Andersen Hans Christian Η Νεράιδα Του Πάγου

Mετάφραση: Πάτροκλος Χατζηαλεξάνδρου

(βιογραφικό κι άλλα έχει ήδη εδώ🙂

—————————————————Εισαγωγή

—–Πριν ξεκινήσω το παραμύθι αυτό, να πω μερικά χρήσιμα πράγματα που στη πορεία της διήγησης θα βοηθήσουνε πολύ. Έτσι λοιπόν, ας πούμε ότι βρισκόμαστε στην Ελβετία. Όλοι τη ξέρουμε σαν μιαν όμορφη χώρα, με πολλά ψηλά βουνά και κυρίως με μπόλικο χιόνι τους χειμώνες. Επίσης έχει πολλά δάση, που απλώνονται ριζωμένα στις πλαγιές των βουνών της. Σε καλλίτερο καιρό, ανεβαίνει κανείς στα χιόνια και κατεβαίνει από την άλλη μεριά σε όμορφα καταπράσινα λιβάδια, που τα διασχίζουνε ποτάμια και ρυάκια, που συχνά παφλάζουν ορμητικά ή κυλάν ειρηνικά και πάντα σα να φοβούνται πως ίσως δεν φτάσουν έγκαιρα στη θάλασσα για να χυθούνε στην αγκαλιά της. Ο ήλιος τότε που καίει ψηλά, λιώνει τα χιόνια του χειμώνα, τα κάνει χιονοστιβάδες, που αργότερα, το χειμώνα πυργώνονται σε παγετώνες.
—–Δυο τέτοιοι παγετώνες βρίσκονται μέσα σε φαράγγια των βράχων στην ορεινή κωμόπολη Γκρίντελβαλντ κάτω από τις κορφές Σρέκχορν και Βέττερχορν. Αξιοθέατα της περιοχής που προσελκύουν από παντού τουρίστες κι ιδιαίτερα τα καλοκαίρια, που έρχονται και κάνουν αναρρίχηση πάνω στα χιονοσκέπαστα βουνά, αλλά και μέσα στις βαθειές κοιλάδες. Όσο ανεβαίνουνε βλέπουνε το βάθος των κοιλάδων αυτών σα να το κοιτούν από αερόστατο, ενώ πάνω τους κρέμονται τα σύννεφα κι η πυκνή ομίχλη που επικρατεί συνήθως ψηλά στις κορφές. Κάτω δε, στην άκρη της κοιλάδας, είναι σκορπισμένα πολλά καφετιά ξύλινα σπιτάκια κι οι όποιες ακτίδες του ήλιου περνάνε προς τα ‘κει, κάνουνε το περιβάλλον να ακτινοβολεί στο πράσινο, από τη παχειά βλάστηση, σα να ‘τανε διαφανές. Εκεί κάτω παφλάζει το νερό, πάνω ήρεμα κελαρύζει καθώς κατεβαίνει από τα βράχια, σαν ασημιά κορδέλλα.
—–Στις δυο πλευρές του δρόμου που πηγαίνει ανηφορικά προς το βουνό του Γκρίντελβαλντ, είναι σπιτάκια φτιαγμένα από κορμούς δέντρων. Το κάθε σπίτι έχει πάντα κήπο καλλιεργημένο με πατάτες· πολλοί στόματα να τραφούν στα καλυβάκια αυτά, πολλά παιδιά έτοιμα να τις καταβροχθίσουν. Από παντού εμφανίζονται τα παιδιά και πλησιάζουνε τους τουρίστες, είτε έρχονται πεζοί είτε με άμαξες. ‘Όλο αυτό το παιδομάνι εμπορεύεται κι είτε βρέχει, είτε με λιακάδα, είναι παρόν και προσφέρει κομψά σκαλισμένα σπιτάκια, όμοια με τα κτισμένα στο βουνό. Τώρα κι αφού δόθηκε το περιβάλλον του παραμυθιού, μπορούμε πλέον να ξεκινήσουμε…

———————————Μέρος 1ον: Ο Μικρός Ρούντυ

—–Μια φορά κι ένα καιρό, πολλά χρόνια πριν από τα όσα αναφερθήκανε, κάπως μακρύτερα κατοικούσε ένα μικρό παιδάκι και συμμετείχε κι αυτό στο εμπόριο. Έδινε μάλιστα στο πρόσωπό του σοβαρή όψη, κρατούσε δε το κουτί με τα εμπορεύματά του, μάλιστα τόσο σφιχτά, που θα ‘λεγε κανείς πως δεν θέλει να το αποχωριστεί. Ακριβώς αυτή η σοβαρή στάση του, συνδυασμένη με το μικρό της ηλικίας του, τραβούσε τα βλέμματα των ξενόφερτων περαστικών. Έτσι ο μικρός είχε το μεγαλύτερο τζίρο χωρίς να φαντάζεται κι ο ίδιος το γιατί. Μια ώρα δρόμο πιο πάνω, έμενε ο παππούς του, που έφτιαχνε τα κομψά σπιτάκια και στο δωμάτιό του είχε το ντουλάπι γεμάτο τέτοια σκευάσματα, τα εργαλεία κι ένα σωρό αντικείμενα χρηστικά: μαχαίρια, κουτάλια, κουτάκια που είχανε ζωγραφιές με αίγαγρους να πηδάνε, δηλαδή με μια λέξη απ’ όλα, που ωστόσο ήταν η χαρά των παιδικών ματιών. Αλλά ο Ρούντυ -έτσι λεγότανε το αγοράκι- θαύμαζε πιότερο απ’ όλα, τη παλιά καραμπίνα του παππού, που του ‘χε υποσχεθεί να του τη δώσει σαν μεγαλώσει λιγάκι, να μπορεί να μάθει και να ‘ναι δυνατός ώστε να τη μεταχειρίζεται, και που κρεμότανε στα δοκάρια της οροφής.
—–Ας ήτανε μικρός ο Ρούντυ, δούλευε βοσκώντας τις κατσίκες κι ήτανε καλός βοσκός και φύλακάς τους, αφού ήξερε να σκαρφαλώνει μαζί τους, όπως αυτές. Μάλιστα σκαρφάλωνε σαν αγριοκάτσικο κάπως ψηλότερα, γιατί του άρεσε να αρπάζει της φωλιές των πουλιών επάνω από ψηλά δέντρα, ήτανε ριψοκίνδυνος και τολμηρός τόσο όσο να διασκεδάζει και μπορούσε κανείς να τον πετύχει όταν έστεκε κοντά στην όχθη του παφλάζοντος καταρράκτη ή όταν άκουγε το κατρακύλισμα χιονοστιβάδας. Ποτέ δεν έπαιζε με τ άλλα παιδιά και κατέβαινε μόνο όταν τον έστελνε ο παππούς του κάτω να πουλήσει τα διάφορα καλούδια κι ο Ρούντυ ποτέ δε χώνεψε το εμπόριο. Του άρεσε μόνο το σκαρφάλωμα ή να κάθεται κοντά στον παππού, να τονε βλέπει να εργάζεται και να τον ακούει να του λέει ιστορίες από τα παλιά χρόνια και για τους ανθρώπους που κατοικούσανε στη γειτονική κωμόπολη Μάιρινγκεν, όπου είχε γεννηθεί. Οι άνθρωποι, έλεγε ο παππούς, δεν ήτανε γεννημένοι εκεί, αλλά μετανάστες, καθώς ήρθαν από ψηλά στο βορρά, που ήταν οι πρόγονοί τους και λέγονταν Σουηδοί. Ο μικρός εύρισκε πολύ ευχάριστο το να μαθαίνει πράγματα. Του άρεσε επίσης να συναναστρέφεται και με τα ζωντανά κι είχε ένα μεγάλο σκύλο, τον Αγιόλα που ήτανε του πατέρα του, κι ένα γάτο που ήτανε σε περίοπτη θέση στη ψυχή του, γιατί του έμαθε το σκαρφάλωμα.
-“‘Ελα μόνο μαζί μου έξω, πάνω στη στέγη!“, του είχε πει μια μέρα η γάτα με πολύ σαφή και καταληπτό τρόπο, διότι όταν είναι κανείς παιδί και δε ξέρει ακόμη να μιλά, καταλαβαίνει ωστόσο πολύ καλά τις κότες και τις πάπιες. Οι γάτες κι οι σκύλοι μας μιλάνε τόσο καθαρά, όπως ο πατέρας κι η μητέρα μας, αλλά πρέπει να ‘ναι κανείς πολύ μικρός. Ακόμη και το μπαστούνι του παππού μπορεί κάλλιστα να χλιμιντρίσει και να γίνει ολάκερο άλογο με κεφάλι, πόδια κι ουρά. Σε μερικά παιδιά παύει αυτή η επικοινωνία πολύ αργότερα από τ’ άλλα και τότε λένε γι’ αυτά οι άνθρωποι, ότι έμειναν πολύ καιρό πίσω στη παιδική τους ηλικία, -για όλα πάντα έχουνε κάτι να πούνε οι άνθρωποι…
-“Έλα μαζί μου πάνω στη στέγη Ρούντυ!” ήτανε πρώτη φορά που του μίλησε η γάτα κι αυτός κατάλαβε. “Ότaν οι άνθρωποι λένε για κατρακύλισμα, είναι σκέτη φαντασιοπληξία! Δεν πέφτει κανείς, αν δεν φοβηθεί πρώτα. Έλα… βάλε το ένα πόδι έτσι, το άλλο έτσι! Δοκίμασε με τα μπροστινά πόδια να αισθανθείς ασφαλής. Πρέπει κανείς να έχει μάτια και στο σβέρκο κι εύκαμπτα μέλη! Βλέπεις γκρεμό; Αρκεί να πηδήσεις και να κρατηθείς κάπου στέρεα: έτσι κάνω κι εγώ“! Έτσι λοιπόν έκανε κι ο Ρούντυ, γι’ αυτό κάθεται τόσο συχνά πάνω στη κορφή της στέγης κοντά με τη γάτα, κάθεται μαζί της και στις κορφές των δένδρων και μάλιστα ψηλά, πάνω στο χείλος το πιο απόκρημνο, που η γάτα δεν τα κατάφερνε. “Πάνω και ψηλότερα“, λέγανε δέντρα και θάμνοι. “Βλέπεις, εμείς, πώς σκαρφαλώνουμε και πόσο ψηλά φτάνουμε, πως κρατιόμαστε στέρεα κι ασφαλώς, ακόμα και στην άκρη-άκρη του στενού χείλους του βράχου“!
—–Ο Ρούντυ έφτανε πάνω στη κορφή του βουνού, εκεί που ο ήλιος πολλάκις δεν είχε ακόμη φτάσει κι εκεί ρούφαγε με τη ψυχή του το πρωινό του πιοτό, το δροσερό δυναμωτικό αέρα του, που μόνον ο αγαθός Θεός, ξέρει να φτιάξει κι οι άνθρωποι μόνο τη συνταγή του μπορούν να διαβάζουν: “Το δροσερό άρωμα από τα βότανα του βουνού, από την αγριομέντα και το θυμάρι της κοιλάδας. Όταν είναι βαρύ, το απορροφάνε τα κρεμάμενα νέφη, ο άνεμος το συμπαρασύρει και το περνά πάνω στις κορφές των ελάτων, ο αιθέρας του αρώματος γίνεται αεράκι ελαφρό και δροσερό, με διαρκώς αυξανόμενη δροσιά“.
—–Αυτό ήτανε το πρωινό πιοτό του Ρούντυ. Οι ακτίδες, βλογημένες κόρες του ήλιου, φιλούσανε τα μάγουλά του κι ο ίλιγγος παραμόνευε αλλά δεν τολμούσε να πλησιάσει. Τα χελιδόνια από το σπίτι του παππού. εφτά σωστές φωλιές κιόλας, πετούσανε προς αυτόν και τις κατσίκες του ψηλά. και του τραγουδούσαν: “Εσείς κι εμείς μαζί! Εσείς κι εμείς μαζί“!, του φέρνανε χαιρετισμούς από το σπίτι, από τον παππού, ακόμα κι απ’ αυτές τις κότες, τα μόνα πουλιά που ο Ρούντυ ποτέ δεν συναναστρεφόταν. Αν και μικρό παιδί, είχε κάνει ταξίδια μακρυνά, καθώς είχε γεννηθεί πέρα στο καντόνι Βαλαί, αλλά τον είχανε φέρει πάνω από το βουνό, εδώ στο Γκρίντελβαλντ. Πρόσφατα μάλιστα είχε επισκεφθεί τον καταρράκτη Στάουμπαχ που σπάζει κάτω σαν ασημένιο πέπλο μπρος στο κατάλευκο από το χιόνι, βουνό Γιουνγκφράου. Βρέθηκε κάποτε και πάνω στον άλλο πιο μακρυνό παγετώνα του Γκρίντελβαλντ, αλλά αυτό είναι λυπητερή ιστορία, γιατί εκεί έχασε τη ζωή της η μητέρα του και χάθηκε παιδική χαρά του Ρούντυ, έλεγε ο παππούς: “Όταν το παιδί ακόμα δεν ήταν ενός έτους, πιότερο γελούσε παρά έκλαιγε“, είχε γράψει η μητέρα στον παππού. Αλλ’ από τον καιρό, που είχε γκρεμιστεί στη χαράδρα του παγετώνα, του είχε αλλάξει τελείως η διάθεση. Σπανίως μιλούσε ο παππούς για το θέμα, αλλά ήτανε γεγονός γνωστό πλέον σ’ όλο το βουνό.
—–Ο πατέρας του Ρούντυ ήτανε ταχυδρόμος κι ο μεγάλος σκύλος, που τώρα έμενε κοντά στον παππού, τον ακολουθούσε παντού, ακόμα και στη διανομή που έκανε πέρα από το Σιμπλόν, κάτω προς στη λίμνη της Γενεύης. Στη κοιλάδα του Ροδανού μέναν ακόμα συγγενείς του Ρούντυ από πατέρα. Ο θείος του ήτανε δεινός κυνηγός αιγάγρων και φυσικά πασίγνωστος οδηγός της περιοχής. Ήταν μόνον ενός έτους όταν έχασε τον πατέρα και τότε η μητέρα θέλησε να επιστρέψει με το παιδί της στη Βέρνη, στους συγγενείς της. Ξεκίνησε λοιπόν τον Ιούνιο κείνης της χρονιάς με συνοδεία δυο κυνηγούς, ερχόμενη στο Γκρίντελβαλντ. Είχανε κάνει τη περισσότερη διαδρομή, από τις κορυφές στο χιονοπέδιο, ήδη βλέπανε τη γενέθλια κοιλάδα και τα γνωστά σπιτάκια από κορμούς κι έμενε μόνο να περάσουνε τον μεγάλο παγετώνα. Το χιόνι όμως που ‘χε πέσει πριν λίγες ώρες, έκρυβε μια χαράδρα, που δεν έφτανε βέβαια ως κάτω στο ποτάμι, αλλά πάντως ήτανε ψηλότερη από ανθρώπινο μπόι. Η νέα γυναίκα που κρατούσε το παιδάκι, γλύστρησε ξαφνικά, βυθίστηκε στο χιόνι και χάθηκε χωρίς ούτε λέξη ή έστω στεναγμό.
—–Οι άλλοι δυο αντιλήφθηκαν μόνο το κλαψούρισμα του μωρού. Χρειάστηκε πολλή ώρα ως ότου να σπεύσουνε, να προμηθευτούνε τα κατάλληλα για να τους ψάξουνε και μετά από πολύ κόπο, να φέρουνε πάνω τα δυο κορμιά. Το μικρό καταφέρανε και το σώσανε, αλλά όχι και τη μητέρα. Αυτό ήτανε λοιπόν το συμβάν που έφερε στο σπιτάκι του παππού τον ορφανό εγγονό του, που φαίνεται πως είχε χάσει το γέλιο κι αυτή η αλλαγή έγινε βέβαια στη χαράδρα του παγετώνα, στον κρύο και παράξενο κόσμο, που οι ψυχές των κολασμένων είναι στοιβαγμένες ως τη Δευτέρα Παρουσία, -όπως πιστεύει ο κάθε χωρικός της περιοχής. Ο παγετώνας έχει δημιουργηθεί από νερά που πήξανε σε κρυστάλλους, με πρασινωπή απόχρωση κι από μεγάλους όγκους πάγου που κυλήσανε κατά καιρούς. Κάτω, στο βάθος, παφλάζοντα νερά σε χειμάρρους από λιωμένο πάγο και χιόνι, βαθιά βάραθρα, μεγάλα φαράγγια, είναι παντού γύρω κι αυτό είναι το κρυστάλλινο παλάτι, που μέσα του μένει η Νεράιδα Του Πάγου, η Βασίλισσα Του Χιονιού!
—–Αυτή λοιπόν είναι η κυρία του αέρος, του βουνού, αλλά και των νερών, μπορεί να βρίσκεται στη κορφή του παγετώνα και την άλλη στιγμή να κολυμπά στα αγριεμένα νερά, τυλιγμένη στη γαλαζοπράσινη εσθήτα της, που στα νερά δεν ξεχωρίζει και να πηδά επίσης από κορφή σε κορφή. Αυτή είναι που κυριαρχεί στον τόπο, στο θάνατο και στις τύχες των θνητών κατοίκων. “Να συντρίβω, να γκρεμίζω και να τους κρατώ πιασμένους, αυτή είναι η δύναμή μου!”, έλεγε. “Ένα ωραίο αγόρι μου κλέψανε, αγόρι που το φίλησα νεκρό σχεδόν. Γύρισε πίσω όμως πάλι στους ζωντανούς ανθρώπους, βόσκει τις κατσίκες του πάνω στο βουνό, σκαρφαλώνει σαν αγριοκάτσικο, πάντα ψηλότερα και μακρυά από τους άλλους, όχι όμως κι από μένα. Το έχω μόνο για μένα“.
—–Παράγγειλε λοιπόν του υποτακτικού της, του Ιλίγγου, γιατί η ίδια δεν αντέχει στη ζέστη του θέρους, να αναλάβει το θέμα με τον μικρό. Αυτός πιστός, φώναξε όλους τους αδελφούς του -έχει πολλούς αδελφούς, ένα ολάκερο κοπάδι- κι η Νεράιδα διαλέγει το δυνατότερο. Αυτοί ζουν έξω, πάνω, κάτω, μέσα, παντού και χοροπηδάνε, τρεχαλάνε και γενικά δελεάζουνε το θύμα τους, για να το παρασύρουνε στην άβυσσο της χαράδρας ή του γκρεμού. Ο Ίλιγγος λοιπόν πήρε διαταγή να πιάσει και να παρασύρει το Ρούντυ.
-“Μάλιστα! να πιάσω αυτόν,” είπε ο Ίλιγγος, “δεν μπορώ! το θηρίο η γάτα τον έχει διδάξει τη τέχνη της. Αυτό το γέννημα ανθρώπου έχει δύναμη αξιοπρόσεκτη, παράξενη και δεν παρασύρεται εύκολα. Με απωθεί· δεν μπορώ να το φτάσω αυτό το παιδί, όταν κρεμιέται πάνω στα κλαδιά, εκεί έξω πάνω από την άβυσσο. Κι όμως με πόση απόλαυση του γαργαλώ τα πέλματα ή τον σπρώχνω έξω στο κενό. Αλλά δεν καταφέρνω τίποτα“.
-“Θα τα καταφέρουμε πλέον!” έλεγε η Νεράιδα του Πάγου. “Συ ή εγώ! Εγώ, εγώ“!
-“Όχι, όχι!” ακουγόταν ένας ήχος γύρω της, ήχος που έμοιαζε σαν Ηχώ πάνω στα βουνά από ήχους καμπάνας των εκκλησιών. Αλλ’ ήτανε ομιλία, συμφωνία, που έψαλλε ο Χορός άλλων Πνευμάτων της Φύσης, Πνευμάτων αγαθών, Πνευμάτων που είναι γεμάτα αγάπη. Ήταν οι κόρες των Ακτίνων του Ηλίου, που κάθε σούρουπο αράζουνε σαν ένα σαν στεφάνι γύρω στη κορφή του βουνού. Εκεί απλώνουνε τις ροδόχροες φτερούγες τους και γίνονται ακόμα πιο φλογερές στη δύση και ροδίζουνε τις ψηλές Άλπεις κι οι άνθρωποι λένε το φαινόμενο αυτό, Ρόδισμα των Άλπεων. Όταν ο ήλιος βασιλέψει αποσύρονται στη κορφή, στο λευκό χιόνι και κοιμούνται κει ελαφρά, μέχρι την επόμενη ανατολή, που θα εμφανιστούνε ξανά. Αυτές αγαπάνε τα άνθη, της πεταλούδες και τους ανθρώπους και μεταξύ των ανθρώπων ιδιαίτερα αγαπάνε τον εκλεκτό τους Ρούντυ.
-“Δεν τον αρπάζετε, δεν τον πιάνετε!”, λέγανε.
-“Δυνατότερα κι ισχυρότερα τον έπιασα εγώ πρώτη!”, έλεγε η Νεράιδα του Πάγου. Τότε τραγουδούσαν οι Κόρες του Ήλιου το άσμα του οδοιπόρου που η θύελλα του πήρε το πανωφόρι του μακρυά.
-“Ο άνεμος πήρε το περίβλημα, αλλ’ όχι και τον άνθρωπο. Μπορεί να τον πιάσετε, αλλά όχι και να τον κρατήσετε στερεά, σεις Παιδιά της Δύναμης. Είναι ισχυρότερος, είναι πιο τετραπέρατος από μας! Ανεβαίνει ψηλότερα, όπως ο Ήλιος, ο πατέρας μας, έχει τα μάγια και τα λόγια των, δένει τον άνεμο και το νερό, ώστε τον υπακούουν και τον υπηρετούν. Εσείς λύνετε το βαρύ, το πιεστικό βάρος κι αυτός σηκώνεται υψηλότερα“.
—–Ωραία που ηχούσε ο χορός σαν καμπάνες που μελωδικά ηχούνε σε γιορτή! Κάθε πρωί μπαίναν αι Ακτίνες του Ήλιου μέσα από το ένα και μόνο μικρό παραθύρι του σπιτιού του παππού και φώτιζαν το σιωπηλό κοιμισμένο παιδί. Οι Κόρες του Ήλιου το φιλούσαν, ήθελαν να διαλύσουνε το πάγωμα του κρύου φιλιού, να το λυώσουν, να διώξουνε μακρυά, κείνο το φίλημα, που η Βασίλισσα του Χιονιού, η Νεράιδα τον Πάγου του ‘δωσε, όταν ήτανε πλαγιασμένο στο στήθος της νεκρής μητέρας του μες στη βαθειά χαράδρα του πάγου κι από κει ως εκ θαύματος σώθηκε.

————————————Μέρος 2ον: Το Ταξίδι Στη Νέα Κατοικία

—–Ο Ρούντυ ήτανε πια ήδη οχτώ ετών. Ο θείος του που έμενε πιο πέρα από το βουνό, στη κοιλάδα του Ροδανού θέλησε να πάρει το παιδί για να του μάθει κάτι, για να προκόψει καλλίτερα. Συμφώνησε κι ο παππούς και τον άφησε να τονε κρατήσει για κάμποσο. Ο Ρούντυ αποχαιρέτησε, εκτός του παππού κι ένα σωρό και πρώτα απ’ όλους το γηραλέο του πλέον σκυλί, τον Αγιόλα.
-“Ο πατέρας σου ήτανε ταχυδρόμος κι εγώ ταχυδρομικός σκύλος” είπε ο Αγιόλας, “πηγαίναμε με τη ταχυδρομική άμαξα δώθε-κείθε και ξέρω και σκύλους κι ανθρώπους πέρα από το βουνό. Δεν ήτανε δουλειά μου να λέω πολλά, τώρα όμως θα σου πω κάτι παραπάνω, επειδή δεν θα τα λέμε για κάμποσο διάστημα. Θα σου πω όμως μιαν ιστορία, που τη κουβαλάω μαζί μου πολλά χρόνια και τη στριφογυρίζω στο νου μου. Δεν την έχω καταλάβει όμως κι ίσως δεν θα τη καταλάβεις κι εσύ, αλλά δε με νοιάζει: κατάλαβα ωστόσο πως στον κόσμο δε γίνεται σωστή μοιρασιά, ούτε στους σκύλους, αλλά ούτε και στους ανθρώπους. Δεν είναι όλα φτιαγμένα να τα κρατά κανείς μέσα και να του βυζαίνουνε τον νου. Εγώ δεν είμαι συνηθισμένος σε κάτι τέτοιο. Αλλά είδα σκυλάκι να έρχεται αμαξάδα και να του φέρονται σαν να ‘ταν άνθρωπος. Η κυρία αφεντικίνα έφερνε μαζί της ένα μπουκάλι γάλα και το τάιζε, του έδινε και ζαχαρωτά, αλλά ίσα που τα μύριζε και το πολύ-πολύ να τα έγλειφε κι όταν δεν τα ‘τρωγε. τα έτρωγε η ίδια. Εγώ έτρεχα μες στη λάσπη κοντά στην άμαξα, πεινασμένος, -όπως πρέπει να είναι το κάθε σκυλί. Αναμασούσα στις σκέψεις μου, πως αυτό ήταν άδικο -αλλά όπως κι άλλα πολλά είναι άδικα. Μπορεί εσένα να σε κρατάνε στο στήθος και να πηγαίνεις αμαξάτος, χαλάλι σου! δεν σε ζηλεύω. Εγώ δεν μπόρεσα να το καταφέρω ούτε με ικετευτικά γαυγίσματα, ούτε με κλαψιάρικα ή χαρούμενα“.
—–Αυτά είπε ο Αγιόλας κι ο Ρούντυ τον αγκάλιασε και τονε φίλησε με τη καρδιά του στην υγρή του μουσούδα, έπειτα πήρε τη γάτα στα χέρια, αλλά αυτή του αγρίευε θυμωμένα.
-“Είσαι πολύ δυνατός και δεν θέλω να χρησιμοποιήσω τα νύχια μου εναντίον σου! Σκαρφάλωσε τουλάχιστον πάνω στο βουνό, σου ‘μαθα να σκαρφαλώνεις! Μόνο μη σκεφτείς ότι μπορεί να πέσεις, γιατί τότε πας χαμένος“! Μ’ αυτά τα λόγια πήδησε πέρα, γιατί δεν ήθελε να δει ο Ρούντυ της πως ήτανε πολύ λυπημένη!
—–Οι κότες κάνανε βόλτες στο δωμάτιο με καμάρι, η μια είχε χάσει την ουρά της γιατί κάποιος ταξιδιώτης κυνηγός φαίνεται, την είχε περάσει για αρπακτικό πουλί και την είχε πυροβολήσει αστοχώντας ευτυχώς, αλλά της είχε κόψει την ουρά.
-“Ο Ρούντυ θέλει να ταξιδέψει πέρα πάνω στο βουνό“, είπε η μια κότα.
-“Έχει πάντοτε τέτοια πρεμούρα!”, είπε η άλλη. “Τον αποχωρίζομαι με λύπη” και μ’ αυτά τα λόγια τρέξανε κι αι δύο πέρα.
—–Χαιρέτισε και τις κατσικούλες του κι αυτές βελάζανε και θέλανε να τον πάρουνε στο κατόπι κι αυτές λυπημένες! Δυο ικανοί οδηγοί της χώρας, που θα περνούσανε το βουνό προς την άλλη μεριά του Γκέμμι, πήρανε μαζί τους το Ρούντυ κι αυτός τους ακολούθησε πεζός. Ήτανε κομμάτι στρυφνή πορεία για ένα τοσοδά παιδάκι, αλλά είχε καλές δυνάμεις και δεν έχανε το θάρρος του. Τα χελιδόνια πέταξαν μαζί του για λίγο.
-“Εμείς κι εσείς, εσείς κι εμείς” κελαηδούσαν.
—–Ο δρόμος τους περνούσε από την ορμητική Λουτσίνη, που με πολλούς χειμάρρους ξεχύνεται από τη μαύρη χαράδρα του παγετώνα του Γκρίντελβαλντ. Σα γέφυρες χρησιμοποιούνται ριγμένοι κορμοί και μεγάλα βράχια. Όταν φτάσανε πέρα στο δάσος, άρχισαν να ανεβαίνουν το βουνό σε κείνο το μέρος, που ο παγετώνας χωρίζεται από τη πλαγιά του βουνού κι άρχισαν τώρα να πατάνε πάνω γλιστερούς κρυστάλλους πάγου ως ότου πάνω σ’ αυτούς να βγούνε πάνω στη κορφή. Ο Ρούντυ αναγκαζόταν άλλοτε να σκαρφαλώνει κι άλλοτε να βαδίζει, τα μάτια του λάμπαν από χαρά και βάδιζε σίγουρα και στέρεα, με τα παπούτσια του βουνού, επιστρωμένα με σίδερα, σαν να ‘πρεπε κάθε βήμα ν’ αφήνει σημάδι.
—–Η μαύρη γη, που ο χείμαρρος του βουνού είχε μεταφέρει πάνω στον παγετώνα, του ‘δινε σκούρα όψη κι όμως ξεχώριζε ο κιτρινοπράσινος γυαλιστερός κρυσταλλώδης πάγος. Έπρεπε να περάσουνε τις μικρές λίμνες, που είχανε σχηματιστεί από το λιώσιμο των πάγων κι λοιποί ήτανε το περικλείον πρόχωμά τους και με αυτή τη πορεία φθάσανε κοντά σε μεγάλο βράχο, που βρισκότανε χωνεμένος μες στον πάγο, πάνω σε χείλος ρωγμής, αλλά τελικά ξεκόλλησε κι άρχισε να κατρακυλά μέχρι κάτω με θόρυβο κι η ηχώ αντήχησε παντού στα γύρω του παγετώνα φαράγγια. Η πορεία όσο πήγαινε και γινόταν μάλλον ανηφορική. Ο παγετώνας έφτανε ψηλά και φαινόταν από μακρυά σαν ένας ποταμός, εξ αιτίας των πάγων που ήτανε ριζωμένοι σκόρπια στα βράχια.
