Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Ποίηση 

Τότε Που Με Κυνηγούσαν Τα Σύννεφα... (15-20 Ετών ...Βρέφος)

 



              Το Πρώτο Μου Ποίημα

Αν έχεις ένα τριαντάφυλλο στο μέρος της καρδιάς
και το ποτίζεις κάθε μέρα με Αγάπη
μη φοβάσαι, δε θα μαραθεί ποτέ

Αν έχεις ένα τριαντάφυλλο στο μέρος της καρδιάς
και το ποτίζεις κάθε μέρα με Ελπίδα
μη φοβάσαι, δε θα μαραθεί ποτέ

Αν έχεις ένα τριαντάφυλλο στο μέρος της καρδιάς
και το ποτίζεις με αγνό Ζωής, νεράκι
μη φοβάσαι, δε θα μαραθεί ποτέ

Αν έχεις ένα τριαντάφυλλο στο μέρος της καρδιάς
και στο μαράνουν, πίκρα, αδικία, πάθη, μίση
να μη το περιμένεις πια ποτέ να ξανανθίσει

 (θυμάμαι ήμουν 14-15 ετών και το 'χα γράψει
   πάνω στο θρανίο μου...
)

        Το Δεύτερο Μου Ποίημα

Στον Ωκεανό με το Μίσος, η Αγάπη σταγόνα

Στον Ωκεανό με την Αδικία, το Δίκιο σταγόνα

Στον Ωκεανό με το Ψέμμα, η Αλήθεια σταγόνα

Αναρωτιέμαι

    πως να ξεδιψάσει κανείς, όλη την ανθρωπότητα
    
          με τόσο λίγες σταγόνες

(λίγο μέτα αλλά περίπου ίδια χρονιά... )

   "ΑΙΔΩΣ" HOTEL

Ξενοδοχείον "Η Πατρίς"
κι απέναντί του να 'ναι τρεις
και να σαρκάζουν.
Ξενοδοχείον "Η Ελλάς",
που στη κατάντια του γελάς,
σαν το ρημάζουν.

Ο θυρωρός να 'ναι μισός
κι απ' το ποδάρι του κουτσός
και τον χλευάζουν.
Αυτός τη σκούπα τους κουνά
και να τους διώξει ξεκινά,
μα τον τρομάζουν.

Μια-δυο φοβέρες δυνατά,
δυο-τρεις κατάρες τους πετά,
μα δε τους νοιάζει.
Ο πολιτσμάνος που περνά,
σκοπό σφυρίζει δυνατά.
Δε τους πειράζει.

Βλέπουν να μπαίνει ο τραβεστί,
γελούν κι οι τρεις τους απνευστί
και γιουχαϊζουν.
Να και η πόρνη απ' τη γωνιά
-λυμαίνεται τη γειτονιά-
και τηνε βρίζουν.

Να κι ο πρεζάκιας, ο σκληρός,
βαρύς, χαμένος, σκυθρωπός.
Δε του μιλάνε.
Νασου κι ο εργάτης ο φτωχός,
π' ανηφορίζει σκεφτικός.
Τον χαιρετάνε.

Μα όταν φτάνει ο νταβατζής,
τη κοπανάνε και οι τρεις,
με τι τρεχάλα!!!
Αυτός τους αγριοκοιτά,
μα σα θυμάται τα λεφτά,
ορμά στη σκάλα.

Αναστενάζει ο θυρωρός:
"Πόσο ο κόσμος ειν' σκληρός"
και κλειεί τη θύρα.
Τρίβει το πόδι του σφιχτά,
-απόψε τον πονά φριχτά-,
τα βάζει με τη μοίρα.

Νωρίς απόψε βράδυασε
και το σοκάκι άδειασε,
φυσά κι ένας βαρδάρης!
Ένα χαρτάκι που πετά,
κονσερβοκούτι που χτυπά,
μαζεύει ο σκουπιδιάρης.

Μικρύναν τα σανδάλια μας,
μεγάλωσαν τα χάλια μας,
σε τούτο το σοκάκι.
Αδειάσαμε τα πιάτα μας,
ξοδέψαμε τα νιάτα μας
κι ούτε διπλό σακάκι.

Θα 'ρθει η ελπίδα; Από που;
Αύριο μέρα του Θεού,
θα αχνοφέξει.
Θα 'ρθει μα πάλι δε θα 'μπει,
άδεια κουφάρια θα μας ΄βρει
και θα μισέψει!

           Του Τζίτζικα Και Του Νιού

Ο Νιός:

Τραγούδησε μικρέ εσύ της νύχτας, τροβαδούρε.
Τραγούδα την αγάπη μου, της μέρας, φωνοκόπε.
Τραγούδα φτερωτέ μικρέ, της ζήσης μου, τη πίκρα.
'Ασε τους άλλους να σε λένε ανεπρόκοπο.
Έγω θα σε λατρεύω!

Με της καρδιάς μου τους παλμούς
και του καημού μου τους αχούς,
μπλέξ' τους δικούς σου ήχους
και κάνε το τραγούδι σου ύμνο χαράς. Ωστόσο
σα πινελιές, τη θλίψη μου, άσε και κάπου-κάπου.
Ψάξε και λόγια όμορφα βρες για να περιγράψεις
ετούτη την αγάπη μου. Μη τη κατηγορήσεις.
Σε μένα ρίχ' τα βάρητα, σε μένα τις ευθύνες
κι αν κάπου έφταιξε κι αυτή, ήταν που 'ναι μικρούλα
ή θα 'ταν που 'ναι όμορφη, μυγιάγγιχτη κοπέλα.

Τραγούδα τα σγουρά μαλλιά και τα μελιά τα μάτια.
Τραγούδα τα χειλάκια της που 'ναι σα δυό κεράσια.
Τραγούδα το παράστημα, τα στήθη τα χυμένα,
τραγούδα για τα πόδια της, που είναι τορνευμένα
και σα τελειώσεις όλ' αυτά, τραγούδα και για μένα...

Ο Τζίτζικας:

Εγώ παντά θα τραγουδώ -τζι τζι- το καλοκαίρι
με τους γλυκούς του τους χυμούς.
Εγώ παντά θα τραγουδώ τις νύχτες με φεγγάρι,
σα δε με φτάνει η μέρα.
Τι κι αν με λέν' ανόητο, ανεπρόκοπο, τεμπέλη...
Το λεν' όσοι δε ξέρουν.
Μένα με φτάνει ο χυμός τούτου εδώ του δέντρου
και τραγουδώ από χαρά και από ευτυχία!

Τι κι αν να ζήσω, μέλλει μου, τούτο το καλοκαίρι
και να πεθάνω έπειτα, στα κρύα, στις βροχάδες!
Μου φτάνει τούτη η στιγμή οπού 'μαι 'υτυχισμένος,
χορτάτος από τους χυμούς κι έρωτα γεμισμένος!

                      ΔιςΣταγμός

Θέλω να φιλήσω τα παχουλά σου τα χειλάκια
Εκεί στις άκρες του χαμόγελου
Θέλω ν' αγγίξω τις ρόδινες κορφές του κόρφου σου
Που σημαδεύουν τη καρδιά μου

Θέλω ν' αφήσω μέσα σου παντοτινή υπόσχεση
Απειρης αιωνιότητας
Παραμεριζοντας τις πτυχές του πεπρωμενου σου
Σπαζωντας το φράγμα των φόβων και της άγνοιας σου

Θέλω να χαράξω νέα μονοπάτια στο είναι σου
Να στολίσω ροδοπέταλα τη κοιλιά και τα μαλλιά σου
Να μετρήσω τους παλμούς του κορμιού σου έναν-έναν
Να βυθιστώ στο βλέμμα της άδολης λαγνείας σου

Θέλω
Θέλω θέλω
Μα θα σ' αφήσω πάλι απόψε να φύγεις
Γιατί φοβάμαι τη ντροπή σου
Γιατι ντρέπομαι το φόβο σου

Θέλω
Θέλω θέλω θέλω
Μα πρέπει πρώτα να μετρήσω τις μέρες μου σωστά
Πρέπει να κλέψω τ' άλικο από τα μάγουλά σου

Και φοβάμαι μη κάνω κάποιο λάθος

Δεν Είμαι Τίποτα-Είμαι Ένα Τίποτα

Στέρεψε 'κείνο το πηγάδι
που 'πινα νερό
και πλέον σ' άφατο σκοτάδι
βρίσκομαι, πικρό.

Σε σένα που σπονδές σου κάνω,
-μη με αφήσεις-
με στάλες αίμα απ' τη καρδιά μου πάνω,
για να γυρίσεις.
Γιατί, τις νύχτες, τώρα πια που παίρνω
να γράψω κάτι,
του κάκου προσπαθώ και γέρνω
πλάϊ, στο κρεβάτι.

Να κάψω τα μολύβια, πρέπει, τώρα
και τα χαρτιά μου.
Να παρατήσω, λέω, ήρθ' η ώρα,
τη χίμαιρά μου
και σα θα έρθει η στιγμή μου,
μόνος θα σβήσω,
χωρίς να έχω σύρει τη γραμμή μου
και πάρα πίσω.

Πως θλίβετ' η καρδιά μου σα θωρεί
αποσταμένους,
-που λιώσανε, χωρίς ουσία, σα κερί-
σα 'με, λιωμένους.

                             Αποκριά

Τα κομφετί σκεπάσανε τη πίστα της χαράς,
χρωματιστά κι οι σερπαντίνες 'δω κι εκεί πετάνε.
Οι Μασκαράδες της τρελής Αποκριάς
κάτω απ' τις μάσκες τους, ηλίθια γελάνε.

Να οι Βρυ-Κόλακες πιο 'κει, πιο 'δω οι Αρλεκίνοι,
τα Ντόμινα και τα Θεριά, οι Κολομπίνες πέρα,
Μάγισσες με σκουπόξυλα πηδάνε στον αγέρα,
να κι οι Παλιάτσοι, κωμικοί, χοροπηδάν κι εκείνοι!

Αχ... Αχ... Γλυκύτατε Θεέ, κάνε να μη τελειώσει
τούτη η νύχτα η τρελή, όλη μια ξεγνοιασιά,
τις μάσκες να κρατήσουμε μα και τη φορεσιά.
Το ρόπαλο, το πλαστικό, κεφάλια να ζαβώσει!

Οι καραμούζες σκούζουνε και το μαστίγιο του Ζορρό
δέρνει τα φώτα τ' άπλετα, σκίζει και τα στολίδια
κι όλοι γελούν... Θεέ μου... Γελούν... με τούτα τα παιχνίδια,
λες κι είχαν να γελάσουνε πάρα πολύ καιρό!

-Η Νύχτα η αποψινή κι αύριο θα κρατήσει.
Ατέλειωτη Αποκριά τρελή θα συνεχίσει.
Καθόλου να μη γνοιάζεστε για τ' αύριο την αχλύ.
Η Νύχτα η αποψινή, θε να κρατήσει για πολύ!

                     Ποινή

Επειδή εχαθήκαν πολλές ευκαιρίες
και τούτο δε παίρνει αναβολή,
ζητάω απ' όλους, Κυρίους, Κυρίες,
συμπόνοια προτού να κλειστώ σε κελί.

Οίκτο γυρεύω προτού μου κλειδώσει
η πόρτα του κόσμου, του τόσο εχθρικού.
Γιατί 'ν' η ποινή μου, που μου 'χουν φορτώσει,
σαν εγκληματία κακοποιού!

Δεν έχω κλέψει, μήτε σκοτώσει,
μόνο λαχτάρισα λίγο νερό
κι όπως στις χούφτες μου το 'χα σηκώσει,
στα χείλη μου το 'φερνα για να το πιώ.

Μα 'κείνο γλυστρούσε απ' τα δαχτυλά μου,
στο χώμα κυλούσε. Διψούσα πολύ!
Έσκυβα πάλι!... Ειν' η αποκοτιά μου
βαριά, μα της πρέπει και τόση χολή;

Εσείς Δικαστές μου, μπορείτε ωστόσο,
χωρίς τύψεις να 'στε. Το χρέος βαρύ.
Σε με το φτωχούλη που δίψαγα τόσο
σταθήκατε όμως στυγνοί κι αυστηροί!

               Παιχνίδι

Μας ξεγέλασε τ' αστέρι το μικρό.
Είπε θα 'βγει στο δικό μας ουρανό
κι όλη νύχτα το προσμέναμε!
Μ' αυτό άτακτο και πονηρό,
κρύφτηκε στ' αντικρυνό βουνό,
για να 'δει αν το γυρεύαμε.

Κι εμείς οι άθλιοι αλήτες του μπετόν
ξημερώσαμε χωρίς το φως του το "τερπνόν",
στη κακοφωτισμένη μας πλατεία.
Θέ μου τι σκοτεινή περάσαμε νυχτιά,
ο ένας πλάϊ στον άλλονε σφιχτά,
λέγοντας άνοστα αστεία!

Έτσι όταν ήρθ' ο μπάτσος το πρωί,
να μας μαζέψει για τη φυλακή,
δε βρήκε δυσκολία.
Τον ακλουθήσαμ' όλοι μας βουβά,
σίγουροι πως για μας τώρα πια,
δεν έχει μήτε άστρου λεία!

Δάκρυσε τ' άστρι σα τα είδε όλ' αυτά.
Για να 'ξιλεωθεί, με κλάμματα ζητά,
λίγο παράκαιρα να φέξει!
Μα ήταν πρωϊνό και φεγγερό
και 'κείνο ήταν άσκεφτο μικρό!
Γοργά μας ξέχασε και πήγ' αλλού να παίξει!

       Ο Τζο Ο "Λεμονάδας"

Έμπαινε στο μπαρ και τα μαλλιά,
γυαλίζαν απ' τις χούφτες της πομάδας.
Ποτά κερνούσε όλα τα παιδιά,
                          ο Τζό ο "Λεμονάδας"!

Ήταν η ζωή του μίζερη, σκληρή.
Πληρώνοταν φτωχά, στο τέλος της 'βδομάδας
κι όλα τα ξόδιαζε στο μπαρ -συνήθεια κακή-
                          ο Τζό ο "Λεμονάδας"!

Μονάχος δίχως μια γυναίκεια συντροφιά.
Από τους τύπους που τους λέμε, "της αράδας".
Πάντα ανήσυχος λες και καθόταν σε καρφιά,
                          ο Τζό ο "Λεμονάδας"!

Φίλους δεν είχε, ούτ' αυτούς τους λιγοστούς,
που δέχονταν κεράσματα της νουμεράδας.
Μα -το χειρότερο- δεν είχε μήτ' εχτρούς,
                          ο Τζό ο "Λεμονάδας"!

Κι αυτός κάποτ' ερωτεύτηκε γερά!
Ήτανε τότε που 'μπλεξε στα δίχτυα μιας μιγάδας
κι επληγώθηκ' απ' αυτή φαρμακερά,
                          ο Τζό ο "Λεμονάδας"!

Κανείς ποτέ δε τονε είδε να βογγά.
Κανείς δε βαρυγκόμησ' από μια του χοντράδα
κι όμως τον κοροϊδεύαν όλοι στα κρυφά,
                          τον Τζό το "Λεμονάδα"!

Όταν κρεμάστηκε κάποιο θαμπό πρωΐ,
όλ' είπανε πως έκαμε άλλη μια κουτουράδα
και στη κηδεία δε συντρόφεψε κανείς
                          τον Τζό το "Λεμονάδα"!

Όλοι σκεφτήκανε πως -δίχως άλλο- 'φταίξαν
τα μαύρα, τα τσακίρικα τα μάτια της μιγάδας!
Κανείς δε 'σκέφτη, πως βαρέθηκε την άσκοπη ζωή,
                          ο Τζό ο "Λεμονάδας"!

                Στεγνό

Εκεί π' αγγίζουν τα δάχτυλά σου,
ειν' η πληγή μου, που με πονά.
Εκεί που βλέπουν τα δυό σου μάτια,
ειν' τα δικά μου, που 'ναι τυφλά.

Εκεί π' αγγίζουν τα υγρά σου χείλη
-παλιά θα μου 'κανε τόσο καλό-
ειν' έν' άδειο, κλειστό κοχύλι,
που έχει σπάσει κι είναι νεκρό!

Πηδά στο στέρνο μ' η καρδιά. Το αίμα
κοχλάζει μέσα μου, ρέει καυτό.
Ψάχνει τριγύρω μου τ' άπληστο βλέμμα,
το βάδισμά σου τ' ονειρευτό.

'Αδειο κουφάρι που έχει χάσει
όλο το αίμα και τη ψυχή,
έχω ξωμείνει κι έχω πιάσει
να ξαναγίνομαι απ' την αρχή.

Αφήνω λέυτερη τη φαντασία μου,
αφού δεν έρχεσαι, να σε σκεφτεί.
Μα 'κείνη δέθηκ' -απελπισία μου-
και η ανάσα μου ΄δεθη κι αυτή!

Μάταια χτυπάς και μάταια ψάχνεις.
Εδώ δε μένει πλέον κανείς.
Εδώ μονάχα ιστούς αράχνης
και νυχτερίδες μόνο θα βρεις!

Αυτός που έμενε, έχει αλλάξει
σπίτι, διεύθυνση και διαμονή.
Στο κοιμητήρι έχει αδράξει,
της γειτονιάς σου, πλάκα σεμνή!

                    Χωρίς Τίτλο

Τα μάτια σου                Η μορφή σου
δυό τρικυμίες               το Θείο Φως
γαλάζιες.                       του Ήλιου.
Τα μαλλιά σου              Εγώ απλώς
νεροποντή                    κοινός θνητός
χρυσαφιά.                     υποκλίνομαι
Τα χείλη σου                 μπρος στο Θείο
ροδοπέταλα                  αυτό ποίημα
κόκκινα.                       της Μάνας-Φύσης

Είμαι συντρίμμι             Είχα ξεχάσει
πάλι απόψε                   πως αγαπάνε
κι αναμετρώντας          και πως πονάνε
τ' άστρα ψηλά              από παλιά.
αναρωτιέμαι                 Ειχ' αποστάσει
τι τάχα 'γίναν                να περιμένω
τα όνειρά μου               κερί σβησμένο
τ' αητόπουλά.               σπίρτου φωτιά

Ήρθες μικρή μου          Θα μείνω πάλι
φλόγα ν' ανάψεις          μόνο με δάκρυ
και να το κάψεις           χωρίς αγάπη
-Αχ- το κερί μου.          χωρίς φωτιά!
Μα φεύγεις τώρα;         Μ' άδεια αγκάλη
αχ πώς λυπάμαι            κερί σβησμένο
πως τη φοβάμαι            να περιμένω
τούτη την ώρα!            όπως παλιά!

                  Μου τα 'χες όλα
                  εσύ γραμμένα,
                  με μαύρη πένα
                  σε μαύρη κόλλα!

               Πλατεία Κοτζιά

Γεμάτος πόρνες, τραβεστί και φασαρία
ήταν ο τόπος του Κρανίου, δυστυχώς,
όπου τις νύχτες οι πιστοί του με λατρεία,
το προσκυνούνε αδιαλείπτως, συνεχώς.

Γεμάτος γύφτους, φωνακλάδικους εμπόρους,
γριές με τσάντες και αλήτες βιαστικούς.
Μα μη γελάτε, ειν' ο χώρος μες στους χώρους,
μην απορείτε, χώρος απ' τους αστικούς.

