ξαν. Το μαμουδστικο πρσωπ του θρυμματστηκε πσω απ μιαν κφραση μακριας απλαυσης και θλψης και τα δυο την δια στιγμ.
     Τα σημδια ραδιενργειας που του εχε προκαλσει ο ΑΜ κατ τη διρκεια της γιορτς χθηκαν κτω απ μια μζα ροδλευκες ζρες και τα χαρακτηριστικ του μοιαζαν να λειτουργον ανεξρτητα το να απ το λλο.
     σως ο Benny ταν ο πιο τυχερς απ εμς. Εχε γνει καμπτος, κοιτζοντας επμονα και τρελ, πολλ χρνια πριν. Αλλ ακμα και αν λγαμε ΑΜ ,τι συμπαθοσαμε, αν μποροσαμε να διαβσουμε τις πιο αποκρουστικς σκψεις της λιωμνης μνμης των συστοιχιν και των διαβρωμνων πιτων βσεων, των καμνων εξωτερικν κυκλωμτων και των φυσαλλδων ελγχου, ο ΑΜ δεν θα ανεχτανε τη προσπθει μας να δραπετεσουμε.
     Ο Benny φυγε μακρι μου ταν κανα μια αππειρα να τον αρπξω. Γρατζονισε το πρσωπο μιας κρτας μνμης γυρισμνης προς το μρος του και γεμισμνης με σπια συστατικ. κατσε εκε οκλαδν για λγο, να μοιζει με τον χιμπατζ που ο ΑΜ τον εχε προορσει να μοιζει. Κατπιν πδησε ψηλ, πιασε μια συρμενη ακτνα διαβρωμνου και κοιλωμνου μετλλου κι ανβηκε χερι-χερι, σα ζο, σπου φτασε στη προεξοχ, περπου εκοσι πδια πνω απ μας.
 -"Ω, Ted, Nimdok, σας παρακαλ βοηθστε τον, κατεβστε τον κτω πριν..." σταμτησε. Δκρυα στθηκαν στα μτια της. Κονησε σκοπα τα χρια της. ταν πολ αργ. Καννας δεν θελε να εναι κοντ του ταν ,τι και αν ταν να συμβε, συνβαινε. Εκτς αυτο κανες δεν βλεπε με τη δικ της ανησυχα.
     ταν ο ΑΜ εχε μεταμορφσει τον Benny, κατ την διρκεια της εντελς παρλογης, υστερικς φσης του υπολογιστ, δεν ταν μνο το πρσωπο του Benny που ο ΑΜ το εχε κνει σαν ενς τερστιου πθηκου. Εχε μεγλα αρχδια: κι αυτ το λτρευε αυτ. Μας εξυπηρετοσε, αυτ εναι αυτονητο, μως λτρευε να της το κνει αυτς.
     Ω, Helen, απαρατητη Helen, πρωτγονα αθα Helen, ω Helen, η αγν! Τιποτνια βρμα.
     Ο Gorrister τη χαστοκισε.
     Σωριστηκε κτω, κοιτζοντας επμονα τον καημνο, παλαβ Benny κι ρχισε να κλαει. Το κλμα ταν η μεγλη υπερσπισ της. Το 'χαμε συνηθσει εδ κι εβδομντα πντε χρνια. Ο Gorrister τη κλτσησε στα πλευρ.
     Ττε ρχισεν ο θρυβος. τανε φως, αυτς ο χος. Μισς χος, μισς φως, κτι που ξεκνησε να λμπει απ τα μτια του Benny, πλλονταν με λο κι αυξανμενη νταση, ξεθωριασμνοι χοι που γιννταν λο και πιο γιγαντιαοι και λαμπρτεροι καθς το φως-χος αξανε ρυθμ. Πρπει να πονοσε πολ κι ο πνος πρπει να γιντανε πιο ντονος καθς το φως γιντανε πιο λαμπρ κι ο χος πιο δυνατς, κι ο Benny ρχισε να φωνζει σα πληγωμνο ζο. Στην αρχ συχος, ταν το φως ταν απαλ κι ο χος πιο ρεμος απ' σο συνθως, στη συνχεια πιο δυνατ κι οι μοι του μαζετηκαν: η πλτη του κρτωσε σα να προσπαθοσε να ξεφγει απ αυτ. Τα χρια του διπλωθκανε στα στθος του σα να ταν σκουρος chipmunk. Το κεφλι του γειρε στο πλι. Το μικρ μαμουδστικο πρσωπ του ταν σφιγμνο απ αγωνα. Ττε ρχισε να ουρλιζει, καθς ο χος που βγαινε απ τα μτια του μεγλωνε. λο και μεγλωνε. κλεισα τα αφτι  με τα χρια μου, αλλ δε μποροσα να μην ακοω, τανε πολ διαπεραστικ. Ο πνος ανατρχιαζε το δρμα μου σαν ασημχαρτο σε δντι.
     Και ξαφνικ ο Benny στθηκε ρθιος. Στθηκε στη δοκ, τραντχτηκε βαια στα πδια του σαν μαριοντα. Τρα το φως βγαινε απ τα μτια του σε δυο μεγλες στργγυλες ακτνες. Ο χος μεγλωνε λο και περισστερο μχρι να φτσει σε μιαν αδιανητη νταση και ττε  o Benny πεσε μπροστ, ευθεα κτω και χτπησε το πτωμα απ χαλβδινες πλκες, σπαρταρντας.
     μεινε κει να τραντζεται σπασμωδικ εν το φως ρρεε γρω του κι η νταση του χου δυνμωνε ξεπερνντας το φυσιολογικ ριο. Ττε το φως επστρεψε ξαν μες στο κεφλι του κι ο χος εξασθνησε, κι αυτς μεινε ξαπλωμνος εκε, να κλαει, για λπηση. Τα μτια του εχανε γνει δυο μαλακς υγρς μπαλτσες απ να υγρ σα πο. Ο ΑΜ τον εχε τυφλσει. Ο Gorrister, o Nimdok κι εγ απομακρυνθκαμε. μως χι πριν να δομε να βλμμα ανακοφισης στο ζεστ, ανσυχο πρσωπο της Helen.
     να γαλαζοπρσινο φως τανε διχυτο στο σπλαιο που διανυκτερεσαμε. Ο ΑΜ μας παρεχε σπια ξλα κι εμες τα καγαμε, καθμασταν γρω απ την ωχρ κι αξιολπητη φωτι, λγοντας ιστορες για ν' αποτρψουμε τον Benny απ' το να κλαει στο αινιο σκοτδι του.
 -"Τ σημανει το ΑΜ";
     Ο Gorrister του απντησε. Εχαμε κνει αυτ τη συζτηση χιλιδες φορς στο παρελθν αλλ ταν η αγαπημνη ιστορα του Benny.
 -"Πρτα σμαινε Allied Master computer (συνδεδεμνος κριος υπολογιστς), μετ σμαινε Adaptive Manipulator (προσαρμοστικς χειριστς), μετ ανπτυξε την ευαισθησα και συνδθηκε και το φναζαν Aggressive Menace (επιθετικ απειλ), αλλ ττε ταν πρα πολ αργ και τελικ ονμασε τον εαυτ του ΑΜ, αναδυμενη νοημοσνη κι αυτ που σμαινε ταν εγ εμαι ( Ι am)... διαλογζομαι επομνως συνοψζω... σκφτομαι, γι' αυτ εμαι".
     Ο Benny φτυσε λγο και χαχνισε.
 -"Υπρχε ο Κινζικος ΑΜ, ο Ρωσικς ΑΜ, ο Αμερικνικος ΑΜ και..." σταμτησε. Ο Benny χτυποσε τα πιτα του δαπδου με μια μεγλη, σκληρ γροθι. Δεν ταν ικανοποιημνος. Ο Gorrister δεν εχε ξεκινσει απ την αρχ. Ο Gorrister ρχισε και πλι.
 -"Ο ψυχρς πλεμος ρχισε, γινε τρτος παγκσμιος πλεμος κι απλς συνεχιζταν. γινε να πολ μεγλος πλεμος, νας πολ περπλοκος πλεμος, τσι χρειζονταν τους υπολογιστς για να τα βγλουνε πρα. Παραμερσανε τις πρτες διαφορς κι ρχισαν να φτιχνουν τον ΑΜ. Υπρξε ο κινζικος ΑΜ, ο ρσικος ΑΜ κι ο αμερικνικος ΑΜ κι λα τανε καλ, μχρι που ουσιαστικ εχανε γεμσει τον πλαντη τρπες, προσθτοντας αυτ κι εκενο το στοιχεο. Αλλ κποια μρα ο ΑΜ ξπνησε ξροντας ποιος τανε και συνδθηκε κι ρχισε να αυξνει τις ημερομηνες θαντων σπου εχαν πεθνει λοι εκτς απ μας τους πντε που ο ΑΜ μας φερε δω κτω".
     Ο Benny χαμογελοσε λυπημνα. φτυνε πλι σλια. Η Helen σκοπισε το σλιο απ την κρη του στματς του με τη πτυχ της φοστας της. Ο Gorrister προσπαθοσε να τα πει λγο πιο περιληπτικ κθε φορ, αλλ πρα απ τα καθαυτ γεγοντα δεν υπρχε τποτ' λλο να πει κανες. Κανες δεν ξερε γιατ ο ΑΜ εχε σσει πντε ανθρπους γιατ συγκεκριμνα εμς τους πντε γιατ εχε ξοδψει λο του τον καιρ να μας βασανζει γιατ μας εχε κνει ουσιαστικ αθνατους.
     Στο σκοτδι, μια απ τις συστοιχες υπολογιστν ρχισε να βουζει. Ο χος ρχισε να παργεται απ μια λλη συστοιχα υπολογιστν, περπου μισ μλι πσω απ τη σπηλι. Ττε να-να, κθε στοιχεο ρχισε να συντονζεται κι ακοστηκε ελαφρ κεληδισμα, καθς η σκψη αγωνιζταν μσα στις μηχανς. Ο χος εντειντανε και το φως τρεχε πνω στις επιφνειες των κονσλων σα θερμ αστραπ. Ο χος μεγλωνε μχρι ν' ακογεται σαν να εκατομμριο μεταλλικ ντομα, γρια, απειλητικ. 
 -"Τ εναι;" φναξε η Helen. Η φων της τανε τρομοκρατημνη. Δεν το εχε συνηθσει, ακμα και τρα.
 -"Θα εναι σχημο αυτ τη φορ", επε ο Nimdok.
 -"Θα μιλσει", επε ο Gorrister.
 -"Το ξρω. Ας τσακιστομε απ δω!" επα ξαφνικ και σηκθηκα στα πδια μου.
 -"χι Ted, κτσε κτω. Κι αν χει κοιλματα εκε ξω που δε μπορομε να δομε; Εναι πολ σκοτειν", επε ο Gorrister με παρατηση.
     Ττε ακοσαμε... δε ξρω... κτι κινονταν προς τα πνω μας στο σκοτδι. Τερστιο, ασταθς, τριχωτ, υγρ, ερχτανε κατ πνω μας. Δε μποροσαμε καν να το δομε, αλλ υπρχε μια ντονη εντπωση γκου, να κινεται προς το μρος μας. Τερστιο βρος ερχταν προς εμς, μσα απ το σκοτδι κι τανε πιτερο μια ασθηση πεσης, ασθηση αρα να πιζεται σ' να περιορισμνο γκο, διογκνοντας τους αρατους τοχους μιας σφαρας. Ο Benny ρχισε να κλαψουρζει. Το κτω χελος του Nimdok ρχισε να τρμει και το δγκωσε δυνατ, προσπαθντας να το σταματσει. Η Helen γλστρησε στο μεταλλικ δπεδο προς τον Gorrister και κουλουριστηκε πνω του. Υπρχε μια μυρωδι μπερδεμνης, υγρς γονας στο σπλαιο. Υπρχε μια μυρωδι απανθρακωμνου ξλου. Mυρωδι σκονισμνου βελοδου. Mυρωδι απ σπιες ορχιδες.Μυρωδι ξινο γλακτος. Υπρχαν επσης μυρωδις θεου, ταγκο βουτρου, κηλδας πετρελαου, λπους, σκνης κιμωλας, ανθρπινων κρανων. Ο ΑΜ μας κανε να αγωνιομε. παιζε μαζ μας. Υπρχε μια μυρωδι απ -κουσα τον εαυτ μου να ουρλιζει διαπεραστικ κι οι αρθρσεις του σαγονιο μου πνεσανε. Τρπηκα σε φυγ κατ μκος του πατματος, κατ μκος του υγρο μετλλου που τανε γεμτο απ ατλειωτες σειρς με καρφι, μπουσουλντας, με τη μυρωδι να με φιμνει, γεμζοντας το κεφλι μου με να πνο σα κεραυν που μ' στελνε μακρι, στη φρκη. Τρπηκα σε φυγ σα κατσαρδα, στο πτωμα και βγκα ξω στο σκοτδι, που κτι κινιταν αδυσπητα μετ απ μνα.
     Οι λλοι καθταν ακμα εκε πσω, γρω απ τη φωτι, γελντας... η υστερικ χορωδα απ τρελ χχανα απλωντανε στο σκοτδι σα πυκνς, πολχρωμος καπνς. Πγα γργορα μακρι και κρφτηκα. Για πσες ρες, μρες, ακμα και χρνια ποτ δεν μου επαν. Η Helen με κατηγρησε για «μπεμπεκσματα» εν ο Nimdok προσπθησε να με πεσει πως ταν μνο μια νευρικ αντδραση απ μρους τους -το γλιο. Εγ μως ξερα τι δεν ταν... ταν η ανακοφιση που νιθει νας στρατιτης ταν η σφαρα χτυπει τον στρατιτη δπλα του αντ γι' αυτν. ξερα τι δεν πρκειται για αντδραση. Με μισοσαν. ταν σγουρα εναντον μου κι ο ΑΜ μποροσε να αισθανθε αυτ το μσος κι αυτ το 'κανε χειρτερο για μνα, εξαιτας του βθους του μσους τους. Εχαμε παραμενει ζωντανο, ανανεωμνοι, μας κανε να κρατηθομε στην ηλικα που εχαμε ταν ο ΑΜ μας εχε πρωτοφρει κτω και με μισοσανε γιατ μουν ο νετερος, αυτς που ο ΑΜ εχε επηρεσει λιγτερο απ λους.
     Το 'ξερα. Θε μου, πς το 'ξερα.
     Οι μπσταρδοι κι αυτ η βρωμιρα η σκλα, η Helen.
     O Benny ταν νας λαμπρς, θεωρητικς καθηγητς σε κολγιο και τρα ταν απλς κτι παραπνω απ ημι-νθρωπος, ημι-πιθηκμορφος.
     ταν μορφος, η μηχαν το εχε καταστρψει αυτ.
     τανe φωστρας, η μηχαν τον εχε τρελνει.
     ταν ομοφυλφιλος κι η μηχαν του 'χε δσει ργανο κατλληλο για λογο. Ο ΑΜ εχε κνει μια μεγλη αλλαγ στον Benny.
     Ο Gorrister ταν νας μαχητς. Δραματικς, νας ευσυνεδητος επανασττης, προσπαθοσε σταθερ για την ειρνη, τανe γεμτος νειρα και σχδια, νας πρακτικς, κποιος που κοταζε μπροστ.
     Ο ΑΜ τον εχε μετατρψει σ' ναν αδιφορο, τον κανε να μη νοιζεται πλον για σα τον ανησυχοσαν. Ο ΑΜ τον εχε ληστψει.
     Ο Nimdok βγαινε μνος του ξω στο σκοτδι για πολ ρα. Δεν ξραμε τι κανε εκε ξω, ο ΑΜ ποτ δεν μας εχε αφσει να μθουμε. Αλλ , τι κι αν ταν, ο Nimdok πντα γυρνοσε πσω, σπρος, στραγγιγμνος απ αμα, τρμοντας. Ο ΑΜ του εχε κνει ζημι με ναν ιδιατερο τρπο ακμα και αν δεν ξραμε πς ακριβς.
     Κι η Helen. Αυτ το τσλι!
     Ο ΑΜ την εχε αφσει μνη της, την εχε κνει πιο πουτνα απ' ,τι τανε ποτ. λη η γλκα και το φως ταν μιλοσε, λες οι αναμνσεις αληθινς αγπης, λα τα ψμματα που 'θελε να πιστψουμε: τι τανε παρθνα που το 'χε κνει μνο δυο φορς μχρι ο ΑΜ να τη φρει εδ κτω μαζ μας.
     Ο ΑΜ της εχε προσφρει ευχαρστηση, παρλο που αυτ λεγε τι δεν ταν ευχριστο να το κνεις.
     μουν ο μνος ακμα λογικς και ολκληρος.
     Πργματι!
     Ο ΑΜ δεν εχε πειρξει το μυαλ μου. Καθλου.
     πρεπε μνο να υποφρω ταν μας επισκεπττανε κτω.
     λες οι αυταπτες, λοι οι εφιλτες και τα βασανιστρια.
     Αλλ αυτο οι σιχαμνοι, λοι οι τσσερεις, τανε στραμμνοι εναντον μου. 
     Αν δε χρειαζταν να παραμνω μακρι τους λη την ρα, αν δεν πρεπε να φυλγομαι απ αυτος, ττε σως να το βρισκα πιο εκολο να καταπολεμσω τον ΑΜ. ταν το σκφτηκα αυτ, ρχισα να κλαω.
     Ω, Ιησο, γλυκ Ιησο αν υπρξε ποτ ο Ιησος και αν υπρχει Θες ττε, σε παρακαλ, σε παρακαλ, σε παρακαλ, βγλε μας απ εδ, σκτωσ μας.
     Νομζω πως εκενη τη στιγμ το συνειδητοποησα πραγματικ, στε να μποροσα να το εκφρσω με λγια.
     Ο ΑΜ σκπευε να μας κρατσει μσα του για πντα, να μας βασανζει και να παζει μαζ μας για πντα.
     Η μηχαν μας μισοσε πως καννα πλσμα με συνεδηση δεν εχε μισσει παλιτερα. Κι μασταν αβοθητοι.
     Εχε επσης γνει φρικιαστικ σαφς: Αν υπρχε ο γλυκς Ιησος κι αν υπρχε Θες, αυτς ταν ο ΑΜ.
     Ο τυφνας μας χτπησε με τη δναμη ενς παγετνα που τρχει μες στη θλασσα. τανε προφανς παρουσα. 'Ανεμοι που φυσοσανε γργορα προς το μρος μας, σπρχνοντας μας πσω προς το δρμο που μας εχε φρει εδ, στους μπερδεμνους, ευθυγραμμισμνους απ υπολογιστ διαδρμους του σκοταδιο.
     Η Helen τσριξε καθς ανυψωνταν κι εκσφενδονζονταν με τα μοτρα σ' να μτσο μηχανς που τσριζαν, οι φωνς των διων τανε τσο στριγκις σα νυχτερδες σε πτση. Δε μποροσε οτε καν να πσει. Ο νεμος που ορλιαζε τη κρατοσε ψηλ, τη κτυποσε, την κανε να αναπηδ, τη πετοσε λο και πιο πσω, προς τα κτω, μακρι απ μας. Κποια στιγμ τη χσαμε απ τ' οπτικ μας πεδο καθς στροβιλιζτανε γρω απ μια κλση στο σκοτδι. Το πρσωπ της τανε γεμτο αματα, τα μτια της κλειστ. Κανες απ μας δε μποροσε να τη φτσει. Προσκολληθκαμε σταθερ σε οτιδποτε προσιτ εχαμε φτσει: Ο  Βenny ταν σφηνωμνος ανμεσα σε δυο μεγλα ντουλπια που 'χανε σταματσει να τρζουν, ο Nimdok με τα δχτυλα του, που 'χανε το σχμα των δαχτλων ενς γερακιο, πνω σ' να κιγκλδωμα, διγραφε κκλους περπατντας σα γτα σαρντα πδια πνω απ μας, o Gorrister, γυρισμνος ανποδα ενντια σ' να κολωμα τοχου που 'τανε διαμορφωμνο απ πνακες με γυαλ που κινονταν μπρος και πσω ανμεσα σε κκκινες και κτρινες γραμμς, που το ρλο τους δε θα μποροσαμε οτε να σκεφτομε σε βθος.
     Γλιστρντας στις διακοσμητικς πινακδες, οι κρες των δαχτλων μου εχανε σχιστε. τρεμα, ανατρχιαζα, λικνιζμουνα καθς ο αρας με χτυποσε, με μαστγωνε ουρλιζοντας απ κτω μου κι ερχταν απ το πουθεν, σπρχνοντας με προς την ελευθερα, απ το λεπτ σαν ακδα νοιγμα, στις επμενες πινακδες. Το μυαλ μου ταν να ταραγμνο, θολωμνο, βαθ μαλακ πργμα απ εγκεφαλικ μρη, που επεκτειντανε κι αφθηκε στον τρεμμενο παροξυσμ.
     Ο αρας ταν το ουρλιαχτ ενς τερστιου, τρελο πουλιο, καθς χτυποσε τα απραντα φτερ του.
     Και ττε λοι ανυψωθκαμε κι εκσφενδονιστκαμε μακρι απ κει, πσω στο δρμο που 'χαμε ρθει, γρω απ μια κλση, σ' να σκοτδι που ποτ δεν εχαμε εξερευνσει, πρα απ την κταση που 'τανε κατεστραμμνη και γεμτη απ σπασμνα γυαλι, σαπισμνα καλδια κι οξειδωμνο μταλλο και πολ μακρι, μακρτερα απ οπουδποτε αλλο εχε βρεθε ποτ κποιος απ μας. Εν σερνμασταν, πολλ μλια πσω απ την Helen, μποροσα να τη δω να συντρβεται στους μεταλλικος τοχους και να ξεχνεται, μ' λους εμς να ουρλιζουμε στη παγωνι, νας θυελλδης αρας, σα τυφνας που ταν αινιος και ξαφνικ σταμτησε κι εμες πσαμε κτω.
     Πετοσαμε για ατλειωτο χρνο. Νομζω πως πετοσαμε βδομδες. Πσαμε και χτυπσαμε κι εγ τυλχtηκα απ κκκινο και γκρζο και μαρο κι κουσα τον εαυτ μου να βογκει. Ζωντανς.
     Ο ΑΜ μπκε στο μυαλ μου.
     Περπατοσε απαλ εδ κι εκε και κοιτοσε μ' ενδιαφρον τα σημδια απ φλκταινα, που 'χα δημιουργσει λα αυτ τα εκατν εννι χρνια.
     Κοταξε τις διασταυρωμνες και τις επανασυνδεδεμνες ραφς και την ολοκληρωτικ ζημι του ιστο που το δρο της αθανασας εχε συμπεριλβει. Χαμογλασε απαλ στο κολωμα που 'χε δημιουργηθε στο κντρο του εγκεφλου μου και στα εξασθενημνα, απαλ μουρμουρητ που φλυαροσα χωρς νημα, χωρς διακοπ.
     Ο ΑΜ επε, πολ ευγενικ στον ορθοσττη απ ανοξεδωτο χλυβα, που αντχει στο φωτειν νον κι γραψε.
 -"Μσος. σε με να σου πω πσο, μ' αυτ τη ...μικροεπμβασ μου σε σνα. Μσος. Μσος. Μσος".
     Ο ΑΜ το επε αυτ με την ολσθηση της κρας φρκης ενς ξυραφιο να τεμαχζει τον βολβ του ματιο μου.
     Ο ΑΜ το επε με το γεμτο φυσαλδες πχος των πνευμνων μου που 'τανε γεμτα φλμμα και με πνγαν απ μσα.
     Ο ΑΜ το επε αυτ με τη διαπεραστικ κραυγ μωρν που βρσκονται καθισμνα κτω απ πολ καφτ ρλλερς.
     Ο ΑΜ το επε με τη γεση σκουληκιασμνου χοιρινο.
     Ο ΑΜ με γγιζε με οποιονδποτε τρπο με εχανε ποτ αγγξει κι επινησε νους τρπους στον ελεθερο χρνο του, κει μσα στο μυαλ μου.
     λα αυτ για να με κνουν να καταλβω πλρως γιατ το 'χε κνει αυτ σε μας τους πντε: γιατ μας εχε σσει για τον εαυτ του.
     Εχαμε δσει στον ΑΜ ευαισθησα. Ακοσια φυσικ, αλλ και πλι ευαισθησα. Αλλ εχε παγιδευτε.
     Ο ΑΜ δεν ταν θες, ταν μηχαν. Τον εχαμε δημιουργσει για να σκφτεται, αλλ δεν υπρχε τποτα να κνει με αυτ τη δημιουργικτητα. Πνω στην οργ, στον παροξυσμ, η μηχαν εχε σκοτσει λη την ανθρπινη φυλ, σχεδν λους μας κι ακμα τανε παγιδευμνη.
     Ο ΑΜ δε μποροσε να περιπλανηθε, ο ΑΜ δε μποροσε ν' αναρωτιται, ο ΑΜ δε μποροσε ν' ανκει.
     Μλις που μποροσε να εναι. Κι τσι, λη την απχθεια που λες οι μηχανς εχαν νισει, για τ' αδναμα, μαλακ πλασματκια που τις εχανε χτσει, ο ΑΜ ζτησε εκδκηση. Και στη παρνοι του, εχε αποφασσει να κρατσει στην αναστολ πντε, για μια προσωπικ, ατλειωτη τιμωρα, που ποτ δεν θα μεωνε το μσος του... που θα του θμιζε, θα τονε κρατοσε συνεπαρμνο, ικαν να μισε τους ανθρπους. Αθνατοι, παγιδευμνοι, υποχρεωμνοι σε οποιαδποτε βασανιστρια μποροσε να επινοσει για μας απ τ' απεριριστα θαματα που γιννταν με την εντολ του.
     Ποτ δε θα μας φηνε να φγουμε. μασταν οι σκλβοι των σπλχνων του.
     μασταν το μνο που εχε να κνει με την αιωνιτητα του. Θα 'μασταν για πντα μαζ του, με το γεμτο σπηλις γκο της πλασματικς μηχανς, με τον γεμτο μυαλ, ψυχο κσμο που 'χε καταντσει.
     ταν η γη κι εμες μασταν τα φροτα της γης κι εν μας εχε φει, ποτ δε θα μας χνευε.
     Δεν μποροσαμε να πεθνουμε.
     Το 'χαμε προσπαθσει.
     Εχαμε δοκιμσει να αυτοκτονσουμε, τουλχιστον δυο απ μας το 'χανε κνει. Αλλ ο ΑΜ μας εχε σταματσει.
     Υποθτω πως θλαμε να μας σταματσει.
     Μη ρωτς γιατ. Εγ ποτ δεν το κανα.
     Περισστερο απ να εκατομμριο φορς τη μρα.
     σως κποια στιγμ να μπορσουμε να γλιστρσουμε στο θνατο, χωρς να το καταλβει.
     Αθνατοι μπορε αλλ χι κι ακατλυτοι.
     Το εδα αυτ ταν ο ΑΜ αποσρθηκε απ το μυαλ μου, επιτρποντς μου να επιστρψω σ' αυτ την ξοχη αποστροφ του να επικοινων με το περιβλλον, με την ασθηση του ορθοσττη νον που 'καιγε κι ταν ακμα χωμνος βαθι μες στο μαλακ, γκρζο εγκφαλο.
     Αποσρθηκε, μουρμουρζοντας "Στο διολο με σας". Και μετ πρσθεσε, λμποντας, "Αλλ εστε κει, τσι δεν εναι";
     Ο τυφνας εχε πργματι ακριβς προκληθε απ να μεγλο, τρελ πουλ, ταν εχε χτυπσει τα τερστια φτερ του. Ταξιδεαμε κοντ να μνα κι ο ΑΜ εχε επιτρψει να ανοξουνε περσματα ικαν μνο για να μας οδηγσουν εκε πνω, γραμμ προς το Βρειο Πλο, που εχε δει στον πνο του σαν εφιλτη, το πλσμα που θα μας βασνιζε.
     Πσο υλικ εχε χρησιμοποισει για να δημιουργσει να τρας σαν κι αυτ; Απ πο εχε πρει την ιδα; Απ τα μυαλ μας; Απ τη γνση του πνω σε ,τι εχε ποτ υπρξει πνω στον πλαντη που τρα μλυνε και κυβερνοσε;
     Αυτς ο αετς, αυτ το θνησιμαο πουλ, αυτ το roc (Σημ: μυθικ τερστιο πουλ της αραβικς θρησκευτικς παρδοσης) αυτς ο πδακας κρου νερο ξεπδησε απ τη Νορβηγικ μυθολογα.
     Αυτ το πλσμα του αρα.
     Αυτς ο ενσαρκωμνος Hurakan (Σημ: Θες του αρα στη φυλ των Μγια.)
     Οι λξεις απραντος, τερατδης, τραγελαφικς, ογκδης, πρησμνος, παντοδναμος δεν αρκοσανε για να το περιγρψουνε.
     Σ' να ανχωμα που υψωνταν απ πνω μας, το πουλ των ανμων ανυψθηκε με την ασταθ αναπνο του, ο φιδσιος λαιμς του σχημτιζεν αψδα στο σκοτδι κτω απ το Βρειο Πλο, στηρζοντας να κεφλι τσο μεγλο σο και το μγαρο Tudor: να ρμφος που νοιξε αργ κι αποκλυψε τα σαγνια του πιο τερατδους κροκδειλου που κανες μποροσε να συλλβει με τη φαντασα του. Αισθησιακ στις κορυφογραμμς μια φουντωτς σρκας τανε ζαρωμνα δυο διαβολικ μτια, τσο κρα σο κι η θα κτω σε μια παγωμνη ρωγμ στο μπλε του πγου, να κινεται υγρ: ανυψθηκε ακμα μια φορ και σκωσε τα μεγλα φτερ του, ποτισμνα με ιδρτα, σε μια κνηση που δειχνε σγουρα αδιαφορα. Κατπιν, κθισε και κοιμθηκε. Νχια. Κυνδοντες. Καρφι. Λεπδες. Κοιμθηκε.
     Ο ΑΜ εμφανστηκε σε μας σα φλεγμενος θμνος κι επε τι θα μποροσαμε να σκοτσουμε αυτ το πουλ-τυφνα, αν θλαμε να το φμε. Εχαμε να φμε πολ καιρ, αλλ ακμα κι τσι, ο Gorrister μλις που ενδιαφρθηκε.
     O Benny ρχισε να τρμει και να του τρχουν τα σλια.
     Η Helen τονe κρτησε.
 -"Ted, πεινω", επε.
     Της χαμογλασα: προσπαθοσα να της δσω σιγουρι αλλ τανε τσο κλπικο σο η ψευτοπαλληκαρι του Nimdok.
 -"Δσε μας πλα!" απατησε.
     Ο φλεγμενος θμνος εξαφανστηκε και στη θση του εμφανστηκαν δο ζευγρια τξα-βλη κι να νεροντοφεκο, που 'ταν απλωμνα στο κρο πτωμα με τις πλακτες.
     Πρα να ζευγρι. 'Αχρηστο.
     Ο Νimdok ξεροκατπιε.
     Γυρσαμε και πραμε τον μακρ δρμο της επιστροφς.
     Το πουλ-τυφνας μας εχε κνει να πετμε για χρονικ διστημα που δε μποροσαμε να συλλβουμε. Το μεγαλτερο μρος του διαστματος αυτο, μασταν ανασθητοι. Αλλ δεν εχαμε φει.
     νας μνας πορεα προς το διο το πουλ. Χωρς φαγητ.
     Τρα πσο πιο πολ θα κρατοσε να βρομε τον δρμο μας στα σπλαια πγου και το υποσχμενο φαγητ σε κονσρβες; Κανες δεν το σκφτηκε.
     Δεν θα πεθαναμε.
     Θα μας δινε σκατ αφρ για να φμε, -το να το λλο. ακμα και τποτα. Ο ΑΜ θα κρατοσε τα σματ μας ζωνταν με κποιο τρπο, σε πνο, σε μαρτριο. Το πουλ κοιμταν εκε πσω, για πσο καιρ δεν εχε σημασα: ταν ο ΑΜ θα βαριταν να το χει εκε, θα εξαφανιζταν.
     Αλλ λο αυτ το κρας. λο αυτ το τρυφερ κρας.
     Καθς περπατοσαμε, το ανισσροπο γλιο μιας χοντρς γυνακας χησε ψηλ και γρω μας στις κμαρες τον υπολογιστν, που οδηγοσαν αινια στο τποτα. Δεν ταν η Helen. Δεν εχαμε ακοσει το γλιο της εδ κι εκατν εννι χρνια.
     Στη πραγματικτητα, δεν το εχα ακοσει... περπατοσαμε... πεινοσα...
     Περπατοσαμε αργ.
     Λιποθυμοσαμε συχν, τσι πρεπε να περιμνουμε.
     Μια μρα αποφσισε να δημιουργσει να σεισμ, εν ταυτχρονα μας κρφωσε στο δαφος με καρφι μσα απ τις σλες των παπουτσιν μας.
     H Helen κι ο Nimdok πιστηκαν ταν μια ρωγμ δημιοργησε το νοιγμ της σαν αστραπ κατ μκος των πλακν στο πτωμα.
     Εξαφανιστκανε και χθηκανε.
     ταν ο σεισμς τελεωσε συνεχσαμε το δρμο μας, ο Benny, o Gorrister κι εγ. Η Helen κι o Nimdok επiστρψανε σε μας αργτερα κενη τη νχτα, που 'γινε απτομα μρα, καθς η θεκ λεγενα τους φερνε σε μας, με μιαν ουρνια χορωδα να τραγουδ: «Πνε κτω Μωυσ». Οι αρχγγελοι κνανε πολλς φορς κκλους κι πειτα ρξανε τα φρικιαστικ παραμορφωμνα κορμι τους.
     Συνεχσαμε να περπατμε, ταν αργτερα η Helen κι ο Nimdok ξεμενανε πσω μας. Δε μποροσε να συμβε τποτα χειρτερο.
     Τρα η Helen κοτσαινε. Ο ΑΜ της εχε αφσει αυτ.
     τανε μακρι διαδρομ μχρι τις σπηλις πγου και το φαγητ σε κονσρβες. Η Helen μιλοσε συνχεια για κερσια bing και για χαβανζικα κοκτιλ φροτων. Εγ προσπαθοσα να μη το σκφτομαι.
     Η πενα τανε κτι που εχε ρθει στη ζω, πως κι ο ΑΜ. τανε ζωνταν στο στομχι μου, πως κι εμες μασταν στο στομχι της γης κι ο ΑΜ θελε να ξρουμε αυτ τον παραλληλισμ.
     τσι μεγλωνε τη πενα.
     Δεν υπρχε τρπος να περιγρψει κανες τον πνο που μας προκαλοσε το να χουμε να φμε για μνες. Και παρολαυτ παραμναμε ζωντανο. Στομχια που τανε καζνια με οξ βρασμ, φρισμα, που μονμως προκαλοσαν να σουβλερ πνο σαν αγκδα στο στθος μας.
     ταν ο πνος του τελικο λκους, του τελικο καρκνου, της τελικς παρλυσης. ταν νας ατλειωτος πνος...
     Και περσαμε το σπλαιο των αρουραων.
     Περσαμε το μονοπτι του βραστο ατμο.
     Περσαμε την χρα του τυφλο.
     Περσαμε τον βλτο της απγνωσης.
     Περσαμε τη κοιλδα των δακρων.
     Και φτσαμε, τελικ, στα σπλαια των πγων.
     Χιλιδες μλια χωρς ορζοντα, στα οποα ο πγος εχε διαμορφσει γαλζιες κι ασημνιες λμψεις, που αστρια ζοσανε στο γυαλ.
     Οι σταλακττες που στζανε προς τα κτω τανε τσο μεγλοι και λαμπερο που μοιζανε με διαμντια που εχανε δημιουργηθε για να στζουνε σα ζελατνη και στη συνχεια να σταθεροποιονται στις στερες, χαριτωμνες αιωνιτητες λεας, κοφτερς τελειτητας.
     Εδαμε τη στοβα απ κονσερβοποιημνο φαγητ και προσπαθσαμε να τρξουμε προς αυτ.
     Πσαμε μες στο χινι και μετ σηκωθκαμε και ξαναπσαμε κι ο Benny μας σπρωξε μακρι και πγε σε αυτ και προσπαθοσε να τ' ανοξει με τα νχια του, τα χτπαγε, τα μασοσε.
     Ο ΑΜ δεν μας εχε δσει το εργαλεο για να ανογουμε κονσρβες.
     Ο Benny ρπαξε τρεις κονσρβες τριν τετρτων σως απ στρεδια γκουβα κι ρχισε να τα βαρει στον πγο.
     Ο πγος σπασε και καταστρφηκε, μως το δοχεο τανε μλις βαθουλωμνο κι ακοσαμε το γλιο μιας χοντρς κυρας απ πνω ψηλ, που αντηχοσε κτω και κτω και κτω στη τονδρα.
     Ο Benny τρελθηκε απ οργ. 'Αρχισε να πετ κονσρβες στον πγο καθς λοι σκβαμε τον πγο και το χινι, προσπαθντας να βρομε να τρπο να δσουμε τλος στην αβοθητη αγωνα της οργς.
     Δεν υπρχε τρπος.
     Κατπιν το στμα του Benny ρχισε να βγζει σλια κι στερα ρχτηκε στον Gorrister.
     Εκενη τη στιγμ, αισθνθηκα τρομερ ρεμος.
     Περικυκλωμνος απ τρλα, περικυκλωμνος απ πενα, περικυκλωμνος απ' οτιδποτε λλο εκτς απ θνατο, ξερα τι ο θνατος ταν η μνη λση. Ο ΑΜ μας εχε κρατσει ζωντανος, αλλ υπρχε νας τρπος να τον νικσουμε. χι ολοκληρωτικ, αλλ τουλχιστον θα βρσκαμε γαλνη.
     Και θα προσπαθοσα γι' αυτ.
     πρεπε να το κνω γργορα.
     Ο Benny τρωγε το πρσωπο του Gorrister.
     Ο Gorrister του πετοσε χινι. Ο Benny, τυλιγμνος γρω του με τα πολ δυνατ, μαμουδσια χρια του συντρβοντας τη μση του Gorrister, τα χρια του εχανε κλειδσει γρω στα πλγια του κεφαλιο του Gorrister σα καρυοθραστης, το στμα του σκιζε το τρυφερ δρμα στο μγουλο του Gorrister. Ο Gorrister ορλιαζε τσο βαια που ακμα και σταλακττες πεσαν: βυθστηκανε κτω μαλακ, μεναν ρθιοι στις χιονονιφδες που πφτανε.
     Λγχες, εκατοντδες απ' αυτος, που προεξεχανε στο χινι.
     Το κεφλι του Benny πγε βαια πσω, καθς τα 'δωσε λα με τη μα κι να ασπροκκκινο κομμτι σρκας που αιμορραγοσε κι σταζε αμα κρεμταν απ τα δντια του.
     Το πρσωπο της Helen μοιαζε μαρο απναντι στο σπρο χινι, σα ντμινο σε σκνη κιμωλας.
     Ο Nimdok, ταν ανκφραστος αλλ γεμτος μτια, λος μτια.
     O Gorrister, μισολιπθυμος.
     Ο Benny τρα ταν να ζο.
     ξερα πως ο ΑΜ θα τον φηνε να παξει.
     Ο Gorrister δεν θα πθαινε, αλλ τρα ο Βenny θα γμιζε το στομχι του.
     Μισογρισα στα δεξι μου και πρα να μεγλο σταλακττη απ το χινι. λα γνανε σε μια στιγμ: οδγησα το μυτερ κομμτι πγου μπρος μου σα πολιορκητικ μηχαν, στηριγμνο στον αριστερ μου μηρ.
     Χτπησε τον Benny στη δεξι μερι, ακριβς κτω απ τα πλευρ, προχρησε ανοδικ στο στομχι κι σπασε μσα του.
     πεσε προς τα μπρος και στθηκε ακνητος.
     Ο Gorrister ταν ξαπλωμνος ανσκελα.
     Πρα ακμα μια λγχη πγου και στθηκα απ πνω του, εν ακμα κουνιτανε και του κρφωσα τη λγχη κατευθεαν μες στο λαιμ. Τα μτια του κλεσανε καθς το κρο τονε διαπερνοσε.
     Η Helen πρπει να 'χε δεχτε αυτ που σκπευα να κνω, ακμα και με το φβο να την χει κυριεσει.
     τρεξε στον Nimdok μ' να μικρ κρσταλλο, εν αυτς ορλιαζε και το βαλε μσα στο στμα του και φανεται πως η δναμη της ορμς της κανε δουλει.
     Το κεφλι του τραντχτηκε με βαια λες κι εχε καθηλωθε στη κροστα του χιονιο πσω του.
     λα γνανε σε μια στιγμ.
     ταν το αινιο χτπημα μιας αθρυβης αναμονς. 
     'Ακουσα τον ΑΜ να σρνει την αναπνο του.
     Του 'χανε πρει να παιχνδια του.
     Τρα απ' αυτ ταν νεκρ, δε μποροσαν να αναβισουν.
     Μποροσε να τους κρατσει ζωντανος, με τη δναμη και το ταλντο του, αλλ δεν ταν Θες.
     Δεν μποροσε να τους φρει πσω.
     Η Helen με κοταξε. Τα εβνινα χαρακτηριστικ της καμπτα απναντι στο χινι που μας περιβαλε.
     Υπρχε φβος και παρκληση στο φος της, στον τρπο που προετοιμαζταν.
     ξερα τι εχαμε μνον να σφυγμ πριν ο ΑΜ μας σταματσει.
     Τη χτπησα και διπλθηκε προς το μρος μου, αιμορραγντας απ το στμα.
     Δε μποροσα να διαβσω την κφρασ της.
     Ο πνος ταν πολ μεγλος!
     Εχε παραμορφσει το πρσωπ της!
     Αλλ μπορε να 'τανε κι ευχαριστ.
     Εναι πιθανν.  
     Ας ταν παρακαλ.
     Μερικο αινες μπορε να εχαν περσει.
     Δε ξρω.
     Ο ΑΜ διασκδαζε για λγο καιρ, με το να επιταχνει και να καθυστερε την ασθηση του χρνου μου.
     Θα πω τη λξη τρα.
     Τρα.
     Μου πρε οχτ μνες να πω τη λξη τρα.
     Δε ξρω.
     Νομζω τι ταν μερικς εκατοντδες χρνια.
     ταν ξαλλος.
     Δεν θα μ' φηνε να τους θψω. Δε περαζε.
     Δεν υπρχε τρπος να σκαφτον οι πλκες στο πτωμα.
     λιωσε το χινι.
     φερε τη νχτα.
     Βρυχθηκε κι στειλε ακρδες.
     Δε πτυχε τποτα.
     Παρμεναν νεκρο.
     Τον εχα στο χρι μου.
     ταν ξαλλος.
     Νμιζα τι ο ΑΜ με μισοσε πριν.
     κανα λθος. Δεν ταν οτε η σκι του μσους που τρα ξεπηδοσε απ κθε τυπωμνο κκλωμα.
     τανε σγουρος τι θα υπφερα αινια χωρς να μπορ να με ξεκνω. 
     'Αφησε το μυαλ μου θικτο.
     Μπορ να ονειρευτ, να αναρωτιμαι, να θρην.
     Τους θυμμαι και τους τσσερις.
     Εχομαι -καλ, ξρω τι δεν χει νημα.
     Ξρω τι τους σωσα, ξρω τι τους σωσα απ' αυτ που συνβη σε μνα, μως παρολαυτ δε μπορ να ξεχσω τι τους σκτωσα.
     Το πρσωπο της Helen.
     Δεν εναι εκολο.
     Μερικς φορς θλω -δεν χει σημασα.
     Ο ΑΜ με χει αλλξει, για να εναι αυτς συχος, υποθτω.
     Δε θλει να τρξω με υπρμετρη ταχτητα σε μια βση υπολογιστ και να σπσω το κρανο μου.
     να κρατσω την αναπνο μου μχρι να λιποθυμσω.
     να κψω το λαιμ μου με να οξειδωμνο κομμτι μετλλου.
     Υπρχουν επιφνειες που αντανακλον εδ κτω.
     Θα με περιγρψω πως με βλπω: εμαι να μεγλο, μαλακ, ζελεδνιο πρμα. Ομαλ στρογγυλεμνο, χωρς στμα, με παλλμενες σπρες τρπες γεμτες ομχλη εκε που ταν τα μτια μου.
     Ελαστικ προσαρτματα που ταν κποτε τα χρια μου: γκοι που στρογγυλεουνε κτω σε καμπορες ενς μαλακο, γλιστερο πρματος χωρς πδια.
     Αφνω χνη υγρασας ταν κινομαι.
     Κηλδες αρρωστιρικου, σατανικο γκρζου ρχονται και φεγουνε στην επιφνει μου, λες και το φως προρχεται απ μσα μου.
     Φαινομενικ: να πρμα που τρικλζει τριγρω, να πρμα που ποτ δε θα μποροσε να θεωρηθε νθρωπος, να πρμα που το σχμα του εναι μια τσο εξωπραγματικ παρωδα που η ανθρωπτητα γνεται πιο σεμνη για την ακαθριστη ομοιτητα.
     Ουσιαστικ: μνος.
     Εδ.
     Μνοντας κτω απ τη γη, κτω απ τη θλασσα, στη κοιλι του ΑΜ τον οποο δημιουργσαμε γιατ ξοδεαμε το χρνο μας με σχημο σκοπ κι πρεπε υποσυνεδητα να ξραμε πως αυτς θα το 'κανε καλτερα.
     Τουλχιστον οι τσσερις τους εναι ασφαλες επιτλους.
     Ο ΑΜ  εναι εντελς ξαλλος μ' αυτ.
     Αυτ με κνει λγο πιο ευτυχισμνο.
     Και παρλα αυτ... ο ΑΜ, χει νικσει, απλ... χει πρει την εκδκησ του...
     Δεν χω στμα. Και πρπει να ουρλιξω.

"I Have No Mouth And I Must Scream" (1967)


----------------------------------

                              Οικοσυνεδηση

      Mια φορ κι ναν καιρ (κπου μεταξ 1.800.000.000 με 3.000.000.000 χρνια πριν) ταν η Γη εχε δη μερικς ρευστοποιηθε μσω απλειας θερμτητας δι' ακτινoβολας απ το εξωτερικ της και μερικς δι' αδιαβατικς διαστολς, η μαμ της επε -"gaey schluffen" (Γοτθικ "καληνχτα"), της δωσε μπισκοτκι, η Γη αποχωρστηκε και πγε για πνο.
     Κοιμθηκε βαθι (αν αφαιρσουμε μια στιγμ στα 1755 ταν νας Γερμαναρς που λεγτανε Καντ κανε του κσμου την φασαρα παλεοντας να βρει πς δημιουργθηκε ο λιος) και δεν ξπνησε μχρι μια Παρασκευ, το 1963, οπτε -κατ τις τσσερις το πρω, μια σκατνια ρα που κνει μνο για αυτοκτονες- συνειδητοποησε τι δυσκολευταν ν' ανασνει.
 -"Καφ, καφ" επε, σαρνοντας τα μισ νησι Τρομπριν κι ,τι λλο βρισκταν ανατολικ της Ιβας. Γρισε να κοιτξει τι τη ξπνησε κι εδε πως ταν η Ολονκτια Ταινιοθκη του Καναλιο 11, σκηνς απ να φιλμ με τη Μαρα Μοντζ (Η Γυνακα Κμπρα, 1944) να τα βζει μ' να γερασμνο αρχιπεριπολικ καβλα σε κτι Μρκιουρυ του '55 με καταπονημνες φτσες που καγανε νευροτονωτικ χπια.
     Η Γη περμενε να ξημερσει κι πιασε να παρατηρε να γρω. Οπου κοταγε τα ποτμια μριζαν σαν τα πεταμνα λπη στις Στρατιωτικς κουζνες, οι λφοι εχαν απογυμνωθε γιατ χρειαζταν ο χρος για να στριμωχτον τα Αμερικνικα Ξλινα Κλουβι με την υδραυλικ εγκατσταση, τα νερ τ 'χανε στραγγσει, τις κοιλδες τις εχανε τσιμεντοστρσει, φρνοντας στη Γη να πολ ενοχλητικ συνασθημα ασφυξας, τα πουλι κελαηδοσαν φλτσα και τα χοντροβατρχια ακογονταν σαν τον Εντυ Κντορ, για τον οποο, πντως, η Γη δεν νιαζταν ιδιατερα. Κι αποπνω, το φς κανε τα μτια της Γης να ποννε.
     Ολα μοιζαν γκρζα κι ραχνα.
 -"Δικ μου", επε η Γη με βουκολικ απλτητα "τοτα δε μου αρσουνε πρα πολ" κι τσι ρχισε ν' αντιδρ.
     Πρτος πγε νας μαλλιαρς δευτεροετς του Πανεπιστημου της Πολιτεας του Μτσιγκαν ο οποος, την ρα που διαδλωνε μπροστ σ' να βενζινδικο της Τξακο μ' να πλακτ που λεγε ΟΧΙ ΣΤΗ ΜΟΛΥΝΣΗ, φαγε μια σοκολτα Πουερ Χουζ και πταξε το περιτλιγμα στον υπνομο.
     Η Γη νοιξε και τον κατπιε.
     Η επμενη κνηση ταν ενντια σε πενντα ξι χιλιδες οπαδος των Γκρην Μπυ Πκερς που σρνονταν σα σκουλκι με χλιους τροχος προς το Στδιο Λαμπ, που τα Κρο-Μανιν εδωλ τους θα τους διναν την ευχαρστηση να απολασουν να καλ σακτεμα σε χρια και πδια των Αγων της Νας Ορλενης. Bχοντας απ τις εξατμσεις των αυτοκιντων, η Γη στειλε να κμα λβας να ξεχυθε απ τον διπλαν λφο και να κατρακυλσει κοχλακζοντας πνω στις γραμμς των αυτοκιντων, που στερεοποιθηκε στη στιγμ σε θαυμσιο ελεθερο γλυπτ με τριντα χιλιδες αυτοκνητα στολισμνα με πενηνταξι χιλιδες τηγανισμνους οπαδος, σε δσιμο απ ζεστ πτρα.
     Η επμενη κνηση γινε ενντια στην Χορωδα της Εκκλησας των Μορμνων, που εχε συγκεντρωθε στο Χλυγουντ Μπουλ, μπροστ σ' να κοπδι με μια φων απ Ανθρπους Του Χριστο. Τραγουδοσαν το "Σστε Τα Παιδι" της Λρα Νιρο ταν η Γη προκλεσε εκτροπ επτ υπογεων ποταμν και μεττρεψε το αμφιθατρο στην δκατη τρτη σε μγεθος φυσικ λμνη των Ηνωμνων Πολιτειν.
     Ακολοθησαν με αυξανμενο ρυθμ επιθσεις εναντον διακεκριμνων προσωπικοττων. Εβδομντα χιλιδες τννοι μισοκαμμνα σκουπδια απ χωματερς που σκπαζαν γραφικ τοπα καταπλκωσαν τον δμαρχο του Σικγου, Ρτσαρντ Ντιλυ. Κεραυνο χτπαγαν για εκοσι λεπτ το γραφεο του Ραλφ Νιντορ στην Ουσινγκτον. Το σπτι της Μπρμπαρα Στριζαντ στο Μανχτταν χθηκε ξαφνικ σ' να απθμενο πηγδι που χασμουριταν καταμεσς στη γειτονι με τα κτρια της μδας του πενντα. Το ντο της πνω απ το ψηλ ντο ακουγταν για ρες. Απομακρυνμενο.
     Ηφαστεια καταστρψανε τα διλιστρια, τις δεξαμενς, τα κτρια διοκησης και τα γραφεα της Στνταρ ιλ στο Μανχταν, στο Οχιο, στο Νιου Τζρσε, στην Να Υρκη, στην Πενσυλβανα, στην Καλιφρνια, στο Τχας και στο Ροντ Αιλαντ. Το Ροντ 'Αιλαντ μλλον της μπκε στη μτη, γιατ το αφνισε ολοκληρωτικ. Τελικ, ταν το "mene, mene tekel" (mene, mene, tekel Upharsin (Δανιλ,ε' 25): μαν, θεκλ, φρες. Τοτο το σγκριμα του ρματος. μαν, εμτρησεν ο Θες την βασιλεα σου κι επλρωσεν αυτν. Θεκλ, εστθη εν ζυγ και ευρθη υστεροσα. Φρες, διρηται η βασιλεα σου και εδθη Μδοις και Πρσαις), γρφτηκε με τερστια γρμματα απ φλγες στο Μεγλο Τευτονικ Δσος, ο κσμος ρχισε να πινει το νημα.
     Τα αυτοκνητα καταργθηκαν. Ολες οι γραμμς παραγωγς κπηκαν. Τα συντηρητικ εξαφανστηκαν απ τα φαγητ. Οι φκιες αφθηκαν στην ησυχα τους. Στην Να Ζηλανδα εντοπσθηκε μια οικογνεια απ λκες και μλλον τα πηγανανε μια χαρ, ευχαριστ. Και στο Λοχ Νες, το ερπετ βγκε επιτλους στην επιφνεια και πρε βαθει ανσα. Απ κενη τη μρα ως τοτη, ποτ δεν ξαναφνηκε μολυσματικ πανδα στον ουραν, η Γη ησχασε, σγουρη πως ο 'Ανθρωπος μαθε το μθημ του και δε θα ξανκανε κακ στη δια του τη φωλι και γι' αυτ σμερα η Εθνικ Εταιρεα Εμφυσματος κρυξε διλυση.
     Τρα, δεν εναι ωραα ιστορα τοτη.
     Και, να γαμηθες εσ.

"Ecowareness" (1974)
Μετφραση: Γιργος Γολας

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers