-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

: &

                                   Βιογραφικ

     Ο Νκος Καρακσης γεννθηκε το 1969, μες στην αγπη και τη φροντδα της μητρας του και μντορ του σε κθε βμα της ζως του. Πλοσια κληρονομι, ο παππος του ο Σταρος Καρακσης γνωστς μουσικολγος-βιολονστας και λογοτχνης κι ο θεος του Κστας Καρακσης σπουδαος συγγραφας του σμερα.
     Ασχολθηκε σαν ελεθερος επαγγελματας απ μικρ ηλικα και σ' λα τα χρνια η πεζογραφα παιζε δετερο αλλ αγαπητ ρλο στη ζω του.
     Αυτ τη στιγμ εργζεται σε δικ του εταιρεα πληροφορικς και ξενυχτ γρφοντας και περ-γρφοντας σκψεις κι απψεις απ μια δετερη ζω που το μυαλ του νοερ κατοικε κι αφεντεει.
     χει δυο παιδι και μιαν υπροχη γυνακα που του γεμζουνε τη ζω και τα νειρα...

  Σημ: Δικ μου:  Εναι επσης απγονος του Λαλιου Καρακση, που φιλοξενεται στο Στκι μου και στους Συνδσμους μου, θα βρετε και το μπλογκ που 'χει στσει με μερκι.   Π.Χ.

-------------------------------------------------------------------------------------

                                       Δετερη Ευκαιρα

     "Σ' αγαπ γιατ στα μτια σου βλπω το πρσωπο μου"! σκαρ Γουιλντ

κεφ. 1

     Ξεφλλισε την εφημερδα με μνος. Τα μτια του λλοτε ψυχρο επιχειρηματα, τρα ταν κκκινα απ τον θυμ. Αν και γενικ ψχραιμος νθρωπος, αυτ τη φορ εχε φτσει στα ρια. χοντας ζσει μια ζω με στερσεις, δεν μποροσε να δεχθε την ανγκη ελευθερας της Κρστυ. Μπορε να ταν κρη του αλλ το κθε πργμα χει και τα ρια του. Κι αυτ εχαν ξεπεραστε.
     Στο σπτι επικρατοσε σιγ που θμιζε σιωπητριο θαλμου. Μνο η τηλεραση στο βθος ακουγταν σιγαν. Οτε που εχε προσξει τι ρχισε το παιχνδι. Τρα δεν θελε να δει ποδσφαιρο.
     Γρισε στο πσω μρος της εφημερδας. Δεν διβαζε τποτα. Σκεπτταν ντονα. νιωθε τα μηνγγια του να φουσκνουν, και στο μυαλ του ερχταν η φρση: «Δεν σε θλω, ποτ δεν μου στθηκες, ποτ σου δεν με κατλαβες. Σε σιχανομαι...» Πς μπρεσε... πς μπρεσε... Δεν μποροσε να σκεφτε λογικ, μνο επαναλμβανε τα τελευταα λγια της Κρστυ, πριν κλεσει την πρτα πσω της.

Τρα ταν μνος. Σηκθηκε -σχεδν πταξε την εφημερδα στο πτωμα- πρε να χαμηλ ποτρι απ το ντουλπι και το γμισε ουσκι. Ξρει πως ο γιατρς του χει πει να μετρισει το ποτ, αλλ αυτ την στιγμ τον χει γραμμνο και τον γιατρ και την κωλοασθνει του. πινε την μια γουλι μετ την λλη κοιτντας ξω απ το παρθυρο. Μια κυρα στο πρκο απναντι, σπρωχνε να κκκινο παιδικ καροτσκι και χαμογλαγε.
     Επαναλμβανε τις τελευταες λξεις συνχεια μες στο μυαλ του. νιωθε να χαρζονται οι λξεις με ξυρφι μες στον εγκφαλο του και σχεδν νιωθε τη λεπδα κθε φορ που τις επαναλμβανε.
     Με μια ασθηση αηδας, κθισε πλι στην μπερζρα του κι κλεισε τα μτια. Σιγ-σιγ το ουσκι κανε την δουλει του. Μια μικρ ζαλδα, κατβασε τους ρυθμος της καρδις κι η πεση στα μηνγγια ελττωσε τους ρυθμος της. Τα μτια βορκωσαν και στο μυαλ ρθε η ανμνηση μιας λλης εποχς. Μιας εποχς που η Κρστυ μωρ, πριν πει για πνο θελε να φιλσει τον μπαμπ της. Να ακοσει τις ιστορες του, να πει μαζ του στην δουλει.
     Πς καταντσαμε τσι...
    νας πνος στο κεφλι του, δεν τον φηνε να σκεφτε. Και το εχε τσο ανγκη...

κεφ. 2

     Τα μτια της ταν βουρκωμνα, ταν πιασε το κινητ στα χρια της. Δοκμασε να πρει τη Σσα, λλα βοιζε. Το κλεισε και περπτησε με γοργ βματα μσα απ το πρκο.

     Μια κυρα εχε πρει αγκαλι το μωρ της και του σκοπιζε το στμα απ τα σλια. Δπλα της να καρτσι παιδικ. Της κανε εντπωση το κκκινο χρμα του καροτσιο κι η ευτυχισμνη φτσα της μητρας. Το τελευταο πργμα που εχε διθεση να δει ταν ευτυχισμνες φτσες. Ο κσμος ταν λος σκατ κι αυτ ταν αναγκασμνη να ζει μσα σε αυτ.
     Μλις πρασε το πρκο κι στριψε στη γωνα, κλματα ρθαν στα μτια της. Τσο δυνατ που θελα της μογκρισε σαν να πονοσε. Τα δκρυα την εμπδιζαν να βλπει και στθηκε λγο εκε κοντ, ξω απ να μαγαζ με ροχα, να ηρεμσει. «Μα εναι δυνατν να μη με καταλαβανει. Εναι δυνατν να μη θλει να με καταλβει...» λεγε και ξανλεγε μσα της. Κι σο το επαναλμβανε τσο πιο πολ τρχανε τα δκρυα...
     Η παρουσα ενς μικρο παιδιο που περνοσε τυχαα τον δρμο, και που τη κοταζε περεργα, την κανε να διακψει το ντονο κλμα. Φαινταν πολ φτωχ και... μνο. Τα ροχα βρμικα και τα παποτσια λιωμνα. Τα μτια του εχαν μια στεναχρια, που πρτη φορ βλεπε.
     Σκψεις γργορες, αντανακλαστικ, της ρθανε στο μυαλ. Τψεις για αυτ που επε στο πατρα της φορτθηκαν αυτματα στο στθος που παλλταν τρα πιο γργορα απ ποτ.
     Ποτ δεν του εχε μιλσει τσι. Πντα ταν ο ρωας της. ταν ο 'Αντρας της ζως της... πς του μλησε τσι;
     Δεν θα τον συγχωροσε ποτ, αλλ δεν πρεπε να του μιλσει τσι. Τρα ταν πιο μπερδεμνη σο ποτ. Τα πντα ταν μταια.

κεφ. 3

   «Εχαμε κνει μια συμφωνα που να πρει ο διολος!» αναφνησε απ μσα του. «Εκοσι χρνια σου εχα ζητσει να μεγαλσει και μετ τι θες, ακμα δεν εναι η ρα!».

     Ο νοσοκμος του βαλε τον αναπνευστρα και του πρασε τα λαστιχκια πσω απ τα αφτι. νας λλος νοσοκμος ρχισε να σπρχνει το κρεβτι με βιασνη προς την αθουσα αννηψης.
     Εχε ακμα τις αισθσεις του, ταν εμφανστηκε απ την γωνι τρχοντας η Κρστυ φωνζοντας το νομα του.
     Τα μτια του μαλκωσαν κι ακομπησε πιο αναπαυτικ στο μαξιλρι. Εν κινσει η Κρστυ του πιασε το χρι και του φναζε:
 -"Μπαμπ σε αγαπ, μη με αφν..."
     Ο πνος ταν γλυκς κι ρεμος. λα ταν ρεμα κι απλ. Νιρβνα διαπερνοσε λο του το σμα και για πρτη φορ αντιλαμβανταν την ννοια του παραδεσου.
Σαν νειρο κουγε μια φων απ το υπρ-πραν. Η φων της Κρστυ ταν που λεγε  -"Μπαμπ, Μπαμπ..."
     Μπαμπ! Τ ωραα λξη! Σαν ταινα ασπρμαυρη που κυλοσε γοργ, βλεπε την ζω του να περν σαν νερ που τρχει στο ρυκι. Το ρυκι της ζως που λλοτε πγαινε αργ κι λλοτε δσκολα, τρα πγαινε γργορα κι δευε προς τη θλασσα. Ναι! την βλεπε τη θλασσα απ μακρι. να απλυτα μορφο σπρο φς.
     σα και να βλεπε σε αυτν την γργορη εναλλαγ εικνων, τα μνα που τον κνανε να τινζεται ταν αυτ με την Κρστυ...
     Η γννα, η πρτη αγκαλι, το πρτο χαμγελο, η πρτη μρα στο σχολεο... λες τις πρωτις τις εχε αυτς. Και ττε συνειδητοποησε πως λη του η ζω ταν η Κρστυ και τρα αυτ η ζω φευγε. δευε προς τη θλασσα, σαν να καρβι που το εχε πρει το ρεμα και με καπετνιο ναν ανμπορο γρο, χωρς δναμη να γυρσει το τιμνι.
     Ττε κουσε τη Φων που δεν εχε κατεθυνση κι ακουγταν απ παντο.
 -"Εσαι τοιμος";
     Χωρς ανσα απντησε:
 -"χι! Αν ρθω τρα θα με πρεις δυστυχισμνο, αν περιμνεις θα με πρεις με τη θληση μου. Δεν χω τελεισει!" επε φωνζοντας.
 -"Πσο πολ την αγαπς";
     Κι ο πατρας απντησε χωρς να σκεφτε:
 -"Την αγαπω σαν Θε μου"!
 -"Εσαι σε θση να χσεις τα πντα για αυτν";
     Κι ο πατρας απντησε:
 -"Τα πντα εναι αυτ κι εγ εμαι τα πντα για αυτ. Αν φγω τρα λοι θα χουμε χσει αυτ το οποο Μας δδασκες. Την πστη για την Αγπη. Κι Αγπη μεγαλτερη απ του Γονιο δεν υπρχει. Για αυτ με γννησες, μην το ξεχνς!" και συμπλρωσε: "Απλ εμαστε διοι χαρακτρες και διαφωνομε καμι φορ"!
     Κι η Φων γλασε τσο δυνατ που ακοστηκε παντο.
 -"Την δια ερτηση κανα και στην κρη σου. Κι αυτ ρθε εδ κι αυτ μου δωσε τις διες απαντσεις! Δεν ντεξε τον θνατο σου κι ρθε εδ να σε βρει! Η δικι σας Αγπη εναι σαν την Αγπη που δδω εγ στους Ανθρπους. Δεν εναι πντα δκαιη κι οτε εναι εκολο να ζεις μαζ της, αλλ ποτ δικη. Τρα θα αγαπισαστε πιο πολ και θα χετε καταλβει και η δυο τι ο νας εναι το αποτλεσμα της Αγπης του λλου. Συγχρεσε τα λθη της γιατ εναι δικ σου λθη. Συγχρεσε το πθος της, γιατ εσ πρτος εχες αυτ το πθος. Βοθησε την κρη σου να αποβλλει τα λθη που εσ της δωσες".
     να δυνατ φς τφλωσε τα μτια του πατρα. Φωνς ακουστκαν πνω του.
 -"Συνρχεται", ακοστηκε μια φων. "Θυμα, μνο θαμα μπορε να εναι..."

 -"Ναι..." ψλλισε αδναμα ο πατρας. "Το θαμα της Αγπης... να το θυμσαι..."

                                                                    10/2007

                                Επιστολ Σ' να Φλο

     Αγαπητ φλε,
σου γρφω αυτ το γρμμα, με την ευκαιρα της τελευταας ερτησης που θεσες -εμμσως πλην σαφς- του τ εναι φιλα. Σαφστατα η ερτηση σου δεν ετθη τσι πεζ, αλλ αποτελε την ουσα της τελευταας μας συζτησης.
     Δεν θα διαφωνσω μαζ σου σε καννα απ τα επιχειρματα που πολ εστοχα μου θεσες.
     Στχος μου δεν εναι να σε πεσω για κτι που ο χρνος χει αποδεξει μες στις φλβες σου. Το μνο που θα προσπαθσω εναι να εκφρω τη δικ μου ποψη, απλ για να φαν αντξιος στο διλογο που ανοξαμε. Ο Φιλσοφος δεν ρητορε κι απαιτε, ακοει τον λλο και μαθανει. Φιλσοφος εναι ο καθες για τον εαυτ του και για κανναν λλον. Επτρεψ μου λοιπν να φιλοσοφσω πρτα για μνα και μετ χρη στην ωραα μας συζτηση.
     Επσης η οποιαδποτε καταγραφ θεωριν, ρχεται αντιμτωπη του δικο μου τρπου επιχειρηματολογας κι τσι θα προσπαθσω να μεταφρω γλαφυρ τις απψεις μου και να δσω το ναυσμα στην δικ σου ψυχ να ερμηνεσει και να κρνει την δικ μου ποψη.

Κτω στον κμπο, πρα απ τις πορτοκαλις το χμα το καφ στα σπλχνα του να σπρο μεγλωνε. Ο σπρος ρταγε την μνα-γη:

 -"Μνα εγ τον κσμο τον τραν, πτε θα μθω; Πτε θα δω τον λιο λαμπερ και το φεγγρι νχτα";

 -"Με καρτρι κι υπομον κι εσ σαν λα τα λουλοδια την σειρ σου θα πρεις", απαντοσε η μνα στοργικ και με νερ βρχινο τιζε τον σπρο.

     Μρες πρασαν χι μνες κι ο σπρος απ την γη κεφλι σκασε, τον κσμο εδε. Χλωρ κλαρκι γινε κι αγωνα μεγλη αμσως το πιασε.

 -"Μνα-γη εσ που λα τα ξρεις, πτε θα γνω εγ μορφο δεντρκι με ζηλευτ λουλοδια, πως λα τ' λλα";

 -"Γιε μου, εγ σε μεγλωσα και τα ξρω λα, μεγλο θα γνεις κι εσ καρτρι κι υπομον να 'χεις και σαν τ' λλα και συ μεγλο θα γενες".

     Μρες πρασαν κι χι μνες και το λουλοδι μορφο κλωνρι πλωσε και μσχο δυνατ ετομασε. Κλαρι μεγλα δυνατ απλσανε στον χρο. Με τον καιρ πταλα κκκινα σαν τις φωτις ξεπρβαλαν που σαν μανδες αυτοκρατορικο φαινντουσαν.

Μνες πρασαν, χι χρνια και το λουλοδι τον λιο χρτασε και το φεγγρι λαμπρ πλον δεν του φαινταν. Σκψεις βαρις μσα του γυρνοσαν.

 -"Μνα-γη, τα πδια μου τις ρζες μου σε σνα μσα τα 'χω και τα πντα γνωρζεις. Ξρω, εμαι αυτ που πντα θελα να μουν, αλλ τρα μνος νιθω και δεν ξρω τι μου λεπει".

 -"Θα το μθεις γιε μου μλις ρθει. Μχρι ττε θα το περιμνεις. Εγ εμαι η μνα-γη και λα τα γνωρζω! Τις ερωτσεις αυτς τις χω ξανακοσει και την απντηση την δια πντα δδω. Καρτρι κι υπομον γιε μου"!

     να καλοκαρι, σταυλοχελδονο μικρ ρθε κι κατσε στου λουλουδιο την κρη. Κουβντα κι ιστορες για μακρινς παρτδες εξιστοροσε και το λουλοδι χαρ μεγλη βρκε. Παρα καλ κνανε κι η γη καμρωνε που ο βλαστς της, το νημα της ζως το βρκε.

     Το καλοκαρι πρασε και το σταυλοχελδονο σ' λλη πατρδα το νστικτο καλοσε. Με δκρυα χαιρτησε το λουλοδι και υποσχθηκε πως η καρδι του εκε θα εναι πντα.

 -"Υποσχσου μου τι θα ξανρθεις. Εγ δεν μπορ να φγω να πετξω, φτερ σαν κι εσνα δεν χω και τα κλαρι μου μνο ο νεμος μπορε και τα κουνει. Σε χρειζομαι..."

 -"Θα ρθω, ποτ δεν θα σε ξεχσω. Πντα στην καρδι μου θα 'σαι και το καλοκαρι σαν πλι ρθει, εδ πλι θα εμαι. Ιστορες καινοργιες φανταχτερς θα σου φρω και πλι. Κι λα σαν και τρα θα 'ναι".

     Με δκρυα επταξε και προς τον λιο πγε. Το λουλοδι κλμα ριξε και την μνα-γη ξαναρωτοσε.

 -"Μνα, το βρκα αυτ που μου λειπε και πλι το χασα. Γιατ; Μνος δε θλω πλον να 'μαι".

 -"Εγ εμαι η μνα-γη και πολλ απ' αυτ τα ξρω τα 'χω δει. Σκψου μνον αυτ: αν δεν φευγε κι ταν σαν εσνα ακνητο, θα σου λειπε; Θα το ονειρευσουν ποτ; Θα λπιζες ποτ; Απντα μνο σου και σκψου. Τρα ξρεις τι χεις ανγκη. Καρτρι κι υπομον κι ο χρνος λα τα απαντ, μνον αυτ σου λω γιε μου".

     Μρες γιορτινς για τους ανθρπους ρθαν κι η μικρ λουλοδια απ τον κμπο μζευε πολχρωμα κι εντυπωσιακ το σπτι της να λμψει. Το χρι της πλωσε και το λουλοδι τρβηξε και με μεγλη περιργεια δναμη πολ χρειστηκε, μλλον οι ρζες μεγλες, μες στο χμα απλνονταν. Το λουλοδι φναζε τη μνα-γη καλοσε, δναμη να βλει τις ρζες μην αφσει.

 -"Μνα γιατ; Που πω; Κρτα γερ μη φγω"!

 -"Μνα εμαι εγ λων των λουλουδιν και γιους και κρες πολλς μεγλωσα! Μα εσ εσαι αγαπητ γιατ σκεφτσουν κι λπιζες την κθε μρα. Κρατ γερ τις ρζες σου αλλ των ανθρπων η δναμη με ξεπερν. Κρτα αυτ που σου μαθα και φρντισε να τα πλουτσεις. Η ευχ μου μαζ σου πντα θα 'ναι. Να το ξρεις..."

     Δκρυα το χμα ριξε κι η γη στο τπο εκε σκορηνε, θλψη απλθηκε τριγρω. Το κοριτσκι παραξενετηκε για τα νερ που βρξανε τα φανταχτερ παποτσια της λλα σκψη λλη δε συνχισε.

     Μρες πρασαν χι μνες και το λουλοδι μαζ με λλα μσα σε βζο με νερ, το σαλνι του σπιτιο το στολισμνο, χζευε μελαγχολικ. Απ το παρθυρο, με τις κουρτνες στολισμνο, οι ακτνες του λιου τα δκρυα σκοπιζαν του λουλουδιο, αλλ χαμγελο δεν του χριζε, δεν εχε.

     Τα λλα τα λουλοδια κουβντα ξεκνησαν και τον ρωτοσαν γιατ πονει γιατ κλαει .

 -"Τη μνα μου τη γη και σεις μνα την εχατε. 'Αλλα να μας προσφρει δε μποροσε. Μας τισε μας πτισε, μεγλους και σοφος μας φησε, λλα δεν εχε να μας δσει. Τον φλο μου το σταυλοχελδονο πτε θα το ξαναδ; Αυτ σκφτομαι και κλαω και τη φιλα του νοσταλγ. Υπσχεση εχα δσει, εκε στο κμπο να περιμνω... αλλ αυτ την υπσχεση πλον δεν μπορ να την τηρσω. Ποις θα μου λει τι εμαι μορφος, ποιος θα δνει χαρ στ' αφτι μου με ιστορες";

     Τα λλα λουλοδια σπασαν και ξαν δεν του μλησαν. Αυτ δεν τα καταλβαιναν δεν τα ζησαν. Μουρλ και παλαβ τον λεγαν και παρα δεν ζητοσαν.

     να πρω στο παρθυρο ο λιος δρο μεγλο στο λουλοδι χρισε. Το σταυλοχελδονο ταν εκε και του φναζε:

 -"ρχομαι, ο λιος και η γη μου δεξανε που εσαι. ρχομαι μην ανησυχες".

 -"Φγε, αν σε δουν οι νθρωποι θα σε κυνηγσουν. Λουλοδια μσα στα σπτια τους τα θλουν. Πουλι μως δεν ανχονται. Φγε πριν σε κυνηγσουν"!

 -"Δεν με νοιζει, θα πρω το ρσκο να σε δω. Ιστορες καινοργιες χω να σου πω. Τα δκρυα σου να γιατρψω, τα πταλα σου να χαδψω..."

     Ρτησε τον ποντικ πς μες στο σπτι να τρυπσει και σντομα πνω στο βζο εχε κτσει. Το λουλοδι και το σταυλοχελδονο παρα και χαρς ρχισαν πλι. Διλου δεν το νοιαζε που τα πδια του στο χμα πια δεν πατοσαν. Η κθε στιγμ το κθε δευτερλεπτο ταν γιορτ και χαμγελα συνχεια σκορποσε. Ο λιος καταχρηκε στην γη το αντιλαλοσε. Το χμα πλι καφ γνηκε κι η πλση χρμα πρε. Μετ απ αρκετ ρα το λουλοδι επε:

 -"Εγ στο βζο καιρ δεν μπορ να ζω. Φγε και κνε λλους φλους, δεν θλω να με δεις να μαραζνω! Αν φγεις και με αφσεις ζωνταν πντα θα ελπζεις τι θα με ξαναδες. Αν περιμνεις να χαθ και μετ φγεις, η ελπδα να με ξαναδες θα πεθνει μαζ μου. Σε παρακαλ σε αυτ να εναι το τελευταο δρο μου σε σνα... Σε παρακαλ..."

     Το σταυλοχελδονο το σκφτηκε και με δκρυα στα μτια, πλωσε τις φτερογες του και με θρυβο φυγε απ το δωμτιο.

     Κθε χρνο το σταυλοχελδονο γυρν και ψχνει για το λουλοδι και κθε χρνο το λουλοδι περιμνει το σταυλοχελδονο.

     Η ελπδα τους να ξανασυναντηθονε ποτ δεν πθανε...
     Για να εμαι δκαιος κι ορθς ως προς τον διλογο και τις σκψεις σου, η ιστορα εναι μνο η μια ποψη της φιλας. Δυστυχς ο μνος τρπος για να οριοθετσεις τις αρχς τις φιλας εναι να τη ζσεις. ριο εναι εκε που μπορε να την φανταστες και μοναδικ σου απατηση πντα πρπει να εναι η ελπδα τι αυτς/αυτ θα εναι πντα φλος, και ττε που πραγματικ τον χρειζεσαι...


    Φιλικ                                                                                 Νκος

                                 Η Μελωδα Του Τυμπανιστ

     Σε χρα μακριν κι απμακρα χτισμνη, εκε που την μαγεα κανες πια δε θυμται, κανες τους δεν τη θλει, να μικρ παιδ μεγλωσε με ανατροφ και τρπους.
     τανε το παιδ απλ κι ο κσμος του το διο. Φτωχ δεν θα το λεγες, γιατ εχε πλοτο λλο. Απ μικρ κοιμτανε με παραμθια πλι και με τραγοδια και χαρς παιχνδια ευχαριστιταν. 
     Γαλζιος μγος τον προσττευε, νεριδες αντμα, στο πλι του κοιμντουσαν, νανορισμα του λγαν, λοι οι νειροι* μαζ, ταξδι τον πηγαναν.
Το φαγητ του το 'φτιαχναν νεριδες και μγοι και ξωτικ τα ροχα του τ' πλωναν με καμρι. Σε ττοιο κσμο μαγικ ο χρνος αργ κυλοσε. Στεναχρια πια καμα σε αυτ το σπτι δε χωροσε και το νο το κακ τ' αφτι του δεν τρυποσε.
     Τα ονειρικ Χριστογεννα, τμπανο αστραφτερ για δρο του επραν. να μεγλο λαμπερ, με χο μαγεμνο. Δναμη υπερφυσικ, το τμπανο στον χο του κρατοσε, και λοι το φοβντουσαν, κανες δεν το αψηφοσε.
     Με αυτ τα λγια τα φανταστικ, νανορισμα του δδαν και ο Μορφας με χαρ το χρι του κρατοσε.
     Ο κσμος ξω απ το σπτι, θαρρ δσκολος πς ταν και ο Γαλζιος μγος εκε ποτ δεν κατοικοσε. Κανες τους δεν τον ξερε, κανες τους δε τον θλει.
     Ο αρχηγς του κρτους απφαση επρε, σε χρα μακριν και πλοσια τον πλεμο να κνει. Στρατς μεγλος φυγε, απλεια μεγλη.
     Πουθεν ο Πλεμος δεν βγαλε και στην αυλ του γρισε σαν το πιστ σκυλ που τον αφντη του γυρεει. Ο ουρανς σκοτενιασε, το φς τα σννεφα σκεπσαν. 
     Λουλοδια της αυλς μαρζωσαν, μαζ τους κι οι ανθρποι. Θεος τον ανιψι επρδιδε κι η μνα τα χρια επολαγε να ζσει τα παιδι της, ττοια κατντια αληθιν ποτ μου δε ξανδα.
     Τα φαγητ τελεισανε, στρεψαν τα βαρλια, πενα μεγλη ταραχ, στον κσμο επικρατοσε. Οι νθρωποι πολμαγαν με λσσα και με πεσμα, ποιος απ αυτος στον πλεμο νικητς θε να 'ρθει.
     Κανες μως το παιδ αυτ, να αγγξει δεν μποροσε, αφο στο δωμτιο μικρ, κστρο μαγικ με ξρκια εχε χτσει. Εχε τον μγο σμμαχο, και πλο του το τμπανο που φβο δεν εγνριζε και τρμο προκαλοσε.
     Μια μρα και ο πατρας του στο πλεμο επγε κι απ ττε πρασαν μρες πολλς και να δεν επρε.
     Τα δκρυα του παιδιο, το πρσωπο του πνξαν κι ο πνος του αβσταχτα μες στην καρδι του θριεψε κι λλο δε χωροσε. Ο μγος τον εχιδευε, νεριδες τραγουδοσαν, αλλ για τον πνο του γιατρει καμα δεν κατεχαν.
     Την λλη μρα το πρω απφαση επρε. Το τμπανο στην μασχλη του εκρμασε, και στον μγο του προστακτικ του επε θαρραλα:
 -"Μγε λα μαζ, εσ και το τυμπαν μου, τον πατρα πω να βρω και να τον φρω πσω"!

Μταια προσπαθσαν, νεριδες, ξωτικ, απφαση ν' αλλξει, αλλ κανες τους δεν κατφερε τη σκψη να δαμσει. Και το παιδ ξεκνησε το δρμο του να πρει. Βγκε στο δρμο κι γειρε, το τμπανο μπροστ του. τσι στε να φανεται κι ο κσμος να φοβται. Δεξι του ο μγος και ζερβ του η νεριδα, σαν μια παρα ανκητη διαβανανε το δρμο.
     Βραγε το τμπανο με δναμη και σθνος και χος μαγικς στον χρο απλωνταν.
Τα δκρυα απ τα μτια του κυλοσανε στο δρμο κι που θαρρες κυλγανε λουλοδια - νθη, μια σπιθαμ φυτρναν. Το τμπανο το βραγε κι λοι αφουγκραζνταν.

  Μπαμ Μπαμ Μπαμ Μπαμ Μπαμ...

     Ο λιος τον καμρωσε, με γκρζα σννεφα καβγ μεγλο αρχζει, να προυνε τον δρμο τους, το φς του να περσει.
     Η πλση λη κουγε και τα λουλοδια νθιζαν. Χρματα φαινντουσαν και κποιων ανθρπων κτω απ τα μαρα μτια τους χαμγελο ζωγραφιζταν.

                        Μπαμ Μπαμ Μπαμ Μπαμ Μπαμ...

     Τα τανκς πλον σταμτησαν κι οι πυροβολισμο σωπσαν. Οι νθρωποι και τον καβγ σταμτησαν και την σφαγ επψαν.

                                              Μπαμ Μπαμ Μπαμ Μπαμ Μπαμ...

     Οι λμνες γναν πλι μπλε, και οι θλασσες ηρεμσαν. Τα ζα απ τις σπηλις, εβγκανε να δονε τι συμβανει. Και ο κρυμμνος ο λαγς βγκε, να δει με την σειρ του.

                                                                     Μπαμ Μπαμ Μπαμ Μπαμ Μπαμ...

     ξω απ το σπτι φτασε του αρχηγο του μγα. Κι ο αρχηγς τον φναξε να μπει και να καθσει κι ευθς αμσως τον ρτησε με θαυμασμ μεγλο:
 -"Τον φβο δεν τον σκφτηκες, ζω δεν αψηφς; 'Αραγε μυαλο παιδ τον πλεμο δεν σκφτηκες και τη ζω σου παζεις";
 -"Και τη ζω μου σκφτηκα και την δικι σου αντμα, αλλ σαν το τμπανο βαρ, καννας δεν με σκιζει. Τον μγο χω βοηθ και την νεριδα μνα. Η φση αυτ με αγαπ κι εγ με δκρυα την ποτζω, απ το πρσωπο, ψυχ και την καρδι μου μσα. Εσ μεγλος και τρανς, τον μγο δεν φοβσαι; Το τμπανο δεν αψηφς; Τον πλεμο λατρεεις";
     Γλιο πικρ, ειρωνικ απ τα χελη ξεγλστρησε του αρχηγο του μγα. Το σκφτηκε ξαν κι απφαση επρε. Ο πλεμος δεν τον συνφερε κι αυτ ταν ευκαιρα.
     Βγκε στο μπαλκνι του και μλησε στον κσμο.
 -"Ο πλεμος σταμτησε! Ο πλεμος τελεινει"!

Ο κσμος χειροκρτησε και το παιδ καλοσε, στο μπαλκονκι να φανε σαν ρωας μεγλος, γιατ αυτς κατφερε το ρου της ιστορας να αλλξει με την μα. 
     Το παιδ μως ξερε και ντρπηκε πολ, τον δρμο για τον γυρισμ αμσως τον επρε, να συναντσει τον πατρα, που πλον θα γυρνοσε.
     Στον δρμο τον σταμτησαν πολλο και τον ρωτοσαν:
 -"Εναι αλθεια αυτ που λεν το τμπανο σου μαγικ κι ο Μγος σου προσττης, σε φλαξαν, σε πρσεχαν και σφαρα δεν σε βρκε";
     Και το παιδ απντησε με απλτητα μεγλη :
 -"Μην τα πιστεετε λα αυτ, παραμυθκια εναι. Η Πστη μου η Θληση με πγαν παρ πρα. Εγ εμαι Ο Μγος μου, εγ το τμπανο μου..."

                                                                                         11/2007

* Υποσημεωση
     Ο Μορφες (Μορφας), Ο κελος, Ο Φοβτωρ (Φβος) κι ο Φντασος (Φαντασα) εναι αδρφια. λοι μαζ ονομζονται "νειροι" κι εναι οι θεο των ονερων. Κατοικοσαν στις ακτς του ωκεανο, στη Δση, σε να σπλαιο κοντ στα σνορα του 'Αδη. Οι νειροι, στελναν τα νειρα στους θνητος, μσα απ δο πλες που βρσκονταν εκε. Η μια τανε φτιαγμνη απ Κρατο και μ' αυτ στλνανε τ' αληθιν νειρα (προμηνματα), εν με τη δετερη που 'ταν φτιαγμνη απ ελεφαντδοντο, στλναν τα ψετικα νειρα.





                  Η Μικρ Ζω Μας


Μσα σε αυτ τη μικρ πλη, τα πντα τανε μικροκαμωμνα. Μικρο οι νθρωποι, τελτσες τσες δα μικρς στο σμπαν, μικρς και οι ψυχς τους. Μικρ τους η ευγνεια, μικρ τους και η χαρ. 
Μσα σε αυτν την μικρ πλη, αυτ το πολβουο μελσσι, μριοι μικρο νθρωποι με χρματα πολχρωμα ζωγρφιζαν να σκηνικ απ μικρ πλασματκια, στοιβαγμνα μσα σε μικρ σπτια, με μικρ χερκια. Σαν χαιρταγε ο νας τον λλο, μικρ η απσταση που τους χριζε, μικρ και η χαιρετορα. Μια καλημρα αν πεφτε, μικρ ταν και αυτ, η καληνχτα δε οτε απ κοντ δεν ακουγτανε, ακμα πιο μικρ αυτ.
Μσα σε αυτ λοιπν την πλη, νας μικρς, πολ μικρς μπμπιρας, με να δντι σαν γεννθηκε, λοι φοβντουσαν μην τον χσουνε. Μικρ η πλη, μικρ το σπτι, μικρ το κρεβτι του μπμπιρα, απειροελχιστα μικρς ο διος ο μπμπιρας, σαν πσει απ την κονια, ποις θα τον βρει; Μη τον σκουπσει με την μικρ της σκοπα η μητρα του απ λθος;
     Μεγλο το πρβλημα, στην μικρ την πλη!
     Περσανε τα χρνια, ο μπμπιρας μεγλωνε, στην αρχ λγο τσι στε να φανεται ευκρινς στην κονια του και αργτερα αρκετ στε να χωρει σε μεγαλτερο κρεβτι. Σαν γινε τρεις πντους λοι ζητωκραυγσανε, σαν γινε πντε πντους λοι κουνγανε το μικρ τους κεφλι ευχαριστημνοι, σαν γινε δεκαπντε πντους ρχισαν να ανησυχονε, σαν γινε τριντα πντους φωνξανε τον γιατρ.
     ρθε ο μικρς γιατρς με τη μικρ του τσντα, βγαλε απ μσα το μικρ στηθοσκπιο, το βαλε στα μικρ αυτι του και τα ακομπησε στο μεγλο στθος του μπμπιρα που χασκογλαγε συνχεια. Εχε πλον πρει μνος του να δωμτιο, δεν χραγε σε κονια, δεν χραγε σε κρεβτι και αν συνχιζε τσι να μεγαλνει δεν θα χραγε οτε στο σπτι.
     Ο μικρς γιατρς λοιπν, κοταξε τον ασθεν μπμπιρα με τα μικρ εργαλεα του, σημδι ασθενεας δεν βρκε. Γιγαντισμ τους επε, μχρι και σαρντα πντους το πολ προβλπει να γνει και πρτεινε να μεταφερθε σε δρυμα τχιστα! Απ τα μτια των γονιν, μικρς στλες νερο πσανε, μικρ στεναχρια τους βρκε.
     Τον πγανε στο δρυμα του δσανε στην αρχ να δωμτιο, μετ απ μερικος μνες να μεγαλτερο και τλος το στδιο για να χωρει. Εχε γνει ο τιμος κοντ μισ μτρο, ποι ψηλς και πιο τερστιος απ τον καθνα στην πλη. Στα πηγαδκια των μικρν καφενεων σοσουρο για τον μπμπη γγαντα υπρχε, ακμα και ανκδοτα... Φαντζεσαι να φτερνιστε; Κατρνα κατηγορα Φ5 θα γνει... και δστου τα γλια. κτος απ τους γονες, που ακμα και τρα δεν τον φηναν μνο του. Εχανε προσλβει γεραν, να μεταφρει την πνα του, να του κρατει την δεξαμεν με το γλα στον αρα.
     Μα ο μεγαλτερος τρμος τους ταν η φαντασωση της μρας που θα μπουσολαγε. Θα παιρνε σβρνα τα πντα, δεν θα μενε σπτι για σπτι στην πλη ρθιο. Επανε τον φβο τους στον δμαρχο και αυτς με την σειρ του στο πρωθυπουργ. Να μεταφερθε στην εξοχ, μακρι απ την πλη! Ορλιαξε ο πρωθυπουργς και αυτς με την σειρ του ενημρωσε τον πρεδρο της δημοκρατας και τον στρατ.
     Μερικς μρες πριν την μεταφορ του με ειδικ γεραν στην εξοχ, ο μπμπιρας πταξε την πρτη του λξη:
 -"Ιεν λπω", επε στην μητρα του... Δεν βλπω, το μετφρασε η μαμ και ξαναφναξε τον μικρ γιατρ.
 -"Το παιδ δεν βλπει", του επε με αγωνα ..
     ρθε πλι ο μικρς γιατρς με την μικρ του τσντα, βαλε μια σκλα και κοταξε απ κοντ τα μεγλα πρσινα μτια του μπμπιρα. Εμ! Ββαια αποφνθηκε με στιβαρ φος, ο γιατρς.
 -"Το παιδ χει καταρχτη, πρπει να γνει αμσως επμβαση".
     Παρακλεσαν τον στρατ, τον δμαρχο και τον πρωθυπουργ να κνουν λγο υπομον να γνει η εγχερηση και μετ θα το πηγαναν στην εξοχ πως πρεπε. Κι τσι γινε. Μια μρα ρθαν τσσερα μικρ ελικπτερα με τα μικρ τους καννια laser, υπ την καθοδγηση του μικρο γιατρο, ρξανε τη φωτειν δσμη σε κθε μτι. Μετ η πρτη μορα αεροπορας σε συνδυασμ με τον ορειβατικ σλλογο, περσανε στα μτια του με πολ κπο μια ειδικ τντα-επδεσμο -ειδικ παραγγελα- για να κλεσουνε τα μεγλα μτια του μωρο.
 -"Μη φοβστε", επε ο μικρς γιατρς. "Μικρ εγχερηση τανε, το δσκολο ταν να πεσουμε την αεροπορα να βοηθσει, αφο το καταφραμε..."
     Οι γονες εκφρσανε να μικρ ευχαριστ στον μικρ γιατρ και τον πλρωσαν με μικρ νμισμα. Ο γιατρς φησε να μικρ χαμγελο ικανοποησης και γρισε πσω στο μικρ του σπτι, ευχαριστημνος γιατ για πρτη φορ λα τα ΜΜΕ ασχολθηκαν μαζ του, πλον ταν δισημος.
     ταν ξναρθε η αεροπορα κι ο ορειβατικς σλλογος και του ξεδσανε τα μτια, μια λμψη ρθε στα μτια του μικρο παιδιο. Και μετ αμσως μια θλψη. Αν και τσο μικρς σε ηλικα, κατλαβε τι αυτς ταν πολ μεγλος για να χωρσει σε μια τσο μικρ πλη. Πολ μεγλος για να δεχτε μια τσο μικρ αγκαλι απ την ελχιστα μικρ μητρα του. Κι απ ττε ρχισε να συρρικννεται, κθε μρα και πιο πολ. Στην αρχ πντε πντους, μετ δκα και τλος εικοσιπντε πντους. ταν φτασε στους δκα πντους, χαμογλασε ευχαριστημνα κι οι μικρο του γονες τον πραν μια μικρ αγκαλι. Ο δμαρχος φησε στα κανλια μια μικρ δλωση, υπερηφνειας, τι με την δικ του συμβολ ο φβος εξανεμστηκε.
     Απ ττε ο μπμπιρας αναπτχθηκε κανονικ, πγε σχολεο σαν λα τα λλα παιδι, πγε στρατ, πγε στο μικρ πανεπιστμιο, ασχολθηκε με την μικρο-φιλοσοφα και τη μικρο-φιλολογα, δολεψε σε μια μικρ πλη, γινε δισημος και πλοσιος.
     Σε κποια διλεξη, απ αυτς που τον καλοσαν συχν, κποιος τον ρτησε:
 -"Ποις εναι ο δρμος για να γνει κνεις μεγλος σαν εσς"; (στη λξη μεγλος νας μακρσυρτος χος ανασττωσης πλημμρισε την αθουσα).
 -"Να εσαι τυφλς στα μικρ, να πιστεεις τι λα εναι μεγλα", του απντησε ο πλον μεγαλωμνος μπμπιρας, μ' να πλατ ρεμο χαμγελο.
     Και ζσαν λοι αυτο μικρο κι εμες ακμα μικρτεροι...

                                               Το Μελνι

Εκενο το βρδυ, ταν σαν λα τα λλα βρδια, βαρετ και ατλειωτο. σπου νας οστρος με τλιξε, σαν βας με συρε μχρι το γραφεο, πιασα τον κονδυλοφρο και ρχισα να γρφω, ασταμτητα, με τα μτια κλειστ και τη φαντασα απ πνω μου καβλα σε δο πανμορφα λογα, συμπλρωνα τις λξεις με νεση, χωρς σκψη, σαν αυτ τα χρια θαρρες εχαν μια μαγεα μσα τους.
    Μια κλεφτ ματι μως στο χαρτ μ' κανε να αναρριγσω.
     Το χαρτ ταν δειο... κεν απ λξεις, κεν απ μελνι, απ οποιαδποτε γραφ. Σστισα! κοταξα την πνα μου, δεν βρισκα ελττωμα. Πρα λλη, τα δια, δοκμασα με τρεις διαφορετικς, το χαρτ μενε ανπαφο. Εχα τρελαθε! Σηκθηκα ρθιος, βαλα τα χρια πσω απ την πλτη. Αυτ ταν ανκουστο, να μη γρφει καμα πνα;
     Σταρωσα το δωμτιο, απ κρη σ' κρη, σκψεις βαρις, χοντρς μ' λουσαν! Εχα τον οστρο, δεν εχα το μσο να τον κνω αθνατο! Το αποφσισα, τρεξα να πρω το οποιαδποτε μολβι, απ το απναντι ψιλικατζδικο παρακαλντας τον οστρο να μη φγει, φησα τα πντα πως τανε στο σπτι, τσι στε γυρνντας να ξεγελαστ, τι ποτ δεν φησα το σπτι...
     Ματαως! Το διο συνβη με τα επμενα τριανταπντε μολβια και τις επμενες δκα πνες. Μλιστα για να εμαι σγουρος τι δουλεει η κθε αγορ μου, βαζα τον διο τον ψιλικ-τα πντα χω, να δοκιμζει παρουσα μου το προν σ' να κομμτι χαρτ. Μλις γριζα στο σπτι, πλι τα δια. Απελπισα, μαρη σαν τη τρπα του Κολοκοτρνη μ' εχε ζσει. Αλμονο ο οστρος μου θα πγαινε σ' λλο συγγραφα, μουνα καταδικασμνος να μη μεταφρω ποτ το αριστοργημα μου σε χαρτ. Φανταζμουν δη τη σκην, εγ απλς θεατς στη βρβευση ενς σημου συγγραφα, που απλ τον επισκφτηκε ο ταλαντοχος οστρος, στον πνο του. Κι εγ να χειροκροτ, μελαγχολικ με δκρυα στα μτια.
     χι δεν ταν δυνατ, να το αφσω να περσει τσι, πρεπε να στραφ σε βοθεια, αλλ ποιν; 'Ανοιξα την ατζντα μου, τη ξεφλλισα με ταχτητα, κανες δεν μοιαζε ικανς στω να αρμζει στο ελχιστο η επαγγελματικ του δραστηριτητα στο πρβλημα μου... εκτς απ ναν! Απορ πως δεν τον σκφτηκα απ την αρχ! Γρισα νευρικ τα ατελεωτα νομερα στο καντρν, κρατντας το ακουστικ με το να χρι και σταματντας ανμεσα, να σκουπσω τις στλες μεγθους μικρο αρακ, απ το μτωπο μου. Μια φων, κοψε τις ανσυχες σκψεις μου στην μση:
 -"Bonjour"?
 -"M. Vantick s'il vous plaît?" επα με ση προφορ μποροσα να επιστρατεσω.
 -"Oui! je suis Mr Vantick.Qui?" ρτησε η φων
 -"Ο Ν.Κ. εμαι!" φναξα λεβντικα και σηκθηκα ρθιος.
 -"Που 'σαι ρε κθαρμα;" μου απντησε.
 -"στα αυτ, χω να σοβαρ πρβλημα..." Του εξγησα με πσα λεπτομρεια το πρβλημα μου. Δεν δστασα δε να μετατρψω την φων μου σε τρεμμενη με σκοπ να τονσω την σπουδαιτητα του προβλματος μου..
 -"λα μωρ χριστιαν! Δεν εναι δα και τποτα αυτ!" μου απντησε ευθς αμσως.
 -"Τ δεν εναι τποτα;" απντησα εξαγριωμνος για την απθεια της αντδρασης του.
 -"Ηρμησε, εναι απλ πως δεν το εχες σκεφτε νωρτερα";
 -"Ποι;" πλον η υπομον κι η ευγνει μου ρχισαν να στριμχνονται στο κτω μρος της κοιλις, αφνοντας να περσουν μπροστ η αυθδεια κι η οργ. τανε θμα λεπτν να εκραγ σαν πυροτχνημα βρης και ασδοτων εκφρσεων! λα τα ανεχμουνα στις κοινωνικς μου επαφς, εκτς απ την απθεια και την στωικτητα... ειδικ σε ττοια λεπτ ζητματα...
 -"Νομζεις τι φτανε οι πνες";
 -"Μα ποις μπορε να φταει";
 -"Το χαρτ"!
 -"Το χαρτ;" μεινα κθαμβος! "Μα και πλι δεν μπορε, σ' να χαρτ μα ακουμπσεις πνω το μολβι, γρφει! Γρφει το τιμο το χαρτ, δε χαλει"!
     να δυνατ γλιο ακοστηκε απ την λλη μερι του τηλεφνου, που πλι μ' φερε στα πρθυρα ανατναξης.
 -"Κι εσαι και συγγραφας του λγου σου, χα χα! Βρε! δε ξρεις τι το μελνι εναι μια ψευδασθηση; Στην πραγματικτητα εσ χαρζεις το δρμα του χαρτιο, η πνα σου εναι το τροχισμνο λεπδι, που αναζητ το τλος, και αυτ πνγεται στο μαρο αμα του, σε κθε σου κνηση, σε κθε λξη... Αυτ που χεις εκε εναι μλλον ψυχο, παγωμνο, δεν χει πια οτε μια στλα μσα του για να ματσει..."

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers