Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Φανταστικό 

Boris: Ο Πανδοχέας Κι Η Μαριονέτα

 

     Το ζευγάρι απομακρύνθηκε βιαστικά από το συντριβάνι. Είχε αρχίσει να βρέχει. Ο ουρανός είχε το μωβ φθινοπωρινό χρώμα της βραδιάς, τα κτήρια γύρω κοκκίνιζαν από ντροπή. Πιασμένοι χέρι-χέρι, ακολούθησαν τον ήχο του τακουνιού της γυναίκας πάνω στα καλντερίμια της Ρώμης. Κάπου βαθιά, στα σπλάχνα της φθινοπωριάτικης Ιταλίας, ένα ζευγάρι μόνο στο δρόμο. Κι η βροχή να ραντίζει ανελέητα και να μουσκέυει το γκρι του χώματος.
     Φτάσανε στο πανδοχείο και μπήκαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν μέσα. 'Αφησαν τις ομπρέλες τους στην είσοδο. Η γυναίκα ανατρίχιασε και κούνησε περίεργα το κεφάλι της για να διώξει το ρίγος από πάνω της.
     Ο πανδοχέας καθόταν ακίνητος πίσω από το γραφείο της ρεσεψιόν και κοίταζε ατάραχα ευθεία μπροστά. Έμοιαζε γυάλινος. Τα μάτια του ακίνητα, σα στιλβωμένα και βαμμένα από πάνω με κάποια χρώματα ξεφτισμένα, όπως τα παλιά τσίγκινα παιχνίδια. Ένα καπέλο κάλυπτε το πάνω μέρος του κεφαλιού του, σαν να έκρυβε κάποια τεράστια πληγή. Το κεφάλι του ήταν χωμένο μέσα στο καπέλο. Τα φρύδια του ήταν παχιά, μισά έξω από το καπέλο και μισά καλυμμένα από αυτό. Ηταν αξύριστος και χλωμός και κοίταζε ευθεία μπροστά, ένα λεκέ στην πράσινη ταπετσαρία του απέναντι τοίχου, ένα λεκέ από την υγρασία της βροχής.
     Το ζευγάρι πλησίασε τη ρεσεψιόν. Ολα τα κλειδιά ήταν στη θέση τους. Έμοιαζαν να κουνιούνται λίγο, να τρέμουν, σα να ήθελαν να φύγουν από τα μικρά κουτάκια όπου τα είχαν κλεισμένα. Ο άντρας έβγαλε στυλό και συμπλήρωσε τα στοιχεία του στο τετράδιο που υπήρχε πάνω στον ξύλινο πάγκο. Μιά διανυκτέρευση. Τομασίνο Ουμπέρτο και Λύντια Αστραπόντε. Κι υπέγραψε.
     Ο πανδοχέας σήκωσε το δεξί του χέρι. Κολλημένη σ' αυτό, από τον αγκώνα και πάνω ήταν μια μαριονέτα. Ξεφτισμένη από παλιό ξύλο που είχε ρουφήξει υγρασία, με λευκό δέρμα και μάτια που έμοιαζαν να έχουν ξεβάψει και μαλλιά κόκκινα λαμπερά. Φορούσε κοστούμι όμοιο με αυτό του αφεντικού του. Ενα πράσινο σακάκι με μπαλώματα στους αγκώνες κι ένα πορτοκαλί κοτλέ παντελόνι. Και καρό πράσινο πουκάμισο. Η μαριονέτα αναδύθηκε σιγά σιγά πίσω από τον πάγκο. Εκλεισε το τετράδιο κι άνοιξε το στόμα της.
 -"Σας εύχομαι ευχάριστη διαδρομή" είπε και χαμογέλασε δίνοντας στον άντρα το κλειδί.
     Εκείνος στάθηκε για μια στιγμή παραξενεμένος, μα η γυναίκα τον άρπαξε από το χέρι κι ανέβηκαν μαζί γρήγορα τις σκάλες. Ο πανδοχέας έμεινε να κοιτά τον λεκέ στον απέναντι πράσινο τοίχο. Πριν σαράντα χρόνια, όταν ήταν νέος ακόμα και δούλευε στο λιμάνι, εκεί στις αποβάθρες, μεταφέροντας κιβώτια με προϊόντα για τις μακρινές χώρες της ανατολής, είδε το χέρι του να κόβεται από ένα συρματόσχοινο. Τυλίχτηκε γύρω από τον αγκώνα του, του το έκοψε από εκεί και κάτω, και το πέταξε πάνω στο σκαρί του πλοίου. Το αίμα κύλησε πάνω στην πλώρη, όπως παλιά που πετάγαν μπουκάλια σαμπάνιας για το καλοτάξιδο και λουζόταν το πλοιό το πιοτό. Και το πλοίο βάφτηκε με το αίμα του.
     Έκτοτε, στο χέρι του πάνω φιγουράρει αυτή η μαριονέτα. Του τη κόλλησε εκεί ο ιατρός γιατί ήταν φτηνή, πιο φτηνή από χέρι με γάτζο. Σαρκαστική, τα βράδια να τραγουδά καθώς ο πανδοχέας κοιμάται, "κόψτου το χέρι για να χωρέσει στο μανίκι". Να γυαλίζουν τα ξεφτισμένα μάτια της, κάθε φορά που ο πανδοχέας προσπαθούσε να ξαναμιλήσει. Του έφυγε φαίνεται, μαζί με το χέρι κι η λαλιά. Κι ο πανδοχέας κοιτούσε χλωμός κι αξύριστος, με το κεφάλι κλεισμένο από το καπέλο, τον λεκέ στον πράσινο τοίχο.
     Το νερό χτύπαγε δυνατά στο τζάμι. Το νερό κύλαγε πάνω στα τζάμια και αυλακωνόταν, όπως το γλυκό πιοτό της σαμπάνιας που λούζει τα νέα πλοία πριν από το πρώτο τους ταξίδι. Το ζευγάρι καθόταν ξαπλωμένο στο κρεβάτι να καπνίζει. Με μάτια σα ξεφτισμένα, γυμνοί κι οι δύο. Το φως αναμμένο. Η μαριονέτα έκανε βόλτες στα μυαλά τους. "Σας εύχομαι ευχάριστη διαδρομή. Σας εύχομαι..." Η μαριονέτα... Το άσπρο ξύλο της μαριονέτας, τα ξεφτισμένα μπλε μάτια της και τα κόκκινα μαλλιά. "...ευχάριστη διαδρομή". Το παγωμένο βλέμμα του πανδοχέα, κάπου καρφωμένο απέναντι σε κάποια κρεμάλα του τοίχου. Χλωμός, σα κομμάτι ξύλο, με μάτια ξεφτισμένα σα ψεύτικα. Και τα κλειδιά πίσω να τρίζουν.
     Ο άντρας γύρισε απότομα προς τη γυναίκα.
 -"Δε ξέρω τι μ' έχει πιάσει". Η γυναίκα τον κοίταξε με μάτια τρομαγμένα. "Τρόμαξα. Ο τύπος είχε κομμένο χέρι κι αυτή η μαριονέτα μοιάζει με αδέξια βαλμένο χανζαπλάστ. Αηδίασα, τρόμαξα, δεν μπορώ. Κατάλαβε με". Η γυναίκα ρούφηξε το τσιγάρο της με αδιάφορο ύφος. Ο άντρας κοίταξε προς την πόρτα. Γύρισε προς τη γυναίκα που δε μιλούσε. "Ας δοκιμάσουμε ξανά". Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν. Το νερό άρχισε να χτυπά πιο δυνατά στο τζάμι, ακουγόταν σα ταμπούρλο, που ολοένα γρηγόρευε. Και μπήκανε κάτω από τα σκεπάσματα. Και το κρεβάτι άρχισε να τρίζει. Ολο και πιο γρήγορα. Βαριές ανάσες, τα τσιγάρα να καίνε ήρεμα στο τασάκι και το τζάμι να χτυπιέται με τους ανέμους και τα νερά της βροχής.
     Τα βήματα του ανέβαιναν γρήγορα τις σκάλες, η μαριονέτα εύθυμη. Τραγουδούσε. "Κόψτου το χέρι για να χωρέσει στο μανίκι. Κόψτου το χέρι για να χωρέσει..." Ο πανδοχέας κοίταζε χαμηλά τα πόδια του, καθώς άφηναν πίσω ένα-ένα τα σκαλιά. Η μαριονέτα πιάστηκε από το κεφάλι της. Η πόρτα άνοιξε. "...στο μανίκι".
     Το ζευγάρι σταμάτησε. Το κρεβάτι συνέχισε να τρίζει. Τα τσιγάρα ακόμα καίγανε στο τασάκι. Η βροχή στο τζάμι δυνάμωνε. Ο πανδοχέας κοίταζε απέναντι στο τζάμι. Το ζευγάρι κοιτούσε πανικόβλητο και λαχανιασμένο τον πανδοχέα. Ο πανδοχέας κοίταζε απέναντι στο τζάμι. Η μαριονέτα κοιταζε το ζευγάρι. Το ζευγάρι κρυβόταν, ο άντρας έτρεμε. Ο πανδοχέας έβγαλε ένα μαχαίρι από την τσέπη του. Η βροχή σταμάτησε, το κρεβάτι σταμάτησε να τρίζει. Η μαριονέτα άρχισε να τραγουδάει. "Κόψτου το χέρι για να χωρέσει στο μανίκι. Σφάξτον με το κουτάλι σου. Σφάξτον". Ο πανδοχέας ύψωσε το μαχαίρι, με το μάτι γαλβανωμένο πάνω στο τζάμι. Η μαριονέτα συνέχισε να τραγουδά. Το μαχαίρι κατέβηκε με δύναμη.
     Έκοψε το κεφάλι της μαριονέτας. Μετά το δεξί της χέρι. Κι αυτή συνέχισε να τραγουδά. Η μαριονέτα γονάτισε. Ο πανδοχέας μάτωνε, μάτωνε από τις πληγές της μαριονέτας πάνω του. Μια γραμμή αίματος σχηματίστηκε στο λαιμό του. Το πτώμα του έπεσε πάνω στη διαμελισμένη μαριονέτα.
     Η βροχή στο τζάμι ξανάρχισε...
__________________________________________

                            Περισσότερος Μπόρις εδώ !!!

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers