—–Ο Ρένος Αποστολίδης (10 Μαρτίου 2004) ή απλά «Ρένος» όπως υπέγραφε στα περισσότερα βιβλία του- ήταν Έλληνας συγγραφέας, δημοσιογράφος, φιλόλογος και κριτικός της λογοτεχνίας της μεταπολεμικής γενιάς. Υπολόγιζε τὴ γραφή του σέ “χιλιόμετρα”, ποὺ εἶχε, κατὰ τὴ δική του ἔκφραση, “διανύσει”, μὲ τὸ μολύβι, τὸ στυλό, ἢ τὴ γραφομηχανή (ὣς τὸ Παρίσι, ἔλεγε)! Έργα του μεταφράστηκαν στα ολλανδικά, γερμανικά, γαλλικά και ιταλικά.Έργα του μεταφράστηκαν στα ολλανδικά, γερμανικά, γαλλικά και ιταλικά.
—–Γεννήθηκε 2 Μάρτη 1924 στην Αθήνα, πατέρας του ήταν ο Ηρακλής Ν. Αποστολίδης, (1893-1970) δημοσιογράφος, αρχισυντάκτης σε πολλές αθηναϊκές εφημερίδες, διευθυντής της Εγκυκλοπαιδείας του εκδοτικού οίκου Πυρσός και δημιουργός της 1ης Ανθολογίας Ποίησης και Διηγήματος, του γεννημένου στον Πύργο τῆς Βουλγαρίας, λόγιου μ’ ευρύτατη παιδεία, ειδικώτερα δὲ βαθειὰ φιλοσοφικὴ κατάρτιση, καθὼς και μεταφραστή απὸ τα γαλλικὰ και τα ρωσικά. Σκεπτικιστής κι αγνωστικιστής, ο Ἡρακλῆς, τσακωμένος στα 15 μὲ τὸν πάμπλουτο αὐταρχικὸ πατέρα του, λόγῳ τῆς ἀνάμιξής του σ’ ἀναρχικὲς παρέες, φεύγει στὴ Κωνσταντινούπολη ὅπου δραστηριοποιεῖται στὸ ἀναρχοσυνδικαλιστικὸ κίνημα καὶ δημοσιεύει τὰ πρῶτα του κείμενα, συμπληρώνει στα Γιάννενα τὶς γυμνασιακές του σπουδὲς στὴ Ζωγράφειο καὶ καταλήγει τὸ 1911 στην Ἀθήνα.

—–Φύση ἀγωνιστικὴ κι ἐπαναστατική, μπαίνει στη μαχητικὴ δημοσιογραφία, με πλούσια κοινωνικο-πολιτικὴ ἀρθρογραφία. Πολὺ νέος ἀρχισυντακτεύει στό “Ριζοσπάστη” (1917-9, πριν μετατραπεί σε κομματικὸ ὄργανο), ἀργότερα στὴν ἀναρχική “Ἄμυνα” (1920), περνάει ἀπὸ μιὰ σειρὰ ἐφημερίδων, μ’ ἀποκορύφωμα τὴν ἀρχισυνταξία στήν “Ἠχὼ τῆς Ἑλλάδος” (1935), ἀπ’ τὴν ὁποίαν ἀρθρογραφεῖ κατὰ τοῦ βενιζελισμοῦ ὅσο καὶ τῶν “Λαϊκῶν”, πρωτίστως δὲ κατὰ τοῦ Ἰ. Μεταξᾶ, παραιτούμενος ἀμέσως μόλις ἡ ἐφημερίδα διανοεῖται φιλοβασιλικὴ στροφή. Ἱδρυτικὸ μέλος τῆς ΕΣΗΕΑ καὶ συντάκτης τῶν βασικῶν ἄρθρων τοῦ πρώτου της Καταστατικοῦ, καθαρὰ ἀναρχοσυνδικαλιστικοῦ χαρακτήρα. Ἐπὶ δώδεκα χρόνια ὑπῆρξε γενικὸς γραμματέας Συντάξεως τῆς Μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἐγκυκλοπαιδείας (1924-36) τοῦ Πυρσοῦ. Ἱδρυτὴς τῆς φερώνυμης Ἀνθολογίας (1933) καὶ διευθυντὴς τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης (1942-57).

—–Διαφορετικὸς χαρακτήρας ὁ μικρός του γιός, ὁ Ῥένος, ἀτίθασος ἀπὸ παιδί, ἀλλ’ ἄριστος πάντα μαθητής, μυήθηκε πολὺ νωρὶς ἀπ’ τὸν πατέρα του στὸ διάβασμα, πρωτίστως Ἀρχαίων, βασικῆς σύγχρονης φιλοσοφίας. Ὁ Ἡρακλῆς τὸν ἔμπασε καὶ στοὺς δρόμους γιὰ τὴν προσπέλαση τῶν μεγάλων Νομιναλιστῶν καὶ τῶν θεωρητικῶν τῆς Ἀναρχίας καὶ τοῦ Μηδενισμοῦ τοῦ 19ου αἰ. Η μητέρα του, Ελπινίκη, το γένος Ζαμπέλη, ήτανε δασκάλα. Ο Ρένος απέκτησε 2 αγόρια, τους Ήρκο και Στάντη, επίσης φιλολόγους, «πρεσβευτές» και συνεχιστές του λογοτεχνικού του έργου και της Ανθολογίας.
—–Άριστος μαθητής, μυήθηκε από νωρίς απ’ τον πατέρα του στο διάβασμα, πρωτίστως αρχαίων κλασσικών (Πλάτωνας, Θουκυδίδης, Δημοσθένης κ.α.), βασικής σύγχρονης φιλοσοφίας (Χιουμ, Μπέρκλεϊ, Καντ, Σπινόζα, Σοπενάουερ, Νίτσε, Μπέρξον, Κρισναμούρτι, κ.α.), κορυφαίων ποιοτήτων (Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Γκόγκoλ, Ίψεν, Στριντμπεργκ, Μπγιόρτσον, κ.α.), αλλά και θεωρητικών Αναρχίας και του Μηδενισμού του 19ου αι. και κύρια των αμφισβητιών (Στίρνερ, Κροπότκιν, Μπακούνιν, Προυντόν, Γκοντζάροφ, κ.α.). Το 1935 τελείωσε το δημοτικό σχολείο και το 1941 το Βαρβάκειο Γυμνάσιο, που στις 28 Οκτώβρη 1941 οργάνωσε μαθητική αποχή, στις πολύ αντίξοες συνθήκες της Κατοχής. Συμμετείχε στην απαγορευμένη από τη κυβέρνηση Παπανδρέου πορεία στις 3 Δεκέμβρη 1944 με τους οπαδούς του ΕΑΜ, την έναρξη των Δεκεμβριανών.

—–Ἀνένταχτο κ’ ἐπαναστατικὸ πάντα πνεῦμα, μετέχει σ’ ἀντιγερμανικὲς διαδηλώσεις (λ.χ. τὴ γνωστὴ τις 5 Μάρτη ’43). Μετὰ τὸ τέλος τῆς Κατοχῆς καὶ τοῦ Δεκέβρη τοῦ ’44 (ὅπου, βέβαια, μετεῖχε ἐνεργὰ στὴ διαδήλωση τῆς 3-12-44, στὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ δὲν ἀνακατεύτηκε μὲ καμμιά παράταξη τῆς Ἀριστερᾶς), βγάζει τὸ πρῶτο του βιβλίο μὲ 3 δοκίμια (Τρεῖς σταθμοὶ μιᾶς πορείας, 1945), ἐκφράζοντας τὴν κρισναμουρτική-γκαντικὴ θέση τοῦ “ὅλως τρίτου”, κατ’ ἐπίδρασιν καὶ τοῦ πατέρα του -θέση ποὺ πάντως ποτέ δὲν ἀπαρνήθηκε.
—–Από το 1945 σπουδάζει στο τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές, γιατί τον κάλεσαν να υπηρετήσει στον Ελληνικό (Εθνικό) Στρατό στη διάρκεια του Εμφυλίου, διότι τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων που ήταν εν χρήσει τότε τον ανέφεραν ως ύποπτο. Ζώντας από κοντά τη καταστροφή και το θάνατο, ο ίδιος αναφέρει ότι ορκίστηκε να μη ρίξει μήτε σφαίρα και να καταγράψει ό,τι ζούσε επί 3 χρόνια στο Γράμμο, το Βίτσι και στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της Ρούμελης και της Πελοποννήσου.

—–Μόλις απολύθηκε, δημοσίευσε τη Πυραμίδα 67, αυθεντικό κείμενο για τον Εμφύλιο Πόλεμο, έργο που δημιούργησε από το σύνολο των ημερολογιακών του καταγραφών στη διάρκεια του πολέμου, που κατάφερε να διασώσει αποστέλλοντάς τα, με τη μορφή γραμμάτων, στους γονείς του. Απολύθηκε από τον στρατό όντας χαρακτηρισμένος ως επικίνδυνος αριστερός ιδιαιτέρως εύγλωττος, ο ίδιος έλεγε ότι ο χαρακτηρισμός αυτός ήταν απολύτως σωστός με εξαίρεση το αριστερός. Στα χρόνια της Κατοχής και μετά, ο Ρένος μένει στη Μπλε των Εξαρχείων κι είναι στο κέντρο της παρέας των Αγησιλαίων (με τους Αλ. Σχινά, Γ. Κατεβαίνη, Ι. Καμπανέλλη, Π. Σπηλιωτόπουλο, Κ. Παπαϊωάννου, Κ. Αξελό, Ν. Ματσούκα, Δ. Ρικάκη, Φρ. Κάραμποτ, κ.α.), ιστορία που ο ίδιος αναφέρει στο Κατηγορώ και στο Η άλλη ιστορία στο διήγημα Τι είναι και τι θέλουν οι Αγησιλαίοι.
—–Το 1950 ολοκλήρωσε τις σπουδές του, για να διδάξει κατόπιν Αρχαία και Νέα Ελληνικά, Ιστορία και Λατινικά σε ιδιωτικά αθηναϊκά γυμνάσια. Η πρώτη του συγγραφική εμφάνιση έγινε το 1944, με τη δημοσίευση του δοκιμίου Καιρός τού είναι στο περιοδικό Γράμματα. Έναν χρόνο αργότερα, εξέδωσε τη 1η του συλλογή δοκιμίων Τρεις σταθμοί μιας πορείας. Συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες και περιοδικά της Αθήνας ως συντάκτης στα έντυπα Ελευθερία, Νίκη, Εικόνες, Γνώσεις, Νεώτερον Λεξικόν Ηλίου, Ανεξάρτητος Τύπος κι άλλων εκδόσεων, αλλά κι ως κριτικός βιβλίων στα έντυπα Γράμματα, Φοιτητική Φωνή, Δελτίον του Βιβλίου, Κύκλος, Κοχλίας, Νέα Εστία, Νέοι Ρυθμοί, Νέες Εικόνες, Έθνος, Εθνικός Κήρυκας, Εποπτεία και Νέα Κοινωνιολογία.

—–Από το 1951 ανέλαβε την αρχισυνταξία και την κριτική στήλη στο περιοδικό Ο Αιώνας μας, και το 1952 ίδρυσε με τον πατέρα του το περιοδικό Τα Νέα Ελληνικά, που από τις σελίδες του άσκησε έντονη κριτική εναντίον του πολιτικού και λογοτεχνικού κατεστημένου κι ιδιαιτέρως κατά της Γενιάς του ’30, καταλογίζοντας σ’ αυτή πνευματική κι ηθική ανεπάρκεια. Για τη στάση του αυτή, είχε μηνύσει ο Μ. Καραγάτσης τον ίδιο και τον πατέρα του για λόγους πνευματικών δικαιωμάτων. Ωστόσο, το 1960 έλαβε το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για τη συλλογή διηγημάτων Ιστορίες από τις Νότιες Ακτές.
—–Το 1966 ο Αποστολίδης ξεκίνησε να δημοσιεύει σε συνέχειες στα Νέα Ελληνικά αποσπάσματα από το Ημερολόγιο του Ιωάννη Μεταξά συνοδευμένα από δικό του σαρκαστικό σχολιασμό. Τα δημοσιεύματα προκάλεσαν την αντίδραση της νεοσύστατης οργάνωσης Κόμμα 4ης Αυγούστου, ο αρχηγός της οποίας, Κώστας Πλεύρης, επιτέθηκε στον Αποστολίδη από την εφημερίδα της οργάνωσης και μετά την ανταπάντηση του Αποστολίδη κατέθεσε μήνυση εναντίον του. Η υπόθεση εκδικάστηκε μετά το πραξικόπημα τις 21 Απρίλη 1967, με το οποίο επιβλήθηκε στρατιωτική δικτατορία, οπότε έπαψε η κυκλοφορία των Νέων Ελληνικών, που μέχρι τότε είχανε δημοσιεύσει μόνο 5 άρθρα, που αφορούσαν τους 2 πρώτους τόμους του ημερολογίου του Μεταξά. Στο δικαστήριο ο Αποστολίδης καταδικάστηκε, αλλά στο εφετείο δήλωσε ότι δεν είχε πρόθεση να θίξει τους τεταρταυγουστιανούς κι η μήνυση ανακλήθηκε.

—–Από το 1962 ως το 1964, διετέλεσε συνεργάτης της Γενικής Διεύθυνσης του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας. Στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 1963 κατήλθε υποψήφιος βουλευτής υπό τον Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη ενώ ήδη από το 1961 έγραφε κείμενα στο περιοδικό της νεολαίας του κόμματός του (Κόμμα Προοδευτικών). Στις δημοτικές εκλογές του 1964 κατήλθε υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων στην παράταξη του Γεωργίου Πλυτά, χωρίς να ενδιαφέρεται καθόλου για το αν θα εκλεγεί, τονίζοντας -ως το τέλος της ζωής του- ότι κείνο που ‘χε σημασία γι’ αυτόν ήταν να ‘χει μπρος του μικρόφωνα ώστε να λέει δημοσίως τις απόψεις του και να βοηθά τον οποιονδήποτε άνθρωπο να διαμορφώσει την δική του προσωπική συνείδηση.

—–Ο Ρένος Αποστολίδης, προσωπικότητα με έντονα ετερόκλητες επιρροές, σκέψεις και αναγνώσματα τα οποία τον τοποθετούν στη σφαίρα ενός ατομικιστικού/προσωπικού «αναρχισμού» ή «ατομικιστικής» στάσης απέναντι στην εξουσία, θρησκεία, θεσμούς και τα ιδεολογικά στερεότυπα. Είχε όμως επίσης μαχητική στάση απέναντι στο «κατεστημένο» της εποχή. Χαρακτηριστικά, το 1964, ήταν επικεφαλής οργισμένου πλήθους που είχε εισβάλει στη Βουλή με συνθήματα: «Προδότη Παπανδρέου», «Παπανδρέου παπατζή» ενώ σε εκείνη την εισβολή ξυλοκοπήθηκαν βουλευτές της Ενώσεως Κέντρου, πράξη για την οποία συνελήφθη και καταδικάστηκε σε δυόμισι έτη φυλάκιση, εκτίοντας συνολικά τρεις μήνες. Ο ίδιος ο Ρένος εξηγεί πως αυτή η πράξη έγινε για να υπογραμμίσει στον κόσμο «πως δεν ανέβασε στην εξουσία παρά τον χασάπη Παπατζή του ’44, τον άνθρωπο των Αγγλοαμερικανών, που εγκατέστησε τη Δεξιά στην Ελλάδα».

—–Στη διάρκεια της Δικτατορίας 1967-1974, ο Ρένος χτυπά ξανά το καθεστώς γράφοντας και όχι σιωπώντας. Κλείνει το περιοδικό στις 21-4-1967, ενώ τον Δεκέμβριο του 1967 τυπώνει το «Η Γέμιση του Φεγγαριού» χωρίς τη σφραγίδα της λογοκρισίας. Στα μέσα της επόμενης χρονιάς γράφει την αντιμιλιταριστική νουβέλα «Ο Α2», ξανατυπώνει το «Πυραμίδα 67» και εκδίδει τα «Κλειδιά», αγνοώντας πάλι το καθεστώς της προληπτικής λογοκρισίας. Το 1969, και ενώ βοηθά τον πατέρα του ήδη από τη δεκαετία ’50 στην ανθολόγηση, αποφασίζει μία εξ ολοκλήρου νέα και συμπληρωμένη έκδοση της Ανθολογίας. Ο Ρένος διπλασιάζει τις σελίδες της νέας 10ης εκδ. (1650 σελίδες και 600 ποιητές), ενώ αμέσως μετά (1974) καταπιάνεται με την Ανθολογία διηγήματος. Σήμερα, η 7τομη (3+4) Ανθολογία κυκλοφορεί σε ενιαίο σχήμα και εκδοτική εμφάνιση κι αποτελεί έργο των Ηρακλή, Ρένου, Ήρκου και Στάντη Αποστολίδη.

—–Μετά τη δικτατορία κι ως το 1979, συνέχισε να γράφει κριτικές στο περιοδικό Τετράμηνα και δημοσίευσε αρκετά έργα του. Στα τελευταία του χρόνια έκανε δημόσιες διαλέξεις κι εμφανίζονταν στη τηλεόραση για θέματα της ελληνικής γλώσσας, παιδείας και λογοτεχνίας, ενώ υπήρξε επίτιμος καλεσμένος σε παρουσιάσεις έργων του. Ήταν υποστηρικτής του πολυτονικού συστήματος γραφής, της ιστορικής ελληνικής ορθογραφίας και της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στην εκπαίδευση από το πρωτότυπο.
—–Ατσάλινος αλλά μαζί και τρυφερός, με παρέα τον αγαπημένο του μαύρο γάτο, τον Κεραυνό, περνούσες ώρες ατελείωτες στο γραφείο του, πάντα επιμελώς τακτοποιημένο και με καθαρισμένο το τζάμι. Θύμωνε σαν παιδί, με τους πάντες και τα πάντα. Σκεπτικός κι αυστηρά κριτικός στο καθετί. Αυτή ήταν ακριβώς κι η εικόνα, το σενάριο, της τηλεοπτικής του εκπομπής στη 10ετία του ’90, με μία ή 2 κάμερες μπρος στο γραφείο του κι ένα καλεσμένο ή χωρίς καλεσμένο. Απεβίωσε στις 10 Μάρτη 2004, χτυπημένος από οξύ εγκεφαλικό επεισόδιο, σε ηλικία 80 ετών. Καθώς ήταν αγνωστικιστής κι ελευθεριακός, η ταφή του έγινε χωρίς θρησκευτική τελετή στο Κοιμητήριο Παπάγου.

—–Το δημοσιευμένο έργο του Ρένου ανέρχεται στα 30 βιβλία με διηγήματα, δοκίμια και κριτική. Επιμελήθηκε τη κλασσική 7τομη Ανθολογία Ποίησης & Διηγήματος και μετέφρασε απ’ τα γερμανικά και σχολίασε με τους γιους του, Ήρκο και Στάντη, την 6τομη Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Διαδόχων κι Επιγόνων του Droysen, όνειρό του από τον καιρό που ήταν καθηγητής ακόμη. Μαζί με τους γιους του, εξέδωσε επίσης την σχολιασμένη έκδοση των Απάντων του Καβάφη.
—–Βασικό χαρακτηριστικό του πεζογραφικού έργου του είναι η κυριαρχία της παρεμβολής του συγγραφέα στη ροή της αφήγησης και η έκφραση της προσωπικής του άποψης και οπτικής του μύθου με τρόπο άμεσο. Κύρια πηγή της θεματολογίας του είναι η περίοδος της γερμανικής κατοχής και του ελληνικού Εμφυλίου. Τα ιστορικά γεγονότα αυτής της περιόδου τα εντάσσει στην αφήγησή του, για να κρίνει τις αρνητικές τους επιπτώσεις και για να τονίσει το υπαρξιακό αδιέξοδο που οδηγούν τους ήρωές του. Στα μεταγενέστερα έργα του στράφηκε προς τη σύγχρονη πραγματικότητα, διατηρώντας ωστόσο την άποψή του για τις επιπτώσεις του Εμφυλίου στην μετέπειτα πολιτική και κοινωνική ζωή της Ελλάδας.
—–Αντιδράσεις είχε προκαλέσει η σφοδρή κριτική του για τον Καζαντζάκη, που τονε χαρακτηρίζει λογοτέχνη μετρίου επιπέδου ή ακόμη κι ατάλαντο, ενώ έλεγε χαρακτηριστικά ότι κάνοντας την Ανθολογία Διηγήματος, δεν κατάφερε να βρει ένα διήγημα του Καζαντζάκη να το ανθολογήσει. Το αρχείο του, με δημοσιεύματα, επιστολές κι ανέκδοτα κείμενα, ξεπερνά τις 40.000 σελίδες. Σε DVD κυκλοφορούν τα καλύτερα αποσπάσματα του ντοκιμανταίρ Ο Εμφύλιος μέσα μας (που βασίστηκε στη Πυραμίδα 67) σε σκηνοθεσία Κώστα Φέρρη.

===========================================================
—————————————Οι Μοτοσυκλεττιστές
Εκείνων δε διαπρεπή την αρετήνκρίναντες
αυτού και τον τάφονεποίησαν
Ο φίλος μας ο Ψηλός σκοτώθηκε.
Πήρε μία Μερτσεντές κ’ έτρεχε μ’ εκατονσαράντα χιλιόμετρα.
Χώθηκε κάτω απόνα φορτηγό που του φανερώθηκε – το τιμόνι στο στήθος!
Γύρευε να ζήση, να τον σώσουν – μα πέθανε σε μίαν ώρα.
Τον θάψαν στο χωριό του τη Χαιρώνεια.
Τώρα εμείς τρέχαμε να βρούμε τον τάφο του.
*
«Εδώ μήπως;» ρωτούσα την κοπέλα. «Εδώ;» Μα δεν θυμόταν. Ένα βενζινάδικο ήταν – έχασε τις αισθήσεις της…
Διανύαμε το δρόμο ανάποδα.
Εμείς πηγαίναμε – αυτός γύριζε, όταν σκοτώθηκε.
(Κανένα βενζινάδικο δεν βρέθηκε πάνω σε στροφή. Βουβός ο δρόμος.)
Βουβός κι ο τάφος.
Πως «εδώ αποκάτω ο νεκρός…»
Μα ο ζωντανός; Που ακριβώς;… Ήθελα αυτό να βρω για να πειστώ. «Να, εδώ» να μού’ λεγε κάποιος, κάτι – κ’ εκεί να τον σκεφτώ, εκεί να τον κλάψω! … (Ξένος, άσχετος που ναι ο τάφος! Ψεύτικος! «Ψηλέ, μπορούσες; …» ρώταγα. «Μπορούσες – και τ’ άφησες; … Δείξε μου που, να βεβαιωθώ πως δεν μπορούσες!…»)
Γυρνούσαμε άπραχτοι.
Τον ίδιο δρόμο τώρα που αυτός στερνό.
Μ’ εκατονσαράντα κ’ εγώ.
Ψάχνοντας με τον ίδιο κίνδυνο για τον ίδιο κίνδυνο!
Τους απασχόλησα:
-Θυμάστε, είπα, το φιλμ του Κοκτώ;… Εκεί ο Θάνατος στέλνει δύο μοτοσυκλεττιστές… Αυτοί σκοτώνουν’ έρχονται αστραπιαίοι, χτυπάν άξαφνα τον προορισμένο – τον φορτώνουν, φεύγουν… Ο Θάνατος ο ίδιος, ακολουθεί. Σε μία μαύρη Σιτροέν. Οι μοτοσυκλεττιστές προπορεύονται…
-Παρατρέχεις…, είπε ο διπλανός μου.
-Ίσιος δρόμος!… Εδώ πάντως, αποκλείεται!
Συνέχισαν για τον Κοκτώ.
Είπαν και για τον vitrier – και γι’ άλλα σημάδια ανάμεσα ζωής και θανάτου.
-Είναι πολλοί που παίρνονται σε μίαν έξαρση…
-Φυσάει κ’ ένας άνεμος…, πρόστεσα, που φοβερά σπρώχνει τον Ορφέα πίσω… Σκιές περνούν, μυστηριώδεις, αγνώριστες – ο vitrierξανακούγεται… Αλήθεια, ακούσατε κ’ έναν μικρό vitrier, τωραδά, μπρος στον αριστερό τροχό μας που σφύριξε; … Πιάνω τα εκατονπενήντα – κ’ ειδοποιεί!…
-Σταμάτα! Μου φώναξαν.
-Όχι, όχι εδώ – αποκλείεται!… Η ευθεία όπου νάναι τελειώνει…, και θαρρώ κάπου εδώ θα ξεκίνησαν!… Νευρικοί, θυμωμένοι – είχαν αργήσει! Έπρεπε πριν («πριν» απ’ τη Θήβα, δεν είπες; ) – αλλιώς τον έχαναν!… Κ’ η μαύρη Σιτροέν πάνω απ’ το λόφο αναβόσβηνε άγρια φώτα μες στη μέρα! …
- Μα ποιοι; μου στρίγγλισαν.
- Οι μοτοσυκλεττιστές!.. Από δω ασφαλώς, μ’ εκατονογδόντα!… Ώρμησαν έξαλλοι σαν πυρόγλωσσες, ρούφηξαν λυσσαλέα το διάστημα – τον φτάσαν, τον χτύπησαν!… Κάπου εδώ, κάπου εδώ!
- Κόψε! Κόψε! Στροφή!
- Να, να! Εδώ!… Περίπου, εδώ!… Εδώ ακριβώς λοιπόν!…
Καθώς τα λάστιχα ούρλιαζαν, πυραχτώνονταν, τ’ αμάξι στρίνιαζε, ντεραπάριζε, πάνω στη στροφή την ύπουλη – και να το βενζινάδικο! να τα τζάμια χάμω ακόμα, σαν ψίχουλα θανάτου!…
Μας βεβαίωσαν πως «ναι, πράγματι εδώ – ένας ψηλός, προχτές, με μία κοπέλα…»
Δείξαμε την κοπέλα.
«Ναι…, αυτή ήταν… Μα μοτοσυκλεττιστές – όχι, δεν είδαν… Κείνη την ώρα, μόνο το φορτηγό – που διάολο ξεφύτρωσε!…»
(Κι όμως , κι όμως! Αυτοί μας δείξανε!… Είδα εγώ τα φώτα, κίτρινα, πάνω απ’ το λόφο!… Άκουα τις μηχανές να βρυχιούνται, καθώς τρώγαν λυσσαλέα το διάστημα… – σα τελείωνε η ευθεία μ’ εκατονπενήντα!)
*
Δεν ήταν άλλος τρόπος.
Τα πράγματα μιλούν – μα σ’ εκείνους, μόνο, που υποτάζουνται και ξεπερνούν τα ίδια τα πράγματα.
Εκείνοι βλέπουν και τους μοτοσυκλεττιστές, ώρα που τους προσπερνούν, αδιάφοροι, κάποιον άλλον βουβοί κυνηγώντας…
Ώρα που δε θα προκαλής.. – ώρα που δεν μπορούσες, θάρθουν!…
Θα προλαβης τότε να δης και τα κίτρινα φώτα μπρος σου.
——————————————–Όλες το θέλουν
—–Δώδεκα χωριά βουργάρικα μες στους απέραντους θρασούς σιτώνες τ’ άρχου Νίκο Μπάρτα, ήταν κι αυτά δικά του, μαζί με τα ποτάμια και τα ορμάνια – βιός του, κι έσκυφταν όλοι, γέροι-νιοί βούργαροι στη δούλεψή του, μ’ εφτά χιλιάδες βόδια!
Αγκαλά κ’ οι γυναίκες, χρέος παλιό απ’ τον τούρκο, την πρώτη νύχτα του γάμου τους δικιά του, αν τη ζήταγε. Μα ο άρχος, τριάντα χρόνων άντρας σαν τον κέδρο, τούτη δεν τη ζήτησε καμμιάς ποτέ, μόνε διάβαινε πάντ’ αγέρωχος πάνω στ’ άλογο, κι’ ερριχν’ ένα πουγγί γιομάτο στη τάβλα πούτρωγαν ψωμί πρώτο αντάμα – ψωμί δικό του πάλε- κάθε νιό ζευγάρι. Και τότε ο βούργαρος σκώνονταν και πρόσπεφτε πίσω απ’ το κουρνιαχτό του, βλογώντας τον:
-Σπολλάτη του, το μπάι γραικό Νίκο Μπάρτα!…
—–Μόνο οι μουρντάρης ο σέμπρος του, ο αδερφοξάδερφός του Τάσο Ράφος, βασταγερός, τετραπέρατος, μα κι αχαλίνωτος άνθρωπος, πλάκωνε νύχτες πότε πότε στα καλύβια, κι άρπαε μες απ’ τα χέρια του άντρα τη βουργάρα, σαν ήταν όμορφη – μα πιότερο σαν ήτανε παχειά και μπατάλα!
—–Έσκυφτε πάλε ο δούλος το κεφάλι, μα τράβαε τη παράλλη στο δικαστή, στον Πύργο, και γύρευε το «δίκιο» του – την τιμή, παναπή της «τιμής» του! Νάσου ξανά το «προνόμι» στα φόρα του Τάσο Ράφος, πως «ασκούσε διακίωμα» λέει, «αγορασμένο και τούτο, μαζί με τα χωριά κι όλο τον κάμπο, από τον τούρκο που ο άρχοντας ο ίδιος του το ξεχώραε!»
Και νάσουτον, κάθε φορά, το μπάι γραικό Νίκο Μπάρτα, στο δικαστήριο μες άξαφνα ατό του, να δηλώνη ακάλεστος (με το κεφάλι αγύριστο στον αδερφό του, «να μην τονεξέρη…») πως «ο άνθρωπος τούτος» (δίχως ούτε να δείχτη!…) «είναι χαμάλης’ και γραικός χαμάλης, δυό φορές χαμάλης κι ούδε στάλα γραικός!…»
«Το δικαστήριό σας», πρόσθετε, «ναν τον τιμωρήση αυστηρά, καταπώς του πρέπει – άλλο ποσό θα τον τιμωρήσω γω, πάνω κι από σας και το νόμο σας, καθά γραικός! Το δικαίωμα αυτό, που επικαλείται ο χοίρος τούτος, δεν ήτανε ποτές δικαίωμα ανθρώπινο, μόνε τούρκικο!… Κ’ εγώ, γραικός, τ’ αγόρασα -ναι, και το καταλώ, έτσι θέλω! … Δικάστε τον! Πρόσβαλε άνομα την εδική σας τιμή, βούργαροι δικαστές, και την εδική σας μπέσα, και του τόπου σας! …»
—–Κ’ ύστερα έφευγε – και προσηκώνονταν, ως όταν ήρθε, οι δικαστές – και πήγαινε και πλέρωνε αμίλητος, μ’ ένα τσέκι λευκό, μία περιουσία ολάκερη, ό,τι ήταν, τη «ξαγορά» του Τάσο Ράφου, κι άφηνε και μπαξίσι γερό, να του τονε δείρουνε καλά-καλά, και να του τόνε φέρουνε, δεμένο γύρα – ολόγυρα μες απ’ όλα στα χωριά του, να τόνε φτύσουνε όλοι, κι’ έτσι στα σίδερα, να του τόνε παραδώσουν-αγκαλά όμως και γερόνε- να τον ξαναδείρηατός του, με το κουρμπάτσι του, στον κούλα του Ρουσόκαστρου, το ξοχόσπιτό του, την πρώτη σκολήπούρχονταν!
—–Και σαν του τόνε φέρνανε, καλά δαρμένο και μπιτ ξεφτιλισμένο, κατά το θελημά του, το σέμπρο του, τον έδενε τούτος στο μαγκάνι πρώτα, μια-δυό μέρες, να βγάνη νερό γύρα-γύρα αντίςμ για τ’ άλογο, κ’ ύστερα, σκόλη η Κεριακή πρωί, τον έστηνε πιστάγκωνα σ’ ένα στύλο, έφερνε και το βούργαρο που προσβάλθηκε η τιμή του, και τόνε κουρμπάτσωνε μπροστά του, αμίλητος!
—–Μα και τούτος – ο βούργαρος δηλαδής- καλύτερα πες δεν πήγαινε! Γιατί ο Μπάρτας, άμα ξετελείωνε με το τομάρι του Τάσο Ράφου, και τόχε πια καλά-καλά αργασμένο, γύρναε άξαφνα στον κολλήγο του, π’ έχασκε κειχάμου:
-Κ’ εσύ, μορέδουλόσπερμα !… Κ’ εσύ μορέ …, τι τόνε κοίταες, σα στην άρπαε-τη γυναίκα σου, μορέ, μες απ’ τα χέρια;… Φτου στα μπράτσα σου, κοπρίτη!… Βούργαρε – νε γραικός, ποτέ σου!… Δούλος, φτου, στον αιώνα!…
—–Και τον άρχιζε και τούτον, κι όσους ακόμα είχε μαζώξει ολόγυρα να δούνε – κ’ οι δόλιοι τόξεραν τ’ αποδέλοιπο της γιορτάδας (πως ήτανε και στο δικό τους μεράδι κάμποσες: «…Κ’ εσείς που βλέπατε μορέ!…») και προσμένανε κειδά σκυφτοί, υποταχτικοί, μην τόνε θυμώσουνε και παραπάνω, και τους πη που δεν ήσανε και καλεσμένοι!…
—–Έτσι τελείωνε κάθε μουρνταριά του Τάσο Ράφου. Μ’ αυτός βέβαια το ξανάκανε σε λίγο, κάνα-δυο μήνες αργότερα… Όχι που ξέχναε, δηλαδής, το ξύλο – ουδέ τον ένοιαζε δα!- μα ήτανε καμμιάν άλλη παχειά και μπατάλα, που τον ξέσερνε και την ήθελε με το ζόρι! Γιατί, να πης, άμα την ήθελε, δεν την κατάφερνε λεύτερη σαν ήταν ; Πως, πως! Κ’ έτσι κι αλλιώς του βόλαε του Τάσου Ράφου! Μα πιότερο τ’ άρεζε αυτό, το ζόρικο, μες απ’ τα χέρια του άντρα της – που και να κόταε εκείνη την ώρα ο δόλιος, πάλε πέρα δεν τάβγαζε με τον Τάσο Ράφο, τον αρχινταή, δυο μέτρα βούβαλοι άγριο!…
«…Και να δης…», του’ λεγε καμμία φορά τ’ αξαδέρφου του, «…να δης, Νικόλα, που πολλές – άκου ντε! – ξεπίτηδες παντρεύονται, έτσι με κανένανε, γιατί κι αυτουνών τους αρέζει κειδά, μπρος τον άντρα τους!…»
«Φύ’ε κοπρίτη! Χάσου!…» τού’ κανε κείνος, κι άσκωνε το ματσούκι του.
«…Ναι, ναι που σου λέω!… Τους αρέσει!… Και ξέρω και βουργάρους – στα’ ορέ Νικόλα, μη θυμώνης!…-που τους αρέζει κι αυτουνών να το ξέρουν, για μετά μαζί της, πως έγινε δηλαδής να, μπροστά τους!…»
—–Όπου ο Μπάρτας, τράβαε πια έξαλλος το μπιστόλι του, και τού’ ριχνε μία! Δύο! Τρεις! Στα τραγοπόδαρα, «να χαθή από μπρος του, το βδέλυγμα!…»




