Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Φανταστικό 

Kapote Truman: Μίριαμ

 

     Για κάμποσα χρόνια η κυρία Χ. Τ. Μίλερ ζούσε μόνη σ' ένα ευχάριστο διαμέρισμα (δυο δωμάτια και κουζινούλα) σ' ένα ανακαινισμένο κτήριο με πρόσοψη από καφετή ψαμμίτη κοντά στο Ιστ Ρίβερ. Ήταν χήρα αλλά εξασφαλισμένη χάρη στην ασφάλεια του κύριου Χ. Τ. Μίλερ. Τα ενδιαφέροντά της ήταν περιορισμένα, δεν είχε αληθινούς φίλους και σπάνια πήγαινε πέρα από το γωνιακό μπακάλικο. Οι υπόλοιποι άνθρωποι στο κτήριο έμοιαζε να μη τη προσέχουν ποτέ. Τα ρούχα της ήτανε πρακτικά, τα μαλλιά της είχαν μεταλλική γκρίζα απόχρωση κι ήταν κοντοκομμένα και πρόχειρα κατσαρωμένα. Δε χρησιμοποιούσε καλλυντικά, τα χαρακτηριστικά της ήταν αδιάφορα, περνούσαν απαρατήρητα και στα τελευταία της γενέθλια έκλεισε τα εξήντα ένα. Σπανίως έκανε κάτι αυθόρμητα. Διατηρούσε τα δυο δωμάτια πεντακάθαρα, κάπνιζε κανά τσιγάρο κάπου-κάπου, μαγείρευε για την ίδια και φρόντιζε ένα καναρίνι.
     Κι ύστερα γνώρισε τη Μίριαμ. Χιόνιζε κείνο το βράδυ. Η κυρία Μίλερ είχε τελειώσει το σκούπισμα των πιάτων του βραδινού της και φυλλομετρούσε μια απογευματινή εφημερίδα όταν είδε μια διαφήμιση για μια ταινία που παιζόταν σ' ένα γειτονικό κινηματογράφο. Ο τίτλος ακουγόταν καλός, έτσι φόρεσε το καστόρινο παλτό της, έδεσε τις γαλότσες της και βγήκε από το διαμέρισμα, αφήνοντας ένα φως αναμμένο στο διάδρομο, γιατί τίποτε δεν την ενοχλούσε πιότερο από την αίσθηση του σκοταδιού. Το χιόνι ήταν όμορφο, έπεφτε απαλά χωρίς να σκεπάζει ακόμα το πεζοδρόμιο. Ο αγέρας από το ποτάμι ξύριζε μόνο στις διασταυρώσεις. Η κυρία Μίλερ προχώρησε βιαστικά, με το κεφάλι σκυφτό, αγνοώντας ό,τι υπήρχε τριγύρω, σα τυφλοπόντικας που σκάβει ένα λαγούμι. Σταμάτησε σ' ένα φαρμακείο-παντοπωλείο κι αγόρασε ένα πακέτο καραμέλες μέντας.
     Βρήκε μια μακριά ουρά να περιμένει στο ταμείο και στάθηκε στο τέλος της. Θα περίμεναν λίγο για να πάρουν εισιτήρια για όλες τις σειρές των θέσεων, βόγκηξε μια κουρασμένη φωνή. Η κυρία Μίλερ έψαξε μες στη δερμάτινη τσάντα της ώσπου βρήκε το αντίτιμο του εισιτηρίου. Η ουρά προχωρούσε με το πάσο της, έτσι,  κοιτώντας τριγύρω, η κυρία Μίλερ για να περάσει η ώρα, ξαφνικά πρόσεξε μια κοπελίτσα να στέκει κάτω από την άκρη της μαρκίζας. Τα μαλλιά της ήταν τα πιο μακριά και παράξενα που είχε δει ποτέ η κυρία Μίλερ. Τελείως αργυρόλευκα, σα μαλλιά αλμπίνου. Της φτάναν ως τη μέση, χυτά κι απαλά. Ήταν λεπτή και ντελικάτη. Υπήρχε μια απλή αλλά ξεχωριστή κομψότητα στον τρόπο που στεκόταν, με τους αντίχειρες στις τσέπες ενός δαμασκηνί βελούδινου παλτού, φτιαγμένου σε μοδίστρα. Η κυρία Μίλερ αισθάνθηκε παράξενα συνεπαρμένη και χαμογέλασε ζεστά όταν η κοπελίτσα κοίταξε προς το μέρος της. Πλησίασε κι είπε:
 -"Θα μπορούσατε να μου κάνετε μια χάρη";
 -"Μετά χαράς, αν περνά από το χέρι μου", της είπε η κυρία Μίλερ.
 -"Α, είναι πανεύκολο. Θα 'θελα απλώς να μου αγοράσετε εισιτήριο, ειδάλλως δε θα μ' αφήσουν να μπω. Να έχω τα λεφτά". Κι έδωσε με χάρη στη κυρία Μίλερ δυο δεκάρες και μια πεντάρα. Μπήκαν μαζί στον κινηματογράφο. Μια ταξιθέτρια τους οδήγησε στο φουαγιέ. Η ταινία θα τέλειωνε σ' ένα εικοσάλεπτο.
 -"Νιώθω αληθινή εγκληματίας", είπε κεφάτα η κυρία Μίλερ καθώς καθόταν. "Εννοώ, αυτό είναι παράνομο, ε; Εύχομαι ειλικρινά να μην έκανα κάτι στραβό. Η μητέρα σου ξέρει που είσαι καλή μου; Το ξέρει ε";
     Η κοπελίτσα δε μίλησε. Ξεκούμπωσε το παλτό της και το δίπλωσε στα πόδια της. Το φόρεμα της από κάτω ήταν σεμνό και βαθυκύανο. Τα δάχτυλά της, που δείχναν ευαίσθητα σα μουσικού, παίξανε μηχανικά με τη χρυσή αλυσίδα στο λαιμό της. Παρατηρώντας τη πιο προσεχτικά, η κυρία Μίλερ αποφάσισε πως το αληθινά ξεχωριστό της χαρακτηριστικό δεν ήταν τα μαλλιά της, αλλά τα μάτια της, ήταν ξανθοκάστανα, ατενή, δεν είχανε τίποτε παιδικό κι εξαιτίας του μεγέθους τους, σα να εξαφάνιζαν το προσωπάκι της. Της πρόσφερε καραμέλα μέντας.
 -"Πως σε λένε καλή μου";
 -"Μίριαμ", είπε λες και κατά κάποιο παράδοξο τρόπο αυτό ήταν ήδη γνωστό.
 -"Για δες τι παράξενο κι εγώ λέγομαι Μίριαμ. Και δεν είναι δα και κανά πολύ συνηθισμένο όνομα. Λοιπόν, μη μου πεις ότι το επίθετό σου είναι Μίλερ"!
 -"Απλά Μίριαμ".
 -"Μα δεν είναι παράξενο";
 -"Κατά κάποιο τρόπο", είπε η Μίριαμ και στριφογύρισε τη καραμέλα πάνω στη γλώσσα της. Η κυρία Μίλερ κοκκίνισε και πήγε αμήχανα πέρα-δώθε.
 -"Τι πλούσιο λεξιλόγιο έχεις για τόσο μικρή"!
 -"Αλήθεια";
 -"Μα ναι", είπε η κυρία Μίλερ αλλάζοντας βιαστικά θέμα. "Σου αρέσει το σινεμά";
 -"Δε ξέρω", είπε η Μίριαμ, "δεν έχω ξαναπάει". Γυναίκες άρχισαν να γεμίζουν το φουαγιέ και τώρα ακουγόταν μια μακρινή βοή από εκρήξεις βομβών στα κινηματογραφικά επίκαιρα. Η κυρία Μίλερ σηκώθηκε βάζοντας τη τσάντα της υπομάλης.
 -"Πρέπει να βιαστώ αν θέλω να βρω θέση", είπε. "Χάρηκα που σε γνώρισα". Η Μίριαμ ένευσε ανεπαίσθητα.
     Χιόνιζε όλη την εβδομάδα. Ρόδες και πόδια διέσχιζαν αθόρυβα το δρόμο λες κι η ζωή συνεχιζόταν κρυφά πίσω από ένα αχνό αλλ' αδιαπέραστο παραπέτασμα. Μες στη σιωπή που 'πεφτε από ψηλά, δεν υπήρχε ουρανός ή γη, μόνο χιόνι που παρασερνόταν από τον άνεμο, θάμπωνε τα τζάμια, πάγωνε τις κάμαρες, νέκρωνε τη πόλη. Όλη την ημέρα έπρεπε να 'χεις αναμμένη τη λάμπα κι η κυρία Μίλερ έχασε τις μέρες. Η Παρασκευή δεν ήταν αλλιώτικη από το Σάββατο και τη Κυριακή πήγε στο μπακάλικο, που φυσικά ήταν κλειστό. Εκείνο το βράδυ τηγάνισε αβγά κι έφτιαξε τοματόσουπα. Κατόπιν, αφού φόρεσε μια φανελένια ρόμπα και καθάρισε το πρόσωπό της με κρέμα, βολεύτηκε καθιστή στο κρεβάτι με μια θερμοφόρα κάτω από τα πόδια της. Διάβαζε τους Τάιμς όταν χτύπησε το κουδούνι. Στην αρχή νόμισε πως πρέπει να ήταν λάθος κι ό,τι όποιος ήταν θα έφευγε. Αλλ' όμως χτυπούσε και χτυπούσε, ώσπου τα κουδουνίσματα γίναν επίμονο βουητό. Κοίταξε το ρολόι: περασμένες έντεκα! δεν ήταν δυνατό, πάντα κοιμόταν στις δέκα το αργότερο. Σηκώθηκε και διέσχισε ξυπόλητη το καθιστικό.
 -"Μισό λεπτό, έρχομαι". Η πόρτα ήταν μανταλωμένη κι όσο να τη ξεμανταλώσει, το κουδούνι δεν έπαψε στιγμή. "Σταμάτα", φώναξε. Το μάνταλο τραβήχτηκε κι η κυρία Μίλερ άνοιξε τη πόρτα μια ιδέα. "Τι τρέχει για τ' όνομα του Θεού";
 -"Γεια", είπε η Μίριαμ.
 -"Ω... γεια", είπε η κυρία Μίλερ και τραβήχτηκε δισταχτικά στο διάδρομο, "είσαι κείνο το κορίτσι".
 -"Νόμιζα ότι δε θ' άνοιγες ποτέ, αλλά δε τράβηξα το δάχτυλό μου από το κουδούνι, γιατί ήξερα πως είσαι σπίτι. Δε χαίρεσαι που με βλέπεις"; Η κυρία Μίλερ δεν ήξερε τι να πει. Η Μίριαμ, είδε, φορούσε το ίδιο δαμασκηνί βελούδινο παλτό και τώρα, ταιριαστό σκούφο. Τ' άσπρα της μαλλιά ήταν πλεγμένα σε δυο λαμπερές κοτσίδες και δεμένα στις άκρες με πελώριες άσπρες κορδέλες. "Μια και περίμενα τόσο πολύ, θα μπορούσες τουλάχιστον να μ' αφήσεις να μπω;" είπε.