Θόρυβος, βρώμα και τουρίστες που χαζεύουν
με τούτο 'δω το ανακάτωμα ala Greece!
Κι απ' τις γωνίες, τους πρεζάκηδες μαζεύουν
τις νύχτες, με τις κλούβες για ...service!

Φίλε που βγήκες στο μπαλκόνι, πες μου τι είδες;
Καθώς σου βλέπω απορία στη ματιά!
Εδω που ζεις, κάποτε ζούσαν Αριστείδες
κι αχολογούσε Δημοσθένους η λαλιά!

Έτσι μ' όλους αυτούς ανηφοράμε,
μες στης ζωής το ανηφόρι το σκληρό
και σα λουλούδια, αδύναμα, μαδάμε,
που φύτρωσαν μες στου τσιμέντου το σωρό!

              Πλατεία Κοτζιά ΙΙ
                                           (στο πιο ...αισιόδοξο)
Τι κι αν στο βάλτο μας τραβά, στο κατακάθι,
του βάλτου το στοιχειό, που τρομερό ορθώνει!
Αυτό το τέρας που το ζουν τα τρομερά μας λάθη,
μα ένα χαμόγελο χαράς κι αγάπης το σκοτώνει!

Εμείς πάντα τον ήλιο θα θωρούμε που γελά.
Εμείς θα τονε βλέπουμε, το δείλι που ματώνει.
Μιας πηγής το γάργαρο νερό, μας φτάνει να κυλά,
στου βράχου τη σχισιματιά, για να μας ατσαλώνει!

Μες στου τσιμέντου τη κατάψυχρη καρδιά,
μας φτάνει μια τόση δα δροσοσταλίδα.
Αν βάρβαρο, λερό ποδάρι μας πατά,
τούτο το δάκρυ της αυγής μας δίν' ελπίδα!

Αν κάποιου σούρουπου θαμπού τη σιγαλιά,
μας κόψει τ' άνθος, δυνατό κι άσφαλτο χέρι,
θα 'ναι για να κοσμήσουμε κάποια ξανθά μαλλιά
και να ξαναρριζώσουμε στ' ονείρου το παρτέρι!

                    24 Σκόρπια Τετράστιχα

Στη ρύμη του λόγου                Βρώμικη η θωριά σου
η ερημιά τ' αλόγου                  φιρίκια τα παιδιά σου.
ρυπαίνει τη ροή της.                Το βρώμικο το χρήμα
Ρυάκι προ της κοίτης.              που ράνανε με κρίμα.
Ρημάδι                                     Ρούφουλας

Ρέω και σε ροδίζω                    Ανώριμή μου ρώμη
ρόδινη σε βαφτίζω                   στερνή να σ' είχα γνώμη
ώριμη, ρόζ με γκρίζο               Στο ποίημα, αυτό το ρήμα
κι άγρια σε γκρεμίζω.               πλέον δε κάνει ρίμα.
Όνειρο                                     Ρωτάω

Ρέπω σε αγριάδες                     Θάρρος για να περάσεις
τρώω και τρεις κατσάδες.        βρες, για να με κεράσεις.
Γνώριμα κορδελλάκια               Ρακί ρέει στα ποτήρια.
ρίχνω στα κοριτσάκια.              Ρούφηξε τα Μυστήρια!
Ρουφιανιά                                 'Αρπυια

Όρνεο γουργουρίζει.                 Εγείραμ' ανδριάντες
Πόρνη που μουρμουρίζει           σ' ήρωες με τιράντες.
στους δρόμους, τη τιμή της      Πρωί θαμποχαράζει
κι όλοι τρέχουν μαζί της.           μα νύχτα μας ταιριάζει.
Γρήγορα                                    Πρωτεία

Πήραμε πρύμα-πρώρα               Ποτήρι-ποτηράκι
λάθος ρότα απ' ώρα.                 πάρε μου το μεράκι
Τώρα που θα χαθούμε               και φέρε στα ρουθούνια
ρακί βάλτε να πιούμε.                βρωμιά από γουρούνια!
Αυθωρεί                                     Αρρυθμία

Πάρτο μου, πριν προλάβει,        Δώρο στο καταχθόνιο
το βάρος, που με θάβει              ένα ποτήρι κώνειο,
Μαύρη μου νεκροφόρα              χωρίς ντροπές και γρήγορα,
πρέπει να τρέξεις τώρα.             γλυκά κι ευπροσήγορα!
Προπομπός                                Ρούφηξε

Σοφέ που μίλησες σωστά           Μέσα σου βρες και χώρισε
κάτσε και μίλα χωριστά.            κάτι που να ξεχώρισε.
Νάνε που λες τα χωρατά           Κάτι που να 'πε ο Σοφός
μίλα λιγάκι δυνατά!                   ή που 'πε ο Νάνος ο κουτός!
Μωρία                                        Προσοχή

Πάντα με δάκρυ αρμυρό           Κοτέτσια και με κοπριά
πληρώνεις το τρελογιατρό,       σου πρέπουν για προικιά.
που σου γιατρεύει τις πληγές,    Στο βάζο σου τσουκνίδες,
που δε σου κλείνουνε ποτές!     στο στρώμα κατσαρίδες!
Χάρισμα                                     Πόρνη

Σούρνεις τα μπροστινά σου       Βάλε μου να πλαγιάσω
κλωτσιά στα πισινά σου!           τον ύπνο μου μη χάσω
Γελάδα που γελάει,                     κι όταν θα ξυπνήσω
φτερό τη γαργαλάει!                  βάλε μου να τσιμπήσω.
Χάρις                                          Ευμάρεια

Απόψε νύχτωσε νωρίς                Στόμα που άσχημα φιλείς
κι αργεί να ξημερώσει.                κι όμορφα προδίδεις!
Τούτο το χέρι που φιλείς             Καρδιά που γλύκα δε χωρείς
χαιδεύει πριν σκοτώσει!              μα στο κακό ενδίδεις!
Ευκαιρία                                     Στράτα

Ρωτήστε στη πλατεία                 Σβήστε το φως που καίει
ή στο μπακάλικο,                       τα μάτια της ψυχής.
αν είδ' η πελατεία,                       Τη κοπελιά που κλαίει,
τ' αστέρι τ' άλικο!                       τη πίκρανε κανείς;
Χαραυγή                                      Απορία

Πάλι σκοτώσανε τη νια                Σγουρέ βασιλικέ μου
που λέγανε: Ελπίδα.                     προτού μου μαραθείς,
Μα κι αν τον είδα το φονιά,          ρίξε τον τον ανθό σου,
θα πω πως δε τον είδα!                Στο τάφο της μικρής!
Ρίψασπις                                       Παρτέρι
                               
                           Χωρίς...

Αυτό το φως της αστραπής, φώτισ' το πρόσωπό σου
κι είδα για λίγο τη πικράδα της σιωπής,
-σιωπή που φώλιαζ' άλλοτε, μεσ' τ' αναφυλλητό σου-
που λέει περισσότερα, απ' όσα θες να πεις.

Αυτή η στάλα της βροχής, που 'δα στο μάγουλό σου
-πόσο αναρωτήθηκα, στάλα να 'ταν ή δάκρυ;-
βίαια πλαισίωσε τη θλιβερή λάμψη των ομματιών σου
και κύλησε νωχελικά, πλάϊ στων χειλιών την άκρη.

Θυμάμαι, μου 'δειχνες παλιά, τα κίτρινα τα φύλλα,
-με κάποια θλίψη στη ματιά- που 'πέφταν στο στρατί.
Μισούσες τη θανατερή και μαύρη ανατριχίλα,
της χειμωνιάς οπού 'φτανε, αμείλικτη, κακή.

Και τώρα δα σε κάποιας χειμωνιάς, σκληρή νεροποντή,
με πλήθος φύλλα κίτρινα, τριγύρω μας πεσμένα,
γίνεσαι πάλι άνεμος και φεύγεις σκεφτική.
Κουραστικό φθινόπωρο για σένα και για μένα.

Και να μαι πάλι μόνος! Να παλεύω, δίχως το λάβαρό σου να κρατώ.
Δίχως το χέρι να μ' οπλίζει η θολή, καυτή ματιά σου.
Το αδειανό το χέρι μου, σα τον τρελό, με μίσος θα κοιτώ.
Αχ πως θα ζήσω άλλη 'Ανοιξη, εγώ τώρα μακριά σου;

          α) Κατηγορητήριο

Είναι αυτά που έγραψες ανούσια
Είναι τα όσα ουσιώδη, που δεν έγραψες
Είναι αυτά που ήδη έκαμες, λιγοστά
Είναι αυτά που δεν έκαμες, περισσότερα

Είναι οι ίσκιοι που δε φώτισες
Είναι η ουσία που δε πρόβαλλες
Είναι που έλεγες πάντα, παχιά λόγια
Είναι η μεγάλη ιδέα που είχες για τον εαυτό σου

Είναι που δε κυριάρχησες στις αδυναμίες
και στα πάθη σου
Είναι που δε διόρθωνες ποτέ
τα λάθη σου

Είναι τα σωστά σου που δε κατάλαβες
Είναι το τάλαντον που το έκρυψες και το έχασες
Είναι που δεν ενθάρρυνες τις μούσες
Είναι που αφέθηκες να παρασυρθείς και να κολλήσεις στο τέλμα

Είναι που τσαλαβούτησες στα λασπόνερα τούτης της πόλης
Είναι που άφησες πάρα πολλά στη τύχη
Είναι που ξέχναγες όποτε σου σύμφερε
Είναι που θυμόσουν όποτε σου σύμφερε

Είναι που πάντα διάλεγες τη σύντομη οδό

          β) Επιβαρυντικά

Είναι ο πάγκος με τα πορνο-περιοδικά
Είναι οι τραβεστί κι οι πόρνες που γυρίζουν στις πιάτσες
Είναι ο μεθυσμένος κι ο άστεγος που κοιμούνται κατάχαμα
Είναι ο τρελός που παραμιλάει και φωνάζει

Είναι οι θυρωροί-νταβάδες των φτηνών χοτέλ
Είναι το σκουπιδαριό και το κατούρημα στις σκοτεινές γωνίες
Είναι ο ναρκομανής που τριγυρνά σα χαμένος
Είναι οι ξενύχτες που επιστρέφουν χάραμα μεθυσμένοι

Είναι τα πηγαδάκια κι οι τσακωμοί
Είναι η ανοχή κι η αβουλία που έδειξες

          γ) Ελαφρυντικά

Είναι  η νύχτα με το δικό της σφυγμό που σε κοιτά με ένα μάτι
Είναι ο Πάνας που παίζει το σουραύλι του
Είναι το Αυγουστιάτικο φεγγάρι που καλεί
Είναι η κακιά πόλη που κλείνει τις εξόδους

Είναι η μοναξιά που διπλά ταλανίζει
Είναι ο καρπός που είναι πολύ γλυκός
Είναι που ο άνθρωπος είναι τόσο ευάλωτος
Είναι ο πρότερος έντιμος βίος

          δ) Καταδίκη

Θα μείνεις ένα ανώνυμο μισοσβησμένο αστράκι στον ουρανό
Θα είσαι ένα ανώνυμο μυρμηγκάκι ανάμεσα σε στρατιές άλλων
Θα είσαι μια μικρή σταγόνα στον ωκεανό

και στην επόμενη ζωή σου θα είσαι μια χελώνα, ένα σαλιγκάρι
ένας τυφλοπόντικας, ένα βαθράκι

Όταν γεννήθηκες ήσουν στην αγκαλιά των δικών σου
Όταν θα πεθάνεις θα είσαι ολομόναχος

                                                                              

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers