Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Εκδοθέντες 

Σωτηρόπουλος Βασίλης: Νεανική & Δυνατή Φωνή...

 

                                      Το Τρενάκι Της Χαράς

     Είχε γυρίσει όλο τον κόσμο κι είχε ενσταλάξει αυτήν την τεράστια εμπειρία στα ταξιδιωτικά του μυθιστορήματα, τα οποία επανήλθαν στη μόδα, χάρη στη δύναμη της δημιουργικής του φαντασίας και την ρωμαλέα αφηγηματική του ικανότητα, αλλά είχαν περάσει ήδη δεκαπέντε χρόνια από τότε που δημοσίευσε το τελευταίο ηχηρό του έργο.
     Εκείνο το μεσημέρι τον είχε καλέσει ο εκδότης στο γραφείο του, στο κέντρο της πόλης, να του ανακοινώσει την επικείμενη εκτύπωση του νέου του βιβλίου. Για πρώτη φορά, λοιπόν, σκέφτηκε να μεταβεί στο κέντρο με το μετρό. Είχε επισκεφτεί όλα τα μετρό της γης εκτός από το δικό «του», η στάση του οποίου ήταν δίπλα στο σπίτι του!
     Κατέβαινε νωχελικά τις κλίμακες, αφήνοντας το σώμα του να παρασυρθεί από την ορμή της καθόδου, χωρίς να παρατηρεί καθόλου το φουτουριστικό περιβάλλον. Επιβιβάστηκε στο βαγόνι μηχανικά, ενώ το μυαλό του, έχοντας πάρει φόρα από τη σωματική κάθοδο, συνέχιζε την καταβύθιση σε πιο ενδόμυχα τοπία που δεν τολμούσε να σκαλίσει, όταν ο ίδιος βρισκόταν αμέριμνος στον πάνω κόσμο. Η σκέψη του έγινε σταδιακά πιο ιλιγγιώδης από την ταχύτητα του μετρό και, μπροστά από τα μάτια του, άρχισαν να περνούν αστραπιαία οι εκατοντάδες σελίδες του βιβλίου που είχε στα χέρια του ο εκδότης, περιμένοντας την τελική κατάφαση για να το στείλει στο τυπογραφείο. Κι ανάμεσα στις εκατοντάδες σελίδες έβλεπε με κόκκινα, κίτρινα και πορτοκαλί τυπογραφικά στοιχεία τα σφάλματα, τις αβλεψίες, όλα τα στυλιστικά ατοπήματα και τις δομικές αστοχίες του έργου του. Μια ατέλειωτη σειρά μαργαριταριών που δεν τολμούσε καν να διανοηθεί πως υπήρχαν, ενώ βρισκόταν στον πάνω κόσμο, αποκαλύφθηκαν κραυγάζοντας από τα έγκατα του συγκοινωνιακού λαγουμιού!
     Μόλις το μετρό έφτασε στο κέντρο της πόλης, οι επιβάτες είδαν τον ηλικιωμένο συγγραφέα, με το μπεζ καπελάκι του και το καρό κοστούμι να τρέχει γρήγορα προς την έξοδο, σαν να πνιγόταν.
 -"Τι πάθατε;" τον ρώτησε ένας υπάλληλος.
 -"Τίποτα. Είναι η πρώτη φορά που μπαίνω κι είδα το χάρο με τα μάτια μου", απάντησε υστερικά ενώ ανέβαινε τις συμβατικές σκάλες πολύ πιο γρήγορα απ' όσο ανέβαιναν οι κυλιόμενες. Μπήκε σα σίφουνας στο γραφείο του εκδότη, ο οποίος τον ρώτησε πανικόβλητος τι τρέχει κι εκείνος, κλείνοντας πίσω την πόρτα, τον ρώτησε που το έχει. Ο εκδότης του έδειξε μπροστά του τον παχύ φάκελο, γύρω στις οχτακόσιες σελίδες που περίμεναν ν' αυξηθούν και να πληθύνουν και τότε τις άρπαξε και τις έκρυψε βίαια κάτω από το σακάκι του!
 -"Που πας;" του φώναξε ο εκδότης.
 -"Έχω να κάνω μερικές διορθώσεις ακόμα", ήρθε η απάντηση από το ασανσέρ που κατέβαινε και πάλι στο ισόγειο.
     Στο μετρό της επιστροφής, κρατούσε σφιχτά το φάκελο, μη τολμώντας να τον ανοίξει. Σκεφτόταν με την ίδια ιλιγγιώδη ταχύτητα μία προς μία τις αλλαγές και τις αναθεωρήσεις που έπρεπε να γίνουν. Αλλά, μόλις έφτασε στο σπίτι του κι έκατσε μπροστά στο γραφείο, άνοιξε το φάκελο κι είδε μπροστά του το ίδιο άθικτο κι απαράμιλλο κείμενο που είχε δώσει για εκτύπωση, χωρίς ωστόσο να βρίσκει κανένα ψεγάδι. Είχε ξεχάσει όλες τις διορθώσεις που σχεδίαζε στο μετρό και σκέφτηκε ότι μάλλον πρέπει να ήταν απλώς η ανασφάλεια του τερματοφύλακα πριν το πέναλτι. Πήρε το φάκελο και ξανακατέβηκε στο μετρό, ψάχνοντας να βρει κάποια δικαιολογία για την ανάρμοστη συμπεριφορά του.
     Αυτή τη φορά στο βαγόνι, άνοιξε το φάκελο κι άρχισε να ξεφυλλίζει πάλι το μυθιστόρημα. Και, φυσικά, άρχισε να ξαναβλέπει ολοκάθαρα τα αδύναμα σημεία και τα κενά που έπρεπε να εξαλειφθούν! Και πάλι άρχισαν να του έρχονται οι λύσεις και να μεθοδεύει τις διορθώσεις που έπρεπε, πάση θυσία, να γίνουν, πριν το έγκλημα της τυπογραφικής αναπαραγωγής. Μόλις έφτασε στο κέντρο, σκέφτηκε ότι δεν έπρεπε να την πατήσει αυτή τη φορά, γιατί άλλη μια έξοδος από το μετρό θα μπορούσε ν' αποβεί μοιραία για την έμπνευσή του. Οπότε, έβγαλε ένα μικρό μολυβάκι που βρήκε πεταμένο σε μια από τις τσέπες του σακακιού του κι άρχισε να κάνει επιτόπου τις διορθώσεις, ενώ το μετρό συνέχιζε το αδιάκοπο πήγαινε-έλα από τη μια μέχρι την άλλη άκρη της πόλης.
Έχοντας διατελέσει επιβάτης σε όλες τις υπόγειες διαδρομές της ημέρας, βγήκε στην επιφάνεια, κατά το βράδυ, κοιτάζοντας με δέος το «στόμα» της σήραγγας κι έφτασε στο γραφείο του πετώντας τον φάκελο σ' ένα συρτάρι. Δεν τον ενδιέφερε πια το διορθωμένο μυθιστόρημα, δεν τον ένοιαζε ο εκδότης που περίμενε, δεν τον ένοιαζε τίποτα, εκτός από το μετρό. Έκανε όνειρα για την επόμενη μέρα, σκεφτόταν ότι θα έμπαινε σε αυτό και θ' αφηνόταν στις σκέψεις του που κάνανε κόντρες με την ταχύτητα των βαγονιών.
     Την επόμενη μέρα, στις πέντε το πρωί, πλύθηκε, ντύθηκε, άρπαξε την τσάντα του και πήρε το μετρό. 'Αρχισε να σκέφτεται ένα διήγημα που διαμορφωνόταν πολύ γρήγορα στο μυαλό του: ένας συγγραφέας που, επειδή, κατά ένα ανεξήγητο λόγο, τα υποχθόνια ταξίδια του φέρνουν έμπνευση, επισκέπτεται τα διασημότερα μετρό του κόσμου και καταγράφει τις ιστορίες που εμπνέεται μέσα σ' αυτά. Σιγά-σιγά το διήγημα πήρε διαστάσεις νουβέλας κι η υπόλοιπη εβδομάδα τον βρήκε κλεισμένο μέσα στο μετρό να γράφει στο φορητό του υπολογιστή τις υπόγειες περιπέτειες της φαντασίας του.
     Στο τέλος της εβδομάδας, ένα κορίτσι με μακριά κατάμαυρα μαλλιά τον πλησίασε και του μίλησε. Του είπε ότι τον ξέρει, έχει διαβάσει τα περισσότερα βιβλία του, τον εκτιμάει αρκετά κι ότι ήταν έκπληξη γι' αυτήν να τον βλέπει κάθε μέρα να είναι στο ίδιο βαγόνι με την ίδια και να γράφει συνέχεια. Εκείνος τη κοίταξε, της χαμογέλασε και της εξήγησε την περίεργη ιστορία του. Τότε εκείνη έβγαλε μια δισκέτα από το τσαντάκι της και τον παρακάλεσε να δει το περιεχόμενό της. Η δισκέτα μπήκε στον υπολογιστή και στην οθόνη εμφανίστηκε ένα ποίημα που μιλούσε για έναν ποιητή που ταξιδεύει όλη μέρα με το μετρό και γράφει ένα τεράστιο ποίημα για κάποιον που γράφει ένα μυθιστόρημα για έναν συγγραφέα που έγραφε ένα διήγημα στο μετρό!
     Ενθουσιασμένοι κι οι δυο άρχισαν να μιλάνε δυνατά για το περίεργο ενεργειακό πεδίο που αναζωπυρώνει τη χαμένη έμπνευση, ενώ οι επιβάτες τους κοίταζαν συνέχεια με περιέργεια, όταν ξαφνικά ένας νεαρός φαντάρος που στεκόταν όρθιος πλησίασε και τους είπε ότι κάθε φορά που παίρνει το μετρό του έρχονται στο μυαλό περίεργες ιστορίες μ' ερωτικά τρίγωνα και τα λοιπά και μια κυρία δίπλα του προσέθεσε πως κι η ίδια είχε σκεφτεί ένα σενάριο για μια ταινία που διαδραματίζεται εξ ολοκλήρου στο μετρό κι ένας κύριος με μουστάκι που ήταν μαθηματικός είπε ότι οι μαθητές του που έρχονταν στο φροντιστήριο με το μετρό είχαν πάντα άψογα λυμένες τις ασκήσεις τους ενώ όσοι έρχονταν με τα πόδια ήταν σκράπες.
     Σε λίγο όλο το βαγόνι είχε θυμηθεί ξαφνικά ότι στο μετρό έβρισκε πάντα κάτι καινούργιο κι όταν η αμαξοστοιχία έφτασε στο κέντρο κανείς δεν κατέβηκε, αλλά μείναν όλοι μέσα και φτάσαν όλοι μαζί πάλι στο τέρμα, ώσπου συνειδητοποίησαν ότι είχαν ξεχαστεί, οπότε ξανάκαναν την ίδια διαδρομή για να κατέβουν και να πάνε στις δουλειές τους.
     Την επόμενη μέρα τα κανάλια είχαν πρώτη είδηση το θέμα του υπόγειου brain storming. Την μεθεπόμενη μέρα στο μετρό συντελούνταν ένας δημιουργικός οργασμός άνευ προηγουμένου που είχε διάρκεια μέχρι τις δώδεκα το βράδυ. Γιαγιάδες που πλέκανε, ποιητές που γράφανε και διάβαζαν φωναχτά τα ποιήματά τους, σκιτσογράφοι που σχεδιάζανε σε χαρτιά ακουμπισμένα στα γόνατά τους, φωτογράφοι με τις μηχανές που απαθανάτιζαν τους συνεπιβάτες τους, ζογκλέρ με μπαλάκια και κορίνες που δοκιμάζανε πρωτοποριακά ακροβατικά, σχεδιαστές ιστοσελίδων με τους φορητούς υπολογιστές, μουσικοί με παρτιτούρες απλωμένες στα πόδια τους. Και στη μέση, φυσικά, εκείνος που έγραφε το μυθιστόρημά του κάνοντας διάλογο μ' όλους, διαβάζοντας δυνατά τ' αποσπάσματα που τελείωνε και ρουφώντας το πανηγύρι που φούντωνε, πάνω σε ράγες, τριάντα μέτρα κάτω από την πόλη.
     Τις επόμενες μέρες, για να βρεις θέση στο μετρό έπρεπε να είχες ξυπνήσει από τις πέντε το πρωί. Μία από αυτές τις μέρες τον πλησίασα και του διάβασα ένα από τα πένθιμα τετράστιχά μου, αυτά που τόσο είχαν αναδείξει την οικογενειακή μας επιχείρηση, όταν έγιναν μόδα, στα μέσα της τελευταίας δεκαετίας του περασμένου αιώνα. Ήμουν κάπως διαφορετικός από τους άλλους συγγενείς μου, είχα μια μανία να γράφω στίχους, ώσπου τελικά την αξιοποίησα και κατάφερα να κάνω το γραφείο μας το πιο πετυχημένο σε όλη την πόλη. Και φυσικά, έμεινα έκπληκτος, που ένας τέτοιος συγγραφέας μου είπε ότι αυτά τα τετράστιχα ήταν πραγματικά έργα τέχνης κι ότι τους άξιζε που σκαλίζονταν απευθείας σε μάρμαρο.
     Στους επόμενους μήνες όλες οι στάσεις του μετρό είχαν πάρει ονόματα μεγάλων δημιουργών, απ' όλες τις τέχνες. Στους χώρους του μετρό άνοιξαν μαγαζιά που πουλούσαν χαρτικά και μουσικά είδη, είδη πλεξίματος και με απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού επέτρεψαν την κατανάλωση καφέ και τσιγάρων, επειδή οι ειδικοί είχαν αποφανθεί ότι θα βοηθούσαν ακόμα περισσότερο το νέο αυτό underground καλλιτεχνικό ρεύμα.
     Το μυθιστόρημα προχωρούσε συνέχεια, αλλά μας είπε ότι δεν ήθελε να το εκδώσει, δεν ήθελε καν να το τελειώσει, γιατί το έγραφε για να το διαβάζει σε μας. Κι όταν τελικά αποφάσισε να βάλει την τελευταία τελεία, ξεψύχησε.
     Το γραφείο της οικογένειάς μου ανέλαβε τον τάφο του, στον οποίο φυσικά χάραξα το καλύτερό μου πένθιμο τετράστιχο κι ήμουν πολύ περήφανος, όχι μόνον επειδή είχα γνωρίσει ένα τόσο σημαντικό συγγραφέα κι άνθρωπο, αλλά κι επειδή κατάφερα, μετά από πραγματική πάλη με την γραφειοκρατία, να πραγματοποιήσω την τελευταία του επιθυμία: να χτίσω τον τάφο του, κάτω, στην αποβάθρα του μετρό, δίπλα ακριβώς από εκεί που σταθμεύει το τραινάκι της χαράς.

                                          Προμηθέας Πυρκαεύς

     Λιοπύρι έξω από το αυτοκίνητο, ηλεκτρονική μουσικούλα από το Game-Boy του Νίκου, μέσα. Εγώ βαριέμαι αφόρητα τη διαδρομή, η μαμά εκστασιάζεται με την ομορφιά της φύσης, ο μπαμπάς στο τιμόνι. Η πρώτη μας επίσκεψη στην Επίδαυρο. Περασμένο μεσημέρι, καλοκαιριάτικη πλήξη. Ο δρόμος γεμάτος με αφίσες που διαφημίζουν την αυριανή παράσταση: Αισχύλου: "Προμηθέας Πυρκαεύς"-Σατυρικό Δράμα. Κι από κάτω φωτογραφία μιας τεράστιας φωτιάς.
     Φτάνουμε στην Αρχαία Επίδαυρο, αφήνουμε το αυτοκίνητο και προχωράμε κουρασμένοι, αλλά μ' ενθουσιασμό, προς την είσοδο του αρχαιολογικού χώρου, η οποία, ενώ πλησιάζουμε κλείνει αργά κι αυτοκρατορικά: είναι ήδη 7, ώρα κατά την οποία απαγορεύεται η πρόσβαση του κοινού στο Κοίλον. Ο μπαμπάς παρακαλεί να μας αφήσουν για πέντε λεπτά να δούμε το θέατρο, "τόσο δρόμο κάναμε μέχρι να έρθουμε, πέντε λεπτά πριν ή πέντε μετά, δε χάλασε ο κόσμος". Ο πορτιέρης επικαλείται το ωράριο και δεν δέχεται να ανοίξει καμία πόρτα. Τον παρακαλούμε να κάνει τα στραβά μάτια για λίγο, αλλά είναι αναποφάσιστος. Η μαμά εκρηγνυται:
 -"Και ποιοι είναι αυτοί οι δημοσιουπαλληλίσκοι που κλείνουν την είσοδο στο κοινό από τις εφτά, ενώ ο ήλιος είναι εκεί πάνω; Ακόμα κι η Ακρόπολη είναι ανοιχτή ως τις εννιά"!
     Το υπαλληλίδιον έρχεται σε αμηχανία, στην ουσία συμφωνεί, αλλά μάλλον θα συμφωνούσε καλύτερα και με λίγο λιπαντικό.
 -"Ας θέσετε το θέμα στη διοίκηση".
 -"Ποιος είναι ο διευθυντής σου, φέρτον εδώ να του τα πούμε από την καλή". Τον έφερε. Αμείλικτος ο διευθυντής, τα μάτια του πετάνε φωτιές, εξεμάνη προφανώς που τον σηκώσαμε από την κλασική σιέστα, επικαλείται τις εγκυκλίους του υπουργείου πλέκοντας έναν οργισμένο μονόλογο που θα τον ζήλευε κι ο Κάφκα σε περιεχόμενο. Κι όλα αυτά πίσω από τα κάγκελα, φυσικά, μην τον πάρουνε τα σκάγια.
     Η μαμά ψιθυρίζει κάτι στον μπαμπά για «λάδωμα», «τοσα χιλιομετρα τσάμπα», «τα παιδιά πρέπει να δουν», ο μπαμπάς διαφωνεί με κάτι «δεν χάνεται η Επίδαυρος», «ερχόμαστε αύριο», εμείς έχουμε κάνει ήδη μεταβολή και προχωράμε στεναχωρημένοι προς το κυλικείο.
     Όπως προχωράμε, μια καθαρίστρια που άδειαζε ένα κάδο μας κλείνει το μάτι:
 -"Θέλετε να δείτε το θέατρο";
 -"Θέλουμε".
 -"Γιατί δεν πάτε από το πάνω δρομάκι";
 -"Ποιό δρομάκι";
 -"Αυτό εδώ πέρα. Θα σας βγάλει κατευθείαν στο θέατρο. Να πάμε! Ελάτε, να σας δείξω από πού".
     Όλο χαρά εμείς, θα δούμε το θέατρο, τζιτζίκια κι ανηφόρα, με οδηγό την καθαρίστρια σε πείσμα του διευθυντή της, λες και παίζουμε Αριστοφάνη.
Φτάνουμε στο Κοίλο, με το που το βλέπω εγώ αρχίζω ν' ανεβαίνω στις κερκίδες: μου είχαν υποσχεθεί ότι κι ένα χαρτί να σκίσουν στην ορχήστρα, θ' ακουστεί μέχρι το τελευταίο σκαλάκι. Ο Νίκος έχει μείνει κάτω για να σκίσει το χαρτί. Εν τω μεταξύ, στην ορχήστρα ένας θίασος ετοιμάζεται για πρόβα. Ο σκηνογράφος τοποθετεί τα τελευταία «δέντρα» στη σκηνή κι ο σκηνοθέτης -τυπικός σκηνοθέτης, σοβαρός, με το μουσάκι του, με την επιτακτική φωνή και το ηγετικό παράστημα- δίνει εντολές. Κανείς δεν πρόσεξε την τετραμελή οικογένεια που μπήκε στο Κοίλο.
     Ώσπου από μακριά βλέπουμε να καταφθάνει μέσα σε μια θύελλα οργής η διοικητική κουστωδία. Κάποιος σφύριξε στο διευθυντή και τα υπαλληλίδια του ότι μπήκαμε παρανόμως στο χώρο και έρχεται να μας αποβάλει. Από το θυμό του έχει γίνει κατακόκκινος κι ωρύεται φωνάζοντας ακατάληπτες κουβέντες που μόλις πλησιάζει γίνονται όλο και πιο καθαρές.
 -"Τί δουλειά έχετε εσείς εδώ";
 -"Ποιοί εμείς";
 -"Εσείς οι τέσσερις! Δεν σας είπαμε ότι δεν επιτρέπεται; Κύριε σκηνοθέτα, από πού μπήκαν αυτοί";
     Ο σκηνοθέτης που δεν μας είχε παρατηρήσει, μπήκε στο κόλπο αμέσως, ξέροντας προφανώς με τι κάφρο διευθυντή είχε να κάνει.
 -"Ποιοί «αυτοί»";
 -"Αυτοί οι τέσσερις, η οικογένεια! Ήρθαν με το που κλείσαμε τις πόρτες και τους διώξαμε! Και τώρα τι δουλειά έχουν εδώ";
     Ο σκηνοθέτης δίνει την πληρωμένη απάντηση:
 -"Μα αυτοί είναι στο θίασο. Είναι για την πρόβα".
 -"Ποιοί";
 -"Αυτοί"; Ο διευθυντής έχει αρχίσει να τρελαίνεται.
 -"Ναι, αυτοί. Γιατί κάνετε έτσι; Είναι για την παράσταση".
     Ο διευθυντής κοντεύει να ορμήσει πάνω στο σκηνοθέτη και να τον κάνει τόπι στο ξύλο.
 -"Μη μου λες εμένα ό,τι δεν ξέρω τι είναι αυτοί! Είναι οικογένεια που ήρθε να δει το θέατρο! Αυτό μου είπαν απ' έξω"!
 -"Φυσικά είναι οικογένεια", λέει ο σκηνοθέτης. "Αυτό είναι το εύρημα του έργου: μία σύγχρονη οικογένεια που πηγαίνει εκδρομή και κατά λάθος βάζει φωτιά στο δάσος. Έτσι ξεκινάει η παράσταση! Κάτσε να δεις πρόβα".
     Ένα μικρό δάσος είχε στηθεί στην ορχήστρα κι ο σκηνογράφος είχε ανάψει μερικές δάδες για να καψαλίσει τις κορφές των δέντρων, για να φαίνονται στην παράσταση σαν καμένα. Ο σκηνοθέτης μας είπε να πάρουμε τις δάδες και μόλις ακούσουμε μουσική, να βγούμε στην ορχήστρα και να βάλουμε φωτιά εμείς στα δέντρα! Ο σκηνογράφος συμφώνησε να κάνουμε εμείς τη δουλειά του, μόνο και μόνο για να κοροϊδέψουμε τους υπαλλήλους και να τους πείσουμε ότι παίζουμε στην παράσταση. Εγώ κι ο Νίκος βρήκαμε πανέξυπνη αυτή τη διαβολιά και χωρίς πολύ προσπάθεια πείσαμε τις μπαμπομαμάδες να παίξουν κι αυτοί στο δρώμενο «Μπουρλότο Στη Γραφειοκρατία».
     Οι υπάλληλοι κάθονται περίεργοι στις πρώτες θέσεις και περιμένουν να δουν την πρόβα. Τους έχουν πρήξει κι όλας με αυτή την παράσταση, επειδή, λέει, το έργο ήταν το χαμένο σατυρικό δράμα από την αισχυλική τετραλογία "Προμηθέας Πυρφόρος"-"Προμηθέας Δεσμώτης"-"Προμηθέας Λυόμενος" από την οποία σωζόταν μόνο το μεσαίο έργο και τώρα, λέει, βρέθηκε και το τέταρτο έργο. Χαρά στα λάχανα.
     Ξαφνικά ακούγεται μία μουσική από διάφορα πνευστά, εντελώς ακατέργαστη, οπότε σκάνε μύτη ο μπαμπάς με τη μαμά με τις δάδες τους. Από πίσω ερχόμαστε εμείς. Πρώτα πάει ο μπαμπάς να ανάψει το «δεντράκι» , σεμνά, όπως δίνει άγιο φως στην εκκλησία, Μεγάλο Σάββατο βράδυ. Τα ίδια κι η μαμά, βάζει φωτιά σ' ένα άλλο δεντράκι και μας παρακινούν κι εμάς να βάλουμε φωτιά. Εμάς ξαφνικά μας έπιασαν οι ντροπές μας, χάσαμε τον ενθουσιασμό, μείναμε με τις δάδες στα χέρια και κοιτάγαμε αμίλητοι τους γονείς. Εκείνοι μας έδειχναν πόσο ωραία έβαζαν σεμνά τις φωτίτσες στα άλλα «δεντράκια» κι είχαν αρχίσει να μας λένε "ελάτε, κάντε το κι εσείς, δεν είναι κακό, θέατρο είναι, βάλτε φωτίτσα". Εν τω μεταξύ η μουσική να δυναμώνει όλο και πιο πολύ και να γίνεται όλο και πιο μπερδεμένη κι ακατανόητη, με κραυγές, πνευστά και γρήγορα τύμπανα που χτυπούσαν δαιμονισμένα.
     Ώσπου όλοι αυτοί οι κρότοι γίνανε τόσο δυνατοί και τόσο ρυθμικοί που ήταν σαν να μας χτυπούσαν τα εντόσθια, οπότε από τον εκνευρισμό μας το βάζουμε στα πόδια και τότε βλέπω το Νίκο να τρέχει εκτός του κύκλου της ορχήστρας, να πλησιάζει και να σκαρφαλώνει πάνω σ' ένα από τα αληθινά δέντρα που ήταν εκτός σκηνής, κρατώντας στο ένα χέρι του τη δάδα. Από πίσω να ακολουθώ κι εγώ μιμούμενος με μανία το σκαρφάλωμα κρατώντας κι εγώ τον αναμμένο πυρσό. Κι όσο δυνάμωνε η μουσική τόσο φούντωνε η φωτιά. Και μόλις φτάσαμε στην κορφή του δέντρου, βάλαμε φωτιά στα κλαδιά του και προσπαθούσαμε να περάσουμε στο άλλο δέντρο που ήταν δίπλα και να βάλουμε φωτιά και σ' αυτό και στο άλλο και στο άλλο και σ' όλα τα δέντρα που φτάναμε!
     Όλοι οι άλλοι μας κοιτούσαν έκπληκτοι και μάλλον πρέπει να φώναζαν, αλλά εμείς δεν ακούγαμε τίποτα, γιατί τόσο μας είχε κυριεύσει όλος αυτός ο ορυμαγδός της μουσικής της παράστασης που θέλαμε πραγματικά να βάλουμε φωτιά σ' ό,τι βρίσκαμε μπροστά μας. Φαντάζομαι πως θα προσπάθησαν να σκαρφαλώσουν στα δέντρα για να μας κατεβάσουν, αλλά δεν θυμάμαι να είδα τίποτα γιατί εκείνη την ώρα με είχε καταλάβει η ιερή μανία να μυήσω τη φύση στο μυστήριο της φωτιάς. Εκείνος πάντως που είχε περιέλθει σε κανονική έκσταση ήταν ο Νίκος, αφού νόμιζα ότι τα πυρόξανθα μαλλιά του είχαν γίνει αληθινές φλόγες που μετέδιδαν τη φωτιά από όπου περνούσε.
     Η «πρόβα» τελείωσε με κάμποσες μάνικες που στράφηκαν ακόμα και πάνω μας για να μη καούμε. Η παράσταση, την επόμενη μέρα, μάθαμε πως είχε μεγάλη επιτυχία. Ο "Προμηθέας Πυρκαεύς" έκανε την παγκόσμια σύγχρονη πρεμιέρα του μέσα σ' ένα καμένο τοπίο. Έτσι ξεκίνησα την καριέρα μου ως σκηνογράφος, στην σημαντικότερη, ίσως, παράσταση της Επιδαύρου.

                                          Η Αγία Κρέπα

     Ο Μενέλαος είχε ένα μικρό μαγαζί στην πλατεία, απέναντι από την εκκλησία. Το άνοιξε ύστερα από μία χαμένη δεκαετία. Το βιβλιοπωλείο που είχε προηγουμένως -παιδικό όνειρο- πήγαινε χάλια, οπότε, του 'δωσε μια και το 'κλεισε, για ν' ανοίξει -εφηβικό όνειρο- μια κρεπερί, στο ίδιο σημείο της πλατείας. Δυσάρεστο πράγμα να κλείνει ένα ρεστοράν πνευματικής τροφής για ν' ανοίξει ένα βρωμικάδικο, αλλά τι να γίνει;
     Την πρώτη περίοδο ήταν αισιόδοξος ότι θα μπορούσε να κρατήσει μια λογοτεχνική ατμόσφαιρα στο κατάστημα, δίνοντας, ας πούμε, ονόματα συγγραφέων στις κρέπες που θα ετοίμαζε. Ή δίνοντας στο μαγαζί έναν κουλτουριάρικο τίτλο. Άρχισε να ετοιμάζει έναν τιμοκατάλογο του στυλ:

        Χέμινγουεη (Τυρί, μανιτάρια, κοτόπουλο)........................... 5,40
        Κέρουακ (Σοκολάτα, Grand Marnier)................................... 4,50
        Μάρκες (Μπισκότο, λευκή σοκολάτα)...................................4,60

…και πάει λέγοντας. Για όνομα του μαγαζιού, αρχικά, σκέφτηκε το «Συμπόσιον», αλλά κατόπιν πέρασαν από το μυαλό του και ιδέες, όπως «Αλχημιστής» και «Βέρθερος». Όνειρο θερινής νυκτός. Τελικά, αποφάσισε πως , αν ήθελε να πάει καλά η κρεπερί του, έπρεπε να ξεχάσει όλες τις λογοτεχνικές του καταβολές και να γίνει ένας κανονικός crepier -ενήλικη πραγματικότητα- που ο κόσμος θα τον προτιμούσε για τη δουλειά του κι όχι για την αισθητική του. Έβγαλε τα ονόματα των συγγραφέων από τον κατάλογο με τις κρέπες, ανέβασε λίγο τις τιμές τους κι αποφάσισε οριστικά πως η ταμπέλα του μαγαζιού θα έγραφε με κόκκινα χοντρά γράμματα σε λευκό φωτεινό φόντο: «ΚΡΕΠΑ».
     Το πήρε απόφαση λοιπόν, ότι δεν θα είναι βιβλιοπώλης μεταμφιεσμένος σε crepier, αλλά ένας καλός crepier σκέτος. Με όλες τις διαστροφές ενός καλού crepier. Όπως το να μαντεύεις τι κρέπα θα σου ζητήσει ένας πελάτης που τον βλέπεις για πρώτη φορά στη ζωή σου. Ή να βάζεις το χυλό στο μάτι, αμέσως όταν πλησιάζει, χαρωπά πεινασμένος, ένας τακτικός πελάτης, πριν καν δώσει την παραγγελία. Ή να αποσώνεις μόνος σου το Grand Marnier, όταν έχει πέσει σε αχρησία και σ' έχουν πιάσει οι μοναξιές σου.
     Με τον καιρό ξεχώρισε στο μυαλό του το πελατολόγιο σε δυο κατηγορίες. Αυτούς που, ανεξάρτητα από το αν έρχονταν για πρώτη ή για εκατοστή φορά στο μαγαζί, ανεξάρτητα από το αν ήθελαν κάτι απόλυτα αναμενόμενο ή εντελώς απροσδόκητο, είχαν ειδικό ενδιαφέρον ή όχι.  Αυτό το «ειδικό ενδιαφέρον» εστιαζόταν σε μια εξωκρεπική λεπτομέρεια, η οποία, για άγνωστο λόγο, ερέθιζε την περιέργεια του crepier. Μια λεπτομέρεια, ας πούμε, που θα διέγειρε τόσο έντονα την φαντασία του, ώστε να βγάλει από αυτή μια ολόκληρη ιστορία για τον πελάτη.
     Ανάμεσα τους τακτικούς πελάτες που, όμως, δεν ήξερε τίποτα για αυτούς, ήταν ένα ζευγάρι, το οποίο τον επισκεπτόταν κάθε Σάββατο, γύρω στις δώδεκα τα μεσάνυχτα, μετά τη βραδινή τους έξοδο. Εκείνη ήταν πάνω από εξήντα,  ακραία στιλιζαρισμένη: πλατινέ μαλλί, έντονο μακιγιάζ, δερμάτινα σύνολα σε βινύλ ή μαύρο κόκκινο το χειμώνα και ξώπλατες/ξώβυζες τουαλέτες τα καλοκαίρια. Εκείνος ήταν τριανταπεντάρης με μάτι αρπακτικού. Όχι όμορφος, αλλά της γριέτζως της έτρεχαν τα σάλια. Έρχονταν χεράκι-χεράκι στην κρεπερί. Εκείνος, δηλαδή, την οδηγούσε εκεί πέρα, γιατί εκείνη έφερνε -τάχα μου- αντιρρήσεις. Η σκηνή επαναλαμβανόταν κάθε σαββατόβραδο. Όπως και ο διάλογος:
 -"Να σου πάρω μια κρέπα";
 -"Όχι, όχι!", απαντούσε το σάψαλο, με μία ελαφρά ξενική προφορά
     Τραβώντας την απαλά, τελικά την έπειθε να μπουν στην κρεπερί, όπου πάντα ζητούσε κρέπα, σοκολάτα-μπανάνα-μπισκότο-Grand Marnier-ξηροί καρποί. Ο τύπος έπεφτε με τα μούτρα στην κρέπα, την οποία πλήρωνε πάντα ο ίδιος, αμέσως μόλις του την έδινε ο Μενέλαος. Η γριά έπαιρνε πάντα μια έκφραση σαν να ενοχλείται, σε στυλ «μα, τι κάνεις τώρα, βρε παιδί μου, άκου κρέπα βραδιάτικα», και φεύγανε. Η σεξοβόμβα έπρεπε να μένει κάπου στη γειτονιά, αλλά ο Μενέλαος δεν ήξερε που ακριβώς. Σε καμια ώρα περίπου, ο φτηνός ζιγκολό εμφανιζόταν και πάλι στην πλατεία, περπατώντας σε αντίθετη κατεύθυνση από εκεί που θα 'ταν το σπίτι της γριάς κι έφευγε. Ένα εικοσάλεπτο μετά, εμφανιζόταν στην κρεπερί η γριά και χτύπαγε μια σοκολάτα-μπανάνα. Όταν την παράγγελνε, πάντα μιλούσε στον Μενέλαο στον πληθυντικό. Με την ξενική προφορά της, που είχε έναν γαλλικό απόηχο.
     Αν δεν υπήρχε αυτή η λεπτομέρεια με τη γαλλική προφορά, η εικόνα αυτή θα ήταν απλώς μία περίπτωση κουτσομπολιού της γειτονιάς. Όμως, τα πράγματα δεν ήταν δυνατόν να είναι έτσι. Η γριά προφανώς ήταν παλιά πόρνη. Από το εξεζητημένο γούστο της φαινόταν πως εξάσκησε για κάμποσο καιρό το επάγγελμα αυτό, όχι στο δρόμο, αλλά ίσως σε κάποια παριζιάνικα σαλόνια. Η, από ελαφρώς κυριλέ ως κυριλότατη, συμπεριφορά της έδειχνε, δηλαδή, πως είχε γνωρίσει και πολύ καλύτερες μέρες. Σίγουρα θα πήγαιναν με τον γκόμενο σε θέατρο κι εικαστικά γεγονότα. Και θ' αρκούνταν σε ό,τι φαγητό έβρισκαν σε catering από πρεμιέρες και λοιπά. Δεν εξηγιόταν αλλιώς η λύσσα του τύπου για φαϊ πριν το σεξ. Ήταν σαφές ότι ως τις δώδεκα δεν είχαν καν πατήσει σε εστιατόριο ή έστω καντίνα.
     Αντίθετα, η λύσσα της γριάς πουτάνας για φαΐ μετά, ήταν ευεξήγητη. Ο Μενέλαος κάθε φορά που ερχόταν αυτή στις μιάμιση το βράδυ, επέμενε να τη ρωτάει επί τούτου τι είδους κρέπα ήθελε, για να την κάνει να λέει το περίφημο «Μπανανά με σοκολά», προτάσσοντας ασυναίσθητα τη μπανάνα από τη σοκολάτα, παρά την τεράστια ταμπέλα που έδειχνε ότι η κρέπα λεγόταν «σοκολάτα-μπανάνα». Ο Μενέλαος απολάμβανε την κλασική αυτή ερώτηση και την, ακόμα πιο κλασική, πρόταξη της μπανάνας στη παραγγελία  της γαλλίδας.
     Προσπαθούσε να εικάσει την ηλικία της. Κάνοντας μερικές προσθαφαιρέσεις, πίστευε ότι κατά τη δεκαετία του εξήντα πρέπει να ήταν μια ζουμερή πεταλουδίτσα, ίσως μ' ένα class που θα της επέτρεπε να έχει εξέχουσα πελατεία. Με δυο-τρεις διανοητικούς καλπασμούς, πράγμα εξαιρετικά ευχερές για την ανεξέλεγκτη φαντασία του Μενέλαου, η λαχταριστή -τότε- γαλλιδούλα έπαιρνε μέρος στις παρτουζίτσες που έστηνε η Σιμόν για τον Ζαν-Πολ. Μετά από μερικούς μήνες, ήταν τόσο σίγουρος πως η γριά είχε περάσει από τις κρεβατοκάμαρες των πιο γνωστών γάλλων διανοούμενων που είχε αποκλείσει εντελώς το ενδεχόμενο να ήταν όλα γέννημα αυθαίρετων εκτιμήσεών του. Ήθελε να βρει, μάλιστα, τρόπο να της μιλήσει για το θέμα, ψάχνοντας να βρει κάποια φράση για  να της το φέρει όσο πιο ευγενικά μπορούσε. Φυσικά, πάντα δίσταζε. Σκέφτηκε, λοιπόν, να φέρει ένα βιβλίο του Σαρτρ στο μαγαζί και να κάνει ότι τάχα το διάβαζε στα ελεύθερά του, αφήνοντάς το δίπλα στο ταμείο. Αυτό βέβαια παρεξέκλινε από τη βασική αρχή που είχε υιοθετήσει όταν άνοιξε το μαγαζί, δηλαδή να ξεχάσει εντελώς τον βιβλιοπώλη που έκρυβε μέσα του. Αλλά, η περιέργεια του είχε φάει τα σωθικά και ήθελε να δει την αντίδραση της γριάς όταν θα τον «έπιανε» να διαβάζει υπαρξισμό στη μιάμιση το βράδυ. Το πιο αναμενόμενο ήταν να του έλεγε «Καλά, αυτά τα είχαμε για να σκουπιζόμαστε, τότε...»
     Το επίμαχο βράδυ, όταν είδε το ζευγάρι να ανεβαίνει τις σκάλες του μετρό και τον άντρα να σέρνει την ξελιγωμένη κοκότα, έκρυψε αμέσως το βιβλίο σ' ένα συρτάρι. Δεν έπρεπε να το δει τώρα η γριά. Πήρε την κλασική παραγγελία για την έξτρα λαρτζ κρέπα του τύπου και παρακολούθησε το ζεύγος ν' απομακρύνεται με τον στοιχειώδη του τρόπο. Αμέσως έβγαλε από το συρτάρι το βιβλίο κι άρχισε να το διαβάζει. Ταυτόχρονα έβαλε χέρι στο Grand Marnier, γιατί είχε μόλις κόψει το κάπνισμα και χρειαζόταν έναν καλό φίλο για παρέα. Σε ένα εικοσάλεπτο είχε πιει το μισό, κρυμμένος πίσω από το βιβλίο του Ζαν-Πολ. Ούτε καν είδε πως ο ζιγκολό πέρασε μπροστά από το μαγαζί, σε χρόνο πολύ συντομότερο απ' ό,τι συνήθως.
     Η γριά εμφανίστηκε μισή ώρα πριν από τη στιγμή που την περίμενε. Ζήτησε τη μπανανοσοκολάτα της και μόλις την πήρε, έκανε κάτι πρωτοφανές. Έκατσε στο τραπεζάκι της κρεπερί και την έφαγε επί τόπου! Ο Μενέλαος θορυβήθηκε. Δεν του άρεσαν αυτές οι ανατροπές στο μαγαζί του. Ήταν άνθρωπος που εκτιμούσε την απαρέγκλιτη τήρηση των τυποποιημένων συμπεριφορών από τους πελάτες του. Η γριά έπεσε με τα μούτρα στην κρέπα κι ούτε καν κοίταξε το βιβλίο του Ζαν-Πολ. Το σχέδιο είχε αποτύχει πλήρως. Ο Μενέλαος έπιασε τον εαυτό του να κοιτά στραβά τη γαλλίδα. Το μπουκάλι Grand Marnier είχε αδειάσει ολόκληρο στο στομάχι του, πριν από δέκα λεπτά.
     Ήθελε να την πιάσει από το μαλλί και να της πει: «Δε μου λες μωρή τσάμπα μου παρίστανες τόσα χρόνια την πουτάνα του Σαρτρ; Θα πεθάνεις κωλόγρια!» Προτίμησε, όμως, να την αγνοήσει και να συνεχίσει να διαβάζει το βιβλίο του Ζαν-Πολ. 'Αλλωστε, εκείνος ήταν ο υπαίτιος όλων αυτών των ατοπημάτων. Κι η Σιμόν, φυσικά. Γι' αυτό τους επιφύλαξε τη μόνη τιμωρία την οποία μπορείς να επιβάλλεις σ' ένα νεκρό συγγραφέα: να διαβάζεις ξανά και ξανά τα γραπτά του.
     Μόλις σήκωσε τα μάτια του από το βιβλίο η γριά έλειπε. Το ίδιο κι η κρέπα της. Ήταν πολύ ζαλισμένος. Είδε ότι μπροστά του στεκόταν ένας πολύ ευγενικός κύριος, που εξέπεμπε μια περίεργη καλοσύνη. Τον ρώτησε τι θα ήθελε κι εκείνος του παράγγειλε μια απλή κρέπα με ζάχαρη. Ο Μενέλαος έφτιαξε σιωπηλά την κρέπα και την έδωσε στον ευγενικό ξένο. Ο κύριος τον ευχαρίστησε και τον καληνύχτισε φεύγοντας. Ο Μενέλαος τον καληνύχτισε κι αυτός, μιμούμενος την ευγένειά του. Όταν ο ξένος έστρεψε την πλάτη του και κατευθύνθηκε προς το μετρό, ο Μενέλαος διαπίστωσε ότι δεν είχε πληρώσει την κρέπα. Πριν προλάβει όμως να του φωνάξει, είδε κάτι που τον έκανε να αλλάξει ταμπέλα και ονομασία στο μαγαζί. Ο κύριος αντί να μπει στο μετρό, μπήκε στην εκκλησία. Η οποία, φυσικά εκείνη την ώρα –δύο το πρωί- ήταν θεόκλειστη και διπλοκλειδωμένη.
     Την επόμενη μέρα, η πλατεία συζητούσε την είδηση που υπήρχε σε όλες τις εφημερίδες. Η γρια είχε σκοτώσει τρεις άντρες. Ο χτεσινός ήταν ο τέταρτος. Ο Μενέλαος συνδύασε τα γεγονότα: αμέσως μετά την κρεποφαγία, η γριά πήγε στο σπίτι του γκόμενου και τον πυροβόλησε τρεις φορές στο στήθος, άγνωστο για ποιο λόγο. Μέσα στο χρυσαφί τσαντάκι της υπήρχε ένα colt με σιγαστήρα. Η φωτογραφία του colt δίπλα στο τσαντάκι έκανε το γύρο των καναλιών. Ο Μενέλαος συγκλονίστηκε. Χτες ήταν τόσο μεθυσμένος από το Grand Marnier κι από τη βεβαιότητα πως η γριά είχε απογοητεύσει τη φαντασία του, που, προς στιγμήν, είχε σχεδόν φτάσει στο σημείο να της επιτεθεί. Αν το έκανε, ίσως και να τη χτύπαγε. Αν τη χτύπαγε, ποιος ξέρει που θα κατέληγε ένας τέτοιος καυγάς. Και πώς να μη συνδυάσει την σοφή απόφασή του να μην της κάνει, τελικά, τίποτα, με την παρουσία του περίεργου ευγενικού ξένου; Ο οποίος, κατά τα φαινόμενα, είχε έρθει στην κρεπερί από την απέναντι εκκλησία. Και στην απέναντι εκκλησία επέστρεψε, με την κρέπα του, χωρίς να την πληρώσει. Λες και ο ξένος έπαιρνε το αντίδωρό του, για την επιφοίτηση που προσέφερε στον μεθυσμένο crepier.
     Την μεθεπόμενη μέρα, πριν από την «ΚΡΕΠΑ» της ταμπέλας, υπήρχε μία πρόσθετη φωτεινή επιγραφή με τη φράση: «Η ΑΓΙΑ».

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers