Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Δοκίμια 

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ: Α'. Το Φαινόμενο Salome

 

   Σημ: Πριν ξεκινήσω να ...παραθέτω, πρέπει να σας πω, πως δεν έγραψα εγώ αυτά τα άρθρα. Εγώ το μόνο που 'καμα ήταν να μεταφράσω όσα βιογραφικά ή κομμάτια αυτών, βρίσκονται στα κείμενα τούτα. Έκαμα ελάχιστες προσωπικές προσθήκες, έτσι όπως κάνουμε στα ...μαθηματικά, όταν προεκτείνουμε μιαν ευθεία με το χάρακα, για να μας δείξει τη πραγματικήν εικόνα του ζητούμενου. Επίσης, όταν πια είχα όλα τα κομμάτια τούτου του παζλ, έκαμα τη λογική, -λογικότατη θα 'λεγα- συρραφή τους, έτσι ώστε να 'χουνε τη χρονική συνέχεια και συνέπεια, για να βγει η ιστορία πιο εύληπτη, κατανοητή και μ' όση τυχόν συναισθηματική-συγκινησιακή φόρτιση της πρέπει.
     Τότε γιατί καταχωρώ τούτα τα κείμενα στα Δοκίμια μου; Θα σας μολογήσω τίμια, πως δε βρήκα καταλληλότερη θέση: στα Κλασσικά δε ταιριάζουν, στα λογής Αποσταλμένα το ίδιο, στο Φανταστικό προφανώς κι όχι, στην Ερωτική Λογοτεχνία επίσης όχι, στις Μεταφράσεις δεν έχουνε θέση γιατί δεν είναι ολάκερα προϊόντα μετάφρασης, στη Διασκέδαση θα 'ταν άπρεπο και στα Σχόλια θα 'τανε σα να τα 'βαζα στην ακρούλα. Έτσι τα βάζω εδώ και περιμένω-προσκαλώ όποιον/α επιθυμεί και μπορεί, να στείλει πρόσθετα στοιχεία, ώστε να τα εμπλουτίσουμε περαιτέρω. Συγγνώμη πάντως αν θιχτεί κάποιος από τη τοποθέτηση μα στο κάτω-κάτω, εκτός των μεταφράσεων έκαμα και κόπο!
:-}
    Αυτά και καλήν ανάγνωση.
___________________________________________________________

πρωτο

     Κατά τη διάρκεια των Ναπολεοντείων Πολέμων, στον τσαρικό στρατό μπήκε κάποιος μεγαλόσωμος, δυνατός, νεαρός προτεστάντης, με παχύ μουστάκι, ονόματι Γκούσταφ Φον Σαλομέ (Gustav Vον Salome 1804-1879)), γαλλο-γερμανικής καταγωγής ουγενότος -από τους εκδιωχθέντες της Αβινιόν τον 16ο αιώνα-, γεννημένος στη Πρωσσία, μα η οικογένειά του είχε μετοικήσει στην Αγία Πετρούπολη το 1810. Ο νεαρός αυτός -θα 'λεγε κανείς- πως βρέθηκεν επιτέλους στο στοιχείο του. Γεννημένος στρατιωτικός, επέδειξεν αξιοθαύμαστο κουράγιο κι ικανότητα τέτοια, που ξεχώρισεν αμέσως. Έπειτα, στη πολωνικήν εξέγερση του 1830, ξεχώρισε τόσο πολύ που ανάγκασε τον τσάρο Νικόλαο να του απονείμει το Αριστείο γενναιότητας κι αυτό ήταν μόνον η αρχή. Ο νεαρός αυτός περνούσε γοργά, βαθμούς κι αξιώματα στο στρατό, -25 ετών ήταν ήδη συνταγματάρχης- κι όταν έφτασε σ' ηλικίαν ώριμη για γάμο, δέχτηκε τα προξενιά για μια νεαρή, ορφανή κι επίσης προτεστάντισσα, γόνος ζάπλουτης οικογένειας βιομηχάνου ζάχαρης με καταγωγή δανογερμανική, τη Λουίζε Βιλμ (1823-1913), 19 χρόνια μικρότερή του.
     Δε το πολυσκεφτήκανε κι οι δυο! Το μυστήριο τελέστηκε στην Αγία Πετρούπολη και το νέο ζευγάρι στεγάστηκε σε τμήμα του τσαρικού χειμερινού ανακτόρου, που 'βλεπε μάλιστα στο Ερμιτάζ. Ο νεαρός αυτός έφτασε γοργά στον βαθμό του στρατηγού και πιο καλά θα 'ναι να πούμε πως ήτανε το δεξί χέρι των Ρομανόφ, μιας και τους υπηρετούσε καλά και πιστά, τόσα χρόνια. Η νεαρή κληρονόμος, αποτέλεσε φυσικά, έν' ακόμα μπιμπλό, μες στα τόσα και τόσα του πλούσιου οικοδομήματος, στράφηκε στις αγαθοεργίες και στις κοινωνικές υποχρεώσεις και, πράματα γνωστά, ο γάμος κυλούσε καταπώς έπρεπε.
     Στις 12 Φλεβάρη του 1861, -σημαδιακή ημερομηνία, γιατί εκείνες τις μέρες είχε παρθεί μια πολύ σημαντική απόφαση, που μελλόταν να επηρεάσει όλη τη μετέπειτα ρωσικήν ιστορία: η απελευθέρωση των δουλοπαροίκων!-, το ζευγάρι ευλογήθηκε με τον ερχομό μιας κόρης. Είχαν αποκτήσει ήδη πέντε ακόμα παιδιά, όλα αγόρια κι επιτέλους ένα κορίτσι! Το πως και το γιατί μη το ρωτάτε, δεν ήμασταν δα και μπροστά, ωστόσο, η σημαδιακή αυτή ημερομηνία, ίσως να φταίει, που η μικρή Louise, έγινε τόσον ανεξάρτητη, γιατί -κατά τον Πέτερς- "γεννήθηκε κάτω απ' αστέρι λευτεριάς". Ίσως πάλι να φταίει που ήταν η αγαπημένη και παραχαϊδεμένη του μπαμπά-στρατηγού ή ίσως να φταίει πως με τη μητέρα της, ήτανε πάντα στα ...μαχαίρια.


      
       Ο μπαμπάς Γουσταύος                 Η μαμά Λουίς                      Η μικρή Λου

     Σ' όλη τη μετέπειτα ζωή της, η μικρή Λουίζ, -Λου για τη συνέχεια, μιας κι έτσι τη φωνάζανε για όλη την υπόλοιπη ζωή της- θυμόταν ένα παχύ βιβλίο που 'χε στο εξώφυλλό του, τον γερμανικό θυρεό, πλάι στον ρωσικό κι όπου ήτανε γραμμένος ο τίτλος ευγενείας της οικογένειας. Το 'χε ξεφυλλίσει πολλάκις, καθισμένη απέναντι από το Ερμιτάζ κι αυτό το χρυσό περιβάλλον την έκανε να αισθανθεί σύντομα, διαφορετική απ' όλους τους άλλους. "Μου άρεσε να φορώ τα παπούτσια μπαλέτου, όταν επέστρεφα από τα μαθήματα χορού και να πηγαίνω να γλιστρώ στο παρκέ της μεγάλης αίθουσας, του πάνω πατώματος, σα να 'μουνα πάνω σε πεδιάδα από πάγο. Πάντοτε θυμάμαι κείνες τις κινήσεις που με 'κάναν να αισθάνομαι σαν το μοναδικό πλάσμα πάνω στη γη!", θα πει η ίδια, χρόνια μετά.

                    
                       Η θέα, περίπου που κοιτούσε η Λου, όταν ήτανε μικρή

     Τί πράγμα έκανε τη Λου μοναδική και τόσο διαφορετική από τις άλλες γυναίκες που της εποχής της; Σύμφωνα με μιαν εξήγηση της ίδιας, ίσως αυτό να οφείλεται που 'χασε τη πίστη της στον Θεό, σ' ηλικία μόλις οχτώ ετών. Ήτανε γι' αυτή, τρομακτική εμπειρία. Πράγματι, σ' όλη της τη ζωή συνέχισε ν' αναρωτιέται πως θα μπορούσε να ζήσει κανείς στον κόσμο, χωρίς πίστη, χωρίς Θεό. Ένιωσε σα να ενηλικιωνότανε ξαφνικά, πως ήτανε διαφορετική απ' όλους τους γνωστούς και τους συγγενείς της, προς τους οποίους φυσικά, ένιωθε μια βαθιά και συγκαταβατική συμπάθεια.
     Με τη πάροδο των χρόνων και μέχρι τα δεκαοχτώ της, γινόταν όλο και πιο ανεξάρτητη, όλο και πιο φιλελεύθερη και φυσικά υποστήριζε τούτη τη διαφορετικότητα μ' απαράμιλλο κουράγιο και ψυχωμένα. Ίσως εδώ να μιλούσε και το στρατιωτικόν αίμα του πατέρα της. Όμως, κοντά σε τούτα τα χαρακτηριστικά θα πρέπει να προστεθούν κι η πρόωρη ωρίμανση, η γενναιότητα, η δυσπιστία προς το κοινωνικό και θρησκευτικό περιτύλιγμα της εποχής με τα συναφή του κι η πελώρια λαχτάρα και δίψα για γνώση κι επίγνωση του κόσμου, καθώς επίσης κι η λατρεία της πνευματικότητας. Κι όλα τούτα από έφηβη, παρακαλώ. Πάνω κει, στα 18 της, χάνει τον πατέρα της, το 1879, πράγμα που επηρέασε πιθανότατα τις μετέπειτα επιλογές της και μάλιστα πολύ.

δευτερο

     Στα δεκαοχτώ της, όταν μπόρεσε να παρακολουθήσει μαθήματα Θεολογίας, απευθύνθηκε κρυφά, στον Ολλανδό πάστορα Χέντρικ Γκίλοτ, γνωστό για την ευρύτητα των απόψεών του κι η εκκλησία του βρισκότανε στην οδό Νιέφσκη, κοντά στο σπίτι των Σαλομέ.


                              
                         Hendrik Gillot                           H Lou Salome το 1878

     Ο Γκίλοτ (1836-1916) γεννήθηκε στην Ολλανδία κι είχε τη θέση του πάστορα, στην ολλανδική πρεσβεία, στην Αγία Πετρούπολη. Ήταν, εκείνη την εποχή, ο σημαντικότερος ομιλητής στη προτεσταντική εκκλησία κι επειδή ήτανε κατώτερο στέλεχος και δεν έδειχνεν ιδιαίτερην απειλή, κανείς δεν του ασκούσε έλεγχο στη δουλειά του. Ήταν γοητευτικός, διανοούμενος, με σαφή προτίμηση κι επήρρεια, από τον γαλλικό Διαφωτισμό. Τα κηρύγματά του ενθουσιάζανε τις κυρίες της καλής κοινωνίας, της Πετρούπολης κι αντίπαλον είχε μόνο τον Χέρμαν Ντάλτον (Hermann Dalton). Είχεν εκδόσει τόσο στην Ολλανδία, όσο και στη Ρωσία, πολλές διατριβές κι αγαπούσε να κηρύττει στα γερμανικά, -τ' όνομά του μάλιστα το πρόφερε με τη γερμανική προφορά.
     Όταν η Λου πήγε να τονε βρει κρυφά, στα 1878, γιατί ήξερε πως δε θα 'ταν αποδεκτός σαν δάσκαλος από τους δικούς της, ο πάστορας ήταν 25 χρόνια μεγαλύτερός της, στα 42 του. Τον είχε δει να κινείται με ζέση και να μιλά φλογερά, σε μια διάλεξη του κι είχε σκεφτεί πως αυτός ήταν ο κατάλληλος να της μάθει τον κόσμο. Πράγματι, αυτός την ώθησε στο να μελετά μαζί του, Καντ, Ρουσσώ, Κίρκεγκαρντ, Σοπενάουερ. Σ' αυτό μάλλον οφείλεται η μεταστροφή της, καθώς επίσης -γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε- κι από το γεγονός πως είχε καταγοητευτεί κι ερωτευτεί τον δάσκαλό της.
     Οι σχέσεις τους διακόπηκαν απότομα, όταν ο πάστορας γοητευμένος κι αυτός από τη μικρή μαθήτριά του, επιχείρησε να τη φιλήσει. Ήτανε μια μέρα, που εκείνη έχοντας θάρρος, είχε καθίσει στα γόνατά του για να τον ...ακούσει καλύτερα. Τα μετέπειτα, είναι κάπως συγκεχυμένα. Μπορούμε να βγάλουμε λίγα πράματα, από τη μεταξύ τους επιστολογραφία κι από τις κραυγές της μητέρας της, που τον αποκάλεσε, "ένοχο ενώπιον της ανήλικης κόρης της". Σε τούτο, ο πάστορας είχεν απαντήσει με τη λιτή φράση: "Θα 'θελα να 'μαι υποχρεωμένος στη Λουίζ, αλλά και το χρέος της". Η μικρή Λου, του 'γραψε κάποια στιγμή τότε, πως "μέσα της αντιπαλεύουν η φωνή της καρδιάς και το χέρι της λογικής και το χέρι αυτό αποδεικνύεται πιο δυνατό". Ιστορίες! Η ουσία είναι, πως η μικρή ήθελε διακαώς να μοιάσει στους άντρες, όσον αφορά στη δύναμη και στην εξυπνάδα και δεν ήθελε μιαν αισθηματική σχέση, ώστε να καταλήξει στην υποταγή της. 'Αλλωστε, αρνήθηκε πολλάκις στο μέλλον, ερωτικές σχέσεις.
     Αυτή η δακρύβρεχτη ιστορία, με τις ανταλλαγές επιστολών και κατηγοριών διήρκεσε, ούτε λίγο, ούτε πολύ, από τον Οκτώβρη του 1878, μέχρι και τον Ιούνη του 1879. Στο διάστημα αυτό, ο πάστορας έπαιξε τη θέση του, μιας κι η οικογένεια Σαλομέ είχε μεγάλην επιρροή κι ο Ντάλτον βρήκε την ευκαιρία να χτυπήσει τον αντίπαλό του, μέσω αυτού του γεγονότος. Η Λου εντωμεταξύ, έγκλειστη -και κλαίουσα ενίοτε-, πάλευε να τιθασέψει τις δυνάμεις που 'χαν εγερθεί, από τα γεγονότα. Τελικά ο κακότυχος πάστορας απομακρύνεται και περιορίζεται, με βούλευμα από την πατρίδα, γιατί υπερέβη τα όρια της διδασκαλίας και της θρησκείας του. Μετά, η ιστορία τον εγκαταλείπει κι αυτή, για ν' ακολουθήσει τα ίχνη της μικρής του αμαρτίας. Πέθανεν αργότερα, παραγκωνισμένος, συντετριμμένος και ξεχασμένος, σαν ένας κομπάρσος, παρόλο που δε διέκοψε ποτέ την επαφή του, με τη Λου μέσω αλληλογραφίας. Βλέπετε τον είχε σαν πατέρα-σύμβουλο και κατά μεγάλο μέρος τον αγαπούσε.
     Η Λου δε μπορούσε πια να μείνει στη Πετρούπολη κι αποφάσισε να πάει στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, -ένα από τα λίγα που τότε δεχότανε γυναίκες-, στο τέλος του καλοκαιριού του 1879. Λίγα χρόνια πριν, είχε φοιτήσει εκεί  η επαναστάτρια 'Αννα Κουλίσοβα, που 'γινε αργότερα σύντροφος του Αντρέα Κόστα και του Φίλιπο Τουράτι. Η οικογένειά της συμφώνησε με δυσκολία και μόνον υπό τη προϋπόθεση να τη συνοδέψει η μητέρα, -με την ελπίδα φυσικά να τη μεταπείσει. Αλλά η Λου ήτανε πια Το Αγύριστο Κεφάλι και ποτέ πια δε θα γυρίσει στη Ρωσία, πράμα που δε μπορούσε να το φανταστεί μήτε η μητέρα της, μήτε κανείς στην οικογένειά της τότε. Λίγους μήνες μετά, προς το τέλος του 1881, η Λου αρρώστησε βαριά. Μαζί με τη μητέρα της, αποφάσισαν να πάνε να περάσουνε λίγους μήνες στην Ιταλία και πιο συγκεκριμένα στη Ρώμη, που η μαμά- Λουίς, είχε μια φίλη πρόθυμη να τους φιλοξενήσει για όσο το πεθυμούσαν. Η Λου ήτανε τότε εικοσιενός.

τριτο

     Στην ίδια πόλη βρισκότανε κι η Μαλβίντα Φον Μέισεμπουργκ (Malwida Von Meysenburg, 1816-1913), φίλη του Γκαριμπάλντι και του Μαντσίνι, που 'χεν αναγκαστεί να παρατήσει τη Γερμανία λόγω προοδευτικών-ριζοσπαστικών ιδεών της. Ήτανε κόρη ιδιοκτήτη ναυπηγείων στη Γερμανία, -που μάλιστα λόγω του κύρους του, είχεν ονομαστεί βαρώνος. Επειδή είχαν ανακατευτεί σ' επαναστατικές δραστηριότητες μαζί με τον Αλεξάντρ Γιάκοβλεφ και τον Μαντσίνι στα 1848-52, καταφύγανε στο Λονδίνο, -το άσυλο των μεταναστών κείνη τη περίοδο. Όταν ο Αλεξάντρ πέθανε, το 1860, υιοθέτησε τη κόρη του Όλγα κι ένα χρόνο μετά κατέφυγε στην Ιταλία. Πριν όμως, πέρασε από το Παρίσι κι εκεί γνώρισε τον Ρίτσαρντ Βάγκνερ και γίνανε φίλοι.
     Στην Ιταλία, στα 1861-2, εξέδωσε τα "Απομνημονεύματα Μιας Ιδεαλίστριας" που εμφανιστήκαν ανώνυμα και στη Στουτγάρδη, το 1876, -την άνοιξη του 1882 είχανε φτάσει στη τρίτη τους έκδοση πλέον. Τον Μάη του 1872 όμως, στο νέο σπίτι του Βάγκνερ στη Μπαϊρέουτ, στη Γερμανία, γνώρισε τον Νίτσε μέσω αυτού, γίνανε φίλοι και μέσω του Νίτσε, λίγον αργότερα, γνώρισε κι ένα νεαρό, τον Πωλ Ρέε.  Αγάπησε "μητρικά" τον Νίτσε και συμπάθησε πολύ αυτόν τον νεαρό, που "την εξέπληττε ο παιδιάστικος τρόπος του". Έτσι είχανε τα πράματα, όταν έφτασε η Λου με τη μητέρα της στη Ρώμη, τον Γενάρη του 1882.

 
                               
                  Μαλβίντα Μέυσενμπουργκ                   Η Λου το 1882

     Η Λου, έχοντας διαβάσει τα βιβλία της Μαλβίντα, όταν έφτασε στην Ρώμη έσπευσε να τη συναντήσει στο σπίτι της, στην οδό Πολβεριέρα, στη συνοικία Σορέντο. Τούτο έγινε τον Φλεβάρη του 1882, αμέσως σχεδόν μόλις ανένηψε από την αρρώστια της. Στο σαλόνι της Μαλβίντα, δέσποζε το πορτραίτο του Βάγκνερ κι η συγγραφέας τη δέχτηκε με μεγάλη συμπάθεια. Γρήγορα μάλιστα τηνε πήρε υπό τη προστασία της. Κατά τη διάρκεια μιας βραδινής δεξίωσης, στο σπίτι της Μαλβίντα, που συμμετείχαν όλοι οι ξένοι διανοούμενοι που 'τανε περαστικοί από τη Ρώμη, η Λου παρατήρησεν ένα νεαρό με θλιμμένο βλέμμα κι αγαθή συμπεριφορά. Μόλις είχε φτάσει εκεί, από το Μόντε Κάρλο, όπου είχε χάσει στο παιχνίδι ό,τι κρατούσε και ζητούσε από την οικοδέσποινα χρήματα για να ξοφλήσει ένα λογαριασμό. Η Λου γοητεύτηκε και το ίδιο βράδι του επέτρεψε να τη συνοδέψει στο σπίτι, μετά από μια μεγάλη βόλτα στους δρόμους της πόλης. Ο νέος αυτός λεγότανε Πωλ Ρέε.


 Η Λου στο σαλόνι της Μαλβίντα (1882)

τεταρτο

     Ο Πωλ Ρέε (Paul Ludwig Carl Heinrich Rée), -γιος του Φιλίπ, ενός εβραίου επιχειρηματία και της Τζένι Τζόνας (Jenny Jonas) κόρη του ιδιοκτήτη των Ναυπηγείων Χέντριξεν-, είχε γεννηθεί στις 21 Νοέμβρη 1849, στο Μπαρτελσάγκεν της Πομερανίας, κοντά στη Βαλτική. Η πραγματική του πατρίδα ήτανε το φέουδο Στίμπε, που προσαρτήθηκεν αργότερα, το 1868 μαζί με τη Τουτζ, στη Πρωσσία. Σπούδασε στη Λειψία, φιλοσοφία και νομική, κατόπιν παραίνεσης του πατέρα. Μελέτησε Δαρβίνο (Darwin), Σοπενάουερ και τους γάλλους Λα Μπριγιέρ (La Bruyère), Μοντεσκιέ (Montesquieu) και Λα Ροσφουκό (La Rouchfoucauld).
     Κατά τη διάρκεια του γαλλο-γερμανικού πολέμου πήγεν εθελοντής και λαβώθηκε σε κάποια μάχη. Μετά τον πόλεμο άρχισε να μελετά φιλοσοφία και το 1875, έκαμε ένα διδακτορικό πάνω στον Αριστοτέλη και τα "Περί Ηθικής" του. Από το διδακτορικό αυτό και την κοινή τους αγάπη για τον Σοπενάουερ (Schopenhauer), ήρθε κοντά με τον Νίτσε και γίναν αχώριστοι. Εργαστήκανε μαζί σε πολλά κι ο ίδιος ο Νίτσε του αναγνώρισε δημόσια, μέρος της πατρότητας του "Προέλευση Των Ηθικών Συναισθημάτων". Όταν δεν ήτανε μαζί, αντάλλασαν επιστολές, έκαστος με τις σκέψεις και τις ιδέες του. Το 1882, ο Ρέε ήτανε τριανταδύο ετών κι είχε τελειώσει τη συγγραφή βιβλίου βαθιά διαποτισμένου με άκρατο πεσιμισμό. Όταν γνώρισε τη Λου κεραυνοβολήθηκε!


                                           
                        Paul Ree 1882                                  Η Λου τότε

     Απ' αυτή λοιπόν τη περίεργη συγκυρία-σύμπτωση τύχης, γνωριστήκανε και την ίδια μέρα, ο Πωλ έγραψε στον φίλο του Νίτσε, την εμπειρία της γνωριμίας τους, εγκωμιάζοντας τη νεαρή ρωσίδα για το πνεύμα, την ομορφιά και την εξυπνάδα της. Αν έγραψε και κάτι άλλο στην επιστολή, δε θα το μάθουμε ποτέ, πλην όμως η απάντηση του Νίτσε, που γνωρίζουμε, ήταν αρκετά παράξενη: "Δώστε τα χαιρετίσματά μου στη μικρή σας προικισμένη ρωσίδα, αν όντως είναι έτσι όπως τη περιγράφετε. Είμαι αχόρταγος γι' ανθρώπους με παρόμοιο ψυχισμό. Στο μέλλον πρόκειται να βιάσω έναν. Ωστόσο το θέμα 'γάμος' σα σύνολο, είναι άλλο πράγμα. Το πολύ-πολύ που θα ενέδιδα, θα 'τανε σ' ένα διετή γάμο. Τούτο, στα πλαίσια σχεδίων που 'χω για τη προσεχή δεκαετία" (Πέτερς, 86). 'Αντε βγάλτε συμπέρασμα!
     Η κυρα-Λουίς είχεν αρχίσει να θυμώνει και ν' απειλεί τη κόρη της πως θα τηνε πάει πίσω στη Ρωσία, με τη ζωή που κάνει στην Ρώμη. Αντίθετα, ο Πωλ ένιωθε πεισμένος πως είχε ...ψήσει τη μικρή και πάνω στον ενθουσιασμό του της ζήτησε γάμο. Η Λου τονε προσγείωσεν άτσαλα στη πραγματικότητα, εξηγώντας του πως τ' όνειρό της ήτανε να ζήσει μαζί με μιαν ομάδα διανοουμένων σαν ίση, μέσα σε μια πνευματική κοινότητα και πως δεν ήθελε να νιώθει δεσμευμένη από έρωτες και τέτοια πεζά πράματα. Ενώ του εξηγούσε λεπτομερώς το σχέδιό της σκίζοντας τη καρδιά του, εκείνος για να την εντυπωσιάσει, ανέφερε πρώτη φορά τ' όνομα του φίλου του, Νίτσε και, τουλάχιστον εκείνες τις στιγμές, μάλλον τα ...κατάφερε. Η κοπέλα έδειξε πολύ ζωηρόν ενδιαφέρον κι εξέφρασε την έντονην επιθυμία να της τονε γνωρίσει. Ο Ρέε δέχτηκεν απρόθυμα, ωστόσο δε μπορούμε να πούμε πως έκανε και τα πάντα για τούτο.

πεμπτο

     Στη μικρή πόλη του Ρέκεν στον κόλπο Λότζεν, πεδινή περιοχή νοτιοδυτικά της Λειψίας, στις 15 Οκτώβρη 1844 κι ακριβώς στις 10.00 π.μ. γεννήθηκεν ο Φρίντριχ Νίτσε (Friedrich Wilhelm Nietzsche). Επειδή η γενέθλιος ημέρα συνέπιπτε με τα τεσσαρακοστά ένατα γενέθλια του Πρώσου βασιλιά Φρίντριχ Βίλχελμ του Δ', πήρε το βαφτιστικό του κι ο μεγάλος φιλόσοφος, μιας κι ο πατέρας του είχε διοριστεί Δήμαρχος στη πόλη αυτή, από κείνον. Οι παππούδες του ήταν επίσης υπουργοί και λουθηρανοί στο θρήσκευμα, ενώ ο παππούς από τη μεριά του πατέρα του, Φρίντριχ Αύγουστος Λούντβιχ Νίτσε, ήταν από τους μεγαλύτερους μελετητές της προτεσταντικής αίρεσης, μ' αρκετά συγγράματα στο ενεργητικό του.
    Στα τέσσερά του έχασε τον πατέρα του, Καρλ Λούντβιχ (1813-1849), από εγκεφαλικό, -πέθανε τρελός- κι έξι μήνες αργότερα, πέθανε κι ο διετής μόλις, αδερφός του, Τζόζεφ. Σε λιγάκι, η οικογένεια μετακόμισε στο κοντινό χωριό Νάουμπουργκ Ντερ Σάαλε, όπου και διέμεινε με τη μητέρα του Φραντζέσκα, (1826-1897), τη γιαγιά του απο τη μεριά του πατέρα, τις δυο αδερφές του πατέρα του και τη μικρότερη του αδερφή, Τερέζα-Ελίζαμπεθ-Αλεξάνδρα (1846-1935), για οχτώ χρόνια. Από τα δεκατέσσερα ως τα δεκαεννιά του, φοίτησε κει κοντά, σε κάποιο πολύ καλό σχολείο (Schulpforta) και προετοιμάστηκε για το πανεπιστήμιο. Εκεί συνάντησε τον ισόβιον "ακόλουθό" του, που επηρέασεν όλη την υπόλοιπη ζωή του, τον Πώλ Ντεσέν (Paul Deussen), -όστις προσεχώρησε σ' αυτόν το 1861- που επρόκειτο να γίνει μέγας ιστορικός της φιλοσοφίας κι ιδρυτής της Κοινωνίας Σοπενάουερ.
     Τα καλοκαίρια του, στις διακοπές, ο Νίτσε τα περνούσε στο Νάουμπουργκ, όπου κι είχεν ιδρύσει μια μικρή μουσική και λογοτεχνική λέσχη, τη "GERMANIA", με μουσικό επίκεντρο, το μουσικό του είδωλο, τον Richard Wagner κι έγινεν ιδιαίτερα γνωστή περιγραφικά, ως Zeitschrift für Musik. Ο έφηβος Νίτσε, διάβασεν επίσης τα γραπτά των γερμανών ρομαντικών, Φρίντριχ Χέλντερλιν (Friedrich Hölderlin) και Ζαν-Πωλ Ρίχτερ (Jean-Paul Richter), καθώς και την αμφισβητούμενη "Απομυθοποίηση Του Ιησού", (Life Οf Jesus Critically Examined - Das Leben Jesu kritisch Βearbeitet, 1848). Έχοντας μεγαλώσει σ' αυστηρά θρησκευτικό περιβάλλον και θέλοντας να μη μοιάσει του πατέρα του, αμφισβήτησε καθετί τη χριστιανικό και δήλωσεν άθεος.
     Έχοντας ολοκληρώσει μ' επιτυχία τον πρώτο αυτό κύκλο σπουδών του, μπήκε στο Πανεπιστήμιο της Βόννης το 1864, στο τμήμα θεολογίας και φιλολογίας, μα γρήγορα τη προσοχή του κέρδισεν αποκλειστικά η δεύτερη, μ' ιδιαίτερην έμφαση στη μελέτη κι επεξήγηση αρχαίων, κλασσικών και βιβλικών κειμένων. Αφού παρακολούθησε με πάθος, ενδιαφέρουσες διαλέξεις, από εμπνευσμένους διδασκάλους, γρήγορα καθιερώθηκε μέσω των θαυμάσιων δοκιμίων του κι ειδικά για κείνα που αφορούσαν τους, Αριστοτέλη, Θέογνι και Σιμωνίδη. Το 1865 γνώρισε τις διδαχές και τα γραπτά του Σοπενάουερ κι επηρεάστηκε βαθιά.
     Στα εικοσιτρία του κατατάχτηκε στον στρατό, στο ιππικό σύνταγμα πυροβολικού, ενώ επέστρεψε να μείνει με τη μητέρα του στο Νάουμπουργκ. Προσπαθώντας να στηριχτεί πάνω στη σέλα ενός ιδιαίτερα απείθαρχου αλόγου, πέφτει και τραυματίζεται σοβαρά στο στέρνο. Παίρνει άδεια λίγων μηνών μα κι όταν επιστρέφει χωρίς να 'χει θεραπευτεί, αποστρατεύεται. Το τραύμα τούτο δε θεραπεύτηκε ποτέ εντελώς. Επιστρέφει στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας και τον Νοέμβρη του 1868 συναντιέται, στο σπίτι ενός κοινού τους φίλου, με τον Βάγκνερ. Μοιράστηκαν τον ίδιον ενθουσιασμό για τον Σοπενάουερ και με δεδομένη τη λατρεία του Νίτσε για τη μουσική του Βάγκνερ, οι δυο άντρες γίνανε πολύ καλοί φίλοι. Ο Βάγκνερ είχεν ισχυρή προσωπικότητα, είχε περίπου την ηλικία του πατέρα του Νίτσε κι επίσης, είχε φοιτήσει κι εκείνος στο Πανεπιστήμιο Λειψίας, έτσι η φιλική τους σχέση ήτανε σχεδόν "οικογενειακή" αν και θυελλώδης ενίοτε, επηρεαζόντας επίσης τη μετέπειτα πορεία του Νίτσε. Το παραδέχτηκε κι ο ίδιος είκοσι χρόνια μετά.
     Κείνη τη χρονιά, ένας από τους δασκάλους του, τονε συστήνει σα φιλόλογο, στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας. Το πανεπιστήμιο αυτό, του προσφέρει τη θέση κι έτσι σ' ηλικία μόλις εικοσιτεσσάρων ετών, ο Νίτσε αποκτά την έδρα του καθηγητή κλασσικής φιλολογίας, τον Μάη του 1869. Εκεί έκαμε κι άλλες σημαντικές γνωριμίες μ' άλλους καθηγητές και καλλιέργησε τη φιλία του με τον Βάγκνερ, κάνοντάς του επισκέψεις τακτικά, στο σπίτι του στη Λουκέρνη. Κατά τη διάρκεια του γαλλο-πρωσσικού πολέμου, το 1870-1, υπηρέτησε σα νοσοκόμος, μα η υγεία του είχε κι άλλες επιπλοκές, τόσο στο παλιό του τραύμα, όσο κι από άλλες νόσους που κόλλησε, όπως διφθερίτιδα και δυσεντερία. Έκτοτε η υγεία του, μέχρι το τέλος της ζωής του, δεν ανάκαμψε ποτέ.
     Όλη του η εμπειρία από τις σπουδές, τ' αναγνώσματα, τις διαλέξεις, τη λατρεία στον Σοπενάουερ και τον θαυμασμό στη μουσική του Βάγκνερ, καθώς κι η απογοήτευσή του από τον σύγχρονο γερμανικό τρόπο ζωής, μετουσιώθηκε στο πρώτο του βιβλίο με τίτλο "Η Γένεση Της Τραγωδίας", που πρωτοδημοσίεψε σ' ηλικία εικοσιοχτώ ετών. Ο Βάγκνερ έσπευσε, αν κι αναρμόδιος, να το παινέσει, μα έν ισχυρό κριτικό ράπισμα από τον νεαρό και πολλά υποσχόμενο φιλόλογο Ulrich Von Wilamowitz-Möllendorff (1848-1931), έδωσεν άσχημη στάμπα στο βιβλίο, στον χώρο των μελετητών.
     Ο Νίτσε την εξαετία 1872-9 συνέχισε να διαμένει στην Βασιλεία, αλλά επισκεπτότανε συχνά τον Βάγκνερ στο καινούργιο του σπίτι στη Μπάϊρέουτ, στη Γερμανία. Στη πρώτη του επίσκεψην εκεί, γνώρισε τη Μαλβίντα Μέισενμπουργκ (1872) και στη δεύτερη, ένα χρόνο μετά, συνάντησε κάποιον νεαρό, ονόματι Πωλ Ρέε. Τους συνδέσανε πολλά και τους τρεις και γίνανε φίλοι. Το 1876, σ' ηλικία 32 ετών, ο Νίτσε ζήτησε σε γάμο μιαν ολλανδέζα σπουδάστρια πιάνο στη Γενεύη, την Mathilde Trampedach, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Κατά τη διάρκειαν αυτής της περιόδου επίσης, έγραψε μερικές μελέτες για τον σύγχρονο γερμανικό πολιτισμό, διαποτισμένες από την αθεϊστική διδασκαλία του David Strauss, τις ιδέες του Σοπενάουερ, τη μουσικήν έμπνευση του Βάγκνερ. Στα 1878 έγραψε το "Προέλευση Των Ηθικών Συναισθημάτων", με την αρωγή του Πωλ Ρέε κι αυτό το βιβλίο σήμανε το τέλος της φιλίας του με τον Βάγκνερ, γιατί ο μουσικός πίστεψε πως διέκρινε μες στις σελίδες του, άσχημες περιγραφές για το πρόσωπό του.
     Παρά τη συλλογικήν απόρριψη του πρώτου του βιβλίου, παρέμενεν αξιοσέβαστος στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας, αλλά η υγεία του επιδεινώθηκε ξαφνικά κι άρχισε να έχει προβλήματα όρασης, ημικρανίες, ιλίγγους κι εμετό, έτσι ώστε οδηγήθηκε σε παραίτηση, τον Ιούνη του 1879. Από τότε ξεκίνησε να ζει ως "άπατρης, περιπλανώμενος τσιγγάνος, πολίτης του κόσμου άνευ υπηκοότητας", κατά τα δικά του ειρωνικά σχόλια. Τούτο γιατί είχεν απαρνηθεί τη γερμανική του υπηκοότητα, χωρίς παράλληλα να λάβει την ελβετική. Έτσι άρχισε να περιηγείται διάφορες πόλεις (Νίκαια, Σιλς-Μαρία, Λειψία, Τορίνο, Γένοβα, Ρεκοάρο, Μεσσήνη, Ράπαλο, Φλωρεντία, Βενετία και Ρώμη), με συχνές επιστροφές στο Νάουμπουργκ, στη μητέρα του. Σε μιαν από αυτές τις περιηγήσεις βρέθηκε στη Ρώμη, το 1882 κι έσπευσε να επισκεφτεί τη φίλη του Μαλβίντα, έχοντας ήδη λάβει γνώση για τον ενθουσιασμό του φίλου Ρέε, για κάποια νεαρή ρωσίδα. Ήτανε τότε τριανταοχτώ χρονών.


                              
                                Η Λου                                          Ο Νίτσε 38 ετών

εκτο

     Μια μέρα που η Λου είχεν επισκεφτεί τη βασιλική του Αγίου Πέτρου, εμφανίστηκε μπροστά της κάποιος άντρας με φλογερό και βαθύ, θλιμμένο βλέμμα, γοητευτικός και μ' ένα παχύ μουστάκι. Μόλις την είδε κοντοστάθηκε κι αναφώνησεν αυθόρμητα:
 -"Από ποια άστρα πέσαμε για να συναντηθούμε εδώ";
     Εκείνη κεραυνοβολήθηκεν από το έντονο βλέμμα του που "ανακλούσεν αυτό που συνέβαινε μέσα του, αντίθετα από τις φευγαλέες εξωτερικές εκφράσεις" (Πέτερς, 92). Σε λιγάκι ο φιλόσοφος ήτανε βαθιά ερωτευμένος και μιλούσε μ' ενθουσιασμό στους φίλους του γι' αυτήν. Η Φραντζ Όβερμπερκ, σύζυγος ενός απ' αυτούς, έγραψε στον άντρα της: "Εκείνος βρίσκεται στην ηλικία, που μια άρνηση ή κάποιο λάθος, δύσκολα υποφέρονται, ενώ κείνη βρίσκεται σ' αντίθεση με την οικογένειά της και τη κοινωνία. Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να πληγωθεί ο μεγαλύτερος..."
     Η κατάσταση αυτή ήταν αρκετά σύνθετη και καθόλου ευνοϊκή. Ο Ρέε είχε τον χρόνο να την ερωτευτεί μες από τη συναναστροφή, τη κουβέντα και τους περιπάτους τους. Ο Νίτσε την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα. Ο Ρέε κι ο Νίτσε ήτανε φίλοι. Η Λου είχεν ήδη απορρίψει τον Ρέε, μα κείνος έμενε τριγύρω της με την ελπίδα να πετύχει κάτι καλύτερο, όντας θλιμμένος από την απόρριψη. Ο Νίτσε δεν έβλεπε λόγο για να νιώθει ανησυχία γιατί είχε διακρίνει στα μάτια της το ότι ενέδιδε μάλλον στο φλερτ του. Η κυρα-Λουίς, αντίθετα, αποφάσισε να γυρίσει στη Ρωσία, αφήνοντας τη κόρη της στη Γερμανία, σε κάποια φίλη. Ο Νίτσε, με τον Ρέε, τις πρόφτασε στο Μιλάνο και τις έπεισε να κάνουνε μιαν εκδρομή στη λίμνη Όρτα. Μπόρεσε τελικά να ξεμοναχιάσει τη Λου και να κάνουνε μαζί ένα περίπατο στο Μόντε Σάκο, μια σχετικά μικρή δασώδης βουνοπλαγιά, με διάστικτα παλαιά κτίρια. Η μητέρα κι ο Ρέε, κουράστηκαν να περπατούν κι οι δυο τους πήρανε το μονοπάτι, υποτίθεται για καμμιάν ώρα, μα γυρίσαν αργά τ' απόγευμα κι οι δυο φανερά ταραγμένοι.
     Τι συνέβη μεταξύ τους το απόγευμα κείνο, δεν έγινε γνωστό, αλλά είναι αλήθεια πως η γοητεία του τηνε παρέσυρε για κάμποσο. Η ίδια θα πει, χρόνια μετά: "Αν φίλησα τον Νίτσε στο Μόντε Σάκο, δε το θυμάμαι πια.." Ο Νίτσε, αντίθετα, της έγραψε λίγο μετά: "Σας οφείλω τ' ομορφότερον όνειρο της ζωής μου". Αργότερα, πολύ αργότερα, όταν είχε συνέλθει κάπως από το σοκ, είχε πει: " Η Λου της Όρτα, ήταν έν άλλο πλάσμα..." Όταν επισκέφτηκε τους Όβερμπεκ, λίγο μετά, τον είδανε σε μια πρωτόφαντη διάθεση. "Μιλούσε συνέχεια για τη Λου κι ήτανε σα να 'χε κερδίσει τον κόσμον όλο" (Πέτερς, 97-101).  'Αντε βγάλτε συμπέρασμα!
     Ο Νίτσε συνάντησεν έντονες αντιδράσεις κι από το στενό του περιβάλλον. Η μητέρα κι η αδερφή του προσπάθησαν να τονε μεταπείσουν. Στην αρχή η μητέρα του κι όταν εκείνος προσπάθησε να ζητήσει τη βοήθεια της Ελίζαμπετ, που 'χανε πιο στενή σχέση, κόντρα στη μητέρα, τηνε βρήκε πρώτη φορά, απέναντί του. Στο μεταξύ έπρεπε να βρεθεί τρόπος ώστε ν' αναβληθεί η επιστροφή της στη Ρωσία κι εδώ υπάρχει μια τραγική ειρωνεία. Ο Νίτσε γνώριζε τον έρωτα του Ρέε με κάποια νεαρή ρωσίδα. Ο Ρέε είχε πληροφορηθεί τον έρωτα του Νίτσε για κάποια νεαρή κοπέλα. Δεν είχαν ακόμα συνδέσει τα γεγονότα και δε γνωρίζανε πως επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο. Έτσι για κάμποσο διάστημα, προσπαθούσανε κι οι δυο να εξασφαλίσουνε παράταση στην ίδια κοπέλα, ψάχνοντας ιδέες και της βρήκανε μια θαυμάσια πρόταση για μια μελέτη που θα τη κρατούσε μακριά τη φυγή της για κανά χρόνο. Μάταια η μαμα-Λουίς πάσχιζε να τη μεταπείσει, -η Λου ήταν Αγύριστο Κεφάλι, άλλη μια φορά.
     Όταν η Λου κι ο Νίτσε συναντηθήκανε στη Λουκέρνη, της πρότεινε γάμο, ανοιχτά και ξεκάθαρα, μα κείνη του εξήγησε πως δε πρέπει να 'χει αυταπάτες, ακόμα κι αν αποφάσιζε να μην επιστρέψει στη Ρωσία και να παραμείνει στη Γερμανία με τους νέους φίλους της. Φεύγει για τη Πρωσσία και φιλοξενείται λίγες μέρες από την οικογένεια του Ρέε κι εκεί διαπιστώνει πως μεταξύ των δυο φίλων θα προτιμούσε τον μικρότερο και πιο ισορροπημένο. Ο Νίτσε τότε μόνο συλλαμβάνει την υποψία πως ο Ρέε κι η Λου έχουνε ...κάτι και το συλλαμβάνει ...ανάποδα! Πιστεύει πως οι δυο τους του παίζουνε παιχνίδι πίσω από τη πλάτη του, για να έχουνε κάλυψη στον δεσμό τους και να τους βοηθήσει να πετύχουνε την αναβολή της αναχώρησης. Τότε κάνει κάτι ... ποταπό: Συνθέτει μια φωτογραφία, σε κάποιο διάσημο τότε, ελβετό φωτογράφο, τον Jules Bonnet, με τους τρεις τους, όπου η Λου είναι πάνω σ' ένα κάρο κι οι δυο τους, Νίτσε και Ρέε, είναι ζεμένοι! Η Λου κρατά και τα γκέμια τους και το μαστίγιο που τους κεντρίζει.


 Η ...επίμαχη φωτό...

     Η κίνηση αυτή και σα σύλληψη και σαν υλοποίηση, μαρτυρά από μόνη της το πως θα πρέπει να 'νιωσε ο φιλόσοφος τότε. Πολύ αργότερα θα συμβουλέψει δια στόματος Ζαρατούστρα: "Όταν πηγαίνετε στη γυναίκα μη λησμονείτε το μαστίγιο!"
     Η Λου είχεν υποσχεθεί πως μετά τον Ρέε, θα επισκεφτεί το σπίτι του Νίτσε για να μείνει κι εκεί λίγες μέρες μαζί μ' αυτόν και την αδερφή του κι ήθελε να κρατήσει το λόγο της. Περάσανε μια μέρα μαζί όπου εκείνη ήτανε κλειστή κι απόμακρη, ενώ κείνος της εκμυστηρεύτηκε τι τονε χώριζε από τον Βάγκνερ. Όταν την είδε έτσι, την άφησε για να επισκεφτεί τη Βασιλεία και τους Όβερμπεκ, που τον είδανε "κουρασμένο και με αδυναμία συγκέντρωσης". Τον Ιούλιο, η Λου πηγαίνει στο φεστιβάλ Βάγκνερ, -για τον οποίον είχεν ακούσει τόσα πολλά- στη Μπεϊρούτ και τονε γνωρίζει από κοντά. "Εξ αιτίας του μικρού του αναστήματος, ήταν ορατός μόνο για κλάσματα δευτερολέπτου, όπως ακριβώς το νερό του συντριβανιού που αναπηδά ξαφνικά πριν πέσει". Μετά, με συνοδεία την αδερφή του Νίτσε, πηγαίνουνε στο Νάουμπουργκ. Εκεί για μιαν ακόμα φορά νιώθει τη γοητεία του φιλόσοφου. Εδώ οφείλουμε να πούμε, πως ήταν από τα πρώτα πρόσωπα που αναγνώρισαν αμέσως την ιδιοφυΐα του, τον καιρό που όλοι τον είχανε για εκκεντρικό.
     Την ίδια στιγμή πληροφορούσε τον Ρέε για ό,τι συνέβαινε στο σπίτι. "Πίσω από τον Νίτσε υπάρχουνε κρυψώνες και μυστικά περάσματα, όπως σ' ένα παλιό κάστρο κι είναι κει που ίσως να κρύβεται ο πραγματικός του χαρακτήρας. Περνάμε όμως ευχάριστες ώρες καθισμένοι σ' ένα παγκάκι κει που αρχίζει το δάσος. Τι ωραία είναι να γελάς, να ονειρεύεσαι, να μιλάς το βράδι, όταν οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου λάμπουνε μες από τα κλαδιά..." (Πέτερς, 121). Πρέπει να πούμε πως η Λου είχε κερδίσει και μιαν άλλη μάχη: Είχε πείσει τη μητέρα της να την αφήσει στη Δυτικήν Ευρώπη. Ο Νίτσε ενθαρρυμένος, είχεν απολαύσει αυτή τη συντροφιά.
     Η αδερφή του Νίτσε, άκουγε τρομαγμένη αυτές τις συζητήσεις. Οι τρόποι της Λου, οι διαφορές της, το πείσμα κι η αδιαφορία της στα κοινωνικά και θρησκευτικά θέματα, την έκαναν να τη διαβάλλει σ' όλο τον περίγυρο και στον ίδιο τον αδερφό της. "Πως μπόρεσεν ο αδερφός μου να συνδέσει τ' όνομά του μ' ένα τέτοιο υποκείμενο; Η Λου καυχιότανε πάντα για τη κακία της και τότε ο καημένος ο Φριτς προσπαθούσε να γίνεται όσο πιο κακός μπορούσε. Η Λου είναι πραγματικά η προσωποποίηση της φιλοσοφίας του αδερφού μου: ο τρελός εγωισμός που καταστρέφει όλα όσα του εμποδίζουνε τη πορεία, η παντελής έλλειψη ηθικής", έγραφε σε κάποια φίλη της. Ο Νίτσε ήρθε σε ρήξη με την οικογένειά του κι όταν του ζήτησαν να τη διώξει, έφυγε μαζί της σ' ένα μικρό διαμέρισμα στη Λειψία. Μα κι εκεί δέχτηκε τα πυρά τους, ότι και καλά, τώρα που 'τανε μόνος μαζί της, ήταν ευάλωτος στις επιθέσεις της και τελικά ήταν ο ίδιος αυτός που έδιωξε τη Λου μακριά.
     Αυτό όλο έφερε τη ρήξη. Η Λου άφησε τον Νίτσε και πήγε γρήγορα να συναντήσει τον Ρέε και να μείνει μαζί του στο Βερολίνο. Μένει πλέον μονάχος με λίγους πια φίλους: τους Όβερμπεκ, τον Γκαστ και τη Μαλβίντα. Διαπιστώνει πόσον έντονα προσκολλημένος ήτανε με τη παρέα της Λου και του Ρέε. Οι δυο τους τον επισκέπτονται στη Λειψία μα δε νιώθει πλέον το δέσιμο του με κείνην όπως στο Νάουμπουργκ. Αργότερα θα της γράψει: "Να θυμάσαι αυτό: ο μοχθηρός εγωισμός όπως ο δικός σου, η απουσία συναισθημάτων προς τους άλλους, είναι χαρακτηριστικά που απεχθάνομαι πιότερο. Αντίο αγαπητή μου Λου, δε θα ξανασυναντηθούμε ποτέ. Προσπάθησε να δώσεις στους άλλους κι ιδιαίτερα στον φίλο Πωλ, αυτό που δεν έδωσες σε μένα".
     Ο Νίτσε κατέπεσε πολύ, κατόπιν τούτων. Περιέπεσε σε κατάθλιψη κι αυτό το βεβαιώνουν οι Όβερμπεκ, τους οποίους επισκέφθηκε και τον είδανε σκέτο συντρίμμι. Μάλιστα οι υπαινιγμοί που άφηνε, οδηγούσανε τη σκέψη τους ακόμα και στην αυτοκτονία. Πάνω που πιστέψανε πως είχε χάσει τη μάχη, εκείνος επέστρεψε δυναμικά μ' ένα νέο βιβλίο, το "Ομοφυλοφιλικη Επιστήμη" (1882) και σα να μην έφτανε τούτο, τον έπιασε μια ...κρίση δημιουργική κι άρχισε να γράφει πυρετωδώς. Στη συνέχεια, ακολούθησαν: "Έτσι Μίλησε Ο Ζαρατούστρα" (1883-5), "Πέρα Από Το Καλό Και Το Κακό" (1886), "Γενεαλογία Των Ηθών" (1887), και στη τελευταία πιο δημιουργική του χρονιά τα: "Η Περίπτωση Βάγκνερ" (1888), "Το Λυκόφως Των Ειδώλων" (1888), "Ο Αντίχριστος" (1888), "Ιδέ Ο 'Ανθρωπος" (1888) και "Νίτσε Εναντίον Βάγκνερ" (1888)!
     Το πρωί της 3 Γενάρη 1889, έπαθε μια διανοητική διαταραχή, που άφησε κουσούρι σ' όλη την υπόλοιπη ζωή του. Πάνω σε τούτο, τονε χτυπά το άλογο μιας άμαξας και κει καταρρέει για να μην επανέλθει ποτέ. Μερικοί υποστηρίζουνε πως υπήρξε θύμα της σύφιλης, (πρώτη διάγνωση στο νοσοκομείο της Βασιλείας), άλλοι πως έφταιξε το τραύμα στον στρατό, μερικοί άλλοι λένε πως φταίξαν οι ουσίες που έπαιρνε σαν ηρεμιστικά για να κατευνάζει το ταραχώδες πνεύμα του, τέλος, μερίδα ατόμων υποστηρίζει πως έφταιξε η κληρονομικότητα στο ευαίσθητο νευρικό του σύστημα, όπως στον πατέρα του. Η ακριβής αιτία παραμένει ακόμα ασαφής. Σημασία έχει πως αγωνίστηκε να εκδόσει τα κείμενά του, γνωρίζοντας πως θα 'χανε πολιτική και κοινωνικήν επίδραση στο γενικό σύνολο. Δυστυχώς δεν έζησε πολύ και λογικός, ώστε να το δει να συμβαίνει. Πρόλαβεν όμως σε μιαν αναλαμπή του να δώσει μια θαυμάσια σειρά διαλέξεων το 1888, στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης.
     Τα 1889-90 τα πέρασε από νοσοκομεία σε σανατόρια, μέχρι που τονε πήρε η μητέρα του πίσω στο Νάουμπουργκ, όπου τονε περιέθαλψε για εφτά συνεχή χρόνια. Μετά τον θάνατό της, το 1897, ανέλαβεν η αδερφή του και σε μια προσπάθεια να φρεσκάρει τη μνήμη των άλλων για τον αδερφό της, έκανε μια μεγάλη προσπάθεια και συγκέντρωσε τα γραπτά του, σ' ένα μεγάλο σπίτι που νοίκιασε στον λόφο της Βαϊμάρης. Εκεί συγκέντρωσε τα χειρόγραφά του κι άφηνε τους επισκέπτες να τα κοιτάζουνε, ταυτόχρονα παρατηρώντας και τον ανίκανο πια φιλόσοφο.
     Στις 25 Αυγούστου 1900, ο μεγάλος Νίτσε λυτρώθηκε από τα βάσανα τούτου του κόσμου, πιθανόν από πνευμονία, λίγο πριν κλείσει τα πενηνταέξι του χρόνια. Θάφτηκε στον οικογενειακό τάφο, πίσω από την εκκλησία του Ρέκεν, στον κόλπο Λότζεν, εκεί που 'χε γεννηθεί και μεγαλώσει και που εκεί επίσης βρίσκονται θαμμένες η μητέρα κι η αδερφή του.

εβδομο

     Πριν συνεχίσουμε τον ρου της ιστορίας της Λου, θα δούμε λιγάκι και τον -όχι ξεχασμένο- Ρίτσαρντ Βάγκνερ (Richard Wagner), που μπλέχτηκε για λίγο στα πλοκάμια τούτης της αφήγησης. Γεννήθηκε στη Λειψία στις 22 Μάη 1813 και πατέρας του ήταν είτε ο αστυνομικός επιθεωρητής Φρίντριχ Βάγκνερ (Friedrich Wagner), είτε ο φίλος της μητέρας του, ζωγράφος, ηθοποιός και ποιητής, Λούντβιχ Γκάγιερ (Ludvig Geyer), που τη παντρεύτηκε τον επόμενο χρόνο, μετά τον θάνατο του Φρίντριχ. Σπούδασε στη Λειψία και στη Δρέσδη κι από τα δεκαπέντε του, συνέθετε κι όλας μουσική. Εξαιρετικό ταλέντο! Το 1831 μπήκε στο Πανεπιστήμιο Λειψίας και παράλληλα συνέχισε να μελετά μουσική με δάσκαλο τον C. T. Weinlig. Την επόμενη κι όλας χρονιά, συνέθεσε μια συμφωνία που εκτελέστηκεν επιτυχώς και την επόμενη χρονιά τοποθετείται ως διευθυντής χορωδίας στο θέατρο Wόrzburg. Την ίδια χρονιά συνθέτει κείμενο και μουσική για τη πρώτη του όπερα, που παρέμεινεν άσημη, ενώ η επόμενη, το 1836 είχε μεγάλην επιτυχία.
     Εκείνη τη χρονιά παντρεύεται τη τραγουδίστρια της όπερας, Μίνα Πλάνερ (Μinna Planer), ενώ είχεν ήδη χρεωκοπήσει με το να προσπαθήσει να οργανώσει την δεύτερη του όπερα. Καταφεύγουνε μαζί στο Κένισμπουργκ κι εκεί γίνεται μουσικός διευθυντής στο τοπικό θέατρο. Σύντομα όμως εγκαταλείπει κι αυτή τη θέση και πηγαίνει στη Ρίγα, όπου διευθύνει Μπετόβεν (Beethoven) και παράλληλα συνθέτει την επόμενή του όπερα. Το 1839 ξεγλιστρά από τους πιστωτές του και φεύγει με πλοίο, στο Λονδίνο πρώτα κι έπειτα στο Παρίσι. Εκεί συναντά την επιτυχία με τον "Ιπτάμενο Ολλανδό" και το 1842 γίνεται διάσημος κι αποδεκτός κι από τη πατρίδα του κι επιστρέφει στη Δρέσδη. Το μουσικό θέμα του αντικατοπτρίζει τις πολιτικές του πεποιθήσεις -συμμετείχε στο μισοεπαναστατικό-διανοητικό ρεύμα της "Νέας Γερμανίας". Η όπερα τούτη βγήκε κατόπιν έμπνευσης, κατά τη φυγή του με φουρτούνα, από τη Ρίγα κι είναι ατμοσφαιρική κι απομακρύνεται από τις μέχρι τότε παραδοσιακές όπερες ρυθμού.
     Το 1845 ολοκληρώνει τον "Ταγχόιζερ" και ξεκινά τον "Λοένγκριν", είναι πια διάσημος, χωρίς να 'ναι πλούσιος και κατέχει καλή θέση. Τώρα πλέον κινείται σε πιο μελωδικό αφήγημα συνέχειας, πάνω σε καμβά ενισχυμένης ορχηστρικής υποστήριξης. Το 1948 θεωρείται ύποπτος επαναστικών ιδεών και την επόμενη χρονιά αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη Δρέσδη και να καταφύγει, αρχικά στη Βαϊμάρη κι έπειτα στη Ζυρίχη, -βοηθήθηκε από τον Λιστ (Liszt). Δε θα μπορούσε για έντεκα χρόνια περίπου να γυρίσει στη Γερμανία. Συνεχίζει να συνθέτει μουσικά κομμάτια στη Ζυρίχη. Επισκέπτεται το Παρίσι μα θεωρείται ακόμα ύποπτος και δε τυχαίνει μεγάλης εκτίμησης. Το 1863 χωρίζει την Μίνα, -πεθαίνει το 1866-, δίχως να 'χουνε παιδιά.
     Από το 1862 έχει πια το ελεύθερο να επιστρέψει στη Γερμανία και την επόμενη χρονιά δίνει μια σειρά συναυλιών σε μερικές μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως Αυστρία και Ρωσία. Τονε καλεί ο βασιλιάς Λουδοβίκος Β', της Βαυαρίας για μια σειρά συναυλιών, μα τελικά κι από κει αναγκάζεται να φύγει, γιατί μπλέχτηκε σε μιαν υπόθεση με τη κόρη του Λιστ, τη Κόζιμα. Μπλέχτηκε μαζί της ενώ κείνη ήτανε παντρεμμένη με τον χορηγό του Χανς Φον Μπύλοφ (Hans Von Bϋlow). Τελικά το 1865, τονε συγχωρεί και του διοργανώνει τη πρεμιέρα του "Τριστάνο & Ιζόλδη", στην οποία φωτίζεται κάθε πτυχή της ανθρώπινης σεξουαλικότητας, με πλούσιο και χρωματιστόν ύφος, περισσότερο απ' όσο είχε πετύχει κάθε άλλος μουσουργός, μέχρι τότε.
     Το 1870 παντρεύεται τη Κόζιμα -επιτέλους- έχοντας ήδη μαζί της δυο παιδιά, ενώ παράλληλα συνεχίζει να συνθέτει και να διευθύνει συναυλίες. Τις επόμενες χρονιές -και μέχρι να συναντήσει τη Λου, γνωρίζεται διαδοχικά, με τη Μαλβίντα και τον Νίτσε. Με τον τελευταίο έχουνε πολλά κοινά κι αυτό τους ενώνει με βαθιά φιλία. Γνωστά πράματα από δω και πέρα. Όταν έκανε κείνη τη συναυλία στο Μπειρούτ, το καλοκαίρι του 1882, είχεν ήδη χολωθεί με τον Νίτσε. Όταν είδε και κατάλαβε το πάθος του για το κορίτσι εκείνο, θέλησε να τονε πικάρει ή του άρεσε η μικρή. Όπως και να 'χει τη φλέρταρε σφοδρά, παρόλο που πλησίαζε πια τα εβδομήντα. Μπερδεύτηκεν ίσως κι αυτός από τον θαυμασμό της, τον ίδιο θαυμασμό που κείνη ένιωθε για κάθε πνευματικό και καλλιτεχνικό άτομο κι άπλωσε χέρι. Για να 'μαστε τίμιοι, δε ξέρουμε ακριβώς τι έγινε, πάντως έφαγε τη χυλόπιτα, όπως όλος ο ...καλός κόσμος, αλλά επειδή ήταν εγωιστής, τονε πείραξε πιότερο η δήλωσή της πως ήτανε ...μικρός το δέμας.
     Για να ξεπεράσει τη ...πίκρα και τον χειμώνα, ταξίδεψε στη Βενετία. Πριν όμως βγει ο χειμώνας, τον Φλεβάρη του 1883, παθαίνει καρδιακόν επεισόδιο και πεθαίνει εκεί, σ' ηλικία εβδομήντα ετών. Η σορός του ταξίδεψε με γόνδολα και τρένο, για να φτάσει και να ενταφιαστεί στη Μπειρούτ. Ο Βάγκνερ έφερε τις περισσότερες αλλαγές στη μουσική και το σκεπτικό της, από κάθε άλλον καλλιτέχνη, η μουσική του ξυπνά πάθη, περισσότερο από κάθε άλλου. Έζησε εγωιστικά, σπάταλα, -συνήθως χρεωκοπημένος- κι ερωτικότατα τον βίο του. Όσο μισήθηκε, άλλο τόσον αγαπήθηκε, αλλά ακόμα κι οι εχθροί του παραδέχτηκαν το μεγαλείο του έστω κι αν δε συμφώνησαν με τη μουσική του.

                                      
                            
Ο πολύς Βάγκνερ                          κι η Λου ...αλλού!

ογδοο

    
Είχαμε αφήσει το ζεύγος Λου-Ρέε να χαίρεται τη φρέσκοφτιαγμένη σχέση του, εκεί στο καλοκαίρι του 1882. Να χαίρεται; Χμμ... όχι ακριβώς! Δηλαδή αν ήμουν ο Ρέε δε θα πανηγύριζα κιόλας. Ζήσανε στο Βερολίνο μαζί τω όντι και μάλιστα με κάποιαν αρμονία κι ελευθεριότητα, αρκετά χρόνια. Φυσικά με τον ...όρο να μην έχουνε καμμιάν απολύτως φυσική ...σχέση. Στα 1887, έτυχε να περάσει μια μέρα από το Βερολίνο, ο Φρίντριχ Καρλ Αντρέας (
Friedrich Carl Andreas), ένας μελετητής ανατολικών γλωσσών, μικρόσωμος, κοντόχοντρος, με μεγάλα μαύρα μάτια, που 'χε στις φλέβες του γερμανο-μαλαισιανό (μητέρα) κι αρμένικον (ο πατέρας ήταν ο πρίγκηπας Bagratuni, από το Ισπαχάν) αίμα. Για κείνην ήταν ο άντρας του πεπρωμένου της. Αφού προσπάθησε ν' αντισταθεί στο δυνατό κόρτε του για μερικές βδομάδες, τελικά ενέδωσε να τονε παντρευτεί, προς μεγάλην απογοήτευση του Πωλ. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, εγκαταλείπει το Βερολίνο κι επιστρέφει χολωμένος στη πατρίδα του, ολοκληρώνει μιαν ακόμα μελέτη και λαμβάνει από αδιάφορες μέχρι κακές κριτικές. Τότε αποφασίζει να σπουδάσει την ιατρική και το καταφέρνει. Επιστρέφει ξανά στην ιδιαίτερη πατρίδα του.
     Εκεί στο Στίμπε, το μικρό φέουδο, που γεννήθηκε και πέρασε τα πρώτα του χρόνια, άρχισε σιγά-σιγά να ξεπουλά τη πατρική περιουσία, σα χαμένος, προσφέροντας τη στους αδυνάτους. Επίσης, έγινε ο γιατρός των φτωχών. Πουλούσε και τάιζε-πότιζε με δικά του έξοδα και μάλιστα πλούσια, τους αδύναμους συμπατριώτες του. Θεράπευε με χρήματά του, σε νοσοκομεία των κοντινών μεγαλουπόλεων, τους άρρωστους που δεν είχανε τα εφόδια για να το κάμουν οι ίδιοι.
     Όταν μια μέρα έπιασε τον άδειο πάτο του ...συρταριού κι αναγκάστηκε να πουλήσει το πατρικό του σπίτι για να γλυτώσει από τους χρεωφειλέτες, -ο αδερφός μάταια πάσχιζε να του αλλάξει μυαλά τόσο καιρό και μάταια πάσχισε να σώσει το σπίτι-, κατέφυγε σ' ένα πανδοχείο, πάνω στα βουνά Εγκαντίν, όπου κάποτε είχανε περάσει μερικές μέρες και νύχτες, μαζί με τη Λου. Εκεί, στις 28 Οκτωβρίου 1901, βρήκανε το κορμί του πεσμένο μέσα σ' ένα βαθύ φαράγγι της περιοχής. Πολλοί μιλήσανε γι' αυτοκτονία.
     "Δε με νοιάζει που δε πρόσφερα τίποτε περισσότερο, στον τομέα της φιλοσοφίας. Καλύτερα για μένα λοιπόν τούτες οι κακές κριτικές, για να πεθάνω..." είχε γράψει το 1900, μετά από την αποτυχία της τελευταίας του μελέτης. Στην ιδιαίτερη πατρίδα του, ακόμα λογίζεται κάτι σαν άγιος για τα όσα πρόσφερε κει, στο διάστημα 1887-1900.

                                   
                   Ο "νικητής" Αντρέας                         ...κι ο 'Αγιος Ρέε

ενατο

    
Ο Φρίντριχ ήταν αναμφισβήτητα ο μέγας νικητής. Κατάφερε να πείσει τη Λου να τονε παντρευτεί κι ο γάμος τους αυτός κράτησε σαραντατρία ολάκερα χρόνια (1887-1930) και τυπικά τερματίστηκε με τον θάνατο του, στις 4 Οκτώβρη του 1930 στο Γκέτινγκεν. Είχε γεννηθεί στη Τζακάρτα το 1846 και σπούδασε μελετητής ανατολικών γλωσσών. Ήτανε κοντόχοντρος, αλλά με πολύ δυνατό πρόσωπο, μεγάλα μαύρα μάτια, πλούσια κόμη και δυνατό βλέμμα. Καπάτσος όντας, κατάφερε να ..τυλίξει, έστω και σχετικά στιγμιαία τη, κατά δεκαπέντε χρόνια μικρότερή του νεαρή ρωσσίδα. Πλην όμως και πάλι, μη φανταστείτε τίποτε το συγκλονιστικό. Ζήσανε μαζί τόσα και τόσα χρόνια μα ποτέ η σχέση τους δε προχώρησε να ολοκληρωθεί και στο σαρκικό της κομμάτι. Είχεν όμως τη δύναμη -και τη μαγκιά αν θέλετε- να μη τη πιέσει σε τίποτε, χαρίζοντάς της έτσι αυτό που συνεχώς γύρευε: την ...ανάλαφρη δέσμευση, διατηρώντας την ελευθερία της και παράλληλα την απουσία οχλήσεων πλέον, μιας κι ήτανε πια μια παντρεμμένη και Καθώς Πρέπει Κυρία του κόσμου.
     Ο γάμος της λοιπόν με τον Φρίντριχ διατηρήθηκε παρά τους τρομερούς καυγάδες που τονε συγκλόνιζαν αρχικά και δέχτηκε να πάει να ζήσει στην επαρχία, στο Γκέτινγκεν, όπου στο φημισμένο πανεπιστήμιο του, είχε πάρει έδρα ο Αντρέας. Η κονφορμιστική ζωή στο μικρό ακαδημαϊκό κέντρο δε μπορούσε να την ικανοποιήσει, μια που 'χε γίνει πια, μια γνωστή συγγραφέας και πήγαινε συχνά στο Βερολίνο, στη Βιέννη και στο Παρίσι. Οι κακές γλώσσες λέγανε τότε: "Όταν συναναστρέφεται κανείς ένα διανοούμενο, πρέπει να 'ναι βέβαιος πως εννιά μήνες αργότερα θα 'ρθει στον κόσμο ένα βιβλίο". Ο Φρίντριχ πάντως την έμαθε να περπατά ξυπόλητη. Ο γάμος τους στηρίχτηκε κυρίως στο πνευματικό επίπεδο.
     Με τούτα τα λόγια δε θέλει κανείς να τη ψέξει για τις επιλογές της, ούτε φυσικά και τις επιλογές των εκάστοτε μνηστήρων της. Ό,τι κι αν ήταν, ήταν εκεί μπροστά και καθάρια. Σε κανένα δεν υποσχέθηκε κάτι και να μη το εφαρμόσει και κανείς δε θα μπορούσε να τη κατηγορήσει που δεν τον ερωτεύτηκε ή που δεν ενέδωσε στο να του παραδοθεί ψυχή τε και σώματι. Επιλογές! Και για να μη φαντάζεστε πράματα, διαβάστε πιο κάτω.
     Ο επίσημος βιογράφος της, Πέτερς πιστεύει πως ήτανε παρθένα, τουλάχιστον μέχρι το 1894, όπου θέλησε να περάσει ένα ρομαντικό, ειδυλλιακό καλοκαίρι στις 'Αλπεις με κάποιον ρώσο φίλο της, ονόματι Δρ Σκόουλευ. Επίσης είναι πιθανό να 'χε τη πρώτη της ερωτικήν εμπειρία την επόμενη χρονιά, όταν γνωρίστηκε και σύναψε σχέση με τον αυστριακό φυσικό Δρα Φρίντριχ Πινέλες (Dr. Friedrich Pineles). Όταν τονε γνώρισεν, εκείνος ήταν εικοσιεφτά χρονών, εφτά χρόνια μικρότερός της. Αυτή η σχέση κράτησε λίγο, δεν έβαλε σε κρίση τον γάμο της, ωστόσο εικάζεται πως ήτανε το τρένο που 'μπασε στη ζωή τη Λου. Έτσι φτάνουμε στον Απρίλη του 1897, όπου έχει πατήσει τα τριανταέξι της χρόνια... και συναντά στο Μόναχο τον νεαρό εικοσιδυάχρονο ποιητή Ρίλκε...

                  
                  Ο Νικητής Αντρέας με την Υπογραφή του κι η Λου στα 1897

                                    
                                          Δρ. Πινέλες Ο Εκπορθητής

δεκατο



    
Ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε (Karl William Johann Josef Maria Rilke) γεννήθηκε στη Πράγα, στις 4 Δεκέμβρη του 1875, γιος του Τζόζεφ (1838) και της Σοφί Ρίλκε (1851), επωνομαζόμενος Ρενέ. Το 1884 χωρίσαν οι γονείς του κι ο μικρός Ρενέ, έμεινε με τη μητέρα. Παρακολουθεί τη μέση εκπαίδευση σε κάποιο στρατιωτικό γυμνάσιο και το 1891 μπαίνει στην Εμπορική Σχολή του Λιντς. Γράφει τα πρώτα του ποιήματα. Το 1894 πρωτοεμφανίζεται στο προσκήνιο με τη πρώτη του συλλογή "Life & Songs". Την επόμενη χρονιά ολοκληρώνει τις σπουδές του και γίνεται δεκτός στο πανεπιστήμιο της Πράγας για να σπουδάσει Ιστορία της Τέχνης, Ιστορία της Λογοτεχνίας και Φιλοσοφία. Είναι μόλις είκοσι ετών. Εκδίδει τη δεύτερη ποιητική του συλλογή "Larenopfer". Το 1896 εγκαταλείπει τη Πράγα και πηγαίνει να σπουδάσει στο Μόναχο, Αισθητική, Ιστορία Τέχνης και Δαρβινική Θεωρία. Κάνει μερικά ταξίδια στο μεταξύ και τον Απρίλη συναντά στο Μόναχο τη Λου Σαλομέ-Αντρέας.
     Ήταν μάλλον ο πιο σημαντικός άντρας στη ζωή της, παρόλο που 'χαν δεκατέσσερα χρόνια διαφορά: εκείνη τριανταέξι κι εκείνος εικοσιδύο. Την ακολούθησε στο Βερολίνο τον Οκτώβρη του ίδιου έτους και για πολλούς μήνες φιλοξενήθηκε στην όμορφη βίλα του καθηγητή Αντρέας, στην εξοχή. Βοηθούσε τη Λου να σχίζει ξύλα και να πλένει τα πιάτα. Κάνανε πολλούς περιπάτους στο δάσος κι όπως διηγείται η ίδια: "...τα μικρά ελάφια μυρίζανε τις τσέπες των παλτών μας καθώς περπατούσαμε ξυπόλητοι..." Κατά τη γνώμη της, εκείνος ήταν ο πιο ολοκληρωμένος έρωτας που 'χε ποτέ. Είναι επίσης δυνατόν, (αφορά σε κείνο που λέγαμε πιο πάνω) να 'ταν εκείνος ο πρώτος άντρας της σαρκικής ζωής της. Εντωμεταξύ παρουσιάζει άλλη μια ποιητική του συλλογή. Ταξιδεύει μόνος τις χρονιές 1888-9, σταματά τις σπουδές του και παράλληλα γράφει ζώντας σ' ένα όνειρο.

  Λου & Ρίλκε στη Ρωσία μαζί

     Τον Μάρτη του 1899 η Λου δέχτηκε να ταξιδέψει μαζί του στη Ρωσία. Ήταν αξέχαστη εμπειρία. "Γεγονότα που δεν είχανε τίποτε το παράξενο μας μετέφεραν σ' ένα μύθο: ένα λιβάδι στο ηλιοβασίλεμα, στην άκρη ενός χωριού, ένα γρήγορο άλογο που γύριζε στο παχνί του τη νύχτα ή το πίσω μέρος του Κρεμλίνου όπου ακουγόταν ο εκκωφαντικός ήχος της καμπάνας", θα γράψει αργότερα εκείνη. Πήγανε στο χωριό Γιασνάια Πολιάνα να βρούνε τον Τολστόι που 'χεν εγκαταλείψει τη φιλολογία και περνούσε μια βαθιά θρησκευτικήν εμπειρία. Τονε προσκάλεσαν να κάνει μαζί τους ένα περίπατο και μετά από μακρά σιωπή, ο Τολστόι ρώτησε τον Ρίλκε με τι ασχολείται. Εκείνος απάντησε δειλά, πως ασχολείται με τη ποίηση. Όλο το υπόλοιπο της μέρας, οι δυο ερωτευμένοι επισκέπτες υποχρεώθηκαν ν' ακούνε τις επινοήσεις του τρομερού γέροντα κατά της ποίησης κι υπέρ της μη χρησιμότητας των ποιητών, εν γένει.
     Τρία χρόνια περίπου κράτησεν η σχέση τους αυτή, με πάθος κι έρωτα, μα όταν εκείνος άρχισε να γίνεται όλο και πιο εξαρτημένος απ' αυτήν, ξύπνησε ξανά μέσα της η ανάγκη για ανεξαρτησία. Διακόπτει τη σχέση τους Φλεβάρη του 1901. Ο ποιητής συντετριμμένος της αφιερώνει ένα στίχο:

                           Σαν έτοιμος στέργω κοντά σου
                           κι ήρεμα χαμογελώ που σφάλλεις.
                           Ξέρω, με τη μοίρα θα τα βάλεις
                           σα θα μείνεις μοναχιά σου.
                           Θα ξαναγυρέψεις πάλι...
                           των χεριών μου την αγκάλη
...

                       
Στη Λου μου          Ράινερ Μαρία Ρίλκε

              
         Ο Ρίλκε πριν                   Η Λου στα 36                   Ο Ρίλκε μετά

    
Στις 28 Απρίλη του ίδιου έτους ο Ρίλκε, προφανώς γι' αντίδραση, παντρεύεται τη γλύπτρια Κλάρα Γουέστχοφ (Clara Westhoff, 1878-1954), φίλη της Πόλα Μόντερστον Μπέκερ, στη Βρέμη κι εγκαθίστανται εκεί. Στις 12 Δεκέμβρη έρχεται στον κόσμο η κόρη τους Ρουθ (1901-1972). Μην αντέχοντας όμως και πολύ αυτή την ...εκδίκηση, -προφανώς- ο Ρίλκε χωρίζει, αφήνει την εννιάμηνη κόρη του στη μητέρα της και μετακομίζει στο Παρίσι. Συνεχίζει να ταξιδεύει συνεχώς και να γράφει ποιήματα. Το 1906 χάνει τον πατέρα του και πηγαίνει στη Πράγα για τη κηδεία. Γνωρίζει τη Φερστίν Μαρί, το 1909, συνάπτει σχέση και ταξιδεύουνε μαζί. Το 1912, συνεχίζοντας να γράφει και να ταξιδεύει, συναντά την Ελεονόρα Ντιούς, στη Βενετία και μένει κάμποσο μαζί της. Και πάλι γράψιμο και πάλι ταξίδια και το 1920 συναντά στη Γενεύη τη Βαλεντίνε Κοσλόφσκα. Το 1922. τη πιο παραγωγική του χρονιά, ολοκληρώνει τις "Ελεγείες Του Δούναβη", ένα από τα κοσμήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και την επόμενη χρονιά παντρεύεται η κόρη του Ρουθ, τον Δρα Καρλ Σιέγκερ.
     Την ίδια χρονιά μπαίνει για πρώτη φορά σε σανατόριο, στη Γενεύη και μένει λίγους μήνες για θεραπεία. Γράφει τα "Γράμματα Σ' Ένα Νέο Ποιητή". Παρόλη τη κλονισμένη του υγεία, συνεχίζει και να γράφει και να ταξιδεύει. Ίσως δεν υπάρχει άλλος που να ταξίδεψε πιότερο σε τούτο τον κόσμο. Λες και πάσχιζε να ξεφύγει από κάτι ή να προσπαθούσε να συναντήσει κάτι. Το 1926 μπαίνει για δεύτερη φορά σε σανατόριο. Η αρρώστια του είναι λευχαιμία και διαγνώσκεται μόλις τότε. Βγαίνει και ταξιδεύει ξανά, μα τον Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς επιστρέφει, πολύ χειρότερα. Μέσα στο σανατόριο, στις 13 Δεκέμβρη 1926, γράφει μιαν επιστολή προς την αγαπημένη του Λου και κλείνοντας το, τηνε προσφωνεί στα ρώσικα, "Αντίο γλυκειά μου αγάπη". Λίγο πριν πεθάνει φέρεται να είπε: "Ρωτήστε τη Λου τι πρόβλημα έχω. Είναι το μόνο πρόσωπο στον κόσμο που μπορεί να ξέρει καλύτερα από τον καθένα". Το πρωί στις 29 Δεκέμβρη ξεψυχά, σ' ηλικία πενηνταενός ετών, στο σανατόριο του Βαλμόν. Στις 2 Γενάρη 1927 θάβεται στο κοιμητήρι Ραρόν.

                     
         Ο Ρίλκε: 1904                          1916                                  1922

ενδεκατο

    
Ο Λέο Νικολάεβιτς Τολστόι (Leo Nikolaevich Tolstoy) γεννήθηκε στις 28 Αυγούστου 1828 στο οικογενειακό κτήμα τους, στη Γιασνάια Πολιάνα (Yasnaya Polyana). Στα δυο του χρόνια χάνει τη μητέρα του κι έτσι δεν μπορεί να διατηρήσει απ' αυτή, καμιάν ανάμνηση. Τη μητρική του φροντίδα, αναλαμβάνει πλέον η θεία του. Στα εφτά του, ο αδερφός του Νικολάι του ξεφουρνίζει παραμύθι, πως έχει γράψει το μυστικό, για το πως να γενούν όλοι οι άνθρωποι ευτυχισμένοι, σ' ένα μικρό πράσινο ραβδί και πως το 'χει θάψει κάπου στο δάσος του Κακάζ. Πολυ αργότερα, θα ζητήσει ο ίδιος, να θαφτεί στο ίδιο μέρος ή έστω εκεί κάπου κοντά.
     Το 1837 χάνει τον πατέρα του κατά τη διάρκεια της μετακόμισής τους στη Μόσχα, όπου η οικογένεια είχε νοικιάσει σπίτι. Η θεία πλέον -αδερφή του πατέρα του- αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου τη κηδεμονία του μικρού Λέο. Σύντομα χάνει και τη γιαγιά του που την αγαπούσε πάρα πολύ κι αυτές οι τόσο πολλές και μεγάλες απώλειες, σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, τονε κάνουνε να σκεφτεί πολύ σοβαρά για την ευτυχία και τον θάνατο. Στα δεκάξι του πείθεται να ξεκινήσει σπουδές σχεδόν με το ζόρι. Αποτυγχάνει τη πρώτη φορά να μπει στο Πανεπιστήμιο του Καζάν, μα το κατορθώνει τη δεύτερη. Είναι μέτριος μαθητής. Την ίδια χρονιά, με την αρωγή του αδερφού του, χάνει τη παρθενιά του σ' ένα πορνείο κι αυτό το συμβάν, έτσι τραυματικά όπως συνέβη, έχει μεγάλην επίδραση πάνω του, για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Λέγεται πως ο νεαρός Λέο, έκατσε κι έκλαψε μετά τη πράξη.
     Τα χρόνια στο πανεπιστήμιο ήτανε δύσκολα. Πήρε κάμποσους μήνες στη θεία του να τονε πείσει να δώσει εξετάσεις. Τελικά εκεί, ενδιαφέρθηκε πιότερο για τις ...κοινωνικές συναναστροφές και προεκτάσεις, παρά για την ακαδημαϊκή μόρφωσή του. Δυστυχώς γι' αυτόν όμως κι εκεί τα πράματα ήτανε δύσκολα. Τα δασώδη φρύδια, η μεγάλη μύτη και τα μεγάλα χείλια του, σχηματίζαν άσχημην οπτικήν εικόνα και του προσδίδανε πολύ βλοσυρό βλέμμα. Στη ζωή του είχε λιγοστούς φίλους και λίγα ...κορίτσια. Υπήρξεν όμως εξαιρετικά ευφυής και μεγάλος δημιουργός.
     Τρία χρόνια μετά, παρατά το πανεπιστήμιο, χωρίς να πάρει πτυχίο κι επιστρέφει στο τεσσάρων χιλιάδων ακρ, κτήμα τους στη Γιασνάγια Πολιάνα. Την ίδια χρονιά ξεκινά ένα μεγάλο ταξίδι. Προς το τέλος του ταξιδιού βρίσκεται πάλι στη Μόσχα κι εκεί εθίζεται στον τζόγο. Το 1849 πηγαίνει στην Αγία Πετρούπολη για να δώσει εξετάσεις στη νομική, μα χάνει εκεί, στον τζόγο, ένα σεβαστό ποσό κι αναγκάζεται να πουλήσει μέρος του πατρικού κτήματος, για να καλύψει το χρέος. Την επόμενη χρονιά επιστρέφει στη Μόσχα. Συνεχίζονται οι απώλειες συνεπεία τζόγου. Αδυνατεί να ζήσει τη ζωή που λαχταρά, αδυνατεί να ξεφύγει από το πάθος κι έτσι περνά τις νύχτες του πίνοντας και παίζοντας. Πουλά τα δάση του και το ρολόι του χεριού του.
     Το 1952 μπαίνει στο στρατό και με τον αδερφό του Ντιμίτρι, μεταφέρονται στον Καύκασο. Ξεκινά να γράφει τη "Παιδική Ηλικία". Δυο χρόνια μετά, ολοκληρώνει το έργο του. Μαζί με τον αδερφό του μετατίθενται στη Σεβαστούπολη κι εκεί πεθαίνει ο Ντιμίτρι από φυματίωση, το 1856. Ο Λέο δοκιμάζει ν' απελευθερώσει τους δουλοπαροίκους του μα κείνοι καχύποπτοι αρνούνται. Το 1859, επιστρέφει στη πατρική εναπομείνασα γη και συνάπτει σχέση με μια παντρεμένη χωρική, που του χαρίζει ένα γιο, τον Τίμοθι. Ιδρύει μια σχολή που είναι ρυθμισμένη πάνω στα δικά του παιδαγωγικά ιδεώδη. Τρία χρόνια μετά, παντρεύεται τη Σόνυα Μπερς την οποία έχει ερωτευτεί σφοδρά, ενώ κείνη είναι μόλις δεκαεφτά χρονών. Μέρος τούτου του έρωτα, ανακλά σε μερικά σημεία, στην "'Αννα Καρένινα".
     Τον Ιούνιο του 1863 αποκτά έναν ακόμα γιο, από τη Σόνυα τούτη τη φορά. Ξεκινά να γράφει το "Πόλεμος & Ειρήνη". Την επόμενη χρονιά αποκτά τη πρώτη του κόρη Τάνυα και δυο χρόνια μετά γεννιέται ο τρίτος του γιος Ίλια. Το 1869 τελειώνει το "Πόλεμος & Ειρήνη" -έξι χρόνια από τη στιγμή που το ξεκίνησε- κι αποκτά ένα γιο ακόμα τον Λέο. Το 1871 γεννιέται το πέμπτο του παιδί από τη Σόνυα, μια νέα κόρη η Μαρία κι ένα χρόνο μετά, ο νέος γιος του Πέτια, μα τούτος είναι άτυχος, μιας και πεθαίνει δεκαοχτώ μήνες μετά τη γέννα. Το 1873 ξεκινά να γράφει την "'Αννα Καρένινα". Στα επόμενα δυο χρόνια γεννιώνται ακόμα δυο παιδιά, με δεν επιζούνε για πολύ μετά τη γέννα τους. Το 1877 ολοκληρώνει την "Καρένινα" κι αποκτά έναν ακόμα γιο, τον Αντρέι.
     Το 1878 αποφασίζει να βαφτιστεί χριστιανός σ' ηλικία πενήντα ετών πια. Οι περισσότεροι μελετητές του έργου του, το διαχωρίζουνε σε προ- και μετά- της αλλαγής της θρησκευτικής του πίστης. Τρία χρόνια μετά αποκτά ακόμα ένα γιο, τον Αλεξέι και το 1884 μιαν ακόμα κόρη την Αλεξάνδρα. Το 1886 το ζεύγος θάβει το τέταρτο παιδί του, καθώς ο μικρός Αλεξέι πεθαίνει ξαφνικά. Δυο χρόνια μετά αποκτούνε τον Ιβάν, το δωδέκατο και τελευταίο παιδί τους (επιτέλους και κανα προφυλακτικό βρε παιδιά). Το 1891 σε μια κρίση ...επιχειρεί να χαρίσει τη γη του στους δουλοπαροίκους του, μα βρίσκει σθεναρή αντίσταση από τη Σόνυα και τα παιδιά τους και συμφωνεί να φτιάξει διαθήκη, που θ' αφήνει τη πατρική περιουσία σ' αυτούς. Το 1895 χάνει και τον Ιβάν και το 1899 συναντά τη Λου Σαλομέ-Αντρέας και τον ποιητή Ράινερ-Μαρία Ρίλκε.
     Το 1901 για ν' αναθερμάνει το ενδιαφέρον του λαού προς την εκκλησία, συντάσσει ένα δικό του θρησκευτικό πρότυπο και πολλοί τον ακολουθούνε. Την επόμενη χρονιά προειδοποιεί τον τσάρο για την επερχόμενην επανάσταση, εκτός κι αν ο τσάρος λευτερώσει τη Ρωσία. Το 1908 συντάσσει μια νέα διαθήκη, πίσω από τη πλάτη της Σόνυα, όπου αφήνει κληρονόμο στο έργο του κάποιο φίλο του, τον Τσέρκοφ. Δυο χρόνια μετά, για να γλυτώσει την οργή της, προσπαθεί να διαφύγει με τρένο μα αρρωσταίνει βαριά και κατεβαίνει αναγκαστικά σε κάποιο χωριό, το Αστάποβο. Εκεί, λίγες μέρες μετά πεθαίνει και θάβεται εκεί που 'χε ζητήσει: στο πιθανό μέρος όπου ο αδερφός του Νικολάι είχε ...θάψει το πράσινο μικρό ραβδάκι με το γραμμένο μεγάλο μυστικό της ευτυχίας των ανθρώπων.



Ο Τολστόι σε διάφορες φάσεις της ζωής του. Στη τελευταία κι η Σόνυα

                  
                                Ο Τολστόι νεκρός (1910)


δωδεκατο

     Η Λου στο μεταξύ, επιστρέφει στη παλιά δοκιμασμένη συνταγή-σχέση της, με τον Δρα Πινέλες, την επόμενη χρονιά του χωρισμού της με τον Ρίλκε, το 1902. Σαν αποτέλεσμα της παραμονής της στο Τυρόλο, όλο το καλοκαίρι κείνης της χρονιάς, μένει έγκυος και φυσικά στην αρχή εκστασιάζεται. Πλην όμως η λογική της υπαγορεύει πως δε πρέπει να το πάρει τόσον αψήφιστα κι εφόσον είναι ακόμα παντρεμμένη με τον Αντρέας δε μπορεί να κρατήσει το παιδί. Δεν έχει εξακριβωθεί ακόμα το τι συνέβη τότε. Είτε απέβαλε τυχαία, είτε έκανε άμβλωση με κάποιο τρόπο. Πάντως μετά τούτο το σημαντικό συμβάν, κατάλαβε πως δε μπορεί να γίνει πια μητέρα και το αποδέχτηκε μοιραία. Το ενδιαφέρον της για το γράψιμο άρχισε να εξασθενεί. Ταξίδεψε πολύ, για κάμποσα χρόνια με τον Πινέλες ή με φίλους. Ο Δόκτορας, παρά την αγάπη του για κείνη, αποφάσισε να διακόψει τη σχέση τους, μια κι εκείνη δε δεχόταν να χωρίσει και να τονε παντρευτεί. Όταν συνειδητοποίησε το πόσο την είχεν αγαπήσει και το πόσο κακό του 'κανε ο χωρισμός τους, δε κατάφερε να το ξεπεράσει και να τη ξεχάσει. Δε παντρεύτηκε ποτέ του.
     Η Λου περί τα 1911, όταν ήτανε πια ώριμη γυναίκα, στα πενήντα της, συνάντησε κι άλλο σπουδαίον άντρα: τον Σίγκμουντ Φρόυντ. Τονε συνάντησε σ' έν ιατρικό συνέδριο κι αμέσως του ζήτησε να της μιλήσει για τη ψυχανάλυση. Ο Φρόυντ ήτανε τότε ο αναγνωρισμένος εγκέφαλος της ψυχαναλυτικής θεραπείας, στη ψυχολογία. Εκείνος ξέσπασε σε γέλια και της είπε: -"Δε κάνω δα και τίποτα το περίεργο. Ελπίζω να μη μ' έχετε περάσει για τον 'Αη Βασίλη". Όταν σε λιγάκι τον επισκέφθηκε στη Βιέννη για να παρακολουθήσει τα μαθήματά του, γεννήθηκεν ανάμεσά τους μια βαθιά φιλία κι αυτή τη φορά μάλλον χωρίς συναισθηματικές επιπλοκές. Μέσω της ψυχανάλυσης η Λου, είχε την εντυπώση πως έβλεπε καθαρά τις αιτίες που την είχανε κάμει να φερθεί με πολύ διαφορετικό τρόπο στο παρελθόν, απ' ό,τι οι άλλες γυναίκες της εποχής της. Έβλεπεν όμως στη ψυχανάλυση, έν άλλον νέον είδος θρησκείας που ξάφνιαζε συχνά τον ίδιο τον καθηγητή της.
 -"Δε καταλαβαίνω", της είπε κάποια στιγμή, "πως ακούτε αυτά που λέω και παραμένετε τόσον αισιόδοξη. Μερικές φορές έχω την εντύπωση, πως βλέπετε στη ψυχανάλυση, ένα κλειδί για ν' ανοίξετε τη πόρτα του παραδείσου".
 -"Έχετε δίκιο! Ακριβώς αυτό κάνω" του απάντησεν αφοπλιστικά. Η Λου ρίχτηκε με πάθος στη νέα της ασχολία, στη νέα της μεγάλη και σημαντική -τη σημαντικότερη ίσως- γνωριμία κι ενστερνίστηκεν αμέσως αυτές τις νέες ιδέες. Αποφάσισε να γίνει κι η ίδια ψυχαναλύτρια κι άρχισε να γράφει πυρετωδώς άρθρα και μελέτες πάνω σε τούτο το μεγάλο θέμα. Όπως κάθε νέον ενδιαφέρον στη ζωή της, έτσι κι αυτή η νέα σπουδαία πρόκληση, τη βοήθησε κι ουσιαστικά, στην αυτογνωσία της. Η θεωρία της χαρτογράφησης του νου, του Φρόυντ, πρόβαλλε σαν ένα καταπληκτικόν εργαλείο, στην επιστήμη της ψυχολογίας κι εκείνη κατάφερε να μάθει να το χειρίζεται θαυμάσια. Με τη βοήθειά του κατάφερε λοιπόν να κατοχυρώσει τη νέα μορφή θεραπείας και ν' αρχίσει να την ασκεί κι η ίδια στη πατρίδα της. Το 1931, με την ευκαιρία του εορτασμού των εβδομηνταπέντε χρόνων του μεγάλου ψυχαναλυτή, εξέδωσε το βιβλίο της με τίτλο: "Η Σπουδή Μου Στον Φρόυντ" (My Graduated Το Freud).

                
                              Ο Φρόυντ σε δυο πόζες νεαρός κι η Λου στα 36

δεκατο τριτο

     Ο Φρόυντ (Sigmund Freud) γεννήθηκε στο Φράιμπουργκ, στη Μοραβία, στις 6 Μάη 1856. Ο πατέρας του ήταν έμπορος μαλλιού, με πανίσχυρο νου και μεγάλην αίσθηση του χιούμορ. Η μητέρα του ήτανε ζωηρή, δεύτερη σύζυγος του πατέρα κι είκοσι χρόνια μικρότερή του. Στα εικοσιένα της απέκτησε τον πρώτο της γιο τον Σίγκμουντ που ήτανε κι η αδυναμία της. Ο Φρόυντ είχεν ήδη δυο ετεροθαλείς αδελφούς κι απέκτησεν ακόμα έξι στη πορεία. Στα πέντε του, η οικογένεια μετακόμισε στη Βιέννη για να μείνει εκεί για όλη την υπόλοιπη ζωή του.
     Θαυμάσιο παιδί, πάντα εγκέφαλος στη τάξη του, σπούδασεν ιατρική, τη μοναδική βιώσιμην ίσως λύση, για ένα πανέξυπνο εβραιόπουλο, κείνη την εποχή. Εκεί πήρε τα πρώτα βήματα, από ένα καθηγητή της ψυχολογίας, τον Ερνστ Μπρούκε (Ernst Brucke). Εκείνος του δίδαξε τις ριζοσπαστικές για την εποχή ιδέες που αποτελέσανε τη βάση για τη μετέπειτα πορεία του. Αποδείχτηκε πολύ καλός στην έρευνα της νευροψυχολογίας, εφαρμόζωντας μάλιστα και μια νέα πρωτοπόρα τεχνική στον τομέα αυτό. Ωστόσο μιας κι υπήρχανε πολύ λίγες θέσεις κι αρκετοί υποψήφιοι, ο καθηγητής του τον υποστήριξε να πάρει μια θέση υπότροφου, πρώτα με τον μεγάλο γάλλο ψυχίατρο Σαρκό (Charcot) στο Παρίσι κι έπειτα με τον αντίπαλό του, Μπερνχάιμ (Bernheim) στο Νανσί. Κι οι δυο αυτοί μελετούσανε τη θεραπεία της υστερίας μέσω της ύπνωσης.
     Μετά τη μαθητεία του εκεί και μια σύντομη θητεία στο Βερολίνο, ως διευθυντής ενός θαλάμου με παιδιά, θύματα νευροψυχολογίας, επιστρέφει στη Βιέννη και παντρεύεται την παιδική του αγαπημένη, Μάρθα Μπερνέις (Martha Bernays) κι οργανώνει μια πρακτική θεραπεία νευροψυχιατρική, μαζί με τον Τζόζεφ Μπρούερ (Joseph Breuer). Τα βιβλία, οι διαλέξεις κι οι θεωρίες του, επιφέρανε τη φήμη μα και τον εξοστρακισμό από την ιατρική κοινότητα. Κατάφερε, παρ' όλ' αυτά, να συγκεντρώσει γύρω του, έξυπνους ανθρώπους, υποστηρικτές του, που αποτελέσανε τη βάση του στον τομέα της εγκαθίδρυσης της ψυχανάλυσης. Δυστυχώς όμως ήτανε πολύ απότομος με τους αντιπάλους του, πράγμα που τους απομάκρυνεν εντελώς, είτε με φιλικό τρόπο, είτε οδηγώντας τους σ' ανταγωνιστικά ιατρεία-μελετητήρια. Το 1933, στα ογδοηκοστά του γενέθλια, καίγονται δημόσια, τα βιβλία του στη ναζιστική Γερμανία του Χίτλερ.
     Ο Φρόυντ είχε την έμπνευση να μεταναστεύσει λίγο πριν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στην Αγγλία, το 1938, όταν οι ναζί εισβάλλανε στην Αυστρία, ακριβώς δηλαδή, λίγο πριν το κλίμα καταστεί παντελώς επικίνδυνο για τους εβραίους της Βιέννης κι ειδικά για τους φημισμένους, όπως αυτός. Λίγον αργότερα, στις 23 Σεπτέμβρη 1939, πέθανε από καρκίνο του στόματος, -ασθένεια που τονε ταλαιπωρούσε τα τελευταία δεκάξι χρόνια της ζωής του-, σ' ηλικία ογδόντα τεσσάρων ετών.

       
                             Ο Φρόυντ σε διάφορες φάσεις της ζωής του

δεκατο τεταρτο

     
Στα τελευταία χρόνια της ζωής της λοιπόν η Λου, έκανε πρακτικήν εφαρμογή της ψυχάναλυσης στο σπίτι της πάνω στο λόφο του Χάινμπεργκ, κοντά στο Γκέτιγκεν. 'Ακουγε προσεκτικά τους ασθενείς που της έστελνεν ο Φρόυντ και προσπαθούσε να τους βοηθήσει, εξετάζοντάς τους τόσον, όσο δεν είχε ποτέ καταφέρει να κάμει με τον ίδιο της τον εαυτό. Συχνά θυμότανε το παρελθόν. Γι' αυτήν η γερμανική κουλτούρα των τελευταίων ετών δεν ήτανε μια σειρά έργων που 'χανε φέρει επανάσταση στη σύγχρονη σκέψη, αλλά ένα σύνολον αντρών που 'χαν υποστεί τη δική της διανοητική γοητεία. Νίτσε, Ρέε, Αντρέας, είχανε πεθάνει πια, ο Ρίλκε αργόσβηνε από λευχαιμία κι ο Φρόυντ, ο τελευταίος φάρος που 'χε λάμψει στη ζωή της, ήταν άρρωστος κι υποβαλλότανε στωικά σε πολυάριθμες επεμβάσεις για ν' αφανίσει τον καρκίνο που 'χε στο στόμα του. Η τρομερή θύελλα του Ναζισμού απειλούσε να εκτοπίσει όλο το οικοδόμημα που όλοι μαζί είχανε προσπαθήσει να δημιουργήσουνε. Η Λου δε θα μπορούσε να επιζήσει σ' ένα κόσμο του οποίου υπήρξε μάρτυρας και πρωταγωνιστής.
     Καταλάβαινε λοιπόν πως με τους ναζί στην εξουσία, δε θα μπορούσε ν' ασκεί αυτή την ..."εβραϊκήν" επιστήμη, ωστόσο ήτανε πια πολύ μεγάλη για να κοντραριστεί με την εξουσία τους ή να ξεφύγει στο εξωτερικό. Έτσι, επέλεξε μάλλον τη καλύτερη και θεαματικότερην έξοδό της από τη ..."σκηνή". Αυτή η παράξενη γυναίκα, που πολλοί την αποκαλούσαν "Μάγισσα Του Χάινμπεργκ", πέθανε στον ύπνο της, τα ξημερώματα στις 5 Φλεβάρη του 1937 κι η στάχτη της θάφτηκε στον οικογενειακό τάφο του άντρα της, Αντρέας, στο δημοτικό κοιμητήριο του Γκέτιγκεν. Λίγες μέρες αργότερα, η ΓκεΣταΠο, επέδραμε στο σπίτι της και κατάσχεσεν όλα τα χαρτιά, τις σημειώσεις και τα βιβλία της.


        
          Η Λου στα 1934                            και το σπίτι της στο Γκέτινγκεν

δεκατο πεμπτο

"...Η ύπαρξη είναι για τον άνθρωπο σα μαγική εικόνα, αφού μέσα στο ανοιχτό μυστικό της κρατάει ζωγραφισμένους κι εμάς τους ίδιους..." Παρ' όλο που 'μεινε γνωστή, κυρίως, εξ αντανακλάσεως, μέσω των βιογραφιών του Νίτσε, του Ρίλκε, του Φρόυντ, κι έζησε μαζί μ' αυτές τις ιστορικές φυσιογνωμίες κάμποσο, κατάφερε να μην απορροφηθεί απ' αυτές κι από την ισοπεδωτική τους δύναμη. Έζησε μαζί τους άλλοτε σαν μούσα, μαθήτρια, ερωμένη και πολλάκις και τα τρία μαζί, τόλμησε στα χρόνια των μεγάλων ονείρων αλλά και των κραταιών κλισέ, να διεκδικήσει τη φυλετική και διανοητική της αυτονομία, πολλές φορές περισσεύοντας στις δεδομένες εικόνες της εποχής της. Έγραψε μυθιστορήματα, διηγήματα, διεισδυτικά και ευθύβολα δοκίμια για τον Νίτσε, τον Ρίλκε και τον Φρόιντ. Ο προσωπικός δρόμος της, αλλά και τα πολιτικά, κοινωνικά τοπία κι αδιέξοδα που διέσχισε η ανατρεπτική αυτή γυναίκα, βαδίζοντας πολλές φορές στη κόψη του ξυραφιού, ήτανε μοναχικός.
   "...Τελικά μόνο το αυθεντικό έχει διάρκεια", έγραφε ο Φρόιντ. Ίσως γι' αυτό η Σαλομέ κατάφερε να επιβιώσει. Γιατί ήξερε πολύ καλά να χορεύει χωρίς ίχνος προσποίησης, το χορό του δικού της πεπρωμένου. Mούσα, ερωμένη, μαθήτρια αλλά κι αξιόλογη συγγραφέας, συμμετείχε με πάθος σ' όλα τα καλλιτεχνικά και πνευματικά κινήματα της εποχής της. το 1899, δημοσίευσε το δοκίμιο, "Η Ανθρώπινη Φύση Της Γυναίκας", αφομοιώνοντας στοιχεία από τις βιολογικές διανοίξεις της εποχής της. Ήταν από τα βασικά μέλη της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας της Βιέννης. Σύμφωνα με τον Βέλιο, το πεδίο έρευνάς της στάθηκε η σεξουαλική διαφορετικότητα κι οι γυναικείες ιδιαιτερότητες. , Μια "ηθική ψυχολόγος", αδιάφορη για τις κατηγορίες του καλού και του κακού, που τοποθετήθηκε υπέρ της ατομικής ανάπτυξης κι ολοκλήρωσης.
  "Η γυναίκα είναι συγχρόνως πιο εξαρτημένη και πιο ανεξάρτητη από τον άντρα, σε σχέση μ' όσο είναι ο άντρας από κείνη. Η γυναίκα είναι, μεταξύ των δυο, πολύ πιο προσκολλημένη στη φυσιολογική της υπόσταση. Ζει πολύ πιο άμεσα και λιγότερο λεύτερα τη σχέση με το σώμα της και μπορούμε ν' αναφερθούμε σ' αυτή πολύ πιο καθαρά απ' ό,τι στον άντρα όταν θέλουμε να υπογραμμίσουμε ένα γεγονός που σε τελική ανάλυση, ισχύει εξίσου και γι' αυτόν: το γεγονός ότι κι αυτή η πνευματική ζωή δεν είναι παρά μια ανθοφορία άλλης μορφής, μια ανθοφορία εκλεπτυσμένη στο έπακρο, γεννημένη από τη μεγάλη ρίζα κάθε ύπαρξης, που έγκειται στη σεξουαλικότητα, μια σεξουαλικότητα τρόπον τινά μεγαλειώδη. Αλλά γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, η σεξουαλική ζωή της γυναίκας εκδηλώνεται σαφώς περισσότερο σ' όλο της το σωματικό είναι, παρά ως μεμονωμένο ένστικτο κι η ζωή αυτή τη διαποτίζει και τη ζωντανεύει από κάθε άποψη, αφού ταυτίζεται με το σύνολο των εκδηλώσεων της θηλυκότητας και συνεπώς, είναι λιγότερο αναγκασμένη απ' όσο στον άντρα, να εντοπίζεται σε ειδικά σημεία, να καταμερίζεται και να γίνεται συνειδητή. Κατ' αυτόν όμως τον τρόπο, φθάνουμε στο παράδοξο να 'ναι η γυναίκα το λιγότερο φιλήδονο από τα δυο φύλα -με τη στενή έννοια του όρου- δυνάμει ακριβώς αυτού του σεξουαλικού της προσανατολισμού..."

     Η πνευματική δραστηριότητα της Λου Σαλομέ ήτανε πολυδιάστατη και περίπλοκη, συμφυής με τη μοναδική ζωή αυτής της γυναίκας και κατά τον ίδιο τρόπο, με πολύμορφες και συχνά αντίθετες απόψεις. Υπήρξε πραγματικά συγγραφέας μυθιστορημάτων, βιογραφιών διασήμων αντρών, μελετήτρια, διανοούμενη, που συνέβαλε δραστήρια στη κουλτούρα του καιρού της κι επιτυχημένη ψυχαναλύτρια. Ωστόσο παραδόξως, το πιο κατάλληλο κλειδί για ν' αντιληφθεί κανείς κατά βάθος τη πνευματική αξία και τη κουλτούρα της, δεν είναι τόσο το σύνολο των φιλολογικών της έργων, όσο κυρίως η περιπεπλεγμένη κι από πολλές απόψεις, παράλογη ζωή της.
     Έγραψε τη πρώτη της νουβέλα, για να δικαιολογήσει στους γονείς της τη παράταση της παραμονής της στην Ευρώπη. Το έργο της ήτανε περισσότερον από μέτριο, από την άποψη του στυλ και της αφήγησης. Είναι αλήθεια πως στις αφηγήσεις της άγγιξε θέματα, όπως η αρχή της εξατομίκευσης, η πανθεϊστική πίστη στη φύση, η κοινή καταγωγή της θρησκευτικής και της ερωτικής έξαρσης, αλλά χωρίς να καταφέρει ποτέ να ξεπεράσει τις ελλείψεις και το στυλιζάρισμα. Τελικά, η υπερβολική παρουσία γυναικείων προσώπων, τη κάνει να καταλήγει σχεδόν πάντα στην αντιγραφή, χωρίς καμμιά κριτικήν αντίληψη, που ο αστικός κόσμος του τέλους του αιώνα, είχε για τον ρόλο και τις γυναικείες επιτεύξεις.
     Πιο καθαρή είναι, αντίθετα, στα φιλολογικά της δοκίμια (όπως π. χ. στην οξεία μελέτη του Ίψεν) η αντανάκλαση της ιδιορρυθμίας και της ανεξαρτησίας των πνευματικών επιλογών που χαρακτηρίζουνε τη ζωή της. Στις ψυχαναλυτικές μελέτες της κατάφερε να εκφράσει μεγαλύτερην επιστημονική και στυλιστική αυστηρότητα, μέχρι τη περίφημη μελέτη της για τον ναρκισσισμό. Στις μελέτες της αυτές, ανασκευάζει κι επεξεργάζεται θέματα όπως, θρησκεία κι έθιμά της, σεξουαλική ελευθερία, ολοκληρωτική χειραφέτηση σαν ελευθερία πνεύματος και τη πνευματικότητα από την άποψη της σεξουαλικότητας. Τα περισσότερον ανώτερα έργα της όμως είναι αυτά για τον Νίτσε, τον Ρίλκε και τον Φρόυντ, στα οποία, εκτός από τη θέλησή της να μετατρέψει σε φιλολογικόν έργο τις τόσο βαθιές κι αποφασιστικές προσωπικές της εμπειρίες, αντικατοπτρίζεται αυτή η πνευματική σχέση που την έδεσε κατά τρόπο σχεδόν μυθικό με τους μεγάλους αυτούς άντρες. Μπορεί κανείς να βρει στα βιβλία αυτά, τη προσπάθειά της να βρει νέους δρόμους γνώσης με τον Νίτσε, ν' ανακαλύψει τη φύση και την αναπλήρωση της διανοητικής δημιουργικότητας με τον Ρίλκε, να ξαναβρεί τη γυναικεία σεξουαλικότητα με τον Φρόυντ.
     Ωστόσο, πέρ' από τις βαθιές φιλίες με τους άντρες αυτούς, πέρ' από τα γραπτά της, η πιο βαθιά σημασία της διάνοιάς της που βρίσκουμε στην αλληλογραφία και στην αναγνώριση των σύγχρονων, βρίσκεται στο μεγαλοπρεπές "άνοιγμα της επιθυμίας", στην ήρεμη απελευθέρωσή της μακριά εντελώς από συμφέροντα κι επιθυμίες, αλλά που πάντοτε αναφέρεται αποκλειστικά στη διανοητικήν αναζήτηση της ελευθερίας. Η αξία της διάνοιάς της, βρίσκεται στη τόλμη της να φύγει από τον χώρο της θρησκείας, του ήθους, της φιλοσοφίας, των επιδράσεων που απορρέουν από τη γυναικεία της φύση και ν' αναζητήσει το "ελεύθερο πνεύμα" μακριά και παρά "τ' αδιάβατα όρια που μπαίνουν από τον κόσμο".
     Αυτό που πρόσφερε η Λου Σαλομέ, είναι η πλατιά επίδρασή της στη κουλτούρα της εποχής, μέσω αυτών που τη γνωρίσανε, μέσω αυτών που τη πλησιάσανε. Όπως είπε κι ο Νίτσε: "Χωρίς τη Λου, δε θα υπήρχε ο Ζαρατούστρας"! Το μάντρα της ήτανε: "Ανθρώπινη ζωή, πραγματικά όλη η ζωή, είναι ποίηση".

                           Χιλιάδες χρόνια κι αν ζήσεις,
                           να σκέφτεσαι την ουσία των πραγμάτων,
                           δε θα 'χεις τη τύχη
                           να ονοματίσεις την αγωνία σου.
  
                 "Ύμνος Στη Ζωή" Lou Andreas-Salome

                      
 

"Λάμπεις πάνωθέ μου ουρανέ.
 Δε θα εμπιστευτώ τη ματιά σου
 ώστε από λαχτάρα και μόνο
 να σηκωθώ από δω κάτω...
"

Επιτάφιο Επίγραμμα (μάλλον ανεδαφικό γιατί ο τάφος σκεπάζεται εντελώς από ένα δέντρο).

                        

                                              ΤΕΛΟΣ
___________________________________________________________________

     Θέλω να ευχαριστήσω τη Μόνα, που μου 'δειξε τον δρόμο, με βοήθησεν αρκετά σε μερικές μεταφράσεις από γερμανικά και γαλλικά και πιστεύω πως αν δεν ήταν αυτή να με βάλει σε τούτο το περίπλοκο μονοπάτι, δε θα 'χα γράψει τίποτε.

  Φλεβάρης 2006                    Πάτροκλος Χατζηαλεξάνδρου

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers