Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Ερωτική Λογοτεχνία 

Highsmith Patricia: Κινητό Αξεσουάρ Κρεβατιού

 


       Πατρίσια Χάισμιθ 
                                                Bιογραφικό

     Γεννήθηκε στο Φορτ Γουόρθ του Τέξας, στις 19 Γενάρη 1921, ως Πατρίσια-Μαίρη Πλάνγκμαν (Plangman), μα υιοθετήθηκε από τον Χάισμιθ, πατριό της, -γιατί οι γονείς της χωρίσανε λίγο πριν γεννηθεί κι η μάνα της ξαναπαντρεύτηκε- και πήρε το επίθετό του. Είχε κακή παιδικήν ηλικία εξ αιτίας της αλκοολικής μητέρας της κι ό,τι επακολούθησε του διαζυγίου τους μιας κι έζησε όλο αυτό το διάστημα, μισώντας τον πατριό της. Αυτή η κακή παιδική ηλικία τη κυνήγησεν όλη την υπόλοιπη ζωή της. Υπήρξεν αλκοολική κι η ίδια, ομοφυλόφιλη, μισάνθρωπος κι επίσης κατηγορήθηκε για ρατσισμό, αντισιμητισμό και μισογυνισμό.
     Σπούδασε στη Νέα Υόρκη, αποφοίτησε από το Μπάρναρντ Κόλετζ, το 1942. Εζησε πολλά χρόνια στην Ευρώπη: Ιταλία, Ελβετία κι ιδιαίτερα στη Γαλλία. Μετά τη πρώτη δημοσίευση στη νουβέλα "Strangers On A Train", τo 1950, έγινε γνωστή κι ειδικά όταν την επόμενη χρονιά η νουβέλα αυτή έγινε ταινία από τον 'Αλφρεντ Χίτσκοκ, έγινε διάσημη. Υπήρξεν επίσης δημιουργός του ..."Θαυμάσιου Κύριου Ρίπλεϊ" σε μια σειρά βιβλίων, με διάφορες περιπέτειές του. Έγραψεν επίσης με το ψευδώνυμο Κλαιρ Μόργκαν (Claire Morgan). Πήρε το Μεγάλο Βραβείο Αστυνομικής Φιλολογίας το 1957 και θεωρείται η πιο χαρακτηριστική εκπρόσωπος του ψυχολογικού μυθιστορήματος αγωνίας.
     Πέθανε από λευχαιμία, στη Λουκέρνη της Ελβετίας, στις 4 Φλεβάρη 1995, σ' ηλικία 74 ετών, ένα μήνα πριν εκδοθεί η τελευταία της νουβέλα, "Small G: A Summer Idyll".

-----------------------------------------------------------------------------------------

     Υπάρχουν πολλά κορίτσια σαν τη Μίλντρεντ, χωρίς σπίτι, όχι όμως και δίχως στέγη -συνήθως το ταβάνι ενός δωματίου σε κάποιο ξενοδοχείο, άλλες φορές εκείνη της γκαρσονιέρας ενός εργένη, μιας καμπίνας σε γιωτ αν είναι τυχερές, μιας σκηνής, ενός τροχόσπιτου. Τέτοια κορίτσια είναι αξεσουάρ κρεβατιού, κάτι που έχει κανείς όπως μια θερμοφόρα, ένα ταξιδιωτικό σίδερο ρούχων, μια ηλεκτρική βούρτσα για το γυάλισμα των παπουτσιών, μια οποιαδήποτε μικροπολυτέλεια. Αποτελεί πλεονέκτημα γι' αυτές αν τυχόν ξέρουν κάπως να μαγειρεύουν, αλλά οπωσδήποτε δεν είναι υποχρεωμένες να μιλούν -σε οποιαδήποτε γλώσσα. Επίσης είναι ανταλλάξιμες μεταξύ τους, όπως το ελεύθερο συνάλλαγμα ή τα διεθνή ταχυδρομικά κουπόνια. Η αξία τους μπορεί ν' ανεβαίνει ή να κατεβαίνει, ανάλογα με την ηλικία τους και τον εκάστοτε άντρα που τις έχει στη κατοχή του.
     Η Μίλντρεντ έβρισκε τη ζωή αυτή όχι κι άσχημη και αν τη ρωτούσε κάποιος θα 'λεγε με σοβαρότητα: -"Είναι ενδιαφέρουσα". Η Μίλντρεντ ποτέ δε γελούσε και χαμογελούσε μόνον όταν θεωρούσε πως έπρεπε να φανεί ευγενική. Ήταν αρκετά ψηλή, προς το ξανθό, μάλλον αδύνατη, μ' ένα ευχάριστο ανέκφραστο πρόσωπο και μεγάλα γαλανά μάτια που τα 'χε ορθάνοιχτα. Περισσότερο γλιστρούσε παρά περπατούσε, με τους ώμους καμπουριασμένους, τους γοφούς ελαφρά προτεταμένους -έτσι όπως περπατούσαν τα καλύτερα μοντέλα, είχε κάπου διαβάσει. Αυτό της έδινε έναν αέρα ηρεμίας κι ικανοποίησης. Σα να περπατούσε έχοντας μόλις αναρρώσει, έμοιαζε λες κι υπνοβατούσε. Ήταν λίγο πιο ζωηρή στο κρεβάτι και το γεγονός αυτό ταξίδευε από στόμα σε στόμα, ή, ανάμεσα σ' άντρες που δε μιλούσανε την ίδια γλώσσα, με γνεψίματα και γελάκια. Η Μίλντρεντ ήξερε τη δουλειά της και πρέπει να της αναγνωρίσουμε πως την έκανε μ' επιμέλεια.
     Παρέμεινε παραδέρνοντας στο σχολείο μέχρι τα δεκατέσσερα, όταν όλοι, συμπεριλαμβανομένων και των γονιών της, το θεώρησαν άσκοπο να συνεχίσει. "Θα παντρευόταν νωρίς!", λέγαν οι γονείς της. Αντ' αυτού, η Μίλντρεντ το 'σκασε από το σπίτι ή μάλλον τη πήρε απ' αυτό ένας πωλητής αυτοκινήτων, όταν είχε μόλις μπει στα δεκαπέντε. Με τη καθοδήγηση του πωλητή, έγραφε καθησυχαστικά γράμματα σπίτι της, λέγοντας πως είχε βρει δουλειά σε μια κοντινή πόλη κι έμενε σ' ένα διαμέρισμα με δυο άλλες κοπέλες. Στα δεκαοκτώ της, η Μίλντρεντ είχε πάει στο Κάπρι, τη Πόλη του Μέξικο, το Παρίσι, ακόμα και στην Ιαπωνία, στη Βραζιλία κάμποσες φορές, όπου συνήθως τη παρατούσαν οι άντρες, μια που συχνά τρέχανε να ξεφύγουν από κάτι.
     Είχε υπάρξει δεύτερο βραβείο, όπως ήρθαν τα πράγματα τελικά, για έναν υποψήφιο Πρόεδρο της Αμερικής την ημέρα της εκλογής του. Την είχαν δανείσει για δυο μέρες σ' ένα σεΐχη στο Λονδίνο, που την αντάμειψε με μια μάλλον διαστροφική χρυσή κούπα, που τελικά έχασε -όχι ότι της άρεσε η κούπα, αλλά θα πρέπει ν' άξιζε μια περιουσία και συχνά λυπότανε για την απώλειά της. Αν ποτέ ήθελε ν' αλλάξει άντρα, το μόνο που 'χε να κάνει ήταν να επισκεφτεί μόνη της κάποιο ακριβό μπαρ στο Ρίο ή οπουδήποτε και να βρει έναν άλλον άντρα που 'τανε διατεθειμένος να τη προσθέσει στον λογαριασμό των εξόδων του και πίσω θα βρισκότανε πάλι στην Αμερική ή τη Γερμανία ή τη Σουηδία.
     Κάποτε την ξέχασαν σ' ένα τραπέζι εστιατορίου, έτσι όπως μπορεί να εγκαταλειφθεί ένας αναπτήρας. Η Μίλντρεντ το πρόσεξε, αλλά ο Χερμπ όχι για τριάντα περίπου λεπτά που ήταν ελαφρώς ανησυχητικά για τη Μίλντρεντ, παρόλο που η Μίλντρεντ ποτέ δε ταραζότανε πραγματικά για οτιδήποτε. Πάντως στράφηκε προς τον άντρα που καθόταν δίπλα της -επρόκειτο για επαγγελματικό γεύμα, τέσσερις άντρες, τέσσερα κορίτσια- κι είπε:
 -"Νόμιζα πως ο Χερμπ πήγε για λίγο στην τουαλέτα-"
 -"Τι;" Ο γεμάτος άντρας δίπλα της ήταν Αμερικανός. "Α. Θα επιστρέψει. Είχαμε κάποια δυσάρεστα ζητήματα να συζητήσουμε σήμερα, ξέρεις. Ο Χερμπ είναι αναστατωμένος." Ο Αμερικανός χαμογέλασε με κατανόηση. Είχε τη φιλενάδα του πλάι, μια που είχε γνωρίσει το προηγούμενο βράδυ. Τα κορίτσια δεν είχαν ανοίξει το στόμα τους παρά μόνο για να φάνε.
     Ο Χερμπ επέστρεψε και πήρε τη Μίλντρεντ και γυρίσανε πίσω στο ξενοδοχείο τους, ο Χερμπ μες στη πιο βαριά κατάθλιψη, επειδή δεν τα 'χε πάει καλά στην επαγγελματική συμφωνία. Τ' αγκαλιάσματα της Μίλντρεντ εκείνο το απόγευμα δεν στάθηκαν ικανά ν' ανεβάσουνε τα κέφια του Χερμπ ή το Εγώ του κι εκείνο το απόγευμα η Μίλντρεντ ανταλλάχτηκε. Ο καινούριος της κηδεμόνας ήταν ο Στάνλεϋ, γύρω στα 35, κοντόχοντρος, όπως κι ο Χερμπ. Η ανταλλαγή έγινε την ώρα των κοκτέιλ, καθώς η Μίλντρεντ ρουφούσε το συνηθισμένο της Αλεξάντερ μ' ένα καλαμάκι. Ο Χερμπ πήρε το κορίτσι του Στάνλεϋ, μια χαζή ξανθιά με μαλλιά περμανάντ. Και δεν ήτανε πράγματι ξανθιά, αν και το βάψιμο ήτανε πετυχημένο, παρατήρησε η Μίλντρεντ, καθώς το μέικαπ και τα μαλλιά, ήταν πράματα στα οποία η Μίλντρεντ ήταν ειδική. Η Μίλντρεντ επέστρεψε για λίγο στο ξενοδοχείο για να φτιάξει τη βαλίτσα της, μετά πέρασε το υπόλοιπο απόγευμα και το βράδυ με τον Στάνλεϋ. Της μίλαγε ελάχιστα, αλλά χαμογελούσε πολύ κι έκανε πολλά τηλεφωνήματα. Αυτά έγιναν στο Ντε Μόιν. Με τον Στάνλεϋ, η Μίλντρεντ πήγε στο Σικάγο, όπου ο Στάνλεϋ διατηρούσε μια γκαρσονιέρα, συν μια σύζυγο κάπου, όπως είπε.
     Η Μίλντρεντ δεν ανησυχούσε για τη σύζυγο. Μόνο μια φορά στη ζωή της είχε χρειαστεί να αντιμετωπίσει μια δύσκολη σύζυγο που μπούκαρε σ' ένα διαμέρισμα. Η Μίλντρεντ της έβγαλε σουγιά κι η σύζυγος το 'βαλε στα πόδια. Συνήθως η σύζυγος το μόνο που 'κανε ήταν να δείχνει εμβρόντητη, μετά έκανε κάποιες σαρκαστικές παρατηρήσεις κι έφευγε, προφανώς σκοπεύοντας να πάρει εκδίκηση από τον άντρα της. Ο Στάνλεϋ έλειπε όλη μέρα και δεν της έδινε πολλά χρήματα, πράμα πολύ ενοχλητικό. Η Μίλντρεντ δεν είχε σκοπό να μείνει πολύ με τον Στάνλεϋ, αν περνούσε από το χέρι της. Είχε ανοίξει ένα τραπεζικό λογαριασμό σε μια τράπεζα κάπου, κάποια στιγμή, αλλά είχε χάσει το βιβλιάριο και ξέχασε το όνομα της πόλης που βρισκόταν η τράπεζα.
     Πριν όμως η Μίλντρεντ μπορέσει να κάνει την έξυπνη κίνηση και να φύγει από τον Στάνλεϋ, βρήκε πως την είχανε και πάλι δώσει. Αυτό ήταν ένα σοκ. Ένας οικονομολόγος θα 'βγαζε κάποιο συμπέρασμα σχετικά μ' ένα νόμισμα που το χαρίζουνε και το ίδιο έκανε κι η Μίλντρεντ. Συνειδητοποίησε πως ο Στάνλεϋ βγήκε ελαφρώς κερδισμένος στη συμφωνία που είχε κάνει μ' έναν άντρα που τονε λέγανε Λούις, στον οποίο έδωσε τη Μίλντρεντ. Κι ήταν μόνο είκοσι τριών χρονών.
     Αλλά η Μίλντρεντ ήξερε πως αυτή ήταν η πιο επικίνδυνη ηλικία κι ότι καλά θα 'κανε να 'παιζε προσεκτικά τα χαρτιά της από 'δω και στο εξής. Τα δεκαοκτώ ήταν το απόγειο και τα είχε περάσει εδώ και πέντε χρόνια και τι είχε για να καυχιέται; Ένα διαμαντένιο μπρασελέ που οι άντρες κοιτούσαν μ' απληστία και που είχε δυο φορές χρειαστεί να πάρει πίσω από το ενεχυροδανειστήριο με τη βοήθεια κάποιου καινούριου μαλάκα. Μια γούνα μινκ, το ίδιο. Μια βαλίτσα με μερικά καλά φορέματα. Τι ήθελε; Ήθελε να συνεχίσει την ίδια ζωή αλλά με μιαν αίσθηση μεγαλύτερης ασφάλειας. Τι θα 'κανε αν βρισκότανε στ' αλήθεια με τη πλάτη στον τοίχο; Αν, διωγμένη ίσως, ούτε καν ανταλλαγμένη, ήταν αναγκασμένη να πάει σε κάποιο μπαρ κι ακόμα και τότε ανίκανη να βρει κάτι παραπάνω από το πήδημα μιας βραδιάς; Ε λοιπόν, είχε μερικές διευθύνσεις κάποιων παλιών φίλων της και μπορούσε πάντα να τους γράψει και ν' απειλήσει ότι θα γράψει τη βιογραφία της και θα τους έχει μέσα, την οποία θα τη πλήρωνε ένας εκδότης να γράψει. Μα η Μίλντρεντ είχε μιλήσει με κορίτσια είκοσι πέντε χρονών ή και μεγαλύτερες, που είχαν απειλήσει να γράψουνε βιογραφία, αν δεν τις εξασφάλιζαν εφ' όρου ζωής κι είχε ακούσει μονάχα για μια που το 'χε κατορθώσει. Τις πιο πολλές φορές, έλεγαν τα κορίτσια, εισέπρατταν γέλια, ή ένα "Εμπρός, λοιπόν, γράψ'τη" αντί για λεφτά.
     Έτσι η Μίλντρεντ έκανε το κορόιδο για μερικές μέρες με τον χοντρό Λούις. Είχε μιαν όμορφη ραβδωτή γάτα, που η Μίλντρεντ συμπάθησε, αλλά το πιο βαρετό ήτανε πως το διαμέρισμά του ήτανε γκαρσονιέρα με κουζινάκι και ζοφερό. Ο Λούις ήτανε καλόβολος αλλά σφιχτοχέρης. Επίσης ήτανε προσβλητικό για τη Μίλντρεντ να βγαίνει κρυφά έξω από το σπίτι, όταν εκείνη κι ο Λούις πηγαίνανε για φαγητό (όχι συχνά, επειδή ο Λούις είχε την απαίτηση να μαγειρεύει και να κάνει και λίγο καθάρισμα επίσης) κι όταν ο Λούις έφερνε κόσμο για να μιλήσει για δουλειές, να της ζητεί να κρυφτεί στο κουζινάκι και να μη βγάλει άχνα. Ο Λούις πουλούσε πιάνα χοντρική. Η Μίλντρεντ έκανε πρόβες στο λόγο που επρόκειτο να βγάλει σύντομα: "Ελπίζω να καταλαβαίνεις πως δεν έχεις κανενός είδους δικαίωμα πάνω μου, Λούις. Είμαι ένα κορίτσι που δεν έχει μάθει να δουλεύει, ούτε καν στο κρεβάτι..."
     Αλλά πριν της δοθεί η ευκαιρία να εκφωνήσει τον λόγο της, που στην ουσία θα 'τανε κυρίως αίτημα για περισσότερα χρήματα, γιατί γνώριζε πως ο Λούις είχε μπόλικα κρυμμένα κάπου, δόθηκε σ' ένα νεαρό πωλητή κάποιο βράδυ. Ο Λούις απλά είπε, αφού τελείωσαν όλοι το δείπνο τους σε ένα καφέ παραπλεύρως του δρόμου:
 -"Ντέηβ, γιατί δε παίρνεις τη Μίλντρεντ σπίτι σου για έναν υπνάκο; Εγώ πρέπει να πάω νωρίς στο κρεβάτι." Μ' ένα κλείσιμο του ματιού. Ο Ντέηβ έλαμπε από χαρά. Ήταν συμπαθητικός, αλλά ζούσε σ' ένα τροχόσπιτο, για όνομα του Θεού! Η Μίλντρεντ δεν είχε καμία πρόθεση να γίνει τσιγγάνα, να κάνει μπάνιο με σφουγγάρι κάτω από το ντους και να 'ναι αναγκασμένη να υπομένει τις φορητές τουαλέτες. Αυτή ήτανε μαθημένη σε λαμπρά ξενοδοχεία με υπηρεσία δωματίου μέρα και νύχτα. Ο Ντέηβ μπορεί να 'ταν νέος και γεμάτος πόθο, αλλά η Μίλντρεντ δεκάρα δεν έδινε γι' αυτά. Οι άντρες έλεγαν πως οι γυναίκες είναι όλες ίδιες, αλλά κατά τη γνώμη της ήταν ακόμα πιο αληθινό πως οι άντρες ήταν όλοι ίδιοι. Το μόνο που ήθελαν ήταν το Ένα Πράμα. Τουλάχιστον οι γυναίκες ήθελαν γούνινα παλτά, καλά αρώματα, διακοπές στις Μπαχάμες, μια κρουαζιέρα κάπου, κοσμήματα -εδώ που τα λέμε δεν ήθελαν και λίγα.
     Ένα βράδυ που ήταν με τον Ντέηβ σ' έν' επαγγελματικό δείπνο (ήταν διανομέας πιάνων και παραγγελιοδόχος, αν κι η Μίλντρεντ δεν είχε δει ούτε ένα πιάνο πουθενά στο τροχόσπιτο), η Μίλντρεντ έκανε τη γνωριμία ενός κυρίου Ζαπ, που λεγόταν Σαμ, ο οποίος είχε καλέσει τον Ντέηβ να δειπνήσουν σ' ένα ακριβό εστιατόριο. Ενθαρρυμένη από τρία Αλεξάντερ, η Μίλντρεντ φλέρταρε ασύστολα με τον Σαμ, που δε παρέμεινε απαθής κάτω από το τραπέζι κι η Μίλντρεντ απλά ανήγγειλε πως θα πήγαινε σπίτι με τον Σαμ. Το στόμα του Ντέηβ κρέμασε κι άρχισε να κάνει φασαρία, αλλά ο Σαμ -μεγαλύτερος και με περισσότερη αυτοπεποίθηση- άφησε διπλωματικά να εννοηθεί πως θα 'κανε σκηνή αν γινόταν καυγάς, έτσι ο Ντέηβ έκανε πίσω.
     Αυτό ήταν μεγάλη βελτίωση. Ο Σαμ και η Μίλντρεντ πέταξαν αμέσως για το Παρίσι, μετά για το Αμβούργο. Η Μίλντρεντ αγόρασε καινούρια ρούχα. Τα δωμάτια των ξενοδοχείων ήτανε σπουδαία. Η Μίλντρεντ δεν είχε ιδέα που μπορεί να βρίσκονταν από τη μια μέρα στην άλλη. Αυτός μάλιστα, ήταν ένας άντρας του οποίου η βιογραφία θ' άξιζε κάτι, αν μπορούσε μόνο να ανακαλύψει τι ακριβώς έκανε. Αλλά όταν μιλούσε στο τηλέφωνο, ήταν είτε σε κώδικα ή στα Εβραϊκά, τα Ρωσσικά ή τα Αραβικά. Η Μίλντρεντ ποτέ στη ζωή της δεν είχε ακούσει τόσο εκπληκτικά παράξενες γλώσσες και δε στάθηκε δυνατό ν' ανακαλύψει τι ακριβώς πουλούσε. Οι άνθρωποι έπρεπε κάτι να πουλάνε, δεν είν' έτσι; Ή να αγοράζουν κάτι κι αν αγόραζαν κάτι, θα 'πρεπε να υπάρχει μια πηγή χρημάτων, σωστά; 'Αρα, ποια ήταν αυτή η πηγή; Κάτι έλεγε στη Μίλντρεντ πως σύντομα θα 'ρχόταν η ώρα να σταματήσει να δουλεύει. Ο Σαμ Ζαπ έμοιαζε σταλμένος από τη Θεία Πρόνοια. Είχε αρχίσει να τον επεξεργάζεται, προσπαθώντας να είναι διακριτική.
 -"Δεν θα με πείραζε να ηρεμήσω και ν' αλλάξω ζωή", είπε.
 -"Δεν είμαι απ' αυτούς που παντρεύονται," απάντησε με χαμόγελο κείνος.
     Δεν εννοούσε αυτό. Εννοούσε ένα χρηματικό απόθεμα και μετά ήταν ελεύθερος να της πει "'Αντε γεια", αν ήθελε. Δεν θα χρειάζονταν όμως κάμποσα χρηματικά αποθέματα για να κάνουν ένα κομπόδεμα; Θα 'πρεπε να περάσει πάλι τα ίδια με μελλοντικούς Σαμ Ζαπ; Το μυαλό της Μίλντρεντ αγκομαχούσε στη προσπάθεια να δει τόσο μακριά στο μέλλον, αλλά δε φαινόταν να υπάρχει αμφιβολία πως θα εκμεταλλευότανε τον κύριο Ζαπ, τουλάχιστον για όσο τον είχε. Οι ιδέες αυτές ή τα σχέδια, εύθραυστα σαν τους τρύπιους ιστούς αράχνης, σαρώθηκαν από τα γεγονότα των ημερών που ακολούθησαν τη παραπάνω συζήτηση.
     Ο Σαμ Ζαπ ξαφνικά μετατράπηκε σε φυγάδα. Για μερικές μέρες έπρεπε να παίρνουν αεροπλάνα με τις θέσεις τους χωριστά, επειδή υποτίθεται πως αυτός κι η Μίλντρεντ δε ταξιδεύανε μαζί. Μια φορά τους κυνηγούσαν οι σειρήνες ενός περιπολικού, καθώς ο οδηγός του Σαμ γκάζωνε σ' ένα δρόμο των 'Αλπεων, με προορισμό τη Γενεύη. Η Μίλντρεντ βρισκόταν στο στοιχείο της, φροντίζοντας τον Σαμ με μαντήλια υγρά από λίγη κολώνια, εμφανίζοντας ένα σάντουϊτς με ζαμπόν από τη τσάντα της σε περίπτωση που πεινούσε ή μια μποτίλια μπράντυ όταν αισθανόταν τη καρδιά του να σκιρτά. Η Μίλντρεντ φανταζόταν πως ήταν μια ηρωίδα σαν εκείνες που είχε δει στις ταινίες -καλές ταινίες- που λέγανε γι' άντρες και τις φιλενάδες τους, που προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τη τόσον άδικα υπέρτερη σε οπλισμό αστυνομία.
     Οι γεμάτες αίγλη ονειροπολήσεις της δε κρατήσανε πολύ. Πρέπει να 'τανε στην Ολλανδία -η Μίλντρεντ συνήθως δεν είχε ιδέα που βρισκόταν - όταν η λιμουζίνα ξαφνικά σταμάτησε μ' ένα στρίγκλισμα των φρένων, ακριβώς όπως γίνεται στα έργα κι η Μίλντρεντ κουβαριάστηκε σα μούμια από τον Σαμ μαζί με τον σωφέρ, με βαρύ, άκαμπτο μουσαμά, με σχοινιά γύρω-γύρω. Πετάχτηκε σ' ένα κανάλι και πνίγηκε.
     Κανείς δε ξανάκουσε ποτέ για τη Μίλντρεντ. Κανείς ποτέ δε τη βρήκε. Αν την βρίσκανε, δεν θα υπήρχε κάποιος πρόχειρος τρόπος αναγνώρισης, καθώς ο Σαμ είχε το διαβατήριό της κι η τσάντα της ήτανε στο αυτοκίνητο. Πετάχτηκε στα σκουπίδια, έτσι όπως θα μπορούσε κανείς να πετάξει έναν αναπτήρα Μπικ όταν τελειώσει, ένα βιβλίο τσέπης που 'χει διαβαστεί κι έχει γίνει περιττή αποσκευή. Κανείς δε πήρε ποτέ στα σοβαρά την απουσία της Μίλντρεντ. Οι καμιά εικοσαριά άνθρωποι που τη ξέρανε και τη θυμόντουσαν κι οι ίδιοι σκορπισμένοι ανά την υφήλιο, απλά νομίζανε πως ζούσε σε κάποιαν άλλη χώρα ή πόλη. Μια μέρα, φαντάζονταν, θα εμφανιζότανε ξανά σε κάποιο μπαρ, σε κάποιαν αίθουσα υποδοχής ενός ξενοδοχείου.
     Σύντομα τη ξέχασαν.
_________________________________________________________

Patricia Highsmith
"Bed Accesoire" (1974)

Μετάφραση: Χαρούλα Μαθιουδάκη

 

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers