—–Η Καμίλ Ροζαλί Κλωντέλ (Camille Rosalie Claudel) ήτανε Γαλλίδα γλύπτρια γνωστή για τα παραστατικά της έργα σε μπρούτζο και μάρμαρο. Υπήρξε το θηλυκό αντίβαρο στο ανδροκρατούμενο στερέωμα της γλυπτικής. Πέθανε σε σχετική αφάνεια, αλλά αργότερα κέρδισε την αναγνώριση για τη πρωτοτυπία και τη ποιότητα της δουλειάς της. Θέμα πολλών βιογραφιών και ταινιών, η Claudel είναι γνωστή για τα γλυπτά της, ειδικά τα The Waltz και The Mature Age. Το Εθνικό Μουσείο Camille Claudel στο Nogent-sur-Seine άνοιξε το 2017. Ήταν επί μακρόν συνεργάτις του γλύπτη Auguste Rodin και το Μουσείο Rodin στο Παρίσι διαθέτει αίθουσα αφιερωμένη στα έργα της. Γλυπτά που δημιούργησε βρίσκονται επίσης στις συλλογές πολλών μεγάλων μουσείων, όπως το Musée d’Orsay στο Παρίσι, το Courtauld Institute of Art στο Λονδίνο, το Εθνικό Μουσείο Γυναικών στις Τέχνες στην Ουάσιγκτον, το Μουσείο Τέχνης της Φιλαδέλφειας και το Μουσείο J. Paul Getty στο Λος Άντζελες.
—–Γεννήθηκε στο Fère-en-Tardenois, Aisne στις 8 Δεκέμβρη 1864, στη βόρεια Γαλλία, το 1ο παιδί οικογένειας αγροτών κι ευγενών. Ο πατέρας της, Louis-Prosper Claudel, ασχολιόταν με στεγαστικά δάνεια και τραπεζικές συναλλαγές. Η μητέρα της, Louise-Athanaïse Cécile (πρώην) Cerveaux, καταγόταν από οικογένεια καθολικών αγροτών κι ιερέων της Champagne. Η οικογένεια μετακόμισε στο Villeneuve-sur-Fère ενώ η Camille ήταν ακόμη μωρό. Ο μικρότερος αδελφός της Paul Claudel γεννήθηκε εκεί το 1868. Στη συνέχεια, μετακόμισαν στο Bar-le-Duc (1870), στο Nogent-sur-Seine (1876) και στο Wassy-sur-Blaise (1879), αν και συνέχισαν να περνάνε τα καλοκαίρια στο Villeneuve-sur-Fère και το σκληρό τοπίο αυτής της περιοχής έκανε βαθειά εντύπωση στα παιδιά.
—–Από τα 5 ως τα 12, η Claudel εκπαιδεύτηκε από τις Αδελφές του Χριστιανικού Δόγματος. Ενώ ζούσε στο Nogent-sur-Seine στα 12 άρχισε να δουλεύει με τον τοπικό πηλό, σμιλεύοντας τακτικά την ανθρώπινη μορφή. Καθώς μεγάλωνε, εμπλούτισε τη καλλιτεχνική της εκπαίδευση με λογοτεχνία και παλιά χαρακτικά. Η μητέρα της δεν ενέκρινε την «αντίθετη στη γυναικείας φύσης επιθυμία της να γίνει καλλιτέχνις». Ο πατέρας της ήτανε πιο υποστηρικτικός και πήγε δείγματα έργων της στον καλλιτέχνη γείτονά τους Alfred Boucher, να αξιολογήσει τις ικανότητές της. Ο Boucher επιβεβαίωσε ότι η Claudel ήταν ικανή, ταλαντούχα καλλιτέχνης κι ενθάρρυνε την οικογένειά της να υποστηρίξει τις σπουδές της στη γλυπτική. Η οικογένειά της παρείχε την ίδια εκπαίδευση με τον αδερφό της, με αποτέλεσμα να φτάσει σε περιορισμό στις εγκαταστάσεις της περιοχής. Η Camille μετακόμισε με τη μητέρα, τον αδελφό και τη μικρότερη αδερφή της στη περιοχή Montparnasse του Παρισιού το 1881. Ο πατέρας έμεινε πίσω, δουλεύοντας για να τους στηρίξει.

—–Η Claudel ήτανε γοητευμένη με τη πέτρα και το χώμα ως παιδί κι ως νεαρή γυναίκα σπούδασε στην Académie Colarossi, από τα λίγα μέρη ανοιχτά σε φοιτήτριες. Στο Παρίσι, σπούδασε με το γλύπτη Alfred Boucher. Η Académie Colarossi ήτανε πιο προοδευτική από άλλα καλλιτεχνικά ιδρύματα, καθώς όχι μόνο επέτρεπε σε μαθήτριες στο σχολείο, αλλά τους επέτρεπε επίσης να εργάζονται με γυμνά ανδρικά μοντέλα. Εκείνη την εποχή, η École des Beaux-Arts απαγόρευε στις γυναίκες να γραφτούνε για σπουδές. Το 1882, νοίκιασε εργαστήρι-στούντιο στην οδό Notre-Dame des Champs στο Παρίσι που μοιραζότανε με 3 Βρεττανίδες γλύπτριες: τη Jessie Lipscomb, την Emily Fawcett και την Amy Singer (κόρη του John Webb Singer , που το χυτήριο στο Frome, Somerset, κατασκεύαζε χάλκινα αγάλματα μεγάλης κλίμακας). Ο Boucher ερχότανε συχνά από το στούντιο δίνοντας δωρεάν μαθήματα και στις 3 πολλές φορές τη βδομάδα. Αρκετά εξέχοντα έργα του Frome βρίσκονται στο Λονδίνο, συμπεριλαμβανομένης της ομάδας Boadicea στο Embankment, του Cromwell, που κοσμεί το γκαζόν μπρος από τα κτήρια του Κοινοβουλίου και της Δικαιοσύνης στη κορυφή του Old Bailey. Ο στρατηγός Γκόρντον με τη καμήλα του στους στρατώνες Τσάταμ ρίχτηκε επίσης στο Φρομ, όπως και τα 8 λιοντάρια που αποτελούν μέρος του Μνημείου της Ρόδου στο Κέιπ Τάουν. Η Claudel επισκέφτηκε το Frome και τις οικογένειες των συναδέλφων της γλυπτών. Όλοι αυτοί οι Άγγλοι φίλοι είχανε σπουδάσει στα σχολεία του South Kensington -που θα γινόντανε το Royal College of Art -πριν μετακομίσουνε στο Παρίσι για να είναι στην Academie Colarossi, όπου είχανε γνωριστεί όλοι. Η Claudel παρέτεινε τη διαμονή της με την οικογένεια της Singer στο Frome.
—–Ο Alfred Boucher είχε γίνει ο μέντορας της Claudel και παρείχε έμπνευση κι ενθάρρυνση στην επόμενη γενιά γλυπτριών όπως η Laure Coutan. Η Claudel απεικονίστηκε από τον Boucher στο Camille Claudel lisant κι αργότερα σμίλεψε προτομή του μέντορά της. Αφού δίδαξε τη Claudel και τις άλλες πιότερα από 3 χρόνια, ο Boucher μετακόμισε στη Φλωρεντία μετά από βραβείο του Grand Prix du Salon. Πριν φύγει ζήτησε από τον Auguste Rodin ν’ αναλάβει τη διδασκαλία των μαθητριών του. Ο Ροντέν κι η Καμίλ γνωρίστηκαν και σύντομα ξεκίνησε η καλλιτεχνική αλλά κι η ταραχώδης και παθιασμένη ερωτική τους σχέση.

—–Άρχισε να εργάζεται στο εργαστήρι του το 1883 κι έγινε πηγή έμπνευσης γι’ αυτόν. Υπό τη καθοδήγησή του, μπόρεσε να τελειοποιήσει τη δική της δουλειά σε ποικιλία υλικών όπως γύψο, μπρούτζο, μάρμαρο κι όνυχα. Ενήργησε ως πρότυπό του, έμπιστη κι ερωμένη του. Δεν έζησε ποτέ με τον Ροντέν, που ήταν απρόθυμος να τερματίσει τη 20χρονη σχέση του με τη Rose Beuret. Η γνώση της υπόθεσης αναστάτωσε την οικογένειά της, ειδικά τη μητέρα της, που ήδη την απεχθανόταν επειδή δεν ήταν αγόρι και ποτέ δεν ενέκρινε την ενασχόλησή της με τις τέχνες. Έτσι την ανάγκασε να εγκαταλείψει το σπίτι της οικογένειας. Το 1891, η Καμίλ υπηρέτησε στηνΕθνική Εταιρεία Καλών Τεχνών, που αναφέρεται ότι ήτανε «κάτι σαν λέσχη αγοριών εκείνη την εποχή». Το 1892, μετά από έκτρωση, η Καμίλ τερμάτισε τη σχέση της με τον Ροντέν, αν κι έβλεπαν ο ένας τον άλλον τακτικά μέχρι το 1898.
—–Οι Le Cornec και Pollock δηλώνουν ότι μετά το τέλος της φυσικής σχέσης των γλυπτών, δεν μπόρεσε να βρει χρηματοδότηση να πραγματοποιήσει πολλές από τις τολμηρές ιδέες της -λόγω της λογοκρισίας με βάση το σεξ και του σεξουαλικού στοιχείου της δουλειάς της. Η Καμίλ έπρεπε έτσι είτε να εξαρτηθεί από το Ροντέν είτε να συνεργαστεί μαζί του και να τονε δει να παίρνει τα εύσημα ως η “υπογραφημένη” φιγούρα της γαλλικής γλυπτικής. Εξαρτιόταν επίσης οικονομικά απ’ αυτόν, ειδικά μετά τον θάνατο του στοργικού και πλούσιου πατέρα της, που επέτρεψε στη μητέρα και τον αδερφό της, που αποδοκίμαζαν τον τρόπο ζωής της, να διατηρήσουν τον έλεγχο της οικογενειακής περιουσίας και να την αφήσουν να περιπλανιέται στους δρόμους ντυμένη με ρούχα ζητιάνου. Η φήμη της επέζησε όχι λόγω της κάποτε διαβόητης σχέσης της με τον Rodin, αλλά λόγω της δουλειάς της. Ο μυθιστοριογράφος και κριτικός τέχνης Octave Mirbeau τη περιέγραψε ως «Μια εξέγερση ενάντια στη φύση: μια γυναίκα ιδιοφυΐα». Το πρώιμο έργο της είναι παρόμοιο με αυτό του Ροντέν στο πνεύμα, αλλά δείχνει φαντασία και λυρισμό αρκετά δικά της, ιδιαίτερα στο περίφημο Βαλς (1893).

—–Ο σύγχρονος Γάλλος κριτικός Louis Vauxcelles δήλωσε ότι η Claudel ήταν η μόνη γλύπτρια που στο μέτωπό της έλαμπε το σημάδι της ιδιοφυΐας όπως η Berthe Morisot, η μόνη γνωστή γυναίκα ζωγράφος του αιώνα κι ότι το στυλ της ήτανε πιο αρρενωπό από πολλών ανδρών συναδέλφων της. Άλλοι, όπως ο Μόρχαρντ κι ο Καράνφα, συμφώνησαν, λέγοντας ότι το στυλ τους είχε γίνει τόσο διαφορετικό, με τον Ροντέν να είναι πιο απαλός και λεπτός και τη Καμίλ να είναι σφοδρή μ’ έντονες αντιθέσεις, κάτι που μπορεί να ήτανε λόγος για το χωρισμό τους, με κείνη να γίνεται τελικά αντίπαλός του. Όπως περιγράφει η ιστορικός Farah Peterson, η Κλωθώ της, που εκτέθηκε στο Σαλόν της Société Nationale des Beaux-Arts το 1893, χρησιμεύει ως «σημαντικό παράδειγμα του πόσο έντονα το όραμα της Καμίλ απέκλινε απ’ αυτό του Ροντέν». Η Claudel απεικόνισε τη Κλωθώ, μία από τις Τρεις Μοίρες της ελληνορωμαϊκής μυθολογίας που ήταν υπεύθυνη για την απόφαση της ανθρώπινης μοίρας, ως μια πολύ ηλικιωμένη γυναίκα. Σε αντίθεση με τον Ροντέν κι άλλους άνδρες καλλιτέχνες της εποχής, η Κλοντέλ «δεν δίστασε να εξερευνήσει το γυναικείο γκροτέσκο». Με αυτόν τον τρόπο, η Κλωθώ μπορεί να θεωρηθεί ως παράδειγμα κάτι σπάνιου και συναρπαστικού: μια «απόλυτη αδιαφορία για το ανδρικό βλέμμα».

—–Ο όνυχας κι ο μπρούτζος μικρής κλίμακαςLa Vague (Το Κύμα, 1897) της ήταν επίσης συνειδητή ρήξη στο στυλ από τη περίοδο του Ροντέν. Έχει διακοσμητική ποιότητα αρκετά διαφορετική από την «ηρωική» αίσθηση της προηγούμενης δουλειάς της. Αφού ο Ροντέν είδε για πρώτη φορά την Ώριμη Εποχή της Καμίλ, το 1899, αντέδρασε με σοκ και θυμό κι εντελώς ξαφνικά σταμάτησε την υποστήριξή του. Σύμφωνα με τονAyral-Clause, μπορεί ν’ άσκησε πίεση στο υπουργείο Καλών Τεχνών ν’ ακυρώσει τη χρηματοδότηση για τη προμήθεια μπρούντζου. Η Ώριμη Εποχή (1900) συνήθως ερμηνεύεται ως αλληγορία των 3 σταδίων της ζωής: ο άντρας που αντιπροσωπεύει την Ωριμότητα παρασύρεται στα χέρια της ηλικιωμένης γυναίκας που αντιπροσωπεύει τα Γηρατειά και τον Θάνατο, ενώ η νεαρή γυναίκα που αντιπροσωπεύει τη Νεότητα προσπαθεί να τον σώσει. Ο αδερφός της το ερμήνευσε ως αλληγορία της ρήξης της με τον Ροντέν. Ο Angelo Caranfa σχολιάζει ότι «Η ζωή που ήταν, είναι και θα είναι στην Ωριμότητα περιέχει μέσα στη κίνησή της τόσο την αδυσώπητη κίνηση της Κλωθούς όσο και τη ρυθμική, χαριτωμένη, στροβιλιζόμενη κίνηση της Τύχης, δημιουργώντας ενιαία και διαρκή κίνηση ή εικόνα από τις εσωτερικές διαφορές». Σύμφωνα με τον Caranfa, η Κλωθώ (1893) κι η Τύχη (1905) αντιπροσωπεύουνε τις 2 ιδέες της ζωής: η ζωή στη Κλωθώ απεικονίζεται ως κλειστή, απελπιστική ύπαρξη κι «ολοκληρώνεται σ’ ατελείωτο θάνατο». Η ζωή στη Τύχη γιορτάζεται ως η τρέλλα του αιώνιου παρόντος με σκαμπανεβάσματα, η «έκσταση ή η απόλυτη αρμονία» της (η ίδια η Τύχη είναι παραλλαγή της γυναίκας που χορεύει στο Βαλς).

—–Μία από τις φιγούρες της Claudel, The Implorer, δημιουργήθηκε ως δική της έκδοση κι έχει ερμηνευτεί όχι ως καθαρά αυτοβιογραφική αλλά ως ακόμη πιο ισχυρή αναπαράσταση της αλλαγής και του σκοπού στην ανθρώπινη κατάσταση. Με μοντέλο το 1898 και χυτό το 1905, που όμως δε χυτεύτηκε πράγματι δικός της μπρούτζος γι’ αυτό, αλλά αντ’ αυτού ο Implorer χυτεύτηκε στο Παρίσι από τον Eugene Blot. Η αριστοτεχνική μελέτη της για ένα νεαρό κορίτσι, το La Petite Châtelaine, ολοκληρώθηκε σε μάρμαρο το 1895. Οι διαδοχικές εκδοχές του La Petite Châtelaine καταδεικνύουνε το ταλέντο της στη γλυπτική σε μάρμαρο, ικανότητα που ο ίδιος ο Rodin δεν είχε. Το La Petite Châtelaine στέκεται μόνο του ως απεικόνιση της νεαρής κοριτσίστικης ηλικίας στη γλυπτική του 19ου αι. «Δεν υπάρχει κανένα ίχνος εδώ από την εφηβική φιγούρα με τις εμφανείς θηλές ή από το διακοσμητικό, απαλό χερουβείμ με τα μάγουλα», μας λέει ο Peterson. Το 1902 ολοκλήρωσε μεγάλο γλυπτό του Περσέα και Γοργόνας. Ξεκινώντας το 1903, εξέθεσε τα έργα της στο Salon des Artistes français ή στο Salon d’Automne.
—–Η Sakuntala, 1888, περιγράφεται από τον Angelo Caranfa ότι εκφράζει την επιθυμία της Claudel να φτάσει στο ιερό, τον καρπό της δια βίου αναζήτησης της καλλιτεχνικής της ταυτότητας, απαλλαγμένη από τους περιορισμούς του Rodin. Ο Καράνφα προτείνει ότι οι εντυπώσεις της Καμίλ για τις απάτες και την εκμετάλλευσή της από τον Ροντέν, ως κάποια που δεν μπορούσε να γίνει υπάκουη όπως ήθελε να είναι και που αναμενόταν να συμμορφωθεί με τις προσδοκίες της κοινωνίας για το τι πρέπει να είναι οι γυναίκες, δεν ήταν ψευδείς. Έτσι η Sakuntala θα μπορούσε να ονομαστεί μια σαφής έκφραση της μοναχικής της ύπαρξης και της εσωτερικής της αναζήτησης, του ταξιδιού της μέσα της. Στο The Chatterboxes, απεικόνισε θέματα που ήταν εξαιρετικά σπάνια στην ευρωπαϊκή γλυπτική κείνη την εποχή: «πλατωνική γυναικεία οικειότητα, όχι ως δικαιολογία για να επιδείξει ένα στήθος ή ένα ισχίο για τον θεατή, αλλά όπως το βιώνουν πραγματικά οι γυναίκες». Το γλυπτό δείχνει ομάδα 3 γυναικών ν’ ακούν ιστορία που αφηγείται ο 4ος σύντροφος. Είναι χαρακτηριστικό ότι σ’ επιστολή του 1893 προς τον αδελφό της Paul, η Claudel τόνισε ότι οι Chatterboxes «δεν έμοιαζαν πλέον με τον Rodin».

—–Η ευτυχισμένη περίοδος του ζεύγους Ροντέν-Κλοντέλ διήρκεσε 9 χρόνια, στα 1884-93. Αν ήθελε κάποιος να προσδιορίσει ακόμα πιο ατόφια περίοδο ευτυχίας στη σχέση τους θα την όριζε μεταξύ 1888-92. Δηλαδή, ξεκινά την εποχή που ο Ροντέν νοικιάζει το «εξοχικό ατελιέ» La Folie-Neubourg για να δουλεύουν μόνο οι δυο τους απομονωμένοι εκεί. Και διαρκεί μέχρι τη στιγμή που η Καμίλ νοικιάζει δικό της ατελιέ στο Παρίσι, στη λεωφόρο de La Bourdonnais, γεγονός που σηματοδοτεί την αρχή μιας περιόδου κατά την οποία βρίσκονται σε μια σχετική διάσταση, προτού χωρίσουνε.
—–Σύμφωνα μ’ αυτό τον υπολογισμό η ατόφια ευτυχία τους διήρκεσε 4 χρόνια. Άλλοι θα προτιμούσαν να θεωρήσουν ότι ζήσανε τη περίοδο της μεγάλης αγάπης τους μεταξύ 1886-91. Θα παράβλεπαν δηλαδή τη 1η 2ετία της σχέσης τους επειδή, παρά το πάθος που υπήρχε μεταξύ τους, τη ζήσανε κρυφά και σχεδόν στα κλεφτά. Έτσι θα τοποθετούσαν την αρχή της πραγματικής αμεριμνησίας τους το 1886 που ήτανε χρονιά που συνέβησαν σημαντικές αλλαγές στην οικογένεια Κλοντέλ, (η Λουίζ αρραβωνιάζεται κι ο Πολ ασπάζεται τον Καθολικισμό) αλλά κυρίως επειδή τότε η Καμίλ εγκαταλείπει τη πατρογονική εστία. Το τέλος αυτής της περιόδου θα προσδιοριζόταν από «στεφάνωμα» της Καμίλ από τον Ροντέν, που ιδρυτικό στέλεχος της Εθνικής Εταιρίας Καλών Τεχνών, που οργάνωνε πλέον δικό της «σαλόν» γλυπτικής, όρισε τη Καμίλ μέλος της κριτικής επιτροπής της. Με βάση αυτόν τον τελευταίο υπολογισμό το ζεύγος πέρασε 5 χρόνια ατόφιας ευτυχίας.

—–Όμως, είτε ήταν τελικά 9, είτε 5 , είτε 4 τα χρόνια της αληθινής ευτυχίας τους, υπήρξανε πολλά σε κάθε περίπτωση. Πόνεσαν όμως, όπως είναι φυσιολογικό για όλα τα θύματα της πίστης στο «για πάντα». Με τα σημερινά κριτήρια όμως δεν θα έπρεπε καν να παραπονεθούν. Στις μέρες μας, περνά κάποιος έξι μήνες απλής χαράς και αυτό του φτάνει για να τον συγκρατεί ώστε να μην διαλύεται σε κομματάκια, καθ’ όλη την υπόλοιπη πορεία της θλιβερής ζωής του. Εκτός κι αν είναι σαν την Καμίλ Κλοντέλ, όπου η αυτοδιάλυση ήταν κάτι το δομικά προγραμματισμένο. Αν έπρεπε κάποιος να υπεραπλοποιήσει τα αίτια που έκαναν την Καμίλ να απομακρυνθεί από τον Ροντέν το 1893 και στη συνέχεια να ακολουθήσει την πορεία μέσα στην τρέλα και την κατάληξη της στο τρελλοκομείο 20 χρόνια αργότερα, θα έλεγε ότι αυτά ήτανε 2. Το πρώτο ήταν ότι ο δεσμός της με τον Ροντέν δεν αποκτούσεν ευρέως αποδεκτή για την εποχή κοινωνική διάσταση –εκείνος δεν τη παντρευότανε κι εκείνη είχε εξαρχής πρόβλημα μ’ αυτό. Η Καμίλ ζητούσε πάντα από τον Ροντέν να την παντρευτεί, αφού «αποπέμψει» τη Ροζ Μπερέ Μινιόν (που παρά τη πολυετή συμβίωση και τον γιο τους, ο Ροντέν δεν ήτανε παντρεμένος για να τίθεται θέμα μεταξύ τους διαζυγίου).
—–Φθινόπωρο του 1886, η Καμίλ που ήταν έτσι κι αλλιώς κτητική απέναντι του και ζηλότυπη ακόμα και για τις αντεράστριες της που περιστασιακά βρίσκονταν στο κρεβάτι του, υποχρέωσε τον Ροντέν να υπογράψει μεταξύ τους συμβόλαιο, που βάσει του κείνος δεν θα ‘χε στο ατελιέ του καμμιά άλλη μαθητευόμενη πέραν εκείνης, θα τη προστάτευε μες στους καλλιτεχνικούς κύκλους κι επιστρέφοντας στο Παρίσι από ταξίδι που θα κάνανε μαζί στην Ιταλία ή στη Χιλή θα την νυμφευόταν. Ο Ροντέν υπέγραψε πράγματι κείνο το συμβόλαιο στις 12 Οκτώβρη κείνης της χρονιάς.

—–Από το 1893, η Καμίλ άρχισε να απομακρύνεται από τον Ροντέν και ν’ αφοσιώνεται στη δουλειά της. Ένιωθε «εξουθενωμένη» από τη κριτική, που ακόμα κι όταν ήτανε πολύ θετική για το έργο της, είχε τη τάση να το καλύπτει κάτω από το πέπλο μιας ομοιότητας του με κείνο του δασκάλου της. Ενώ η ίδια πίστευε ότι η ροή των ιδεών γινόταν με αντίθετη φορά: από την ίδια προς εκείνον. Η πικρία την οδήγησε προοδευτικά στη ψυχική αποδιοργάνωση και στην εκδήλωση της παραληρηματικής παράνοιάς της. Ο Ροντέν ήτανε πλέον διώκτης της. Ποιος από τους δύο θα μπορούσε να έχει κάποιο δίκιο ως προς αυτό; Κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα. Η Καμίλ ήτανε προσκολλημένη στη μεγαλομανή ιδέα για τον εαυτό της ότι γεννήθηκε κατέχοντας το σύνολο των γνώσεων που θα μπορούσε ν’ αποκτήσει ποτέ άνθρωπος για τη γλυπτική. Ενώ ο Ροντέν, πίστευε ότι, επειδή της είχε μάθει όλη τη τέχνη, κείνη κατάφερε να φτάσει στο επίπεδο που ‘χε κατακτήσει. Από το 1893 λοιπόν μέχρι το 1908, η Καμίλ κάνει αξιόλογη πορεία. Εκθέτει τακτικά στα Σαλόνια Γλυπτικής, αποκτά σημαντικές φιλίες και μαικήνα, τη Κόμισσα ντε Μαιγκρέ. Κάνει επίσης 2 ατομικές εκθέσεις σε γκαλερί.
—–Ο Ροντέν δεν σταματά ποτέ να παρακολουθεί τη πορεία της και συχνά να τη βοηθά κρυφά, είτε φροντίζοντας να πάρει κάποια χρήματα για το ενοίκιο και τη θέρμανση του ατελιέ της, είτε παρεμβαίνοντας υπέρ της σε ζητήματα προβολής της δουλειάς της. Το 1904 δημιουργεί μπούστο που υποτίθεται ότι δείχνει τη Γαλλία με το σκουφί της επανάστασης που φέρει τη μορφή της σε νεανική ηλικία. Το 1906 η Καμίλ 1η φορά επιτίθεται στη δουλειά της και τη καταστρέφει. Η πιο σταθερή αποδιοργάνωσή της όμως ξεκινά από το 1911, όταν εκδηλώνεται ακόμα εντονότερο το άγχος της ότι τη καταδιώκει «ο Ροντέν κι η σπείρα του». Το 1913, πεθαίνει ο πατέρας της, που ήταν ο μόνος αληθινός υποστηρικτής της που της απέμενε. Η Καμίλ δεν πληροφορήθηκε από κανένα το θάνατό του κι έτσι δεν παρευρέθηκε στη κηδεία του. Μία βδομάδα μετά, κατόπιν αιτήματος της οικογένειας, ψυχίατρος εξέδωσε τα σχετικά έγγραφα ώστε να κλειστεί σε άσυλο ψυχοπαθών. Κι έμεινε έτσι εσώκλειστη για 30 χρόνια μέχρι το θάνατό της το 1943.

—–Η Ayral-Clause λέει ότι παρ’ όλο που ο Ροντέν υπέγραψε ξεκάθαρα ορισμένα από τα έργα της, δεν την αντιμετώπιζε ως διαφορετική λόγω του φύλου της. Οι καλλιτέχνες εκείνη την εποχή υπέγραφαν γενικά τη δουλειά των μαθητευόμενων τους. Άλλοι επικρίνουν επίσης τον Ροντέν επειδή δεν της έδωσε την αναγνώριση ή την υποστήριξη που της άξιζε. Ο Walker υποστηρίζει ότι οι περισσότεροι ιστορικοί πιστεύουν ότι ο Ροντέν έκανε ό,τι μπορούσε για να τη βοηθήσει μετά τον χωρισμό τους κι ότι η καταστροφή του δικού της έργου ήταν εν μέρει υπεύθυνη για τη μακροχρόνια παραμέληση που της έδειξε ο κόσμος της τέχνης. Ο Walker λέει επίσης ότι αυτό που πραγματικά τη νίκησε, που είχε ήδη αναγνωριστεί ως κορυφαία γλύπτρια από πολλούς, ήταν οι τεράστιες δυσκολίες του μέσου και της αγοράς: η γλυπτική ήταν ακριβή τέχνη και δεν έλαβε πολλές επίσημες παραγγελίες επειδή το στυλ της ήταν εξαιρετικά ασυνήθιστο για τα σύγχρονα συντηρητικά γούστα. Παρ’ όλα αυτά, ο Le Cornec κι ο Pollock πιστεύουν ότι άλλαξε την ιστορία των τεχνών.
—–Άλλοι συγγραφείς γράφουν ότι δεν είναι ακόμη σαφές πόσο επηρέασε ο Ροντέν την Κλοντέλ – και το αντίστροφο, πόση πίστωση της αφαιρέθηκε ή πόσο ήταν υπεύθυνος για τα δεινά της. Οι περισσότεροι σύγχρονοι συγγραφείς συμφωνούν ότι ήταν μια εξαιρετική ιδιοφυΐα που, ξεκινώντας από τον πλούτο, την ομορφιά, τη σιδερένια θέληση και ένα λαμπρό μέλλον ακόμη και πριν γνωρίσει τον Ροντέν, δεν ανταμείφθηκε ποτέ και πέθανε στη μοναξιά, τη φτώχεια και την αφάνεια. Άλλοι, όπως ο Elsen, ο Matthews και ο Flemming, υποστηρίζουν ότι δεν ήταν ο Rodin, αλλά ο αδελφός της Paul που ζήλευε την ιδιοφυΐα της και ότι συνωμότησε με τη μητέρα της, η οποία ποτέ δεν τη συγχώρεσε για την υποτιθέμενη ανηθικότητά της, για να την καταστρέψει αργότερα και να την κρατήσει περιορισμένη σε ψυχιατρείο. Η Kavaler-Adler σημειώνει ότι η μικρότερη αδερφή της Λουίζ, που ήθελε τη κληρονομιά της Καμίλ και τη ζήλευε επίσης, χάρηκε με τη πτώση.

—–Λιγότερο γνωστή από τον έρωτά της με τον Ροντέν, η φύση της σχέσης της με τον Κλοντ Ντεμπυσσύ έχει επίσης αποτελέσει αντικείμενο πολλών εικασιών. Ο Stephen Barr αναφέρει ότι ο Debussy τη κυνήγησε: ήταν άγνωστο αν έγιναν ποτέ εραστές. Κι οι δύο θαύμαζαν τον Ντεγκά και το Χοκουσάι και μοιράζονταν ενδιαφέρον για θέματα παιδικής ηλικίας και θανάτου. Όταν η Claudel τερμάτισε τη σχέση, ο Debussy έγραψε: «Κλαίω για την εξαφάνιση του ονείρου, αυτού του ονείρου». Ο Ντεμπυσσύ τη θαύμαζε ως μεγάλη καλλιτέχνιδα και κράτησε ένα αντίγραφο του Βαλς στο στούντιό του μέχρι το θάνατό του. Μέχρι τα 30, η ρομαντική ζωή της Claudel είχε τελειώσει.
—–Μετά το 1905, φαινόταν να είναι ψυχικά άρρωστη. Κατέστρεψε πολλά από τα αγάλματά της, εξαφανίστηκε για μεγάλα χρονικά διαστήματα, εμφάνισε σημάδια παράνοιας και διαγνώστηκε ότι έπασχε από σχιζοφρένεια. Κατηγόρησε τον Ροντέν ότι έκλεψε τις ιδέες της κι ότι ηγήθηκε μιας συνωμοσίας για να τη σκοτώσει. Μετά τον γάμο του αδελφού της το 1906 και την επιστροφή του στην Κίνα, έζησε απομονωμένη στο εργαστήριό της. Ο πατέρας της Claudel ενέκρινε την επιλογή της καρριέρας της και προσπάθησε να τη βοηθήσει και να τη στηρίξει οικονομικά. Αλλά όταν πέθανε στις 2 Μάρτη 1913, η Claudel δεν ενημερώθηκε για το θάνατό του. Αντ’ αυτού, 8 μέρες μετά, 10 Μάρτη 1913, μετά από αίτημα του μικρότερου αδελφού της Paul, εισήχθη στο ψυχιατρικό νοσοκομείο του Ville-Évrard στο Neuilly-sur-Marne. Το έντυπο έγραφε ότι είχε δεσμευτεί οικειοθελώς, αν κι η εισαγωγή της υπογράφηκε μόνον από γιατρό και τον αδελφό της. Υπάρχουν αρχεία που δείχνουν ότι, ενώ είχε ψυχικές εκρήξεις, είχε καθαρό μυαλό ενώ εργαζόταν στη τέχνη της. Οι γιατροί προσπάθησαν να πείσουν τον Paul και τη μητέρα τους ότι η Claudel δεν χρειαζόταν να είναι στο ίδρυμα, αλλά τηνε κράτησαν εκεί. Σύμφωνα με τη Cécile Bertran, επιμελήτρια από το Musée Camille Claudel, η κατάσταση δεν ήταν εύκολο να κριθεί, επειδή οι σύγχρονοι ειδικοί που εξέτασαν τα αρχεία της λένε ότι ήτανε πράγματι άρρωστη.

—–Το 1914, για να είναι ασφαλείς από τη προέλαση των γερμανικών στρατευμάτων, οι ασθενείς στο Ville-Évrard μεταφέρθηκαν αρχικά στο Enghien. Στις 7 Σεπτεμβρίου 1914, η Claudel μεταφέρθηκε μαζί με σειρά από άλλες γυναίκες, στο άσυλο Montdevergues, στο Montfavet, 6 χιλιόμετρα από την Αβινιόν. Το πιστοποιητικό εισδοχής της υπογράφηκε στις 22 Σεπτέμβρη 1914. Ανέφερε ότι υπέφερε «από συστηματικό παραλήρημα δίωξης που βασιζόταν κυρίως σε ψευδείς ερμηνείες και φαντασία».
—–Για λίγο, ο Τύπος κατηγόρησε την οικογένειά της ότι έφραξε μια γλύπτρια-ιδιοφυΐα. Η μητέρα της της απαγόρευσε να λαμβάνει αλληλογραφία από οποιονδήποτε άλλο εκτός από τον αδερφό της. Το προσωπικό του νοσοκομείου πρότεινε τακτικά στην οικογένειά της να απελευθερωθεί η Claudel, αλλά η μητέρα της αρνιόταν κατηγορηματικά κάθε φορά. 1η Ιουνίου 1920, ο γιατρός Dr. Brunet έστειλε επιστολή συμβουλεύοντας τη μητέρα της να προσπαθήσει να επανεντάξει τη κόρη της στο οικογενειακό περιβάλλον. Τίποτα δεν προέκυψε από αυτό. Ο Paul Claudel επισκέφτηκε την έγκλειστη μεγαλύτερη αδερφή του 7 φορές μέσα σε 30 χρόνια, το 1913, το 1920, το 1925, το 1927, το 1933, το 1936 και το 1943. Πάντα αναφερόταν σε αυτήν σε παρελθοντικό χρόνο. Η αδερφή τους Λουίζ την επισκέφτηκε μόνο μία φορά το 1929. Η μητέρα της, που πέθανε Ιούνιο του 1929, δεν την επισκέφτηκε ποτέ. Το 1929, η γλύπτρια και πρώην φίλη της, Jessie Lipscomb, την επισκέφτηκε και στη συνέχεια επέμεινε πως δεν ήταν αλήθεια ότι η Claudel ήτανε τρελλή. Ο φίλος του Ροντέν, Ματίας Μόρχαρντ, επέμενε ότι ο Πωλ ήταν απλός παρατηρητής που ‘χε φράξει την ιδιοφυΐα της αδερφής του.

—–Η Camille Claudel πέθανε 19 Οκτώβρη 1943, αφού έζησε 30 χρόνια στο άσυλο του Montfavet (γνωστό τότε ως Asile de Montdevergues, τώρα το σύγχρονο ψυχιατρικό νοσοκομείο Centre hospitalier de Montfavet). Ο αδελφός της Πωλ είχε ενημερωθεί για την ανίατη ασθένεια της αδελφής του τον Σεπτέμβρη και, με κάποια δυσκολία, είχε διασχίσει τη κατεχόμενη Γαλλία για να τη δει, αν και δεν ήταν παρών στο θάνατο ή την κηδεία της. Η αδερφή της δεν έκανε το ταξίδι στο Μονφαβέτ. Θάφτηκε στο νεκροταφείο του Montfavet και τελικά τα λείψανά της θάφτηκαν σε κοινόχρηστο τάφο στο άσυλο.
—–Από το βιβλίο του 2002, Camille Claudel, A Life: «10 χρόνια μετά το θάνατό της, τα οστά της Camille είχαν μεταφερθεί σε κοινόχρηστο τάφο, όπου αναμίχθηκαν με τα οστά των πιο άπορων. Ενωμένη για πάντα στο έδαφος που προσπαθούσε να δραπετεύσει για τόσο καιρό, η Καμίλ ποτέ, μα ποτέ, δεν επέστρεψε στο αγαπημένο της Βιλνέβ. Η παραμέληση του Πωλ σχετικά με τον τάφο της αδερφής του είναι δύσκολο να συγχωρεθεί. Ενώ αποφάσισε να μην επιβαρυνθεί με τον τάφο της αδερφής του, κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες, αντίθετα, να επιλέξει τον δικό του τελευταίο τόπο ανάπαυσης, ονομάζοντας την ακριβή τοποθεσία -στο Brangues, κάτω από ένα δέντρο, δίπλα στο εγγόνι του- κι αναφέροντας τις ακριβείς λέξεις που θα γραφτούνε στη πέτρα. Σήμερα οι θαυμαστές του αποτίουνε φόρο τιμής στη μνήμη του στον ευγενή τάφο του, αλλά για τη Καμίλ δεν υπάρχει ίχνος. Στο Villeneuve, απλή πλάκα θυμίζει στον περίεργο επισκέπτη ότι η Camille Claudel ζούσε κάποτε εκεί, αλλά τα λείψανά της βρίσκονται ακόμα στην εξορία, κάπου, λίγα μόλις βήματα μακρυά από το μέρος που ήταν απομονωμένη για 30 χρόνια».
—–Η Claudel δεν μιμήθηκε ούτε στιγμή τον Rodin- κάποιοι έλεγαν ότι συνέβη το αντίθετο. Το έργο της έδειχνε αναμφισβήτητα μεγαλύτερο πάθος από το πιο κλασσικό, αριστοκρατικό ύφος του μέντορά της. Όταν η σχέση τους τελείωσε, γιατί ήθελε να είναι κάτι περισσότερο από προστατευόμενή του, αγωνίστηκε να σταθεί στα πόδια της και να βρει αναγνώριση ως καλλιτέχνης. Η εμμονή της όμως με τον Rodin στάθηκε καθοριστική κι η επίδρασή του καταστροφική. Μέχρι το 1911 έζησε απομονωμένη σε ένα μικρό στούντιο στο Παρίσι, καταστρέφοντας συστηματικά τα έργα της, καθώς ζούσε με τον φόβο ότι «ο Rodin και η συμμορία του» θα έρθουν και θα κλέψουν τις ιδέες της. Σύντομα η μητέρα της την έκλεισε σε ψυχιατρικό ίδρυμα όπου έζησε τα τελευταία 30 χρόνια της ζωής της (πέθανε το 1943). Κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού της δεν δούλεψε ποτέ ξανά (λέγεται ότι της δόθηκαν υλικά, αλλά αρνήθηκε να δουλέψει ούσα βέβαιη ότι ο Rodin θα έχει πρόσβαση στα έργα της) και δεν είχε σχεδόν κανέναν επισκέπτη. Η μητέρα της δεν την επισκέφθηκε ποτέ κι ο ποιητής αδερφός της Paul την επισκέφθηκε 12 φορές.
—–Κατέστρεψε αρκετή από τη δουλειά της, αλλά περίπου 90 έργα της σώθηκαν. Το Camille Claudel museum -που χτίστηκε γύρω από το σπίτι του 18ου αι., που μεγάλωσε- φιλοξενεί τα μισά απ’ αυτά κι είναι η μεγαλύτερη συλλογή έργων της στο κόσμο. Δεν είναι τυχαίο ότι τα εγκαίνια του μουσείου ταυτίζονται χρονικά με τα 100 χρόνια από το θάνατο του Rodin που γιορτάζονται μ’ εκθέσεις σε μουσεία σ’ όλη της γαλλική επικράτεια συμπεριλαμβανομένου και του Grand Palais στο Παρίσι. Η επιμελήτρια του μουσείου Cécile Bertran, μιλώντας για τη γλύπτρια τη χαρακτήρισε πολύ σημαντική: «Ακόμη και στη σύντομη καρριέρα της, έδωσε με το έργο της τεράστια ώθηση από τον νατουραλισμό στον εξπρεσιονισμό». Και συνέχισε λέγοντας ότι: «Σε μια εποχή που οι γυναίκες καλλιτέχνες του παρελθόντος αρχίζουνε τελικά να είναι αντικείμενα μελέτης και να αναδεικνύονται, αυτό το μουσείο τοποθετεί το έργο της Claudel στο ίδιο επίπεδο με εκείνο των ανδρών καλλιτεχνών κι αποτίει φόρο τιμής στη μοναδική ιδιοφυία της».

—–Το Musée Camille Claudel άνοιξε Μάρτη του 2017 ως γαλλικό εθνικό μουσείο αφιερωμένο στο έργο της Claudel. Βρίσκεται στην εφηβική της πόλη, το Nogent-sur-Seine. Το Musée Camille Claudel εκθέτει περίπου τα μισά από τα 90 σωζόμενα έργα της.
—–Τα σχέδια για τη μετατροπή του σπιτιού της οικογένειας Claudel στο Nogent-sur-Seine σε μουσείο ανακοινώθηκαν το 2003 και το μουσείο διαπραγματεύτηκε με την οικογένεια Claudel για να αγοράσει τα έργα της Camille. Αυτά περιλαμβάνουν 70 κομμάτια, συμπεριλαμβανομένης μιας προτομής του Ροντέν.
—–Αν και κατέστρεψε μεγάλο μέρος της δουλειάς της, σώζονται περίπου 90 αγάλματα, σκίτσα και σχέδια. Στην αρχή λογοκρίθηκε καθώς απεικόνιζε τη σεξουαλικότητα στο έργο της. Η απάντησή της ήταν ένα συμβολικό, διανοητικό ύφος σε αντίθεση με την «εκφραστική» προσέγγιση που συνήθως αποδίδεται στις γυναίκες καλλιτέχνες.
—–Το 1951, ο Paul Claudel οργάνωσε μια έκθεση στο Μουσείο Rodin, που συνεχίζει να εκθέτει τα γλυπτά της. Το 1984 οργανώθηκε μεγάλη έκθεση έργων της. Το 2005 μεγάλη έκθεση τέχνης με τα έργα του Ροντέν και της Καμίλ εκτέθηκε στο Κεμπέκ (Καναδάς) και στο Ντιτρόιτ (ΗΠΑ). Το 2008, το Μουσείο Ροντέν διοργάνωσε αναδρομική έκθεση που περιελάμβανε περισσότερα από 80 έργα της.
—–Το 2005, ο οίκος Sotheby’s πούλησε μια δεύτερη έκδοση La Valse (1905, Blot, αριθμός 21) για 932.500 δολάρια. Σε δημοπρασία του 2009 στο Παρίσι, το Le Dieu Envolé του Claudel (1894/1998, χυτήριο Valsuani, υπογεγραμμένο και αριθμημένο 6/8) είχε υψηλή εκτίμηση 180.000 $,[65] ενώ ένα συγκρίσιμο γλυπτό του Rodin, L’éternelle Idole (1889/1930, Rudier, υπογεγραμμένο) είχε υψηλή εκτίμηση 75,000 $.
—–Το 2023, το Ινστιτούτο Τέχνης του Σικάγο και το Μουσείο J. Paul Getty συνδιοργάνωσαν μια μεγάλη αναδρομική έκθεση του έργου της, με 60 γλυπτά από περισσότερους από 30 θεσμικούς και ιδιώτες δανειστές. Η έκθεση συγκέντρωσε πολλές από τις βασικές συνθέσεις της σε τερακότα, γύψο, μπρούτζο και πέτρα.
—–Ορισμένοι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι ο Χένρικ Ίψεν βάσισε το τελευταίο του έργο, το When We Dead Awaken του 1899, στη σχέση του Ροντέν με τη Κλωντέλ.
—–Το La Valse (2000) του θεατρικού συγγραφέα του Σιάτλ SP Miskowski είναι μια καλά ερευνημένη ματιά στη ζωή της Claudel.

—–Το 2012 έγινε η παγκόσμια πρεμιέρα του έργου Camille Claudel. Γραμμένο, ερμηνευμένο και σκηνοθετημένο από τον Gaël Le Cornec, που έκανε πρεμιέρα στο Pleasance Courtyard Edinburgh Festival, το έργο εξετάζει τη σχέση δασκάλου και μούσας από την οπτική γωνία της Camille σε διαφορετικά στάδια της ζωής της.
—–Το μιούζικαλ Camille Claudel του συνθέτη Frank Wildhorn και της στιχουργού Nan Knighton παρήχθη από την Goodspeed Musicals στο The Norma Terris Theatre στο Τσέστερ του Κονέκτικατ το 2003.
—–Η ταινία Camille Claudel του 1988 ήτανε δραματοποίηση της ζωής της βασισμένη σε μεγάλο βαθμό σε ιστορικά αρχεία. Σε σκηνοθεσία Bruno Nuytten, συμπαραγωγήIsabelle Adjani, με πρωταγωνιστές τον Adjani ως Claudel και τον Gérard Depardieu ως Rodin, η ταινία ήταν υποψήφια για 2 βραβεία Όσκαρ το 1989. Άλλη ταινία, ηCamille Claudel 2012, σε σκηνοθεσία Bruno Dumont και με πρωταγωνίστρια τηJuliette Binoche ως Claudel, έκανε πρεμιέρα στο 63ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου το 2013. Στην ταινία του 2017 Rodin συμπρωταγωνιστεί η Izïa Higelin ως Claudel.
—–Ο Θάνατος ενός μικρού κοριτσιού με περιστέρια (1998) του συνθέτη Jeremy Beck, ένας οπερατικός μονόλογος για σοπράνο και ορχήστρα, βασίζεται στη ζωή και τις επιστολές της Camille Claudel. Αυτή η σύνθεση έχει ηχογραφηθεί από τη Rayanne Dupuis, σοπράνο, με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Σλοβακικής Ραδιοφωνίας. Η σύνθεση του έχει περιγραφεί ως «βαθύ, όμορφο & συγκινητικό κομμάτι γραφής δείχνωντας επιβλητική μελωδική αυτοπεποίθηση, άπταιστη συναισθηματική εντολή κι υποχωρητική τρυφερότητα».
—–Η Claudel αναφέρεται στιχουργικά ως μία από τις 3 μούσες του σκωτσέζικου indie rock συγκροτήματος Franz Ferdinand στο τραγούδι Outsiders, το τελευταίο κομμάτι του 2ου στούντιο άλμπουμ του συγκροτήματος You Could Have It So Much Better (2004).
—–Το 2011 πραγματοποιήθηκε στην Αγία Πετρούπολη (Ρωσία) η παγκόσμια πρεμιέρα του νέου μπαλέτου Ροντέν του Μπόρις Άιφμαν. Το μπαλέτο είναι αφιερωμένο στη ζωή και το δημιουργικό έργο του γλύπτη και της μαθητευόμενης, ερωμένης και μούσας του, Camille Claudel.
—–Το 2014, το Columbus Dance Theatre και το Carpe Diem String Quartet παρουσίασαν την πρεμιέρα του Claudel στο Columbus του Οχάιο, σε μουσική της Korine Fujiwara, πρωτότυπη ποίηση της Kathleen Kirk και χορογραφία του Tim Veach.
—–Το 2021, η Αυστραλή χορογράφος Meryl Tankard χορογράφησε τη Claudel για την Όπερα του Σίδνεϊ, που παρουσιάστηκε από την Tinderbox Productions. Το μπαλέτο γράφτηκε και σκηνοθετήθηκε από τη θεατρική συγγραφέα Wendy Beckett και βασίζεται στη ζωή της Claudel και τη σχέση της με τον Rodin.
—–Το 1982, η δημοσίευση της μυθιστορηματικής βιογραφίαςUne femme, από τη συγγραφέα Anne Delbée, πυροδότησε αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για το έργο της.
—–Μυθιστόρημα του 2015 της Carol Bruneau, These Good Hands, φαντάζεται το τέλος της ζωής της Claudel το 1943, μέσα από τη σχέση με τη νοσοκόμα της.

—–Το έργο της περιόδου αυτής αποτυπώνει το χωρισμό αυτό. Οι γλυφές της γίνονται ακόμα πιο προσωπικές, δοκιμάζει νέα υλικά ενώ η καμπύλη της Art Nouveau επηρεάζει το έργο της. Η Καμίλ διανύει μια παραγωγική περίοδο μέχρι το 1908 παρά τη παράνοια. Τα έργα της ξεχωρίζουνε και τη καθιερώνουν. Η έντονη αισθαντικότητα, η μοναδική πλαστικότητα των μορφών που αποτυπώνουν εντυπώσεις κινήσεων είναι ανεπανάληπτα. Το ερώτημα που μένει ωστόσο και ταλανίζει είναι που αρχίζει και που σταματά η επιρροή του Ροντέν ή αν ισχύει το αντίστροφο. Υπήρξε πρωτοπόρος της μοντέρνας γλυπτικής. Καταρρίπτοντας τις κλασσικιστικές νόρμες προέβαλε την ανάγκη για αδρές συναισθηματικές φόρμες που αιχμαλωτίζουνε τη κίνηση. Ίσως να επηρέασε αυτή περισσότερο το Ροντέν, ίσως κι όχι. Σε κάθε περίπτωση υπάρχει έντονη διακειμενικότητα μεταξύ των 2 καλλιτεχνών που σίγουρα δε μειώνει τη πρωτοτυπία τους και τη καλλιτεχνική τους αξία. Η Κλοντέλ ωστόσο είχε πιο ευαίσθητο ψυχισμό. Ήταν εύθραυστη, συναισθηματική με τη φλόγα του πάθους μα και της απόρριψης. Κόρη σε 2η μοίρα, παράλληλη σύντροφος κι ασύλληπτη καλλιτέχνης που ‘φτασε στη παράνοια. Αιχμάλωτη σε φλογισμένα μάρμαρα και σε πυρακτωμένο μπρούτζο, η Καμίλ έλυωσε χωρίς να δει τη φλόγα της τέχνης της να μένει αναμμένη μέχρι σήμερα.
ΡΗΤΑ:
* Πάντα κάτι λείπει που με βασανίζει.
* Κοιμάμαι εντελώς γυμνή για να νιώθω πως είσαι εδώ, αλλά όταν ξυπνάω δεν είσαι. Πάνω απ’ όλα, μη με απατάς πια με άλλες γυναίκες.
* Θα προτιμούσα να ‘χα πετύχει εδώ με κομμάτι που μου κόστισε τεράστιο χρηματικό ποσό και κόπο, αντί να στείλει στη Βοημία μερικά συνηθισμένα μου έργα.
* Ανέχομαι τα λάθη μου αλλά καθόλου των άλλων
* Με βρίσκεις στη δουλειά. Συγγνώμη για τη σκόνη στη μπλούζα μου. Σμιλεύω μόνη μου το μάρμαρό μου.

======================================================================

—-* Σακουντάλα: Ο μύθος αυτός είναι της Πομόνας, όμορφης αλλ’ απόμακρης νύμφης του δάσους, που εμφανίζεται με δρεπάνι για να προφυλάξει τον κήπο της, αφιερώνοντας τον εαυτό της στη καλλιέργειά του ενώ απέρριπτε όλους τους μνηστήρες. Ο Vertumnus, είτε ημίθεος των εποχών είτε σάτυρος, γοητεύεται από την ομορφιά της, αλλά κείνη τον αγνοεί και τον αποκρούει ώστε να μη μπει στο βασίλειό της και παραμένει παρθένα. Ο ευέλικτος Vertumnus αποκτά πρόσβαση στον κήπο μεταμφιεσμένος σε ηλικιωμένη γυναίκα (απεικονίζεται ως γέρος με καλάθι). Μόλις μπει μέσα, ο μύθος αναφέρει ότι ο καταφέρνει και πείθει τη Pomona, μέσω υπαινικτικών ιστοριών, να δρέψει τη μέρα (carpe diem) και να επιλέξει τον όμορφο νεαρό Vertumnus, που τελικά της αποκαλύπτει τη πραγματική του μορφή.
—–Από την άλλη μεριά: Το Sakuntala, γνωστό και ως Çacountala, είναι γλυπτό της Claudel, κατασκευασμένο σε διάφορες εκδόσεις σε διαφορετικά μέσα από το 1886, σε μαρμάρινη έκδοση που ολοκληρώθηκε το 1905 και χάλκινα χυτά από το 1905. Το γλυπτό απεικονίζει ένα νεαρό ζευγάρι, με γονατιστό άνδρα να αγκαλιάζει μια γυναίκα που γέρνει προς το μέρος του. Πήρε τ’ όνομά του απ’ το έργο Shakuntala του Ινδού ποιητήKālidāsa του 4ου-5ου αι. κι είναι εμπνευσμένο από τη στιγμή που ο χαρακτήρας του τίτλου Shakuntala επανενώνεται με τη σύζυγό της Dushyanta μετά από μακρύ χωρισμό.
—–Μελέτη από πηλό περίπου το 1886 βρίσκεται στο Musée d’Orsay στο Παρίσι, ολοκληρωμένη γύψινη έκδοση του 1888 βρίσκεται στο Musée Bertrand στο Châteauroux, μαρμάρινη έκδοση που ολοκληρώθηκε το 1905 και μετονομάστηκε σεVertumnus et Pomona φυλάσσεται από το Μουσείο Rodin στο Παρίσι κι αρκετοί μπρούντζοι χυτεύτηκαν για τον Eugène Blot από το 1905 με τίτλο Η εγκατάλειψη. Το L’Abandon έχει περιγραφεί ως από τα πιο διάσημα κι αναγνωρισμένα αριστουργήματα που δημιούργησε η Claudel.