 -"Είναι πολύ αργά..." Η Μίριαμ τη κοίταξε ανέκφραστα.
 -"Τι σημασία έχει; 'Ασε με να μπω. Κάνει κρύο εκεί έξω και φορώ μεταξωτό φουστάνι". Ύστερα, με μια ευγενική χειρονομία, παραμέρισε τη κυρία Μίλερ και μπήκε στο διαμέρισμα. Έριξε το παλτό και το σκούφο της σε μια καρέκλα. Φορούσε όντως μεταξωτό φουστάνι. 'Ασπρο μετάξι. 'Ασπρο μετάξι τον Φλεβάρη. Η φούστα ήταν όμορφα πτυχωμένη και τα μανίκια μακριά. Θρόιζε αχνά καθώς τριγύριζε η κοπέλα στο δωμάτιο. "Μου αρέσει το χαλάκι, το μπλε είναι το αγαπημένο μου χρώμα". 'Αγγιξε ένα χάρτινο τριαντάφυλλο σ' ένα βάζο στο τραπεζάκι. "Απομίμηση", σχολίασε μελαγχολικά. "Τι θλιβερό. Δεν είναι θλιβερές οι απομιμήσεις"; Κάθισε στον καναπέ, απλώνοντας με χάρη τη φούστα της.
 -"Τι θες;" ρώτησε η κυρία Μίλερ.
 -"Κάτσε", είπε η Μίριαμ. "Νιώθω νευρική όταν βλέπω ανθρώπους να στέκουν". Η κυρία Μίλερ βούλιαξε σ' ένα πουφ.
 -"Τι θες;" επανέλαβε
 -"Ξέρεις, δε νομίζω να χαίρεσαι που ήρθα". Για δεύτερη φορά η κυρία Μίλερ δεν ήξερε τι ν' απαντήσει, έτσι κούνησε αόριστα το χέρι. Η Μίτιαμ χαχάνισε και κάθισε παραπίσω, πιέζοντας ένα σωρό από εμπριμέ βαμβακερά μαξιλάρια. Η κυρία Μίλερ πρόσεξε πως η κοπέλα ήταν λιγότερο χλωμή απ' όσο τη θυμόταν. Τα μάγουλά της ήταν φουντωμένα.
 -"Πως έμαθες που μένω"; Η Μίριαμ συνοφρυώθηκε.
 -"Δεν ήταν καμιά σπουδαία υπόθεση. Πως σε λένε; Πως με λένε";
 -"Μα τ' όνομά μου δεν είναι στον τηλεφωνικό κατάλογο".
 -"Oχ, ας μιλήσουμε για κάτι άλλο". Η κυρία Μίλερ είπε:
 -"Η μητέρα σου θα 'ναι τρελή ν' αφήνει ένα παιδί σαν εσένα να τριγυρνά τη νύχτα και μάλιστα με τέτοια γελοία ρούχα. Δε θα 'ναι στα συγκαλά της". Η Μίριαμ σηκώθηκε και πήγε σε μια γωνία όπου ένα σκεπασμένο κλουβί κρεμόταν με αλυσίδα από το ταβάνι. Κοίταξε κλεφτά κάτω από το κάλυμμα.
 -"Είναι ένα καναρίνι". είπε. "Θα σε πείραζε να το ξυπνήσω; Θα 'θελα να τον ακούσω να κελαηδά".
 -"Ασ' τον Τόμυ ήσυχο", είπε ανήσυχα η κυρία Μίλερ, "μη τολμήσεις να το ξυπνήσεις".
 -"Εντάξει", είπε η Μίριαμ, "αλλά δε καταλαβαίνω γιατί να μη μπορώ να τον ακούσω να κελαηδά". Κι ύστερα: "Έχεις τίποτα να φάω; Πεθαίνω της πείνας! Ακόμα και σάντουιτς με μαρμελάδα και γάλα, θα ήταν μια χαρά".
 -"Κοίτα", είπε η κυρία Μίλερ και σηκώθηκε από το πουφ της, "κοίτα, αν σου ετοιμάσω μερικά νόστιμα σάντουιτς θα γυρίσεις σα καλό παιδί στο σπίτι σου; Πρέπει να 'ναι περασμένα μεσάνυχτα".
 -"Χιονίζει", τη μάλωσε η Μίριαμ "κι έχει σκοτάδι και παγωνιά".
 -"Κατ' αρχάς, δεν έπρεπε να έρθεις εδώ", είπε η κυρία Μίλερ πολεμώντας να συγκρατήσει τη φωνή της. "Δε φταίω εγώ για τον καιρό. Αν θες να φας κάτι, πρέπει να μου υποσχεθείς ότι θα φύγεις". Η Μίριαμ ακούμπησε τη μια κοτσίδα στο μάγουλό της. Τα μάτια ήταν συλλογισμένα, σα να ζύγιαζαν τη πρόταση. Γύρισε προς το κλουβί.
 -"Πολύ καλά", είπε, "στο υπόσχομαι".
     Πόσων χρονών είναι; Δέκα; Έντεκα; Μες στη κουζίνα η κυρία Μίλερ αποσφράγισε ένα βάζο μαρμελάδα φράουλα κι έκοψε τέσσερις φέτες ψωμί. Έβαλε ένα ποτήρι γάλα και στάθηκε να ανάψει τσιγάρο. Και γιατί ήρθε; Έγνεψε αρνητικά κρατώντας το σπίρτο, συνεπαρμένη, μέχρι που της έκαψε το δάχτυλο. Το καναρίνι κελαηδούσε, αλλ' όπως έκανε το πρωί και καμμιά άλλη στιγμή.
 -"Μίριαμ, σου είπα να μην ενοχλήσεις τον Τόμυ". Καμμιά απάντηση. Φώναξε ξανά και το μόνο που άκουσε ήταν το καναρίνι. Τράβηξε μια ρουφηξιά κι ανακάλυψε πως είχε ανάψει το τσιγάρο από το φίλτρο και ...αχ, δεν έπρεπε να χάσει τη ψυχραιμία της. Πήγε το φαΐ σ' ένα δίσκο και το ακούμπησε στο τραπεζάκι. Πρώτα είδε πως το κλουβί ήταν ακόμα σκεπασμένο κι ο Τόμυ κελαηδούσε. Αυτό την έκανε να νιώσει αλλόκοτα και δεν υπήρχε κανείς στο δωμάτιο. Η κυρία Μίλερ διέσχισε το μικρό διάδρομο που 'βγαζε στη κρεβατοκάμαρα, αλλά στη πόρτα της κόπηκε η ανάσα. "Τι κάνεις;"ρώτησε.
     Η Μίριαμ σήκωσε τα μάτια κι η έκφρασή τους δεν ήταν φυσιολογική. Στεκόταν δίπλα στη τουαλέτα με μια μπιζουτιέρα ανοιγμένη μπρος της. Για μια στιγμή περιεργάστηκε τη κυρία Μίλερ, αναγκάζοντάς τη να τη κοιτάξει κατάματα και χαμογέλασε.
 -"Δεν υπάρχει τίποτε καλό εδώ", είπε, "αλλά μου αρέσει αυτή". Κρατούσε μια καρφίτσα με καμέα. "Είναι γοητευτική".
 -"Μάλλον... νομίζω πως θα 'πρεπε να τη ξαναβάλεις στη θέση της", είπε η κυρία Μίλερ, νιώθοντας ξάφνου την ανάγκη να στηριχτεί κάπου. Ακούμπησε στη κάσα της πόρτας. Ένιωθε το κεφάλι της αβάσταχτα βαρύ, κάτι της πλάκωνε τη καρδιά. Το φως σα να τρεμόπαιζε. "Σε παρακαλώ παιδί μου, είναι δώρο από τον άντρα μου..."
 -"Αλλ' όμως είναι όμορφη και τη θέλω", είπε η Μίριαμ. "Δωσ' τη μου".
     Καθώς η κυρία Μίλερ στεκόταν, πολεμώντας να πει κάτι που κάπως θα έσωζε τη καρφίτσα, σκέφτηκε πως δεν είχε από ποιον να ζητήσει οτιδήποτε, ήταν μόνη, κάτι που είχε πολύ καιρό να σκεφτεί, αλλά που τώρα πρόβαλλε με τόση ένταση μπρος της, που την αποσβόλωσε. Εδώ, στην ίδια της τη κάμαρα, στη σιωπηλή χιονισμένη πόλη, υπήρχαν αποδείξεις που ούτε να τις αγνοήσει μπορούσε, ούτε -κατάλαβε με τρομακτική διαύγεια- να τους αντισταθεί.
     Η Μίριαμ έφαγε λαίμαργα κι όταν τα σάντουιτς και το γάλα τελείωσαν, τα δάχτυλά της, με κινήσεις σα να σχεδίαζαν αραχνιές στο πιάτο, μάζεψαν τα ψίχουλα. Η καμέα έλαμπε στο φουστάνι της -το ξανθό προφίλ σαν απατηλό είδωλο εκείνης που τη φορούσε.
 -"Ήταν πολύ νόστιμο", είπε αναστενάζοντας, "αν και τώρα ένα κέικ με αμύγδαλα, ένα κεράσι γλασέ, θα ήταν τέλειο. Τα γλυκά είναι υπέροχα, δε συμφωνείς"; Η κυρία Μίλερ ισορροπούσε πάνω στο πουφ της καπνίζοντας ένα τσιγάρο. Ο φιλές της είχε στραβώσει και τρίχες είχανε ξεφύγει και κρέμονταν στο πρόσωπό της. Τα μάτια της ήταν ανόητα στυλωμένα στο κενό και κοκκινίλες έστιζαν τα μάγουλά της, λες κι ένα δυνατό χαστούκι της είχε αφήσει μόνιμα σημάδια. "Υπάρχει καθόλου γλυκό... καθόλου κέικ"; Η κυρία Μίλερ τίναξε στάχτη στο χαλί. Το κεφάλι της ταλαντεύτηκε ελαφρά, καθώς προσπαθούσε να εστιάσει τη ματιά της.
 -"Υποσχέθηκες να φύγεις αν έφτιαχνα τα σάντουιτς", είπε.
 -"Ποπό, αλήθεια";
 -"Μου το υποσχέθηκες κι είμαι κουρασμένη και δε νιώθω καθόλου καλά".
 -"Μη ταράζεσαι", είπε η Μίριαμ, "απλά σε πειράζω". Πήρε το παλτό της, το κρέμασε στον πήχη της και κοιτάχτηκε σ' ένα καθρέφτη για να φτιάξει τον σκούφο της. Κατόπιν έσκυψε κοντά στη κυρία Μίλερ και ψιθύρισε: "Καληνύχτισέ με μ' ένα φιλί".
 -"Σε παρακαλώ... θα προτιμούσα να μη το κάνω", είπε η κυρία Μίλερ. Η Μίριαμ ανασήκωσε τον ώμο της κι ύψωσε το φρύδι.
 -"Όπως θέλεις", είπε και πήγε κατευθείαν στο τραπέζι, άδραξε το βάζο με τα χάρτινα τριαντάφυλλα, το πήγε εκεί που το χαλί δε σκέπαζε το σκληρό δάπεδο και το 'ριξε με δύναμη. Γυαλιά τινάχτηκαν παντού κι η Μίριαμ ποδοπάτησε το μπουκέτο. Κατόπιν πήγε αργά ως τη πόρτα, αλλ' όμως προτού τη κλείσει, έριξε ένα δήθεν αθώο, πονηρό βλέμμα γεμάτο περιέργεια στη κυρία Μίλερ.
     Η κυρία Μίλερ πέρασε την επόμενη στο κρεβάτι και δε σηκώθηκε παρά μια φορά για να ταΐσει το καναρίνι και να πιει ένα φλιτζάνι τσάι. Μέτρησε τη θερμοκρασία της και δεν είχε ούτε δέκατα, ωστόσο τα όνειρά της ήταν ταραγμένα σα να ψηνόταν στον πυρετό κι η αλλόκοτη αίσθησή τους παρέμενε ακόμη κι όταν η ξαπλωμένη κυρία Μίλερ κοιτούσε με ολάνοιχτα μάτια το ταβάνι. Ένα όνειρο πλεκόταν με τα υπόλοιπα σα φευγαλέο μυστηριώδες θέμα σε περίπλοκη συμφωνία, με τις σκηνές του ολοζώντανες σα σχεδιασμένες από χέρι προικισμένο με ταλέντο και δύναμη: μια κοπελίτσα που φορούσε νυφικό και στεφάνι από φύλλα ήταν επικεφαλής μιας μελαγχολικής πομπής που κατηφόριζε ένα βουνίσιο μονοπάτι, ασυνήθιστα σιωπηλή, ώσπου μια γυναίκα πίσω-πίσω ρώτησε: -"Που μας πηγαίνει"; -"Κανείς δε ξέρει", είπε ένας γέρος που βάδιζε μπροστά, "δεν είναι σα λουλούδι από πάγο... τόσο λαμπερή και λευκή";
     Το πρωί της Τρίτης ξύπνησε νιώθοντας καλύτερα. Εκτυφλωτικές δέσμες ηλιόφωτος, περνώντας γερτές μες από τις περσίδες, διέλυσαν τις νοσηρές φαντασιώσεις της. 'Ανοιξε το παράθυρο κι είδε τη μέρα έξω να 'ναι γλυκιά σαν ανοιξιάτικη και τον πάγο να 'χει λειώσει. Κατάλευκα σουφρωμένα σύννεφα απλώνονταν από τη μια ως την άλλη του εκτός εποχής απέραντου, γαλανού ουρανού και στην αντικρινή μεριά της σειράς από χαμηλές σκεπές, η κυρία Μίλερ είδε το ποτάμι και καπνό ν' ανεβαίνει από φουγάρα ρυμουλκών, καμπυλωτός στον αγέρα που φυσούσε ζεστός.
     Αφού συγύρισε το διαμέρισμα, πήγε στο μπακάλικο, εξαργύρωσε μιαν επιταγή και κατόπιν πήγε στο μαγαζί του Σραφτ, όπου προγευμάτισε φλυαρώντας χαρούμενα με τη σερβιτόρα. Αχ, ήταν υπέροχη μέρα, σα γιορτή και θα 'ταν αληθινά κουτό να πάει σπίτι. Πήρε ένα λεωφορείο στη λεωφόρο Λέξινγκτον και πήγε ως την Ογδοηκοστή Έκτη οδό, γιατί είχε αποφασίσει να κάνει μερικά ψώνια εδώ. Δεν είχε ιδέα τι ήθελε ή τι χρειαζόταν, αλλ' απλά σεργιάνισε προσέχοντας μόνο τους περαστικούς, που βιαστικοί και συλλογισμένοι, της γεννούσαν μιαν ενοχλητική αίσθηση απομόνωσης.
     Ήταν καθώς περίμενε στη γωνία της Τρίτης λεωφόρου που είδε τον άντρα. Ήταν γέρος, στραβοκάνης και γερτός, φορτωμένος μ' εξογκωμένα πακέτα και φορούσε ένα άθλιο καφετί παλτό κι ένα καρό κασκέτο. Ξαφνικά η κυρία Μίλερ συνειδητοποίησε πως χαμογελούσαν ο ένας στον άλλον, αλλ' όμως δεν υπήρχε τίποτε φιλικό στο χαμόγελό τους, ήταν απλά δυο φευγαλέα σημάδια αναγνώρισης. Ήταν βέβαιη πως τον είχε ξαναδεί. Ο άντρας στεκόταν δίπλα σ' ένα στύλο του εναέριου σιδηρόδρομου και καθώς η κυρία Μίλερ διέσχισε τον δρόμο, γύρισε και την ακολούθησε από κοντά. Με την άκρη του ματιού της έβλεπε το καθρέφτισμά του να χορεύει στις βιτρίνες. Ύστερα, στο μέσο του τετραγώνου, κοντοστάθηκε και στράφηκε προς το μέρος του. Αυτός στάθηκεν επίσης κι έγειρε το κεφάλι χαμογελώντας. Αλλά τι μπορούσε να του πει; Να κάνει; Εδώ, στην άπλετη λιακάδα, στην Ογδοηκοστή Έκτη οδό; Ήταν μάταιο και, καταφρονώντας τον ίδιο της τον εαυτό για την αδυναμία του, τάχυνε το βήμα.
     Λοιπόν, η Δεύτερη λεωφόρος είναι θλιβερός δρόμος, φτιαγμένος από λογής-λογής κομμάτια, αλλού λιθόστρωτο, αλλού άσφαλτος, αλλού τσιμέντο κι αποπνέει μόνιμα μιαν αίσθηση εγκατάλειψης. Η κυρία Μίλερ περπάτησε πέντε τετράγωνα δίχως να συναντήσει κανέναν, ενώ την ακολουθούσε ο σταθερός θόρυβος των βημάτων του στο χιόνι. Όταν έφτασε σ' ένα ανθοπωλείο, ο ήχος ήταν ακόμη πίσω της. Μπήκε βιαστικά κι είδε από τη τζαμόπορτα τον γέρο να περνά. Είχε τα μάτια του στυλωμένα μπροστά και δε βράδυνε το βήμα, αλλά έκανε κάτι παράξενο κι αποκαλυπτικό: χαιρέτησε αγγίζοντας το κασκέτο του.
 -"Έξι λευκά είπατε;" ρώτησε ο ανθοπώλης.
 -"Ναι", του είπε, "λευκά τριαντάφυλλα". Από κει πήγε σ' ένα μαγαζί με γυαλικά και διάλεξε ένα βάζο, ίσως για ν' αντικαταστήσει κείνο που 'σπασε η Μίριαμ, αν κι η τιμή ήταν τσουχτερή και το ίδιο το βάζο της φάνηκε κακόγουστο και φανταχτερό. Ωστόσο, μια σειρά ανεξήγητων αγορών είχε αρχίσει, σα βάσει προκαθορισμένου σχεδίου, ενός σχεδίου για τ' οποίο ούτε γνώριζε κάτι, ούτε μπορούσε να το ελέγξει. Αγόρασε μια σακούλα κεράσια γλασέ και σ' ένα αρτοπωλείο, που μάλιστα λεγόταν "Αρτοπωλείο Φουφούλα", έδωσε σαράντα σεντς για έξι κέικ με αμύγδαλα.
     Τη τελευταία ώρα ο καιρός είχε κρυώσει ξανά. Σα θολωμένοι φακοί, χειμωνιάτικα σύννεφα σκίαζαν τον ήλιο, ο σκελετός ενός πρόωρου σούρουπου χρωμάτιζε τον ουρανό και μια νοτερή ομίχλη ανάκατη με τον άνεμο και τις φωνές μερικών παιδιών που παίζανε πάνω σε λόφους βρώμικου χιονιού, έδινε μιαν αίσθηση μοναξιάς και θλίψης. Σύντομα πέσαν οι πρώτες νιφάδες κι όταν η κυρία Μίλερ έφτασε στο σπίτι της με τη καφετιά πρόσοψη, το χιόνι έπεφτε πυκνό κι ορμητικό και τα χνάρια των ποδιών, με το που αποτυπώνονταν, χάνονταν.
     Τα λευκά τριαντάφυλλα ήταν όμορφα βαλμένα στο βάζο. Τα κεράσια γκλασέ λάμπανε σ' ένα κεραμικό πιάτο. Τα κέικ με αμύγδαλα, πασπαλισμένα με ζάχαρη, περίμεναν κάποιον να τα φάει. Το καναρίνι φτερούγιζε στη κούνια του και τσιμπολογούσε σπόρους. Στις πέντε ακριβώς χτύπησε το κουδούνι. Η κυρία Μίλερ ήξερε ποιος ήταν. Με τον ποδόγυρο της ρόμπας της να σέρνεται, πήγε προς τη πόρτα.
 -"Εσύ είσαι;" φώναξε
 -"Φυσικά", είπε η Μίριαμ, με τη λέξη ν' αντηχεί στριγκά από το διάδρομο. "'Ανοιξε τη πόρτα".
 -"Φύγε", είπε η κυρία Μίλερ.
 -"Βιάσου σε παρακαλώ... Κουβαλώ κάτι βαρύ".
 -"Φύγε", είπε η κυρία Μίλερ. Γύρισε στο καθιστικό, άναψε τσιγάρο κι άκουσε ήρεμα το κουδούνι να χτυπά ξανά και ξανά και ξανά. "Σε συμβουλεύω να φύγεις. Δε πρόκειται να σου ανοίξω". Σύντομα το κουδούνι σταμάτησε. Για κανά δεκάλεπτο η κυρία Μίλερ δε σάλεψε. Κατόπιν, μην ακούγοντας τίποτε, συμπέρανε πως η Μίριαμ είχε φύγει. Πήγε στη πόρτα, στις μύτες των ποδιών και την άνοιξε μιαν ιδέα. Η Μίριαμ ήταν μισογερμένη πάνω σε μια κούτα, με μιαν όμορφη Γαλλίδα κούκλα στην αγκαλιά της.
 -"Ουφ, νόμιζα πως δε θα 'ρχόσουν ποτέ", είπε θυμωμένα. "Έλα, βοήθα με να βάλω τούτο δω μέσα, είναι πολύ βαρύ".
     Νιώθοντας περισσότερο μια παράξενη απάθεια, παρά σα να της είχανε κάνει μάγια, η κυρία Μίλερ κουβάλησε μέσα τη κούτα κι η Μίριαμ τη κούκλα. Η Μίριαμ κουλουριάστηκε στον καναπέ, δίχως να νοιαστεί να βγάλει το παλτό ή τον σκούφο της και παρακολούθησεν αδιάφορα τη κυρία Μίλερ να ρίχνει την κούτα και να στέκει τρέμοντας και προσπαθώντας να πάρει ανάσα.
 -"Σ' ευχαριστώ", είπε. Στο φως της μέρας έδειχνε κουρασμένη κι αδυνατισμένη και τα μαλλιά της είχανε χάσει τη λάμψη τους. Η Γαλλίδα κούκλα στην αγκαλιά της, φορούσε μιαν υπέροχη πουδραρισμένη περούκα και τ' ανόητα γυάλινα μάτια της γύρευαν παρηγοριά στα μάτια της Μίριαμ. "Σου 'χω μιαν έκπληξη!" συνέχισε. "Κοίτα μες στη κούτα".
     Γονατίζοντας η κυρία Μίλερ, άνοιξε τη κούτα κι έβγαλε άλλη μια κούκλα, κατόπιν ένα γαλάζιο φόρεμα, θυμούμενη πως ήταν εκείνο που φορούσε η Μίριαμ το πρώτο βράδυ στον κινηματογράφο και για τα υπόλοιπα, είπε:
 -"Όλα είναι ρούχα. Γιατί";
 -"Γιατί ήρθα να μείνω μαζί σου", είπε η Μίριαμ στριφογυρίζοντας το κοτσάνι ενός κερασιού. "Τι ευγενικό από μέρους σου να μου αγοράσεις κεράσια"!
 -"Μα δε μπορείς! Για τ' όνομα του Θεού, φύγε... φύγε κι άσε με ήσυχη"!
 -"...και τα τριαντάφυλλα και τα κέικ με αμύγδαλα; Αχ τι απλοχεριά! Ξέρεις, αυτά τα κεράσια είναι πεντανόστιμα. Στο τελευταίο μου σπίτι έμενα μ' ένα γέρο που ήταν φτωχός και δεν είχαμε ποτέ καλά πράματα να φάμε. Αλλά νομίζω πως θα 'μαι ευτυχισμένη εδώ". Σιώπησε για ν' αγκαλιάσει πιο σφιχτά τη κούκλα της. "Λοιπόν δείξε μου που να βάλω τα πράγματά μου..."
     Το πρόσωπο της κυρίας Μίλερ έγινε μια μάσκα από άσχημες κόκκινες γραμμές. 'Αρχισε να κλαίει κι ήταν αφύσικο κλάμα, χωρίς δάκρυα. λες κι έχοντας πολύ καιρό να κλάψει, είχε ξεχάσει πως να το κάνει. Τραβήχτηκε προσεκτικά ώσπου άγγιξε τη πόρτα.
     Διέσχισε ψηλαφιστά τον διάδρομο και κατέβηκε τη σκάλα ως τον κάτω όροφο. Χτύπησε ξέφρενα τη πόρτα του πρώτου διαμερίσματος που βρήκε μπροστά της, ένας κοντός κοκκινομάλλης της άνοιξε κι η κυρία Μίλερ τον προσπέρασε και μπήκε μέσα.
 -"Ε, τι συμβαίνει διάβολε;" της είπε.
 -"Τρέχει κάτι καλέ μου;" ρώτησε μια νέα γυναίκα που βγήκε από τη κουζίνα σκουπίζοντας τα χέρια της. Η κυρία Μίλερ στράφηκε προς αυτή.
 -"'Ακου", φώναξε, "ντρέπομαι που φέρομαι έτσι, αλλά, να, είμαι η κυρία Χ. Τ. Μίλερ, μένω στον επάνω όροφο και..." πίεσε τα χέρια της στο πρόσωπό της, "ακούγεται τόσο γελοίο..." Η γυναίκα την οδήγησε σε μια καρέκλα, ενώ ο άντρας έπαιζε νευρικά με κάτι ψιλά.
 -"Ναι";
 -"Μένω πάνω. Ένα κοριτσάκι μ' επισκέφτηκε και το φοβάμαι. Δε θέλει να φύγει, ούτε μπορώ να τ' αναγκάσω και... θα κάνει κάτι τρομερό. Μου 'κλεψε ήδη τη καρφίτσα μου με τη καμέα, αλλά ετοιμάζεται να κάνει κάτι χειρότερο... κάτι τρομερό"! Ο άντρας ρώτησε:
 -"Είναι συγγενής, ε"; Η κυρία Μίλερ έγνεψε αρνητικά.
 -"Δε τη ξέρω. Λέγεται Μίριαμ, αλλά δε ξέρω με σιγουριά ποια είναι".
 -"Πρέπει να ηρεμήσεις, γλυκιά μου", είπε η γυναίκα χαϊδεύοντας τη κυρία Μίλερ στο μπράτσο, "ο Χάρυ από δω θα δει τι θέλει αυτό το παιδί. 'Αντε καλέ μου". Κι η κυρία Μίλερ είπε:
 -"Η πόρτα είναι ανοιχτή. Το 5Α".
     Όταν έφυγε ο άντρας, η γυναίκα έφερε μια πετσέτα κι έπλυνε το πρόσωπο της κυρίας Μίλερ.
 -"Είσαι πολύ καλή", είπε η κυρία Μίλερ. "Συγγνώμη για τη κουτή συμπεριφορά μου, αλλ' αυτό το απαίσιο παιδί..."
 -"Μη στεναχωριέσαι, γλυκιά μου", τη παρηγόρησε η γυναίκα. "Τώρα κοίτα να ηρεμήσεις". Η κυρία Μίλερ ακούμπησε το κεφάλι της στο λυγισμένο της χέρι, τόσο σιωπηλή, που θα μπορούσε να κοιμάται. Η γυναίκα άναψε το ραδιόφωνο κι ένα πιάνο και μια βραχνή φωνή γέμισαν τη σιωπή, με τη γυναίκα να κρατά τέλεια με το πόδι της τον ρυθμό. "Ίσως θα πρέπει ν' ανεβούμε κι εμείς", είπε.
 -"Δε θέλω να τη ξαναδώ. Δε θέλω να τη ξαναπλησιάσω".
 -"Ναι αλλ' αυτό που θα πρέπει να κάνεις είναι να ειδοποιήσεις την αστυνομία".
     Τώρα άκουσαν τον άντρα στη σκάλα. Μπήκε στο δωμάτιο συνοφρυωμένος, με μεγάλα βήματα, ξύνοντας το σβέρκο του.
 -"Δεν είναι κανείς", είπε αληθινά σαστισμένος. "Πρέπει να το 'σκασε".
 -"Χάρρυ, είσαι βλάκας", είπε η γυναίκα. "Τόσην ώρα καθόμαστε δω και θα 'χαμε..."
 -"Κοίταξα παντού", είπε "και δεν υπάρχει κανείς. Κανείς, καταλαβαίνεις";
 -"Πες μου", είπε η κυρία Μίλερ και σηκώθηκε, "πες μου, είδες ένα μεγάλο κουτί; Ή μια κούκλα";
 -"Όχι κυρία μου". Κι η γυναίκα σα να 'βγαζε την ετυμηγορία, είπε:
 -"Ίσως ακούγοντας τις φωνές..."
     Η κυρία Μίλερ μπήκε σιγά στο διαμέρισμά της, πήγε στο κέντρο του δωματίου και στάθηκεν ακίνητη. Όχι, κατά κάποιο τρόπο δεν είχε αλλάξει. Τα τριαντάφυλλα, τα κέικ και τα κεράσια ήταν στη θέση τους. Αλλ' αυτό ήταν ένα άδειο δωμάτιο, πιο άδειο απ' όσο αν έλειπαν τα έπιπλα και τα μπιμπελό, άψυχο κι απολιθωμένο, σα γραφείο τελετών. Ο καναπές διαγραφόταν τώρα παράξενος κι απειλητικός μπροστά της, έτσι άδειος, φανέρωνε κάτι που θα 'τανε λιγότερο έντονο και τρομερό, αν επάνω του ήταν κουλουριασμένη η Μίριαμ. Στύλωσε τα μάτια εκεί που θυμόταν ότι είχε αφήσει το κουτί και για μια στιγμή, το πουφ στροβιλίστηκε. Κοίταξε από το παράθυρο. Ναι, το ποτάμι ήταν αληθινό, ναι, χιόνι έπεφτε, αλλ' όμως δε μπορούσε κανείς να 'ναι βέβαιος για τίποτε. Η Μίριαμ... την ένιωθε τόσο ζωντανή εκεί.. που ήταν όμως; Που; Που; Σα να κινείται σ' όνειρο, σωριάστηκε σε μια καρέκλα. Το δωμάτιο έχανε το σχήμα του. Ήταν σκοτεινό και σκοτείνιαζε κι άλλο κι εκείνη δε μπορούσε να κάνει τίποτε, δε μπορούσε να σηκώσει το χέρι της για ν' ανάψει τη λάμπα. 
     Ξαφνικά, κλείνοντας τα μάτια, ένιωσε κάτι να τη σπρώχνει προς τα πάνω, σα δύτης που αναδύεται από πράσινα βάθη. Σε περιόδους τρόμου ή μεγάλης αγωνίας, υπάρχουν στιγμές που το μυαλό περιμένει σα για μιαν αποκάλυψη, ενώ ένα λεπτό κάλυμμα ηρεμίας υφαίνεται πάνω από τη σκέψη. Είναι σαν ύπνος ή σαν υπερκόσμια καταληψία και στη διάρκεια αυτής της ανάπαυλας κανείς έχει συναίσθηση μιας δύναμης γαλήνιας εκλογίκευσης. Κι αν δε συνάντησε ποτέ ένα κορίτσι ονόματι Μίριαμ; Αν φοβήθηκε σαν ανόητη στο δρόμο; Τελικά, όπως οτιδήποτε άλλο, δεν είχε σημασία. Γιατί το μόνο πράγμα που έχασε εξ αιτίας της Μίριαμ ήταν η ταυτότητά της, αλλά τώρα ήξερε πως είχε ξαναβρεί τη γυναίκα που ζούσε σε τούτο το δωμάτιο, που μαγείρευε για την ίδια, που είχε ένα καναρίνι, που ήταν κάποια την οποία μπορούσε να εμπιστευτεί και στην οποία μπορούσε να πιστέψει: τη κυρία Χ. Τ. Μίλερ.
     Ακούγοντας ικανοποιημένη, αντιλήφθηκε ένα διπλό ήχο, ενός συρταριού γραφείου που άνοιγε κι έκλεινε και που σα να το άκουγε πολλήν ώρα αφού είχε κλείσει πια. Ν' ανοίγει και να κλείνει. Ύστερα, σταδιακά, αυτός ο τραχύς ήχος αντικαταστάθηκε από τον ψίθυρο ενός μεταξωτού φορέματος, που, ντελικάτα αχνός, ζύγωνε και δυνάμωνε, ώσπου ο παλμός του έκανε τους τοίχους να τρέμουν κι ένα κύμα ψιθύρων έκανε το δωμάτιο να καταρρέει. Η κυρία Μίλερ κοκάλωσε κι ανοίγοντας τα μάτια αντίκρισε ένα θολό κι ευθύ βλέμμα.
 -"Γεια", είπε η Μίριαμ.
______________________________________________________________

   Περισσότερες λεπτομέρειες, στα Κλασσικά μου: μερικά κομμάτια και βιογραφικό του αγαπημένου Τρούμαν Καπότε. Πάντως βρίσκεται στη συλλογή "Όλα Τα Διηγήματα" ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ "ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ" και δεν ισχυρίζομαι πως ο συγγραφέας αυτός ανήκει στον χώρο της ΕΦ, μα τούτο το διήγημα -κατά προσωπική μου γνώμη- στέκει θαυμάσια κι εδώ.
                                                                      Πάτροκλος Χατζηαλεξάνδρου

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers