Colette Sidonie-Gabrielle Η Γατούλα, Η Ζιζή…

—–Όταν ανοίγει τα δυο τα βλέφαρά της είναι σα να βγάζει όλα της τα ρούχα.
—–Ο κόσμος των συναισθημάτων, που τόσο ελαφρά ονομάζουμε σωματικά.
———-Θα κάνετε ανόητα πράγματα, αλλά κάντε τα με ενθουσιασμό.
————————–Η παντελής απουσία χιούμορ καθιστά τη ζωή αδύνατη.

—–Η Σιντονί-Γκαμπριέλ Κολέτ (Sidonie-Gabrielle Colette), πιο γνωστή ως Κολέτ ή Κολέτ-Γουίλι, ήτανε Γαλλίδα συγγραφέας και γυναίκα των γραμμάτων. Ήταν επίσης μίμος, ηθοποιός και δημοσιογράφος. Είναι πιότερο γνωστή στον αγγλόφωνο κόσμο για τη νουβέλα της Gigi του 1944, που αποτέλεσε τη βάση για τη ταινία του 1958 και την ομώνυμη θεατρική παραγωγή του 1973. Η συλλογή διηγημάτων της The Tendrils of the Vine είναι επίσης διάσημη στη Γαλλία.
—–Γεννήθηκε 28 Γενάρη 1873 στο Saint-Sauveur-en-Puisaye στο διαμέρισμα Yonne της Βουργουνδίας. Ο πατέρας της, λοχαγόςJules-Joseph Colette (1829–1905), ήταν ήρωας πολέμου. Ήταν Zouave της στρατιωτικής σχολής Saint-Cyr, που είχε χάσει ένα πόδι στο Melegnano στο 2ο Ιταλικό Πόλεμο Ανεξαρτησίας. Του απονεμήθηκε θέση ως φοροεισπράκτορας στο χωριό Saint-Sauveur-en-Puisaye όπου γεννήθηκαν τα παιδιά του. Η μητέρα της, Adèle Eugénie Sidonie, το γένος Landoy (1835–1912) είχε το παρατσούκλι Sido. Ο προπάππους της Colette, Robert Landois, ήτανε πλούσιος μιγάς από τη Μαρτινίκα, που εγκαταστάθηκε στο Charleville το 1787. Σε κανονισμένο 1ο γάμο με τον Jules Robineau Duclos, η μητέρα της Colette απέκτησε 2 παιδιά: τη Juliette (1860–1908) και τον Achille (1863–1913). Αφού ξαναπαντρεύτηκε τον καπετάνιο Colette, απέκτησε άλλα 2 παιδιά: τον Leopold (1866–1940) και τη Sidonie-Gabrielle. Η Colette φοίτησε σε δημόσιο σχολείο από την ηλικία των 6 έως 17 ετών. Η οικογένεια ήταν αρχικά ευκατάστατη, αλλά η κακή οικονομική διαχείριση μείωσε σημαντικά το εισόδημά τους.

Η Κολέτ 1884

—–Το 1893, παντρεύτηκε τον Henry Gauthier-Villars (1859–1931), συγγραφέα κι εκδότη 14 χρόνια μεγαλύτερό της, που χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο “Willy”. Τα πρώτα 4 μυθιστορήματά της -οι 4 ιστορίες της Κλοντίν: Claudine à l’école (1900), Claudine à Paris (1901), Claudine en ménage (1902) και Claudine s’en va (1903)- εμφανίστηκαν με τ’ όνομά του. (Οι 4 δημοσιεύονται στα αγγλικά ως Claudine at School, Claudine in Paris, Claudine Married και Claudine and Annie). Καταγράφουνε τα παιδικά χρόνια και την ενηλικίωση της ομώνυμης ηρωίδας τους, της Claudine, από αντισυμβατική 15χρονη σε χωριό της Βουργουνδίας σε πρύτανι των λογοτεχνικών σαλονιών του Παρισιού των αρχών του αιώνα. Η ιστορία που λένε είναι ημι-αυτοβιογραφική, αν κι η Claudine, σε αντίθεση με τη Colette, είναι χωρίς μητέρα.
—–Ο γάμος με τον Gauthier-Villars επέτρεψε στη Colette ν’ αφιερώσει χρόνο στη συγγραφή. Αργότερα είπε ότι δεν θα είχε γίνει ποτέ συγγραφέας αν δεν ήταν ο Willy. 14 χρόνια μεγαλύτερος από τη σύζυγό του κι ένας από τους πιο διαβόητους ακόλαστους* στο Παρίσι, εισήγαγε τη σύζυγό του στους πρωτοποριακούς πνευματικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους κι ενθάρρυνε τις λεσβιακές της σχέσεις. Ήταν αυτός που επέλεξε το γαργαλιστικό θέμα των μυθιστορημάτων της Κλοντίν: ο δευτερεύων μύθος της Σαπφούς… το σχολείο θηλέων ή το μοναστήρι που διοικείται από σαγηνευτική δασκάλα. Ο Γουίλι κλείδωσε τη Κολέτ στο δωμάτιό της μέχρι να βγάλει αρκετές σελίδες που του ταιριάζουν.

—–Η Colette κι ο Willy χώρισαν το 1906, αν και το διαζύγιό τους δεν ήταν οριστικό μέχρι το 1910. Η Colette δεν είχε πρόσβαση στα σημαντικά κέρδη των βιβλίων της Claudine -τα πνευματικά δικαιώματα ανήκανε στον Willy- και μέχρι το 1912 διεξήγαγε σκηνική καριέρρα σε αίθουσες μουσικής σ’ όλη τη Γαλλία, μερικές φορές παίζοντας τη Claudine σε σκετς από τα δικά της μυθιστορήματα, κερδίζοντας μόλις αρκετά για να επιβιώσει και συχνά πεινασμένη κι άρρωστη. Για να τα βγάλει πέρα, στράφηκε πιο σοβαρά στη δημοσιογραφία τη 10ετία του ’10. Εκείνη την εποχή έγινε επίσης μανιώδης ερασιτέχνης φωτογράφος. Αυτή η περίοδος ζωής της υπενθυμίζεται στο La Vagabonde (1910) που πραγματεύεται την ανεξαρτησία των γυναικών σε ανδρική κοινωνία, θέμα που θα επέστρεφε τακτικά σε μελλοντικά έργα. Στη διάρκεια αυτών των ετών ξεκίνησε σειρά σχέσεων με άλλες γυναίκες, κυρίως με τη Natalie Clifford Barney, με τη Mathilde de Morny, τη Μαρκησία de Belbeuf (“Max”), που μερικές φορές μοιραζότανε τη σκηνή. Στις 3 Γενάρη 1907, ένα φιλί επί σκηνής μεταξύ της Μαξ και της Κολέτ σε παντομίμα με τίτλο Rêve d’Égypte προκάλεσε σχεδόν ταραχή, με αποτέλεσμα να μη μπορούνε πλέον να ζήσουν μαζί ανοιχτά, αν κι η σχέση τους συνεχίστηκε για άλλα 5 χρόνια.

—–Το 1912, η Colette παντρεύτηκε τον Henry de Jouvenel, τον εκδότη του Le Matin. Μια κόρη, η Colette de Jouvenel, με το παρατσούκλι Bel-Gazou, γεννήθηκε το 1913. Το 1920, δημοσίευσε το Chéri, απεικονίζοντας την αγάπη μεταξύ μιας μεγαλύτερης γυναίκας κι ενός πολύ νεότερου άνδρα. Ο Chéri είναι ο εραστής της Léa, πλούσιας εταίρας. Η Léa είναι συντετριμμένη όταν ο Chéri παντρεύεται κοπέλα της ηλικίας του και χαίρεται όταν επιστρέφει κοντά της, αλλά μετά από μια τελευταία νύχτα μαζί, τονε διώχνει ξανά. Ο γάμος της Colette με τον Jouvenel κατέληξε σε διαζύγιο το 1924, εν μέρει λόγω των απιστιών του κι εν μέρει λόγω της σχέσης της με τον 16χρονο θετό γιο της, Bertrand de Jouvenel. Το 1925, γνώρισε τον Maurice Goudeket, που έγινε ο τελευταίος της σύζυγος. Το ζευγάρι έμεινε μαζί μέχρι το θάνατό της.
—–Η Colette ήτανε τότε καθιερωμένη συγγραφέας (Ο Αλήτης είχε λάβει 3 ψήφους για το διάσημο Prix Goncourt). Οι 10ετίες του ’20 και του ’30 ήταν η πιο παραγωγική και καινοτόμος περίοδος της. Διαδραματίζεται κυρίως στη Βουργουνδία ή στο Παρίσι στη διάρκεια της Belle Époque, το έργο της επικεντρώθηκε στον έγγαμο βίο και τη σεξουαλικότητα. Ήτανε συχνά σχεδόν αυτοβιογραφικό: το Chéri (1920) και το Le Blé en Herbe (1923) ασχολούνται και τα δύο με την αγάπη μεταξύ μιας ηλικιωμένης γυναίκας και ενός πολύ νεαρού άνδρα, μια κατάσταση που αντικατοπτρίζει τη σχέση της με τον Bertrand de Jouvenel και με τον 3ο σύζυγό της, Goudeket, που ήτανε 16 χρόνια νεότερός της. Το La Naissance du Jour (1928) είναι η ρητή κριτική της για τις συμβατικές ζωές των γυναικών, που εκφράζεται μέσα από ένα διαλογισμό για την ηλικία και τη παραίτηση από την αγάπη, από τον χαρακτήρα της μητέρας της, Sido.

—–Μέχρι κείνη τη στιγμή η Colette είχε συχνά αναγνωριστεί ως η μεγαλύτερη γυναίκα συγγραφέας της Γαλλίας. «Δεν έχει πλοκή, και όμως λέει για τρεις ζωές που θα έπρεπε να είναι γνωστές», έγραψε η Janet Flanner για το Sido (1929). «Άλλη μια φορά και σε μεγαλύτερη έκταση απ’ το συνηθισμένο, χαιρετίστηκε για την ιδιοφυΐα, τις ανθρωπιστικές επιστήμες και τη τέλεια πεζογραφία της από κείνα τα λογοτεχνικά περιοδικά που πριν από χρόνια, δεν σήκωσε τίποτα απολύτως προς τη κατεύθυνσή της εκτός από το δάχτυλο της περιφρόνησης». Στη διάρκεια της 10ετίας ’20 συνδέθηκε με την Εβραιοαλγερινή συγγραφέα Elissa Rhaïs που υιοθέτησε μουσουλμανική περσόνα για να προωθήσει τα μυθιστορήματά της.
—–Η Colette ήταν 67 ετών όταν η Γαλλία καταλήφθηκε από τους Γερμανούς. Παρέμεινε στο Παρίσι, στο διαμέρισμά της στο Palais-Royal. Ο σύζυγός της Maurice Goudeket, που ήταν Εβραίος, συνελήφθη απ’ τη Γκεστάπο Δεκέμβρη του 1941 και παρ’ όλο που αφέθη ελεύθερος μετά από 7 βδομάδες με τη παρέμβαση της Γαλλίδας συζύγου του Γερμανού πρέσβη, η Colette έζησε τα υπόλοιπα χρόνια του πολέμου με το άγχος πιθανής 2ης σύλληψης. Στη διάρκεια της Κατοχής παρήγαγε 2 τόμους απομνημονευμάτων, Journal à Rebours (1941) και De ma Fenêtre (1942). Τα 2 κυκλοφόρησανε στ’ αγγλικά το 1975 ως Looking Backwards. Έγραψε άρθρα lifestyle για πολλές φιλοναζιστικές εφημερίδες. Αυτά, και το μυθιστόρημά της Julie de Carneilhan (1941), περιέχουνε πολλές αντισημιτικές προσβολές.

Το Σπίτι Της

—–Το 1944, η Colette δημοσίευσε αυτό που έγινε το πιο διάσημο έργο της, το Gigi, που αφηγείται την ιστορία της 16χρονης Gilberte (Gigi) Alvar. Γεννημένη σε οικογένεια demimondaines, εκπαιδεύεται ως εταίρα για να αιχμαλωτίσει πλούσιο εραστή, αλλά αψηφά τη παράδοση παντρεύοντάς τον. Το 1949 έγινε γαλλική ταινία με πρωταγωνίστριες τον Danièle Delorme και τη Gaby Morlay και στη συνέχεια το 1951 διασκευάστηκε για τη σκηνή με τη τότε άγνωστη ακόμα Audrey Hepburn (που επιλέχθηκε προσωπικά από την ίδια τη Colette) στον ομώνυμο ρόλο. Η χολιγουντιανή μουσική ταινία του 1958, με πρωταγωνιστές τους Λέσλι Καρόν και Λούις Ζουρντάν, σε σενάριο του Άλαν Τζέι Λέρνερ και μουσική των Λέρνερ και Φρέντερικ Λόου, κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας.
—–Στα μεταπολεμικά χρόνια, η Colette έγινε διάσημο δημόσιο πρόσωπο. Είχε μείνει ανάπηρη από αρθρίτιδα και τη φρόντιζε ο Goudeket, που επέβλεπε τη προετοιμασία των Œuvres Complètes (1948–50). Συνέχισε να γράφει κείνα τα χρόνια και δημοσίευσε το L’Etoile Vesper (1946) και το Le Fanal Bleu (1949), που στοχαζότανε τα προβλήματα ενός συγγραφέα που η έμπνευση είναι πρωτίστως αυτοβιογραφική. Το 1948, η Colette προτάθηκε από τον Claude Farrère, μέλος της Académie Française, για το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Στη διάρκεια των συζητήσεων, η Επιτροπή Νόμπελ είπε ότι η Γαλλίδα συγγραφέας κινείται σε ένα αεροπλάνο όπου δεν μπορεί να εξεταστεί σοβαρά για βραβείο Νόμπελ. Έτσι, η μοναδική της υποψηφιότητα τελικά απορρίφθηκε.

Το Μουσείο Κολέτ

—–Τα πρώτα δημοσιογραφικά κομμάτια της Colette (1895–1900) γράφτηκαν σε συνεργασία με τον σύζυγό της, Gauthier-Villars -μουσικές κριτικές για τη La Cocarde, καθημερινή εφημερίδα που ιδρύθηκε από τον Maurice Barres και σειρά κομματιών για τη La Fronde. Μετά το διαζύγιό της με τον Gauthier-Villars το 1910, έγραψε ανεξάρτητα για μεγάλη ποικιλία εκδόσεων, κερδίζοντας σημαντική φήμη για τα άρθρα της που κάλυπταν τις κοινωνικές τάσεις, το θέατρο, τη μόδα και τον κινηματογράφο, καθώς και το αστυνομικό ρεπορτάζ. Δεκέμβρη του 1910, η Colette συμφώνησε να γράφει τακτική στήλη στη καθημερινή εφημερίδα του Παρισιού, Le Matin -αρχικά με ψευδώνυμο και στη συνέχεια ως Colette-Willy. Ένας απ’ τους εκδότες της ήταν ο Henry de Jouvenel, που τονε παντρεύτηκε το 1912. Μέχρι τότε, είχε μάθει τον εαυτό της να είναι ρεπόρτερ: «Πρέπει να βλέπεις και όχι να εφευρίσκεις, πρέπει να αγγίζεις, όχι να φαντάζεσαι. γιατί, όταν βλέπεις τα σεντόνια [στον τόπο του εγκλήματος] βουτηγμένα σε φρέσκο αίμα, είναι ένα χρώμα που δεν θα μπορούσες ποτέ να εφεύρεις».
—–Το 1914, η Colette ονομάστηκε λογοτεχνική συντάκτρια του Le Matin. Ο χωρισμός της Colette από τον Jouvenel το 1923 την ανάγκασε να διακόψει τους δεσμούς της με τη Le Matin. Τις επόμενες 3 10ετίες τα άρθρα της εμφανίστηκαν σε πάνω από 2 12άδες εκδόσεις, συμπεριλαμβανομένων των Vogue, Le Figaro και Paris-Soir. Στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής της Γαλλίας, η Colette συνέχισε να συνεισφέρει σε καθημερινές κι εβδομαδιαίες εκδόσεις, ορισμένες από τις οποίες ήτανε συνεργατικές και φιλοναζιστικές, συμπεριλαμβανομένης της Le Petit Parisien, που έγινε υπέρ του Βισύ μετά το Γενάρη του 1941 και της La Gerbe, φιλοναζιστικής εβδομαδιαίας εφημερίδας. Αν και τα άρθρα της δεν είχανε πολιτικό χαρακτήρα, επικρίθηκε έντονα κείνη την εποχή επειδή προσέδωσε το κύρος της σ’ αυτές τις εκδόσεις και σιωπηρά προσαρμόστηκε στο καθεστώς του Βισύ. Το άρθρο της στις 26 Νοέμβρη 1942, Ma Bourgogne Pauvre (Φτωχή μου Βουργουνδία), έχει επισημανθεί απ’ ορισμένους ιστορικούς ως σιωπηρή αποδοχή ορισμένων υπερεθνικιστικών στόχων που ενστερνίζονταν οι σκληροπυρηνικοί συγγραφείς του Βισύ.

—–Μετά το 1945, η δημοσιογραφία της ήτανε σποραδική και τα τελευταία της κομμάτια ήτανε πιότερο προσωπικά δοκίμια παρά αναφερόμενες ιστορίες. Στη διάρκεια της συγγραφικής της καριέρρας, δημοσίευσε πάνω από 1200 άρθρα για εφημερίδες και περιοδικά.
—–Μετά το θάνατό της, στις 3 Αυγούστου 1954, η Καθολική Εκκλησία της αρνήθηκε θρησκευτική κηδεία λόγω των διαζυγίων της, αλλά της δόθηκε κρατική κηδεία, η πρώτη Γαλλίδα των γραμμάτων που της απονεμήθηκε η τιμή, και ενταφιάστηκε στο νεκροταφείο Père-Lachaise. Η Colette εξελέγη στη Βελγική Βασιλική Ακαδημία (1935), στην Académie Goncourt (1945 και Πρόεδρος το 1949) και Ιππότης (1920) και Μεγάλος Αξιωματικός (1953) της Λεγεώνας της Τιμής.
—–Οι πολυάριθμοι βιογράφοι της έχουνε προτείνει πολύ διαφορετικές ερμηνείες της ζωής και του έργου της στη διάρκεια των 10ετιών. Αρχικά θεωρούνταν περιορισμένη αν και ταλαντούχα μυθιστοριογράφος (παρά τον ειλικρινή θαυμασμό στη ζωή της από προσωπικότητες όπως ο André Gide κι ο Henry de Montherlant), αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο ως σημαντική φωνή στη γυναικεία γραφή. Πριν από το θάνατό της, η Katherine Anne Porter έγραψε στους New York Times ότι είναι η μεγαλύτερη εν ζωή Γαλλίδα συγγραφέας μυθοπλασίας κι ότι ήταν όσο ζούσαν ακόμα ο Ζιντ κι ο Προυστ.

—–Τα ημερολόγια της Liane de Pougy (1869-1950) από το 1919 ως το 1941, που δημοσιεύθηκαν ως Mes cahiers bleus στα γαλλικά το 1977 και My Blue Notebooks στα αγγλικά το 1979, τη περιγράφουν.
—–Η τραγουδίστρια και τραγουδοποιός Rosanne Cash απέτισε φόρο τιμής στη συγγραφέα στο τραγούδι, The Summer I Read Colette, στο άλμπουμ της 10 Song Demo του 1996.
—–Ο Τρούμαν Καπότε έγραψε δοκίμιο το 1970 για τη συνάντησή της, με τίτλο Το Λευκό Ρόδο. Λέει πώς, όταν τον είδε να θαυμάζει παπιέ σε τραπέζι (το λευκό τριαντάφυλλο του τίτλου), επέμεινε να το πάρει. Ο Capote αρχικά αρνήθηκε το δώρο και διαμαρτυρήθηκε ότι δεν μπορούσε να δεχτεί δώρο κάτι που τόσο ξεκάθαρα λάτρευε, της απάντησε: «Αγαπητή μου, πραγματικά δεν έχει νόημα να κάνεις ένα δώρο αν δεν το εκτιμάς κι ο ίδιος».

—–Το Womanhouse (30 Γενάρη–28 Φλεβάρη 1972) ήτανε φεμινιστικός χώρος τέχνης και περφόρμανς που οργανώθηκε από τη Judy Chicago και Miriam Schapiro, συνιδρύτριες του Προγράμματος Φεμινιστικής Τέχνης του Ινστιτούτου Τεχνών της Καλιφόρνια (CalArts) κι ήταν η 1η δημόσια έκθεση τέχνης μ’ επίκεντρο τη γυναικεία ενδυνάμωση. Ένα από τα δωμάτια σε αυτό, το Leah’s Room των Karen LeCocq και Nancy Youdelman, βασίστηκε στο Chéri της Colette. Η Κάρεν και η Νάνσυ δανείστηκαν μπουντουάρ αντίκα και χαλί, φτιάξανε δαντελένιες κουρτίνες και καλύψανε το κρεβάτι με σατέν και δαντέλα για να δημιουργήσουνε το εφέ μπουντουάρ. Γεμίσανε τη ντουλάπα με παλιά ρούχα και καπέλα με πέπλο και βάλανε ταπετσαρία στους τοίχους για να προσθέσουν αίσθηση νοσταλγίας. Η LeCocq κάθισε στο μπουντουάρ ντυμένη με κοστούμι του 19ου αι. ως Léa, εφαρμόζοντας επιμελώς μακιγιάζ ξανά και ξανά και στη συνέχεια αφαιρώντας το, αναπαράγοντας τις προσπάθειες του χαρακτήρα να σώσει τη ξεθωριασμένη ομορφιά της.
—–Το Lucette Stranded on the Island της Julia Holter, από το άλμπουμ της Have You in My Wilderness του 2015, βασίζεται σε δευτερεύοντα χαρακτήρα από το διήγημα της Colette Chance Familiars.
—–Στη ταινία του 1991 Becoming Colette, τη Colette υποδύεται η Γαλλίδα ηθοποιός Mathilda May.
—–Στη ταινία Colette του 2018, τον ομώνυμο χαρακτήρα υποδύεται η Keira Knightley.
—–Κι οι 2 ταινίες επικεντρώνονται στη ζωή της Colette στα 20 της, στο γάμο της με τον 1ο της σύζυγο και στη δημοσίευση των 1ων της μυθιστορημάτων με το όνομά του.

_____________________________________________
* Libertine=ακόλαστος, είναι άτομο που αμφισβητεί και παρακάμπτει τις περισσότερες ηθικές αρχές, όπως η ευθύνη ή οι σεξουαλικοί περιορισμοί κλπ. και συχνά δηλώνει αυτά τα χαρακτηριστικά ως περιττά, ανεπιθύμητα ή κακά. Είναι ιδιαίτερα κάποιος που αγνοεί ή ακόμα κι απορρίπτει τα αποδεκτά ήθη και μορφές συμπεριφοράς που παρατηρούνται από την ευρύτερη κοινωνία.
_________________________________________________________

Ταινίες γι’ αυτήν:

Colette, σε σκηνοθεσία Yannick Bellon (Γαλλία, 1952, ντοκιμανταίρ μικρού μήκους)

Becoming Colette, σε σκηνοθεσία Danny Huston (1991), με τη Mathilda May ως Colette

Colette, une femme libre, σε σκηνοθεσία Nadine Trintignant (Γαλλία, 2004, τηλεταινία), με τη Marie Trintignant ως Colette

Colette, σε σκηνοθεσία Wash Westmoreland (2018), με τη Keira Knightley ως Colette

Colette, l’insoumise, σε σκηνοθεσία Cécile Denjean (Γαλλία, 2018, ντοκιμανταίρ)

ΕΡΓΑ:

Claudine à l’école (1900, μεταφράστηκε ως Claudine at School)
Claudine à Paris (1901, μεταφράστηκε ως Claudine στο Παρίσι))
Claudine en ménage (1902, μεταφρασμένο ως Claudine Married)
Claudine s’en va (1903, μεταφρασμένο ως Claudine and Annie)
Dialogues de bêtes (1904)
La Retraite sentimentale (1907)
Les Vrilles de la vigne (1908)
La Vagabonde (1910)
L’Envers du music hall (1913)
L’Entrave (1913, μεταφρασμένο ως The Shackle)
La Paix chez les bêtes (1916)
L’Enfant et les sortilèges (1917, λιμπρέτο όπερας του Ραβέλ))
Mitsou (1919)
Chéri (1920)
La Maison de Claudine (1922, μεταφρασμένο ως Ο Οίκος της Κλοντίν)

L’Autre Femme (1922, μεταφράστηκε ως The Other Woman)
Le Blé en herbe (1923, μεταφρασμένο ως Ripening Seed)
La Fin de Chéri (1926, μεταφρασμένο ως The Last of Chéri ή The End of Chéri)
La Naissance du jour (1928, μεταφρασμένο ως Break of Day)
Σίντο (1929)
La Seconde (1929, μεταφρασμένο ως The Other One))
Le Pur et l’Impur (1932, μεταφρασμένο ως Οι Αγνοί και οι Ακάθαρτοι)
Η Γάτα (1933)
Ντουέτο (1934)
Τζούλι ντε Καρνεϊλάν (1941)
Le Képi (1943)
Ζιζή (1944)
Paris de ma fenêtre (1944)
L’Étoile Vesper (1946)
Le Fanal Bleu (1949, μεταφρασμένο ως The Blue Lantern))
Paradis terrestre, με φωτογραφίες του Ίζις Μπιδερμάνας (1953)

Ταινίες

La Vagabonde, σε σκηνοθεσία Solange Térac (Γαλλία, 1932, βασισμένο στο μυθιστόρημα The Vagabond)

Claudine à l’école, σε σκηνοθεσία Serge de Poligny (Γαλλία, 1937, βασισμένο στο μυθιστόρημα Η Claudine στο σχολείο)

Gigi, σε σκηνοθεσία Jacqueline Audry (Γαλλία, 1949, βασισμένη στη νουβέλα Gigi)

Julie de Carneilhan, σε σκηνοθεσία Jacques Manuel (Γαλλία, 1950, βασισμένο στο μυθιστόρημα Julie de Carneilhan)

Minne (ταινία), σε σκηνοθεσία Jacqueline Audry (Γαλλία, 1950, βασισμένο στο μυθιστόρημα L’Ingénue libertine)

Chéri, σε σκηνοθεσία Pierre Billon (Γαλλία, 1950, βασισμένο στο μυθιστόρημα Chéri)

Le Blé en herbe, σε σκηνοθεσία Claude Autant-Lara (Γαλλία, 1954, βασισμένο στο μυθιστόρημα Green Wheat)

Mitsou, σε σκηνοθεσία Jacqueline Audry (Γαλλία, 1956, βασισμένο στη νουβέλα Mitsou)

NBC Matinee Theater: The Vagabond (1958, επεισόδιο τηλεοπτικής σειράς, βασισμένο στο μυθιστόρημα The Vagabond)

Gigi, σε σκηνοθεσία Vincente Minnelli (1958, βασισμένο στη νουβέλα Gigi)

Chéri, σε σκηνοθεσία François Chatel (Γαλλία, 1962, τηλεταινία, βασισμένη στο μυθιστόρημα Chéri)

The Gentle Libertine or How Young Girls Grow Wise, σε σκηνοθεσία Robert Kitts (Ηνωμένο Βασίλειο, 1967, τηλεταινία, βασισμένη στο μυθιστόρημα L’Ingénue libertine)

Away from It All: The Ripening Seed, σε σκηνοθεσία Mischa Scorer (Ηνωμένο Βασίλειο, 1973, επεισόδιο τηλεοπτικής σειράς, βασισμένο στο μυθιστόρημα Green Wheat)

Chéri, σε σκηνοθεσία Claude Whatham (Ηνωμένο Βασίλειο, 1973, τηλεοπτική μίνι σειρά, βασισμένη στο μυθιστόρημα Chéri)

La Seconde, σε σκηνοθεσία Hervé Bromberger (Γαλλία, 1973, τηλεταινία, βασισμένη στο μυθιστόρημα La Seconde)

Claudine, σε σκηνοθεσία Édouard Molinaro (Γαλλία, 1978, τηλεοπτική μίνι σειρά, βασισμένη στα μυθιστορήματα της Claudine)

La Naissance du jour, σε σκηνοθεσία Jacques Demy (Γαλλία, 1980, τηλεταινία, βασισμένη στο μυθιστόρημα Break of Day)

Emmenez-moi au théâtre: Chéri, σε σκηνοθεσία Yves-André Hubert (Γαλλία, 1984, επεισόδιο τηλεοπτικής σειράς, βασισμένο στο μυθιστόρημα Chéri)

Gigi, σε σκηνοθεσία Jeannette Hubert (Γαλλία, 1987, τηλεταινία, βασισμένη στη νουβέλα Gigi)
Julie de Carneilhan, σε σκηνοθεσία Christopher Frank (Γαλλία, 1990, τηλεταινία, βασισμένη στο μυθιστόρημα Julie de Carneilhan)

Le Blé en herbe, σε σκηνοθεσία Serge Meynard (Γαλλία, 1990, τηλεταινία, βασισμένη στο μυθιστόρημα Green Wheat)

La Seconde, σε σκηνοθεσία Κρίστοφερ Φρανκ (Γαλλία, 1990, τηλεταινία, βασισμένη στο μυθιστόρημα La Seconde)

Duo, σε σκηνοθεσία Claude Santelli (Γαλλία, 1990, τηλεταινία, βασισμένη στο μυθιστόρημα Duo)

Bella Vista, σε σκηνοθεσία Alfredo Arias (Γαλλία, 1992, τηλεταινία, βασισμένη στο διήγημα Bella-Vista)

Mademoiselle Gigi, σε σκηνοθεσία Caroline Huppert (Γαλλία, 2006, τηλεταινία, βασισμένη στη νουβέλα Gigi)

Chéri, σε σκηνοθεσία Stephen Frears (Ηνωμένο Βασίλειο, 2009, βασισμένο στο μυθιστόρημα Chéri)

Σεναριογράφος

1934: Lake of Ladies (σκηνοθεσία Marc Allégret)
1935: Divine (σκηνοθεσία Max Ophüls)

ΡΗΤΑ:

Όταν ανοίγει τα δυο τα βλέφαρά της είναι σα να βγάζει όλα της τα ρούχα.

Υπάρχουν μέρες που η μοναξιά, για κάποιον στην ηλικία μου, είναι ένα μεθυστικό κρασί που σε μεθάει με ελευθερία, άλλες όταν είναι ένα πικρό τονωτικό και άλλες όταν είναι ένα δηλητήριο που σε κάνει να χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο.

Τίποτα δεν γερνάει μια γυναίκα όσο το να ζει στην εξοχή.

Η ζωή ως παιδί και μετά ως κορίτσι, της είχε διδάξει την υπομονή, την ελπίδα, τη σιωπή. και της έδωσε την ικανότητα φυλακισμένου να χειρίζεται αυτές τις αρετές σαν όπλα.

Ας βγούμε έξω κι ας αγοράσουμε τραπουλόχαρτα, καλό κρασί, μπριτζ, βελόνες πλεξίματος -όλα τα σύνεργα για να γεμίσουμε ένα κενό που χαίνει, όλα όσα απαιτούνται για να μεταμφιέσουμε αυτό το τέρας: μια ηλικιωμένη γυναίκα.

Δεν είναι κακό τα παιδιά να βάζουν περιστασιακά κι ευγενικά, τους γονείς στη θέση τους.

Ο κόσμος των συναισθημάτων που τόσο ελαφρά ονομάζουμε σωματικά.

Λατρεύω το παρελθόν μου. Λατρεύω το παρόν μου. Δεν ντρέπομαι γι’ αυτό που ‘χα και δεν στεναχωριέμαι γιατί δεν το ‘χω πια.

Αν κάποιος ήθελε να είναι απόλυτα ειλικρινής, θα έπρεπε να παραδεχτεί ότι υπάρχουν δύο είδη αγάπης -η καλοθρεμμένη κι η κακοθρεμμένη. Τα υπόλοιπα είναι καθαρή μυθοπλασία.

Οι αληθινοί μου φίλοι μου έδιναν πάντα αυτή την υπέρτατη απόδειξη αφοσίωσης, αυθόρμητη αποστροφή για τον άντρα που αγαπούσα.

Μήπως η τύχη μ’ έκανε από κείνες τις γυναίκες τόσο βυθισμένες στον άντρα που, είτε είναι στείρες είτε όχι, κουβαλάν μαζί στον τάφο τη ζαρωμένη αθωότητα γριάς υπηρέτριας;

Κάνουμε καλά μόνο τα πράγματα που μας αρέσει να κάνουμε.

Μέσω μιας εικόνας είμαστε συχνά σε θέση να κρατήσουμε τα χαμένα υπάρχοντά μας. Αλλά είναι η απελπισία της απώλειας που μαζεύει τα λουλούδια της μνήμης, δένει το μπουκέτο.

Δεν παρατηρείτε αλλαγές σε αυτό που είναι πάντα μπροστά σας.

Αλλά όπως το λεπτό φαγητό δεν σας εμποδίζει να λαχταράτε για saveloys, έτσι κι η δοκιμασμένη κι εξαίσια φιλία δεν αφαιρεί το γούστο σας για κάτι νέο κι αμφίβολο.

Ο αληθινός ταξιδιώτης είναι αυτός που πηγαίνει με τα πόδια κι ακόμη και τότε, κάθεται πολλές φορές.

Για έναν ποιητή, η σιωπή είναι αποδεκτή απάντηση, ακόμη και κολακευτική.

Την επομένη εκείνης της γαμήλιας νύχτας ανακάλυψα πως απόσταση χιλίων μιλίων, άβυσσος κι ανακάλυψη κι ανεπανόρθωτη μεταμόρφωση, με χώριζε από τη προηγούμενη μέρα.

Θα κάνετε ανόητα πράγματα, αλλά κάντε τα με ενθουσιασμό. Η παντελής απουσία χιούμορ καθιστά τη ζωή αδύνατη.

Ο συγγραφέας που χάνει την αμφιβολία για τον εαυτό του, που υποχωρεί καθώς γερνά σε ξαφνική ευφορία, στη πολυλογία, πρέπει να σταματήσει αμέσως να γράφει: ήρθε η ώρα να αφήσει στην άκρη τη πέννα του.

Η ταπεινοφροσύνη έχει τη προέλευσή της στην επίγνωση της αναξιότητας και μερικές φορές επίσης σ’ έκθαμβη επίγνωση της αγιότητας.

Δεν πρέπει να με λυπάσαι γιατί τα 60 μου χρόνια με βρίσκουν ακόμα έκπληκτη. Το να εκπλαγείς είναι από τους πιο σίγουρους τρόπους για να μη γεράσεις πολύ γρήγορα.

Δεν χρειάζεται να λυπόμαστε τα νεαρά κορίτσια που περνάνε τις στιγμές της απογοήτευσής τους, γιατί σε άλλη στιγμή θα ανακτήσουν την ψευδαίσθησή τους.

Τι ευχαρίστηση είναι να κάνεις φίλους με κάποιον που έχεις περιφρονήσει!

Χρειάζεται χρόνος για να πάρουν οι απόντες τη πραγματική τους μορφή στις σκέψεις μας. Μετά το θάνατο παίρνουνε πιο σταθερό περίγραμμα και μετά παύουν ν’ αλλάζουν.

Έναν αυθεντικό κακό, τον πραγματικό, τον απόλυτο, τον καλλιτέχνη, σπάνια τον συναντά κανείς έστω και μια φορά στη ζωή του. Ο συνηθισμένος κακός είναι πάντα εν μέρει ένας αξιοπρεπής τύπος.

Δεν είναι τίποτα να γεννιέσαι άσχημος. Λογικά, η άσχημη γυναίκα συμβιβάζεται με την ασχήμια της και την εκμεταλλεύεται ως χάρη της φύσης. Το να γίνεις άσχημος σημαίνει την αρχή μιας συμφοράς, ισχυρογνώμων τις περισσότερες φορές.

Γιατί το να ονειρευόμαστε και μετά να επιστρέφουμε στη πραγματικότητα σημαίνει μόνο ότι οι ενδοιασμοί μας υφίστανται αλλαγή θέσης και σημασίας.

Είναι σοφό να εφαρμόζουμε το λάδι της εκλεπτυσμένης ευγένειας στους μηχανισμούς της φιλίας.

Είτε έχεις να κάνεις με ζώο είτε με παιδί, το να πείσεις σημαίνει να αποδυναμώσεις.

Οι ηδονικοί, απορροφημένοι από τις αισθήσεις τους, ξεκινάνε πάντα ρίχνοντας τον εαυτό τους με μεγάλη επίδειξη φρενίτιδας σε άβυσσο. Αλλά επιβιώνουν, βγαίνουνε ξανά στην επιφάνεια. Κι αναπτύσσουνε ρουτίνα της αβύσσου: «Είναι 4 η ώρα… Στις 5 έχω την άβυσσό μου».

Ίσως η μόνη άστοχη περιέργεια είναι αυτή που επιμένει να προσπαθεί ν’ ανακαλύψει εδώ, σ’ αυτή την πλευρά του θανάτου, τι βρίσκεται πέρ’ από τον τάφο.

Οι καπνιστές, άνδρες και γυναίκες, κάνουν ενέσεις και δικαιολογούνε την αδράνεια στη ζωή τους κάθε φορά που ανάβουνε τσιγάρο.

Στο θέμα της επίπλωσης, βρίσκω ορισμένη απουσία ασχήμιας πολύ χειρότερη από την ασχήμια.

Σε αυτόν τον στενό πλανήτη, έχουμε μόνο την επιλογή ανάμεσα σε 2 άγνωστους κόσμους. Έν απ’ αυτά μας βάζει σε πειρασμό -αχ! Τι όνειρο, να ζεις σε αυτό!- το άλλο μας πνίγει με τη πρώτη ανάσα.

Μη φοράτε ποτέ φο μπιζού. καταστρέφει τη φήμη της γυναίκας.

Η πλήξη βοηθά κάποιον να πάρει αποφάσεις.

Όμορφη μικρή συλλογή από αδυναμίες κι ο τρόμος των αραχνών είναι το απαραίτητο απόθεμά μας στο εμπόριο με τους άνδρες. 9 στους 10 είναι προληπτικοί, 19 στους 20 πιστεύουνε στο κακό μάτι κι 98% φοβούνται τις αράχνες. Μας συγχωρούν -ω! για πολλά, αλλά όχι για την απουσία μέσα μας των δικών τους συναισθημάτων.

====================================================

————————————————-Ζιζή

(αποσπ.)

-Μη ξεχνάς πως θα πας στη θεία Αλίσια. Μ’ ακούς, Ζιλμπέρτ; Έλα να σου τυλίξω τις μπούκλες σου. Μ’ ακούς;
-Δε γίνεται να πάω χωρίς μπούκλες, γιαγιά;
-Δε νομίζω, είπε μαλακά η κυρία Αλβαρέζ.
—–‘Εβαλε πάνω στη γαλάζια φλόγα του καμινέτου το παλιό σίδερο για τα μαλλιά, που οι λαβές του τέλειωναν σε δυο μικρά μεταλλικά ημισφαίρια, κι ετοίμασε τα τσιγαρόχαρτα για το τύλιγμα.
-Γιαγιά, αν μου έκανες μια βαγκ στο πλάι, για ν’ αλλάξουνε λίγο;
-Αποκλείεται. Ωραίες μπούκλες στο κάτω μέρος των μαλλιών, είναι ό,τι περισσότερο μπορεί να γίνει σ’ ένα κοριτσάκι της ηλικίας σου. Κάτσε στο σκαμνάκι.
—–Η Ζιλμπέρτ δίπλωσε τ’ αδύνατα πόδια της για να καθίσει στο σκαμνί. Κάτω από τη σκωτσέζικη φουστίτσα της, φάνηκαν οι βαμβακερές κάλτσες της, που φτάνανε πάνω απ’ τα γόνατά της, που ήταν τέλεια, κι ας μη το ‘ξερε. Κι η κυρία Αλβαρέζ, κοιτάζοντας τις κανονικές γάμπες και τις ψηλές καμάρες των ποδιών της εγγονής της, λυπότανε που δεν είχε κάνει μαδήματα χορού. Για την ώρα όμως δεν την απασχολούσε αυτό. Έπιανε με το σίδερο τούφες των σκουρόξανθων μαλλιών της μικρής και τις τύλιγε στο τσιγαρόχαρτο.
—–Με την υπομονή και την επιδεξιότητά της, τα υπέροχα, πλούσια και περιποιημένα μαλλιά της Ζιλμπέρτ, που της έφταναν ως τους ώμους, γίνονταν ωραίες χοντρές κι ελαστικές μπούκλες. Η μυρωδιά του ζεστού σίδερου και του τσιγαρόχαρτου νάρκωνε την ακίνητη κοπελίτσα, που ‘ξερε πως κάθε διαμαρτυρία της θα ταν μάταιη. Δε προσπαθούσε σχεδόν ποτέ, να ξεφύγει απ’ τους οικογενειακούς κανόνες.
-Τη «Φρασκίτα» τραγουδά σήμερα η μαμά;
-Μάλιστα. Και το βράδυ το “Αν ήμουν βασιλιάς». Σου ‘χω πει πως όταν κάθεσαι σε χαμηλό κάθισμα, πρέπει να ενώνεις τα γόνατά σου και να τα γέρνεις ή δεξιά ή αριστερά, για να μη παίρνεις άσεμνη στάση.
-Μα, γιαγιά, φοράω τη φούστα και τη κιλότα μου.
-Άλλο η κιλότα κι άλλο η ευπρέπεια. Αυτό που μετρά είναι η στάση.
-Το ξέρω, η θεία Αλίσια μού το είπε πολλές φορές, μουρμούρισε η Ζιλμπέρτ.
-Δεν έχω ανάγκη την αδερφή μου, είπε οξύθυμα η κυρία Αλβαρέζ, για να σε μάθω μερικά βασικά πράγματα σωστής συμπεριφοράς. Στο θέμα αυτό, δόξα τω Θεώ, ξέρω κάτι περισσότερο απ’ αυτή.
-Αν με κρατούσες εδώ, γιαγιά και πήγαινα στη θεία Αλίσια την ερχόμενη Κυριακή;
-Για δες! έκανε η κυρία Αλβαρέζ επιτιμητικά. Δεν έχεις καμμιάν άλλη πρόταση να μου κάνεις;
-Μάλιστα, είπε η Ζιλμπέρτ. Να μου κάνουνε τις φούστες λίγο πιο μακριές για να μη γίνομαι όλη την ώρα σα Ζ μόλις καθίσω. Καθώς καταλαβαίνεις, γιαγιά, μ’ αυτές τις κοντές φούστες πρέπει όλη την ώρα να σκέφτομαι το λεγάμενό μου.
-Σιωπή! Δε ντρέπεσαι να λες «το λεγάμενό μου;».
-Πολύ θα ‘θελα να του βρω άλλο όνομα, γιαγιά…
—–Η κυρία Αλβαρέζ έσβησε το καμινέτο, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη κι αποφάσισε:
-Δεν υπάρχει άλλο…
—–Κάτω απ’ τα καστανόξανθα σαλιγκάρια των μαλλιών της, ανάβλυσε ωραίο υγρό γαλάζιο βλέμμα κι η Ζιλμπέρτ σηκώθηκε μ’ ένα πήδημα:
-Κοίτα όμως, γιαγιά, αν μου κάνανε λίγο μακρύτερες τις φούστες μου ή αν μου προσθέταν μικρό βολάν…
-Να και κάτι που δε θ’ άρεσε στη μητέρα σου, να φαίνεται πως έχει κόρη που θα δείχνει τουλάχιστον δεκαοχτάρα! Πάνω στη καριέρρα της! Για σκέψου το λίγο!
-Ω, το καταλαβαίνω, είπε η Ζιλμπέρτ. Μα αφού δε βγαίνω ποτέ με τη μαμά, τι σημασία δα μπορούσε να έχει αυτό;
—–Κατέβασε τη φούστα της που της ανέβαινε ώς την κοιλιά και ρώτησε:
-Να βάλω το καθημερινό παλτό μου; Είναι αρκετά καλό.
-Κι από πού θα φαίνεται τότε πως είναι Κυριακή; Βάλε το μονόχρωμο παλτό σου και το μπλε καπέλο σου. Πότε θ’ αρχίσεις να καταλαβαίνεις τι σου πάει;
—–Όρθια, η Ζιλμπέρτ, έφτανε στο ύψος της γιαγιάς της. Κρατώντας το όνομα ενός πεθαμένου Ισπανού εραστή της, η κυρία Αλβαρέζ, είχε αποκτήσει μια γαλακτερή χλωμάδα, πάχος και μαλλιά που γυάλιζαν απ’ την μπριγιαντίνη. Χρησιμοποιούσε μια κάτασπρη πούδρα και τα βαριά φουσκωτά μάγουλά της τής τραβούσαν λίγο τα κάτω βλέφαρα. Τόσο, που στο τέλος αυτοβαφτίστηκε lνές. Γύρω της περιστρεφότανε, σε καλή τάξη, η ανορθόδοξη οικογένειά της. Η Αντρέ, η ανύπαντρη κόρη της, εγκαταλειμμένη απ’ τον πατέρα της Ζιλμπέρτ, προτιμούσε τώρα -από μια ταραχώδη ζωή-τη φρόνιμη ζωή μιας τραγουδίστριας δεύτερης σειράς, σ’ επιχορηγούμενο θέατρο. Η θεία Αλίσια -δεν ακούστηκε ποτέ πως της είχε προτείνει κανείς γάμο -ζούσε μόνο με κάτι μέτρια, καθώς έλεγε, εισοδήματα κι η οικογένεια είχε περί πολλού τη κρίση της και τα κοσμήματά της.
—–Η κυρία Αλβαρέζ φόρεσε στην εγγονή της το ψάθινο καπελάκι της με το φτερό κι ύστερα τα παπούτσια της.
-Μα δεν μπορείς, λοιπόν, να κρατάς τα πόδια σου ενωμένα; Έτσι όπως στέκεσαι, ο Σηκουάνας περνάει από κάτω. Κοιλιά δεν έχεις και βρίσκεις τον τρόπο να σπρώχνεις τη κοιλιά σου μπρος. Και βάλε τα γάντια σου, σε παρακαλώ.
—–Η αδιαφορία των αγνών παιδιών βασίλευε ακόμα σ’ όλες τις στάσεις τής Ζιλμπέρτ. Φαινότανε σα τοξότης, σαν αλύγιστος άγγελος, σαν αγόρι με φουστάνια -σπάνια έδειχνε κορίτσι. “Να βάλεις μακρύ φουστάνι εσύ, που δεν έχεις μυαλό ούτε παιδιού οχτώ χρονώ;», έλεγε η κυρία Αλβαρέζ. «Ζιλμπέρτ, μ’ απελπίζεις>, έλεγε αναστενάζοντας κι η Αντρέ. «Αν δεν απελπιζόσουν για μένα, θ’ απελπιζόσουν για κάτι απαντούσε ήρεμα η Ζιλμπέρτ. Γιατί η μικρή ήταν μαλακός τύπος και προσαρμοζότανε στη σπιτίσια σχεδόν οικογενειακή ζωή. Για το πρόσωπό της, τίποτα δε διαγραφόταν ακόμα. Είχε μεγάλο στόμα, κάτασπρα δόντια, κοντό πηγούνι κι ανάμεσα στα παχουλά μάγουλά της μια μύτη… «Από πού πήρε, Θεούλη μου, αυτή την αγκινάρα;», αναστέναζε η μάνα της. «Κόρη μου, αν δεν το ξέρεις εσύ, ποιος θες να το ξέρει; ανταπαντούσε η κυρία Αλβαρέζ. Και πάνω σ’ αυτό η Αντρέ, που ‘χε κουραστεί πολύ νωρίς απ’ τη ζωή κι έγινε σεμνότυφη πολύ αργά, σιωπούσε, αγγίζοντας μηχανικά τις ευαίσθητες αμυγδαλές της. «Η Ζιζή, τη διαβεβαίωνε η θεία Αλίσια, είναι ακόμα ακατέργαστο υλικό. Μπορεί να διαμορφωθεί πολύ καλά, όπως μπορεί και να καταντήσει χάλι.
-Γιαγιά, το κουδούνι. Θ’ ανοίξω φεύγοντας -φώναξε απ’ το διάδρομο η Ζιλμπέρτ. Γιαγιά, είναι ο θείος Γκαστόν! Κι η Ζιλμπέρτ ξαναγύρισε κρατώντας αγκαζέ έναν ψηλό νεαρό κύριο.
-Τι κρίμα, θείε, να σας αφήνω τόσο γρήγορα! Η γιαγιά θέλει να πάω στη θεία Αλίσια! Τι αυτοκίνητο έχετε σήμερα; Είναι το καινούριο σας τετραθέσιο «Ντιόν-Μπουτόν»; Λένε, πως μπορεί να τ’ οδηγήσει κανείς μ’ ένα χέρι! Ελπίζω, θείε, να ‘χετε όμορφα γάντια! Λοιπόν, θείε, τσακωθήκατε με τη Λιάνα;
-Ζιλμπέρτ! τη κατσάδιασε η κυρία Αλβαρέζ. Τι σ’ ενδιαφέρει;
-Μα γιαγιά, όλος ο κόσμος το ξέρει. Το κομμάτι του “Ζιλ Μπλω”, άρχιζε έτσι: “Μια κρυφή πίκρα γλυστρά στο γλυκό προϊόν των τεύτλων…” Και στη διάρκεια της προμελέτης όλες οι συμμαθήτριές μου μιλούσαν γι’ αυτό, γιατί ξέρουν πως σας γνωρίζω. Και ξέρετε, θείε, δεν της δίνουνε δίκιο της Λιάνας! Λένε πως ο ρόλος της δεν είναι ωραίος!
-Ζιλμπέρτ! ξανάπε η κυρία Αλβαρέζ. Πες αντίο στον κύριο Λάσάιγ κι εξαφανίσου!
-Αφήστε την, αυτή τη μικρή, είπε αναστενάζοντας ο Γκαστόν Λασάιγ. Δεν το πάει πονηρά, τουλάχιστον. Κι είναι πραγματικά σωστό πως όλα τέλειωσαν ανάμεσα στη Λιάνα κι εμένα. Ζιζή! Πάρε τ’ αυτοκίνητό μου και στείλτο πίσω.
—–Η Ζιζή ξεφώνησε απ’ τη χαρά της. Πήδησε και φίλησε το Λασάιγ.
-Ευχαριστώ, θείε! Ωχ, πώς θα της φανεί της θείας Αλίσιας! Και τι μούρη θα κάνει η θυρωρός! Κι έφυγε, κάνοντας τόση φάσαρία όση δα έκανε κι απετάλωτη φοραδίτσα.
-Τη χαλάτε, Γκαστόν, είπε η κυρία Αλβαρέζ.
—–Πράγμα που δεν ήταν αλήθεια. Ο Γκαστόν Λασάιγ δεν ήξερε παρά τα κανονικά «παραχαϊδέματα»: τ’ αυτοκίνητά του, το θλιβερό του μέγαρο στο πάρκο Μονσώ, τα «μηνιάτικα» της Λιάνας, τα κοσμήματα που της χάριζε στα γενέθλιά της, τη σαμπάνια και τον μπακαρά στη Ντωβίλ το καλοκαίρι και στο Μόντε-Κάρλο το χειμώνα. Κάδε τόσο έκανε μεγάλη συνεισφορά σε μετρητά, σε κάποιον έρανο, αγόραζε γιώτ που το μεταπουλούσε λίγο αργότερα σε κάποιο μονάρχη της κεντρικής Ευρώπης, γινόταν εταίρος σε κάποια καινούρια εφημερίδα -μα δεν ένιωθε πιο ευχαριστημένος. Κοιτάζοντας τον εαυτό του στον καθρέφτη, μονολογούσε: «Να η φάτσα ενός σταμπαρισμένου ανθρώπου!». Καθώς είχε μεγάλη μύτη και μαύρα, μεγάλα μάτια, κοινός θνητός, θα τον έπαιρνε για κανένα παραλυμένο.
—–Το εμπορικό του ένστικτο κι η καχυποψία του, σαν πλούσιου ανθρώπου, τον προφύλαγαν καλά. Κανένας δεν κατάφερε να του κλέψει τα μαργαριτάρια της καρφίτσας του πουκαμίσου του, τις χρυσές ταμπακιέρες του με τις πολύτιμες πέτρες ούτε τη ντουμπλαρισμένη με ζιμπελίνα γούνα του. Είδε απ’ το παράθυρο τ’ αυτοκίνητό του που έφευγε. Κείνη τη χρονιά τ’ αυτοκίνητα ήσαν ψηλά και φαρδιά, εξαιτίας των τεράστιων καπέλων που επέβαλαν στη μόδα η Καρολίνα Οτερό, η Λιάνα ντε Πουζύ κι οι άλλες διασημότητες του 1899. Γι’ αυτό έγερναν λίγο στις στροφές.
-Μάμη, είπε ο Γκαστόν Λασάιγ, δε θα μου κάνετε το χαμομήλι μου;
-Μάλλον δύο παρά ένα, είπε η κυρία Αλβαρέζ. Καθίστε, καλέ μου Γκαστόν.
—–Σήκωσε, από μια βουλιαγμένη πολυθρόνα, κάτι περιοδικά, μια κάλτσα που χρειαζότανε ρεμαγιάρισμα κι ένα κουτί καραμελίτσες γλυκόρριζας. Ο απατημένος νέος κάθισε μ’ ευχαρίστηση, ενώ η οικοδέσποινα έφερνε το δίσκο με τα δυο φλιτζάνια.
-Γιατί το χαμομήλι που μου φτιάχνουν στο σπίτι, μυρίζει πάντα σα μαραμένο χρυσάνθεμο; είπε ο Γκαστόν.
-Είναι θέμα προσοχής. Αν θέλετε να με πιστέψετε, Γκαστόν, πολλές φορές το καλύτερο χαμομήλι μου το μαζεύω εδώ, στο Παρίσι, στις αλάνες. Ένα χαμομηλάκι τοσοδούλι, που δεν το πιάνει το μάτι σου. Έχει όμως μιαν υπέροχη γεύση. Θεέ μου, από τι όμορφο ύφασμα είναι το κοστούμι σας! Πάρα πολύ κομψή αυτή η λεπτή γραμμούλα του. Είναι ένα ύφασμα σαν κι αυτά που άρεσαν του καημένου του πατέρα σας. Μα τα φορούσε, πρέπει δα να το πω, με λιγότερη χάρη από σας.
—–Η κυρία Αλβαρέζ σε κάθε κουβέντα τους δεν ανάφερνε παρά μια και μόνο φορά τον πατέρα τού Λασάιγ, που ‘λεγε πως τον είχε γνωρίσει πολύ καλά. Απ’ τις παλιές, αληθινές ή όχι σχέσεις τους, δεν είχε άλλο κέρδος παρά την οικειότητα που της έδειχνε ο Γκαστόν Λασάιγ και την ευχαρίστηση του φτωχού που απολάμβανε τη παρουσία του πλούσιου, που ερχόταν να καθίσει στη παλιά πολυθρόνα. Κάτω από το μαυρισμένο από το φωταέριο ταβάνι, τρεις γυναίκες, δεν του ζητούσαν ούτε μαργαριταρένια κολιέ, ούτε μονόπετρα, ούτε γούνες -κι ήξεραν να μιλάνε με περίσκεψη κι ευπρέπεια για κάθετί που ήτανε σκανδαλώδες, σεβαστό κι απλησίαστο.
—–Από τα δώδεκά της χρόνια η Ζιζή, ήξερε πως τα μαύρα μαργαριτάρια της κυρίας Οτερό ήτανε ψεύτικα, βαμμένα, μα το κολιέ της, με τις τρεις σειρές, άξιζε ένα βασίλειο. Πως οι εφτά σειρές των μαργαριταριών της κυρίας ντε Πουζύ ήταν άψυχες, πως το περίφημο μπολερό του Ευγένιου Φουζέρ με τα διαμάντια δεν άξιζε τίποτα και πως μια κυρία που σέβεται τον εαυτό της, δεν περιφέρεται, όπως η κυρία Αντοκόλσκι, μ’ αμάξι ντουμπλαρισμένο με μωβ σατέν. Είχε, υπάκουα, διακόψει τις σχέσεις της με τη συμμαθήτριά της Λύντια Πορέ, όταν αυτή της έδειξε δαχτυλίδι με διαμάντι που της χάρισε ο βαρόνος Εφραίμ.
-Ένα διαμάντι! φώναξε η κυρία Αλβαρέζ. Μια κοπελίτσα δεκαπέντε χρονώ! Θαρρώ. πως η μάνα της δε θα ‘ναι στα καλά της.
-Μα, γιαγιά, έλεγε η Ζιζή, δε φταίει η Λύντια, που της το χάρισε ο βαρόνος!
-Σιωπή! Δε κατηγορώ το βαρόνο. Ο βαρόνος ξέρει τι πρέπει να κάνει. Η κοινή λογική λέει πως η μητέρα της Πορέ έπρεπε να βάλει το δαχτυλίδι σε θυρίδα στη τράπεζα, περιμένοντας.
-Περιμένοντας τι, γιαγιά;
-Τα γεγονότα.
-Γιατί όχι στη μπιζουτιέρα της;
-Γιατί κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να συμβεί. Ιδίως καθώς ο βαρόνος είναι άνθρωπος που μετανιώνει κι αλλάζει γνώμη. Αν όμως το έχει δηλώσει ξεκάθαρα, η κυρία Πορέ, δεν έχει παρά να βγάλει τη κόρη της απ’ το σχολείο. Ίσαμε να ξεκαθαριστούν όλα, θα μου κάνεις τη χάρη να μη πηγαινοέρχεσαι μ’ αυτή τη μικρή Πορέ. Κανείς δεν ξέρει!.
-Μα, αν παντρευτεί, γιαγιά;
-Να παντρευτεί; Με ποιον;
-Με το βαρόνο!
—–Η κυρία Αλβαρέζ κι η κόρη της αντάλλαξαν ματιά γεμάτη έκπληξη. “Αυτό το παιδί μ’ απογοητεύει”, μουρμούρισε η Αντρέ. “Λες κι έπεσε από άλλον πλανήτη”.
-Λοιπόν, καλέ μου Γκαστόν, είναι πραγματικός αυτός ο χωρισμός; Απ’ τη μια, ίσως να . ναι καλύτερα για σας. Μ’ απ’ την άλλη φαντάζομαι πως θa σας έχει δημιουργήσει σκοτούρες. Σε ποιον να εμπιστευτείς, σας ρωτώ;
—–Ο καημένος ο Γκαστόν την άκουγε πίνοντας το καυτό χαμομήλι του. Ένιωθε άνετα κοιτώντας τον καπνισμένο ρόδακα της κρεμαστής λάμπας, που ήταν ηλεκτρική, μα διατηρούσε το μεγάλο πράσινο καπέλο της. Το περιεχόμενο ενός καλαθιού εργόχειρου ήταν μισοχυμένο πάνω στο τραπέζι, όπου η Ζιλμπέρτ ξεχνούσε τα τετράδιά της. Πάνω απ’ το όρθιο πιάνο, μια μεγάλη φωτογραφία της Ζιλμπέρτ, σε ηλικία οχτώ μηνών, ήτανε πλάι-πλάι σ’ ένα πορτραίτο της Αντρέ, σ’ ένα ρόλο της, στο «Αν ήμουν βασιλιάς». Ακαταστασία, μια αχτίδα ανοιξιάτικου ήλιου στις κουρτίνες, ανάλαφρη ζεστασιά που ερχόταν απ’ τη σόμπα, που την κρατούσαν αναμμένη στο πιο χαμηλό σημείο, επενεργούσαν σαν ισάριθμα φίλτρα στα νεύρα αυτού του πλούσιου, μοναχικού και προδομένου ανθρώπου.
-Στενοχωριέστε πραγματικά, καλέ μου Γκαστόν;
-Για ν’ ακριβολογήσω, δε νιώθω στενοχώρια, νιώθω μάλλον μπαφ-… -πλήξη, τέλος πάντων.
-Αν δεν γίνομαι αδιάκριτη, συνέχισε η κυρία Αλβαρέζ, πώς σας συνέβη αυτό; Διάβασα βέβαια τις εφημερίδες. Μα μπορεί κανείς να τις πιστέψει;
—–Ο Λασάιγ έστρωσε το ανασηκωμένο τέλεια, με το ειδικό σίδερο, μουστακάκι του και χτένισε με τα δάχτυλα τα πυκνά μαλλιά του, κομμένα κοντά, σε στιλ βούρτσας.
-Ε! Τα ίδια πράγματα πάνω κάτω, σαν τις άλλες φορές … Περίμενε το δώρο των γενεθλίων της κι ύστερα το έσκασε. Αδέξια, όμως. Πήγε και κρύφτηκε σε μια γωνιά της Νορμανδίας, τόση δα … Δε χρειαζόταν να ‘σαι μάγος για ν’ ανακαλύψεις πως δεν υπήρχανε παρά δυο δωμάτια στο πανδοχείο: το ένα που κρατούσε η Λιάνα και τ’ άλλο ο Σαντομίρ, ένας δάσκαλος του πατινάζ στο «Παλαί ντε Γκλας».
-Είν’ αυτός που παρουσιάζεται .με τον Πολέρ στο «Φάιβ- ο-κλοκ», δεν είναι; Αχ, οι γυναίκες δεν ξέρουν πια να κρατάνε τις αποστάσεις σήμερα. Κι ακριβώς μετά τα γενέθλιά της… Αχ! Δεν ήτανε καθόλου λεπτό αυτό!. .. Μεγάλο λάθος, μάλιστα…
—–Η κυρία Αλβαρέζ ανακάτευε το χαμομήλι της με το κουταλάκι, κρατώντας το μικρό της δαχτυλάκι τεντωμένο στον αέρα. Όταν κατέβαζε το βλέμμα, τα βλέφαρά της δε σκέπαζαν τελείως τους βολβούς των ματιών της κι η ομοιότητά της με τη Γεωργία Σάνδη ήτανε χτυπητή.
-Της είχα χαρίσει μια σειρά, είπε ο Γκαστόν Λασάιγ. Μα τι σειρά όμως. Τριάντα εφτά μαργαριτάρια. Το μεσαίο ήτανε χοντρό σαν το δάχτυλό μου.
—–Κι έδειξε το λευκό και περιποιημένο δάχτυλό του, ενώ η κυρία Αλβαρέζ εκδήλωσε το θαυμασμό που οφείλεται σ’ ένα τέτοιο μαργαριτάρι.
-Κάνετε πράγματα αντάξια ενός ανθρώπoυ που ξέρει να ζήσει, του είπε. Ο ρόλος σας είναι ωραίος, Γκαστόν.
-Ναι, έχω το ρόλο του κερατά.
—–Η κυρία Αλβαρέζ έκανε πως δεν άκουσε.
-Αν ήμουν στη δέση σας, Γκαστόν, θa προσπαθούσα να τη πικάρω. Θα ‘παιρνα μια γυναίκα τού κόσμου…
-Ευχαριστώ για το φάρμακο, είπε ο Λασάιγ που έτρωγε αφηρημένα τις καραμελίτσες τής γλυκόρριζας.
-Πραγματικά, σκέφτηκα πως καμμιά φορά είναι χειρότερο κι απ’ το κακό, είπε η κυρία Αλβαρέζ. Είναι σα ν’ αλλάζεις το μονόφθαλμο άλογό σου μ’ ένα τελείως στραβό.
—–Σεβάστηκε έπειτα τη σιωπή του Γκαστόν Λασάιγ. Ένας πνιχτός ήχος πιάνου ερχόταν από πάνω. Αμίλητος, ο επισκέπτης, έδωσε στη κυρία Αλβαρέζ το άδειο του φλιτζάνι, που του το ξαναγέμισε.
-Όλοι καλά στην οικογένεια; Τι νέα απ’ τη δεία Αλίσια;
-Η αδερφή μου, ξέρετε, είναι πάντα η ίδια. Πάντα κλειστή στον εαυτό της, πάντα σε κατάπτωση. Λέει πως προτιμά να ζει μ’ ένα όμορφο παρελδόν, παρά με το ελεεινό παρόν. Ο Ισπανός βασιλιάς της, το Μιλάνο της, ο Χεδίβης (Τίτλος του αντιβασιλιά της Αιγύπτου απ’ το 1867 ώς το 1914). της, οι μαχαραγιάδες της. Απίστευτα πράγματα! Με τη Ζιζή είναι καλή. Τη βρίσκει λίγο καθυστερημένη, όπως κι είναι αλήθεια και την εκπαιδεύει. ‘Ετσι, τη περασμένη βδομάδα, της έμαθε να τρώει όπως πρέπει τον αστακό αλ’ αμερικέν.
-Για ποιο λόγο;
-Η Αλίσια λέει πως είναι πολύ χρήσιμο. Λέει πως οι τρεις ακρογωνιαίοι λΗΊοι της εκπαίδευσης είναι ο αστακός αλ’ αμερικέν, το αυγό αλά κοκ και τα σπαράγγια. Λέει πως
η έλλειψη χάρης στον τρόπο που τρώει κανείς, έχει χαλάσει πολλά ζευγάρια.
-Πραγματικά, είπε ο Λασάιγ, ονειροπολώντας. Πραγματικά…
-Α, η Αλίσια δεν κάνει ποτέ βλακείες… Κι η Ζιζή, που είναι τόσο λαίμαργη, μένει κατευχαριστημένη… Ας δούλευε το μυαλό της τόσο γρήγορα, όσο και τα δόντια της! Μα είναι σαν παιδί δέκα χρονώ. Κι έχετε ωραία σχέδια για τ’ Ανθεστήρια; Σκέφτεστε να μας καταπλήξετε για μιαν ακόμα φορά;
-Μπα, όχι, γκρίνιαξε ο Γκαστόν. Θα επωφεληθώ απ’ τις ατυχίες μου φέτος για να κάνω οικονομίες, γλιτώνοντας απ’ τα κόκκινα τριαντάφυλλα.
—–Η κυρία Αλβαρέζ ένωσε τα χέρια της.
-Α, Γκαστόν, μη μας το κάνετε αυτό! Χωρίς εσάς η παρέλαση θα μοιάζει με κηδεία!
-Ας μοιάζει με ό,τι θέλει, είπε βαρύθυμα ο Γκαστόν.
-Και θ’ αφήσετε τα σκήπτρα στη Βαλερί Σενιάγκιν; Αχ, Γκαστόν, δεν μπορεί να το δούμε αυτό!
-Θα το δούμε, είπε ο Γκαστόν. Η Βαλερί έχει τα μέσα.
-Ιδίως, που δεν καταστρέφεται μ’ αυτό! Γκαστόν, ξέρετε από πού προέρχονταν τα δέκα χιλιάδες μπουκέτα που έριξε πέρσι; Πήγε κι αγόρασε τα λουλούδια απ’ το παζάρι κι έβαλε τρεις γυναίκες να τα δέσουνε, δουλεύοντας δυο μέρες και δυο νύχτες! Απ’ το παζάρι! Μόνο οι τέσσερις ρόδες, το μαστίγιο του αμαξηλάτη και τα γκέμια είχανε την υπογραφή Λασώμ.
-Σημειώνω το κόλπο, είπε εύ’δυμα ο Λασάιγ. Για δες, έφαγα όλες τις καραμελίτσες!
—–Το βαρύ περπάτημα της Ζιλμπέρτ ακούστηκε στο χωλ.
-Ήρθες κιόλας; είπε η κυρία Αλβαρέζ. Τι έγινε; Τι σημαίνει αυτό;
-Σημαίνει, είπε η μικρή, πως η δεία Αλίσια ήταν αδιάθετη. Μα το σπουδαίο ήταν πως έκανα περίπατο με τ’ αμάξι του θείου.
—–Χαμογέλασε, και φάνηκαν τ’ αστραφτερά δόντια της.
-Ξέρετε, θείε, την ώρα που ήμουνα στ’ αμάξι σας, έπαιρνα ένα ύφος μάρτυρα, να έτσι, για να φαίνεται πως έχω χορτάσει πια όλες τις πολυτέλειες. Διασκέδασα πολύ.
—–Πέταξε μακριά το καπέλο της και τα μαλλιά της ξεχυθήκανε στους κροτάφους.. και τα μάγουλά της. Κάθισε σ’ ένα σκαμνάκι αρκετά ψηλό κι ανέβασε τα γόνατά της ώς το σαγόνι της.
-Λοιπόν, θείε; Φαίνεστε στενοχωρημένος. Θέλετε να παίξουμε ένα πικέττο; Είναι Κυριακή κι η μαμά δε γυρίζει ανάμεσα στην απογευματινή και τη βραδινή παράσταση. Ποιος έφαγε τις γλυκόρριζές μου; Α, θειούλη, δεν πάει άλλο μαζί σας! Θα μου τις αντικαταστήσετε, τουλάχιστον;
-Ζιλμπέρτ, κάτσε καλά! είπε αυστηρά η κυρία Αλβαρέζ. Κατέβασε τα γόνατά σου. Θαρρείς πως ο Γκαστόν έχει καιρό ν’ ασχοληθεί με τις γλυκόρριζές σου; Τράβα τη φούστα σου. Γκαστόν, να τη στείλω στο δωμάτιό της;
—–Ο γιος Λασάιγ, με τα μάτια καρφωμενα στη παλιά τράπουλα που κρατούσε η Ζιλμπέρτ, πάλευε ανάμεσα σε μια σφοδρή επιθυμία να κλάψει λίγο, να διηγηθεί τα βάσανά του, ν’ αποκοιμηθεί στη παλιά πολυδρόνα, και να παίξει πικέττο.
-Αφήστε τη, τη μικρή. Εδώ αναπνέω, ξεκουράζομαι… Ζιζή, σε παίζω δυο κιλά ζάχαρη.
-Δε με πολυτραβά, η ζάχαρή σας. Προτιμώ καραμέλες.
-Το ίδιο κάνει. Κι η ζάχαρη είναι πιο υγιεινή απ’ τις καραμέλες.
-Το λέτε αυτό, γιατί τη φτιάχνετε εσείς.
-Ζιλμπέρτ, λίγο σέβας! είπε η κυρία Αλβαρέζ.
-Αφήστε τη να λέει, μαμίτα, είπε ο Γκαστόν και τ’ απογοητευμένα μάτια του λες και χαμογέλασαν. Κι αν χάσω Ζιζή, τι θέλεις να σου πάρω; Μεταξωτές κάλτσες;
—–Η Ζιλμπέρτ σούφρωσε το παιδικό στόμα της.
-Οι μεταξωτές κάλτσες… μου φέρνουν φαγούρα! Θα προτιμούσα…
—–Σήκωσε προς το ταβάνι το πλατσομύτικο προσωπάκι της, έγειρε το κεφάλι, έριξε απ’ το ένα μάγουλο στο άλλο τις μπούκλες της κι είπε:
-Θα προτιμούσα έναν κορσέ σε πράσινο ανοιχτό, με κεντητές ζαρτιέρες… Οχι, μια δερμάτινη θήκη για παρτιτούρες μουσικής, καλύτερα.
-Σπουδάζεις μουσική;
-Όχι, μα οι συμμαθήτριές μου βάζουνε τα τετράδιά τους σε τέτοιες θήκες νια να δείχνουνε πως πάνε στο Ωδείο.
-Ζιλμπέρτ, γίνεσαι αδιάκριτη, είπε η κυρία Αλβαρέζ.
-Θα έχεις τη θήκη σου και τις γλυκόρριζές σου. Κόψε, Ζιζή.
—–Κι ένα λεπτό αργότερα, ο γιος Λασάιγ των ζαχαρουργείων, προσπαθούσε με πάθος να κερδίσει. Η μεγάλη μύτη του και τα λίγο νέγρικα μάτια του δε φόβιζαν την αντίπαλό
του, που με τους αγκώνες στο τραπέζι και τους ώμους ανεβασμένους στ’ αυτιά, με τα γαλάζια μάτια της και τα ρόδινα μάγουλά της ξαναμμένα, έμοιαζε με μεθυσμένo αγγελούδι. Κι οι δυο παίζανε με πάθος και, χαμηλόφωνα ανταλλάζανε πειράγματα, κατσαρίδα την έλεγε ο Λασάιγ, γεράκι τον έλεγε η μικρή. Το σούρουπο του Μάρτη έπετε πια στο στενό δρομάκι.
-Δεν είναι για να σας κάνω να φύγετε, Γκαστόν, είπε η κυρία Αλβαρέζ, μα είναι εφτάμιση. Επιτρέπετε να πάω να δω μια στιγμή για το δείπνο;
-Εφτάμιση! φώναξε ο Λασάιγ. Κι εγώ πρέπει να πάω να φάω στου Λαρύ, με τον Ντίον, τον Φεϋντώ κι έναν από τους Μπαρτού! Τελευταία μοιρασιά, Ζιζή.
-Γιατί ένα Μπαρτού; ρώτησε η Ζιλμπέρτ. Υπάρχουνε πολλοί;
-Δυο. Ένας που είναι όμορφο παιδί κι ο άλλος που δεν είναι και τόσο. Ο πιο γνωστός, είναι ο λιγότερο όμορφος.
-Άδικο αυτό, είπε η Ζιλμπέρτ. Κι αυτός ο Φεϋντώ, ποιος είναι;
—–Ο Λασάιγ, κατάπληκτος, άφησε τα χαρτιά του στο τραπέζι.
-Για δες, για δες! Δεν ξέρει τον Φεϋντώ! Δεν πας, λοιπόν, ποτέ στο δέατρο;
-Σχεδόν ποτέ, θείε.
-Δε σ’ αρέσει το θέατρο;
-Όχι πάρα πολύ. Κι η γιαγιά κι η θεία Αλίσια λένε πως το δέατρο δε σ’ αφήνει να πάρεις στα σοβαρά τη ζωή. Μη πείτε της γιαγιάς αυτό που σας είπα.
—–Σήκωσε ψηλά τα μαλλιά της και τα ξανάφησε να πέσουν αναστενάζοντας:
-Ουφ! Πόσο με ζεσταίνει αυτή η χαίτη!
-Και τι θεωρούνε σοβαρό στη ζωή;
-Ω, δεν το ξέρω αυτό, θείε Γκαστόν. Και δε συμφωνούνε πάντα πάνω σ’ αυτό. Η γιαγιά μου λέει: “Απαγορεύεται να διαβάζεις μυδιστορήματα, γιατί φέρνουνε πλήξη. Απαγορεύεται η πούδρα, γιατί χαλάει το χρώμα σου. Απαγορεύεται ο κορσές, γιατί χαλάει τη μέση. Απαγορεύεται να στέκεσαι μόνη σου, μπρος στις βιτρίνες των μαγαζιών… Απαγορεύεται να πιάνεις γνωριμίες με τις οικογένειες των συμμαθητριών σου, ιδίως με τους πατεράδες που έρχονται και παίρνουν τα κορίτσια τους από το σχολείο…”
—–Μιλούσε γρήγορα, λαχανιάζοντας ανάμεσα στις φράσεις, σαν τα παιδιά που έχουν τρέξει.
-Στο θέμα αυτό η θεία Αλίσια έχει άλλη γνώμη! Και δεν είμαι πια σε ηλικία που φοράνε ζιπουνάκι και πρέπει να πάρω μαθήματα χορού κι εμφάνισης και πρέπει να ενημερώνομαι και να ξέρω τι είναι το καράτι και να μη θαμπώνομαι απ’ τη κομψότητα των ηθοποιών. «Είναι πολύ απλό -μου λέει- απ’ όλα τα φορέματα που βλέπεις στη σκηνή, δεν υπάρχει ούτε ένα στα είκοσι που δε θα ‘τανε γελοίο στον ιππόδρομο… ». Το κεφάλι μου πάει να σπάσει… Τι δα φάτε απόψε στου Λαρύ, δείε;
-Σάμπως ξέρω! Φιλέτο γλώσσας με μύδια, για ν’ αλλάξουμε λιγάκι. Κι αρνάκι με μανιτάρια, φυσικά … Τρέμε, Ζιζή. Έχω πεντάδα.
-Και καίγεστε. Έχω φύλλο κανόνι. Εμείς θα φάμε το κασουλέ (Δημοφιλές γαλλικό φαγητό, είδος πηχτής σούπας με χυλωμένα φασόλια και λουκάνικα ή χοιρινό) που ‘μεινε από το μεσημέρι, ξαναζεσταμένο.
-Μου αρέσει πολύ το κασουλέ.
-Είναι ένα απλό κασουλέ με χοιρινό, είπε με μετριοφροσύνη η κυρία Αλβαρέζ που γύριζε κείνη τη στιγμή. Η πάπια ήταν απλησίαστη αυτή τη βδομάδα.
-Θα σας στείλω μια απ’ το “Μπον Αμπρί», είπε ο Γκαστόν.
-Ευχαριστώ πολύ, Γκαστόν. Ζιζή, βοήθησε τον κύριο Λασάιγ να βάλει το παλτό του και δώσε του το καπέλο και το μπαστούνι του.
—–Όταν ο Λασάιγ έφυγε σκυθρωπός, μυρίζοντας και λαχταρώντας το φαί που ξαναζεσταινόταν, η κυρία Αλβαρέζ γύρισε στην εγγονή της.
-Μπορείς να μου πεις, Ζιλμπέρτ, γιατί γύρισες τόσο γρήγορα από τη θεία Αλίσια; Δε σε ρώτησα μπροστά στον Γκαστόν, γιατί δεν πρέπει ποτέ να συζητιούνται οικογενειακά
ζητήματα μπροστά σε τρίτους. Να το θυμάσαι αυτό.
-Δεν είναι μυστήριο, γιαγιά. Η θεία Αλίσια φορούσε το δαντελένιο σκουφάκι της, σημείο πως είχε ημικρανία. Μου λέει: «Δεν είμαι καλά». Της λέω: «Ν α μη σας κουράζω λοιπόν,
να γυρίσω σπίτι; Μου λέει: «Ξεκουράσου πέντε λεπτά». «Ω, της λέω, δεν είμαι κουρασμένη, ήρθα με αυτοκίνητο». «Με αυτοκίνητο!» μου λέει, σηκώνοντας έτσι τα χέρια της. Κράτησα δυο λεπτά το αυτοκίνητο εκεί, για να το δείξω στη θεία Αλίσια, καταλαβαίνεις. «Μάλιστα, της λέω, με το τετραθέσιo «Ντιόν-Μπουτόν» που μου δάνεισε για λίγο ο θείoς Λασάιγ που είναι σπίτι μας. Tσακώθηκε με τη Λιάνα». «Και ποιανού νομίζεις πως τα λες” μου κάνει. «Δε μπήκα ακόμα στον τάφο για να μη ξέρω πράγματα που ξέρουν όλοι. Το ξέρω πως τσακώθηκε μαζί της. Γύρνα λοιπόν σπίτι σου, παρά να πλήττεις εδώ με μια κακομοίρα, άρρωστη γριά γυναίκα, σαν εμένα». Και μου έγνεψε «αντίο» από το παράθυρo την ώρα που ανέβαινα στο αυτοκίνητο.

(τέλος αποσπ.)

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *