—–Ο Τζερόμ Ντέιβιντ Σάλιντζερ (Jerome David Salinger) ήταν Αμερικανός συγγραφέας περισσότερο γνωστός για το μυθιστόρημά του The Catcher in the Rye του 1951. Δημοσίευσε πολλά διηγήματα στο περιοδικό Story το 1940, πριν υπηρετήσει στον Β’ Παγκ. Πόλ. Το 1948, η ιστορία του A Perfect Day for Bananafish εμφανίστηκε στο The New Yorker, που δημοσίευσε μεγάλο μέρος της μεταγενέστερης δουλειάς του. Το The Catcher in the Rye (1951) ήταν άμεση λαϊκή επιτυχία, σα ξαφνική γροθιά στο στομάχι. Η απεικόνιση της εφηβικής αποξένωσης και της απώλειας της αθωότητας από τον Σάλιντζερ είχε επιρροή, ειδικά μεταξύ των εφήβων αναγνωστών. Το μυθιστόρημα διαβάστηκε ευρέως κι αμφιλεγόμενο κι η επιτυχία του οδήγησε στη προσοχή και τον έλεγχο του κοινού. Απομονώθηκε, δημοσιεύοντας λιγότερο συχνά.
—–Ακολούθησε τον Catcher με συλλογή διηγημάτων, Nine Stories (1953). Franny & Zooey (1961), τόμος που περιέχει νουβέλα, διήγημα, και τόμο που περιέχει 2 νουβέλες, Raise High the Roof Beam, Carpenters και Seymour: An Introduction (1963). Το τελευταίο δημοσιευμένο έργο του Σάλιντζερ, η νουβέλα Hapworth 16, 1924, εμφανίστηκε στο The New Yorker στις 19 Ιουνίου 1965. Στη συνέχεια, ο Σάλιντζερ πάλεψε με την ανεπιθύμητη προσοχή, συμπεριλαμβανομένης νομικής μάχης τη 10ετία ’80 με το βιογράφο Ίαν Χάμιλτον και τη κυκλοφορία στα τέλη 10ετίας ’90 απομνημονευμάτων που γράφτηκαν από 2 κοντινούς του ανθρώπους: τη πρώην ερωμένη του Τζόις Μέιναρντ και τη κόρη του Μάργκαρετ Σάλιντζερ. Ο Σάλιντζερ πέθανε από φυσικά αίτια το 2010.

—–Γεννήθηκε στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης τη 1η Γενάρη 1919. Ο πατέρας του, Σολ Σάλιντζερ, εμπορευότανε τυρί kosher και καταγόταν από οικογένεια λιθουανικής-εβραϊκής καταγωγής από τη Ρωσική Αυτοκρατορία. Ο πατέρας του Σολ ήταν ραββίνος της εκκλησίας Adath Jeshurun στο Λούισβιλ του Κεντάκι. Η μητέρα του Σάλιντζερ, Μαρί (το γένος Τζίλιτς), γεννήθηκε στο Ατλάντικ της Αϊόβα, γερμανικής, ιρλανδικής και σκωτσέζικης καταγωγής, αλλά άλλαξε το μικρό της όνομα σε Μίριαμ για να κατευνάσει τα πεθερικά της και θεωρούσε τον εαυτό της Εβραία αφού παντρεύτηκε τον πατέρα του Σάλιντζερ. Ο Σάλιντζερ δεν έμαθε ότι η μητέρα του δεν ήταν εβραϊκής καταγωγής παρά μόνο αφού γιόρτασε το Μπαρ Μιτσβά του. Είχε μια μεγαλύτερη αδερφή, τη Ντόρις (1912–2001).
—–Στα νιάτα του, φοίτησε σε δημόσια σχολεία στο West Side του Μανχάταν. Το 1932, η οικογένεια μετακόμισε στην Park Avenue και γράφτηκε στο McBurney School, κοντινό ιδιωτικό σχολείο. Ο Σάλιντζερ δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί κι έλαβε μέτρα για να συμμορφωθεί, όπως να αποκαλεί τον εαυτό του Τζέρι. Η οικογένειά του τον αποκαλούσε Sonny. Στο McBurney, διηύθυνε την ομάδα ξιφασκίας, έγραφε για τη σχολική εφημερίδα κι εμφανιζόταν σε θεατρικά έργα. Έδειξε έμφυτο ταλέντο στο δράμα, αν κι ο πατέρας του αντιτάχθηκε στην ιδέα να γίνει ηθοποιός. Στη συνέχεια, οι γονείς του τονε γράψανέ στη Στρατιωτική Ακαδημία Valley Forge στο Wayne της Πενσυλβάνια. Άρχισε να γράφει ιστορίες κάτω από τα σκεπάσματα τη νύχτα, με τη βοήθεια ενός φακού. Ήταν ο λογοτεχνικός συντάκτης της επετηρίδας της τάξης, Crossed Sabres και συμμετείχε στη λέσχη χαράς, στη λέσχη αεροπορίας, στη γαλλική λέσχη και στη Λέσχη Υπαξιωματικών.

—–Το αρχείο Valley Forge 201 του Σάλιντζερ λέει ότι ήταν μέτριος μαθητής και το καταγεγραμμένο IQ του μεταξύ 111 και 115 ήταν ελαφρώς πάνω από το μέσο όρο. Αποφοίτησε το 1936. Ξεκίνησε το 1ο έτος του στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης το 1936. Σκέφτηκε να σπουδάσει ειδική αγωγή αλλά τα παράτησε τον επόμενο χρόνο. Ο πατέρας του τον παρότρυνε να μάθει για την επιχείρηση εισαγωγής κρέατος και πήγε να εργαστεί σ’ εταιρεία στη Βιέννη και στο Bydgoszcz της Πολωνίας. Αηδίασε απ’ τα σφαγεία κι αποφάσισε να ακολουθήσει διαφορετική καρριέρα. Αυτή η αηδία κι η απόρριψη του πατέρα πιθανότατα επηρέασαν τη χορτοφαγία του ως ενήλικας.
—–Στα τέλη του 1938, φοίτησε στο Ursinus College στο Collegeville της Πενσυλβάνια κι έγραψε στήλη με τίτλο skipped diploma, που περιλάμβανε κριτικές ταινιών. Τα παράτησε μετά από 6 μήνες. Το 1939, φοίτησε στη Σχολή Γενικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κολούμπια στο Μανχάταν, όπου παρακολούθησε μάθημα γραφής που δίδασκε ο Whit Burnett, μακροχρόνιος συντάκτης του περιοδικού Story. Σύμφωνα με τον Burnett, ο Σάλιντζερ δε διακρίθηκε παρά μόνο λίγες εβδομάδες πριν το τέλος του 2ου εξαμήνου, οπότε ξαφνικά ήρθε στη ζωή κι ολοκλήρωσε 3 ιστορίες. Ο Μπέρνετ είπε στον Σάλιντζερ ότι οι ιστορίες του ήταν επιδέξιες κι ολοκληρωμένες, δεχόμενος το The Young Folks, βινιέτα γι’ αρκετούς άσκοπους νέους, για δημοσίευση στο Story. Το 1ο διήγημά του δημοσιεύτηκε στο τεύχος Μάρτη-Απρίλη 1940 του περιοδικού. Ο Μπέρνετ έγινε μέντοράς του κι αλληλογραφούσανε για αρκετά χρόνια. Το 1942, άρχισε να βγαίνει με την Ούνα Ο’ Νιλ, κόρη του θεατρικού συγγραφέα Ευγένιου Ο’ Νιλ. Παρά το γεγονός ότι την έβρισκε απορροφημένη στον εαυτό της (εκμυστηρεύτηκε σε φίλο ότι η μικρή Oona είναι απελπιστικά ερωτευμένη με τη μικρή Oona), της τηλεφωνούσε συχνά και της έγραφε μεγάλα γράμματα. Η σχέση έληξε όταν η Ούνα άρχισε να βλέπει τον Τσάρλι Τσάπλιν, που τελικά παντρεύτηκε. Στα τέλη του 1941, ο Σάλιντζερ εργάστηκε λίγο σε κρουαζιερόπλοιο της Καραϊβικής, υπηρετώντας ως διευθυντής δραστηριοτήτων και πιθανώς ως ερμηνευτής.

—–Μεταξύ 1941 και 1943, ο Σάλιντζερ έστειλε 9 επιστολές και καρτ ποστάλ στη Μάρτζορι Σαρντ, επίδοξη Καναδή συγγραφέα και σε μία που αναφέρει τη 1η του ιστορία με τον Χόλντεν Κόλφιλντ. Η Βιβλιοθήκη & Μουσείο Morgan απέκτησε τις επιστολές το 2013 και τις παρουσίασε σ’ έκθεση, Lose not heart’: J. D. Salinger’s Letters to an Aspiring Writer. Την ίδια χρονιά, άρχισε να υποβάλλει διηγήματα στο The New Yorker. Το περιοδικό απέρριψε 7 απ’ τις ιστορίες του κείνη τη χρονιά, π.χ. Lunch for Three, Monologue for a Watery Highball και I Went to School with Adolf Hitler. Αλλά τον Δεκέμβρη του 1941, δέχτηκε το Slight Rebellion off Madison, ιστορία που διαδραματίζεται στο Μανχάταν για δυσαρεστημένο έφηβο ονόματι Χόλντεν Κόλφιλντ με προπολεμικές ανησυχίες. Όταν η Ιαπωνία πραγματοποίησε την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ εκείνο το μήνα, η ιστορία κατέστη μη δημοσιεύσιμη. Ήτανε συντετριμμένος. Η ιστορία εμφανίστηκε στο The New Yorker το 1946, μετά το τέλος του πολέμου.
—–Στις αρχές του 1942, αρκετούς μήνες μετά την είσοδο των ΗΠΑ στον Β’ Παγκ. Πόλ., κλήθηκε στο στρατό, όπου είδε τη μάχη ως πράκτορας αντικατασκοπείας με το 12ο Σύνταγμα Πεζικού, 4η Μεραρχία Πεζικού. Ήτανε παρών στη παραλία της Γιούτα τη D-Day, στη Μάχη των Αρδεννών και στη Μάχη του Δάσους Χίρτγκεν. Στη διάρκεια της εκστρατείας από τη Νορμανδία στη Γερμανία, κανόνισε να συναντήσει τον Χέμινγουεϊ, συγγραφέα που τον είχε επηρεάσει και τότε εργαζόταν ως πολεμικός ανταποκριτής στο Παρίσι. Εντυπωσιάστηκε με τη φιλικότητα και τη σεμνότητά του, βρίσκοντάς τονε πιο μαλακό από τη σκληρή δημόσια προσωπικότητά του. Ο Χέμινγουεϊ εντυπωσιάστηκε από τη γραφή του Σάλιντζερ και παρατήρησε: «Χριστέ μου, έχει ταλέντο». Οι δυο τους άρχισαν να αλληλογραφούν. Ο Σάλιντζερ έγραψε στον Χέμινγουεϊ τον Ιούλιο του 1946 ότι οι συνομιλίες τους ήταν από τις λίγες θετικές αναμνήσεις του από τον πόλεμο και πρόσθεσε ότι δούλευε σε έργο για τον Κόλφιλντ κι ήλπιζε να παίξει ο ίδιος το ρόλο.
—–Ο Σάλιντζερ τοποθετήθηκε σε μονάδα αντικατασκοπείας γνωστή κι ως Ritchie Boys, που χρησιμοποίησε την ικανότητά του στα γαλλικά και τα γερμανικά για ν’ ανακρίνει αιχμαλώτους πολέμου. Απρίλη του 1945 εισήλθε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Kaufering IV, δευτερεύον στρατόπεδο του Νταχάου. Κέρδισε τον βαθμό του Επιλοχία κι υπηρέτησε σε 5 εκστρατείες. Οι πολεμικές του εμπειρίες τον επηρέασαν συναισθηματικά. Μετά την ήττα της Γερμανίας, δεσμεύτηκε μερικές εβδομάδες για αντίδραση στρες μάχης, συγκεκριμένα σε πολιτικό νοσοκομείο στη Νυρεμβέργη αντί για στρατιωτικό, επειδή δεν ήθελε να σταλεί σπίτι του με επίσημο ψυχολογικό εξιτήριο του στρατού. Όπως είπε μετά στη κόρη του: «Ποτέ δεν βγάζεις εντελώς τη μυρωδιά της καμμένης σάρκας από τη μύτη σου, ανεξάρτητα από το πόσο καιρό ζεις». Οι βιογράφοι του εικάζουν ότι βασίστηκε στις εμπειρίες του εν καιρώ πολέμου σε πολλές ιστορίες, όπως το For Esmé-with Love and Squalor, που αφηγείται τραυματισμένος στρατιώτης. Συνέχισε να γράφει ενώ υπηρετούσε στο στρατό, δημοσιεύοντας αρκετές ιστορίες σε κομψά περιοδικά όπως το Collier’s και το The Saturday Evening Post. Συνέχισε επίσης να υποβάλλει ιστορίες στο The New Yorker, αλλά με μικρή επιτυχία. Απέρριψε όλες τις υποβολές του από το 1944 ως το 1946, μαζί ομάδας 15 ποιημάτων το 1945.

—–Μετά την ήττα της Γερμανίας, υπέγραψε για 6μηνη περίοδο αποναζιστικοποίησης στη Γερμανία για το Σώμα Αντικατασκοπείας. Έζησε στο Βάισενμπουργκ και λίγο αργότερα, παντρεύτηκε τη Σύλβια Βέλτερ. Την έφερε στις ΗΠΑ Απρίλη του 1946, αλλά ο γάμος διαλύθηκε μετά 8 μήνες κι η Σύλβια επέστρεψε στη Γερμανία. Το 1972, η κόρη του, Μάργκαρετ, ήταν μαζί του όταν έλαβε γράμμα από τη Σύλβια. Κοίταξε τον φάκελο και, χωρίς να τον διαβάσει, τον έσκισε. Ήταν η 1η φορά που άκουγε νέα της μετά το χωρισμό, αλλά, όπως το έθεσε η Μάργκαρετ, όταν τελείωνε με άτομο, τελείωνε μαζί του.
—–Το 1946, ο Whit Burnett συμφώνησε να τονε βοηθήσει να δημοσιεύσει συλλογή διηγημάτων του μέσω του Lippincott Imprint του Story Press. Η συλλογή, The Young Folks, επρόκειτο να αποτελείται από 20 ιστορίες -10, όπως η ιστορία του τίτλου και το Slight Rebellion off Madison, ήδη σ’ έντυπη μορφή και 10 αδημοσίευτες. Αν κι ο Burnett υπονόησε ότι το βιβλίο θα δημοσιευότανε και μάλιστα διαπραγματεύτηκε στον Salinger προκαταβολή 1.000 δολαρίων, ο Lippincott απέρριψε τον Burnett κι απέρριψε το βιβλίο. Ο Σάλιντζερ κατηγόρησε τον Μπέρνετ για την αποτυχία του βιβλίου να τυπωθεί κι οι δυο τους αποξενώθηκαν. Τέλη 10ετίας του ’40, ο Σάλιντζερ είχε γίνει ένθερμος οπαδός του Ζεν Βουδισμού, σε σημείο που έδινε λίστες ανάγνωσης για το θέμα στα ραντεβού του.
—–Το 1947, υπέβαλε διήγημα, το Bananafish, στο The New Yorker. Ο Γουίλιαμ Μάξγουελ, ο συντάκτης μυθοπλασίας του περιοδικού, εντυπωσιάστηκε αρκετά με τη μοναδική ποιότητα της ιστορίας που το περιοδικό του ζήτησε να συνεχίσει να την αναθεωρεί. Πέρασε ένα χρόνο ξαναδουλεύοντάς το με τους συντάκτες του New Yorker και το περιοδικό το δημοσίευσε, τώρα με τίτλο A Perfect Day for Bananafish, στο τεύχος της 31ης Γενάρη 1948. Το περιοδικό πρόσφερε στον Σάλιντζερ συμβόλαιο «πρώτης ματιάς» που του επέτρεπε το δικαίωμα 1ης άρνησης για οποιεσδήποτε μελλοντικές ιστορίες. Η αναγνώριση των κριτικών που δόθηκε στο Bananafish σε συνδυασμό με τα προβλήματα που είχε ο Σάλιντζερ με τις ιστορίες που αλλοιώνονταν από τους «slicks» τον οδήγησαν να δημοσιεύσει σχεδόν αποκλειστικά στο The New Yorker. Το Bananafish ήταν επίσης η 1η από τις δημοσιευμένες ιστορίες του που παρουσίαζε τα Γυαλιά, φανταστική οικογένεια που αποτελείται από 2 συνταξιούχους καλλιτέχνες βαριετέ και τα 7 πρόωρα παιδιά τους: Seymour, Buddy, Boo Boo, Walt, Waker, Zooey και Franny. Δημοσίευσε 7 ιστορίες για τα Γυαλιά, αναπτύσσοντας λεπτομερή οικογενειακή ιστορία κι εστιάζοντας ιδιαίτερα στον Σέιμουρ, το λαμπρό αλλά προβληματικό μεγαλύτερο παιδί.

—–Αρχές 10ετίας ’40, εκμυστηρεύτηκε σ’ επιστολή προς τον Μπέρνετ ότι ήτανε πρόθυμος να πουλήσει τα κινηματογραφικά δικαιώματα ορισμένων απ’ τις ιστορίες του για να επιτύχει οικονομική ασφάλεια. Σύμφωνα με τον Ίαν Χάμιλτον, απογοητεύτηκε όταν οι φήμες από το Χόλιγουντ για το διήγημά του The Varioni Brothers 1943, απέτυχαν. Ως εκ τούτου, συμφώνησε αμέσως όταν, στα μέσα του 1948, ο ανεξάρτητος παραγωγός ταινιών Samuel Goldwyn προσφέρθηκε ν’ αγοράσει τα κινηματογραφικά δικαιώματα του διηγήματός του Uncle Wiggily in Connecticut. Αν και πούλησε την ιστορία με την ελπίδα -σύμφωνα με τα λόγια της ατζέντη του Ντόροθι Όλντινγκ– ότι θα έκανε μια καλή ταινία, οι κριτικοί την επικρίνανε στη κυκλοφορία της το 1949. Μετονομάστηκε σε My Foolish Heart και με πρωταγωνίστριες τη Dana Andrews και τη Susan Hayward, απομακρύνθηκε σε τέτοιο βαθμό από την αρχική που ο βιογράφος του Goldwyn A. Scott Berg την αποκάλεσε μπασταρδοποίηση. Ως αποτέλεσμα αυτής της εμπειρίας, δεν επέτρεψε ποτέ ξανά κινηματογραφικές προσαρμογές του έργου του. Όταν η Μπριζίτ Μπαρντό θέλησε ν’ αγοράσει τα δικαιώματα για το A Perfect Day for Bananafish, αρνήθηκε, αλλά είπε στη φίλη του Λίλιαν Ρος, μακροχρόνια συγγραφέα του The New Yorker, πως ήτανε χαριτωμένη, ταλαντούχα, χαμένη enfante και μπαίνω στον πειρασμό να τη φιλοξενήσω, pour le sport.
—–10ετία ’40, ο Σάλιντζερ είπε σε πολλούς ανθρώπους ότι δούλευε πάνω σε μυθιστόρημα με πρωταγωνιστή τον Χόλντεν Κόλφιλντ, τον έφηβο πρωταγωνιστή του διηγήματός του Slight Rebellion off Madison κι οι Little, Brown & Co δημοσιεύσανε το The Catcher in the Rye στις 16 Ιουλίου 1951. Η πλοκή του μυθιστορήματος είναι απλή, περιγράφοντας λεπτομερώς τις εμπειρίες του 16χρονου Χόλντεν στη Νέα Υόρκη μετά τη 4η αποβολή και την αποχώρησή του από ελίτ προπαρασκευαστικό κολλέγιο. Το βιβλίο είναι πιο αξιοσημείωτο για τη περσόνα και τη μαρτυρική φωνή του πρωτοπρόσωπου αφηγητή του, Χόλντεν. Λειτουργεί σα διορατικός αλλ’ αναξιόπιστος αφηγητής που εξηγεί τη σημασία της πίστης, τη ψευτιά της ενηλικίωσης και τη δική του διπροσωπία. Σε συνέντευξη του 1953 σ’ εφημερίδα γυμνασίου, παραδέχτηκε ότι το μυθιστόρημα ήτανε κάπως αυτοβιογραφικό, εξηγώντας: «Η παιδική μου ηλικία ήταν πολύ ίδια με αυτή του αγοριού στο βιβλίο κι ήταν μεγάλη ανακούφιση να τη λέω στους ανθρώπους».
—–Οι αρχικές αντιδράσεις για το βιβλίο ήταν ανάμεικτες, που κυμαίνονταν από τους New York Times που χαιρέτισαν το Catcher ως ασυνήθιστα λαμπρό 1ο μυθιστόρημα ως τις δυσφημίσεις της μονότονης γλώσσας του βιβλίου και την ανηθικότητα και τη διαστροφή του Χόλντεν (χρησιμοποιεί θρησκευτικές προσβολές κι συζητά ελεύθερα το περιστασιακό σεξ και τη πορνεία). Το μυθιστόρημα γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Μέσα σε 2 μήνες απ’ τη δημοσίευσή του, είχε ανατυπωθεί 8 φορές. Πέρασε 30 βδομάδες στη λίστα των μπεστ-σέλλερ των New York Times. Η αρχική επιτυχία του βιβλίου ακολουθήθηκε από σύντομη ανάπαυλα στη δημοτικότητα, αλλά στα τέλη της 10ετίας ’50, σύμφωνα με το βιογράφο του, Ίαν Χάμιλτον, είχε γίνει το βιβλίο που ‘πρεπε ν’ αγοράσουν όλοι οι μελαγχολικοί έφηβοι, το απαραίτητο εγχειρίδιο που θα μπορούσαν να δανειστούνε δροσερά στυλ αποστασιοποίησης. Έχει συγκριθεί με τις Περιπέτειες του Χάκλμπερι Φιν του Μαρκ Τουέιν. Οι εφημερίδες άρχισαν να δημοσιεύουν άρθρα σχετικά με τη Λατρεία του Catcher και το μυθιστόρημα απαγορεύτηκε σε πολλές χώρες -καθώς και σ’ ορισμένα σχολεία των ΗΠΑ- λόγω του θέματός του κι αυτού που ο κριτικός του Catholic World Riley Hughes αποκάλεσε υπερβολική χρήση ερασιτεχνικών βρισιών και χυδαίας γλώσσας. Σύμφωνα με πίνακα θυμωμένου γονέα, 237 φορές «γαμώτο», 58 χρήσεις «μπάσταρδου» και περιστατικό μετεωρισμού ήταν αυτά που δεν πηγαίνανε καλά με το βιβλίο.

—–10ετία ’70, αρκετοί καθηγητές γυμνασίου των ΗΠΑ που αναφέρανε το βιβλίο απολύθηκαν ή αναγκάστηκαν να παραιτηθούν. Μελέτη του 1979 για τη λογοκρισία σημείωσε ότι το The Catcher in the Rye είχε την αμφίβολη διάκριση πως ήτανε ταυτόχρονα το πιο συχνά λογοκριμένο βιβλίο σ’ όλη τη χώρα και το 2ο πιο συχνά διδασκόμενο μυθιστόρημα στα δημόσια λύκεια (μετά το Of Mice and Men του John Steinbeck). Το βιβλίο παραμένει ευρέως διαβασμένο. Από το 2004, πουλούσε περίπου 250.000 αντίτυπα ετησίως, με συνολικές παγκόσμιες πωλήσεις πάνω από 10 εκατομμύρια αντίτυπα. Στον απόηχο της επιτυχίας του τη 10ετία ’50, ο Σάλιντζερ έλαβε (κι απέρριψε) πολλές προτάσεις για να διασκευάσει το The Catcher in the Rye για την οθόνη, μαζί και του Samuel Goldwyn. Από τη δημοσίευσή του, υπήρξε διαρκές ενδιαφέρον για το μυθιστόρημα μεταξύ των κινηματογραφιστών, με τον Μπίλι Γουάιλντερ, το Χάρβεϊ Γουάινστιν και τον Στίβεν Σπίλμπεργκ μεταξύ κείνων που επιδιώκαν να εξασφαλίσουνε δικαιώματα. 10ετία ’70 ο Σάλιντζερ είπε: «Ο Τζέρι Λιούις προσπαθούσε για χρόνια να πάρει στα χέρια του τον Χόλντεν». Αρνήθηκε επανειλημμένα και το 1999 η πρώην ερωμένη του Τζόις Μέιναρντ κατέληξε: «Το μόνο άτομο που θα μπορούσε ποτέ να παίξει τον Χόλντεν Κόλφιλντ θα ήταν ο JD Salinger». Σε προφίλ του Ιουλίου του 1951 στο Book of the Month Club News, ο φίλος του Σάλιντζερ κι εκδότης του New Yorker, Γουίλιαμ Μάξγουελ, τονε ρώτησε για τις λογοτεχνικές του επιρροές. Απάντησε: «Συγγραφέας, όταν του ζητείται να συζητήσει τη τέχνη του, πρέπει να σηκωθεί και να φωνάξει με δυνατή φωνή μόνο τα ονόματα των συγγραφέων που αγαπά. Λατρεύω τον Κάφκα, τον Φλωμπέρ, τον Τολστόι, τον Τσέχωφ, τον Ντοστογιέφσκι, τον Προυστ, τον Ο’ Κέισι, τον Ρίλκε, τον Λόρκα, τον Κιτς, τον Ρεμπώ, τον Μπερνς, την Ε. Μπροντέ, την Τζέιν Όστεν, τον Χένρι Τζέιμς, τον Μπλέικ, τον Κόλριτζ. Δεν θα ονομάσω κανένα ζωντανό συγγραφέα. Δεν νομίζω πως είναι σωστό» (αν κι ο O’Casey ήτανε ζωντανός εκείνη την εποχή). Σ’ επιστολές από τη 10ετία ’40, εξέφρασε το θαυμασμό του για 3 εν ζωή ή πρόσφατα αποθανόντες συγγραφείς: τον Σέργουντ Άντερσον, τον Ρινγκ Λάρντνερ και τον Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ. Ο Ίαν Χάμιλτον έγραψε ότι έβλεπε τον εαυτό του για κάποιο διάστημα ως διάδοχο του Φιτζέραλντ. Το A Perfect Day for Bananafish έχει τέλος παρόμοιο μ’ αυτό της ιστορίας του Φιτζέραλντ Πρωτομαγιά.
—–Έγραψε στους φίλους του για σημαντική αλλαγή στη ζωή του το 1952, μετά από αρκετά χρόνια άσκησης του Ζεν Βουδισμού, ενώ διάβαζε το Ευαγγέλιο για τον Ινδουιστή θρησκευτικό δάσκαλο Σρι Ραμακρίσνα. Έγινε οπαδός του Ινδουισμού Advaita Vedanta του Ramakrishna, που υποστήριζε την αγαμία για όσους αναζητούσαν τη φώτιση και την απόσπαση από ανθρώπινες ευθύνες όπως η οικογένεια. Οι θρησκευτικές σπουδές του Σάλιντζερ αντικατοπτρίστηκαν σ’ ορισμένα από τα γραπτά του. Η ιστορία Teddy, που δημοσιεύτηκε το 1953, παρουσιάζει 10χρονο παιδί που εκφράζει βεδαντικές ιδέες. Μελέτησε επίσης τα γραπτά του μαθητή του Ραμακρίσνα, Βιβεκανάντα. Στο Hapworth 16, 1924, ο Seymour Glass τον αποκαλεί από τους πιο συναρπαστικούς, πρωτότυπους και καλύτερα εξοπλισμένους γίγαντες αυτού του αιώνα. Το 1953, Δημοσίευσε συλλογή 7 ιστοριών απ’ το The New Yorker (συμπεριλαμβανομένου του “Bananafish”), καθώς και 2 που το περιοδικό είχε απορρίψει. Η συλλογή εκδόθηκε ως Nine Stories στις ΗΠΑ και For Esmé-with Love and Squalor στην Αγγλία, μετά από τις πιο γνωστές ιστορίες του. Το βιβλίο έλαβε απρόθυμα θετικές κριτικές κι ήταν οικονομική επιτυχία -αξιοσημείωτη για τόμο διηγημάτων, σύμφωνα με το Χάμιλτον. Το Nine Stories πέρασε 3 μήνες στη λίστα των μπεστ-σέλλερ των New York Times.

—–Καθώς η αξιοσημείωτη φήμη του The Catcher in the Rye μεγάλωνε, σταδιακά αποσύρθηκε από τη δημόσια θέα. Το 1953, μετακόμισε από διαμέρισμα στην 300 East 57th Street, Νέα Υόρκη, στο Cornish του New Hampshire. Στην αρχή της φοίτησής του στη Κορνουάλη ήτανε σχετικά κοινωνικός, ιδιαίτερα με τους μαθητές του γυμνασίου του Windsor. Τους καλούσε συχνά στο σπίτι να παίξουνε δίσκους και να μιλήσουνε για προβλήματα στο σχολείο. Τέτοια μαθήτρια, η Shirley Blaney, έπεισε τον Σάλιντζερ να πάρει συνέντευξη για τη σελίδα γυμνασίου της The Daily Eagle, της εφημερίδας της πόλης. Αφού η συνέντευξη εμφανίστηκε σε περίοπτη θέση στο τμήμα σύνταξης της εφημερίδας, ο Σάλιντζερ διέκοψε κάθε επαφή με τους μαθητές γυμνασίου χωρίς εξήγηση. Επίσης, τονε βλέπανε λιγότερο συχνά στη πόλη, συναντώντας μόνο στενό φίλο -τον νομικό Learned Hand– με κάποια τακτικότητα.
—–Φλέβάρη του 1955, στα 36 παντρεύτηκε τη Κλερ Ντάγκλας (γεν. 1933), φοιτήτρια στο Ράντκλιφ και κόρη του κριτικού τέχνης Ρόμπερτ Λάνγκτον Ντάγκλας. Απέκτησαν 2 παιδιά, τη Μάργκαρετ (γνωστή κι ως Πέγκυ -γεννημένη στις 10 Δεκέμβρη 1955) και τον Μάθιου «Ματ» (γεννημένο στις 13 Φλεβάρη 1960). Η Μάργκαρετ έγραψε στα απομνημονεύματά της Ονειροπαγίδα ότι πιστεύει πως οι γονείς της δεν θα ‘χανε παντρευτεί, ούτε θα ‘χε γεννηθεί, αν ο πατέρας της δεν είχε διαβάσει τις διδασκαλίες του Λαχίρι Μαχασάγια, γκουρού του Παραμαχάνσα Γιογκανάντα, που ‘φερε τη δυνατότητα της φώτισης σ’ όσους ακολουθούσανε το μονοπάτι του νοικοκύρη (παντρεμένου ατόμου με παιδιά). Μετά το γάμο τους, το ζεύγος μυήθηκαν στο μονοπάτι της Κρίγια Γιόγκα σε μικρό ινδουιστικό ναό στην Ουάσιγκτον DC, καλοκαίρι του 1955. Έλαβαν μάντρα κι άσκηση αναπνοής για να εξασκηθούνε για 10 λεπτά 2 φορές τη μέρα. Ο Σάλιντζερ επέμεινε επίσης να εγκαταλείψει η Κλερ το σχολείο και να ζήσει μαζί του, μόλις 4 μήνες πριν από την αποφοίτηση, κάτι που ‘κανε. Ορισμένα στοιχεία της ιστορίας Franny, που δημοσιεύτηκε Γενάρη του 1955, βασίζονται στη σχέση τους, συμπεριλαμβανομένης της ιδιοκτησίας της στο βιβλίο The Way of the Pilgrim. Λόγω της απομονωμένης θέσης τους στη Κορνουάλη και τις τάσεις του Σάλιντζερ, δεν βλέπανε σχεδόν άλλους ανθρώπους μεγάλα χρονικά διαστήματα. Η Κλερ ήταν επίσης απογοητευμένη από τις συνεχώς μεταβαλλόμενες θρησκευτικές πεποιθήσεις του. Αν κι αφοσιώθηκε στη Κρίγια γιόγκα, ο Σάλιντζερ εγκατέλειψε χρόνια τη Κορνουάλη για να δουλέψει πάνω σε ιστορία αρκετές βδομάδες μόνο για να επιστρέψει με το κομμάτι που υποτίθεται ότι θα τελείωνε, όλα αναιρέθηκαν ή καταστράφηκαν και κάποιο νέο -ισμό που ‘πρεπε να ακολουθηθεί. Η Κλερ πίστευε πως ήτανε για να καλύψει το γεγονός ότι ο Τζέρι είχε μόλις καταστρέψει ή σκουπίσει ή δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τη ποιότητα ή δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τη δημοσίευση αυτού που είχε δημιουργήσει.

—–Αφού εγκατέλειψε την Κρίγια γιόγκα, ο Σάλιντζερ δοκίμασε τη Διανοητική (πρόδρομο της Σαηεντολογίας), συναντώντας ακόμη και τον ιδρυτή της Λ. Ρον Χάμπαρντ, αλλά σύμφωνα με τη Κλερ γρήγορα απογοητεύτηκε απ’ αυτήν. Ακολούθησε η προσκόλληση σε σειρά από πνευματικά, ιατρικά και διατροφικά συστήματα πεποιθήσεων, μαζί και της Χριστιανικής Επιστήμης, του Έντγκαρ Κέισι, της ομοιοπαθητικής, του βελονισμού, της μακροβιοτικής κι όπως αρκετοί άλλοι συγγραφείς στη 10ετία ’60, του Σουφισμού. Η οικογενειακή ζωή του σημαδεύτηκε περαιτέρω από διχόνοια μετά τη γέννηση του 1ου του παιδιού. Σύμφωνα με το βιβλίο της Μάργκαρετ, η Κλερ ένιωθε ότι η κόρη της την είχε αντικαταστήσει στις στοργές του Σάλιντζερ. Το βρέφος Μάργκαρετ ήταν άρρωστο τον περισσότερο καιρό, αλλά ο Σάλιντζερ, έχοντας ασπαστεί τη Χριστιανική Επιστήμη, αρνήθηκε να τη πάει σε γιατρό. Σύμφωνα με τη Μάργκαρετ, η μητέρα της της παραδέχτηκε χρόνια αργότερα ότι ξεπέρασε τα όρια τον χειμώνα του 1957 κι είχε κάνει σχέδια να τη δολοφονήσει και στη συνέχεια να αυτοκτονήσει. Υποτίθεται ότι σκόπευε να το κάνει στη διάρκεια ταξιδιού στη Νέα Υόρκη με τον Σάλιντζερ, αλλά αντ’ αυτού ενήργησε με ξαφνική παρόρμηση να πάρει τη Μάργκαρετ απ’ το ξενοδοχείο και να το σκάσει. Μετά από λίγους μήνες, ο Σάλιντζερ την έπεισε να επιστρέψει στη Κορνουάλη.
—–Οι Σάλιντζερ χώρισαν το 1967, με τη Κλερ να παίρνει την επιμέλεια των παιδιών. Ο Σάλιντζερ παρέμεινε κοντά στην οικογένειά του. Έχτισε νέο σπίτι για τον εαυτό του απέναντι από το δρόμο κι επισκεπτόταν συχνά. Συνέχισε να ζει εκεί μέχρι το θάνατό του στις 27 Γενάρη 2010. Δημοσίευσε το Franny and Zooey το 1961 και το Raise High the Roof Beam, Carpenters και Seymour: An Introduction το 1963. Κάθε βιβλίο περιείχε 2 διηγήματα ή νουβέλες που δημοσιεύτηκαν στο The New Yorker μεταξύ 1955-59 κι ήταν οι μόνες ιστορίες που είχε δημοσιεύσει ο Σάλιντζερ μετά τις Εννέα Ιστορίες. Στο σκονισμένο μπουφάν της Φράνι και της Ζόι, ο Σάλιντζερ έγραψε, αναφερόμενος στο ενδιαφέρον του για την ιδιωτικότητα: «Είναι μάλλον ανατρεπτική μου γνώμη ότι τα αισθήματα ανωνυμίας-αφάνειας ενός συγγραφέα είναι η 2η πιο πολύτιμη περιουσία που του δανείστηκε στη διάρκεια των εργασιακών του χρόνων». Στις 15 Σεπτέμβρη 1961, το περιοδικό Time αφιέρωσε το εξώφυλλό του στον Σάλιντζερ. Σε άρθρο που περιέγραφε τη ζωή του ερημίτη, το περιοδικό ανέφερε πως η σειρά της οικογένειας Glass δεν είναι καθόλου κοντά στην ολοκλήρωση… Ο Σάλιντζερ σκοπεύει να γράψει 3λογία Glass. Αλλά ο Σάλιντζερ δημοσίευσε μόνον άλλο πράγμα μετά από αυτό: το Hapworth 16, 1924, νουβέλα με τη μορφή μεγάλου γράμματος του 7χρονου Seymour Glass προς τους γονείς του απ’ τη καλοκαιρινή κατασκήνωση. Το 1ο του νέο έργο μετά από 6 χρόνια, η νουβέλα κατέλαβε το μεγαλύτερο μέρος του τεύχους της 19 Ιουνίου 1965 του The New Yorker κι επικρίθηκε παγκοσμίως από τους κριτικούς. Εκείνη την εποχή, ο Σάλιντζερ είχε απομονώσει τη Κλερ από φίλους και συγγενείς και την είχε κάνει -σύμφωνα με τα λόγια της Μάργκαρετ Σάλιντζερ- εικονική φυλακισμένη. Η Κλερ χώρισε μαζί του τον Σεπτέμβρη του 1966. Το διαζύγιό τους οριστικοποιήθηκε στις 3 Οκτωβρίου 1967.

—–Το 1972 στα 53, είχε σχέση με τη 18χρονη Τζόις Μέιναρντ που κράτησε 9 μήνες. Η Maynard ήταν ήδη έμπειρη συγγραφέας για το περιοδικό Seventeen. Οι New York Times της είχανε ζητήσει να γράψει άρθρο που, όταν δημοσιεύτηκε ως Μια 18χρονη κοιτά πίσω στη ζωή στις 23 Απρίλη 1972, την έκανε διάσημη. Ο Σάλιντζερ της έγραψε γράμμα προειδοποιώντας για τη ζωή με τη φήμη. Αφού αντάλλαξαν 25 επιστολές, μετακόμισε μαζί του μετά το 1ο έτος της στο Πανεπιστήμιο Yale. Δεν επέστρεψε στο Γέιλ εκείνη τη χρονιά και πέρασε 10 μήνες ως φιλοξενούμενη στο σπίτι του. Η σχέση τελείωσε, είπε στη Μάργκαρετ σε οικογενειακή εκδρομή, επειδή η Μέιναρντ ήθελε παιδιά κι ένιωθε ότι ήτανε πολύ μεγάλος. Στην αυτοβιογραφία της, η Μέιναρντ δίνει διαφορετική εικόνα, λέγοντας ότι τερμάτισε απότομα τη σχέση, την έδιωξε κι αρνήθηκε να τη πάρει πίσω. Είχε εγκαταλείψει το Γέιλ για να ‘ναι μαζί του, παραιτούμενη ακόμη κι από υποτροφία. Ανακάλυψε δε ότι είχε ξεκινήσει αρκετές σχέσεις με νεαρές γυναίκες ανταλλάσσοντας γράμματα. Μία απ’ αυτές ήταν η τελευταία του σύζυγος, νοσοκόμα που ήταν ήδη αρραβωνιασμένη με κάποιον άλλο όταν τον γνώρισε. Σε άρθρο στο Vanity Fair του 2021, η Maynard έγραψε:
—“Με προετοίμασαν να γίνω σεξουαλική σύντροφος ναρκισσιστή που παρ’ ολίγο να εκτροχιάσει τη ζωή μου. Στα χρόνια που ακολούθησαν, άκουσα από πάνω από 12 γυναίκες που είχανε στη κατοχή τους παρόμοιο σύνολο πολύτιμων επιστολών από τον Σάλιντζερ, που τους γράφτηκαν όταν ήταν έφηβες. Φαίνεται ότι στη περίπτωση κοριτσιού, της έγραφε γράμματα ενώ καθόμουνα στο διπλανό δωμάτιο, πιστεύοντας ότι ήταν η αδελφή ψυχή μου κι ο σύντροφός μου για μια ζωή“.
—–Ενώ ζούσε με τη Μέιναρντ, συνέχισε να γράφει με πειθαρχημένο τρόπο, λίγες ώρες κάθε πρωί. Σύμφωνα με την ίδια, μέχρι το 1972 είχε ολοκληρώσει 2 νέα μυθιστορήματα. Σε συνέντευξη του 1974 στους New York Times, είπε: «Υπάρχει μια θαυμάσια ειρήνη στο να μη δημοσιεύεις. Μου αρέσει να γράφω. Μου αρέσει πολύ να γράφω. Αλλά γράφω μόνο για τον εαυτό μου και για δική μου ευχαρίστηση». Σύμφωνα με τη Maynard, έβλεπε τη δημοσίευση σα καταραμένη διακοπή. Στα απομνημονεύματά της, η Μάργκαρετ Σάλιντζερ περιγράφει το λεπτομερές σύστημα αρχειοθέτησης που ‘χε ο πατέρας της για τα αδημοσίευτα χειρόγραφά του: «Ένα κόκκινο σημάδι σήμαινε, αν πεθάνω πριν τελειώσω τη δουλειά μου, δημοσιεύω αυτό «ως έχει», το μπλε σήμαινε δημοσιεύω αλλά επεξεργάζομαι πρώτα κι ούτω καθεξής». Γείτονας είπε ότι ο Σάλιντζερ του είπε ότι είχε γράψει 15 αδημοσίευτα μυθιστορήματα.

—–Η τελευταία συνέντευξη του Σάλιντζερ ήταν Ιούνιο του 1980 με τη Betty Eppes του The Baton Rouge Advocate, που έχει αναπαρασταθεί κάπως διαφορετικά, ανάλογα με τη δευτερεύουσα πηγή. Σύμφωνα μ’ εκδοχή, η Eppes ήταν ελκυστική νεαρή γυναίκα που παρουσιαζόταν λανθασμένα ως επίδοξη μυθιστοριογράφος και κατάφερε να ηχογραφήσει τον ήχο της συνέντευξης καθώς και να τραβήξει αρκετές φωτογραφίες του και τα 2 χωρίς γνώση ή συγκατάθεσή του. Σε ξεχωριστή αφήγηση, δίνεται έμφαση στην επαφή της μ’ επιστολή από το τοπικό ταχυδρομείο και στη προσωπική πρωτοβουλία του Σάλιντζερ να διασχίσει τη γέφυρα για να συναντήσει την Έππες, που στη διάρκεια της συνέντευξης κατέστησε σαφές ότι ήταν δημοσιογράφος και, στο τέλος, τράβηξε φωτογραφίες του Σάλιντζερ καθώς έφευγε. Σύμφωνα με τη 1η εκδοχή, η συνέντευξη τελείωσε καταστροφικά όταν περαστικός απ’ τη Κορνουάλη προσπάθησε να σφίξει το χέρι του, οπότε αυτός εξοργίστηκε. Περαιτέρω περιγραφή της συνέντευξης που δημοσιεύτηκε στο The Paris Review, υποτίθεται από την Eppes, έχει αποκηρυχθεί από την ίδια κι αποδίδεται ξεχωριστά ως παράγωγο έργο του εκδότη του Review George Plimpton. Σε συνέντευξή της που δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 2021, είπε ότι ηχογράφησε τη συνομιλία της με τον Σάλιντζερ εν αγνοία του, αλλά ότι μαστιζόταν από ενοχές γι’ αυτό. Είπε ότι είχε απορρίψει πολλές προσοδοφόρες προσφορές για τη κασσέττα, τη μόνη γνωστή ηχογράφηση της φωνής του και πως είχε αλλάξει τη διαθήκη της για να ορίσει ότι θα τοποθετηθεί μαζί με το σώμα της στο κρεματόριο.
—–Ο Σάλιντζερ είχε ρομαντική σχέση με τη τηλεοπτική ηθοποιό Ελέιν Τζόις αρκετά χρόνια τη 10ετία του ’80. Η σχέση έληξε όταν γνώρισε τη Κολίν Ο’Νιλ, νοσοκόμα και παπλωματοποιό, που τη παντρεύτηκε γύρω στο 1988. Η Ο’Νιλ, 40 χρόνια νεότερή του, είπε κάποτε στη Μάργκαρετ Σάλιντζερ ότι προσπαθούσαν να κάνουν παιδί. Δεν τα κατάφεραν. Αν κι ο Σάλιντζερ προσπάθησε να ξεφύγει απ’ τη δημόσια έκθεση όσο το δυνατόν περισσότερο, πάλεψε με την ανεπιθύμητη προσοχή από τα μέσα ενημέρωσης και το κοινό. Οι αναγνώστες του έργου του κι οι μαθητές απ’ το κοντινό Dartmouth College έρχονταν συχνά στη Κορνουάλη σε ομάδες, ελπίζοντας να τονε δούνε. Τον Μάη του 1986 έμαθε ότι ο Βρεττανός συγγραφέας Ίαν Χάμιλτον σκόπευε να δημοσιεύσει βιογραφία που ‘κανε εκτεταμένη χρήση επιστολών που είχε γράψει σε άλλους συγγραφείς και φίλους. Ο Σάλιντζερ μήνυσε για να σταματήσει την έκδοση του βιβλίου και στην υπόθεση Salinger v. Random House, το δικαστήριο έκρινε ότι η εκτεταμένη χρήση των επιστολών από τον Χάμιλτον, συμπεριλαμβανομένης της παράθεσης και της παράφρασης, δεν ήταν αποδεκτή, καθώς το δικαίωμα του συγγραφέα να ελέγχει τη δημοσίευση υπερίσχυε του δικαιώματος της δίκαιης χρήσης. Ο Χάμιλτον δημοσίευσε το In Search of J.D. Salinger: A Writing Life (1935-65) σχετικά με την εμπειρία του στον εντοπισμό πληροφοριών και τις μάχες για τα πνευματικά δικαιώματα σχετικά με τη σχεδιαζόμενη βιογραφία.
—–Μια ακούσια συνέπεια της αγωγής ήταν ότι πολλές λεπτομέρειες της ιδιωτικής ζωής του Σάλιντζερ, συμπεριλαμβανομένου του ότι είχε περάσει τα τελευταία 20 χρόνια γράφοντας, σύμφωνα με τα λόγια του, απλώς έργο μυθοπλασίας, αυτό είναι όλο. Δημοσιοποιήθηκε με τη μορφή δικαστικών πρακτικών. Αποσπάσματα από τις επιστολές του διαδόθηκαν επίσης ευρέως, κυρίως πικρό σχόλιο που γράφτηκε ως απάντηση στο γάμο της Ούνα Ο’ Νιλ με τον Τσάρλι Τσάπλιν: “Μπορώ να τους δω στις βραδιές στο σπίτι. Ο Τσάπλιν κάθεται οκλαδόν γκρίζος και γυμνός, πάνω στο σιφόνι του, κουνώντας τον θυρεοειδή του γύρω από το κεφάλι του από το μπαστούνι του από μπαμπού, σαν νεκρός αρουραίος. Η Ούνα με γαλαζοπράσινο φόρεμα, χειροκροτεί τρελά από το μπάνιο“.

—–Το 1995, ο Ιρανός σκηνοθέτης Dariush Mehrjui κυκλοφόρησε τη ταινία Pari, μη εξουσιοδοτημένη χαλαρή προσαρμογή του Franny and Zooey. Η ταινία θα μπορούσε να διανεμηθεί νόμιμα στο Ιράν, καθώς δεν έχει σχέσεις πνευματικών δικαιωμάτων με τις ΗΠΑ, αλλά ο Σάλιντζερ έβαλε τους δικηγόρους του να μπλοκάρουν τη προγραμματισμένη προβολή της το 1998 στο Lincoln Center. Ο Mehrjui χαρακτήρισε τη δράση του Σάλιντζερ μπερδεμένη, εξηγώντας ότι είδε την ταινία του ως είδος πολιτιστικής ανταλλαγής. Το 1996, ο Σάλιντζερ έδωσε σε μικρό εκδότη, τον Orchises Press, την άδεια να δημοσιεύσει το Hapworth 16, 1924. Επρόκειτο να εκδοθεί κείνη τη χρονιά κι οι καταχωρίσεις του εμφανίστηκαν στο Amazon και σε άλλα βιβλιοπωλεία. Μετά από αναταραχή άρθρων και κριτικών για την ιστορία που εμφανίστηκαν στον Τύπο, η ημερομηνία δημοσίευσης καθυστέρησε επανειλημμένα πριν προφανώς ακυρωθεί εντελώς. Η Amazon περίμενε ότι ο Orchises θα δημοσίευε την ιστορία το 2009, αλλά τη στιγμή του θανάτου του Σάλιντζερ, εξακολουθούσε να αναφέρεται ως μη διαθέσιμη. Τον Ιούνιο του 2009, ο Σάλιντζερ συμβουλεύτηκε δικηγόρους σχετικά με την επικείμενη δημοσίευση στις ΗΠΑ μη εξουσιοδοτημένου σίκουελ του The Catcher in the Rye, 60 Years Later: Coming Through the Rye, από τον Σουηδό εκδότη βιβλίων Fredrik Colting με το ψευδώνυμο JD California. Το βιβλίο φαίνεται να συνεχίζει την ιστορία του Χόλντεν Κόλφιλντ. Στο μυθιστόρημα του Σάλιντζερ, ο Κόλφιλντ είναι 16 ετών, περιπλανιέται στους δρόμους της Νέας Υόρκης μετά την αποβολή του από το ιδιωτικό σχολείο. Το βιβλίο της Καλιφόρνια παρουσιάζει έναν 76χρονο άνδρα, τον «Mr. C», που σκέφτεται ότι δραπέτευσε από το γηροκομείο του. Η λογοτεχνική πράκτορας του Σάλιντζερ στη Νέα Υόρκη, Phyllis Westberg, είπε στη βρεττανική Sunday Telegraph πως το θέμα έχει παραδοθεί σε δικηγόρο. Το γεγονός ότι λίγα ήτανε γνωστά για τον Colting και το βιβλίο επρόκειτο να εκδοθεί από νέα εκδοτική, τη Windupbird Publishing, προκάλεσε εικασίες στους λογοτεχνικούς κύκλους ότι το όλο θέμα μπορεί να είναι φάρσα. Η δικαστής του περιφερειακού δικαστηρίου Deborah Batts εξέδωσε διαταγή που εμπόδισε τη δημοσίευση του βιβλίου στις ΗΠΑ. Ο Colting υπέβαλε έφεση στις 23 Ιουλίου 2009. εκδικάστηκε στο Β’ Περιφερειακό Εφετείο στις 3 Σεπτέμβρη 2009. Η υπόθεση διευθετήθηκε το 2011 όταν ο Colting συμφώνησε να μη δημοσιεύσει ή να διανείμει με άλλο τρόπο το βιβλίο, το e-book ή οποιαδήποτε άλλη έκδοση του 60 Years Later στις ΗΠΑ ή τον Καναδά ως ότου το The Catcher in the Rye εισέλθει στο δημόσιο τομέα και να απέχει από τη χρήση του τίτλου Coming through the Rye, αφιερώνοντας το βιβλίο στον Σάλιντζερ, ή αναφερόμενος στο The Catcher in the Rye. Ο Colting παραμένει ελεύθερος να πουλήσει το βιβλίο στον υπόλοιπο κόσμο. Στις 23 Οκτώβρη 1992, οι New York Times ανέφεραν: «Ούτε μια φωτιά που κατέκαψε τουλάχιστον το μισό σπίτι του τη Τρίτη δεν μπορούσε να σβήσει τον απομονωμένο J. D. Salinger, συγγραφέα του κλασσικού μυθιστορήματος εφηβικής εξέγερσης, The Catcher in the Rye. Ο κ. Σάλιντζερ είναι σχεδόν εξίσου διάσημος για το ότι έχει αναγάγει την ιδιωτικότητα σε μορφή τέχνης».
—–Το 1999, 25 χρόνια μετά το τέλος της σχέσης τους, η Μέιναρντ δημοπράτησε σειρά από επιστολές που της είχε γράψει ο Σάλιντζερ. Τα απομνημονεύματά της At Home in the World εκδόθηκαν την ίδια χρονιά. Το βιβλίο περιγράφει πώς η μητέρα της Μέιναρντ την είχε συμβουλέψει πώς να προσελκύσει τον Σάλιντζερ ντυμένη με παιδικό τρόπο και περιγράφει εκτενώς τη σχέση της Μέιναρντ μαζί του. Στη διαμάχη που ακολούθησε σχετικά με τα απομνημονεύματα και τις επιστολές, η Maynard ισχυρίστηκε ότι αναγκάστηκε να δημοπρατήσει τις επιστολές για οικονομικούς λόγους. θα προτιμούσε να τα δωρίσει στη Βιβλιοθήκη Beinecke στο Yale. Ο προγραμματιστής λογισμικού Peter Norton αγόρασε τις επιστολές για 156.500 $ κι ανακοίνωσε ότι θα τις επέστρεφε στον Σάλιντζερ. Ένα χρόνο αργότερα, η Μάργκαρετ Σάλιντζερ δημοσίευσε το Dream Catcher: A Memoir. Σε αυτό, περιγράφει τον οδυνηρό έλεγχο που είχε ο Σάλιντζερ στη μητέρα της και διέλυσε πολλούς από τους μύθους του που καθιερώθηκαν από το βιβλίο του Χάμιλτον. Ένα από τα επιχειρήματα του Χάμιλτον ήταν ότι η εμπειρία του Σάλιντζερ με τη διαταραχή μετατραυματικού στρες του άφησε ψυχολογικά σημάδια. Η Μάργκαρετ Σάλιντζερ παραδέχτηκε ότι οι λίγοι άνδρες που έζησαν το Bloody Mortain, μάχη που πολέμησε ο πατέρας της, έμειναν με πολλά να τους αρρωστήσουν, σώμα και ψυχή, αλλά ζωγράφισε επίσης τον πατέρα της ως άνθρωπο εξαιρετικά περήφανο για το ιστορικό υπηρεσίας του, διατηρώντας το στρατιωτικό του κούρεμα και το υπηρεσιακό του μπουφάν και μετακινούμενος στο συγκρότημα (και τη πόλη) του με παλιό τζιπ.

—–Η Μάργκαρετ κι η Μέιναρντ τονε χαρακτήρισαν ως λάτρη του κινηματογράφου. Σύμφωνα με τη Μάργκαρετ, οι αγαπημένες του ταινίες ήταν η Gigi (1958), The Lady Vanishes (1938), The 39 Steps (1935; Η αγαπημένη ταινία της Φοίβης στο The Catcher in the Rye) και τις κωμωδίες των W. C. Fields, Laurel and Hardy και των Marx Brothers. Πριν από τα βίντεο, είχε εκτενή συλλογή κλασσικών ταινιών από τη 10ετία του ’40 σ’ εκτυπώσεις 16 mm. Η Μέιναρντ έγραψε ότι αγαπά τις ταινίες, όχι τις… ταινιάρες κι η Μάργκαρετ υποστήριξε ότι η κοσμοθεωρία του πατέρα της είναι, ουσιαστικά, προϊόν των ταινιών της εποχής του. Για τον πατέρα όλοι οι ισπανόφωνοι είναι πλύστρες από το Πουέρτο Ρίκο ή οι ξεδοντιασμένοι, χαμογελαστοί τσιγγάνοι σε ταινία των Αδελφών Μαρξ. Η Λίλιαν Ρος, συγγραφέας του The New Yorker και μακροχρόνια φίλη του Σάλιντζερ, έγραψε μετά το θάνατό του, πως ο Σάλιντζερ αγαπούσε τις ταινίες κι ήτανε πιο διασκεδαστικό απ’ οποιονδήποτε να τις συζητήσεις. Του άρεσε να βλέπει ηθοποιούς να δουλεύουνε και του άρεσε να τους γνωρίζει. (Αγαπούσε την Anne Bancroft, μισούσε την Audrey Hepburn κι είπε πως είχε δει το Grand Illusion 10 φορές.
—–Η Μάργκαρετ πρόσφερε επίσης πολλές γνώσεις για άλλους μύθους του, π.χ. του υποτιθέμενου μακροχρόνιου ενδιαφέροντος του πατέρα της για τη μακροβιοτική και την ενασχόληση με την εναλλακτική ιατρική και τις ανατολικές φιλοσοφίες. Λίγες εβδομάδες μετά τη δημοσίευση του Dream Catcher, ο αδερφός της Margaret, Matt, απαξίωσε τα απομνημονεύματα σ’ επιστολή προς τον The New York Observer. Απαξίωσε τις γοτθικές ιστορίες της υποτιθέμενης παιδικής ηλικίας της αδερφής του κι έγραψε πως δεν μπορεί να πει με καμμία αυθεντία ότι συνειδητά επινοεί κάτι. Απλώς ξέρει ότι μεγαλώσαμε σε πολύ διαφορετικό σπίτι, με 2 πολύ διαφορετικούς γονείς απ’ αυτούς που περιγράφει. Ο Σάλιντζερ πέθανε από φυσικά αίτια στο σπίτι του στη Κορνουάλη του Νιου Χάμσαϊρ στις 27 Γενάρη 2010. Ήταν 91 ετών. Ο λογοτεχνικός εκπρόσωπός του είπε στους New York Times ότι είχε σπάσει το ισχίο του τον Μάη του 2009, αλλά πως η υγεία του ήταν εξαιρετική μέχρι μάλλον ξαφνική πτώση μετά το νέο έτος. Η 3η σύζυγος και χήρα του, Colleen O’Neill Zakrzeski Salinger κι ο γιος του Matt γίναν οι εκτελεστές της περιουσίας του.
—–Ο Σάλιντζερ έγραφε όλη του τη ζωή. Η χήρα κι ο γιος του άρχισαν να προετοιμάζουν αυτό το έργο για δημοσίευση μετά τον θάνατό του, ανακοινώνοντας το 2019 ότι όλα όσα έγραψε κάποια στιγμή θα μοιραστούν, αλλά ότι ήταν μεγάλο εγχείρημα και δεν ήταν ακόμη έτοιμο. Το 2023, ο γιος του εκτίμησε ότι θα ολοκλήρωνε τη μεταγραφή των σημειώσεων του Σάλιντζερ σε 1-2 χρόνια κι επανέλαβε ότι όλο το αδημοσίευτο υλικό θα δημοσιευτεί, αλλά είναι περίπλοκο έργο. Σε σημείωμα συνεργάτη που έδωσε ο Σάλιντζερ στο Harper’s Magazine το 1946, έγραψε: «Σχεδόν πάντα γράφω για πολύ νέους», δήλωση που ‘χει ονομαστεί το πιστεύω του. Οι έφηβοι εμφανίζονται σ’ όλο το έργο του, από τη 1η του δημοσιευμένη ιστορία, The Young Folks (1940), μέχρι το The Catcher in the Rye και τις οικογενειακές ιστορίες του Glass. Το 1961, ο κριτικός Άλφρεντ Καζίν εξήγησε ότι η επιλογή του για τους εφήβους ως θέμα ήτανε λόγος για την απήχησή του στους νεαρούς αναγνώστες, αλλ’ άλλος ήταν η συνείδηση (μεταξύ των νέων) ότι μιλά γι’ αυτούς κι ουσιαστικά σ’ αυτούς, σε γλώσσα που ‘ναι ιδιαίτερα ειλικρινής και δική τους, με όραμα για πράγματα που αποτυπώνουνε τις πιο μυστικές κρίσεις τους για τον κόσμο. Για το λόγο αυτό, ο Norman Mailer παρατήρησε κάποτε ότι ήτανε το μεγαλύτερο μυαλό που ‘μεινε ποτέ στο προπαρασκευαστικό σχολείο. Η γλώσσα του, ειδικά οι ενεργητικοί, ρεαλιστικά αραιοί διάλογοί του, ήταν επαναστατική την εποχή που δημοσιεύτηκαν οι 1ες του ιστορίες και θεωρήθηκε από αρκετούς κριτικούς ως το πιο ξεχωριστό στο έργο του.

—–Ο Σάλιντζερ ταυτίστηκε στενά με τους χαρακτήρες του και χρησιμοποίησε τεχνικές όπως ο εσωτερικός μονόλογος, οι επιστολές κι οι εκτεταμένες τηλεφωνικές κλήσεις για να δείξει το χάρισμά του στο διάλογο. Τα επαναλαμβανόμενα θέματα στις ιστορίες του συνδέονται επίσης με τις ιδέες της αθωότητας και της εφηβείας, συμπεριλαμβανομένης της διεφθαρμένης επιρροής του Χόλιγουντ και του κόσμου γενικότερα, της αποσύνδεσης μεταξύ εφήβων και ψεύτικων ενηλίκων και της οξυδερκούς, πρόωρης νοημοσύνης των παιδιών. Οι σύγχρονοι κριτικοί συζητούνε σαφή εξέλιξη στη διάρκεια του δημοσιευμένου έργου του, όπως αποδεικνύεται από τις ολοένα και πιο αρνητικές κριτικές που ‘λαβε κάθε μία από τις 3 συλλογές ιστοριών του μετά το Catcher. Ο Χάμιλτον εμμένει σ’ αυτή την άποψη, υποστηρίζοντας ότι ενώ οι 1ες ιστορίες του για τους «slicks» (διορθωτές, επιμελητές κι αλλάχτρες κειμένων για καλή πώληση) υπερηφανεύονταν για σφιχτούς, ενεργητικούς διαλόγους, ήταν επίσης τυποποιημένες και συναισθηματικές. Χρειάστηκαν τα πρότυπα των συντακτών του New Yorker, μεταξύ των κι ο Γουίλιαμ Σον, να τελειοποιήσουνε τη γραφή του στις λιτές, πειραχτικά μυστηριώδεις, συγκρατημένες ιδιότητες του A Perfect Day for Bananafish (1948), του The Catcher in the Rye και των ιστοριών του στις αρχές της 10ετίας ’50.Στα τέλη της, καθώς έγινε πιο απομονωμένος κι ασχολήθηκε με τη θρησκευτική μελέτη, ο Χάμιλτον σημειώνει πως οι ιστορίες του γίνανε μεγαλύτερες, λιγότερο καθοδηγούμενες από τη πλοκή κι όλο και πιότερο γεμάτες με παρεκβάσεις και παρενθετικές παρατηρήσεις. Ο Louis Menand συμφωνεί, γράφοντας στο The New Yorker ότι σταμάτησε να γράφει ιστορίες, με τη συμβατική έννοια. Φαινόταν να χάνει το ενδιαφέρον του για τη μυθοπλασία ως μορφή τέχνης -ίσως πίστευε ότι υπήρχε κάτι χειριστικό ή μη αυθεντικό στη λογοτεχνική κατασκευή και τον συγγραφικό έλεγχο.
—–Τα τελευταία χρόνια, ορισμένοι κριτικοί υπερασπίστηκαν ορισμένα έργα του μετά τις Εννέα Ιστορίες. Το 2001, η Janet Malcolm έγραψε στο The New York Review of Books ότι το Zooey είναι αναμφισβήτητα το αριστούργημά του. Το να το ξαναδιαβάσεις και το συνοδευτικό του κομμάτι Φράνι δεν είναι λιγότερο ικανοποιητικό απ’ το να ξαναδιαβάσεις τον Μεγάλο Γκάτσμπι. Η γραφή του έχει επηρεάσει αρκετούς εξέχοντες συγγραφείς, ωθώντας το Χάρολντ Μπρόντκι (βραβευμένο συγγραφέα) να πει το 1991: «Είναι το πιο σημαντικό έργο στην αγγλική πεζογραφία από οποιονδήποτε μετά τον Χέμινγουεϊ». Από τους συγγραφείς της γενιάς του, ο βραβευμένος με Πούλιτζερ μυθιστοριογράφος Τζον Απντάικ, βεβαίωσε ότι τα διηγήματα του, του ανοίξανε πραγματικά τα μάτια για το πώς μπορεί να υφάνει μυθοπλασία από σύνολο γεγονότων που φαίνονται σχεδόν ασύνδετα ή πολύ ελαφρά συνδεδεμένα. “Το να διαβάζω τον Σάλιντζερ έχει κολλήσει στο μυαλό μου σαν να με έχει κάνει ένα βήμα πιο πάνω, σαν να λέγαμε, προς το να ξέρω πώς να χειρίζομαι το δικό μου υλικό“.
—–Ο Menand παρατήρησε ότι οι 1ες ιστορίες του βραβευμένου με Πούλιτζερ Philip Roth επηρεάστηκαν από τη φωνή και τον κωμικό συγχρονισμό του Σάλιντζερ. Ο φιναλίστ του Εθνικού Βραβείου Βιβλίου Ρίτσαρντ Γέιτς είπε στους New York Times το 1977 ότι η ανάγνωση των ιστοριών του Σάλιντζερ για 1η φορά ήταν εμπειρία-ορόσημο κι ότι τίποτα παρόμοιο δεν του ‘χει συμβεί από τότε. Ο Γέιτς τον αποκάλεσε άνθρωπο που χρησιμοποιούσε τη γλώσσα σαν να ‘τανε καθαρή ενέργεια όμορφα ελεγχόμενη και που ‘ξερε ακριβώς τι έκανε σε κάθε σιωπή καθώς και σε κάθε λέξη. Το βραβευμένο διήγημα του Γκόρντον Λις For Jeromé-With Love and Kisses (1977, συλλεγμένο στο What I Know So Far, 1984) είναι θεατρικό του Σάλιντζερ For Esmé-with Love and Squalor. Το 2001, ο Menand έγραψε στο The New Yorker ότι το Catcher in the Rye ξαναγράφει σε κάθε νέα γενιά, έχει γίνει λογοτεχνικό είδος από μόνο του. Μεταξύ αυτών κατέταξε το The Bell Jar (1963) της Sylvia Plath, το Fear and Loathing in Las Vegas (1971) του Hunter S. Thompson, το Bright Lights, Big City (1984) του Jay McInerney και το A Heartbreaking Work of Staggering Genius (2000) του Dave Eggers. Η συγγραφέας Aimee Bender πάλευε με τα 1α της διηγήματα όταν φίλος της έδωσε αντίγραφο του Nine Stories, εμπνευσμένη, αργότερα περιέγραψε την επίδραση του Σάλιντζερ στους συγγραφείς, λέγοντας: «Νιώθω σαν ο Σάλιντζερ να έγραψε το The Catcher in the Rye σε μια μέρα κι αυτό το απίστευτο αίσθημα ευκολίας εμπνέει τη γραφή. Εμπνέει την αναζήτηση της φωνής. Όχι η φωνή του. Η φωνή μου. Η φωνή σου». Συγγραφείς όπως ο Stephen Chbosky, ο Jonathan Safran Foer, ο Carl Hiaasen, η Susan Minot, ο Haruki Murakami, η Gwendoline Riley, ο Tom Robbins, ο Louis Sachar, ο Τζόελ Στάιν, ο Λεονάρντο Παδούρα κι ο Τζον Γκριν ανέφεραν τον Σάλιντζερ ως επιρροή. Ο μουσικός Tomas Kalnoky των Streetlight Manifesto αναφέρει επίσης τον Σάλιντζερ ως επιρροή, αναφερόμενος σε αυτόν και τον Χόλντεν Κόλφιλντ στο τραγούδι Here’s to Life. Ο βιογράφος Πολ Αλεξάντερ τον αποκάλεσε, Γκρέτα Γκάρμπο της λογοτεχνίας.

ΡΗΤΑ:
Δεν έκανε τίποτα που μπορούσα να δω, εκτός από το να στέκεται εκεί ακουμπισμένη στο κιγκλίδωμα του μπαλκονιού, κρατώντας το σύμπαν ενωμένο.
Γνωρίζω ότι πολλοί από τους φίλους μου θα λυπηθούν και θα σοκαριστούν, ή θα λυπηθούν, για μερικά από τα κεφάλαια του The Catcher in the Rye. Μερικοί από τους καλύτερους φίλους μου είναι παιδιά. Στην πραγματικότητα, όλοι οι καλύτεροί μου φίλοι είναι παιδιά. Είναι σχεδόν αφόρητο για μένα να συνειδητοποιώ ότι το βιβλίο μου θα κρατηθεί σε ένα ράφι μακριά τους.
Μου αρέσει να γράφω και σας διαβεβαιώνω ότι γράφω τακτικά… Αλλά γράφω για τον εαυτό μου, για τη δική μου ευχαρίστηση. Και θέλω να μείνω μόνος μου να το κάνω.
Υπάρχει μια θαυμάσια γαλήνη στο να μην δημοσιεύεις. Είναι ειρηνικό. Ακόμα. Η δημοσίευση είναι μια τρομερή εισβολή στην ιδιωτική μου ζωή. Μου αρέσει να γράφω. Ζω για να γράφω. Αλλά γράφω μόνο για τον εαυτό μου και τη δική μου ευχαρίστηση. Δεν σκοπεύω απαραίτητα να δημοσιεύσω μετά θάνατον, αλλά μου αρέσει να γράφω για τον εαυτό μου. Πληρώνω για αυτού του είδους τη στάση. Είμαι γνωστός ως ένα παράξενο, απόμακρο είδος ανθρώπου. Αλλά το μόνο που κάνω είναι να προσπαθώ να προστατεύσω τον εαυτό μου και τη δουλειά μου.
Δεν υπάρχει άλλο στον Χόλντεν Κόλφιλντ. Διαβάστε ξανά το βιβλίο. Είναι όλα εκεί. Ο Χόλντεν Κόλφιλντ είναι μόνο μια παγωμένη στιγμή στο χρόνο.
Ποτέ δεν είδα τόσες πολλές τίγρεις…
Έξω από το κτίριο, άρχισε να περπατά δυτικά προς το Λέξινγκτον για να προλάβει το λεωφορείο. Μεταξύ Third και Lexington, έβαλε το χέρι στην τσέπη του παλτού της για την τσάντα της και βρήκε το μισό σάντουιτς. Το έβγαλε και άρχισε να κατεβάζει το χέρι της, να ρίχνει το σάντουιτς στο δρόμο, αλλά αντ’ αυτού το έβαλε ξανά στην τσέπη της. Λίγα χρόνια πριν, της είχε πάρει τρεις μέρες για να πετάξει το πασχαλινό κοτοπουλάκι που είχε βρει νεκρό στο πριονίδι στον πάτο του καλαθιού των αχρήστων της.
Θυμάμαι ότι ήθελα να κάνω κάτι για αυτό το ρολόι χειρός με το τεράστιο πρόσωπο που φορούσε -ίσως να της πρότεινα να δοκιμάσει να το φορέσει γύρω από τη μέση της.
Είπε ότι δεν είχα τα εφόδια να αντιμετωπίσω τη ζωή γιατί δεν είχα αίσθηση του χιούμορ.
Το γεγονός είναι πάντα προφανές πολύ αργά, αλλά η πιο μοναδική διαφορά μεταξύ ευτυχίας και χαράς είναι ότι η ευτυχία είναι στερεό και η χαρά υγρό.
Όλοι είναι καλόγριες.
Η ζωή είναι ένα άλογο δώρο κατά τη γνώμη μου.
Δεν ξέρω. Οι ποιητές παίρνουν πάντα τον καιρό τόσο προσωπικά. Πάντα κολλάνε τα συναισθήματά τους σε πράγματα που δεν έχουν συναισθήματα.
Τα γεγονότα που έχουμε μπροστά μας προφανώς μιλούν από μόνα τους, αλλά λίγο πιο χυδαία, υποψιάζομαι, από ό,τι συνήθως κάνουν τα γεγονότα.
ΕΡΓΑ:
Μια τέλεια μέρα για μπανανόψαρο (1948)
Ο θείος Γουίτζιλι στο Κονέκτικατ (1948)
Λίγο πριν τον πόλεμο με τους Εσκιμώους (1948)
Ο Γελαστός Άνθρωπος (1949)
Κάτω στη λέμβο (1949)
Για την Εσμέ -με αγάπη κι εξαθλίωση (1950)
Ο Φύλακας στη σίκαλη (1951)
Όμορφο στόμα και πράσινα μάτια μου (1951)
Η Μπλε Περίοδος του Ντε Ντομιέ-Σμιθ (1952)
Εννέα ιστορίες (1953)
Teddy (1953)
Φράνι (1955)
Σηκώστε ψηλά το δοκάρι της οροφής, ξυλουργοί (1955)
Ivanoff, the Terrible (1956)
Zooey” (1957)
Seymour: An Introduction” (1959)
Franny and Zooey (1961), ξαναδουλεμένα
Σηκώστε ψηλά τη δοκό της οροφής, ξυλουργοί (1963) ξαναδουλεμένο
Seymour: An Introduction (1963)

Συλλογή διηγημάτων
Τρεις πρώιμες ιστορίες (2014)
“Οι νέοι» (1940)
“Πήγαινε να δεις τον Έντι» (1940)
“Μια φορά την εβδομάδα δεν θα σε σκοτώσει» (1944)
The Complete Uncollected Short Stories of J. D. Salinger, Vol. 1 &; 2 (1974) (Unauthorized Pirated (Bootleg) edition)
Δημοσιευμένες ιστορίες (μη συλλεγμένες)
“The Hang of It” (1941, αναδημοσιεύτηκε στο The Kit Book for Soldiers, Sailors and Marines, 1943)
“Η καρδιά μιας σπασμένης ιστορίας» (1941)
“Προσωπικές σημειώσεις ενός πεζικού» (1942)
“The Long Debut of Lois Taggett” (1942, αναδημοσιεύτηκε στο Stories: The Fiction of the Forties, ed. Whit Burnett, 1949)
“Οι αδελφοί Βαριόνι» (1943)
“Και τα δύο ενδιαφερόμενα μέρη» (1944)
“Μαλακός λοχίας» (1944)
“Τελευταία μέρα της τελευταίας άδειας» (1944)
“Elaine” (1945)
“Ο ξένος” (1945)
“Είμαι τρελός» (1945)
“A Boy in France” (1945, αναδημοσιεύτηκε στο Post Stories 1942–45, ed. Ben Hibbs, 1946 και τεύχος Ιουλίου/Αυγούστου 2010 του περιοδικού Saturday Evening Post), ξαναδουλεμένο από το “What Babe Saw, or Ooh-La-La!” (1944)
“Αυτό το σάντουιτς δεν έχει μαγιονέζα» (1945, αναδημοσιεύτηκε στο The Armchair Esquire, ed. L. Rust Hills, 1959)
“Slight Rebellion off Madison” (1946, αναδημοσιεύτηκε στο Wonderful Town: New York Stories from The New Yorker, ed. David Remnick, 2000)
“Ένα νεαρό κορίτσι το 1941 χωρίς καθόλου μέση» (1947)
“Το Ανεστραμμένο Δάσος» (1947)
“Blue Melody” (1948)
“A Girl I Knew” (1948, αναδημοσιεύτηκε στο Best American Short Stories 1949, ed. Martha Foley, 1949)
“Hapworth 16, 1924” (1965)
Αδημοσίευτες ιστορίες
“Οι επιζώντες” (1939)
“Η μεγάλη ιστορία του ξενοδοχείου” (1940)
“Οι ψαράδες” (1941)
“Γεύμα για τρεις” (1941)
«Πήγα σχολείο με τον Αδόλφο Χίτλερ» (1941)
“Μονόλογος για ένα υδάτινο highball” (1941)
“Το υπέροχο νεκρό κορίτσι στο τραπέζι έξι” (1941)
“Mrs. Hincher” (1942), γνωστή και ως “Paula”
«Η ζωή του Ράιλι χωρίς φιλιά» (1942)
“Ο τελευταίος και καλύτερος από τους Πίτερ Παν» (1942)
“Χόλντεν στο λεωφορείο” (1942)
«Άνδρες χωρίς τον Χέμινγουεϊ» (1942)
«Πάνω από τη θάλασσα πάμε, Twentieth Century Fox» (1942)
“Τα σπασμένα παιδιά” (1943)
“Παρίσι” (1943)
«Ο Ρεξ Πάσαρντ στον πλανήτη Άρη» (1943)
“Bitsey” (1943)
“Τι μπήκε στον Κέρτις στο ξυλόστεγο” (1944)
“The Children’s Echelon» (1944), γνωστό και ως «Total War Diary»
“Αγόρι που στέκεται στο Τενεσί” (1944)
“Η μαγική αλεπότρυπα» (1944)
“Δύο μοναχικοί άντρες» (1944)
«Ένας νεαρός άνδρας με γεμιστό πουκάμισο» (1944)
«Η κόρη του αείμνηστου, σπουδαίου άνδρα» (1945)
“Ο ωκεανός γεμάτος μπάλες μπόουλινγκ» (1947)
“Birthday Boy» (1946), γνωστό και ως «The Male Goodbye»
“Το αγόρι με το καπέλο που πυροβολεί” (1948)
“Ένα καλοκαιρινό ατύχημα” (1949)
«Ρέκβιεμ για το Φάντασμα της Όπερας» (1950)
Στα Καλλιτεχνικά
Στο μυθιστόρημα του W. P. Kinsella του 1982, Shoeless Joe, ο κύριος χαρακτήρας «απαγάγει» τον απομονωμένο Σάλιντζερ για να τον πάει σε έναν αγώνα μπέιζμπολ. Όταν το μυθιστόρημα διασκευάστηκε για τον κινηματογράφο ως Field of Dreams, ο χαρακτήρας του Σάλιντζερ αντικαταστάθηκε από τον φανταστικό Τέρενς Μαν (τον οποίο υποδύεται ο Τζέιμς Ερλ Τζόουνς), εν μέσω φόβων ότι ο Σάλιντζερ μπορεί να κάνει μήνυση.
Ο Σον Κόνερι ισχυρίστηκε ότι ο Σάλιντζερ ήταν η έμπνευση για τον ρόλο του ως Γουίλιαμ Φόρεστερ στην ταινία του 2000 Finding Forrester.
Στην ταινία του 2002 The Good Girl, ο χαρακτήρας του Χόλντεν (τον οποίο υποδύεται ο Τζέικ Τζίλενχαλ) υιοθετεί το όνομα λόγω του θαυμασμού του για το The Catcher in the Rye.
Η τηλεοπτική σειρά anime Ghost in the Shell: Stand Alone Complex αναφέρεται σε μεγάλο βαθμό σε έργα του JD Salinger, συμπεριλαμβανομένων των Catcher in the Rye, The Laughing Man και A Perfect Day for Banana Fish.
Το όνομα του Σάλιντζερ αναφέρεται στον τίτλο του τραγουδιού των The Wonder Years “You’re Not Salinger. Ξεπέρασέ το.”
Το The Catcher in the Rye παίζει σημαντικό ρόλο στο επεισόδιο του South Park “The Tale of Scrotie McBoogerballs”, καθώς τα αγόρια εμπνέονται να γράψουν το δικό τους βιβλίο όταν αισθάνονται ότι το βιβλίο του Σάλιντζερ δεν ανταποκρίνεται στην αμφιλεγόμενη φήμη του.
Στην ταινία Man at Bath (2010), ο χαρακτήρας Dustin Segura-Suarez κρατά τη Franny και τη Zooey στα χέρια του ενώ κάνει μπάνιο.
Ο Σάλιντζερ είναι ένα ντοκιμαντέρ του 2013 που αφηγείται την ιστορία της ζωής του Σάλιντζερ μέσα από συνεντεύξεις με φίλους, ιστορικούς και δημοσιογράφους.
Στο βιβλίο και την τηλεοπτική εκπομπή You της Caroline Kepnes, ένας από τους χαρακτήρες, η Peach, κατονομάζεται ως συγγενής του Σάλιντζερ.
Τον Σάλιντζερ υποδύεται ο Κρις Κούπερ στη ταινία του Τζέιμς Στίβεν Σάντγουιθ του 2015 Coming Through the Rye.
Ο Σάλιντζερ εμφανίζεται ως χαρακτήρας (με τη φωνή του Άλαν Άρκιν) σε πολλά επεισόδια του BoJack Horseman 2015–2016 (σεζόν 2 επεισόδια 6, 7, 8, 10 και σεζόν 3 επεισόδιο 1), όπου λέγεται ότι σκηνοθέτησε τον θάνατό του για να ξεφύγει από την προσοχή του κοινού και ειρωνικά να ακολουθήσει μια καριέρα στην τηλεοπτική παραγωγή. Παραθέτει πολλές γραμμές από τα έργα του, θρηνώντας για το πώς το The Catcher in the Rye έχει γίνει το μόνο αναγνωρίσιμο έργο του. Σε χιουμοριστική αντίθεση με τις πραγματικές του πεποιθήσεις, αυτή η απόδοση του Σάλιντζερ αγαπά το Χόλιγουντ και καταλήγει να διαχειρίζεται ένα τηλεπαιχνίδι, το οποίο εύστοχα ονομάζει Hollywoo Stars and Celebrities: What Do They Know? Ξέρουν πράγματα; Ας ανακαλύψουμε.
Ο Σάλιντζερ υποδύθηκε ο Νίκολας Χουλτ στην ταινία του 2017 Rebel in the Rye.
Το My Salinger Year είναι μια ταινία σε σκηνοθεσία Philippe Falardeau που κυκλοφόρησε το 2021, βασισμένη στα απομνημονεύματα του 2014 της Joanna Rakoff.
Ο λοχίας Σάλιντζερ είναι μυθιστόρημα του συγγραφέα Jerome Charyn, που εκδόθηκε το 2021 (Bellevue Literary Press), στο οποίο ο συγγραφέας φαντάζεται φανταστική βιογραφία του νεαρού στρατιώτη JD Salinger στην Ευρώπη στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
=====================================================================
————————————–Ο Φύλακας Στη Σίκαλη
——(αποσπ. 3 κεφ.)
Κεφ. 1ον.
—–Αν θέλετε λοιπόν στ’ αλήθεια να τ’ ακούσετε, τότε πρώτο και κύριο μπορεί να περιμένετε πως θα σας πω πού γεννήθηκα και τι φρίκη που ήτανε τα παιδικά μου χρόνια και τι φτιάχνανε οι δικοί μου και τα ρέστα πριν με κάνουνε, κι ένα σωρό αηδίες και ξεράσματα καταπώς στο Δαβίδ Κόπερφηλντ, όμως δεν έχω όρεξη να πιάνω τέτοιες ιστορίες. Πριν απ’ όλα, αυτά τα πράματα τα βαριέμαι όσο δεν παίρνει, κι έπειτα είναι κι οι γονείς μου, που θα κατεβάζανε από δυο αιμορραγίες ο καθένας αν έλεγα τίποτα πολύ προσωπικό για λόγου τους. Τσαντίζονται πολύ με κάτι τέτοια, ιδίως ο πατέρας μου. Δε λέω, είναι εντάξει να πούμε, αλλά μυγιάγγιχτοι του κερατά. Κι έπειτα, διάολε, δεν είπαμε να σας αραδιάσω ολόκληρη αυτοβιογραφία ή ξέρω γω τι. Θα σας μιλήσω μονάχα για κείνα τα τρελά που μου συμβήκανε γύρω στα περσινά Χριστούγεννα, και μετά με πήρε η κάτω βόλτα και με φέρανε δω πέρα να καλμάρω. Θέλω να πω, τα ίδια είπα και στο D.B., κι αυτός στο κάτω κάτω είναι αδερφός μου να πούμε. Μένει στο Χόλυγουντ. Δεν είναι και πολύ μακριά από τούτο το βρωμότοπο, και πετάγεται κάθε σαββατοκύριακο και με βλέπει. Θα με πάει σπίτι με τ’ αμάξι του άμα γυρίσω σπίτι, μπορεί τον άλλο μήνα. Τώρα έχει τζάγκουαρ. Ένα από κείνα τα εγγλέζικα μαραφέτια που το πατάνε διακόσα μίλια την ώρα. Την πλήρωσε ένα διάολο λεφτά, κάπου τέσσερις χιλιάδες δολάρια. Όμως τώρα έχει παρά με ουρά. Όχι όπως άλλοτε. Τότε ήτανε μονάχα ένας κανονικός συγγραφέας, όταν έμενε ακόμα σπίτι. Είχε γράψει κι ένα τρομερό βιβλίο με διηγήματα, Το Μυστικό Χρυσόψαρο, αν δεν το ‘χετε ακουστά. Το καλύτερο εκεί μέσα ήτανε Το Μυστικό Χρυσόψαρο. Έλεγε για ένα πιτσιρίκι που δεν άφηνε κανένανε να κοιτάξει το χρυσόψαρό του, γιατί το ‘χε αγοράσει με δικά του λεφτά. Με πέθανε. Τώρα είναι στο Χόλυγουντ, ο D .B., και κάνει τη πουτάνα. Αν υπάρχει κάτι που σιχαίνομαι είναι ο σινεμάς. Ούτε να τον ακούω δε θέλω.
—–Λέω λοιπόν ν’ αρχινίσω από κείνη τη μέρα που ‘φυγα απ’ το Πένσυ. Το Πένσυ είναι κείνο το σχολείο στο Έιτζερσταουν της Πενσυλβάνια. Μπορεί και να το ξέρετε. Τέλος πάντων, μπορεί να ‘χει πάρει το μάτι σας καμμιά διαφήμιση. Το ρεκλαμάρουνε σε κάπου χίλια περιοδικά, και δείχνουνε πάντα ένα τύπο από κείνους τους φιγουρατζήδες πάνω στ’ άλογο, που πηδάει ένα φράχτη. Λες και το μόνο που κάνεις στο Πένσυ είναι να παίζεις πόλο όλη την ώρα. Εγώ πάντως δεν είδα ούτε μισή φορά άλογο, έστω και κάπου εκεί κοντά. Και κάτω απ’ τη φωτογραφία του τύπου με το άλογο λέει πάντα: «Από το 1888 διαπλάθουμε τα αγόρια σε υπέροχους νέους άνδρες με καθαρή σκέψη». Αμάν, το μάτι μου! Διάολε, απ’ όσο ξέρω στο Πένσυ δε γίνεται καμμιά διάπλαση παραπάνω από τ’ άλλα σχολεία. Κι ούτε που γνώρισα εκεί πέρα κανέναν υπέροχο με καθαρή σκέψη. Μπορεί να ‘χε κανά δυο παιδιά. Κι αυτά πολλά είναι. Όμως σίγουρα έτσι ήρθανε στο Πένσυ.
—–Τέλος πάντων, ήτανε το Σάββατο που είχαμε τον ποδοσφαιρικό αγώνα με το Σάξον Χωλ. Το ματς με το Σάξον Χωλ το πιστεύανε για μεγάλη δουλειά σ’ ολόκληρο το Πένσυ. Ήτανε το τελευταίο ματς της χρονιάς, κι αν το παλιοΠένσυ δεν κέρδιζε, υποτίθεται πως έπρεπε ν’ αυτοκτονήσεις ή κάτι τέτοιο. Θυμάμαι λοιπόν, που γύρω στις τρεις εκείνο το απόγεμα στεκόμουνα στου διαόλου τη μάνα, στη κορφή του Τόμσεν Χιλ, δίπλα σε κείνο το ηλίθιο κανόνι, που το ‘χανε από την Επανάσταση και τα ρέστα. Από κει έβλεπες όλο το γήπεδο και τις δυο ομάδες που χτυπιόντουσαν από δω κι από κει. Την εξέδρα δεν τη ξεχώριζες καλά, όμως τους άκουγες που ουρλιάζανε όλοι τους, βαθιά και τρομερά, για το Πένσυ -κι ήτανε κει πέρα μαζεμένο όλο το σχολείο, εξόν από μένα -κι αδύνατα και μύξικα για το Σάξον Χωλ, γιατί οι ξένες ομάδες δεν το ‘χανε συνήθειο να κουβαλάνε πολύ κόσμο μαζί τους. Κορίτσια πολλά δεν ερχόντουσαν ποτέ στα ματς. Κορίτσι επιτρεπότανε να φέρνουν μόνο οι μεγάλοι.
—–Απ’ όπου κι αν το πιάσεις, ήτανε φρίκη σχολείο. Έμενα μ’ αρέσει να ‘μαι κάπου, που να μπορείς τουλάχιστο να βλέπεις και κανά κορίτσι εκεί γύρω καμμιά φορά, μακάρι κι ας ξύνει τα μπράτσα του ή ας φυσάει τη μύτη του, ή κι ας χαχανίζει μόνο ή ξέρω γω τι. Η παλιόφιλη η Σέλμα Θάρμερ -ήταν η κόρη του διευθυντή- ερχότανε πολύ συχνά στα ματς, αλλά δεν ήτανε ακριβώς ο τύπος που σου τη δίνει μέχρι τρέλας, που λένε. Πάντως ήτανε πολύ εντάξει κορίτσι. Μια φορά είχα κάτσει δίπλα της στο λεωφορείο απ’ το Έιτζερσταουν και πιάσαμε λιγάκι την κουβέντα. Μ’ άρεσε. Είχε μια μυτάρα να και νύχια φαγωμένα ως κάτω και μπλαβιασμένα και φόραγε από κείνα τα ψεύτικα βυζιά που ξεπετάγονται από δω κι από κει, ήτανε λίγο για λύπηση. Αυτό που της εκτίμησα περισσότερο, ήτανε πως δε σου γάνωνε το κεφάλι τι σπουδαίος που ήτανε ο πατέρας της. Μάλλον πρέπει να ‘ξερε κι αυτή τι κάλπης και γουρούνι που ήτανε.
—–Ο λόγος που στεκόμουνα κει πάνω στο Τόμσεν Χιλ αντί να βρίσκομαι κάτω στο ματς, ήτανε που ό,τι είχα γυρίσει από τη Νέα Υόρκη με την ομάδα της ξιφομαχίας. Εγώ ήμουνα ο μάνατζερ της ομάδας, πανάθεμά με. Μεγάλη δουλειά. Είχαμε κατέβει εκείνο το πρωί στη Νέα Υόρκη για τον αγώνα ξιφομαχίας με τη Σχολή ΜακΜπέρνυ. Μόνο που ο αγώνας δεν έγινε. Ξέχασα τα ξίφη και τα συμπράγκαλα στο κωλοτραίνο. Το φταίξιμο όμως δεν ήτανε όλο δικό μου. Έπρεπε βλέπετε να σηκώνομαι κάθε τρεις και λίγο και να κοιτάω το χάρτη, για να δω πού θα κατεβαίναμε. Έτσι, αντίς για βράδυ, γυρίσαμε στο Πένσυ κατά τις δυόμιση. Στο γυρισμό με το τραίνο, οι άλλοι της ομάδας μ’ είχανε κάνει πέρα. Από ‘να μέρος είχε μεγάλη πλάκα. Ο άλλος λόγος που δεν είχα κατέβει στο ματς, ήτανε που πήγαινα ν’ αποχαιρετήσω το γέρο Σπένσερ, τον ιστορικό μου. Είχε γρίπη και τα ρέστα, κι έλεγα πως μπορεί και να μη τονε ξανάβλεπα ως τις διακοπές των Χριστουγέννων. Έπειτα μου ‘χε στείλει και κείνο το σημείωμα, κι έλεγε πως ήθελε να με δει πριν γυρίσω σπίτι. Το ‘ξερε πως δε θα ξαναρχόμουνα στο Πένσυ.
—–Αυτό ξέχασα να σας το πω. Με πετάξανε έξω. Μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων δε θα ξαναγύρναγα, γιατί έπεφτα σε τέσσερα μαθήματα και δεν έκανα καμμιά προσπάθεια. Μου είχανε κάνει συχνά σύσταση να στρωθώ να διαβάσω -τα λέγανε και στους δικούς μου, ιδίως κάθε δίμηνο που ερχόντουσαν να δούνε το γέρο Θάρμερ -αλλά εγώ τίποτα. Κι έτσι πήρα πόδι. Στο Πένσυ κάθε λίγο και λιγάκι όλο και κάποιος παίρνει πόδι. Είναι υψηλού ακαδημαϊκού επιπέδου, το Πένσυ. Αλήθεια. Τέλος πάντων, ήτανε να πούμε Δεκέμβρης μήνας κι όλα παγωμένα σαν το βυζί της στρίγγλας, κυρίως στην κορφή εκείνου του χαζόλοφου. Φόραγα μονάχα το ντουμπλεφάς μου, ούτε γάντια ούτε τίποτα. Τις προάλλες μου ‘χανε κλέψει μέσ’ από το δωμάτιό μου το καμηλό μου το παλτό, κι είχα και τα γάντια με τη γούνινη φόδρα στην τσέπη του και τα ρέστα. Το Πένσυ ήτανε γεμάτο κλεφταράδες. Είχε ένα σωρό πλουσιόπαιδα, αλλά πάντως ήτανε γεμάτο κλεφταράδες. Όσο πιο ακριβό είναι το σχολείο, τόσο πιο πολλούς κλεφταράδες έχει -δεν κάνω πλάκα. Στεκόμουνα λοιπόν δίπλα σε κείνο το ηλίθιο κανόνι και κοίταζα κάτω το ματς, και μου ‘χε πέσει ο κώλος απ’ το κρύο. Μόνο που δεν πρόσεχα και πολύ το ματς. Ο λόγος που γυρόφερνα εκεί πέρα, ήτανε που προσπαθούσα να νιώσω κάτι σαν αποχαιρετισμό. Θέλω να πω, έχω φύγει από διάφορα σχολεία κι από άλλες μεριές, κι ούτε το κατάλαβα πως έφευγα. Αυτό το σιχαίνομαι. Δε με νοιάζει αν είναι λυπημένος αποχαιρετισμός ή κακός αποχαιρετισμός, αλλά όταν φεύγω από κάπου μ’ αρέσει να ξέρω πως φεύγω. Άμα δεν το ξέρεις, νιώθεις ακόμα χειρότερα.
—–Στάθηκα πάντως τυχερός. Άξαφνα σκέφτηκα κάτι, που με βοήθησε να καταλάβω πως, διάολε, έφευγα από κει μέσα. Θυμήθηκα άξαφνα εκείνη τη φορά, γύρω στον Οκτώβρη, που ήμουνα εγώ κι ο Ρόμπερτ Τίτσνερ κι ο Πωλ Κάμπελ και παίζαμε πάσες με μια μπάλα μπροστά απ’ το διδακτήριο. Ήτανε καλά παιδιά, πιο πολύ ο Τίτσνερ. Κόντευε η ώρα για το δείπνο κι έξω είχε σκοτεινιάσει πολύ, αλλά εμείς όλο ρίχναμε πάσες. Σκοτείνιαζε ολοένα κι ούτε που βλέπαμε καλά καλά τη μπάλα, μα δε θέλαμε να σταματήσουμε να κάνουμε αυτό που κάναμε. Στο τέλος αναγκαστήκαμε. Εκείνος ο καθηγητής που μας έκανε βιολογία, ο κύριος Ζαμπέζι, έβγαλε το κεφάλι του από ‘να παράθυρο στο διδακτήριο, και μας είπε να πάμε στους κοιτώνες και να ετοιμαστούμε για το τραπέζι. Όπως και να ‘ναι, άμα θυμάμαι τέτοια πράματα, μπορώ να βρω έναν αποχαιρετισμό όταν τον χρειάζομαι -τουλάχιστο τις πιο πολλές φορές το μπορώ. Μόλις τον βρήκα λοιπόν, γύρισα κι άρχισα να κατεβαίνω τρέχοντας την άλλη μεριά του λόφου, κατά το σπίτι του γέρο Σπένσερ. Αυτός δεν έμενε στο σχολείο. Έμενε στη λεωφόρο Άντονυ Γουέην.
—–Το πήρα μονοκοπανιά ίσαμε τον κεντρικό δρόμο κι έπειτα στάθηκα μισό λεφτό να πάρω ανάσα. Δεν έχω καθόλου καλή αναπνοή, άμα θέλετε να ξέρετε. Πρώτα πρώτα, είμαι μανιώδης καπνιστής -δηλαδή ήμουνα. Με ζορίσανε και το ‘κοψα. Ένα άλλο πράμα, είναι που ψήλωσα κάπου δεκαεφτά πόντους τούτη τη χρονιά. Γι’ αυτό κόντεψα να πάθω φυματίωση και με φέρανε δω πέρα, για όλα τούτα τα τσεκάπ του διαόλου και τα ρέστα. Κατά τα άλλα είμαι σίδερο. Τέλος πάντων, ξαναβρήκα την ανάσα μου κι έπειτα πέρασα τρεχάτος απέναντι στην Οδό 204. Ήτανε όλο πάγο ο διάολος, και λίγο έλειψε να πέσω μετα μούτρα. Ούτε που ήξερα καλά-καλά τι μ’ είχε πιάσει κι έτρεχα -νομίζω πως ήτανε μόνο επειδή μ’ άρεσε. Όταν πέρασα απέναντι στο δρόμο, ένιωσα κάπως σα να εξαφανίζομαι. Ήτανε ένα απόγεμα από κείνα τα παλαβά, τρομαχτικά κρύο, χωρίς ήλιο και τα ρέστα, και κάθε φορά που πέρναγες απέναντι ένα δρόμο ένιωθες σα να εξαφανίζεσαι. Μάγκα μου, πώς όρμηξα στο κουδούνι, μόλις έφτασα στο σπίτι του γέρο Σπένσερ! Είχα ξεπαγιάσει στα γερά. Τ’ αυτιά μου πόναγαν κι ίσα που σάλευα τα δάχτυλά μου.
«Άντε ντε», έκανα φωναχτά, «δεν ανοίγετε και καμμιά πόρτα;» Καμμιά φορά ήρθε η γριά Σπένσερ και μ’ άνοιξε. Δεν είχανε υπηρέτρια και τα ρέστα, κι ανοίγανε τη πόρτα μονάχοι τους. Δεν πρέπει να ‘χανε πολλούς παράδες.
«Χόλντεν!» μου κάνει η κυρία Σπένσερ. «Καλά έκανες κι ήρθες. Έλα μέσα, χρυσό μου. Πέθανες απ’ το κρύο, ε;» Νομίζω πως χάρηκε που με είδε. Μ’ είχε πάρει από καλό μάτι. Εγώ πάντως έτσι νομίζω. Χώθηκα μέσα όσο να πεις δύο.
«Τι κάνετε, κυρία Σπένσερ;» της λέω. «Πώς πάει ο κύριος Σπένσερ;»
«Δώσε μου το πανωφόρι σου, χρυσό μου», μου λέει. Δε μ’ άκουσε που τη ρώταγα πώς πάει o κύριος Σπένσερ. Ήτανε μισόκουφη. Κρέμασε το πανωφόρι μου σ’ ένα ντουλάπι στο χωλάκι και γω έφτιαξα λιγάκι τα μαλλιά μου με το χέρι. Τα κόβω πάντα αμερικάνικα και δε θέλουνε χτένισμα.
«Τι κάνετε, κυρία Σπένσερ;» της ξαναλέω, μόνο αυτή τη φορά πιο δυνατά για να μ’ ακούσει.
«Μια χαρά, Χόλντεν». Έκλεισε την πόρτα του ντουλαπιού. «Εσύ τι κάνεις;» Από τον τρόπο που με ρώτησε, κατάλαβα αμέσως πως ο γέρο Σπένσερ της το ‘χε προφτάσει που με διώχνανε.
«Μια χαρά», της λέω. «Τι κάνει ο κύριος Σπένσερ; Του πέρασε η γρίπη;»
«Άκου εκεί να του περάσει! Αυτός κάνει σαν -κι εγώ δεν ξέρω τι… Είναι στην κάμαρά του, χρυσό μου. Πήγαινε να τον δεις».
Κεφ. 2ον
—–Καθένας τους είχε να πούμε δικό του δωμάτιο και τα λοιπά. Κοντεύανε κι οι δυο τα εβδομήντα, μπορεί και παραπάνω. Είχανε όμως τον τρόπο τους να τη βρίσκουνε με ορισμένα πράματα -κρυοκώλικα βέβαια. Ξέρω πως αυτό που λέω φαίνεται κακία, αλλά δεν το εννοούσα έτσι. Ήθελα μόνο να πω ότι σκεφτόμουνα πολύ το γέρο Σπένσερ, κι άμα τον σκεφτόσουνα πάρα πολύ, άρχιζες ν’ αναρωτιέσαι τι διάτανο ήθελε και ζούσε ακόμα. Θέλω να πω, ήτανε όλος καμπουριασμένος κι είχε ένα σουλούπι δράμα, και στην τάξη του ‘πεφτε πάντα η κιμωλία στον πίνακα, και τότε κάποιο παιδί απ’ τα πρώτα θρανία έπρεπε να σηκώνεται όλη την ώρα να του τη μαζεύει. Κατά τη γνώμη μου αυτό είναι απαίσιο. Όμως αν τον σκεφτόσουνα αρκετά κι όχι πάρα πολύ, καταλάβαινες πως δεν τα κατάφερνε κι άσκημα για τέτοιος που ήτανε. Για παράδειγμα, μια Κυριακή είχαμε πάει με κάτι άλλα παιδιά στο σπίτι του να πιούμε κακάο, και μας έδειξε μια παμπάλαιη κουβέρτα Ναβάχο, φύλλο και φτερό, που την είχε αγοράσει μαζί με την κυρία Σπένσερ από κάποιον Ινδιάνο στο Γέλοουστοουν Παρκ. Το ‘βλεπες πως ο γέρο-Σπένσερ το γλένταγε που την αγόρασε. Αυτό ήθελα να πω. Πάρε να πούμε ένα γερόντιο σαν το μπάρμπα Σπένσερ, και βλέπεις πως τη βρίσκει που αγοράζει μια κουβέρτα.
—–Η πόρτα του ήτανε ανοιχτή, αλλά εγώ έκανα πάντως πως χτυπάω, έτσι για να φανώ ευγενικός και τα ρέστα. Τον έβλεπα κιόλας. Καθότανε σε μια μεγάλη πέτσινη πολυθρόνα, τυλιγμένος ολόκληρος με κείνη την κουβέρτα που σας έλεγα. Με το που χτύπησα, έκανε έτσι και με είδε.
«Ποιος είναι;» σκούζει. «Ο Κώλφηλντ; Α, έλα μέσα αγόρι μου». Πάντα έσκουζε, κι έξω απ’ την τάξη. Καμμιά φορά σου ‘δινε στα νεύρα.
—–Από το πρώτο λεφτό που μπήκα, το μετάνιωσα που είχα πάει. Διάβαζε το Atlantic Monthly, κι είχε παντού εκεί μέσα χάπια και φάρμακα, κι όλα μυρίζανε Σταγόνες Βικς Για Τη Μύτη. Σ’ έπιανε η ψυχή σου. Όπως και να το κάνεις, δε μπορώ να πω πως τρελαίνομαι γι’ άρρωστους γέρους. Το ακόμα πιο θλιβερό, ήτανε που ο γέρο-Σπένσερ φόραγε κείνη την άθλια, ποντικοφαγωμένη μπουρνουζόρομπα, που έλεγες πως μπορεί και να γεννήθηκε μ’ αυτήνε ή κάτι τέτοιο. Τέλος πάντων, δε μ’ αρέσει και πολύ να βλέπω γέρους με τις μπιζάμες τους και τα μπουρνούζια τους. Πάντα φαίνονται τα στήθια τους, γέρικα και τρεμουλιαστά, και τα ποδάρια τους. Άμα κοιτάζεις τα ποδάρια των γέρων, στη θάλασσα ή πουθενά αλλού, φαίνονται πάντα τόσο ξασπρουλιάρικα κι άτριχα. «Χαίρετε κύριε», του λέω. «Πήρα το σημείωμά σας. Ευχαριστώ πολύ». Μου είχε στείλει ένα σημείωμα και μου ‘λεγε να πεταχτώ να τον χαιρετήσω πριν απ’ τις διακοπές, αφού δε θα ξαναγύρναγα.
«Δεν έπρεπε να μπείτε στον κόπο. Έτσι κι αλλιώς θα ‘ρχόμουνα να σας πω αντίο».
«Κάθησε εδώ, αγόρι μου», μου λέει ο γέρο Σπένσερ. Στο κρεβάτι, ήθελε να πει. Έκατσα.
«Πώς πάει η γρίπη σας, κύριε;»
«Αγόρι μου, αν ένιωθα λιγάκι καλύτερα θα ‘πρεπε να φωνάξω γιατρό», μου λέει ο γέρο Σπένσερ. Αυτό τον έκανε λιώμα. Άρχισε να χαχαρίζει σαν τρελός. Μετά συμμαζεύτηκε και μου λέει, «Γιατί δεν πήγες στο ματς; Νόμιζα πως σήμερα είναι η μέρα του μεγάλου αγώνα».
«Είναι. Ήμουνα. Μόνο που τώρα δα γύρισα από τη Νέα Υόρκη με την ομάδα της ξιφομαχίας», του λέω. Μάγκα μου, σκέτη πέτρα ήτανε το κρεβάτι του. Μετά άρχισε να σοβαρεύεται σα διάολος. Το ‘ξερα πως έτσι θα γινότανε.
«Λοιπόν μας φεύγεις, ε;» μου λέει.
«Μάλιστα κύριε, έτσι φαίνεται».
—–Άρχισε να κουνάει πάνω κάτω το κεφάλι του, όπως έκανε πάντα. Ποτέ μου δεν είχα δει κανένανε να κουνάει τόσο πολύ το κεφάλι του, όσο ο γέρο-Σπένσερ. Ποτέ δεν καταλάβαινες αν κουνάει το κεφάλι του επειδή κάτι σκέφτεται, να πούμε, ή επειδή δεν ήξερε να ξεχωρίσει τον κώλο του απ’ τον άγκωνά του, κι ας ήτανε εντάξει γεροντάκι.
«Και τι σου είπε ο δόκτωρ Θάρμερ, αγόρι μου; Απ’ όσο ξέρω, τα κουβεντιάσατε λιγάκι οι δυο σας».
«Ναι, τα ‘παμε. Βέβαια. Έκατσα στο γραφείο του ίσαμε δυο ώρες».
«Και τι σου είπε;»
«Ε… να… πως η Ζωή είναι παιχνίδι και λοιπά, και πως πρέπει να το παίζεις σύμφωνα με τους κανόνες. Ήτανε πολύ εντάξει. Θέλω να πω, δεν πήδηξε μέχρι το ταβάνι, ούτε τίποτα. Μόνο που μίλαγε συνέχεια, πως η Ζωή είναι παιχνίδι και λοιπά. Καταλαβαίνετε».
«Η Ζωή είναι παιχνίδι, αγόρι μου. Η Ζωή είναι παιχνίδι, και το παίζουμε σύμφωνα με τους κανόνες».
«Μάλιστα κύριε, το ξέρω πως είναι. Το ξέρω».
—–Παιχνίδι είν’ ο κώλος μου. Άκου παιχνίδι. Άμα βρεθείς απ’ τη μεριά που είναι όλοι οι εξυπνάκηδες, τότε εντάξει, είναι παιχνίδι -το παραδέχουμαι. Άμα είσαι όμως από την άλλη μεριά, που δεν υπάρχει ούτε μισός, τότε τι σόι παιχνίδι λέγεται αυτό; Τίποτα. Μόνο παιχνίδι δεν είναι.
«Ο δόκτωρ Θάρμερ έγραψε στους δικούς σου;» μου λέει ο γέρο Σπένσερ.
«Είπε πως θα τους έγραφε τη Δευτέρα».
«Εσύ επικοινώνησες μαζί τους;»
«Όχι κύριε, δεν επικοινώνησα, γιατί έτσι κι αλλιώς θα τους δω την Τετάρτη το βράδυ που θα γυρίσω σπίτι».
«Και πώς φαντάζεσαι πως θ’ ακούσουνε τα νέα;»
«Ξέρω και γω… πρέπει να θυμώσουνε πολύ», του λέω. «Στ’ αλήθεια θα θυμώσουνε. Είναι το τέταρτο σχολείο που αλλάζω».
—–Κούνησα το κεφάλι μου. Κουνάω πολύ το κεφάλι μου εγώ. «Μάγκα μου», κάνω. Και το «μάγκα μου» το λέω πολύ. Αυτό κυρίως επειδή έχω ένα λεξιλόγιο σκατά, αλλά κι επειδή φέρνομαι πολύ παιδικά για την ηλικία μου, καμμιά φορά. Τότε ήμουνα δεκάξι και τώρα είμαι δεκαεφτά, αλλά καμμιά φορά κάνω σα να ‘μαι δεκατρία. Αυτό είναι σκέτη ειρωνεία, γιατί έχω μπόι ένα ογδόντα πέντε και γκρίζα μαλλιά. Αλήθεια. Η μια μεριά του κεφαλιού μου, η δεξιά μεριά, είναι γεμάτη γκρίζες τρίχες, εκατομμύρια. Τις έχω από παιδί. Κι ωστόσο καμιά φορά κάνω σα να μην είμαι ούτε δώδεκα. Όλοι το λένε, ιδίως ο πατέρας μου. Αυτό είναι κάπως αλήθεια, αλλά όχι εντελώς αλήθεια. Σκοτίστηκα. Παρεκτός που βαριέμαι καμιά φορά, άμα μου λένε να φέρνομαι σύμφωνα με την ηλικία μου. Καμμιά φορά φέρνομαι σα να ‘μαι πολύ μεγαλύτερος -αλήθεια- μα οι άλλοι δεν το προσέχουνε ποτέ. Οι άλλοι δεν προσέχουνε ποτέ τίποτα.
—–Ο γέρο-Σπένσερ ξανάρχισε να κουνάει το κεφάλι του. Έπειτα έπιασε να σκαλίζει τη μύτη του. Έκανε τάχα μου πως την τσίμπαγε, αλλά εγώ τον είδα που έχωνε τη βρωμοδαχτυλάρα του μέσα. Νομίζω πως θα ‘λεγε μέσα του ότι δεν πειράζει, αφού ήμουνα μονάχα εγώ μπροστά. Έμενα δε μ’ ένοιαζε, αλλά πάντως είναι πολύ μεγάλη αηδία να βλέπεις κάποιονε να σκαλίζει τη μύτη του. Έπειτα μου λέει:
«Είχα τη χαρά να γνωρίσω τη μητέρα και τον πατέρα σου πριν από μερικές βδομάδες, που είχαν έρθει για να τα πούνε λιγάκι με τον κύριο Θάρμερ. Είναι περίφημοι άνθρωποι».
«Μάλιστα. Είναι πολύ καλοί».
—–Περίφημοι. Να μια λέξη που σιχαίνομαι πραγματικά. Είναι κάλπικη. Κάθε που την ακούω, μου ‘ρχεται να ξεράσω. Τότε άξαφνα ο γέρο-Σπένσερ πήρε ένα ύφος σα να ‘χε να μου πει κάτι πολύ καλό, έτσι μια κι έξω. Ανακάθησε πιο πολύ στην πολυθρόνα του και στριφογύρισε κάπως, από δω κι από κει. Όμως ο συναγερμός ήτανε ψεύτικος. Το μόνο που έκανε ήτανε που σήκωσε το Atlantic Monthly από τα γόνατά του και προσπάθησε να το πετάξει δίπλα μου, στο κρεβάτι. Ξαστόχησε. Δεν ήτανε καλά-καλά μήτε πέντε πόντους πιο κει, κι όμως ξαστόχησε. Σηκώθηκα και το μάζεψα και το ‘βαλα στο κρεβάτι. Και τότε άξαφνα ήθελα, διάολε, να φύγω από κείνο το δωμάτιο. Μυριζόμουνα να πλησιάζει μια διάλεξη φοβερή και τρομερή. Όχι πως με πείραζε και πολύ η ιδέα, αλλά δεν είχα κανένα κέφι να μου κάνουνε διάλεξη και να μυρίζομαι Σταγόνες Βικς Για Τη Μύτη, και να κοιτάζω όλη την ώρα το γέρο-Σπένσερ με τις μπιζάμες του και το μπουρνούζι του. Λόγω τιμής, δεν είχα καμιά όρεξη. Και τότε άρχισε. Ας είναι.
«Τι σου συμβαίνει, αγόρι μου;» μου κάνει ο γέρο-Σπένσερ. Αυτό το είπε πολύ απότομα, για τέτοιος που ήτανε. «Πόσα μαθήματα είχες αυτό το τρίμηνο;»
«Πέντε, κύριε».
«Πέντε. Και σε πόσα πέφτεις;»
«Σε τέσσερα». Μετακούνησα λιγάκι τα κωλομέρια μου στο κρεβάτι. Ήτανε το πιο σκληρό κρεβάτι που είχα κάτσει ποτέ. «Πέρασα καλά τ’ αγγλικά», του λέω, «γιατί είχαμε κάνει όλα κείνα τα πράματα με το Μπέογουλφ και το Λόρδε Ράνταλ Γιε Μου όταν ήμουνα στο Γούτον. Θέλω να πω, στ’ αγγλικά δε χρειάστηκε να κάνω τίποτα, εξόν που έγραφα καμμιά έκθεση κάπου-κάπου».
—–Ούτε που μ’ άκουγε. Ποτέ του δε σ’ άκουγε άμα του ‘λεγες κάτι.
«Σ’ έκοψα στην ιστορία, γιατί απλούστατα δεν ήξερες απολύτως τίποτα».
«Το ξέρω, κύριε. Αν το ξέρω, λέει! Δε μπορούσατε να κάνετε κι αλλιώς».
«Απολύτως τίποτα», μου ξαναλέει. Αυτό με κάνει θηρίο. Όταν οι άλλοι σου λένε κάτι δυο φορές, αφού το ‘χεις παραδεχτεί με την πρώτη. Έπειτα το είπε τρεις φορές. «Μα απολύτως τίποτα. Αμφιβάλλω αν άνοιξες βιβλίο, έστω και μια φορά, όλο το τρίμηνο. Όχι, άνοιξες; Να πεις την αλήθεια, αγόρι μου».
«Ε, έριξα να πούμε μια ματιά κανά δυο φορές», του λέω. Δεν ήθελα να τον πληγώσω. Είχε ψώνιο με την ιστορία.
«Έριξες μια ματιά, ε;» μου λέει -πολύ σαρκαστικά. «Το, χμ, διαγώνισμά σου είναι εκεί, στη σιφονιέρα. Πάνω-πάνω στη στοίβα. Μου το φέρνεις σε παρακαλώ;»
—–Ήτανε πολύ βρώμικο κόλπο, αλλά πάντως σηκώθηκα και του το ‘φερα -δε μπορούσα να κάνω κι αλλιώς. Έπειτα ξανάκατσα σε κείνο το τσιμεντένιο κρεβάτι. Μάγκα μου, το ‘χα πικρομετανιώσει που είχα περάσει να τον χαιρετήσω. Έπιασε το γραφτό μου μ’ ένα τρόπο, λες κι ήτανε κουράδα ή κάτι τέτοιο.
«Είχαμε κάνει για τους Αιγύπτιους από τις 4 Νοέμβρη ως τις 2 Δεκέμβρη», μου λέει. «Μόνος σου διάλεξες να γράψεις γι’ αυτό το θέμα, από τις προαιρετικές ερωτήσεις. Θέλεις ν’ ακούσεις τι είχες να πεις;»
«Όχι κύριε, όχι και πάρα πολύ», του λέω. Εκείνος όμως το διάβασε. Δε μπορείς ποτέ να σταματήσεις ένα δάσκαλο, άμα του ‘χει μπει να κάνει κάτι. Αυτός το κάνει και τελειώνει.
«<Οι Αιγύπτιοι ήσαν μία αρχαία φυλή Καυκασίων, που κατοικούσε σε ένα από τα βόρεια τμήματα της Αφρικής. Η τελευταία, όπως όλοι γνωρίζουμε, είναι η μεγαλύτερη ήπειρος του ανατολικού ημισφαιρίου>». Ανακάθησα για ν’ ακούσω καλά όλες εκείνες τις αηδίες. Το δίχως άλλο, μου την είχε φέρει μπαμπέσικα. «<Οι Αιγύπτιοι μας προξενούν μεγάλο ενδιαφέρον ακόμα και σήμερα, για διάφορους λόγους. Φέρ’ ειπείν, η σύγχρονη επιστήμη θα ήθελε πολύ να ξέρει τι μυστικά υλικά χρησιμοποιούσαν οι Αιγύπτιοι όταν φάσκιωναν τους πεθαμένους, και δε σάπιζαν τα πρόσωπά τους επί αναρίθμητους αιώνες. Αυτό το εξαιρετικά ενδιαφέρον αίνιγμα, αποτελεί ακόμα μεγάλη πρόκληση για τη σύγχρονη επιστήμη του εικοστού αιώνα>». Σταμάτησε το διάβασμα και κατέβασε το γραφτό μου. Είχα αρχίσει σχεδόν να τον μισώ. «Το δοκίμιό σου, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, τελειώνει εδώ», μου λέει με κείνη τη πολύ σαρκαστική φωνή. Ποτέ μου δε θα φανταζόμουνα πως ένας τόσο γέρος άνθρωπος μπορεί να γίνεται έτσι σαρκαστικός, να πούμε. «Ωστόσο μου ‘γραψες κι ένα σημειωματάκι, κάτω-κάτω στη σελίδα», μου λέει.
«Το ξέρω», του λέω. Το είπα πολύ γρήγορα, γιατί ήθελα να τον σταματήσω πριν αρχίσει να το διαβάζει κι αυτό δυνατά. Αλλά δε σταμάταγε με τίποτα. Μπουρλότο είχε γίνει.
«<Αγαπητέ κύριε Σπένσερ>», διάβασε φωναχτά. «<Μόνο αυτά ήξερα για τους Αιγύπτιους. Δε μου φαίνεται πως μ’ ενδιαφέρουνε και πολύ, αν κι οι παραδόσεις σας είναι πολύ ενδιαφέρουσες. Εμένα πάντως δε με πειράζει που θα με κόψετε, αφού έτσι κι αλλιώς θα κοπώ σ’ όλα τα μαθήματα εκτός απ’ τ’ αγγλικά. Με Σεβασμό, Δικός σας, Χόλντεν Κώλφηλντ>». Κατέβασε τότε το κωλοδιαγώνισμά μου και με κοίταξε, σα να μ’ είχε σκίσει στο πινγκ πονγκ ή κάτι τέτοιο. Δε θα του το συχωρέσω ποτέ που μου διάβασε όλες αυτές τις αηδίες δυνατά. Πάντως εγώ ποτέ δε θα τις διάβαζα σε κείνον, αν εκείνος τις είχε γράψει -λόγω τιμής, δε θα το ‘κανα. Στο κάτω-κάτω, του είχα γράψει εκείνο το κωλοσημείωμα, μόνο και μόνο για να μη νιώθει άσκημα που θα μ’ έκοβε. «Μου κρατάς κακία που σ’ έκοψα, αγόρι μου;» μου λέει.
«Όχι, κύριε. Και βέβαια όχι», του λέω. Διάολε, ήθελα να πάψει να με λέει «αγόρι του» όλη την ώρα. Όταν ξεμπέρδεψε με το διαγώνισμά μου, έκανε πάλι να το πετάξει στο κρεβάτι. Μόνο που φυσικά πάλι ξαστόχησε. Αναγκάστηκα να ξανασηκωθώ και να το μαζέψω και να το βάλω πάνω στο Atlantic Monthly. Είναι σκέτη βαρεμάρα να κάνεις αυτή τη δουλειά κάθε τρεις και λίγο.
«Εσύ τι θα ‘κανες στη θέση μου;» μου λέει. «Πες μου την αλήθεια, αγόρι μου».
—–Ε λοιπόν, φαινότανε με την πρώτη πως ένιωθε σκατά που μ’ είχε κόψει. Άρχισα τότε να του λέω ό,τι μπούρδα μου κατέβαινε. Του είπα πως ήμουνα σωστός βλάκας και ξέρω γω τι. Του είπα πως και γω θα ‘κανα ακριβώς το ίδιο πράμα αν ήμουνα στη θέση του, και πως ο πολύς κόσμος δεν καταλαβαίνει πόσο δύσκολο είναι να ‘σαι δάσκαλος. Τέτοια πράματα. Όλο μπούρδες. Η πλάκα είναι όμως που, όσο του ξεφούρνιζα εκείνες τις μπούρδες, σκεφτόμουνα κάτι άλλο. Μένω στη Νέα Υόρκη, και σκεφτόμουνα εκείνη τη λιμνούλα στο Σέντραλ Παρκ, στη νότια μεριά του. Έλεγα μέσα μου, άραγε θα ‘χει παγώσει ώσπου να γυρίσω σπίτι, κι άμα παγώσει που θα πάνε οι πάπιες. Έλεγα, πού να πηγαίνουνε οι πάπιες, άμα παγώνει όλη η λίμνη από πάνω. Σκεφτόμουνα πως μπορεί να ‘ρχότανε κανένας με φορτηγό και τις πήγαινε στο ζωολογικό κήπο ή κάτι τέτοιο. Ή πάλι μπορεί να πετάγανε μόνες τους και να φεύγανε. Πάντως είμαι πολύ τυχερός, θέλω να πω, θα μπορούσα ν’ αραδιάζω μπούρδες στο γέρο Σπένσερ και να σκέφτομαι όλη την ώρα τις πάπιες. Είναι παράξενο. Δε χρειάζεται να σκέφτεσαι και πολύ άμα μιλάς με δάσκαλο. Άξαφνα όμως μ’ έκοψε εκεί που του ‘λεγα αυτές τις μπούρδες. Πάντα σ’ έκοβε όταν μίλαγες.
«Και πώς αισθάνεσαι για όλα αυτά, αγόρι μου; Πολύ μ’ ενδιαφέρει να μάθω. Μ’ ενδιαφέρει πολύ».
«Θέλετε να πείτε που με διώχνουν απ’ το Πένσυ και τα ρέστα;» του λέω. Μέσα μου παρακάλαγα σχεδόν να σκέπαζε το τρεμουλιάρικο στήθος του. Δεν ήτανε και τόσο ωραίο θέαμα.
«Αν δεν απατώμαι, νομίζω πως είχες πάλι προβλήματα και στη Σχολή Γούτον και στο Έλκτον Χιλς». Δεν το ‘πε μόνο σαρκαστικά, αλλά και με κακία από πάνω.
«Δεν είχα και τόσο μεγάλα προβλήματα στο Έλκτον Χιλς», του λέω. « Θέλω να πω, ούτε με διώξαν ούτε τίποτα. Ας πούμε πως παραιτήθηκα».
«Μπορώ να ρωτήσω γιατί;»
«Γιατί; Α, είναι πολύ μεγάλη ιστορία, κύριε. Θέλω να πω, είναι πολύ μπερδεμένη». Δεν είχα καμμιά όρεξη να του τα πω με το νι και με το σίγμα. Άσε που δε θα καταλάβαινε τίποτα. Δεν τα ‘πιανε κάτι τέτοια. Ένας από τους μεγαλύτερους λόγους που έφυγα απ’ το Έλκτον Χιλς, ήτανε επειδή όπου και να γύριζα, έπεφτα πάνω σε κάλπηδες. Αυτό είν’ όλο. Μόνο τη βιτρίνα κοιτάγανε. Για παράδειγμα, είχαμε κείνο το διευθυντή, τον κύριο Χάας, που ήτανε ο πιο κάλπης μπάσταρδος που έχω δει ποτέ στη ζωή μου. Δέκα φορές χειρότερος από το γέρο Θάρμερ. Ας πούμε, τις Κυριακές, ο γέρο Χάας σουλατσάριζε πέρα-δώθε κι έπιανε τις χαιρετούρες με τους γονείς, που ανέβαιναν με τ’ αμάξια τους στο σχολείο. Πούλαγε όλο γοητεία και τέτοια. Εξόν κι αν κανένα παιδί είχε τίποτα γονείς με αστείες φάτσες. Θα ‘πρεπε να ‘σαστε από μια μεριά, να βλέπατε πώς έκανε με τους γονείς του συγκάτοικού μου. Θέλω να πω, άμα η μάνα κανενός παιδιού ήτανε να πούμε χοντρή η γυναικούλα ή ξέρω γω τι, κι άμα ο πατέρας του ήτανε από κείνους τους τύπους που φοράνε κάτι κουστούμια με πολύ φαρδιούς ώμους και τίποτα ασπρόμαυρα παπούτσια για τα πανηγύρια, τότε ο γέρο Χάας τους έδινε το χέρι, τους έσκαγε κι ένα από κείνα τα κάλπικα χαμόγελα, κι έπειτα έπιανε ψιλή κουβέντα, μπορεί και μισή ώρα, με τους γονείς καποιανού άλλου. Εγώ κάτι τέτοια δεν τα χωνεύω. Μου ‘ρχεται τρέλα. Με πιάνει τέτοια πλάκωση, που μου στρίβει. Το μισούσα το Κωλοέλκτον Χιλς. Τότε κάτι με ρώτησε ο γέρο Σπένσερ, μα δεν τον άκουσα. Είχα το νου μου στο γέρο Χάας.
«Τι είπατε, κύριε;» του λέω.
«Έχεις καμμιά συγκεκριμένη τύψη, τώρα που φεύγεις απ’ το Πένσυ;»
«Ε… πώς… έχω μερικές τύψεις, να πούμε. Βέβαια… Πάντως όχι και πολλές. Ή πάντως όχι ακόμα. Θέλω να πω, ακόμα δεν το καλοχώνεψα. Πάντα μου παίρνει λίγο καιρό να τα χωνεύω όλα. Το μόνο που σκέφτομαι τώρα, είναι που θα γυρίσω σπίτι την Τετάρτη. Είμαι μεγάλος βλάκας».
«Και το μέλλον σου δε σ’ απασχολεί καθόλου, αγόρι μου;»
«Α, βέβαια, μ’ απασχολεί κάπως, σίγουρα. Οπωσδήποτε και μ’ απασχολεί. Βέβαια». Το σκέφτηκα μισό λεφτό. «Όχι όμως και τόσο, υποθέτω. Όχι και τόσο».
«Θα σ’ απασχολήσει», μου κάνει ο γέρο Σπένσερ. «Θα σ’ απασχολήσει, αγόρι μου. Αλλά θα ‘ναι πια πολύ αργά». Αυτό δε μ’ άρεσε όπως το ‘πε. Λες κι ήμουνα πεθαμένος ή κάτι τέτοιο. Ήτανε πολύ θλιβερό.
«Μπορεί», του λέω.
«Θα ‘θελα να σου βάλω λίγη γνώση στο κεφάλι σου, αγόρι μου. Προσπαθώ να σε βοηθήσω. Προσπαθώ να σε βοηθήσω, αν μπορώ». Στ’ αλήθεια προσπαθούσε. Φαινότανε. Έφταιγε όμως που βρισκόμαστε ο ένας στην ανατολή κι ο άλλος στη δύση. Αυτό είν’ όλο.
«Το ξέρω πως προσπαθείτε, κύριε», του λέω. «Ευχαριστώ πολύ. Σοβαρά. Το εκτιμώ πραγματικά. Αλήθεια». Τότε σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι. Μάγκα μου, δεν καθόμουνα άλλο εκεί πέρα, ούτε δέκα λεφτά, ακόμα κι αν ήτανε για ζωή και για θάνατο. «Το ζήτημα είναι όμως ότι πρέπει να πηγαίνω τώρα. Έχω ένα σωρό σύνεργα στο γυμναστήριο, και πρέπει να τα
μαζέψω για να τα πάρω σ πίτι. Αλήθεια». Με κοίταξε κι άρχισε να κουνάει πάλι το κεφάλι του, με κείνη τη πολύ σοβαρή έκφραση. Διάολε, έτσι άξαφνα τον λυπήθηκα. Έλα όμως που δεν ήτανε για να μείνω άλλο εκεί, γιατί βρισκόμαστε ο ένας στην ανατολή κι ο άλλος στη δύση, και ξαστόχιζε κάθε που πέταγε κάτι στο κρεβάτι, και φόραγε κείνο το άθλιο παλιομπούρνουζο και φαινότανε το στήθος του, κι είχε παντού κείνη τη γριπιασμένη μυρωδιά, από Σταγόνες Βικς Για Τη Μύτη. «Κοιτάξτε. Μη στεναχωριόσαστε για μένα», του κάνω. «Το πιστεύω που το λέω. Θα συνέρθω. Περνάω τη φάση μου, αυτό είν’ όλο. Όλοι περνάνε τις φάσεις τους και τα ρέστα, έτσι;»
«Δεν ξέρω, αγόρι μου. Δεν ξέρω». Το σιχαίνομαι άμα σου απαντάνε έτσι.
«Μα βέβαια. Και βέβαια περνάνε», του λέω. «Είμαι σίγουρος κύριε. Σας παρακαλώ, μην ανησυχείτε για μένα». Έβαλα κάπως το χέρι μου στον ώμο του. «Εντάξει;» του λέω.
«Δε θες μια κούπα κακάο πριν φύγεις; Η κυρία Σπένσερ θα —»
«Πολύ θα το ‘θελα, ειλικρινά, αλλά το ζήτημα είναι πως πρέπει να πηγαίνω. Πρέπει να πάω αμέσως στο γυμναστήριο. Πάντως ευχαριστώ. Ευχαριστώ πολύ, κύριε». Έπειτα δώσαμε τα χέρια, και τέτοιες αηδίες. Διάολε, μ’ είχε πιάσει όμως μια λύπη, άλλο πράμα. «Θα σας γράψω δυο λόγια, κύριε. Περαστικά για τη γρίπη σας τώρα».
«Στο καλό, αγόρι μου».
Μετά που έκλεισα την πόρτα και γύρισα να πάω στο σαλόνι, κάτι έσκουξε, μα δεν τον άκουσα καλά. Είμαι απόλυτα σίγουρος πως μου έσκουξε «Καλή τύχη!» Ελπίζω όχι. Μα το διάολο, όχι. Στο κάτω κάτω εγώ δε θα έσκουζα ποτέ «Καλή τύχη!» σε κανένανε. Άμα το καλοσκεφτείς, είναι απαίσιο.
Κεφ. 3ον
—–ΕΙΜΑΙ ο πιο φοβερός ψεύτης που είδατε ποτέ στη ζωή σας. Είναι φρίκη. Πηγαίνω στο ψιλικατζίδικο ν’ αγοράσω ένα περιοδικό, που λέει ο λόγος, και κάποιος με ρωτάει για που το ‘βαλα. Ε λοιπόν, δεν το ‘χω σε τίποτα να πω ότι πηγαίνω στην όπερα. Είναι τρομερό. Έτσι, όταν είπα στο γέρο Σπένσερ πως έπρεπε να πάω στο γυμναστήριο να μαζέψω τα συμπράγκαλά μου, ήτανε πέρα για πέρα ψέμματα. Εγώ ούτε που φυλάω τα κωλοπράματά μου στο γυμναστήριο. Εκεί που έμενα στο Πένσυ, ήτανε η Αναμνηστική Πτέρυγα Όσενμπούργκερ, στους νέους κοιτώνες. Ήτανε μόνο για παιδιά της τρίτης και για τελειόφοιτους. Εγώ ήμουνα στη τρίτη. Ο συγκάτοικός μου ήτανε τελειόφοιτος. Τη πτέρυγα την είχανε βγάλει έτσι από κείνο τον τύπο τον Όσενμπούργκερ, που πήγαινε παλιά στο Πένσυ. Όταν έφυγε απ’ το Πένσυ, μπλέχτηκε μ’ εργολαβίες κηδειών κι έπιασε τη καλή. Αυτό που ‘κανε, ήτανε που άνοιξε γραφεία κηδειών σ ‘ ολόκληρη τ η χώρα, κ αι μπορούσες να θάψεις όλο σου το σόι, πέντε δολάρια το κομμάτι. Έπρεπε να βλέπατε από μια μεριά το γέρο Όσενμπούργκερ. Κόβω το κεφάλι μου πως τους χώνει σ’ ένα τσουβάλι και τους φουντέρνει στο ποτάμι. Τέλος πάντων, πρέπει να ‘δωσε στο Πένσυ ένα κάρο λεφτά και βγάλανε μια πτέρυγα με τ’ όνομά του. Στο 1ο ματς της χρονιάς, μας κουβαλήθηκε στο σχολείο με κείνη την ανοικονόμητη τη κωλοκάντιλακ που ‘χε κι όλοι αναγκαστήκαμε να σηκωθούμε όρθιοι στις κερκίδες και να του τραβήξουμε ένα τραινάκι -τραινάκι λέμε τη ζητωκραυγή. Μετά, την άλλη μέρα στον εκκλησιασμό, έβγαλε ένα λόγο που βάστηξε κάπου δέκα ώρες. Στην αρχή μας αράδιασε καμμιά πενηνταριά κρύα καλαμπούρια, για να μας δείξει πόσο ξηγημένος ήτανε και τα ρέστα. Μεγάλη δουλειά. Έπειτα άρχισε να μας λέει πως ποτέ του δε ντράπηκε, άμα είχε κανένα πρόβλημα ή κάτι τέτοιο, να πέφτει στα γόνατα και να παρακαλάει το Θεό. Μας είπε πως πρέπει πάντα να προσευχόμαστε στο Θεό -να του κουβεντιάζουμε και τα ρέστα- όπου κι αν βρισκόμαστε. Μας είπε πως πρέπει να λογαριάζουμε το Χριστό σα φιλαράκο μας να πούμε, ή ξέρω ‘γω τι. Μας είπε πως και κείνος μίλαγε κάθε τρεις και λίγο με το Χριστό. Ακόμα κι όταν οδήγαγε τ’ αμάξι του. Αυτό με πέθανε. Φαντάστηκα το μπάσταρδο τον κάλπη να βάζει πρώτη και να λέει, Χριστούλη μου, στείλε μου κι άλλα κουφάρια πελατεία. Το μόνο ωραίο σημείο του λόγου του ήταν ακριβώς στη μέση. Εκεί που μας έ λεγε τι καλός που ‘τανε, τι έξυπνος και τα ρέστα, άξαφνα κείνο το παιδί που καθότανε στη μπροστινή σειρά, ο Έντγκαρ Μαρσάλα, αμόλησε μια τρομερή κλανιά. Ήτανε πολύ χοντρό πράμα, μέσα στην εκκλησία και τα ρέστα, αλλά είχε μεγάλη πλάκα. Α ρε Μαρσάλα παλιόφιλε. Ο διάολος, κόντεψε να τινάξει τη σκεπή στον αέρα. Ούτε ένας δεν τόλμησε να γελάσει δυνατά κι ο γέρο Όσενμπούργκερ έκανε πως δεν άκουσε, όμως ο γέρο Θάρμερ, ο διευθυντής, καθότανε ακριβώς δίπλα του στο βήμα, και καταλάβαινες με τη πρώτη αν την είχε ακούσει ή όχι. Μάγκα μου, ήτανε όλο φούρκα. Δεν είπε όμως κουβέντα. Το άλλο βράδυ μας έβαλε αναγκαστική μελέτη στην τάξη, κι έπειτα ήρθε και μας έβγαλε λόγο. Είπε πως το παιδί που είχε κάνει τη φασαρία στον εκκλησιασμό δεν ήταν άξιο να πηγαίνει στο Πένσυ. Ιδρώσαμε να κάνουμε το φιλαράκο το Μαρσάλα ν’ αμολήσει κι άλλη μια, εκεί που έβγαζε λόγο ο γέρο Θάρμερ, αλλά δεν του ‘ρχότανε. Τέλος πάντων, εκεί έμενα στο Πένσυ. Στην Αναμνηστική Πτέρυγα του Γέρο Όσενμπούργκερ, στους νέους κοιτώνες.
—–Ήτανε πολύ όμορφα που ξαναγύριζα στο δωμάτιό μου, μετά που έφυγα από του γέρο Σπένσερ, γιατί όλοι είχανε κατέβει στο ματς και το καλοριφέρ ήταν αναμμένο, έτσι για ποικιλία. Βρήκα λιγάκι τη βολή μου. Έβγαλα το πανωφόρι και τη γραβάτα μου και ξεκούμπωσα το γιακά μου κι έπειτα φόρεσα κείνο το καπέλο που είχα αγοράσει το πρωί στη Νέα Υόρκη. Ήτανε ένα κόκκινο κυνηγετικό καπέλο, μ’ ένα από κείνα τα πολύ μακρουλά γείσα. Το ‘χα δει σε μια βιτρίνα, σε κείνο το μαγαζί με τ’ αθλητικά, μόλις βγήκαμε απ’ το τραίνο, μετά που κατάλαβα πως είχα χάσει εκείνα τ’ αναθεματισμένα τα ξίφη. Έκανε ένα δολάριο. Έτσι ό πως το φόρεσα, σήκωσα προς τα πίσω και κείνο το παλιογείσο -σύμφωνοι, ήτανε αηδία, όμως εμένα μ’ άρεσε έτσι. Μου πήγαινε πολύ όταν το φόραγα έτσι. Έπειτα πήρα ένα βιβλίο που διάβαζα και κάθησα στην πολυθρόνα μου. Κάθε δωμάτιο έχει δυο πολυθρόνες. Εγώ είχα τη μία, κι ο συγκάτοικός μου, ο Γουώρντ Στράντλεητερ, είχε την άλλη. Τα μπράτσα τους είχανε γίνει να τα κλαις, γιατί όλο και κάποιος καθότανε πάνω, αλλά πάντως ήτανε πολύ αναπαυτικές πολυθρόνες.
—–Το βιβλίο που διάβαζα, ήτανε ένα που είχα πάρει από τη βιβλιοθήκη κατά λάθος. Μου δώσανε λάθος βιβλίο και δεν το πρόσεξα μέχρι που γύρισα στο δωμάτιό μου. Μου δώσανε το Έξω απ’ την Αφρική, του Άισακ Ντίνσεν. Έλεγα πως θα ‘ναι καμιά σαχλαμάρα, αλλά δεν ήτανε. Ήτανε πολύ καλό βιβλίο. Είμαι εντελώς αστοιχείωτος, αλλά διαβάζω πολύ. Ο καλύτερός μου συγγραφέας είναι ο αδερφός μου ο D.B. και μετά έρχεται ο Ρινγκ Λάρντνερ. Ο αδερφός μου μου ‘χε χαρίσει ένα βιβλίο του Ρινγκ Λάρντνερ στα γενέθλιά μου, λίγο πριν πάω στο Πένσυ. Έλεγε κάτι πολύ αστεία και παλαβά πράματα εκεί μέσα κι έπειτα είχε και μια ιστορία για ένα τροχονόμο που ερωτεύεται μια νοστιμούλα, που τρέχει πάντα του σκοτωμού. Μόνο που είναι παντρεμμένος, ο τροχονόμος κι έτσι δε μπορεί να τη παντρευτεί ή ξέρω ‘γω τι. Και μετά το κορίτσι σκοτώνεται, επειδή όλο τρέχει. Εκείνη η ιστορία μ’ έκανε λιώμα. Αυτό που μ’ αρέσει περισσότερο, είναι κανένα βιβλίο που να έχει και λίγη πλάκα πού και πού. Διαβάζω ένα σωρό κλασικά βιβλία, όπως την Επιστροφή στην Πατρίδα και τα λοιπά, και μ’ αρέσουνε και διαβάζω ένα σωρό πολεμικά και αστυνομικά και τα ρέστα, αλλά δε μου τη δίνουνε και τόσο πολύ.
—–Αυτό που μου τη δίνει στ’ αλήθεια είναι ένα βιβλίο που, άμα το τελειώσεις, θα ‘θελες να ‘χεις φιλαράκο σου το συγγραφέα που το ‘γραψε και να μπορείς να τον παίρνεις τηλέφωνο όποτε σου κάνει όρεξη. Αυτό όμως δε μου συμβαίνει και πολύ. Δε θα με πείραζε να πάρω στο τηλέφωνο κείνο τον Άισακ Ντίνσεν. Και το Ρινγκ Λάρντνερ, εξόν που ο D.B. μου ‘πε πως έχει πεθάνει. Πάρτε όμως εκείνο το βιβλίο, την Ανθρώπινη Δουλεία του Σώμερσετ Μωμ. Το διάβασα πέρσι το καλοκαίρι. Είναι πολύ καλό βιβλίο και τα ρέστα, αλλά δε θα ‘θελα να τηλεφωνήσω του Μωμ. Δεν ξέρω. Απλά και μόνο δεν είναι απ’ τους τύπους που θα ‘θελα να τηλεφωνήσω. Αυτό είν’ όλο. Πιο καλά θα μ’ άρεσε να τηλεφωνήσω του Τόμας Χάρντυ. Μ’ αρέσει εκείνη η Ευσταθία Βάι. Τέλος πάντων, φόρεσα το καινούργιο μου καπέλο και κάθησα κι άρχισα να διαβάζω εκείνο το βιβλίο, Έξω απ’ την Αφρική. Το είχα διαβάσει ολόκληρο, αλλά ήθελα να ξαναδιαβάσω ορισμένα κομμάτια. Είχα διαβάσει όλες κι όλες κάπου τρεις σελίδες όμως, όταν άξαφνα άκουσα κάποιονε να μπαίνει από τις κουρτίνες του ντους. Χωρίς να σηκώσω τα μάτια μου, ήξερα από την πρώτη στιγμή ποιος ήτανε.
—–Ήταν ο Ρόμπερτ Άκλεϋ, κείνο το παιδί που ‘μενε στο διπλανό μου δωμάτιο. Στη δικιά μας πτέρυγα είχε ένα ντους κάθε δυο δωμάτια, ακριβώς στη μέση και κάπου ογδόντα πέντε φορές τη μέρα ο γέρο Άκλεϋ ερχότανε και μου γινότανε τσιμπούρι. Πρέπει να ‘τανε το μόνο παιδί σ’ ολόκληρο τον κοιτώνα, έξω εγώ, που δεν είχε κατέβει στο ματς. Αυτός ποτέ δεν πήγαινε πουθενά. Ήτανε πολύ μυστήριος τύπος. Ήτανε τελειόφοιτος κι είχε να πούμε τέσσερα χρόνια στο Πένσυ, αλλά ποτέ κανένας δεν τον φώναζε τίποτ’ άλλο εκτός από «Άκλεϋ». Ούτε κι ο Χερμπ Γκέηλ, ο συγκάτοικός του, δεν τον φώναζε ποτέ «Μπομπ» ή και σκέτο «Ακ». Άμα παντρευτεί ποτέ του, το πιθανότερο είναι πως κι η ίδια του η γυναίκα θα τόνε φωνάζει «Άκλεϋ». Ήτανε από κείνους τους πολύ πολύ ψηλούς τύπους με τους στρογγυλούς ώμους -κάπου ένα ενενήντα μπόι- με απαίσια δόντια. Όλο τον καιρό που έμενε στο διπλανό δωμάτιο, δεν τον είδα να πλένει τα δόντια του ούτε μισή φορά. Ήτανε πάντα σα χορταριασμένα, σκέτη σιχασιά. Διάολε, άμα τον έβλεπες στη τραπεζαρία με το στόμα μπουκωμένο πουρέ και μπιζέλια, ή ξέρω γω τι, σου ‘ρχότανε να ξεράσεις. Έπειτα, ήτανε γεμάτος μπιμπίκια. Όχι μόνο στο κούτελο και στο πηγούνι, όπως τα πιο πολλά παιδιά, αλλά παντού, σ’ όλη τη μούρη του. Και σα να μη φτάνανε όλα αυτά, ήτανε και κωλοχαρακτήρας. Ήτανε ακόμα και κάπως χαιρέκακος. Για να σας πω την αλήθεια, δεν τρελαινόμουνα και πολύ για δαύτονε.
—–Τον ένιωθα που στεκότανε στο πεζούλι του ντους, ακριβώς πίσω απ’ τη πολυθρόνα μου, και κοίταγε να δει αν ήτανε πουθενά ο Στράντλεητερ. Δεν τον χώνευε καθόλου και γι’ αυτό δεν πάταγε στο δωμάτιο όταν ήτανε μέσα ο Στράντλεητερ. Διάολε, αυτός δε χώνευε μήτε τ’ άντερά του. Κατέβηκε απ’ το πεζούλι του ντους και μπήκε στο δωμάτιο.
«Γεια», μου λέει. Πάντα το ‘λεγε σα να βαριέται τρομερά ή σα να ‘ναι τρομερά κουρασμένος. Δεν ήθελε να νομίζεις πως σου κουβαλιότανε επίσκεψη ή κάτι τέτοιο. Ήθελε να νομίζεις πως μπήκε μέσα κατά λάθος, στο Θεό σου.
«Γεια», του λέω, μα δε σήκωσα τα μάτια μου απ’ το βιβλίο. Άμα είχες να κάνεις με κάποιον σαν τον Άκλεϋ και σήκωνες τα μάτια σου απ’ το βιβλίο, ήσουνα χαμένος. Δηλαδή, εδώ που τα λέμε, έτσι κι αλλιώς ήσουνα χαμένος, αλλά πάντως όχι τόσο γρήγορα, όπως άμα κοίταγες αμέσως. Άρχισε να σουλατσέρνει στο δωμάτιο, πολύ αργά και τα ρέστα, όπως έκανε πάντα, κι έπιανε τα πράματά σου στο γραφείο και στη σιφονιέρα σου. Πάντα έπιανε τα ξένα πράματα και τα περιεργαζότανε. Μάγκα μου, ήτανε φορές που μου ‘σπαγε τα νεύρα.
«Πώς πήγε η ξιφομαχία;» μου λέει. Ήθελε ντε και καλά να με κάνει να παρατήσω το διάβασμα επειδή το γλένταγα. Πεντάρα δεν έδινε για την ξιφομαχία. «Τι έγινε; Κερδίσαμε;» μου κάνει.
«Κανένας δεν κέρδισε», του λέω. Αλλά χωρίς να σηκώσω τα μάτια μου.
«Τι;» μου κάνει. Πάντα σ’ έβαζε να λες το κάθε πράμα δυο φορές.
«Κανένας δεν κέρδισε», του ξαναλέω. Τον κοίταξα στα κλεφτά, να δω τι πασπάτευε πάνω στη σιφονιέρα μου. Χάζευε πάλι τη φωτογραφία εκείνου του κοριτσιού που τα ‘χαμε στη Νέα Υόρκη, Σάλυ Χέης τη λέγανε. Θα πρέπει να ‘χε πιάσει κείνη την κωλοφωτογραφία για να την κοιτάξει τουλάχιστο πέντε χιλιάδες φορές, απ’ όταν την είχα πάρει. Άμα τέλειωνε, πάντα την ακούμπαγε μετά σε λάθος θέση. Το ‘κανε ξεπίτηδες, πάω στοίχημα.
«Κανείς δεν κέρδισε;» μου λέει. «Πώς έτσι;»
«Ξέχασα τα ξίφη και τα κωλοσύνεργα στον υπόγειο». Πάλι δεν τον κοίταξα.
«Στον υπόγειο; Έλα Θε μου! Τα έχασες πάει να πει;»
«Μπήκαμε σε λάθος τραίνο. Έπρεπε να σηκώνομαι να κοιτάω όλη την ώρα εκείνο τον κωλοχάρτη στον τοίχο». Πλησίασε και στάθηκε μπροστά στο φως μου. «Έι», του λέω. «Έχω διαβάσει είκοσι φορές την ίδια πρόταση απ’ την ώρα που μπήκες». Όποιος άλλος και να ‘τανε εκτός απ’ τον Άκλεϋ, θα την έπιανε αμέσως τη μπηχτή, διάολε. Αυτός όμως τίποτα.
«Λες να σε βάλουνε να τα πληρώσεις;» μου λέει.
«Ούτε ξέρω κι ούτε με κόφτει. Ρε Άκλεϋ σπόρε, δεν κάθεσαι σε καμμιά μεριά; Μου κόβεις το φως, διάολε». Δεν του άρεσε καθόλου άμα τον έλεγες «ρε Άκλεϋ σπόρε». Μου ‘λεγε όλο πως εγώ ήμουνα σπόρος, επειδή εγώ ήμουνα δεκάξι και κείνος δεκαοχτώ. Θηρίο γινόταν άμα τον έλεγα «ρε Άκλεϋ σπόρε». Πάντως δεν το κούνησε από κει. Ήτανε ακριβώς από κείνους τους τύπους, που δε φεύγουνε απ’ το φως σου όταν τους το ζητάς. Στο τέλος βέβαια έφευγε, αλλά αργούσε ξεπίτηδες περισσότερο άμα του το γύρευες.
«Τι διάολο διαβάζεις;» μου λέει.
«Ένα κωλοβιβλίο». Μου το ‘κανε πίσω με το χέρι του για να δει τον τίτλο.
«Λέει τίποτα;» μου κάνει.
«Αυτή η φράση που διαβάζω είναι απίθανη». Άμα είμαι σε φόρμα σαρκάζω καταπληκτικά. Δεν το ‘πιασε όμως. Άρχισε να σουλατσέρνει πάλι γύρω γύρω στο δωμάτιο, και ψαχούλευε τα πράματά μου και τα πράματα του Στράντλεητερ. Στο τέλος ακούμπησα το βιβλίο στο πάτωμα. Τίποτα δε μπορείς να διαβάσεις μ’ ένα τύπο σαν τον Άκλεϋ να σε γυροφέρνει. Είναι αδύνατο. Γλίστρησα κάτω κάτω στην πολυθρόνα μου και κοίταζα το γέρο Άκλεϋ που βολευότανε σα στο σπίτι του. Ήμουνα λιγάκι κουρασμένος απ’ το ταξίδι στη Νέα Υόρκη και τα ρέστα, κι άρχισα να χασμουριέμαι. Έπειτα άρχισα τις πλάκες μου. Καμμιά φορά κάνω μεγάλες πλάκες, έτσι για να μη βαριέμαι. Αυτό που έκανα, ήτανε που γύρισα μπροστά το παλιογείσο του κυνηγετικού καπέλου μου κι έπειτα το κατέβασα κάτω κάτω και σκέπασα τα μάτια μου. Έτσι όπως το ‘βαλα δεν έβλεπα τίποτα, διάολε.
«Θαρρώ πως χάνω το φως μου», λέω με κείνη τη βραχνή φωνή που κάνω. «Καλή μου μανούλα, όλα σκοτεινιάζουν γύρω μου».
«Είσαι μουρλός. Μα το Θεό», μου κάνει ο Άκλεϋ.
«Καλή μου μητερούλα, δώσμου το χέρι σου. Γιατί δε μου δίνεις το χεράκι σου;»
«Στο Θεό σου ρε, δε θα μεγαλώσεις ποτέ;»
—–Άρχισα να ψαχουλεύω ίσια μπροστά, με τα χέρια τεντωμένα σαν τυφλός, αλλά χωρίς να σηκώνομαι ούτε τίποτα. Όλη την ώρα έλεγα. «Καλή μου μανούλα, γιατί δε μου δίνεις το χεράκι σου;» Φυσικά μόνο πλάκα ήτανε. Αυτές οι πλάκες μου τη δίνουνε καμμιά φορά. Κι έπειτα ήξερα πως ο γέρο Άκλεϋ γινότανε βαπόρι. Πάντα μου ξύπναγε μέσα μου το σαδιστή. Καμμιά φορά του φέρνομαι πολύ σαδιστικά. Στο τέλος όμως το ‘κοψα. Σήκωσα πάλι το γείσο προς τα πάνω και κάθησα ήσυχα.
«Τίνος είναι αυτό;» μου λέει ο Άκλεϋ. Είχε πιάσει την επιγονατίδα του συγκάτοικού μου και την ανέμιζε να τη δω. Εκείνος ο τύπος ο Άκλεϋ όλα ήθελε να τα πασπατεύει. Μπορούσε να πιάσει μέχρι και το σπασουάρ σου, να πούμε. Του είπα πως ήτανε του Στράντλεητερ. Κι έτσι την πέταξε πάνω στο κρεβάτι του Στράντλεητερ. Την είχε βγάλει από τη σιφονιέρα του Στράντλεητερ και γι’ αυτό την πέταξε στο κρεβάτι του. Πλησίασε και κάθησε στο μπράτσο της πολυθρόνας του Στράντλεητερ. Ποτέ του δεν καθότανε κανονικά στην πολυθρόνα, όπως όλος ο κόσμος. Μόνο στο μπράτσο. «Πού διάολο το κονόμησες το καπέλο;» μου λέει.
«Στη Νέα Υόρκη».
«Πόσο;»
«Ένα δολάριο».
«Σε κλέψανε». Άρχισε να καθαρίζει τα βρωμόνυχά του μ’ ένα σπίρτο. Όλη την ώρα τα νύχια καθάριζε. Από ‘να μέρος είχε μεγάλη πλάκα. Τα δόντια του ήτανε πάντα σα να ‘χε φυτρώσει χορτάρι και τ’ αυτιά του πιγκωμένα στη βρώμα, αλλά καθάριζε τα νύχια του όλη την ώρα. Μπορεί να πίστευε πως έτσι περνιέται για πολύ παστρικός. Ξανακοίταξε πάλι το καπέλο μου εκεί που τα καθάριζε. «Στο Θεό σου», μου λέει. «Τέτοια καπέλα φοράμε στον τόπο μου για να κυνηγάμε ελάφια. Αυτό είναι καπέλο για ελαφοκυνηγούς».
«Εμένα μου λες;» Το ‘βγαλα και το κοίταξα. Έκλεισα κάπως και το ‘να μάτι, σα να το σημάδευα. «Είναι καπέλο για ανθρωποκυνηγούς», του λέω. «Κυνηγάω ανθρώπους μ’ αυτό το καπέλο».
«Οι γέροι σου το μάθανε πως πήρες πόδι;»
«Όχι».
«Πού διάολο γυρνάει ο Στράντλεητερ;»
«Κάτω στο ματς. Με μια κοπέλα». Χασμουρήθηκα. Είχα ξελιγωθεί στο χασμουρητό. Η αλήθεια είναι πως το δωμάτιο ήτανε πολύ ζεστό, διάολε. Σου ‘ρχότανε νύστα. Έτσι γινότανε στο Πένσυ. Ή απ’ το κρύο θα πέθαινες ή απ’ τη ζέστη.
«Ο μέγας Στράντλεητερ», μου κάνει ο Άκλεϋ. «Ρε συ, δώσμου μισό λεφτάκι το ψαλίδι σου. Το ‘χεις πρόχειρο;»
«Όχι. Το ‘χω μαζέψει με τα πράματά μου. Είναι κει πάνω στη ντουλάπα».
«Πιάσε μου το μισό λεφτό», λέει ο Άκλεϋ. «Έχω μια παρανυχίδα και θέλω να τη κόψω».
—–Ούτε που τον ένοιαζε αν είχες αμπαλαρισμένο αυτό που σου ζήταγε και το ‘χες βάλει πάνω στη ντουλάπα. Του το ‘δωσα όμως. Μάλιστα, κόντεψα να σκοτωθώ. Την ώρα που άνοιγα την πόρτα της ντουλάπας, έπεσε στο κεφάλι μου η ρακέτα του Στράντλεητερ με τη ξύλινη πρέσα της. Έκανε ένα μπαμ που χάλασε ο κόσμος και με ξέρανε απ’ τον πόνο. Ο γέρο Άκλεϋ κόντεψε να πεθάνει. Άρχισε να γελάει με κείνη την ψιλή φάλτσα φωνή του. Γέλαγε όλη την ώρα, όσο κατέβαζα τη βαλίτσα κι έβγαζα το ψαλίδι για την αφεντιά του. Κάτι τέτοια -όπως άμα σου ‘ρχεται καμμιά πέτρα στο κεφάλι και τα ρέστα- κάνουνε το γέρο Άκλεϋ να κατουριέται.
«Άκλεϋ σπόρε, έχεις πολύ χιούμορ, διάολε», του λέω. « Το ξέρεις;» Του ‘δωσα το ψαλιδάκι. « Ρε συ, με θες για μάνατζερ; θα σε βάλω να παίζεις στο ράδιο». Ξανάκατσα στην πολυθρόνα μου και κείνος άρχισε να κόβει τις νυχάρες του που μοιάζανε ίδια καβούκια. «Κοίτα δω», του λέω, « δεν πας να τα κόψεις στο τραπέζι; Άντε στο τραπέζι να τα κόψεις, ε; Δεν έχω καμμιά όρεξη να πατάω τα βρωμόνυχά σου μετά που θα ξυπολυθώ». Εκείνος όμως συνέχισε να τα πετάει στο πάτωμα. Είχε σιχαμερά χούγια. Λόγω τιμής.
«Με ποια κοπέλα είναι ο Στράντλεητερ;» μου λέει. Πάντα του κράταγε λογαριασμό με ποια κορίτσια έβγαινε ο Στράντλεητερ, κι ας μην τόνε χώνευε.
«Δεν ξέρω. Γιατί;»
«Έτσι, ρώτησα. Μάγκα μου, δεν τ’ αντέχω το κωλόπαιδο. Είναι από κείνα τα κωλόπαιδα που πραγματικά δεν τ’ αντέχω».
«Εκείνος όμως τρελαίνεται για σένα. Μου ‘λεγε κιόλας, πως σε βρίσκει σωστό κωλοπρίγκηπα», του λέω. Πολλές φορές μ’ αρέσει να λέω τους άλλους πρίγκηπες, άμα κάνω τις πλάκες μου. Έτσι τα βολεύω κι ούτε βαριέμαι, ούτε τίποτα.
«Πολύ τον καμπόσο μας κάνει όλη την ώρα», μου λέει ο Άκλεϋ. «Δεν το αντέχω το κωλόπαιδο. Λες και-»
«Σε πειράζει να κόβεις τα νύχια σου στο τραπέζι, ε;» του λέω. «Σου το ‘πα πενήντα —»
«Πολύ τον καμπόσο μας κάνει όλη την ώρα», μου ξαναλέει ο Άκλεϋ. «Εγώ πάντως δεν το βρίσκω καθόλου έξυπνο το κωλόπαιδο. Νομίζει πως είναι. Νομίζει πως είναι ο πιο —»
«Ρε Άκλεϋ! Στο Θεό σου. Σε παρακαλώ, κόβε τα βρωμόνυχά σου στο τραπέζι! Σου το ‘πα π ενήντα φορές!» Άρχισε να κόβει τα νύχια του στο τραπέζι, έτσι γι’ αλλαγή. Ο μόνος τρόπος για να τον αναγκάσεις να κάνει κάτι, ήτανε να του βάλεις τις φωνές. Κάθησα λίγο και τον έβλεπα. Έπειτα του λέω, «Ξέρω γιατί είσαι τσαντισμένος με το Στράντλεητερ. Είναι που σου είπε πως δε βλάφτει να πλένεις και καμμιά φορά τα δόντια σου. Δε σου το ‘πε όμως για βρισιά, κι ας το φώναξε δυνατά. Μπορεί να μη το ‘πε όπως έπρεπε, όμως δεν το ‘πε για να σε βρίσει. Το μόνο που ‘θελε να πει, ήτανε πως και πιο εντάξει θα φαινόσουνα και πιο καλά θα ‘νιωθες, αν έπλενες τα δόντια σου κάπου κάπου».
«Εγώ τα δόντια μου τα πλένω και κόφ’ το».
«Δεν τα πλένεις. Σ’ έχω δει και ξέρω πως δεν τα πλένεις», του λέω. Δεν του το ‘πα ό μως με κακία. Ένιωθα κάτι σα λύπηση για δαύτονε, με κάποιο τρόπο. Θέλω να πω, κανονικά δεν είναι βέβαια και πολύ ωραίο να σου λένε κατάμουτρα πως δεν πλένεις τα δόντια σου. «Ο Στράντλεητερ είναι εντάξει. Δεν είναι και τόσο κακός», του λέω. «Είναι που δεν τον ξέρεις, αυτό φταίει».
«Πάντως εγώ σου λέω πως είναι κωλόπαιδο. Κωλόπαιδο και ψωροφαντασμένος».
«Σύμφωνοι, είναι φαντασμένος, αλλά σε μερικά πράματα είναι πολύ εντάξει. Στ’ αλήθεια», του λέω. «Κοίτα δω, ας πούμε για παράδειγμα πως ο Στράντλεητερ φόραγε μια γραβάτα ή ξέρω γω τι, που σ’ άρεσε. Ας πούμε πως φόραγε μια γραβάτα που σ’ άρεσε πάρα πολύ -σου δίνω ένα παράδειγμα, να πούμε. Ξέρεις τι θα ‘κανε τότε; Θα την έβγαζε και θα στην έδινε. Αλήθεια. Ή πάλι ξέρεις τι άλλο μπορεί να ‘κανε; Θα σου την άφηνε πάνω στο κρεβάτι σου ή κάτι τέτοιο. Πάντως θα στην έδινε την κωλογραβάτα. Τα περισσότερα παιδιά θα-»
«Διάολε», μου λέει ο Άκλεϋ. «Άμα είχα κι εγώ τα λεφτά του, το ίδιο θα ‘κανα».
«Άμ’ δε θα το ‘κανες», κούνησα το κεφάλι μου. «Όχι, δε θα το ‘κανες, Άκλεϋ σπόρε. Άμα είχες τα λεφτά του, θα ‘σουνα ένας απ’ τους πιο μεγάλους-»
«Να μη με ξαναπείς <Άκλεϋ σπόρε>, που να πάρει ο διάολος. Είμαι αρκετά μεγάλος για βρωμοπατέρας σου».
«Όχι δεν είσαι». Μάγκα μου, υπερβολικός που γινότανε κάποιες φορές. Ποτέ του δεν έχανε την ευκαιρία να σου χτυπήσει στα μούτρα, πως ήσουνα δεκάξι και κείνος δεκαοχτώ. «Και πρώτα πρώτα, ποιος σου ‘πε πως σε θέλω στη βρωμοοικογένειά μου;» του λέω.
«Ε τότε κόφ’ το και μη με ξαναπείς-»
—–Άξαφνα άνοιξε η πόρτα κι όρμησε μέσα ο γέρο Στράντλεητερ, όλο φούρια. Πάντα του ήτανε φουριόζος. Γι’ αυτόν όλα ήτανε σπουδαία. Ήρθε κοντά και μου άστραψε δυο μπάτσους στα μάγουλα για καλαμπούρι -κι αυτό είναι πολύ ενοχλητικό.
«Κοίτα δω», μου λέει. «Έχεις να κάνεις τίποτα εξαιρετικό απόψε;»
«Δεν ξέρω. Μπορεί. Τι διάολο κάνει έξω -χιονίζει;» Το πανωφόρι του ήτανε μες στο χιόνι.
«Ναι. Κοίτα δω. Αν δεν έχεις να πας σε τίποτα ιδιαίτερο, μου δανείζεις τη καρό σου τη ζακέτα;»
«Ποιος κέρδισε στο ματς;» του λέω.
«Είναι στο ημίχρονο. Εμείς φεύγουμε», μου λέει ο Στράντλεητερ. «Έλα τώρα, κόφ’ την πλάκα. Θα τη βάλεις απόψε τη ζακέτα σου, ναι ή όχι; Έχυσα κάτι στο γκρι μου το φανελένιο και το ‘κανα σκατά».
«Όχι, αλλά δεν έχω καμιά όρεξη να μου την ξεχειλώσεις με τους κωλοώμους σου, να πούμε», του λέω. Είχαμε ακριβώς το ίδιο μπόι, αλλά εκείνος ζύγιζε τα διπλά από μένα. Είχε και κάτι πολύ
φαρδιούς ώμους.
«Δε στην ξεχειλώνω, ρε συ». Πήγε στη ντουλάπα, πολύ βιαστικά. «Τι γίνεται, Άκλεϋ;» κάνει στον Άκλεϋ. Τουλάχιστο τους φερνότανε πολύ φιλικά ολονών, ο Στράντλεητερ. Ως ένα μέρος ήτανε βέβαια κάλπικα φιλικός, μα πάντα έλεγε έστω ένα γεια στον Άκλεϋ, να πούμε. Ο Άκλεϋ κάτι μούγκρισε, άμα του είπε «Τι γίνεται». Δεν του απάντησε, αλλά δεν είχε και τα κότσια να μη μουγκρίσει τουλάχιστον. Έπειτα μου κάνει:
«Λέω να πηγαίνω τώρα. Θα σε δω μετά».
«Καλά», του λέω. Ποτέ δε σου σπάραζε την καρδιά, όταν ξαναγύρναγε στο δωμάτιό του.
Ο γέρο Στράντλεητερ άρχισε να βγάζει το πανωφόρι και τη γραβάτα του και τα ρέστα. «Λέω να κάνω ένα ξυρισματάκι στα γρήγορα», μου λέει. Είχε πολύ πυκνά γένια. Στ’ αλήθεια.
«Πού είναι το κορίτσι σου;» του λέω.
«Περιμένει στο Παράρτημα». Πήρε το κουτί με τα ξυριστικά και την πετσέτα του κάτω απ’ τη μασχάλη, και βγήκε απ’ το δωμάτιο. Ούτε πουκάμισο φόραγε από πάνω ούτε τίποτα. Πάντα έτσι
γδυτός τριγύρναγε, απ’ τη μέση και πάνω, γιατί πίστευε πως είναι πολύ καλοφτιαγμένος. Και ήτανε. Πρέπει να το παραδεχτώ.
(τέλος αποσπ.)





