Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Φανταστικό 

Brown Fredric: Οι Γκίζενστακς

 

     Το πιο παράξενο απ' όλα ήταν πως η Όμπρεϋ Γουόλτερς δεν ήταν καθόλου παράξενο κοριτσάκι. Ήταν ένα παιδί τόσο συνηθισμένο όσο κι η μητέρα κι ο πατέρας της, που ζούσαν σ' ένα διαμέρισμα στην οδό Ότις, παίζανε μπριτζ ένα βράδυ τη βδομάδα, βγαίναν έξω άλλο βράδυ και τα υπόλοιπα τα πέρναγαν ήσυχα στο σπίτι τους.
     Η Όμπρεϋ ήταν εννέα χρονών. Είχε φακίδες και μαλλιά σα σπαγκάκια, αλλά στα εννιά του χρόνια δεν πολυσκάει κανείς για τέτοια πράγματα. Τα κατάφερνε αρκετά καλά στο, όχι και τόσον ακριβό ιδιωτικό σχολείο που την είχαν γράψει οι γονείς της, έπιανε εύκολα φιλίες με τ' άλλα παιδιά και μάθαινε να παίζει ένα μικρό βιολί που παρά το μειωμένο μέγεθός του ηχούσε φριχτά. Το πιο μεγάλο της ελάττωμα ήταν ίσως η μανία της να ξενυχτά, το λάθος όμως ήταν των γονιών της που την άφηναν να μένει ξύπνια και ντυμένη ώσπου να νυστάξει και να ζητήσει μόνη της να πάει στο κρεβάτι. Ακόμα και στα πέντε ή τα έξη της χρόνια, σπάνια έπεφτε στο κρεβάτι πριν από τις δέκα το βράδυ. Κι αν τυχόν σε μια κρίση μητρικής ευσυνειδησίας η μητέρα της την έβαζε στο κρεβάτι πιο νωρίς, η Όμπρεϋ ποτέ δεν αποκοιμιόταν. Γιατί λοιπόν να μην άφηναν το παιδί να ξενυχτήσει;
     Τώρα στα εννιά της χρόνια η Όμπρεϋ έμενε το βράδυ ξύπνια όσο κι οι γονείς της, πράγμα που σήμαινε ως τις έντεκα για τις κανονικές νύχτες και πιο αργά όταν έρχονταν φίλοι για το μπριτζ ή όταν έβγαιναν έξω. Τότε κοιμόταν πολύ πιο αργά γιατί συνήθως τη παίρναν μαζί τους. Της Όμπρεϋ της άρεσε πολύ αυτό, όπου και να πήγαιναν. Καθόταν ήσυχη σαν ποντικάκι σ' ένα κάθισμα του θεάτρου ή τους κοίταζε με τη μοναδική σοβαρότητα των μικρών κοριτσιών, πάνω από το ποτήρι του τζιντζερέιλ, να πίνουν κοκτέιλ σ' ένα νάιτ-κλαμπ. Παρακολουθούσε το χορό, τη μουσική, το θόρυβο με μάτια στρογγυλεμένα από τη περιέργεια και τα 'βρισκε όλα υπέροχα.
     Καμιά φορά πήγαινε μαζί τους κι ο θείος Ρίτσαρντ ο αδελφός της μητέρας της. Η Όμπρεϋ κι o θείος Ρίτσαρντ ήταν στενοί φίλοι. Αυτός ήταν που της έδωσε τις κούκλες.
 -"Ένα περίεργο πράγμα μου έτυχε σήμερα", είπε μια μέρα. "Κατηφόριζα τη Ρότζερς Πλέης, μετά το Κτίριο Μάρινερ -ξέρεις Ήντιθ, εκεί που είχε το γραφείο του ο Ντοκ Χάουαρντ- και ξαφνικά άκουσα κάτι να πέφτει στο πεζοδρόμιο ακριβώς πίσω μου. Γύρισα κι είδα αυτό εδώ το δεματάκι".
     «Αυτό το δεματάκι» ήταν ένα μικρό λευκό κουτί, λίγο μεγαλύτερο από κουτί παπουτσιών κι ήταν κάπως περίεργα δεμένο με μια γκρίζα κορδέλα. Ο Σαμ Γουόλτερς, ο πατέρας της Όμπρεϋ, το κοίταξε παραξενεμένος.
 -"Δεν έχει κανένα βαθούλωμα" είπε. "Δεν πρέπει να 'πεσε από πολύ ψηλά. Έτσι ήταν δεμένο";
 -"Έτσι ακριβώς. Αφού το άνοιξα και κοίταξα μέσα, ξανάδεσα τη κορδέλα όπως ήταν. Μη νομίζεις βέβαια ότι το άνοιξα αμέσως. Πρώτα σταμάτησα και κοίταξα να δω ποιος το είχε ρίξει -σκέφτηκα ότι θα 'βλεπα κάποιον στο παράθυρο. Δεν ήταν κανείς όμως κι έτσι σήκωσα το κουτί. Κατάλαβα ότι κάτι είχε μέσα, όχι πολύ βαρύ κι ότι τόσο το κουτί όσο κι η κορδέλα δε δείχνανε πράγμα που το πετά κανείς επίτηδες. Έτσι κάθισα λίγο κοιτάζοντας προς τα πάνω αλλά δεν είδα κανένα. Κούνησα λοιπόν λίγο το κουτί και..."
 -"Καλά, καλά", είπε ο Σαμ Γουόλτερς, "μη μας τα λες πια και τόσον αναλυτικά. Τελικά δε βρήκες ποιος το είχε πετάξει";
 -"Δε βρήκα. Μάλιστα ανέβηκα ως το τέταρτο όροφο ρωτώντας τους ενοίκους που τα παράθυρά τους έβλεπαν στο δρόμο που είχε πέσει το κουτί. Ήταν όλοι σπίτι τους και κανείς δεν το είχε ξαναδεί. Σκέφτηκα πως μπορεί να είχε πέσει από κανένα περβάζι. Αλλά..."
 -"Τι έχει μέσα Ντικ;" ρώτησε η Ήντιθ.
 -"Κούκλες. Τέσσερις κούκλες. Τις έφερα μαζί μου για την Όμπρεϋ. Αν τις θέλει". Έλυσε τη κορδέλα κι η Όμπρεϋ είπε:
 -"Ωωω! θείε Ρίτσαρντ. Είναι... είναι πολύ όμορφες".
 -"Χμ. Αυτές εδώ μοιάζουν πιο πολύ με ανδρείκελα παρά με κούκλες, Ντικ", είπεν ο Σαμ. "Θέλω να πω, o τρόπος που είναι ντυμένες. Πρέπει να στοιχίζουν κάμποσα δολάρια το κομμάτι. Είσαι σίγουρος πως δεν θα εμφανιστεί ο κάτοχός τους να τις ζητήσει"; Ο Ρίτσαρντ ανασήκωσε τους ώμους.
 -"Δε μπορώ να φανταστώ πώς μπορεί να γίνει αυτό. Όπως σου είπα ανέβηκα τέσσερα πατώματα ρωτώντας. Αν κι από την όψη του κουτιού και τον ήχο του πεσίματος, δεν πρέπει να προερχόταν από τόσο ψηλά. Κι όταν άνοιξα το κουτί -κοίτα να δεις". Σήκωσε μια από τις κούκλες και τη κράτησε να τη δει ο Σαμ Γουόλτερς. "Κερί. Το κεφάλι και τα χέρια είναι κέρινα. Κι ούτε ένα ράγισμα. Δεν θα μπορούσαν να είχαν πέσει παρά από το δεύτερο όροφο και κάτω. Αλλά κι έτσι ακόμη δεν καταλαβαίνω πως-" Ανασήκωσε και πάλι τους ώμους του.
 -"Είναι οι Γκίζενστακς" είπε η Όμπρεϋ.
 -"Τι;" ρώτησε ο Σαμ.
 -"Έτσι θα τους ονομάσω, Γκίζενστακς" είπε η Όμπρεϋ. "Κοίτα, αυτός είναι ο Μπαμπάς Γκίζενστακ κι αυτή είναι η Μαμά Γκίζενστακ και το κοριτσάκι τους είναι η Όμπρεϋ Γκίζενστακ. Και τον άλλο άντρα θα τον βγάλουμε θείο Γκίζενστακ. Είναι ο θείος του κοριτσιού". Ο Σαμ έβαλε τα γέλια.
 -"Σαν κι εμάς ε; Μα αν o θείος -χμμ- Γκίζενστακ είναι αδελφός της Μαμάς Γκίζενστακ, όπως ο θείος Ρίτσαρντ είναι αδελφός της Μαμάς, τότε το όνομά του δεν μπορεί να είναι Γκίζενστακ".
 -"Δεν έχει σημασία" είπε η Όμπρεϋ. "είναι όλοι τους Γκίζενστακς. Μπαμπά θα μου αγοράσεις ένα σπιτάκι να τους βάλω μέσα";
 -"Ένα κουκλόσπιτο; Ναι-" Είχε αρχίσει να λεει «Ναι, βέβαια» αλλά έπιασε τη ματιά της γυναίκας του και θυμήθηκε. Σε μια εβδομάδα η Όμπρεϋ είχε τα γενέθλιά της και δεν ήξεραν τι να της πάρουν. 'Αλλαξε γρήγορα τη φράση του σε: "Ναι, θα δούμε. Θα το σκεφτώ".
     Ήταν ένα όμορφο κουκλόσπιτο. Μ' ένα μόνον όροφο αλλ' αρκετά προσεγμένο, με στέγη που άνοιγε ώστε να μπορεί κανείς ν' αλλάζει τη θέση των επίπλων και να κινεί τις κούκλες από δωμάτιο σε δωμάτιο. Από πλευράς κλίμακας ταίριαζε καλά με τ' ανδρείκελα που είχε φέρει ο θείος Ρίτσαρντ. Η Όμπρεϋ ήταν πανευτυχής. Όλα τα υπόλοιπα παιχνίδια της μπήκαν σε δεύτερη μοίρα κι οι περιπέτειες των Γκίζενστακς απασχολούσανε τη σκέψη της τον περισσότερο χρόνο που 'μενε ξύπνια.
     Χρειάστηκε να περάσει κάποιος καιρός για ν' αρχίσει ο Σαμ Γουόλτερς να παρατηρεί κάποιες περίεργες λεπτομέρειες στη ζωή των Γκίζενστακς. Στην αρχή το αντιμετώπισε μ' ένα σιωπηλό γέλιο μπροστά στις συμπτώσεις που ακολουθούσαν η μια την άλλη. Μετά, με μιαν έκφραση απορίας στα μάτια. Χρειάστηκε να περάσει ακόμη περισσότερος καιρός για ν' αποφασίσει να πάρει κατά μέρος τον Ρίτσαρντ. Μόλις είχαν γυρίσει κι οι τέσσερις από το θέατρο.
Είπε λοιπόν ο Σαμ:
 -"Ξέρεις, Ντικ-"
 -"Ναι, Σαμ".
 -"Αυτές τις κούκλες, Ντικ. Πού τις βρήκες"; Τα μάτια του Ρίτσαρντ τον κοίταζαν χωρίς να καταλαβαίνουν.
 -"Τι θέλεις να πεις, Σαμ; Σου είπα πού τις βρήκα".
 -"Ναι βέβαια, αλλά μιλούσες σοβαρά; Θέλω να πω μπορεί να τις αγόρασες για την Όμπρεϋ και να φαντάστηκες ότι θα φέρναμε αντίρρηση σ' ένα τόσο ακριβό δώρο, έτσι πιθανόν να-"
 -"Όχι, στο λόγο μου, δεν τις αγόρασα".
 -"Μα τι στην οργή, Ντικ, δεν είναι δυνατόν να πέσαν από κάποιο παράθυρο ή να τις πέταξε κάποιος και να μη σπάσαν. Είναι από κερί. Μήπως κάποιος που περπατούσε πίσω σου ή περνούσε δίπλα μ' ένα αυτοκίνητο ή κάτι παρόμοιο-"
 -"Δεν ήταν κανένας εκεί γύρω, Σαμ. Απολύτως κανένας. Κι εμένα μου έκανε εντύπωση. Αν έλεγα ψέματα όμως, θα 'φτιαχνα μια τόσο περίπλοκη ιστορία; Θα 'λεγα απλώς ότι τις βρήκα παρατημένες σ' ένα παγκάκι ή στο διπλανό κάθισμα του κινηματογράφου. Γιατί όμως αυτή η περιέργεια";
 -"Έτσι, απλώς αναρωτιόμουνα".
     Κι ο Σαμ Γουόλτερς συνέχισε να αναρωτιέται. Ήταν κάτι λεπτομέρειες εντελώς ασήμαντες. Όπως τη φορά που η Όμπρεϋ είχε πει:
 -"Ο Μπαμπάς Γκίζενστακ δεν πήγε στη δουλειά του σήμερα. Είναι στο κρεβάτι άρρωστος".
 -"Μπα;" έκανε ο Σαμ. "Και τι έχει αυτός ο κύριος";
 -"Νομίζω ότι τον πείραξε κάτι που έφαγε".
     Την άλλη μέρα στο πρωινό:
 -"Και πώς είναι σήμερα ο κύριος Γκίζενστακ, Όμπρεϋ";
 -"Λίγο καλύτερα αλλά ο γιατρός είπε να μη πάει ούτε σήμερα στη δουλειά. Ίσως αύριο". Και την άλλη μέρα ο κύριος Γκίζενστακ γύρισε στη δουλειά του.
     Μόνο που συνέπεσε αυτή ακριβώς τη μέρα να γυρίσει ο Σαμ Γουόλτερς στο σπίτι κάπως αδιάθετος από κάτι που είχε φαει το μεσημέρι. Ναι, έλειψε δυο μέρες από τη δουλειά του. Πρώτη φορά που έλειπε από τη δουλειά για λόγους ασθενείας, μέσα σε πολλά χρόνια.
     Μερικά πράγματα έρχονταν πιο γρήγορα, άλλα πιο αργά. Δεν μπορούσες να σταθείς κάπου και να πεις «Να, αν αυτό συμβεί στους Γκίζενστακς, θα συμβεί και σε μας μέσα σ' εικοσιτέσσερις ώρες». 'Αλλοτε γινόταν μέσα σε μισή ώρα κι άλλοτε έπαιρνε βδομάδες.
 -"Η Μαμά κι ο Μπαμπάς Γκίζενστακ τσακώθηκαν σήμερα".
     Ο Σαμ προσπάθησε ν' αποφύγει αυτό τον καβγά με την 'Ηντιθ αλλά ήταν αδύνατο. Είχε αργήσει να γυρίσει από τη δουλειά αν και δεν έφταιγε αυτός. Δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε αυτό, μόνο που τώρα η Ήντιθ αποφάσισε να το κάνει ζήτημα. Διάφορες μαλακές απαντήσεις απέτυχαν να καλμάρουν το θυμό της ώσπου έχασε κι ο Σαμ την ψυχραιμία του.
 -"Ο θείος Γκίζενστακ θα πάει ταξίδι να δει κάτι φίλους του". Ο Ρίτσαρντ είχε χρόνια να φύγει από τη πόλη, ξαφνικά όμως την επομένη βδομάδα του ήρθε να ταξιδέψει στη Νέα Υόρκη.
 -"Ο Πητ κι η 'Αμυ, ξέρεις, έλαβα γράμμα τους και με καλούνε
 -"Πότε;" ρώτησε σχεδόν απότομα ο Σαμ. "Πότε το έλαβες αυτό το γράμμα";
 -"Χτες".
 -"'Αρα τη περασμένη εβδομάδα δεν... -ξέρω πως η ερώτησή μου φαίνεται ανόητη, Ντικ, αλλά πες μου-, τη περασμένη εβδομάδα σκεφτόσουν να πας κάπου; Μήπως μίλησες με... μήπως έκανες κουβέντα για τη πιθανότητα να κάνεις ένα ταξίδι";
 -"Όχι, βέβαια. Μάλιστα είχα μήνες ολόκληρους να σκεφτώ τον Πητ και την 'Αμυ ώσπου έλαβα το γράμμα τους χθες. Θέλουν να μείνω μαζί τους μια βδομάδα".
 -"Σε τρεις μέρες θα είσαι πίσω... ίσως-" είχε πει o Σαμ. Δε θέλησε να εξηγήσει πώς το ήξερε, ακόμη κι όταν γύρισε ο Ρίτσαρντ σε τρεις μέρες. Φαινόταν εντελώς ηλίθιο να πει πως ήξερε πόσο θα έλειπε ο Ρίτσαρντ επειδή τόσο είχε λείψει ο θείος Γκίζενστακ. Ο Σαμ Γουόλτερς άρχισε να παρακολουθεί τη κόρη του και ν' αναρωτιέται. Εκείνη ήταν, φυσικά, που έκανε τους Γκίζενστακς να κάνουν όλα αυτά τα πράγματα. Μήπως τελικά είχε η Όμπρεϋ κάποιαν υπερφυσική διόραση που της επέτρεπε, ασυνείδητα, να προβλέπει πράματα που θα συνέβαιναν στους Γουόλτερς και στον Ρίτσαρντ; Ο Σαμ βέβαια δεν πίστευε στη πρόγνωση του μέλλοντος. Μα ήταν πρόγνωση;
 -"Η κυρία Γκίζενστακ θα παει για ψώνια σήμερα. Θα αγοράσει καινούριο παλτό..."
     Αυτή τη φορά η ιστορία έμοιαζε σχεδόν στημένη. Η Ήντιθ είχε χαμογελάσει στην Όμπρεϋ και μετά είχε γυρίσει στον Σαμ.
 -"Καλά που το θυμήθηκα Σαμ. Αύριο λεω να κατεβώ για ψώνια κι έχουν εκπτώσεις στο-"
 -"Μα Ήντιθ μη ξεχνάς ότι έχουμε πόλεμο. Και δε χρειάζεσαι παλτό". Είχε επιμείνει με τόση μανία που τελικά είχε αργήσει στη δουλειά του. Επιμονή αδικαιολόγητη γιατί και μπορούσε άνετα να πληρώσει το παλτό κι η 'Ηντιθ είχε δυο χρόνια ν' αγοράσει καινούριο. Δε μπορούσε όμως να εξηγήσει πως ο πραγματικός λόγος που δεν ήθελε να της το αγοράσει ήταν ότι η κυρία Γκίζεν- Δυσκολευόταν να πει τέτοια ανοησία, ακόμη και στον εαυτό του. Η Ήντιθ αγόρασε το παλτό.
     "Περίεργο", σκέφτηκε ο Σαμ, "να μην έχει παρατηρήσει κανείς άλλος αυτές τις συμπτώσεις. Ο Ρίτσαρντ όμως δεν ήταν συνεχώς στο σπίτι κι όσο για την 'Ηντιθ, εκείνη είχε την ικανότητα ν' ακούει την ατέλειωτη φλυαρία της Όμπρεϋ χωρίς να προσέχει ούτε το ένα δέκατο απ' αυτά που έλεγε".
 -"Η Όμπρεϋ Γκίζενστακ έφερε σήμερα σπίτι τον έλεγχό της, Μπαμπά. Πήρε εννιά στην αριθμητική, οκτώ στην ορθογραφία και-"
     Δυο μέρες αργότερα ο Σαμ τηλεφώνησε στο διευθυντή του σχολείου. Από ένα θάλαμο βέβαια για να μην τον ακούσει κανείς άλλος.
 -"Κύριε Μπράντλεϋ θα 'θελα να σας κάνω μιαν ερώτηση για την οποία έχω -χμ- κάπως ιδιαίτερο αλλά σημαντικό λόγο να τη κάνω. Θα μπορούσε ένας μαθητής στο σχολείο σας να ξέρει από πριν τι βαθμούς";
 -"Όχι, δεν είναι δυνατόν. Ούτε οι δάσκαλοι δε ξέρουνε μέχρι να βγάλουν τους μέσους όρους κι αυτό γινόταν το πρωί που έγραφαν τους ελέγχους και τους έστελναν στο σπίτι. Ναι, χθες το πρωί την ώρα του διαλείμματος των παιδιών".
 -"Σαμ", είπε ο Ρίτσαρντ "σε βλέπω λίγο πεσμένο. Προβλήματα με τη δουλειά; Ξέρεις τα πράγματα θα πάνε καλύτερα από δω κι εμπρός, άλλωστε με τη δική σου εταιρεία δεν έχεις κανένα λόγο να ανησυχείς".
 -"Δεν είναι αυτό, Ντικ. Είναι -θέλω να πω δεν υπάρχει τίποτε ιδιαίτερο που να με ανησυχεί. Όχι ακριβώς, θέλω να πω-" Και για να γλιτώσει από τη περαιτέρω ανάκριση αναγκάστηκε να εφεύρει μια δυο σκοτούρες για τον Ρίτσαρντ.
     Σκεφτόταν τους Γκίζενστακς πολύ. Πάρα πολύ. Αν ήταν τουλάχιστον προληπτικός ή εύπιστος, τα πράγματα ίσως να ήταν καλύτερα. Όμως δεν ήταν. Γι' αυτό και κάθε διαδοχική σύμπτωση τον χτυπούσε πιο βαριά από τη προηγούμενη. Η Ήντιθ και ο αδελφός της το πρόσεξαν και το κουβέντιασαν μια φορά που δεν βρισκόταν εκεί o Σαμ
 -"Φέρεται πολύ περίεργα τώρα τελευταία Ντικ. Ξέρεις -ανησυχώ πραγματικά. Κάνει σα... Νομίζεις πως θα μπορούσαμε να τον πείσουμε να δει ένα γιατρό ή-"
 -"Ένα ψυχίατρο; Χμμ, αν μπορούσαμε, ναι. Δε νομίζω πως θα συμφωνήσει όμως. Κάτι τον βασανίζει, Ήντιθ, προσπάθησα να τον ψάξω λίγο αλλά δεν θέλει ν' ανοιχτεί. Ξέρεις, νομίζω πως έχει κάποια σχέση μ' αυτές τις καταραμένες κούκλες".
 -"Τις κούκλες; θες να πεις τις κούκλες της Όμπρεϋ; Αυτές που της χάρισες εσύ";
 -"Ναι, τους Γκίζενστακς. Κάθεται και κοιτάζει το κουκλόσπιτο με τις ώρες. Τον άκουσα να ρωτάει το παιδί με φοβερή σοβαρότητα. Νομίζω πως έχει κάποια ψύχωση μ' αυτές. Ή κάποια μονομανία".
 -"Μα αυτό είναι φριχτό, Ντικ"!
 -"Κοίταξε, 'Ηντιθ, η Όμπρεϋ δεν τους έχει πια τόση αδυναμία όπως στην αρχή κι υπάρχει κάτι που να το θέλει πάρα πολύ";
 -"Να μάθει χορό. Κάνει όμως ήδη μαθήματα βιολιού και δε νομίζω πως πρέπει-"
 -"Νομίζεις πως θα δεχτεί ν' ανταλλάξει τις κούκλες με μαθήματα χορού; Πιστεύω πως πρέπει να τις ξεφορτωθούμε. Και δε θέλω να πληγωθεί η Όμπρεϋ γι' αυτό
 -"Εντάξει, αλλά τι θα πούμε στην Όμπρεϋ";
 -"Πες τις ότι ξέρω μια φτωχή οικογένεια με παιδάκια που δεν έχουν καθόλου κούκλες. Νομίζω πως θα συμφωνήσει τελικά, αν το παρουσιάσεις λίγο τραγικά".
 -"Στον Σαμ όμως τι θα πούμε, Ντικ; Θα καταλάβει πως δεν είναι αλήθεια".
 -"Βρες κάποια στιγμή που δεν θα είναι η Όμπρεϋ μπροστά και πες του ότι κατά τη γνώμη σου είναι πολύ μεγάλη για κούκλες. Ότι δείχνει υπερβολικό ενδιαφέρον γι' αυτές κι ότι ο γιατρός σε συμβούλεψε -ξέρεις τώρα..."
     Της Όμπρεϋ δεν της άρεσε και πολύ η ιδέα. Βέβαια δεν είχε την ίδια αδυναμία στους Γκίζενστακς όπως στην αρχή που ήταν καινούριοι, αλλά δε γινόταν να έχει και τις κούκλες και τα μαθήματα χορού;
 -"Δε νομίζω πως έχεις καιρό και για τα δυο, γλυκιά μου. Και μη ξεχνάς αυτά τα φτωχά παιδάκια που δεν έχουν καθόλου κούκλες και θα 'πρεπε να τα λυπάσαι".
     Τελικά η Όμπρεϋ υποχώρησε. Όμως η σχολή χορού δεν άνοιγε παρά δέκα μέρες αργότερα κι ήθελε να κρατήσει τις κούκλες ώσπου ν' αρχίσει τα μαθήματά της. Προσπάθησαν να τη μεταπείσουν αλλά σ'αυτό στάθηκε ακλόνητη.
 -"Εντάξει Ήντιθ" της είπε ο Ρίτσαρντ, "δέκα μέρες είναι καλύτερες από το τίποτε κι άλλωστε αν δεν τις δώσει με τη θέλησή της θα γίνει φασαρία και θα το πάρει είδηση ο Σαμ. Δεν του είπες τίποτε, έτσι";
 -"Όχι. Ίσως όμως να αισθανόταν καλύτερα αν ήξερε ότι εμείς-"
 -"Δε νομίζω. Στη πραγματικότητα δε ξέρουμε τι τον κρατά ή τι τον απωθεί σ' αυτές τις κούκλες. Περίμενε να γίνει το πράγμα και πες του το μετά. H Όμπρεϋ θα τις έχει δώσει ήδη. Αλλιώς μπορεί ο Σαμ να φέρει κάποιες αντιρρήσεις ή να θέλει να τις κρατήσει. Αν τις έχουμε απομακρύνει από το σπίτι, μετά δε θα μπορεί να κάνει τίποτε".
 -"Έχεις δίκιο, Ντικ. Έτσι κι αλλιώς η Όμπρεϋ δεν θα του πει τίποτε γιατί της είπα πως τα μαθήματα χορού θα είναι έκπληξη για τον πατέρα της κι έτσι δεν μπορεί να του μιλήσει για τις κούκλες χωρίς να προδώσει και το μυστικό της".
 -"Πολύ ωραία, Ήντιθ".
     Θα μπορούσε να είναι πολύ πιο ωραία αν τα ήξερε όλα ο Σαμ. Ίσως πάλι, τα πράγματα να ήταν ίδια ακόμη κι αν το 'ξερε. Ο καημένος ο Σαμ. Πέρασε μια πολύ άσχημη στιγμή, το άλλο βράδυ. Είχε έρθει σπίτι μια συμμαθήτρια της Όμπρεϋ κι έπαιζαν με το κουκλόσπιτο. Ο Σαμ τις παρακολουθούσε κάνοντας τον αδιάφορο. Η Ήντιθ έπλεκε κι ο Ρίτσαρντ, που μόλις είχε έρθει, διάβαζε την εφημερίδα. Μόνον ο Σαμ πρόσεχε τα παιδιά κι άκουσε τη πρόταση:
 -"...και μετά λεω να παίξουμε τη κηδεία, Όμπρεϋ. Θα κάνουμε πως ένας τους πεθαίνει και..."
     Ο Σαμ Γουόλτερς έβγαλε μια πνιγμένη κραυγή κι όρμησε προς τα παιδιά τόσο γρήγορα που κόντεψε να πέσει. Ήταν μια δύσκολη στιγμή αλλά η Ήντιθ κι ο Ρίτσαρντ κατάφεραν να σκεπάσουν τα πράματα, εξωτερικά τουλάχιστον. Η Ήντιθ ανακάλυψε πως ήταν ώρα να φύγει η φιλενάδα της 'Ομπρεϋ κι αντάλλαξε ένα βλέμμα γεμάτο σημασία με τον Ρίτσαρντ καθώς συνόδευαν το κοριτσάκι ως την πόρτα.
 -"Βλέπεις Ντικ..." ψιθύρισε η Ήντιθ.
 -"Ναι, κάτι συμβαίνει Ήντιθ. Τελικά ίσως είναι καλύτερα να ενεργήσουμε αμέσως. 'Αλλωστε αφού η Όμπρεϋ το αποφάσισε να τις δώσει".
     Στο λίβιγκ-ρουμ ο Σαμ ανάσαινε ακόμη με δυσκολία. Η Όμπρεϋ τον κοίταζε σχεδόν σαν να τον φοβόταν. Ήταν η πρώτη φορά που τον κοίταζε έτσι κι o Σαμ ντράπηκε πολύ.
 -"Με συγχωρείς, γλυκιά μου", της είπε, "θέλω όμως να μου υποσχεθείς κάτι: ότι ποτέ δεν θα παίξεις τη κηδεία με τις κούκλες σου. Ούτε ότι κάποια αρρωσταίνει βαριά ή παθαίνει ατύχημα. Εντάξει, μου το υπόσχεσαι";
 -"Και βέβαια, Μπαμπά. 'Αλλωστε τώρα θα τις φυλάξω". Έβαλε τη στέγη πάνω στο κουκλόσπιτο και γύρισε προς τη κουζίνα. Στο διάδρομο η 'Ηντιθ έλεγε:
 -"Θα πάρω κατα μέρος την Όμπρεϋ και θα το κανονίσω μαζί της. Εσύ μίλησε στον Σαμ. Πες του... κοίτα, ας βγούμε έξω απόψε, ας πάμε κάπου να ξεφύγει λιγάκι απ' όλη αυτή την ιστορία. Ρώτησέ τον αν θέλει". Ο Σαμ κοίταζε ακόμη το κουκλόσπιτο.
 -"Τι θα 'λεγες για λίγη διασκέδαση, Σαμ;" είπε ο Ρίτσαρντ. "Είσαι να βγούμε λίγο έξω; Τον τελευταίο καιρό μένουμε συνεχώς σπίτι. Μια έξοδος θα μας κάνει καλό". Ο Σαμ πήρε μια βαθιά ανάσα.
 -"Εντάξει Ντικ. Όπως νομίζεις. Λίγη διασκέδαση θα μου κανε καλό πράγματι". Η Ήντιθ ξαναγύρισε με την Όμπρεϋ κλείνοντας το μάτι στον αδελφό της.
 -"Κατεβείτε εσείς οι δυο και φέρτε ένα ταξί από τη πιάτσα στη γωνία. Μέχρι να το φέρετε, η Όμπρεϋ κι εγώ θα 'χουμε ετοιμαστεί". Πίσω από τη πλάτη του Σαμ καθώς οι δύο άνδρες έβαζαν τα παλτά τους, ο Ρίτσαρντ έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα στην Ήντιθ κι εκείνη του έκανε "ναι" με τα μάτια. Έξω είχε πέσει πυκνή ομίχλη, με δυσκολία έβλεπες λίγα μέτρα μπροστά σου. Ο Σαμ επέμεινε να περιμένει ο Ρίτσαρντ στη πόρτα την Ήντιθ και την Όμπρεϋ καθώς εκείνος θα πήγαινε να φέρει το ταξί. Η γυναίκα και το κοριτσάκι κατέβηκαν λίγο πριν φθάσει ο Σαμ.
 -"Τελικά τις-" ρώτησε ο Ρίτσαρντ.
 -"Ναι, Ντικ. Είχα σκοπό να τις πετάξω αλλά τελικά τις έδωσα. Έτσι τις ξεφορτωθήκαμε πραγματικά. Αν τις πέταγα μπορεί να 'ψαχνε στα σκουπίδια και να τις έβρισκε-"
 -"Τις έδωσες; Σε ποιον";
 -"Κοίτα να δεις μια περίεργη ιστορία, Ντικ. Μόλις άνοιξα τη πόρτα είδα μια γριά γυναίκα που προχωρούσε στον πίσω διάδρομο. Δεν ξέρω από ποιο διαμέρισμα ερχόταν, αλλά πρέπει να ήταν η καθαρίστρια ή κάτι τέτοιο αν κι έμοιαζε πιο πολύ με μάγισσα αλλά μόλις είδε τις κούκλες στα χέρια μου
 -"Να, έρχεται το ταξί" είπε ο Ντικ. "Και τελικά τις έδωσες σ' αυτήν";
 -"Ναι, ήταν πολύ περίεργη. Μου είπε: «Δικές μου; Να τις κρατήσω; Για πάντα;» Δεν ήταν πολύ περίεργος ο τρόπος της; Εγώ γέλασα και της είπα: «Μάλιστα κυρία μου. Δικές σας για πάντα...»" Σταμάτησε καθώς το θολό σχήμα του ταξί έφτανε απ' τη γωνία κι ο Σαμ άνοιξε την πόρτα και φώναξε:
 -"Ελάτε παιδιά!" Η Όμπρεϋ έτρεξε πρώτη να μπει, οι άλλοι την ακολούθησαν. Το ταξί έβαλε μπρος.
     Η ομίχλη είχε πυκνώσει τώρα. Δε διέκριναν τίποτε από τα παράθυρα. Ήταν σαν ένας γκρίζος τοίχος να είχε καλύψει τα τζάμια, σαν ο κόσμος έξω να είχε χαθεί ολότελα και για πάντα. Ακόμη και το παρμπρίζ, από κει που κάθονταν έμοιαζε ένα γκρίζο κενό.
 -"Πώς μπορεί να οδηγεί τόσο γρήγορα;" είπεν ο Ρίτσαρντ με μια αιχμή νευρικότητας στη φωνή του. "Τελικά πού πηγαίνουμε, Σαμ";
 -"Βρε, στην οργή" είπε ο Σαμ. "Ξέχασα να της πω".
 -"Της";
 -"Ναι. Γυναίκα είναι ο οδηγός. Τις χρησιμοποιούν παντού τώρα. Θα...»
     Έσκυψε εμπρός, χτύπησε το διαχωριστικό τζάμι και η γυναίκα γύρισε προς το μέρος του.
     Η Ήντιθ είδε το πρόσωπό της κι ούρλιαξε...
-------------------------------------------------------------------------

Brown Fredric William
"The Geezenstacks" (1943)
Μετάφραση: Μαρίνα Λώμη

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers