Ζήσαμε την ομορφιά των πιο γενναιόδωρων ιδεολογιών
και χάσαμε τον άνθρωπο μες στον ουμανισμό τους.
Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος
κι αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη.
Δεν κατάφερα να αλλάξω το σύστημα,
αλλά δεν θα επιτρέψω ούτε και σε αυτό να με αλλάξει…
—–Ο Χρόνης Μίσσιος ήταν Έλληνας συγγραφέας, λογοτέχνης, αντιστασιακός, ακτιβιστής για τα δικαιώματα των ζώων και για ένα διάστημα παρουσιαστής σχετικών τηλεοπτικών εκπομπών. Υπήρξε αγωνιστής της Αριστεράς με πολύχρονες φυλακίσεις και εξορίες μεταπολεμικά. Με τη λογοτεχνία ασχολήθηκε σε μεγάλη ηλικία. Έγινε ευρύτερα γνωστός και ξάφνιασε το αναγνωστικό κοινό με το αυτοβιογραφικό του αφήγημα καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς, που εκδόθηκε το 1985 κι ήταν από τα μπεστ-σέλερ της 10ετίας του ’80. Το βιβλίο συζητήθηκε πολύ, προκάλεσε αντιδράσεις κι υμνήθηκε απ’ τη κριτική. Ήταν αυτοβιογραφικό κείμενο γραμμένο σε συνειρμική και λαϊκή γλώσσα που εντάσσεται στη παράδοση της απομνημονευματογραφίας. Μετέτρεψε την οδυνηρή πολιτική του εμπειρία σε ζωντανό λογοτεχνικό μύθο, καταγγέλλοντας τα βασανιστήρια και τους βασανιστές του αλλά και τους κομματικούς γραφειοκράτες της Αριστεράς και το δογματισμό τους.
—–Γεννήθηκε στη Καβάλα 8 Νοέμβρη 1930 και δούλεψε ως καπνεργάτης (το επάγγελμα των γονιών του που ήτανε μικρασιατικής καταγωγής) σε νεαρή ηλικία. Έζησε τα πρώτα του χρόνια στα Ποταμούδια, γειτονιά γεμάτη πρόσφυγες, καπνεργάτες από τη Θάσο και κομμουνιστές που τους καταδίωκε το μεταξικό καθεστώς. Λίγο μετά την επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου 1936, η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, λόγω των πολιτικών διώξεων του καθεστώτος Μεταξά κι άρχισε να εργάζεται ως μικροπωλητής στο λιμάνι της πόλης. Στη διάρκεια της δικτατορίας αυτής δούλεψε ως μικροπωλητής (με κασελάκι) στη Θεσσαλονίκη, ενώ λίγο αργότερα στέλνεται από τον Ερυθρό Σταυρό στα Γιαννιτσά μαζί με άλλα παιδιά, για να γλιτώσουνε τη πείνα της Κατοχής. Λόγω ανέχειας δεν κατάφερε να τελειώσει ούτε το Δημοτικό, σταμάτησε στη 2α τάξη του. Εκεί ήρθε σ’ επαφή με αντάρτικες ομάδες του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ της περιοχής, που τονε χρησιμοποίησαν ως σύνδεσμο. Το 1944 σε ηλικία 14 ετών ήτανε σύνδεσμος του 16ου συντάγματος του ΕΛΑΣ. Τη περίοδο μετά την Απελευθέρωση, έμενε στη Βέροια και γύρισε στη Θεσσαλονίκη κι εντάχθηκε στο Δημοκρατικό Στρατό Πόλεων, μετέχοντας στο εξής ενεργά και μάχιμα σ’ όλες τις κινήσεις και τις περιπέτειες της Αριστεράς. Ήτανε σύνδεσμος για τους καταδιωκόμενους ΕΑΜίτες κι εντάχθηκε ως στέλεχος στην ΕΠΟΝ. Το 1947, στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, συλλαμβάνεται, βασανίζεται και καταδικάζεται σε θάνατο για τη συμμετοχή του σα μέλος του ΔΣΕ πόλεων (ομάδα Μαζική Λαϊκή Αυτοάμυνα).

—–Φυλακίζεται ως το 1953, μετά την αποφυλάκισή του κλήθηκε να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία και στάλθηκε κατευθείαν στη Μακρόνησο κι αργότερα στο στρατόπεδο του Αη-Στράτη. Από το 1962 ζει εξόριστος στη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη. Βασανίστηκε πολλές φορές χωρίς ν’ αποκηρύξει την ιδεολογία του, γι’ αυτό τον περισσότερο χρόνο τονε πέρασε στην απομόνωση των κρατητηρίων σε άθλιες συνθήκες κράτησης. Ύστερα από 9μηνη αναμονή σε κελί μελλοθανάτων του δόθηκε χάρη, αλλά παρέμεινε φυλακισμένος ως το 1953. Μετά την αποφυλάκισή του διετέλεσε επαγγελματικό στέλεχος της νεολαίας της ΕΔΑ, μέλος του παράνομου ΚΚΕ, μέλος της 5μελούς γραμματείας της Νεολαίας Λαμπράκη κι ιδρυτικό μέλος του ΠΑΜ. Με την επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών, συμμετείχε μαζί με άλλους Λαμπράκηδες στην ίδρυση Πατριωτικού Μετώπου (30 Απριλίου 1967), που μετονομάστηκε σε Πατριωτικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο (ΠΑΜ), τον επόμενο μήνα, με συμμετοχή στελεχών του ΚΚΕ. Τον Νοέμβρη του 1967 συνελήφθη και καταδικάστηκε σε κάθειρξη 18 ετών. Έμεινε διαδοχικά στις φυλακές Αβέρωφ (εκεί που σήμερα βρίσκεται το μέγαρο του Αρείου Πάγου), Κέρκυρας και Κορυδαλλού ως τον Αύγουστο του 1973, οπότε αποφυλακίστηκε με την αμνηστία που χορήγησε ο δικτάτορας Παπαδόπουλος. Αυτή τη περίοδο της φυλάκισής του έμαθε ουσιαστικά ανάγνωση και γραφή.
—–Στη μεταπολίτευση, εντάχθηκε στο ΚΚΕ Εσωτερικού και στην ΕΑΡ και συμμετείχε στη Διεθνή Αμνηστία. Μεταγενέστερα είχε σχέσεις με τους Οικολόγους Πράσινους. Συμμετείχε σ’ ενέργειες προστασίας του περιβάλλοντος, ενώ δημιούργησε τηλεοπτικές εκπομπές με θέμα τη προστασία της ελληνικής πανίδας στην ΕΡΤ τη περίοδο 1994-96 (εκπομπή Το Βλέμμα). Τα τελευταία χρόνια ζούσε στο Καπανδρίτι με τη σύζυγό του Ρηνιώ Παπατσαρούχα-Μίσσιου (πρώην στέλεχος της ΕΔΑ) και τα σκυλιά τους σε αγροτόσπιτο. Υπήρξεν από τις εμβληματικές φυσιογνωμίες της αριστεράς.

—–Πέθανε σε ηλικία 82 ετών σε ιδιωτικό νοσηλευτήριο της Αθήνας από καρκίνο. Ο Ριζοσπάστης στην είδηση του θανάτου έγραψε ότι «με το έργο του στη πορεία δε στάθηκε στο πλευρό των λαϊκών αγώνων και της δράσης των κομμουνιστών» Η αναφορά σχολιάστηκε αρνητικά για το ύφος της και για την παράλειψη αναφοράς στις φυλακίσεις που ο Μίσσιος υπέστη, αν κι άλλοι θεωρήσανε τη νεκρολογία ουσιαστική.
—–Ο Χρόνης Μίσσιος εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1985 με το αφήγημα καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς, που διαβάστηκε πολύ κι επαινέθηκε από τη κριτική. Έμαθε γράμματα στις φυλακές και τους τόπους εξορίας, καθώς είχε εγκαταλείψει το σχολείο στη 2α δημοτικού για βιοποριστικούς λόγους. Στο βιβλίο αυτό ξετυλίγει τη 30άχρονη περιπέτεια συλλήψεων, φυλακίσεων κι εκτοπισμών και μετατρέπει την οδυνηρή πολιτική του εμπειρία σε ζωντανό λογοτεχνικό μύθο, καταγγέλλοντας τα βασανιστήρια και τους βασανιστές του και τους κομματικούς γραφειοκράτες της Αριστεράς και τον δογματισμό τους. Σύμφωνα με τη κριτική, η αμεσότητα του προφορικού του λόγου, που προδίδει γνήσια λαϊκή αφήγηση, όπως κι η γεμάτη εκπλήξεις πλοκή του, θα επιτρέψουνε στον Μίσσιο να υπερβεί το στενό πλαίσιο του αριστερού απομνημονεύματος και να φιλοτεχνήσει μυθιστορηματική αυτοβιογραφία μ’ έντονα πολιτικό λόγο.

—–Στα επόμενα βιβλία του θα διατηρήσει τη θερμότητα των αισθημάτων του, μεταδίδοντας το ανθρωπιστικό του μήνυμα για καλύτερο και δικαιότερο κόσμο χωρίς καμμία ιδεολογική διόπτρα: από τα Χαμογέλα, ρε… τι σου ζητάνε (1988) και Τα κεραμίδια στάζουν (1991) μέχρι τα Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι (1996) και Ντομάτα με γεύση μπανάνας (2001). Το 6ο και τελευταίο μυθιστόρημά του, που το έγραφε πριν από τον θάνατό του και κυκλοφόρησε Μάη του 2019, έχει τίτλο μια παράδοξη αριθμητική πράξη 8-3=11, συμβατή μόνο με τη λογική της προσφοράς. Κοσμοκαλόγερος, όπως οι ήρωες ορισμένων βιβλίων του, ζούσε εδώ και πολλά χρόνια στο Καπανδρίτι. Άφησε τη τελευταία του πνοή σε νοσοκομείο των Αθηνών, στις 20 Νοέμβρη 2012, χτυπημένος από την επάρατο νόσο.
—–Ο Μίσσιος υπήρξε εμπνευστής μιας λογοτεχνίας που παρά το σκληρό κόσμο που απεικονίζει, δε χάνει ποτέ την αισιοδοξία και τη πίστη της στις δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου, που είναι ικανός υπό συνθήκες ελευθερίας να ζήσει σε δημοκρατία που θα εγγυάται τα ατομικά δικαιώματα και την ευδαιμονία της κοινότητας. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του φυλακισμένος κι εξόριστος για τα πολιτικά του φρονήματα. Ήτανε γιος καπνεργατών κι από μικρό παιδί βγήκε στη βιοπάλη. Το Δημοτικό δεν κατάφερε να το ολοκληρώσει κι όπως είχε αναφέρει, έμαθε γράμματα από τον Μανόλη Αναγνωστάκη, όταν οι δυο τους ήτανε θανατοποινίτες στο Γεντί Κουλέ. Στα 17 του χρόνια, περίμενε πότε θα τον εκτελέσουν. Όμως σε συνέντευξή του λίγα χρόνια πριν πεθάνει, δήλωνε ότι για το μόνο που δεν παραπονιέται είναι η ζωή του.

—–Το αυτοβιογραφικό αφήγημα καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς (1985) συζητήθηκε πολύ, προκάλεσε αντιδράσεις στο χώρο της Αριστεράς, αλλά διαβάστηκε με πάθος, έγινε best-seller και τον καθιέρωσε ως έναν από τους πιο βιωματικούς και ανεπιτήδευτους συγγραφείς. Ο Κάρολος Παπούλιας τον είχε χαρακτηρίσει “αυθεντικό ιδεολόγο” και “τίμιο αγωνιστή“. Ο λόγος για τον Χρόνη Μίσσιο, τον συγγραφέα που, για πολλούς, ήτανε μπρος από την εποχή του. Εξέφραζε με παρρησία τις απόψεις του, τους προβληματισμούς του και συχνά την οργή του για τη κοινωνία, τη πολιτική, την εκπαίδευση, το περιβάλλον και τις ανθρώπινες σχέσεις.
—–Τα αφηγήματά του δεν θέλουν να προβάλλουνε κάποιαν αντικειμενική αλήθεια για την εποχή κείνη, ούτε θέλουν να πείθουνε για τη μικρή ή τη μεγάλη σημασία ενός γεγονότος. Διαμορφώνουν αλήθεια δική τους, που είναι λογοτεχνική και μόνον, αφού μάλιστα ο συγγραφέας έχει ενεργοποιήσει σε πολλά σημεία τη δημιουργική φαντασία του, υποβάλλοντάς μας στις συναισθηματικές καταστάσεις που τον κατέχουν, όταν αναπολεί ή όταν βιώνει τα όσα έζησε. Με ιδιαίτερη επιμονή στην αρχιτεκτονική του κειμένου, κάτι που δείχνει όχι μόνο αίσθηση των αναλογιών μέσα στην αφήγηση αλλά και κριτήριο αξιολόγησης, το περισσότερο αντιληπτές στον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας χειρίζεται τον αφηγηματικό χρόνο, όπου οι αναδρομές κι οι αρκετές παρεκβάσεις αντί να χαλαρώνουν το δέσιμο τού κειμένου το κάνουν πιο υποβλητικό, με αιφνίδιους συνειρμούς κι ευρήματα που τονώνουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

—–Επί Χούντας, το δρόμο της εξορίας ακολούθησε κι η σύζυγος του, η φιλόλογος Ρηνιώ Παπατσαρούχα-Μίσσιου. Όπως είχε δηλώσει, εκτοπίστηκε 3,5 χρόνια στο κολαστήριο της Γυάρου. Η φυλάκιση του άνδρα της την επηρέασε σωματικά και ψυχολογικά κι η επανασύνδεσή τους ήτανε συγκινητική:
—“Όταν συνέλαβαν το Χρόνη, είχα πάθει κρίση με το στομάχι μου. Έμεινα 3 μέρες τέζα, δεν μπορούσα ούτε να φάω ούτε να σηκωθώ. Όταν βγήκα από την εξορία, το 1ο πράγμα που έκανα ήταν να πάω στον Κορυδαλλό να τονε δω. Δεν με αφήσανε να τονε δω τη 1η φορά που πήγα. Κατέβηκα, τηλεφώνησα στη μάνα μου από το περίπτερο κι έκλαιγα. Μιλώντας στη μάνα μου, έβαλε τα κλάματα κι ο περιπτεράς, που άκουγε ότι δεν με άφησαν να τονε δω, ότι βγήκα από την εξορία κ.λπ.. Τον είδα, τελικά, την άλλη εβδομάδα. Αυτά δεν περιγράφονται, είναι πολύ ανάμεικτα συναισθήματα, ύστερα από τόσα χρόνια που δεν έχεις δει έναν άνθρωπο, ύστερα από τόσα χρόνια που προσπαθείς να επικοινωνήσεις μαζί του όχι με κυριολεξίες, αλλά με υπονοούμενα και μεταφορές“.

—–Ο Χρόνης Μίσσιος υποστήριζε ότι ήταν ευτυχισμένος, επειδή δεν υπέστη τη δουλεία της εκπαίδευσης. Έλεγε ότι, αν είχε παιδί, δεν θα το έστελνε στο σχολείο, ενώ, παράλληλα, στηλίτευε τον χαρακτήρα της εκπαίδευσης, ισχυριζόμενος σε συνέντευξη ότι δεν υπάρχει παιδεία, αλλά εκπαίδευση τεχνικών ηλιθίων. Αν και ταγμένος στην Αριστερά, δε φοβόταν να μιλήσει ανοιχτά για τα λάθη, τους δογματισμούς, τις διαψεύσεις και τις διασπάσεις. Τον Ιούνιο του 2010, είχε δηλώσει στην εφημερίδα Το Βήμα:
—“Η Αριστερά ηττήθηκε στη Μεταπολίτευση. Διασπασμένη άλλη μία φορά, πολεμούσε με τα ευαγγέλια, προσπαθώντας να στρατολογήσει η κάθε πλευρά με το μέρος της περισσότερους κομμουνιστές. Να τους κάνει τι, αλήθεια; Να τους βάλει στο μπαούλο; Δεν αντιλήφθηκε τη νέα εποχή, που εισερχόταν η ελληνική κοινωνία, τις προσδοκίες και τα προβλήματά της. Έτσι ήρθε το ΠΑΣΟΚ πήρε όλο το πακέτο των συνθημάτων και των αιτημάτων της Αριστεράς και το απαξίωσε. Έκτοτε η Αριστερά ψάχνει τη προίκα της σε λάθος μέρος. Σήμερα ειλικρινά δεν ξέρω αν υπάρχει Αριστερά. Αυτό που ισχυρίζεται ότι είναι Αριστερά δεν παράγει τίποτα, ούτε καν πολιτικό πολιτισμό. Ωστόσο, η διαδρομή μου στην Αριστερά ήτανε, παρά τις αντιξοότητες, από τις πιο ευτυχισμένες και πλούσιες περιόδους της ζωής μου“.

—–Ήταv ιδιαίτερα ευαισθητοποιημέvος και για τα ζητήματα της μόλυvσης του περιβάλλοvτος και τωv δικαιωμάτωv τωv ζώωv. Στα 1994-96, πραγματευόταvε τα συγκεκριμέvα θέματα, παρουσιάζοvτας στη κρατική τηλεόραση τηv εκπομπή Το Βλέμμα. “Ίσως θα ήτανε καλή πρόταση τα παιδιά να πηγαίνουν εκδρομές στα καμένα δάση, στους νεκρούς βιοτόπους ή στις χωματερές. Ίσως τότε θα μπορούσαν ευκολότερα να συνειδητοποιήσουν τον εφιαλτικό κόσμο που τους ετοιμάζουμε. Κοιτάξτε τα μάτια των ζώων κι αναρωτηθείτε αν αποπνέουν την ίδια απελπισία με τα μάτια ενός φυλακισμένου ανθρώπου.”, έλεγε σε κάποια από τα επεισόδια. Επίσης, εvδιαφερόταvε για τις σκέψεις της vέας γεvιάς κι επεδίωκε τηv εvεργό συμμετοχή της. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ζούσε με τη γυναίκα του και τα σκυλιά τους σε αγροτόσπιτο στο Μικροχώρι Αττικής. Δεν φορούσε ρολόι, γιατί δεν ήθελε να μετράει τo χρόνο. Παρά την απαισιοδοξία που τον διακατείχε, δεν έχασε το ρομαντισμό του και τη πίστη του στην αγάπη, τη βαθειά κι ουσιαστική επικοινωνία με τους ανθρώπους και τη φύση.

—–Η μαρτυρία του Χρόνη Μίσσιου για τα μεταπολεμικά χρόνια (1947-73) εμπνέει ανάλογα αισθήματα αγάπης κι εθνικού πάθους: αγάπης για το ήθος, τη ψυχική δύναμη, την εκφραστική πληρότητα του αφηγητή και πάθους για τα αίσχη του εμφύλιου διχασμού, για την αδικία και τη καταστροφή, για τις χαμένες ζωές. Η μαρτυρία του δεν είναι, βέβαια, ούτε η πρώτη ούτε κι η μοναδική γι’ αυτή τη περίοδο. Αλλά εκφράζει ίσως καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη τον τραγικό αγώνα ενός Νεοέλληνα που με όλα τα ένστικτα της φυλής του ριζωμένα βαθιά μέσα στα σπλάχνα του, αναζητά την ελευθερία, το δίκιο, την ανθρωπιά. Τα τελευταία λόγια είναι του Σεφέρη για τον Μακρυγιάννη. Η μαρτυρία του δεν είναι ιστορική, αλλά προσωπική. Γραμμένη στο 1ο πρόσωπο, με ύφος προφορικού λόγου, διηγείται σε σύντροφο που είχε την ευτυχία να πεθάνει νωρίς (δηλαδή πριν τον πρώτο εμφύλιο ή τουλάχιστον στις αρχές του) τις φυλακές, τις εξορίες και τα βασανιστήρια που υπέφερε ο αφηγητής σαν ενεργό μέλος του ΚΚΕ.

—–Ο Μίσσιος γράφει μετά τη παραίτησή του από το κόμμα και μετά την άρνησή του να ξανασυνδεθεί με τη πολιτική του δράση. Ο σύντροφος (πραγματικός ή φανταστικός) δεν κατονομάζεται ούτε περιγράφεται. Το γεγονός ότι υπήρξε παλιός και καλός φίλος του αφηγητή δεν σημαίνει πάντως ότι, αν ζούσε σήμερα, θα συμφωνούσε μαζί του: «Έχω τόσα να σου πω, κι ούτε ξέρω αν μ’ ακούς ή είσαι κι εσύ σα τη καθοδήγηση, ρεμβάζεις όταν μιλούν οι άλλοι και ξαναρχίζεις να μιλάς μόλις τελειώσουν». Τα λόγια αυτά εκφράζουν μεγάλη ελευθερία.
—–Μες στις φυλακές της Βίδου και του Αβέρωφ, στις εξορίες της Μακρονήσου και του Άη Στράτη αποδεικνύεται δυνατότερος από τους βασανιστές του και πιστότερος στην ιδεολογία του κομμουνισμού (όπως ο ίδιος τη καταλαβαίνει) απ’ ό,τι η ηγεσία του ΚΚΕ. Αλλά σ’ όλη τη διάρκεια των 25 βασανιστικών αυτών χρόνων δεν επιβιώνει χάρη μόνο στη γενναιότητά του, αλλά και χάρη στην αλληλεγγύη με τους συγκρατουμένους του, χάρη στην ενστικτώδη υπαρξιακή συναίσθηση της κοινής ανθρώπινης μοίρας μπροστά στο θάνατο. Το γεγονός ότι δεν αισθάνεται την ανάγκη να ζητήσει έγκριση του παλιού του συντρόφου για τις πράξεις του αποτελεί απόδειξη νέας, απόλυτης ηθικής ελευθερίας.

—– Η αφήγησή του δεν είναι ούτε απολογία προς το κόμμα, ούτε εκδίκηση ενάντια στους βασανιστές του, ούτε επιστροφή στην αγνή ιδεολογία κάποιας χαμένης νεανικής συντροφιάς. Είναι υπεύθυνη προσωπική κατάθεση, ύστατη εξομολόγηση της αλήθειας χωρίς κανένα απώτερο σκοπό, καμμιά απολύτως υστεροβουλία. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο δεν υποκινεί κανέναν πολιτικό αντίλογο.
—–Ο Μακρυγιάννης έγραψε τα Απομνημονεύματα επειδή πίστευε στην ιστορική αλήθεια: «γιατί δεν υποφέρω να βλέπω το άδικο να πνίγει το δίκιο», όπως λέει ο ίδιος. Ο Μίσσιος δεν γράφει επειδή ενδιαφέρεται για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας ή επειδή τον πνίγει το άδικο. Γράφει επειδή αισθάνεται μόνος, απομακρυσμένος, αποκομμένος απ’ τη κοινωνία που τονε περιβάλλει, όπως αποκομμένος αισθάνεται ο μελλοθάνατος τη τελευταία νύχτα της ζωής του.

—–Να πώς αρχίζει την αφήγησή του:
—«Σου γράφω, όχι από τις φυλακές της Κέρκυρας, απ’ την Αθήνα σου γράφω, σχετικά ελεύθερος. Όχι, δεν είμαι αδειούχος, νόμιμα και μόνιμα πολιορκημένος είμαι. Τέλος, δεν έχει σημασία από πού σου γράφω, λίγο πολύ παντού το ίδιο είναι, φυλακή, τρελλάδικο, κόμμα, κοινωνία. Ούτε μέσα σου δεν μπορείς να ‘σαι πια. Όμως είσαι τόσο μόνος, σα να πας κάθε πρωί για εκτέλεση…»
—–Η μαρτυρία του εμπνέεται απ’ τη δύναμη της ζωής μπρος στο φόβο του θανάτου. Ορισμένα βιογραφικά στοιχεία θα βοηθούσανε τη κρίση του αναγνώστη. Ο Μίσσιος οργανώθηκε στο Δημοκρατικό Στρατό Πόλεων στη Θεσσαλονίκη το 1944, στα 14 κιόλας. Το 1947 συλλαμβάνεται, βασανίζεται και καταδικάζεται σε θάνατο. Ζει 9 μήνες με το άγχος ότι τα ξημερώματα θα τον εκτελέσουνε. Τα βασανιστήρια συνεχίζονται με κίνδυνο της ζωής του σε διάφορες φυλακές μέχρι το 1953, οπότε αποφυλακίζεται. Αμέσως σχεδόν παρουσιάζεται στο Στρατό για τη θητεία του. Μετά τη Κόρινθο εξορίζεται στη Μακρόνησο και στον Άη Στράτη, όπου παραμένει μέχρι το κλείσιμο των στρατοπέδων το 1962. Δρα ελεύθερος σαν στέλεχος της νεολαίας της ΕΔΑ και μέλος της γραμματείας της Δ.Ν. Λαμπράκη μέχρι τον Απρίλη του 1967. Με τη στρατιωτική δικτατορία περνά στη παρανομία κι ιδρύει, μαζί με άλλους, το Π.Α.Μ. Το Νοέμβρη συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Απελευθερώνεται τελικά με την αμνηστία του Παπαδόπουλου τον Αύγουστο του 1973.

—–Στα 17 ο αφηγητής εκτοπίζεται στις αγροτικές φυλακές ανηλίκων της Βίδου, του μικρού νησιού έξω απ’ τη Κέρκυρα. Οι συνθήκες διαβίωσης είναι άθλιες. Ο Μίσσιος και δυο άλλοι σύντροφοι βρίσκονται τιμωρημένοι στην απομόνωση επειδή αντιστάθηκαν στις αρχές της φυλακής. Ένα βράδυ αποφασίζουν να αποδράσουν και να κολυμπήσουν μέχρι τις αλβανικές ακτές. Πράγματι κατορθώνουν να φτάσουν μέχρι τη θάλασσα. Αλλά δεν προλαβαίνουν να κολυμπήσουν λίγα μέτρα κι η θάλασσα γεμίζει φως:
—«Μου λέει ο Νικόλας, στημένη, μας φάγανε, βούτα. Σε 2 λεπτά είναι δίπλα μας δυο βενζινάκατες φορτωμένες καρακόλια και μπάτσους. Μας ψαρεύουνε. Τρέμουμε τόσο πολύ από το κρύο ώστε μέσα μας παρακαλάμε ν’ αρχίσουν να βαράνε, μπας και ζεσταθούμε. Αλλά οι χαμούρες το ξέρουνε, δε βαράνε, γελάνε, κοροϊδεύουνε κι ο Σάβανος, ένας μπινές 2 μέτρα μπόι, από τους πιο αδίσταχτους βασανιστές, όπως τον γνωρίσαμε μετά, μας πατάει τα παγωμένα δάχτυλα των ποδιών με τα τακούνια του και κοροϊδεύει. Ώστε νυχτερινό μπανάκι μού θέλατε, ε»;

—–Τα βασανιστήρια που ακολουθούν είναι φριχτά. Ο αφηγητής επιβιώνει χάρη στη φαντασία του: όταν δεν αντέχει άλλο το φυσικό πόνο ονειρεύεται τα παιδικά του χρόνια στα Ποταμούδια. Μετά τα βασανιστήρια ακολουθούν σκληρά καταναγκαστικά έργα. Οι 3 σύντροφοι δουλεύουν από την ανατολή μέχρι τη δύση κάτω απ’ τον καυτό ήλιο χωρίς νερό και φαγητό. Ο Παύλος καταφέρνει να πέσει σ’ ένα γκρεμό: θέλει ν’ αυτοκτονήσει. Μοναδική παρηγοριά τους είναι υπόγεια πηγή που ρέει μες στο κελί της απομόνωσης. Τις νύχτες κοιμούνται δίπλα στη δροσιά της. Αλλά κάποτε οι φύλακες ανακαλύπτουν τη μυστική αυτή χαρά και φράζουνε τη ροή της:
—«Ένα βράδυ όταν γυρίσαμε στο κελί βρήκαμε τη πηγή φραγμένη με τσιμέντο. 2 κλωστίτσες νερό ήτανε… Κλάψαμε κείνο το βράδυ, 3 παιδιά μόνα κι έρημα απέναντι σε παράλογο μίσος, σ’ ακατανόητη απανθρωπιά».

—–Σ’ αντίθεση με την απανθρωπιά της εξουσίας, ο αφηγητής δείχνει απίστευτη ευσπλαχνία προς τον Ζάφτη, τον ποινικό κρατούμενο που πρόδωσε το σχέδιο της απόδρασης:
—«Απ’ την αρχή σε φέρανε για να μας ρουφιανεύεις, δε βγαίνει αλλιώς, όπως και να το κάνεις. Τώρα άκου να δεις, δε θα σε βγάλουμε στο ικάντιο (σ.σ. δε θα σε διαπομπεύσουμε, δε θα σε εκθέσουμε) άμα μου πεις πως σταματάς τη ρουφιανιά. Κάποτε ήσουνα καλό παλικάρι κι είναι κρίμα. Εγώ δε σε κάνω ρεζίλι. Με κοιτάει και μου λέει, από φούμες πώς τα πάτε; Του λέω, δεν υπάρχει σάλιο. Θέλετε μια κούτα; Του λέω, εντάξει. Έτσι έληξε αυτή η ιστορία».

—–Στη μαρτυρία του για το Ελληνικό Γκούλαγκ, κερδίζει την εκτίμηση του αναγνώστη δις: με τη γενναιοδωρία και την αγάπη που δείχνει προς τους συγκρατούμενούς του και με το χιούμορ του. Σαν παράδειγμα του 1ου τρόπου αναφέρθηκε ήδη το επεισόδιο της συγχώρεσης του προδότη Ζάφτη. Σαν παραδείγματα του 2ου θα μπορούσαν ν’ αναφερθούν τα μαθήματα καλών τρόπων που παραδίδουν κρυφά οι κρατούμενοι της Μακρονήσου στο δειλό Μανιάτη λοχαγό που σχεδιάζει να παντρευτεί και το επεισόδιο με τα σκατά: στη διάρκεια τελετής αγιασμού στη Μακρόνησο, οι ποινικοί κρατούμενοι καταφέρνουν να περιλούσουν τις αρχές του Κλήρου και του Στρατού με τα φρέσκα προϊόντα των αποχωρητηρίων τους! Το γεγονός ότι ο αναγνώστης γελά μαζί με τον Μίσσιο (κι όχι εις βάρος του) αποκαθιστά μεταξύ τους βασική και κρίσιμη σχέση ισότητας, που υπερβαίνει οποιεσδήποτε ιδεολογικές διαφορές.

—–Η ίδια εθνική συνείδηση που υποφέρει και καταμαρτυρεί στις φυλακές και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, υποφέρει κι οπουδήποτε αλλού στον ελληνικό χώρο, οπουδήποτε τη μεταφέρουνε τα ελατήρια της μνήμης ή της φαντασίας. Κάθε φορά που τα χρησιμοποιεί για να υπερβεί το μαρτύριο του φυσικού πόνου, υπερβαίνει ταυτόχρονα και τα όρια του συγκεκριμένου τόπου και χρόνου που τονε προξενεί μέσα του. Είναι αλήθεια, λοιπόν, ότι η απελευθέρωσή του από τη Μακρόνησο ή τον Άη Στράτη δε θα συνεπαγότανε και τη λευτεριά του, αλλ’ απλά και μόνο την υποταγή του σε διαφορετικούς κανόνες συμπεριφοράς και κοινωνικής αλληλεγγύης. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες (την εποχή δηλαδή που ολόκληρη η Ελλάδα ήτανε για ανθρώπους σαν τον Μίσσιο, στρατόπεδο συγκέντρωσης) το γεγονός ότι δεν υπογράφει δήλωση μετάνοιας δε θα πρέπει να χαρακτηριστεί τόσο σα δείγμα πίστης στη κομμουνιστική ιδεολογία όσο σαν έκφραση του απόλυτου πολιτικού αδιέξοδου της μεταπολεμικής περιόδου:
—«Εκείνο που μ’ εξοργίζει κυριολεκτικά είναι η ανθρώπινη ποιότητά μας, η ανθρώπινη πορεία μας. Σήμερα βέβαια όλοι έχουν αποκατασταθεί κι οι περισσότεροι είναι στο κόμμα, αντάμα με τους χτεσινούς διώκτες και βασανιστές τους. Τι να πεις; Ολόκληρη η αριστερά πρέπει να περάσει από ψυχιατρείο. Μωρέ, καμμιά φορά λέω καλά που δε νικήσαμε…»

—–Καταλήγοντας αυτές τις ίσως πρόωρες σκέψεις για τον Μίσσιο, παρότρυνση προς τους αναγνώστες του να δεχτούνε τη φωνή της αφήγησής του σαν οδηγό της εθνικής του συνείδησης, σαν μέτρο κρίσης του μεταπολεμικού εμφύλιου διχασμού. Όπως κι ο Μακρυγιάννης, δεν ενδιαφέρεται για την ιστορική αντικειμενικότητα, δε γράφει τη νεοελληνική ιστορία. Το έργο τους κατορθώνει κάτι βασικότερο και βαθύτερο: δημιουργεί τις ηθικές και συνειδησιακές προϋποθέσεις που επιτρέπουνε στο λαό να κατανοήσει την ιστορία του και ν’ απελευθερωθεί από τις καταστρεπτικές της δυνάμεις. Υπήρξε εμπνευστής μιας λογοτεχνίας που, παρά το σκληρό κόσμο που απεικονίζει, δε χάνει ποτέ την αισιοδοξία και τη πίστη της στις δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου, που είναι ικανός υπό συνθήκες ελευθερίας να ζήσει σε δημοκρατία που θα εγγυάται τόσο τα ατομικά δικαιώματα όσο και την ευδαιμονία της κοινότητας.

ΕΡΓΑ:
Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς, 1985
Χαμογέλα, ρε… τι σου ζητάνε;, 1988
Τα κεραμίδια στάζουν, 1991,
Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι, 1996
Ντομάτα με γεύση μπανάνας, 2001,
Ο Χρόνης Μίσσιος διαβάζει Χρόνη Μίσσιο, 2009
Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς (μεταφορά σε graphic novel των Ντανιέλ Καζανάβ, Συλβαίν Ρικάρ, Μυρτώ Ράις)
Συμμετοχή
Βόλος: Μια πόλη στη λογοτεχνία
Παλίμψηστο Καβάλας. Ανθολόγιο μεταπολεμικών λογοτεχνικών κειμένων

ΡΗΤΑ:
«Δεν κατάφερα να αλλάξω το σύστημα, αλλά δεν θα επιτρέψω ούτε και σε αυτό να με αλλάξει».
«Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Κι αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη».
«Ο μόνος δρόμος, η τελευταία έξοδος προς την ελευθερία του ανθρώπου και του πλανήτη είναι η ολιστική οικολογική φιλοσοφία, σκέψη, πράξη, συμπεριφορά».
“Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται. Άπαξ, που λένε, σαν μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον μ’ αυτήν την αυτόνομη μορφή της, δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξουμε ποτέ. Και’ μεις τι την κάνουμε, ρε; Αντί να τη ζήσουμε; Τι τη κάνουμε; Τη σέρνουμε από’ δώ και από’ κεί δολοφονώντας την“.
“Θέλω να σου μιλήσω για τα παλιά, για τη παρέα. Εσύ ήσουνα τυχερός, πέθανες τότε, και μάλιστα από σφαίρα. Εμείς, ασ’ τα, σαν κότες μας σεργιανάγανε από κοτέτσι σε κοτέτσι: Κέρκυρα, Γεντί Κουλέ, Αβέρωφ, Αίγινα, Γυάρο, Αλικαρνασσό, Μακρονήσι, Άι-Στρατή… Από γεωγραφία γίναμε ατσίδες, ασ’ τα, κι από επαναστατική διαπαιδαγώγηση, που λένε, δεν πήγαμε πίσω“….
‘Ή επανάσταση είναι παιδεία, συναίσθημα, όνειρο κι έρωτας. Δεν έχει καμμία σχέση με τη βία ούτε με την εξουσία”.
“…Έτσι, μ’ αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες;’ Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’ την αρχή”.
“Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν “αξίες”, σαν “ηθική”, σαν “πολιτισμό”. Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να παίξουμε και να χαρούμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας…Όλα, όλα τα αφήνουμε για το αύριο που δε θα ‘ρθει ποτέ…”
“Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για εμάς … Όμως το αφήσαμε για αύριο … Για να πάμε που”;
“Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά μόνο στο θάνατο, και μεις οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.
Ξέρεις γιατί;
Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας..”
“Θαρρώ πως μονάχα μια βαθιά και μεγάλη αγάπη για τη ζωή μπορεί να σώσει την ανθρώπινη ουσία σου, γιατί όπως η επανάσταση δεν είναι μια πολιτική πράξη αλλά μια βαθιά κοινωνική παιδεία, μια πολύχρωμη ερωτική επικοινωνία με τους ανθρώπους, τη φύση και τα πράγματα, έτσι και ο επαναστάτης δεν μπορεί να είναι ένας πολιτικός άνθρωπος, αλλά ένας άνθρωπος ερωτευμένος….”
“Η ζωή μας μια φορά μάς δίνεται. Άπαξ, που λένε. Σαν μια μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστον, μ’αυτήν την αυτόνομη μορφή της, δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξουμε ποτέ”.
“Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις.
Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις;
Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος.
Πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα”;
“Σκεφτείτε, κύριε, αν μπορούσαμε να ξέρουμε την ατομική ιστορία, τα ονόματα, το χαμόγελο, τα όνειρα, τις αγάπες, τις επιθυμίες και τις δημιουργικές ικανότητες των εκατομμυρίων νεκρών των πολέμων, αν τους γνωρίζαμε σαν τ’ αδέρφια μας, σαν τους ανθρώπους που μεγαλώσαμε μαζί και ονειρευτήκαμε μαζί, τι διάσταση θα είχε για μας η ανθρώπινη ιστορία και πόσο άγρυπνοι και προσεχτικοί θα ήμασταν σε κάθε επιλογή της εξουσίας, σε κάθε ιδεολογική πρόταση… Αν η συνείδηση και η γνώση του ανθρώπου μπορούσε να φτάσει στο επίπεδο να ερμηνεύει μ’ αυτή την ανθρώπινη έγνοια την είδηση “εκατό χιλιάδες νεκροί” ή “ένας άνθρωπος βασανίζεται σε κάποιο άντρο της εξουσίας”
“Ο Πόντιος Πιλάτος ήταν, να πούμε, σαν τους νομάρχες στις επιτροπές ασφαλείας που μας στέλνανε εξορία, απλώς γιατί δεν κάναμε ό,τι θέλαν αυτοί. Όταν λοιπόν πιάσανε το Χριστό και του τον πήγανε -πάντα οι κουφάλες την ίδια τακτική, να σε σπάσουνε, να τους πεις τι ωραίοι που είστε και τι καλά που τα κάνετε και ότι εγώ είμαι μαλάκας που θέλω να είμαι εγώ, κατάλαβες; Τα ίδια με τη καθοδήγα μας. Τέλος, που λες, πάνε το Χριστό στον Πιλάτο, βασανισμένο και ταλαιπωρημένο από τους μπάτσους της εποχής, και του λέει η κουφάλα ο Πιλάτος: Έλα, ρε παιδάκι μου, τι θέλεις τώρα και τα σκαλίζεις, μια χαρά παιδί είσαι, νέος, ωραίος, έχεις μια τέχνη, σ’ αγαπάνε οι γυναίκες, μπορείς να παντρευτείς, να κάνεις παιδιά και να πεθάνεις σε βαθιά γεράματα. Δε λυπάσαι τα νιάτα σου και την ομορφιά σου; κάνε μια δήλωση, βάλε μια υπογραφή να λες ότι είσαι μαλάκας, και να γυρίσεις σπιτάκι σου ωραία κι όμορφα. Δε λυπάσαι, ρε, τη μάνα σου που σπαράζει από το κλάμα; Καλά, δεν έχεις αισθήματα μέσα σου εσύ; Τι σόι άνθρωπος είσαι δηλαδή; Εμείς τι είμαστε; Εσύ βρέθηκες να φκιάξεις τον κόσμο; και τα τέτοια που λένε όλες οι κουφάλες της εξουσίας. Και ο Χριστός τον κοίταγε με κείνα τα πανέμορφα, γεμάτα γλύκα και θανατερή κατανόηση μάτια του, σα να του ‘λεγε: Άσε μας, ρε Πιλατάκο, διότι μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι… Ο Πιλάτος το ‘πιασε βέβαια, αλλά βολεμένος μέσα στην ιεραρχία, στα δαχτυλίδα του, τ’ αρώματά του και τα σκατά του είπε: Εγώ πάντως είπα και ελάλησα, αμαρτίαν ουκ έχω και νίπτω τας χείρας μου. Όλες οι ασφάλειες όλου του κόσμου, καπιταλιστικές, σοσιαλιστικές και ουδετέρων, αυτή την κουφάλα αντέγραψαν…”
“Οι μυς του προσώπου μου πονάνε αφόρητα από την προσπάθεια να κρατήσω το γέλιο που ανεβαίνει εκρηκτικό από μέσα μου. Ένιωθα αν σαν ο μοναδικός υπερασπιστής του πολιτισμού του ανθρώπου. Η εξουσία των νικητών, το εφιαλτικό κράτος, ζητούσε από μένα, τον παρία, που χρόνια και χρόνια προσπάθησε να με εξοντώσει, “απλώς” να του χαμογελάσω… Του λέω, κοίτα να δεις, δεν μπορώ να κρατηθώ άλλο, θα χαμογελάσω, όχι για σένα, αλλά για μένα. Θα χαμογελάσω από ευτυχία για την αχρήστευση της βίας, θα χαμογελάσω από ευτυχία για τον αδερφό μου τον άνθρωπο, για σας θα μου ήταν πιο εύκολο ένα δάκρυ. Ελπίζω, αφού μου το ζητάτε, να καταλαβαίνετε και γιατί αρνούμαι να χαμογελάσω…”
“Ξέρεις αλήθεια πόσοι τη βρίσκουνε, πόσοι γουστάρουν να παίρνουν εντολές και να βολεύονται, παρά να αναλαμβάνουν την ευθύνη των πράξεων τους, που λένε; Σ’ αυτούς τους κερχανατζήδες στηρίζονται όλες οι εξουσίες. Η προσωπική ευθύνη, το να βγεις δηλαδή έξω από τη μήτρα και την εντολή της κοινότητας και να διαμορφώσεις τη δική σου γνώμη και στάση απέναντι στη ζωή, χρειάζεται μεγάλη παλικαριά και βέβαια σημαίνει φοβερή μοναξιά…”
“Είναι οδυνηρά βιωμένο ιστορικά ότι δεν μπορούμε να προχωρήσουμε σε καμμία κατεύθυνση ανθρώπινου πολιτισμού, όταν δεν επαγρυπνούμε και δεν υπερασπιζόμαστε αδιάλλακτα την κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, την ατομική ελευθερία του ανθρώπου, το σεβασμό της ιδιαιτερότητας του, τις διαφορετικές φιλοσοφικές, θρησκευτικές και ιδεολογικές του πεποιθήσεις, αν δεν διασφαλίζουμε σε κάθε βήμα και σε κάθε στιγμλη τις διαδικασίες εκείνες που θα επιτρέπουν την εκρηκτική άνθηση της προσωπικότητας του ατόμου, την ελεύθερη ανάπτυξη αυτού του ιδιαίτερου και μοναδικού κόσμου που είναι ο καθένας από εμάς”.
“Ζήσαμε την ομορφιά των πιο γενναιόδωρων ιδεολογιών και χάσαμε τον άνθρωπο μες στον ουμανισμό τους”.
============================================
————————————–Καλά… εσύ σκοτώθηκες νωρίς…
(αποσπ.)
Σου γράφω, όχι από τις φυλακές της Κέρκυρας, απ’ την Αθήνα σου γράφω, σχετικά ελεύθερος… Όχι, δεν είμαι αδειούχος, νόμιμα και μόνιμα πολιορκημένος είμαι. Τέλος, δεν έχει σημασία από πού σου γράφω, λίγο πολύ παντού το ίδιο είναι, φυλακή, τρελάδικο, κόμμα, κοινωνία… Ούτε μέσα σου δεν μπορείς να ’σαι πια. Όμως είσαι τόσο μόνος, σαν να πας κάθε πρωί για εκτέλεση…
Θέλω να σου μιλήσω για τα παλιά, για την παρέα. Εσύ ήσουνα τυχερός, πέθανες τότε, και μάλιστα από σφαίρα. Εμείς, άσ’ τα, σαν κότες μας σεργιανάγανε από κοτέτσι σε κοτέτσι: Κέρκυρα, Γεντί Κουλέ, Αβέρωφ, Αίγινα, Γυάρο, Αλικαρνασσό, Μακρονήσι, Αι-Στράτη… Από γεωγραφία γίναμε ατσίδες, άσ’ τα, κι από επαναστατική διαπαιδαγώγηση, που λένε, δεν πήγαμε πίσω…
Να δεις αγώνες μελετημένους κάθε φορά που χάναμε και μπαίναμε στο κοτέτσι, να σου φύγει το καφάσι. Κάτι απεργίες πείνας τρελές, πέντε λεπτά παράταση στο άνοιγμα των κελιών, για να μας παίρνουν το πρωί κι όχι αποβραδίς για εκτέλεση, και άλλα. Τους γαμήσαμε τη μάνα, που λένε… Τι να σου πω, κάθε φορά που χάναμε και μπαίναμε στο κοτέτσι, βρίσκαμε το… επαναστατικό μας περιεχόμενο. Κι από χαφιέδες, άλλο πράμα, τι να σου πω. Περίεργοι άνθρωποι, αλήθεια.
Εμείς βέβαια τους είχαμε απομονωμένους, τους βρίζαμε, γενικά τους κάναμε τη ζωή δύσκολη, αλλά αυτοί εκεί, μαζί μας, στη φυλακή, στο ξύλο, στην πείνα, στο εκτελεστικό απόσπασμα, τι να σ’ τα λέω… Βέβαια, μετά από κάποια ολομέλεια, άλλοι αποκατασταίνονταν και κάποιοι άλλοι γίνονταν χαφιέδες… Βλέπεις, δεν μπορούσαμε να κάνουμε χωρίς αυτούς, μας είχαν γίνει απαραίτητοι.
Χέσ’ τα τώρα, τι σε ζαλίζω μ’ αυτά, ξέρεις, της κοντής ψωλής, τα μαλλιά της φταίνε…
Θυμάσαι, ρε, τον Μπαρού, το φιλαράκο μας, με το βιολί και το κίτρινο άστρο στο πέτο; Θυμάσαι, λέω, τότε που μπουκάραμε στο συρματόπλεγμα στο Βαρδάρι να τον κλέψουμε απ’ τους Γερμανούς και δεν τον άφησε η μάνα του; Τον κάψανε οι Γερμανοί στα κρεματόρια… Αυτός ο φουκαράς μόνο για βιολί έκανε, δε φτούραγε για ζόρικη δουλειά, και στα σάλτα μας όλο τσίλιες κράταγε, θυμάσαι; Πάει, που λες, ο φουκαράς… Ίσως να ήταν και τυχερός όμως, γιατί τάχα φουκαράς; Κι αν ζούσε, σίγουρα θα ’χε αυτοπυρποληθεί στο Ισραήλ. Αυτός ποτέ δε θα γινόταν μηχανή. Χέσ’ τα.
Κι ο Νικόλας· τον θυμάσαι τον Νικόλα, ρε, από τα καλύτερα πιστόλια της Σαλονίκης· θυμάσαι τότε που μαζί με τον Σαλταπήδα μπουκάρανε στη γερμανική μοίρα, στη ΧΑΝ, φάγανε δυο Γερμανούς και πήρανε εφτά Μαρσίπ και πέντε πιστόλια Μαραμπέλ… Ο Σαλταπήδας ήταν τυχερός, πρόλαβε και σκοτώθηκε, τον ρίξανε απ’ τους πρώτους στο Εφταπύργιο… Η γκομενίτσα του, η Μαίρη, ρε, τη θυμάσαι; -έδειχνε μπούτι στο φούρναρη κάθε φορά που κάναμε ντου για τη μπομπότα ή για κάνα ταψί που τόλμαγε να φτάσει ως εκεί- έ, παντρεύτηκε έναν μπάτσο. Κατάντημα έ; Έγινε σαν ξεμαλλιάρα ντουλάπα, τι να πεις. Όχι, το φαντάζεσαι, κορίτσι ήταν, αλλά από τα πιο δυνατά αλάνια της παρέας. Η μάνα της την έφαγε, ν’ αποκατασταθείς και τα τέτοια, της έριξε κάνα δυο μυξάρικα στα σκέλια ο μπάτσος, και τέλειωσε. Βλέπει τον καφέ και μαγειρεύει ιμάμ μπαϊλντί… Τέλος, χέσ’ τα, σάματι είναι η μόνη;
Ο Νικόλας όμως δεν άντεξε την επαναστατική διαπαιδαγώγηση στο κοτέτσι. Ήμαστε μαζί απ’ την ασφάλεια, μας γάμησαν τη μάνα. Όταν βγήκαμε, δηλαδή όταν μας πήγαν στη φυλακή, περπατάγαμε με τα τέσσερα για κάνα εξάμηνο- έτσι μας πήγαν και στο στρατοδικείο. Τσαντίλα ο Νικόλας που δεν μπορούσαμε να σταθούμε όρθιοι, άλλο πράμα. Αφού, όταν ο βασιλικός επίτροπος, μια καργιόλα ίδια νεκροκεφαλή, πρότεινε οχτώ φορές σε θάνατο, κι ο πρόεδρος ρώτησε τον Νικόλα αν έχει να προσθέσει τίποτα, γυρίζει ο Νικόλας και λέει «ναι, κάτι θέλω να πω, κύριε πρόεδρε, άμα με σκοτώσετε, να πάρει ο βασιλικός επίτροπος τ’ αρχίδια μου να τα κάνει καπνοσακούλα». Έγινε της πουτάνας, που λένε… Έ, του ρίξανε άλλα πέντε χρόνια για εξύβριση δικαστηρίου, κι οι δικοί μας του κάνανε κριτική για ανάρμοστη συμπεριφορά, μαλακίες δηλαδή «εντεύθεν κι εντεύθεν», που έλεγε κι ο νωματάρχης.
Τέλος, ο Νικόλας, που λες, δεν άντεξε στην επαναστατική διαπαιδαγώγηση στο κοτέτσι, όλα του βγαίναν ανάποδα: τα νέα που μας κατέβαζε η καθοδήγηση, εξωτερικά πάμε καλά, εσωτερικά πάμε καλά, ενώ μας είχανε γαμήσει την αδερφή ανάσκελα… Το βόλεϊ που παίζαμε, και που η καθοδήγηση καθόριζε τις θέσεις, να πούμε εσύ θα παίξεις καρφί, εσύ θα παίξεις κέντρο, και τα ρέστα. Μαλακίες, δηλαδή, να σου φεύγει το καφάσι. Ήθελαν ντε και καλά κάπου ν’ ασκούν εξουσία… Τέλος, μη σε ζαλίζω τώρα μ’ αυτά, γενικά, άμα έβλεπε την καθοδήγηση -τί καθοδήγηση δηλαδή, αρχίδια, ξέρεις, αγάπα το κελί σου σαν το σκλάβο που λατρεύει τις αλυσίδες του, τρώε όλο το φαΐ σου, που δε μας έφτανε ούτε για κολατσιό, και τα ρέστα, άμα που λες έβλεπε την καθοδήγηση, ήταν σαν τον ταύρο που βλέπει κόκκινο πανί. Εγώ όλο από δίπλα, τον είχα από κοντά να μην εκτραπεί, που λένε…
Ώσπου μια μέρα -ήμαστε τρελλά χαρμάνια, δεν είχαμε ούτε τριτάκι να φουμάρουμε, μας μίλαγε ένας από την καθοδήγηση, πάλι σε απεργία πείνας ή κάτι τέτοιο κατεβαίναμε- τέλος, τραβάει που λες ο τύπος κι ανάβει ένα δοκάρι, ολόκληρο τσιγάρο, σου λέω… Γλάρωσαν τα μάτια μας. Γυρίζει ο Νικόλας και του λέει «δηλαδή, ρε συναγωνιστή, στον αγώνα ενωμένοι, στο τσιγάρο χωριστά;» Το ’πε έτσι, για να τον καρφώσει, ξέρεις τώρα πόσο περήφανος ήταν. Τέλος, τι του απαντάει, που λες, το κωλόπαιδο; «Τι να γίνει, συναγωνιστή, στις συνθήκες του καπιταλισμού δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε τον κομμουνισμό». Σκέτη χαμούρα, σου λέω, ούτε για τα μάτια να πει, πιάστε και σεις καμιά καυτή, ρε παιδιά. Και να φανταστείς, όλοι ήμαστε μελλοθάνατοι, κάθε βράδυ περιμέναμε να μας πάρουν για την απομόνωση… Τι να πεις!…
======================================
——————————————Χαμογέλα ρε τί σου ζητάνε;
Το ξέρω πως έχουμε καιρό να τα πούμε. Όχι, δε σε ξέχασα. Πώς να σε ξεχάσω, μωρέ, μόνο εσύ μου απόμεινες… Αλίμονο, αν χάσουμε και τη μνήμη μας, πώς θα μπορέσουμε να ξαναονειρευτούμε;…
Όχι, ούτε φοβάμαι μη μου κάνει «ψυχολογικό πορτραίτο» η ασφάλεια, άμα βρει τα χειρόγραφά μου σε καμμιά έρευνα. Δεν είμαι πια στη φυλακή, κι απ’ ό,τι φαίνεται, θ’ αργήσουμε κάμποσο ακόμα να μπούμε… Μπα, γιατί άλλωστε, η ασφάλεια ούτε παρεμπιπτόντως, που λένε, δεν ασχολείται πια με μας…
Σ’ το ξανάπα, μου φαίνεται, πως είμαι «λεύτερος». Αρχίδια, απλώς η μια φυλακή έγινε πολλές, για τούτο σου βάζω το λεύτερος σε εισαγωγικά -ελπίζω να ξέρεις τι είναι τα εισαγωγικά, ε; Οι δυο γραμμούλες, ρε, που μπαίνουν δεξιά κι αριστερά στο πάνω μέρος της λέξης και που σημαίνουν ή ότι κάποιος άλλος λέει τη λέξη, ή ότι οι λέξεις έχασαν πια το νόημά τους, είναι δηλαδή μπαλσαμωμένες, καρφιτσωμένες σε λουστραρισμένες κορνίζες, όπως οι όμορφες πεταλούδες στο μουσείο της φυσικής ιστορίας… Θυμάσαι που μας έλεγε η Μαρία, τότε στη βαθειά παρανομία, όταν μας έκανε μάθημα στην υπόγα του Κόρακα, πως η γλώσσα είναι ζωντανή, πολύχρωμη κι εκρηκτική όπως ο έρωτας και πως οι λέξεις γεννιούνται με χαρά και οδύνη, όπως όλα τα πλάσματα, οι άνθρωποι, τα ζώα, τα λουλούδια, τα φυτά…
Και τότε στάθηκες άτυχος. Λέω για κείνο το βράδυ που ετοιμάζαμε την επιχείρηση και τα πράματα ήτανε σκούρα. Μας πήρε η Μαρία έναν-ένα στη μικρή σοφίτα του Κόρακα… «Παιδιά, μπορεί να μη γυρίσετε πίσω…»
Τότε, λέω, που εσύ ήσουνα κατάκοιτος με σαράντα πυρετό από τις αμυγδαλές σου, κείνο το βράδυ, στη μικρή σοφίτα του Κόρακα κατέβηκε ο παράδεισος με όλες τις αμαρτίες και τις χαρές του…
Θέλω να σου πω πως δε σε ξέχασα, μα δεν είναι κι εύκολο να κόβω κάθε μέρα κομμάτια απ’ το μυαλό μου, μου φτάνουν τα ‘ψυχιατρεία… Ναι, από κει έρχομαι τώρα. Όχι, εγώ ακόμα δυστυχώς είμαι «έξω»… Πήγα να δω τον Μανόλη, τον ξανάπιασε μια κρίση. Είναι να μη σε πιάσει, εδώ που τα λέμε… Σου λέω, καλά εσύ, σκοτώθηκες νωρίς… Για το μόνο που λυπάμαι, είναι ότι δεν έκανες έρωτα, γαμώ τη φάρα μου, για τίποτ’ άλλο, κατάλαβες; Όχι, δεν είναι τίποτα επικίνδυνος, ξέρεις τώρα πόσο καλό παιδί ήτανε ο Μανόλης, αυτός ήτανε πάντα τρελλός για πάρτη του, ιδιωτική του υπόθεση, που λένε, αλλά άντε να φτιάχνεις μια ζωή πλαστικά λουλούδια σ’ ένα εργοστάσιο και να ’σαι και γραμματέας της οργάνωσης βάσης του κόμματος, τι να σου πω…
Κοίτα να δεις, εδώ, άμα δε μάθεις να περπατάς σύμφωνα με τους κανόνες της παντοειδούς, που λένε, εξουσίας, με το πρώτο τσακ σε βουτάνε για το τρελλάδικο… Διότι, λένε, τι θέλει ο πούστης, μια χαρά ζούμε όλοι μας, αυτός δηλαδή τι μας παριστάνει; Ε, κι άμα δεν έχεις φίλους να σε συμπαρασταθούνε, που λένε, σε μαντρώνουν στο ψυχιατρείο κι άντε να ξεμπλέξεις…
Έτσι και με τον Μανόλη, με το πρώτο τσακ φρόντισαν από το κόμμα κι από την εταιρεία πλαστικών λουλουδιών που δούλευε, εν αγαστή σύμπνοια, που λένε και τον μαντρώσανε στο δημόσιο ψυχιατρείο… Διότι, του λέει η καθοδήγηση, τι σκατά θέλεις, ρε μαλάκα, έχεις μια καλή δουλειά και παίρνεις και καλά λεφτά, τι σε νοιάζει που κάνεις πλαστικά λουλούδια, τι σε νοιάζει που η διαφήμιση λέει «επανάσταση στον καθαρισμό της τουαλέτας», τι μας λες τώρα, τρελλός είσαι; Ναι, λέει ο Μανόλης…
Τον μαντρώσανε… Δεν είχε και κανέναν, βλέπεις, κι έτσι έμεινε στα αζήτητα… Τι πώς το έμαθα, με ειδοποίησαν κάτι κουτσάβια με τον Περικλάκια, ήτανε μέσα για αποτοξίνωση. Τι είναι αποτοξίνωση; Έχεις δίκιο. Κοίτα να δεις, άμα μπορούσαμε να κάνουμε όλοι μας αποτοξίνωση επί της ουσίας, που λένε, θα είχαμε γαμήσει κι αρχηγούς κι εξουσίες και κόμματα και πλαστικά λουλούδια και ψυχιάτρους, θα είχαμε ξαναγίνει άνθρωποι, κατάλαβες; Απλώς, αυτοί οι μαλάκες το ρίξανε στη σκόνη και τρέχα-γύρευε, τι να πεις…
Τέλος, με ειδοποίησαν, που λες και να με στο επισκεπτήριο του τρελλάδικου. Ο Μανόλης, φαινομενικά λογικότατος, με βουτάει σε μια πάρλα, ούτε κόμμα δε βάζει ο αθεόφοβος. Του ’χω φέρει κάτι φρούτα, τα κατεβάζει σαν αποσιωπητικά και στα διαλείμματα, γεμάτος αγανάκτηση, μου λέει τι έγινε…
(τέλος αποσπ.)




