—————————————–Πρόλογος
—–Σ’ αυτό το άρθρο θα πρέπει να δώσω το υπόβαθρό της όλης ιστορίας, πολύ πριν τα γεγονότα του, ούτως ώστε να γίνει καλύτερα κατανοητό ως προς την ανάγνωση και κατανόησή του. Απλά θα πάρει κάμποσο και ζητώ συγγνώμη εκ των προτέρων αλλά είναι για καλύτερα, πιστέψτε το. Πάντως σα συμβουλή θα πω, πως δε χρειάζεται να διαβαστεί με τη μία, διαβάστε το κεφάλαιο-κεφάλαιο για να μη κουράσει και θα διαπιστώσετε κι εσείς ότι ήταν έτσι καλύτερα. Πάντως προς υπεράσπισή μου θα πω πως ΔΕΝ υπάρχει αλλού στη χώρα μας τέτοιο και γι’ αυτό έγινε όλος αυτός ο κόπος κι η φασαρία.
—–Καλήν Ανάγνωση! Π. Χ.
—————————————–Εισαγωγή
—–Η Ρωμαϊκή Βρεττανία, περιοχή του νησιού της Μεγάλης Βρεττανίας που βρισκόταν υπό ρωμαϊκή κυριαρχία απ’ τη κατάκτηση του Κλαύδιου το 43 μ.Χ. ως την απόσυρση της αυτοκρατορικής εξουσίας από τον Ονώριο το 410 μ.Χ. Η ρωμαϊκή κατάκτηση της Βόρειας Γαλατίας (58-50 π.Χ.) έφερε τη Βρεττανία σε σαφή επαφή με τη Μεσόγειο. Ήταν ήδη στενά συνδεδεμένη με τη Γαλατία κι όταν ο ρωμαϊκός πολιτισμός και τα προϊόντα του εισέβαλαν στη Gallia Belgica, πέρασαν εύκολα στη Βρεττανία. Τα βρεττανικά νομίσματα άρχισαν τότε να φέρουνε λατινικές επιγραφές και μετά τις επιδρομές του Ιουλίου Καίσαρα το 55 και το 54 π.Χ., οι Ρωμαίοι άρχισαν να θεωρούνε τις νότιες φυλές της Βρεττανίας ως υποτελείς. Ωστόσο, αυτές οι φυλές δεν φαίνεται να θεωρούσαν τους εαυτούς τους τέτοιους κι η άμεση επιβολή της ρωμαϊκής κυριαρχίας καθυστέρησε. Ο αυτοκράτορας Αύγουστος το σχεδίασε, αλλά κι ο ίδιος κι ο διάδοχός του, Τιβέριος, συνειδητοποίησαν ότι η μεγαλύτερη ανάγκη ήταν να εδραιωθεί η υπάρχουσα αυτοκρατορία και ν’ απορροφηθούν οι τεράστιες προσθήκες που γίνανε πρόσφατα σ’ αυτήν από τον Πομπήιο, τον Καίσαρα και τον Αύγουστο.
—–Οι προετοιμασίες για τη ρωμαϊκή κατάκτηση της Βρεττανίας είχανε ξεκινήσει και στη συνέχεια ακυρώθηκαν απ’ τον Καλιγούλα και την εισβολή ανέλαβε τελικά ο Κλαύδιος το 43 μ.Χ. 2 αιτίες συνέπεσαν για να παραχθεί η δράση: ο Κλαύδιος επιθυμούσε το πολιτικό κύρος εξαιρετικής κατάκτησης κι ο Cunobelinus, φιλορωμαίος πρίγκηπας (γνωστός στη λογοτεχνία ως Cymbeline), είχε μόλις διαδεχθεί 2 απ’ τους γιους του, τον Caratacus και τον Togodumnus, που ήταν εχθρικοί προς τη Ρώμη. Οι γιοι του λοιπόν είχαν εκδιώξει τον Verica, Ρωμαίο βασιλιά και κατηγορήθηκαν για επιδρομές στη Γαλατία που γίνονταν τότε από την άλλη πλευρά της Μάγχης.

—–Ο Aulus Plautius, με καλά εξοπλισμένο στρατό περίπου 40.000 ανδρών, αποβιβάστηκε στο Κεντ και προχώρησε στον Τάμεση, διασχίζοντας τη τοποθεσία Londinium (Λονδίνο). Ο ίδιος ο Κλαύδιος εμφανίστηκε εκεί -ο μόνος αυτοκράτορας του 1ου αι. που διέσχισε τον ωκεανό- κι ο στρατός κινήθηκε μέσω του Έσσεξ για να καταλάβει τη πρωτεύουσα της πατρίδας, το Camulodunum (τώρα Κόλτσεστερ). Από τις βάσεις του Λονδίνου και του Κόλτσεστερ οι λεγεώνες κι οι βοηθητικοί τους συνέχισαν τη κατάκτηση. Στην αριστερή πτέρυγα, η 2η Λεγεώνα (υπό τον Βεσπασιανό, μετέπειτα αυτοκράτορα), υπέταξε το νότο. Στο κέντρο, η 14η κι η 20η Λεγεώνα ειρήνευσαν τα Μίντλαντς. Στη δεξιά πτέρυγα, η 9η Λεγεώνα προχώρησε στο ανατολικό τμήμα του νησιού.
—–Αυτή η στρατηγική ήταν αρχικά θριαμβευτική. Οι πεδινές περιοχές της Βρεττανίας, με εν μέρει εκρωμαϊσμένο πληθυσμό κι εύκολο έδαφος, δεν ήταν εμπόδιο. Μέσα σε 3-4 χρόνια τα πάντα νότια των εκβολών του Χάμπερ κι ανατολικά του ποταμού Σέβερν είχαν είτε προσαρτηθεί απευθείας είτε είχαν ανατεθεί, ως προτεκτοράτα, σε ντόπιους πρίγκηπες. Βορειότερα, ακόμη κι οι Brigantes στη περιοχή της οροσειράς Pennine μπήκανε στη σφαίρα των βασιλείων των πελατών. Οι λαοί της Ουαλλίας, κυρίως οι Silures, προβάλανε σφοδρότερη αντίσταση κι ακολούθησαν περισσότερα από 30 χρόνια ανελλιπών μαχών (47–79 μ.Χ.). Οι ακριβείς λεπτομέρειες του αγώνα δεν είναι γνωστές. Λεγεωνάρια φρούρια ιδρύθηκαν στο Γκλόστερ, στο Ρόξετερ (τουλάχιστον μέχρι το 66 μ.Χ.) και στο Λίνκολν. Μεταγενέστερες βάσεις ήτανε το Caerleon, το Chester και το York. Η μέθοδος κατάκτησης ήταν η ανέγερση και συντήρηση μικρών αποσπασμένων οχυρών σε στρατηγικές θέσεις, που το καθένα φρουρείτο από 500-1.000 Ρωμαίους λεγεωνάριους και βοηθητικούς.
—–Η πρόοδος αυτή καθυστέρησε το 60-61 μ.Χ. από εξέγερση στις ονομαστικά κατακτημένες πεδιάδες… (εδώ μπαίνουμε στο θέμα μας).

————————————–Χρειάζεται Ένας Μύθος
..“Τρομερή καταστροφή συνέβη στη Βρεττανία. 2 πόλεις 80.000 από τους Ρωμαίους και τους συμμάχους τους λεηλατήθηκαν, 80.000 από τους Ρωμαίους και τους συμμάχους τους και το νησί χαθήκανε για τη Ρώμη. Επιπλέον, όλη αυτή τη καταστροφή την επέφερε στους Ρωμαίους γυναίκα, γεγονός που τους προκάλεσε μεγαλύτερη ντροπή. Αλλά το άτομο που ήτανε κυρίως για να ξεσηκώσει τους ιθαγενείς και να τους πείσει να πολεμήσουνε τους Ρωμαίους, το άτομο που θεωρήθηκε άξιο να ‘ναι αρχηγός τους και που διηύθυνε τη διεξαγωγή ολόκληρου του πολέμου, ήταν η Bοudica, Βρεττανίδα της βασιλικής οικογένειας και δαιμονισμένη, μεγαλύτερης ευφυΐας και θάρρους από ό,τι συχνά βρίσκει κανείς στις γυναίκες. Στο ανάστημα ήτανε πολύ ψηλή, στην εμφάνιση πιο τρομακτική, στο βλέμμα το μάτι της ήτανε πιο άγριο κι η φωνή της ήτανε σκληρή. Μεγάλη μάζα από τα πιο καστανόξανθα μαλλιά, που πέφτανε στους γοφούς της, γύρω από το λαιμό της ήτανε μεγάλο χρυσό κολιέ και φορούσε χιτώνα με πολλά χρώματα που πάνω του ήτανε στερεωμένος χοντρός μανδύας με καρφίτσα. Αυτή ήταν η σταθερή ενδυμασία της. Σίγουρα Γυναίκα που αξίζει να προσεχθεί!“.
—Δίων, Ρωμαϊκή Ιστορία (LXII.1-2)
—–Έτσι ο Δίων Κάσσιος περιγράφει τη Boudica, βασίλισσα των Ικένων, που τους οδήγησε σ’ εξέγερση εναντίον των Ρωμαίων το 60 μ.Χ. Αν κι ο Τάκιτος λέει ότι η εξέγερση ξέσπασε το 61 μ.Χ., είναι περισσότερο πιθανό ότι ξεκίνησε το 60 μ.Χ. και διήρκεσε μέχρι το επόμενο έτος.
—–Όταν ο Κλαύδιος διέταξε την εισβολή στη Βρεττανία το 43 μ.Χ., κύριος στόχος ήταν το Camulodunum (Colchester), το οχυρωμένο την Εποχή του Σιδήρου (oppidum) των Catuvellauni που είχε κυβερνηθεί, μέχρι το θάνατό του λίγα χρόνια πριν, από τον Cunobelinus (Κυμβελίνο). Εκεί ήταν που ο Κλαύδιος δέχτηκε πανηγυρικά τον ισχυρισμό των Βρεττανών πριν επιστρέψουνε στη Ρώμη (μετά από μόλις 16 μέρες, λέει ο Δίων), όπου, με τον καιρό, τιμήθηκε η νίκη του με θριαμβευτική αψίδα.

—–Τώρα, σχεδόν 20 χρόνια μετά, η καταπίεση των ρωμαϊκών επαρχιών απ’ τη διοίκηση είχε γίνει αφόρητη. Αν η Ρώμη ήλπιζε να κυβερνήσει αυτή τη μακρινή επαρχία, ήταν απαραίτητο να υπάρχει τουλάχιστον με τη σιωπηρή συναινετική συνεργασία της βρεττανικής αριστοκρατίας. Μόνον αν ο ντόπιος πληθυσμός αναγνώριζε το πλεονέκτημα του να είναι μέρος της Αυτοκρατορίας, ειδάλλως δε θα μπορούσε να υπάρξει πολιτική ασφάλεια και τα συμφέροντά τους, αν όχι με τη Ρώμη, θα ήταν με τον εαυτό τους. Αυτή η αρχή της διακυβέρνησης προφανώς δεν εκτιμήθηκε από τον ύπαρχο, που σαν οικονομικός διαχειριστής της επαρχίας, δεν περιέθαλψε τους κατοίκους, αντίθετα, τους χειρίστηκε σαν ηττημένους εχθρούς. Ο Τάκιτος, η μόνη άλλη αρχαία αυθεντία για την εξέγερση, καταγράφει στο Agricola ότι:
—«Οι ίδιοι οι Βρεττανοί υποτάσσονται στην εισφορά, τον φόρο και τις άλλες επιβαρύνσεις της Αυτοκρατορίας με χαρούμενη ετοιμότητα, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει κατάχρηση. Σ’ αυτό αγανακτούν πικρά: γιατί συντρίβονται με υπακοή, μα όχι στη δουλεία. Αφηγείται τα παράπονα των Ικένων: ο κυβερνήτης τυράννησε τα πρόσωπά τους, ο ύπαρχος, τα υπάρχοντά τους. Τους Συμμορίτες εκατόνταρχους ή σκλάβους, ανάλογα με τη περίπτωση, τους αναμειγνύουν με βία και προσβολή. Τίποτα δεν είναι πλέον ασφαλές από την απληστία και τη λαγνεία τους. Στον πόλεμο είναι ο πιο γενναίος που παίρνει τα λάφυρα. Όπως έχουνε τα πράγματα με μας, είναι κυρίως δειλοί και φυγάδες που ληστεύουνε τα σπίτια τους, ν’ απαγάγουμε τα παιδιά τους και να στρατολογήσουμε τους άνδρες τους».
—Τάκιτος Agricola (XIII)
—–Ακόμη και ο βασιλικός οίκος των Ικένων δεν ήταν απρόσβλητος. Όταν ο βασιλιάς τους πέθανε, η πελατειακή σχέση με τη Ρώμη και το καθεστώς της φυλής ως ξένη συμμαχική επαρχία τελείωσε. Ωστόσο, το μισό βασίλειο κληροδοτήθηκε με διαθήκη στον Νέρωνα και τις 2 κόρες του, με την ελπίδα ότι τα υπόλοιπα υπάρχοντα θα μπορούσαν να να διατηρηθούν έτσι για τις κόρες. Αλλά, όπως καταγράφει ο Τάκιτος στα Χρονικά του:
—«Αποδείχθηκε το πράγμα αλλιώς. Βασίλειο και νοικοκυριό λεηλατηθήκανε σαν έπαθλα πολέμου, από Ρωμαίους αξιωματικούς κι από Ρωμαίους σκλάβους. Ως αρχή, η χήρα του, Boudica κι οι κόρες τους μαστιγώθηκαν και βιάστηκαν. Οι Ικένιοι αρχηγοί ήτανε κληρονομικά τους κτήματα, -σαν να ‘χανε στερηθεί οι Ρωμαίοι ολόκληρη τη χώρα τους. Οι συγγενείς του ίδιου του βασιλιά νοσηλεύτηκαν σαν σκλάβοι».
—Τάκιτος Agricola (XXXI.1).

—–Όχι μόνο το βασίλειο αρπάχτηκε από τον ύπαρχο, αλλά κι ο κυβερνήτης το μείωσε σε επαρχιακό καθεστώς. Μπορεί να υπήρξανε κι άλλες καταχρήσεις. Ο Δίων γράφει ότι ο ύπαρχος τώρα απαιτούσε την επιστροφή των χρημάτων που είχανε δοθεί από τον Κλαύδιο στους Βρεττανούς μ’ επιρροή κι ότι ο φιλόσοφος Σενέκας ανακάλεσε ξαφνικά τα 40.000.000 σηστέρσια που είχανε δοθεί σ’ απρόθυμους Βρεττανούς ως δάνειο για να πειστούν.
—–Η Boudica επαναστάτησε. Μαζί της ενώθηκαν και άλλες φυλές όπως οιTrinovantes στα νότια, που είχαν τους δικούς τους λόγους να μισούν την κατοχή. Οι Ρωμαίοι βετεράνοι, που εγκαταστάθηκαν στο Camulodunum (Κόλτσεστερ), είχαν εκδιώξει τους ιθαγενείς και οικειοποιήθηκαν τα σπίτια και τη γη τους, αντιμετωπίζοντάς τους σαν φυλακισμένους και σκλάβους. Ο Ναός του Κλαύδιου ήτο ιδιαίτερα προσβλητικός, κραυγαλέο προπύργιο ξένης κυριαρχίας που ‘πρεπε να υποστηριχθεί από ανθρώπους που καταπίεζε η Ρώμη. Εν μέσω σειράς οιωνών και σύγχυση, οι άποικοι κάναν έκκληση στον ύπαρχο για βοήθεια. Τα λίγα στρατεύματα που στάλθηκαν από το Λοντίνιο δεν ήταν αρκετά κι η πόλη σύντομα αλώθηκε και λεηλατήθηκε. Οι Ρωμαίοι στρατιώτες κατέφυγαν στο ναό, αλλά μετά από 2 μέρες έπεσε κι αυτός. Η ξακουστή Ένατη Λεγεώνα (Legio IX), βαδίζοντας νότια από το στρατόπεδό της στο Longthorpe περίπου 80 μίλια μακριά υπό την ορμητική διοίκηση του Πετίλιου Cerialis, έπεσε σ’ ενέδρα κι ηττήθηκε. Ο ύπαρχος τράπηκε σε φυγή στη Γαλατία κι η Boudica βάδισε προς το Londinium. Όπως καταγράφει ο Τάκιτος:
—«Ούτε πριν ούτε μετά η Βρεττανία βρέθηκε ποτέ σε πιο ανήσυχη ή επικίνδυνη κατάσταση. Βετεράνοι σφαγιάστηκαν, αποικίες κάηκαν ολοσχερώς, οι στρατοί απομονώθηκαν. Έπρεπε να παλέψουμε για τις δικές μας ζωές πριν προλάβουμε να σκεφτούμε τη νίκη».

—–Μακρυά στα δυτικά, ο Σουητώνιος Παυλίνος, κυβερνήτης της Βρεττανίας, ήτανε στη Mona (Anglesey) ακριβώς έξω από τις ακτές της βόρειας Ουαλλίας. Το νησί ήτανε καταφύγιο για τους πρόσφυγες, καθώς και σημαντικό θρησκευτικό κέντρο για τους Δρυίδες και τον Παυλίνο, παρά τη ρωμαϊκή ανοχή για τις αυτόχθονες θρησκείες, ήταν αποφασισμένος να την υποτάξει. «Γιατί ήταν η θρησκεία τους να ποτίζουν τους βωμούς τους στο αίμα αιχμαλώτων και να συμβουλεύονται τους θεούς τους με ανθρώπινα εντόσθια». Ο Τάκιτος περιγράφει στα Χρονικά τι συνέβη. «Ο εχθρός παρατάχθηκε στην ακτή σε πυκνή ένοπλη μάζα. Μεταξύ αυτών ήταν μαυροφορεμένες γυναίκες με ατημέλητα μαλλιά σαν Εριννύες, κραδαίνοντας πυρσούς. Κοντά στέκονταν Δρυίδες, σηκώνοντας τα χέρια στον ουρανό κι ουρλιάζοντας τρομερές κατάρες». Αβέβαιες για το θέαμα, οι ρωμαϊκές δυνάμεις δίστασαν αλλά στη συνέχεια προχώρησαν, σφαγιάζοντας όλους αυτούς. Το νησί ήτανε φρουρούμενο και το ιερό άλσος δέντρων, με τους βωμούς τους κόκκινους από το αίμα, κομμένους.
—–Ακούγοντας για την εξέγερση, ο Παυλίνος έσπευσε στο Λοντίνιο με Legio XIV και αποσπάσματα της Legio XX, στέλνοντας το ιππικό μπροστά, με διαταγές για τη Legio II στο Exeter να τον συναντήσει εκεί. Αλλά, ανεξήγητα, ο διοικητής του στρατοπέδου αρνήθηκε κι όταν ο Παυλίνος έφτασε τελικά στο Londinium, συνειδητοποίησε ότι, με την ήττα της Legio IX, υπήρχανε πολύ λίγα στρατεύματα για να την υπερασπιστούν. Η πόλη, πολυπληθέστερη στη Βρεττανία, εγκαταλείφθηκε κι όσοι δεν μπορούσαν να συνοδεύσουνε τον στρατό που υποχωρούσε, αφέθηκε να σφαγιαστεί απ’ τους επαναστάτες. Το κοντινό Verulamium (St. Albans) είχε την ίδια μοίρα. Και πάλι, ο Τάκιτος περιγράφει τι συνέβη:
—«Οι ιθαγενείς απολάμβαναν τη λεηλασία και δεν σκέφτονταν τίποτα άλλο. Παρακάμπτοντας οχυρά και φρουρές, πήγαν εκεί που η λεηλάσια ήτο πλουσιότερη κι η προστασία πιο αδύναμη. Θάνατοι Ρωμαίων κι αξιωματούχων στα μέρη που αναφέρονται υπολογίζονται σε 70 χιλιάδες. Γιατί Οι Βρετανοί δεν έπαιρναν ούτε πουλούσαν αιχμαλώτους, ούτε ασκούσαν εν καιρώ πολέμου ανταλλαγές. Ανυπομονούσαν να κόψουνε λαιμούς, να κρεμάσουν, να κάψουνε και σταυρώσουνε –σαν εκδίκηση κι η τιμωρία ήτανε καθ’ οδόν».

—–Ο Δίων είναι ακόμα πιο παραστατικός στη περιγραφή του φρικαλεοτήτων. Εν τω μεταξύ, ο Παυλίνος παρέταξε τα στρατεύματα, σχεδόν 10 χιλ. συνολικά, μαζί κι οι βοηθητικοί από τοπικές φρουρές κι ετοιμάστηκε ν’ αντιμετωπίσει τον εχθρό σε μέρος που πρόσφερε καλύτερο τακτικό πλεονέκτημα. Διάλεξε θέση μπρος από ένα ντεφιλέ μεταξύ των γύρω λόφων, με ανοιχτό έδαφος μπρος και τη προστασία ενός πυκνού δάσους στο πίσω μέρος. (Η μάχη μπορεί να έχει γίνει στο Mancetter, στην οδό Watling στο μέσο της διαδρομής μεταξύ Mona και το Λοντίνιο, όπου υπήρχε ήδη ρωμαϊκό στρατόπεδο.) Οι λεγεωνάριοι είχαν παραταχθεί σφιχτά στο κέντρο, με τους βοηθητικούς στα πλευρά τους και το ιππικό στα φτερά (ο Δίων βάζει τον Παυλίνο να τοποθετεί τους άνδρες του σε 3 ξεχωριστά τμήματα). Ο Τάκιτος συνεχίζει την αφήγησή:
—«Από τη βρεττανική πλευρά, οι μπάντες ιππικού και πεζικού έβραζαν σ’ ευρεία περιοχή. Ο αριθμός τους ήτανε πρωτοφανής (ο Δίων δίνει αριθμό στις 230.000, που είναι σαφώς υπερβολή) κι είχανε φέρει με σιγουριά τις γυναίκες τους να δούνε τη νίκη, εγκαθιστώντας τες σε κάρα που στάθμευαν στην άκρη του πεδίου μάχης».
—–Ο πανάρχαιος μύθος των Δρυΐδων μιλά για Εκείνη την Εκλεκτή που θα οδηγήσει τους Ικένες στη λύτρωση σηκώνοντας στους ώμους της όλη τη ρωμαϊκή βαρβαρότητα και θα τους ελευθερώσει…

—–Είναι πια καιρός να πιάσουμε την Γυναίκα του άρθρου...
—————————-Μπούντικα Βασίλισσα των Ικένων
—–Η Βρεττανία έχει δημιουργήσει πολλούς άγριους, ευγενείς πολεμιστές ανά τους αιώνες που πολέμησαν για να κρατήσουνε τη Βρεττανία ελεύθερη, αλλά υπήρχε μια τρομερή κυρία στην ιστορία, της οποίας το όνομα δεν θα ξεχαστεί ποτέ: η βασίλισσα Boudica ή Boadicea όπως την αποκαλούνε πιο συχνά.
—–Η Μπούντικα (Boudica ή Boudicca, από το βρυθονικό* boudi «νίκη» + -kā (επίθετο επίθημα), δηλαδή «Νικηφόρα Γυναίκα», γνωστή στα λατινικά χρονικά ως Boadicea ή Boudicea και στα ουαλλικά ως Buddug, προφέρεται [ˈbɨðɨɡ) ήτανε βασίλισσα της αρχαίας βρεττανικής φυλής των Ικένων, φυλής που κατοικούσε στη σημερινή αγγλική κομητεία του Norfolk και σε τμήματα των γειτονικών κομητειών Cambridgeshire, Suffolk και Lincolnshire, Κελτικού φύλου της (αρχαίας) Βρεττανίας, που ηγήθηκε αποτυχημένης εξέγερσης ενάντια στις κατακτητικές δυνάμεις της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 60 ή το 61 μ.Χ. Ήταν η αρχαιότερη (γνωστή) γυναίκα που ηγήθηκε επαναστατικού κινήματος και γι’ αυτό θεωρείται εθνική ηρωίδα της Βρεττανίας, σύμβολο του αγώνα για δικαιοσύνη κι ανεξαρτησία κι αποτελεί κεντρική φιγούρα της βρεττανικής κουλτούρας.
—–Ο σύζυγός της, Πρασούταγος**, με τον οποίο απέκτησε 2 κόρες, κυβέρνησε ως ονομαστικά ανεξάρτητος σύμμαχος της Ρώμης. Άφησε το βασίλειό του από κοινού στις κόρες του και στον Ρωμαίο αυτοκράτορα στη διαθήκη του. Όταν πέθανε, η θέλησή του αγνοήθηκε και το βασίλειο προσαρτήθηκε κι η περιουσία του κατασχέθηκε. Σύμφωνα με τον Ρωμαίο ιστορικόΤάκιτο, η Boudica μαστιγώθηκε κι οι κόρες της βιάστηκαν. Ο ιστορικός Δίων Κάσσιος έγραψε ότι οι προηγούμενες αυτοκρατορικές δωρεές σε ισχυρούς Βρεττανούς κατασχέθηκαν κι ο Ρωμαίος χρηματοδότης και φιλόσοφοςΣενέκας ζήτησε πίσω τα δάνεια, που είχε προσφέρει σε απρόθυμους Βρεττανούς.

_____________________________
* Οι Βρετονικές γλώσσες (επίσης Βρυθονικές ή Βρεττανικές Κέλτικές) αποτελούν έναν από τους 2 κλάδους των Νησιωτικών Κελτικών γλωσσών. το άλλο είναι το Goidelic. Περιλαμβάνει τις σωζόμενες γλώσσες Βρετονική, Κορνουαλική κι Ουαλλική. Το όνομα Brythonic προήλθε από τον Ουαλλό Κέλτη John Rhys από την ουαλική λέξη Brython, που δηλώνει Κέλτη Βρεττανό που διακρίνεται από τους Αγγλοσάξονες ή τους Γαέλους.
**Ο Πρασούταγος (πέθανε το 60 ή 61 μ.Χ.) ήτανε βασιλιάς των Ικένων, βρεττανικής κελτικής φυλής, που τον 1ο αι.α μ.Χ., κατοικούσε περίπου στο σημερινό Νόρφολκ. Είναι περισσότερο γνωστός ως σύζυγος της Boudica. Μπορεί να ήταν ένας από τους 11 βασιλιάδες που παραδόθηκαν στον Κλαύδιο μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση το 43 ή μπορεί να εγκαταστάθηκε ως βασιλιάς μετά την ήττα εξέγερσης των Ικένων το 47. Ως σύμμαχος της Ρώμης η φυλή του είχε τη δυνατότητα να παραμείνει ονομαστικά ανεξάρτητη, αν κι αφοπλισμένη και για να το εξασφαλίσει αυτό όρισε τον Ρωμαίο αυτοκράτορα ως συγκληρονόμο του βασιλείου του, μαζί με τις 2 κόρες του. Ο Τάκιτος λέει ότι έζησε μακρά κι ευημερούσα ζωή, αλλά όταν πέθανε, οι Ρωμαίοι αγνόησαν τη θέλησή του κι ανέλαβαν, στερώντας από τους ευγενείς τα εδάφη τους και λεηλατώντας το βασίλειο. Η Boudica μαστιγώθηκε κι οι κόρες τους βιάστηκαν. Οι Ρωμαίοι χρηματοδότες ζήτησαν τα δάνειά τους. Όλα αυτά οδήγησαν στην εξέγερση των Ικένων, υπό την ηγεσία του Boudica, το 60 ή 61.
—–Νομίσματα έχουν βρεθεί στο Σάφολκ με την επιγραφή SVB ESVPRASTO ESICO FECIT, (UNDER Esuprastus Esico made / Υπο τη βασιλεία του Εσούπραστου κόπηκαν) στα λατινικά. Μερικοί αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι Esuprastus ήταν το αληθινό όνομα του βασιλιά που ο Τάκιτος αποκαλεί Prasutagus, ενώ άλλοι πιστεύουν ότι ήταν διαφορετικό πρόσωπο. Άλλοι ερμηνεύουν ότι το Esuprastus είναι σύνθετο όνομα, με το “Esu-” να προέρχεται από τον θεό Esus και να σημαίνει “κύριος”, “κύριος” ή “τιμή” και το “Prasto-” να είναι ένα συντομευμένο προσωπικό όνομα, η επιγραφή του νομίσματος σημαίνει έτσι “υπό τον Λόρδο Prasto-“. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι έχουν βρεθεί νομίσματα του Corieltauvi με τα παρόμοια ονόματα IISVPRASV και ESVPASV. Το όνομα παλαιότερου βασιλιά των Ικένων εμφανίζεται στα νομίσματα ως SCAVO, όνομα που μπορεί να σχετίζεται με το λατινικό scaeva, «αριστερός» και scaevola, «αριστερόχειρας». Τα νομίσματα και των 2 ηγεμόνων είναι παρόμοια ρωμαϊκά σε στυλ και γλώσσα και πιθανότατα εκδόθηκαν μέσα σε 20 χρόνια το ένα από το άλλο. Ο Chris Rudd προτείνει ότι ο Esuprastus, τον οποίο ταυτίζει με τον Prasutagus, διαδέχθηκε τον Scavo μετά την εξέγερση των Ικένων το 47. Τα νομίσματα της Ισλανδίας που χρονολογούνται από τον 1ο αιώνα μ.Χ. χρησιμοποιούν την ορθογραφία ECEN αντί για ECE: Έχει υποστηριχθεί ότι αυτή η αλλαγή συμπίπτει με την έναρξη της βασιλείας του Πρασουτάγου, με τα νομίσματα του Αντέδιου να δείχνουν μόνο το όνομα του ηγεμόνα κι όχι τη φυλή. Αν ναι, τα νομίσματα υποδηλώνουν ότι η εποχή του Πρασουτάγου ξεκίνησε μόνο μετά τα γεγονότα του 47.
___________________________________

—–Γεννήθηκε το 30 περίπου μ.Χ. στο μέρος που σήμερα θα αποκαλούσαμε Ανατολική Αγγλία. Τ’ όνομά της φαίνεται να ήταν αρχικά Μπούντικα (Boudica), αλλά ο Ρωμαίος ιστορικός Τάκιτος, που αποτελεί και τη κύρια πηγή πληροφοριών για τη ζωή της, φαίνεται πως το έγραψε λάθος ως Μπουντίκκα (Boudicca). Μεταγενέστεροι συγγραφείς παρέφθαραν το όνομά της σε Βοαδίκεια (Boadicea). Έγινε σύζυγος του υποτελή των Ρωμαίων βασιλιά των Ικενών Πρασούταγου κι ανέλαβε την εξουσία της φυλής της μετά τον θάνατό του, σύμφωνα με τις επιθυμίες του. Το ότι έγινε αρχηγός της φυλής της ενώ ήταν γυναίκα δεν ήτανε καθόλου παράξενο αφού ήτανε κοινή πρακτική, αν όχι όλων, των περισσότερων κέλτικων φυλών στη Βρεττανία. Στη διαθήκη του ο Πρασούταγος άφησε τη μισή περιουσία στον Ρωμαίο αυτοκράτορα, που τότε ήταν ο Νέρων και την άλλη μισή στις κόρες του. Όμως ο Νέρων, βάσει των ρωμαϊκών κριτηρίων που θεωρούσαν αδύναμη κι αφύσικη την εξουσία μία γυναίκας, έκρινε πως από τη στιγμή που αρχηγός των Ικένων είχε γίνει η Μπούντικα μπορούσε να διεκδικήσει όλη τη περιουσία του Πρασούταγου χωρίς συνέπειες και διέταξε εισβολή. Ο Catus Decianus, επίτροπος της Βρεττανίας, στάλθηκε για να εξασφαλίσει το βασίλειο των Ικένων για τη Ρώμη. Οι Ρωμαίοι κατέλαβαν το βασίλειο των Ικένων, μαστίγωσαν τη Μπούντικα και βιάσανε τις κόρες της, φέρθηκαν στους συγγενείς της σαν να ήτανε σκλάβοι ενώ αρπάξανε και τη περιουσία όλων των Ικενών πολέμαρχων.
—–Το 60 με 61 μ.Χ. η Μπούντικα ηγήθηκε εξέγερσης των Ικένων, που μαζί με τους Τρινοβάντες επαναστάτησαν κατά του Ρωμαίου διοικητή της Βρεττανίας, Γαΐου Σουητώνιου Παυλίνου. Η εξέγερση συνέβη τη περίοδο που ο στρατός των Ρωμαίων ετοιμαζόταν να εισβάλει στο νησί Άνγκλεσι από την βορειοδυτική Ουαλλία και σύντομα εξαπλώθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της επαρχίας. Οι εξεγερμένοι στράφηκαν κατά της ρωμαϊκής αποικίας και παλαιάς πρωτεύουσας των Τρινοβαντών, Καμουλόδουνον (σημερινό Κόλτσεστερ), που το κατέστρεψαν. Η καταστροφή ήταν απόλυτη καθώς βασανίστηκαν και σκοτώθηκαν περίπου 10.000 άνθρωποι με φρικτό τρόπο ενώ μέχρι σήμερα στο υπέδαφος της πόλης μπορεί κανείς να βρει στρώμα πάχους περίπου 1 μέτρου που αποκαλύπτει την απόλυτη καταστροφή που προκάλεσε ο στρατός της κατακαίοντας τη πόλη. Στην συνέχεια εκστράτευσε κατά του Λονδινίου (σημερινό Λονδίνο), που είχε προλάβει να επιστρέψει ο Σουητόνιος όταν έμαθε τα νέα για τη καταστροφή του Καμουλοδούνου, χωρίς όμως να μπορέσει να προστατέψει τη πόλη από τις δυνάμεις της. Το Λονδίνιο είχε την ίδα τύχη με το Καμουλόδουνον κι αμέσως μετά ακολούθησε και το Βερουλάμιον (κοντά στο σημερινό Σεντ Άλμπανς).

—–Το 60/61, η Boudica οδήγησε τους Ικένους κι άλλες βρεττανικές φυλές σε εξέγερση. Κατέστρεψαν το Camulodunum (σημερινό Κόλτσεστερ), παλαιότερα πρωτεύουσα των Trinovantes, αλλά κείνη την εποχή αποικία για τους απολυμένους Ρωμαίους στρατιώτες. Μόλις έμαθε για την εξέγερση, ο Ρωμαίος κυβερνήτης Γάιος Σουητώνιος Παυλίνος έσπευσε από το νησί Μόνα (σημερινό Anglesey) στο Londinium, τον 20χρονο εμπορικό οικισμό που ήταν ο επόμενος στόχος των ανταρτών. Ανίκανος να υπερασπιστεί τον οικισμό, τον εγκατέλειψε. Ο στρατός της Boudica νίκησε απόσπασμα της Legio IX Hispana κι έκαψε Londinium και Verulamium. Συνολικά, εκτιμάται ότι 70-80.000 Ρωμαίοι και Βρεττανοί σκοτώθηκαν από τους γενναίους της Boudica. Ο Σουητώνιος, εν τω μεταξύ, ανασύνταξε τις δυνάμεις του, πιθανώς στα Δυτικά Μίντλαντς και παρά το γεγονός ότι ήτανε πολύ λιγότερος αριθμητικά, νίκησε αποφασιστικά τους Βρεττανούς. Η Boudica πέθανε, από αυτοκτονία ή ασθένεια, λίγο αργότερα. Η κρίση του 60/61 ανάγκασε τον Νέρωνα να σκεφτεί ν’ αποσύρει όλες τις αυτοκρατορικές του δυνάμεις απ’ τη Βρεττανία, αλλά η νίκη του Σουητώνιου επιβεβαίωσε τον ρωμαϊκό έλεγχο της επαρχίας.
—–Το ενδιαφέρον για αυτά τα γεγονότα αναβίωσε στην Αγγλική Αναγέννηση κι οδήγησε στη φήμη της Boudica στη βικτωριανή εποχή κι ως πολιτιστικό σύμβολο στη Βρεττανία. Η εξέγερση αυτή κατά της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αναφέρεται σε 4 έργα απ’ τη κλασσική αρχαιότητα που γράφτηκαν από 3 Ρωμαίους ιστορικούς: από τον Τάκιτο στο Agricola (περ. 98) και στα Χρονικά (περ. 110) από τον Σουητώνιο, που αναφέρει εξέγερση στους Βίους των Καισάρων κι από τον Δίωνα Κάσσιο, που ‘ναι η μεγαλύτερη αφήγηση, συμπεριλαμβανομένης της λεπτομερούς περιγραφής της εξέγερσης που περιέχεται στην ιστορία της Αυτοκρατορίας του Δίωνα Κάσσιου (περ. 202 – περ. 235). Ο Τάκιτος έγραψε μερικά χρόνια μετά την εξέγερση, αλλά ο πεθερός του Γναίος Ιούλιος Αγρικόλας ήταν αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων, έχοντας υπηρετήσει στη Βρεττανία ως τριβούνος υπό τον Σουητώνιο Παυλίνο στη διάρκεια αυτής της περιόδου. Ο Δίων Κάσσιος ξεκίνησε την ιστορία της Ρώμης και της αυτοκρατορίας της περίπου 140 χρόνια μετά το θάνατο της Boudica. Πολλά έχουνε χαθεί κι η αφήγησή του σώζεται μόνο στην επιτομή ενός βυζαντινού μοναχού του 11ου αι., του Ιωάννη Ξιφιλίνου. Παρέχει μεγαλύτερες και πιο μακάβριες λεπτομέρειες από τον Τάκιτο, αλλά γενικά οι λεπτομέρειες του είναι συχνά φανταστικές.

—–Ο Τάκιτος κι ο Δίων δίνουν περιγραφή των πολεμικών λόγων που ‘δωσε η Μπούντικα, αν και πιστεύεται ότι τα λόγια της δεν καταγράφηκαν ποτέ στη διάρκεια της ζωής της. Αν και φανταστικές, αυτές οι ομιλίες, που σχεδιάστηκαν για να παρέχουνε στους αναγνώστες σύγκριση των απαιτήσεων και των προσεγγίσεων των ανταγωνιστών στον πόλεμο και να απεικονίσουν τους Ρωμαίους ως ηθικά ανώτερους από τον εχθρό τους, βοήθησαν στη δημιουργία εικόνας πατριωτισμού που τη μετέτρεψε σε θρυλική φιγούρα. Ο λόγος της -αληθινός ή λογοτεχνικός είναι ο παρακάτω:
—«Δεν μας έκλεψαν εντελώς τα περισσότερα από τα υπάρχοντά μας κι απ’ αυτά τα μεγαλύτερα, ενώ γι’ αυτά που παραμένουνε πληρώνουμε φόρους. Εκτός από το να βόσκουμε και να καλλιεργούμε γι’ αυτούς όλα τ’ άλλα υπάρχοντά μας, δεν πληρώνουμε ετήσιο φόρο για τα ίδια μας τα σώματα; Πόσο καλύτερο θα ‘ταν να ‘χαμε πουληθεί σε αφέντες μια για πάντα παρά να ‘χουμε κενούς τίτλους ελευθερίας, να πρέπει να λυτρώνουμε τους εαυτούς μας κάθε χρόνο! Πόσο καλύτερο να ‘χουμε σκοτωθεί και να ‘χουμε χαθεί παρά να κυκλοφορούμε με φόρο στα κεφάλια μας. Μεταξύ της υπόλοιπης ανθρωπότητας ο θάνατος ελευθερώνει ακόμη κι εκείνους που ‘ναι σκλάβοι σ’ άλλους. Μόνο στη περίπτωση των Ρωμαίων οι ίδιοι οι νεκροί παραμένουνε ζωντανοί για το κέρδος τους. Γιατί, αν και κανείς από μας δεν έχει χρήματα (πώς, πράγματι, θα μπορούσαμε ή και πού θα τα βρούμε;), μας απογυμνώνουνε και μας λεηλατούνε σαν θύματα δολοφόνου; Και γιατί ν’ αναμένεται απ’ τους Ρωμαίους να επιδεικνύουν μετριοπάθεια όσο περνά ο καιρός, όταν έχουνε συμπεριφερθεί απέναντί μας μ’ αυτό τον τρόπο από την αρχή, όταν όλοι οι άνθρωποι δείχνουν ενδιαφέρον ακόμη και για τα θηρία που έχουνε πρόσφατα αιχμαλωτίσει»;
—Μέρος ομιλίας που μας δίνει ο Δίων Κάσσιος στη Μπούντικα.

—–Οι επόμενες ενέργειες των Ρωμαίων περιγράφηκαν από τον Τάκιτο, που περιέγραψε λεπτομερώς τη λεηλασία της υπαίθρου, τη λεηλασία του οίκου του βασιλιά και τη βάναυση μεταχείριση της Μπούντικα και των θυγατέρων της. Σύμφωνα με τον Τάκιτο, η Boudica μαστιγώθηκε κι οι κόρες της βιάστηκαν. Αυτές οι καταχρήσεις δεν αναφέρονται στην αφήγηση του Δίωνα, που αντίθετα αναφέρει 3 διαφορετικές αιτίες για την εξέγερση: την ανάκληση των δανείων που δόθηκαν στους Βρεττανούς από τον Σενέκα. Η κατάσχεση από τον Δεκιανό Κάτο χρημάτων που ‘χε δανείσει προηγουμένως στους Βρεττανούς ο αυτοκράτορας Κλαύδιος και τις παρακλήσεις της ίδιας της Boudica, θεωρούσε δηλαδή κίνητρο για τις εξεγέρσεις, το λόγο που εκφώνησε αυτή. Τα δάνεια θεωρήθηκαν από τους Iceni ότι είχαν αποπληρωθεί με ανταλλαγή δώρων. Ο πρώτος στόχος των επαναστατών ήταν το Camulodunum (σημερινό Κόλτσεστερ), ρωμαϊκή αποικία για συνταξιούχους στρατιώτες. Ρωμαϊκός ναός είχε ανεγερθεί εκεί στον Κλαύδιο, με μεγάλη δαπάνη για τον τοπικό πληθυσμό. Σε συνδυασμό με τη βάναυση μεταχείριση των Βρεττανών από τους βετεράνους, αυτό είχε προκαλέσει δυσαρέσκεια προς τους Ρωμαίους.
—–Οι Ικένοι κι οι Τρινοβάντες είχανε στρατό 120.000 ανδρών. Ο Δίων ισχυρίστηκε ότι η Boudica κάλεσε τη βρεττανική θεά της νίκης Andraste για να βοηθήσει τον στρατό της. Μόλις ξεκίνησε η εξέγερση, τα μόνα ρωμαϊκά στρατεύματα που ήτανε διαθέσιμα για να παράσχουνε βοήθεια, εκτός από τα λίγα εντός της αποικίας, ήταν 200 βοηθητικοί που βρίσκονταν στο Λονδίνο, που δεν ήταν εξοπλισμένοι για να πολεμήσουνε τον στρατό της Boudica. Το Camulodunum καταλήφθηκε από τους αντάρτες. Όσοι κάτοικοι επέζησαν από την αρχική επίθεση κατέφυγαν στο Ναό του Κλαύδιου 2 ημέρες πριν σκοτωθούν. Ο Quintus Petillius Cerialis, τότε διοικητής της Legio IX Hispana, προσπάθησε να ανακουφίσει το Camulodunum, αλλά υπέστη συντριπτική ήττα. Το πεζικό μαζί του σκοτώθηκε όλο και μόνο ο διοικητής και μερικοί από το ιππικό του διέφυγαν. Μετά από αυτή τη καταστροφή, ο Κάτος Δεκιανός, που η συμπεριφορά του είχε προκαλέσει την εξέγερση, κατέφυγε στη Γαλατία.

—–Ο Σουητώνιος ηγήθηκε εκστρατείας εναντίον του νησιού Μόνα, στ’ ανοικτά των ακτών της Βόρειας Ουαλλίας. Στο άκουσμα της είδησης της εξέγερσης των Iceni, άφησε φρουρά στη Mona κι επέστρεψε ν’ αντιμετωπίσει τη Boudica. Κινήθηκε γρήγορα με δύναμη ανδρών μέσα από εχθρικό έδαφος στο Londinium, έφτασε πριν από την άφιξη του στρατού της Boudica μα ήταν υπεράριθμος, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη πόλη στους επαναστάτες, που τη κάψαν αφού βασάνισαν και σκότωσαν όλους όσους είχαν απομείνει. Οι αντάρτες λεηλάτησαν επίσης το Verulamium (σημερινό St Albans), βδ. του Λονδίνου, αν κι η έκταση της καταστροφής του είναι ασαφής. Ο Δίων κι ο Τάκιτος ανέφεραν ότι περίπου 80.000 λέγεται ότι σκοτώθηκαν από τους αντάρτες. Σύμφωνα με τον Τάκιτο, οι Βρεττανοί δεν είχανε κανέν ενδιαφέρον να πάρουν αιχμαλώτους, παρά μόνο να σφάξουν μ’ αγκάθια, φωτιά ή σταυρό. Ο Δίων προσθέτει ότι οι ευγενέστερες γυναίκες καρφώνονταν σε καρφιά και τους κόβανε το στήθος και το ρίχνανε στο στόμα τους, με τη συνοδεία θυσιών, συμποσίων κι αχαλίνωτης συμπεριφοράς σε ιερούς τόπους, ιδιαίτερα στα άλση της Ανδράστε.
—–Ο Σουητώνιος ανασύνταξε τις δυνάμεις του. Συγκέντρωσε στρατό σχεδόν 10.000 ανδρών σε άγνωστη τοποθεσία και πήρε θέση σε στενό πέρασμα με δάσος πίσω. Οι Ρωμαίοι χρησιμοποίησαν το έδαφος προς όφελός τους, εκτοξεύοντας ακόντια στους Βρεττανούς πριν προχωρήσουν σε σχηματισμό σφήνας κι αναπτύξουν ιππικό. Οι αρχαίες πηγές λένε ότι ο ρωμαϊκός στρατός ήτανε λιγότερος αριθμητικά αλλά ο στρατός της Boudica συντρίφτηκε και σύμφωνα με τον Τάκιτο, ούτε οι γυναίκες ούτε τα ζώα γλίτωσαν. Αναφέρει επίσης πως η Boudica δηλητηριάστηκε για να μη πέσει στα χέρια των Ρωμαίων. Ο Δίων λέει ότι αρρώστησε και πέθανε, μετά φυσικά της δόθηκε πλούσια ταφή. Έχει υποστηριχθεί ότι αυτές οι αναφορές δεν αλληλοαποκλείονται.
—–Το Boudica μπορεί να ήτανε τιμητικός τίτλος, οπότε τ’ όνομα που ‘τανε γνωστή στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής της είναι άγνωστο. Ο Άγγλος γλωσσολόγος και μεταφραστής Kenneth Jackson κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το όνομα Boudica -με βάση τις μεταγενέστερες εξελίξεις στα Ουαλλικά (Buddug) και στα Ιρλανδικά (Buaidheach)- προέρχεται από το πρωτοκελτικό θηλυκό επίθετο boudīkā «νικηφόρος», που με τη σειρά του προέρχεται από τη κελτική λέξη *boudā «νίκη» κι ότι η σωστή ορθογραφία του ονόματος στη Κοινή Βρετονική (η βρεττανική κελτική γλώσσα) είναι Boudica, προφέρεται [boʊˈdiːkaː]. Παραλλαγές της ιστορικά σωστής Boudica περιλαμβάνουνε τις Boudicca, Bonduca, Boadicea και Buduica. Η γαλατική εκδοχή του ονόματός της μαρτυρείται σε επιγραφές όπως Boudiga στο Μπορντό, Boudica στη Λουζιτανία και Bodicca στην Αλγερία.

—–Το όνομα της Boudica γράφτηκε λανθασμένα από τον Dio, που χρησιμοποίησε το Buduica. Τ’ όνομά της ήταν επίσης ανορθόγραφο από τον Τάκιτο, που πρόσθεσε δεύτερο «c». Αφού το ορθογραφικό λάθος αντιγράφηκε από μεσαιωνικό γραφέα, άρχισαν να εμφανίζονται περαιτέρω παραλλαγές. Μαζί με το 2ο «c» που έγινε «e», εμφανίστηκε «a» στη θέση του «u», που παρήγαγε τη μεσαιωνική (και πιο κοινή) εκδοχή του ονόματος, Boadicea. Η αληθινή ορθογραφία ήταν εντελώς σκοτεινή όταν η Μπούντικα εμφανίστηκε 1η φορά γύρω στον 17ο αι. Ο William Cowper χρησιμοποίησε αυτή την ορθογραφία στο ποίημά του Boadicea, an Ode (1782), που αναπροσάρμοσε την ιστορία της για να ταιριάζει στο πλαίσιο των αυξανόμενων εδαφικών και πολιτικών φιλοδοξιών της Βρεττανίας. Μία από τις 1ες πιθανές αναφορές της (εξαιρουμένων των αφηγήσεων του Τάκιτου και του Δίωνα) ήτανε το έργο του 6ου αι. De Excidio et Conquestu Britanniae από τον Βρεττανό μοναχό Gildas. Σ’ αυτό, επιδεικνύει τις γνώσεις του για γυναίκα ηγέτιδα που τη περιγράφει ως «ύπουλη λέαινα» που «έσφαξε τους κυβερνήτες που είχαν αφεθεί να δώσουν πληρέστερη φωνή και δύναμη στις προσπάθειες της ρωμαϊκής κυριαρχίας». Η Εκκλησιαστική Ιστορία του Αγγλικού Λαού (731) του Bede και το έργο του 9ου αι. Historia Brittonum του Ουαλλού μοναχού Nennius περιλαμβάνουν αναφορές στην εξέγερση του 60/61, αλλά δεν αναφέρουνε τη Boudica.
—–Δεν υπάρχει σύγχρονη περιγραφή της Boudica. Ο Dio, γράφοντας περισσότερο από έναν αιώνα μετά το θάνατό της, παρείχε λεπτομερή περιγραφή της βασίλισσας των Iceni (μεταφράστηκε το 1925): «Στο ανάστημα ήτανε πολύ ψηλή, στην εμφάνιση πιο τρομακτική, στο βλέμμα των ματιών της πιο άγρια κι η φωνή της ήτανε σκληρή. Μεγάλη μάζα από τα πιο καστανόξανθα μαλλιά έπεφτε στους γοφούς της. Γύρω από το λαιμό της ήταν μεγάλο χρυσό κολιέ και φορούσε χιτώνα διαφόρων χρωμάτων που πάνω του ήτανε στερεωμένος χοντρός μανδύας με καρφίτσα. Αυτή ήταν η σταθερή ενδυμασία της».
—–Στη διάρκεια της Αναγέννησης τα έργα του Τάκιτου και του Δίωνα Κάσσιου γίνανε διαθέσιμα στην Αγγλία, που μετά το καθεστώς της άλλαξε καθώς ερμηνεύτηκε από ιστορικούς, ποιητές και δραματουργούς. Η Boudica εμφανίστηκε ως «Voadicia» σε μια ιστορία, την Anglica Historia, από τον Ιταλό λόγιο Πολύδωρο Βιργίλιο και στο βιβλίο του Σκωτσέζου ιστορικού Hector Boece The History and Chronicles of Scotland (1526) είναι «Voada» -η 1η εμφάνισή της σε βρεττανική έκδοση. Η Boudica ονομαζόταν «Voadicia» στα Χρονικά του Άγγλου ιστορικού Raphael Holinshed, που δημοσιεύθηκαν μεταξύ 1577-87. Αφήγηση του Φλωρεντινού μελετητή Petruccio Ubaldini στο The Lives of the Noble Ladies of the Kingdom of England & Scotland (1591) περιλαμβάνει 2 γυναικείους χαρακτήρες, τη «Voadicia» και τη «Bunduica» κι οι δύο βασισμένοι στη Boudica. Από τη 10ετία του 1570 ως τη 10ετία του 1590, όταν η Αγγλία της Ελισάβετ Α’ βρισκότανε σε πόλεμο με την Ισπανία, η Boudica αποδείχθηκε πολύτιμο πλεονέκτημα για τους Άγγλους.

—–Ο Άγγλος ποιητής Edmund Spenser χρησιμοποίησε την ιστορία της Boudica στο ποίημά του The Ruines of Time, που περιλαμβάνει ιστορία για Βρεττανίδα ηρωίδα που ονόμασε «Bunduca». Παραλλαγή αυτού του ονόματος χρησιμοποιήθηκε στο ιακωβιανό έργο Bonduca (1612), τραγική κωμωδία που οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν ότι γράφτηκε από τονJohn Fletcher, που ένας απ’ τους χαρακτήρες ήταν η Boudica. Εκδοχή αυτού του έργου που ονομάζεται Bonduca, ή η Βρεττανική Ηρωίδα μελοποιήθηκε από τον Άγγλο συνθέτη Henry Purcell το 1695. Από τα ρεφρέν, “Britons, Strike Home!“, έγινε δημοφιλές πατριωτικό τραγούδι στη Βρεττανία τον 18ο και 19ο αιώνα. Τέλη του 18ου αι., η Boudica χρησιμοποιήθηκε για την ανάπτυξη ιδεών της αγγλικής εθνικής ταυτότητας. Οι εικονογραφήσεις της στη διάρκεια αυτής της περιόδου -όπως στη Νέα, Πλήρη και Αυθεντική Ιστορία της Αγγλίας (1790) του Edward Barnard και σχέδια του Thomas Stothard της βασίλισσας ως κλασσικής ηρωίδας- δεν είχαν ιστορική ακρίβεια. Η εικονογράφηση της από τον Robert Havell στο The Costume of the Original Residents of the British Islands from the Early Periods to the Sixth Century (1815) του Charles Hamilton Smith ήτανε πρώιμη προσπάθεια ν’ απεικονιστεί με ιστορικά ακριβή τρόπο. Το ποίημα του Cowper του 1782 Boadicea: An Ode ήτανε το πιο αξιοσημείωτο λογοτεχνικό έργο που υπερασπίστηκε την αντίσταση των Βρεττανών, καλλιεργώντας ασεξουαλική εικόνα του βρεττανικού θριάμβου κι ηρωισμού. Οδήγησε την Boudica να γίνει πολιτιστικό σύμβολο κι εθνική ηρωίδα στη Βρεττανία. Το ποίημα του Λόρδου Άλφρεντ Τέννυσον Boädicéa, που γράφτηκε το 1859 και δημοσιεύτηκε το 1864, βασίστηκε στο ποίημα του Κάουπερ. Απεικονίζοντας τη βασίλισσα των Ικένων ως βίαιη κι αιμοδιψή πολεμίστρια, το ποίημα προέβλεψε επίσης την άνοδο της Βρεττανικής Αυτοκρατορίας. Η εικόνα της Boudica του Tennyson ελήφθη από το χαρακτικό που παρήγαγε το 1812 ο Stothard. Άλλο έργο, το ποίημα Boadicea (1859) του Francis Barker, περιείχε έντονα πατριωτικά και χριστιανικά θέματα. Τέλος, σειρά από βικτωριανά παιδικά βιβλία ανέφεραν τη Boudica. Ο Beric the Briton (1893), μυθιστόρημα του G. A. Henty, με εικονογράφηση του William Parkinson, είχε κείμενο βασισμένο στις αφηγήσεις του Τάκιτου και του Δίωνα.

—–Η Μπούντικα κι οι κόρες της, άγαλμα της βασίλισσας στο πολεμικό της άρμα, με αναχρονιστικά δρεπάνια στους άξονες των τροχών, εκτελέστηκε από τον γλύπτη Thomas Thornycroft. Ενθαρρύνθηκε από τον πρίγκιπα Αλβέρτο, που δάνεισε τ’ άλογά του ως μοντέλα. Το άγαλμα, το πιο φιλόδοξο έργο του Θόρνικροφτ, δημιουργήθηκε μεταξύ 1856-71, χυτεύτηκε το 1896 και τοποθετήθηκε στο ανάχωμα Victoria δίπλα στη γέφυρα του Γουέστμινστερ το 1902. Η Boudica κάποτε θεωρήθηκε ότι θάφτηκε σε μέρος που βρίσκεται τώρα μεταξύ των πλατφορμών 9 και 10 στο σταθμό King’s Cross στο Λονδίνο. Δεν υπάρχουν στοιχεία γι’ αυτό και πιθανότατα είναι εφεύρεση μετά τον Β’ Παγκ. Πόλ. Στο Δημαρχείο του Κόλτσεστερ, άγαλμα της Boudica σε φυσικό μέγεθος βρίσκεται στη νότια πρόσοψη, σμιλεμένο από τον L. J. Watts το 1902. Άλλη απεικόνισή της είναι σε βιτρό από τον Clayton και τον Bell στην αίθουσα του συμβουλίου. Η Boudica υιοθετήθηκε από τις σουφραζέτες ως σύμβολο της εκστρατείας για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών. Το 1908, το Λάβαρο Boadicea μεταφέρθηκε σε πολλές πορείες της Εθνικής Ένωσης Εταιρειών Ψήφου Γυναικών. Εμφανίζεται ως χαρακτήρας στο A Pageant of Great Women που γράφτηκε από τη Cicely Hamilton, που άνοιξε στο Scala Theatre του Λονδίνου, Νοέμβρη του 1909 πριν από εθνική περιοδεία και περιγράφηκε σε φυλλάδιο του 1909 ως «η αιώνια θηλυκή. ο φύλακας της εστίας, ο εκδικητής των αδικιών της πάνω στον κατακτητή και τον λεηλατητή». Φωνητική μειοψηφία διεκδίκησε τη Boudica ως ηρωίδα της Κέλτικης Ουαλλίας. Άγαλμα της Boudica στο Marble Hall στο Δημαρχείο του Κάρντιφ ήταν μεταξύ κείνων που αποκαλύφθηκαν από τον David Lloyd George το 1916, αν κι η επιλογή είχε κερδίσει μικρή υποστήριξη σε δημόσια ψηφοφορία. Την δείχνει με τις κόρες της και χωρίς πολεμικά στολίδια. Μόνιμες εκθέσεις που περιγράφουνε την εξέγερση των Μπουντικανών βρίσκονται στο Μουσείο του Λονδίνου, στο Μουσείο του Κάστρου του Κόλτσεστερ και στο Μουσείο Verulamium στο St Albans. Μονοπάτι μήκους 36 μιλίων (58 χλμ.) που ονομάζεται Boudica’s Way περνά μέσα από την ύπαιθρο μεταξύ Norwich και Diss στο Norfolk…