—–Ο Ρούντυ σκέφτηκε για μια φευγαλέα στιγμή, κείνο που του ‘χανε διηγηθεί πως κάποτε ήτανε πεσμένος με τη μητέρα του μέσα σε μια παγωμένη χαράδρα, μα το θεωρούσε σαν μια από τις τόσες ιστορίες. Πότε-πότε οι οδηγοί νομίζανε πως είχε κουραστεί κι ο δρόμος γινότανε δύσκολος για το μικρό κι απλώνανε τα χέρια για να το βοηθήσουν, άλλ’ αυτός δεν αισθανότανε κόπωση και στεκότανε στα χιονισμένα βράχια σαν αγριοκάτσικο. Πατούσανε πάνω σε γυμνούς βράχους κι άλλοτε σ’ έλατα και σε δασώδη μέρη, το τοπίο άλλαζε συνεχώς.
—–Γύρω τους τα ψηλά βουνά που τα ονόματά τους ήτανε γνωστά σ’ όλους ακόμα και στα παιδιά και φυσικά και στο Ρούντυ, -Γιουνγκφράου, Μενχ, Άιγκερ. Βέβαια ο ίδιος δεν είχε φτάσει ποτέ τόσο ψηλά ακόμα, ούτε είχε πατήσει στο χιονισμένο έδαφος τόσο πολύ. Οι γύρω παγετώνες στέκονταν εδώ πλάι-πλάι κι ο άνεμος πολλάκις σήκωνε τουλούπες χιονιού, όπως κάνει και με τον αφρό των κυμάτων, στη θάλασσα. Ο καθένας τους είναι κι ένα κρυστάλλινο παλάτι για τη Νεράιδα του Πάγου, που η θέληση και δύναμή της είναι να πιάνει και να νεκρώνει. Ωστόσο τώρα ο ήλιος ακτινοβολούσε θερμά, το χιόνι κατάλευκο τύφλωνε κι έμοιαζε σπαρμένη με διαμάντια, που ξαστράφτανε και σκορπούσανε τριγύρω μοναδικές λάμψεις. Πολλά έντομα, κυρίως πεταλούδες και μέλισσες, βρίσκονταν σπαρμένες πάνω στο χιόνι, νεκρά, γιατί είτε είχανε τολμήσει να πετάξουνε τόσο ψηλά, είτε ο άνεμος τις παρέσυρε και τέλος τα σκότωσε το κρύο. Πάνω στο Βέττερχορν είχε εμφανιστεί απειλητικό σύννεφο, σαν μια λεπτή κατάμαυρη τουλούπα μαλλιού, κατέβαινε προς τα κάτω με ορμή κι ο λίβας που ερχότανε μαζί του, έδειχνε οργισμένος αν τυχόν ξεσπούσε.
—–Όλη λοιπόν αυτή η πορεία, τα καταλύματα, οι χαράδρες και τα γύρω τοπία, χαράχτηκαν αξέχαστα στο νου του Ρούντυ. Υπήρχε ένα αφημένο πέτρινο καταφύγιο, μετά το χιονισμένο βουνό και παρείχε κάλυμμα για να περάσουνε τη νύχτα ή να κάνουν ένα διάλειμμα οι οδοιπόροι κι όντως βρήκανε ξύλα, κάρβουνα και κλαριά από έλατο κι ανάψανε φωτιά αμέσως. Ετοιμάσανε τα στρώματα, όσο πιο καλά μπορούσαν κι οι άντρες καθίσανε γύρω στη φωτιά, καπνίζανε πίνοντας το ρόφημά τους που το φτιάχνανε μόνοι τους, δίνοντας και στο Ρούντυ το μερδικό του απ’ αυτό. Όταν πήρανε μιαν ανάσα και ζεσταθήκαν, άρχισαν να διηγούνται για τα μυστηριώδη Πνεύματα των Άλπεων, για τα παράξενα γιγάντια φίδια στις βαθειές λίμνες, για τη νυχτερινή λεγεώνα των δαιμονίων, που ταξιδεύανε τους κοιμισμένους από αέρος στην αλλόκοτη πόλη Βενετία που κολυμπά, είπανε και για τον άγριο Βοσκό, που βόσκει τα μαύρα πρόβατά του πάνω στα λειβάδια, αν και δεν το βλέπει ποτέ κανείς, ακούει όμως το κουδούνισμα που κάνουν τα κουδουνάκια τους και τα απαίσια βελάσματά τους -θεωρείται κακό προμήνυμα.
—–Ο Ρούντυ άκουγε προσεκτικά με περιέργεια, αλλά χωρίς φόβο, -δεν ήξερε από φόβο- κι εκεί που άκουγε, του φάνηκε σα ν’ άκουγε το δαιμονικό, υπόκωφο μούγκρισμα. Ναι, γινότανε πιότερο ακουστό, το άκουσαν ακόμα κι οι άντρες, σταμάτησαν να μιλάνε, τεντώσανε τ’ αυτιά τους και λέγανε στο Ρούντυ πως δεν πρέπει να κοιμηθεί. Σηκώθηκε κείνος ο ισχυρός και θυελλώδης λίβας που ρίχνεται από τα βουνά κάτω στη κοιλάδα και με την ορμή του τσακίζει δέντρα σαν να ‘ταν ελαφρά καλάμια και σηκώνει σπίτια από τη μιαν όχθη του ποταμού στην άλλη, από τα δοκάρια και τις σκεπές, όπως οι άνθρωποι μετακινούνε τα πούλια στο σκάκι.
—–Πέρασε καμμιά ώρα περίπου κι είπανε στο Ρούντυ πως γλυτώσανε κι ότι μπορεί πια να κοιμηθεί, κι αυτός κουρασμένος από το δρόμο αποκοιμήθηκε με μιας, σα να δέχτηκε διαταγή στρατηγού. Το πρωί ξεκινήσανε πάλι, ο ήλιος φώτιζε τη μέρα κείνη στο Ρούντυ, νέα βουνά, νέους παγετώνες, νέα χιονολίβαδα. Μπήκανε στο καντόνι Βαλαί, από την άλλη μεριά του βουνού, αντίθετα που βλέπει κανείς από το Γκρίντελβαλντ, αλλά μακρυά ακόμα απ’ τη νέα κατοικία. Άλλες χαράδρες, άλλοι βοσκοί, άλλα δάση, άλλα μονοπάτια, ως κι αλλιώτικα σπίτια κι άλλοι άνθρωποι, Αλλά τι είδους άνθρωποι! Ήτανε κακόμορφα, απαίσια, παχιά λευκοκίτρινα πρόσωπα, με χοντρούς λαιμούς, σα δύσμορφοι όγκοι κρέατος σα σάκοι κρεμασμένοι, ήσαν ηλίθιοι, σα να σουρνόντουσαν προς τα μπρος καχεκτικοί και κοιτάζανε τους ξένους με ηλίθιο βλέμμα. Οι γυναίκες ειδικά φαινόντουσαν αποτρόπαιες.
—–Αυτοί ήταν οι άνθρωποι στη νέα κατοικία;

—————————————–Μέρος 3ον: Ο Θείος

—–Στο σπίτι του θείου όπου διέμενε φαινόντουσαν οι άνθρωποι όπως συνήθως, εδώ μόνον ένας ήταν ηλίθιος, φτωχός, με περιορισμένη δυνατότητα του νου, απ’ αυτά τα κακόμοιρα πλάσματα, που στο καντόνι Βαλαί ζούνε διαρκώς σε εγκατάλειψη κι από σπίτι σε σπίτι και μένουνε σε κάθε οικογένεια καναδυό μηνες. Ο εν λόγω λοιπόν Σάπερλι, έτυχε να ‘ναι στου θείου, όταν έφτασε κει ο Ρούντυ. Ο θείος ήτανε βαρελοποιός, εξαίρετος οδηγός κι ακόμα δεινός κυνηγός. Η δε σύζυγός του ήτανε μικροσκοπική. ζωηρή, με πρόσωπο σαν πουλιού, μάτια σαν αητού και μακρύ λαιμό ως απάνω σκεπασμένο με χνούδι.
—–Όλα ήταν νέα εδώ: ρούχα, ήθη κι έθιμα κι αυτή η γλώσσα, όμως το παιδικό αυτί του γρήγορα θα μάθαινε να τη μιλά. Εδώ φαινότανε λίγο παραπάνω ευμάρεια από το σπίτι του παππού, το δωμάτιό του μεγαλύτερο, οι τοίχοι αστράφταν από τους κρεμασμένους αιγάγρους του κυνηγιού κι από τα λουστραρισμένα κυνηγετικά όπλα. Πάνω από τη πόρτα κρεμιόταν εικόνα της Παναγίας και μπρος της υπήρχανε στολισμένα, δροσερά ρόδα των Άλπεων κι έν αναμμένο καντήλι. Σ’ αυτό το σπίτι πλέον ο Ρούντυ θα ήτανε το χαϊδεμένο παιδί. Υπήρχε βέβαια κι άλλο ένα, πιο γέρικο, τυφλό και κουφό σκυλί. που δεν πήγαινε πια στο κυνήγι, αλλά πρώτα το παίρνανε. Δεν είχανε ξεχάσει τα καλά του χαρίσματα, από τα παλιά και γι’ αυτό το λογαριάζανε τώρα με τα μέλη της οικογένειας κι είχε τις περιποιήσεις του. Ο Ρούντυ τονε χάιδεψε βέβαια, αλλά πια δεν έκανε σχέσεις με ξένους και το παιδί ήτανε, έστω κι αν δεν έμεινε για πολύ, ξένος. Αντίθετα έπιασε γρήγορα ρίζες στο σπίτι, στους ενοίκους και στις καρδιές τους.
-“Εδώ στο Βαλαί δεν είναι και τόσον άσχημα“, έλεγε ο θείος, “κι έχουμε αιγάγρους μπόλικους κι εδώ είναι πολύ καλλίτερα από παλιότερα. Όσο καλά κι αν τα διηγιούνται για να τιμήσουνε τις καλές μέρες, οι δικές μας είναι καλλίτερες. Φυσάει αεράκι μες στη κλεισμένη γύρω-γύρω όμορφη κοιλάδα μας. Πάντα παρουσιάζεται κάτι καλλίτερο, όταν το παλιό και μεταχειρισμένο πέφτει“, συνέχιζε ο θείος κι όταν ήτανε διαχυτικός στις ανακοινώσεις διηγιότανε για τα χρόνια της νεότητάς του και πιο παλιά, ως τα ακμαία χρόνια του πατέρα του που το Βαλαί ήτανε ακόμα κλειστό σα σάκος κλεισμένος, γιομάτος από πολλούς ασθενείς, αξιοθρήνητους ανθρώπους. “Αλλά οι Γάλλοι στρατιώτες ήρθανε στον τόπο μας, ήτανε σωστοί γιατροί, χτυπήσανε την αρρώστεια και τη ξεπαστρέψανε και χτυπήσανε και τους ανθρώπους και τους ξεπαστρέψανε κι αυτούς, ξέρανε τον τρόπο οι Γάλλοι πολεμώντας με διάφορους τρόπους και τα κορίτσια το καταλαβαίνανε κι αυτά επίσης”, κι ενώ έλεγε αυτά, έκλεισε το μάτι στη γυναίκα του που ήτανε Γαλλίδα και γέλασε. “Οι Γάλλοι χτυπήσανε δυνατά και τις πέτρες, τους βράχους κι έκοψαν δρόμο προς το Σιμπλόν, ένα δρόμο που αν πεις και σ’ ένα παιδί τριών ετών, να πάει στην Ιταλία κρατώντας μόνο το μονοπάτι, θα φθάσει εκεί χωρίς να λαθέψει, αρκεί να κρατήσει το δρόμο του“. Ύστερα τραγουδούσε ένα γαλλικό τραγουδάκι και φώναζε:
Ζήτω ο Ναπολέων Βοναπάρτης! Εδώ άκουσε πρώτη φορά να του διηγούνται περί Γαλλίας, της Λυών, της μεγάλης αυτής πόλης του Ροδανού, που είχε πάει εκεί κι ο θείος.
—–Δεν πέρασε και πολύς καιρός κι ο Ρούντυ έγινε εξαίρετος κυνηγός αιγάγρων, γιατί όπως έλεγε ο θείος του, το είχε φυσικό του. Εκείνος τον έμαθε να πιάνει τ’ όπλο, σημάδι και σκοποβολή, γιατί τον έπαιρνε πάντα μαζί του τον καιρό του κυνηγιού και τον συμβούλευε να πίνει ζεστό αίμα αγριόχοιρου γιατί διώχνει τον ίλιγγο. Τον έμαθε να βλέπει τον καιρό, γιατί πάνω στα βουνά τυχαίνουνε ξαφνικές αλλαγές και χιονοστιβάδες, μεσημέρι ή βράδυ, ανάλογα τη περίσταση βέβαια, από την επίδραση των αχτίνων του ήλιου. Του ‘μαθε να παρατηρεί το πήδημα των αγριοκάτσικων, για το πως να στέκεται μετά απ’ αυτό κι αν δεν έχει στήριγμα στους βράχους για τα πόδια, πρέπει να μπορεί να γραπώνεται με τους αγκώνες, με τους μηρούς, με τα καλάμια κι ακόμα και να δαγκώσει, αν παραστεί ανάγκη. Τα αγριοκάτσικα είναι πονηρά, στήνουνε φύλακες μπροστά, αλλά ο κυνηγός πρέπει να ‘ναι πιο πονηρός, να τους διώχνει από τα ίχνη του και να φροντίζει να μη τον παίρνουν αυτοί πρώτοι μυρωδιά για να μπορεί να τους παγιδέψει.
—–Μια μέρα που ‘τανε μαζί στο κυνήγι, ο θείος κρέμασε το πανωφόρι και το καπέλο του σ’ ένα ραβδί να μοιάζει άνθρωπος και κινήσανε προσεχτικά στο στενό και γλιστερό μονοπάτι, πάνω στο χείλος της αβύσσου. Το χιόνι ήτανε μισολυωμένο κι ο βράχος θρυμματιζόταν αν το πατούσανε γι’ αυτό και σουρνόντουσαν με τη κοιλιά, προς τα πάνω. Κάθε πετραδάκι που ξεκολλούσε έπεφτε πηδολογώντας μέχρι τον πάτο της χαράδρας. Ο Ρούντυ στεκόταν εκατό βήματα πίσω του θείου, πάνω σε στέρια κορφούλα κι από κι είδε μεγάλο γυπαετό να κάνει κύκλους ψηλά στον αέρα κι έμεινε στάσιμος πάνω από το θείο. Ήθελε πετώντας πάνω του και χτυπώντας τον με τα φτερά να τον πετάξει κάτω για τη λεία του. Ο θείος είχε το νου του στο αγριοκάτσικο, που με το μικρό της φαινότανε στην αντικρινή μεριά της χαράδρας, Ο Ρούντυ κάρφωσε το βλέμμα στο πουλί και κατάλαβε τι ήθελε να κάνει. Στάθηκε λοιπόν έτοιμος να τραβήξει το όπλο. Τότε αναπήδησε ξαφνικά το αγριοκάτσικο, ο θείος πυροβόλησε και πέτυχε το ζώο θανάσιμα, αλλά το μικρό πήδησε πέρα, σαν να ‘τανε καλά εκπαιδευμένο στη φευγάλα και τον κίνδυνο. Το αρπακτικό δε, τρομάζοντας απ’ τον κρότο, πέταξε αλλού κι ο θείος δεν πήρε διόλου χαμπάρι. Αργότερα του διηγήθηκε από τι κίνδυνο γλύτωσε.
—–Επιστρέφοντας σπίτι, χαρούμενοι, σφυρίζοντας ο θείος ένα παλιό τραγουδάκι, ακούσανε ξάφνου χαρακτηριστικόν ήχο να τους πλησιάζει και κοιτάζοντας ψηλά είδανε μια χιονοστιβάδα να κατεβαίνει, σαν μια στρώση λινάρι που τη σκορπά ο άνεμος. Η χιονοστιβάδα έδειχνε να κατεβαίνει γοργά, όχι κατά πάνω τους αλλά πολύ κοντά τους… πάρα πολύ κοντά τους.
-“Κρατήσου γερά Ρούντυ!!!” φώναξε ο θείος, “γερά μ’ όλη σου τη δύναμη!!!”. Ο Ρούντυ αγκάλιασε και γάντζωσε τον κορμό του πλησιέστερου δέντρου, ο θείος σκαρφάλωσε πάνω στο δέντρο και κρατήθηκε ‘κει στέρια, ενώ η χιονοστιβάδα πέρασε λίγα μέτρα μακρύτερα, αλλά η Ατμοσφαιρική Πίεση, η φτερούγα της θυελλωδώς διασκορπισμένης Χιονοστιβάδας συνέτριψε γύρω δέντρα και θάμνους, σαν να ‘τανε ξερά καλάμια και τα ‘ριξε γύρω-γύρω μακρυά. Ο Ρούντυ ήτο εκεί κάτω στο χιόνι μαζεμένος κι ανακαθισμένος, ενώ κορμός του δέντρου που κρατιότανε σφιχτά είχε κοπεί σαν με πριόνι θαρρείς, είχε δε τιναχτεί μακρυά κι εκεί ανάμεσα στα σπασμένα κλαδιά του κειτόταν πεσμένος ο θείος με σπασμένο κεφάλι. Τα χέρια του ακόμα ζεστά, μα το πρόσωπό του δεν αναγνωριζότανε πια. Ο Ρούντυ στεκόταν εκεί χλωμός τρέμοντας. Ήταν ο πρώτος της ζωής του τρόμος, η πρώτη φρίκη που αισθάνθηκε. Αργά το βράδυ, επέστρεψε φέρνοντας τα νέα του θανάτου στο σπίτι, που τώρα έγινε σπίτι πένθους. Η γυναίκα δεν εύρισκε δάκρυα και μόνον όταν φέρανε τη σορό, ξέσπασε η οδύνη. Ο καημένος ο ηλίθιος χώθηκε στο κρεβάτι του και δεν τον είδε κανείς όλη την άλλη μέρα και μόλις το βράδυ ήρθε στο Ρούντυ.
-“Γράψε μου ένα γράμμα! Ο Σάπερλι δεν ξέρει να γράφει! Ο Σάπερλι μπορεί να πάει το γράμμα στο ταχυδρομείο!”.
-“Γράμμα από σένα και σε ποιόν;” τον ρώτησε ο Ρούντυ.
-“Προς τον κύριο Χριστό!”.
-“Σε ποιόν λες“; Κι ο βλάκας, όπως λέγανε τον ηλίθιο, κοίταζε με συγκίνηση το Ρούντυ, έμπλεξε τα χέρια του σε προσευχή κι είπε επίσημα κι ευλαβικά: “Toν Ιησού Χριστό! Ο Σάπερλι θέλει να του στείλει γράμμα, να τον παρακαλέσει, ότι ο Σάπερλι πρέπει να πεθάνει κι όχι ο κύριος του σπιτιού εδώ!”.
—–Ο Ρούντυ του έσφιξε το χέρι και του είπε:·
-“Η επιστολή δεν πηγαίνει εκεί! Δεν μας τον δίνει πίσω!”. Δεν ήταν εύκολο να του εξηγήσει ο Ρούντυ για το αδύνατο του αιτήματος.
-“Τώρα είσαι το στήριγμα του σπιτιού“, του είπε η θεία και ψυχομάνα του κι ο Ρούντυ πράγματι, έγινε…

—————————————Μέρος 4ον: Η Μπαμπέττα

—–Ποιός είναι ο καλλίτερος κυνηγός στο καντόνι Βαλαί, το ξέρουνε και τ’ αγριοκάτσικα και θα λένε μεταξύ τους: “Φυλαχτείτε από το Ρούντυ“! Ποιός είναι ο ομορφότερος κυνηγός. το ξέρουνε τα κορίτσια, αλλά δε λένε: “Φυλαχτείτε από το Ρούντυ“! Αυτό δεν το λέγαν ούτε οι σοβαρές μητέρες γιατί και σε αυτές, όπως και τα νεαρά κορίτσια. ένευε ευγενικά και φιλικά. Ήτανε γενναίος και καλαμπουρτζής, μάγουλα λιοκαμμένα, με κατάλευκα δόντια, μάτια σκούρα που πετάγανε σπίθες, ένας κομψός δηλαδή νεαρός είκοσι χρονών. Κολυμπούσε σα χέλι στα παγωμένα νερά, μπορούσε να σκαρφαλώνει καλλίτερα από κάθε άλλον και να γραπώνεται στέρια πάνω στα βράχια, σαν το σάλιαγκα, είχε γερούς μυώνες και τένοντες στο κορμί κι αυτά φαίνονταν στο πήδημα, που το ‘μαθε πρώτα από τη γάτα και το αγριοκάτσικο. Ήταν επίσης κι ο καλλίτερος οδηγός, που θα μπορούσε κανείς να εμπιστευτεί, -μπορούσε να κάνει περιουσία ολάκερη στο επάγγελμα- αλλά δεν του άρεσε τόσο, όσο το κυνήγι που ήταν η χαρά του και του έφερνε κι αυτή κάποια χρήματα.
—–Ήτανε λοιπόν καλός γαμπρός αρκεί μόνο να μη ληφθεί υπόψη η κοινωνική του τάξη. Ήτανε καλός χορευτής, τα κορίτσια τον ονειρευόντουσαν αλλά και ξυπνητά τον είχανε διαρκώς στη σκέψη τους. “Εμένα φίλησε στο χορό” είπε η Αννέτα, κόρη του διευθυντή του σχολείου, αλλ’ αυτό δεν είναι κάτι που πρέπει να λες ούτε στη στενότερη φίλη. γιατί σαν άμμος κυλά και κυκλοφορεί τριγύρω και πολύ δύσκολα κρατιέται κρυφό. Σε λίγο ξέραν όλοι πως ο Ρούντυ αν και καλό παιδί, έδινε φιλιά στο χορό, αν και μέχρι τώρα ωστόσο δεν είχε φιλήσει ακόμα αυτή που πραγματικά ήθελε. “Μάλιστα αυτός“, έλεγε ένας γέρος κυνηγός, “που φίλησε την Αννέττα στο χορό, έχει αρχίσει με το Α και θα φιλήσει όλο το αλφάβητο“.
—–Ένα φιλί στο χορό ήταν όλο κι όλο, που οι λυτές γλώσσες μπορούσανε ως τώρα να πούνε, γιατί ναι την είχε φιλήσει μεν, αλλά δεν ήτανε διόλου αυτή που λουλούδιαζε στη καρδιά του. Κάτω στη κοιλάδα κοντά στο Βεξ ανάμεσα στις μεγάλες καρυδιές, πλάι σ’ έναν ορμητικό χείμαρρο, έμενε ο πλούσιος μυλωνάς. Το σπίτι του μεγάλο, τρίπατο, με μικρά μπαλκόνια, με στέγη από σχίζες και πανωστρωμένοι με πλάκες χυτοσιδήρου που λάμπανε στο φως του ήλιου και της σελήνης. Στη στέγη είχε σιδερένιο ανεμοδείκτη που ξάστραφτε επίσης, ένα βέλος που ‘χε τρυπήσει ένα μήλο θυμίζοντας το μύθο του Γουλιέλμου Τέλλου, ο δε μύλος ήτανε κομψά χτισμένος κι έδειχνε τον πλούτο του ιδιοκτήτη, μάλιστα περαστικοί τουρίστες τον φωτογράφιζαν ή το ζωγράφιζαν, αλλά τη κόρη του, κανείς δεν μπορούσε να τη δει, έτσι τουλάχιστον είχανε πει του Ρούντυ, αλλά εκείνος την είχε ήδη ζωγραφισμένη στη καρδιά του. Τα μάτια της ακτινοβολούσανε σαν να ‘ταν αληθινή φωτιά κι είχε τρυπώσει αυτή η φωτιά ξαφνικά εκεί μέσα, όπως συμβαίνει πάντα και το πιο παράδοξο ήτανε πως η κόρη του μυλωνά, η όμορφη Μπαμπέττα, δεν είχε καμμιάν ιδέα γι’ αυτό. Αυτή κι ο Ρούντυ δεν είχαν ακόμα ανταλλάξει ούτε μια λέξη.
—–Ο μυλωνάς ήτανε πλούσιος κι αυτό ανέβαζε πολύ ψηλά τη Μπαμπέττα, τόσο που ήτανε δύσκολο να τη φτάσουν. Αλλά τίποτα δεν είναι τόσο ψηλά, αρκεί να μπορεί να σκαρφαλώνει κανείς καλά. Για να πέσει δεν μπορεί, εκτός αν πρώτα το σκεφτεί. Αυτή τη διδαχή ο Ρούντυ την είχε από παιδάκι απ’ το σπίτι του. Έτυχε λοιπόν να κανονίσει κάτι στο Βεξ ο Ρούντυ κι ήτανε ολάκερο ταξίδι, την εποχή που το τραίνο δεν είχε φτάσει ακόμα στη περιοχή. Από τον παγετώνα του Ροδανού, ως τους πρόποδες του Σιμπλόν, μεταξύ πολλών υψωμάτων και διαδοχικών βουνών, απλώνεται η κοιλάδα του Βαλαί, με το Ροδανό πολλάκις να ξεχειλίζει και να χαλά δρόμους και χωράφια. Μεταξύ Σιόν και του Σαιν Μόριτς, η κοιλάδα σχηματίζει μια καμπύλη και γωνιάζει σαν αγκώνας, που στην άκρη είναι πολύ στενή και στο Σαιν Μόριτς μάλιστα έχει χώρο μόνο για το ποτάμι και για ένα μικρό μονοπάτι. Εδώ τελειώνει η κοιλάδα του Βαλαί κι υπάρχει παλιός πυργίσκος κι απέναντι, μετά μια μαρμάρινη γέφυρα, υπάρχει το τελωνείο κι εκεί αρχίζει το καντόνι Βοντ. Λίγο πιο πέρα, η πλησιέστερη πόλη είναι το Βεξ. Εκεί όλα φαίνονται να είναι σε αφθονία: νομίζει κανείς πως είναι σε κήπο με καστανιές και καρυδιές, κάπου-κάπου προβάλλουνε και ροδιές και κυπαρίσσια κι έχει πιο θερμό κλίμα, σα να βρίσκεται κανείς στην Ιταλία. Ο Ρούντυ λοιπόν έφτασε στο Βεξ και τακτοποίησε τη δουλειά που ‘χε να κάνει, αλλά όχι τη Μπαμπέττα, ούτε τον υπηρέτη του μύλου δεν αντάμωσε κι αυτό δεν το περίμενε.
—–Άρχισε να βραδυάζει κι η ατμόσφαιρα ήτανε γεμάτη με το άρωμα του άγριου θυμαριού και της ανθισμένης φιλύρας. Γύρω στα καταπράσινα δάση και στα βουνά ο γαλανός ουρανός είχε απλώσει τα πέπλα του και βασίλευε παντού γαλήνη, όχι κείνη του ύπνου ή του θανάτου, αλλά σα να κρατούσε η Φύση των ανάσα της, όντας τακτοποιημένη για να τη φωτογραφίσουν με το γαλανό αυτό φόντο. Μέσα σ’ αυτά τα καταπράσινα λιβάδια, υπήρχανε κολώνες που στηρίζανε τα τηλεγραφικά σύρματα κι εκεί κοντά στο σπίτι του μυλωνά, στεκόταν ο Ρούντυ, ακίνητος, αμίλητος ακουμπώντας σε μιαν απ’ αυτές και θα ‘λεγε κανείς πως κρατούσε καραούλι για κανέναν αίγαγρο, αλλ’ όχι, το βλέμμα του ήτανε στυλωμένο εκεί, ανάμεσα στις φυλλωσιές, στο σπίτι που έμενε η Μπαμπέττα. Επειδή δεν την είχε απαντήσει πουθενά στη πόλη κι ούτε είχε καμμιάν ιδέα αν επρόκειτο να την συναντήσει κι αν επρόκειτο καν να βγει από το σπίτι της, έκανε μια τολμηρή σκέψη:
-“Ποτέ δεν αποθαρρύνομαι“, φώναξε μονάχος του, “Μια επίσκεψη στο σπίτι του μυλωνά και μια καλησπέρα σε αυτόν και τη Μπαμπέττα… Κανείς δεν πέφτει αν δεν το σκεφτεί πρώτα. Πρέπει επιτέλους να με δει η Μπαμπέττα μια φορά… Θέλω να γίνω άντρας της“!
—–Χαμογελώντας και με καλή διάθεση, προχώρησε προς το σπίτι, γιατί ήξερε καλά πως ήθελε να έχει τη Μπαμπέττα. Βάδισε λοιπόν στη γέφυρα που ο ποταμός πάφλαζε από κάτω κι ύστερα στο μονοπάτι με τις φιλύρες που φτάνανε και κρέμονταν ως πάνω από τα παφλάζοντα νερά. Δυστυχώς όμως στο σπίτι δεν ήτανε κανείς, όπως λέει και το παιδικό τραγουδάκι:

Μα στο σπίτι που κανείς,
μόν’ η γάτα βγαίν’ ευθύς.

—–Πράγματι μόνον η γάτα στεκότανε στις σκάλες κύρτωνε τη ράχη και νιαούριζε, μα ο Ρούντυ δεν καταλάβαινε πια τις γάτες όπως παιδάκι. Αν καταλάβαινε την ώρα που χτυπούσε και ξαναχτυπούσε μάταια, θα μάθαινε πως: “Στο σπίτι δεν είναι κανείς“. Έτσι αναγκαστικά, πέρασε κι από το μύλο να ρωτήσει κι έμαθε ότι λείπανε στο Ιντερλάκεν, γιατί εκεί ξεκινούσε από αύριο ένα μεγάλο πανηγύρι, μια γιορτή που θα κρατούσε οχτώ μέρες και θα ‘ταν εκεί κάτοικοι από όλα σχεδόν τα πλησιέστερα γερμανικά καντόνια. Ο καημένος ο Ρούντυ δεν είχε διαλέξει κατάλληλη μέρα για την επίσκεψη και τώρα επέστρεψε, περνώντας τα πίσω-μπρος, στη κοιλάδα της πατρίδας του, χωρίς όμως να χάνει το θάρρος του. Την άλλη μέρα ξύπνησε με την ανατολή του ήλιου κι η καλή του διάθεση κρατούσε ακόμα.
—–Η Μπαμπέττα είναι στο Ιντερλάκεν, δηλαδή ταξίδι πολλών ημερών, αν τυχόν πάρει κανείς τη κανονική λεωφόρο, αλλά δεν είναι και τόσο μακρυά, αν ανέβει το βουνό, κάθετα. Κι είναι ίσα-ίσα δρόμος για ένα κυνηγό αιγάγρων και τονε βάδισα πρωτύτερα, από τη πατρίδα μου για να ‘ρθω εδώ κι εκτός αυτού στο πανηγύρι έχει και σκοποβολή. Θέλω να ‘μαι κει, πρώτος και να ‘μαι και κοντά στη Μπαμπέττα, να κάνω επιτέλους από κοντά τη γνωριμία της, σκέφτηκε.
—–Αμ’ έπος, αμ’ έργον. Πήρε το ταγάρι του με τα αναγκαία, μια κομψή ελαφριά φορεσιά, το όπλο και τον κυνηγετικό σάκο κι ανέβαινε στο βουνό, στο στενό πολύ αλλά σύντομο δρόμο για κει. Είχε μάθει πως θα καθόντουσαν μέρες εκεί και θα μένανε σε συγγενείς, κι αυτός σκέφτηκε να περάσει από το Γκρίντελβαλντ. Κεφάτος βάδισε στο δροσερό αέρα του βουνού, η κοιλάδα βυθιζότανε κάτω, ο ορίζοντας ξάνοιγε, η μια χιονοσκεπής κορφή μετά την άλλη, προβάλλανε σιγά-σιγά ώσπου φάνηκε η λευκή αλυσίδα της οροσειράς των Άλπεων. Ήξερε κάθε βουνοκορφή, κάθε μονοπάτι και τέλος, έφτασε στη κοιλάδα της πατρίδας του. Ο αέρας εκεί ήταν ελαφρύς, το βουνό κι η κοιλάδα ήτανε καταπράσινα και ξαναθυμήθηκε τα παιδικά του εκεί. Καρδιά γεμάτη νιότη, κάθε σκέψη θανάτου, μακρινή ακόμα. Γιατί αυτό είναι η νιότη: να ζει κανείς ελεύθερος σαν πουλί, να κυριαρχεί, ν’ απολαμβάνει κι έτσι ακριβώς ήτανε κι ένιωθε ο Ρούντυ. Τα χελιδόνια πετούσανε ξανά τριγύρω του όπως τότε και του κελαηδούσανε, όπως όταν ήτανε παιδί:

Εμείς κι εσείς, εσείς κι εμείς!
Γιατί το παν στο πέταγμα
και τη χαρά θα βρεις.


—–Εκεί πέρα στα λιβάδια απλωνόταν η καταπράσινη χλόη και πάνω ο παγετώνας με λερωμένο το χιόνι του λαμπύριζε, όσο η Λουτσίνη η λίμνη κάτω πάφλαζε και κόχλαζε. Οι καμπάνες των εκκλησιών σημαίνανε σαν να τονε χαιρετούσανε για την επιστροφή του στα πάτρια εδάφη, μαζί με τις όμορφες αναμνήσεις του. Ένιωθε τόσο συγκινημένος που ακόμα κι σκέψη της Μπαμπέττας εξαφανιζόταν ολοσχερώς. Ξαναβάδιζε σε κείνους τους δρομάκους που στεκότανε και πουλούσε μαζί με άλλα παιδιά, τα σπιτάκια-ενθύμια στους τουρίστες. Εκεί πιο πέρα ήτανε και το σπιτάκι του παππού και της μητέρας του, που τώρα το κατοικούσανε ξένοι. Τώρα τρέχανε γύρω του άλλα παιδάκια να του πουλήσουνε σπιτάκια κι ένα μάλιστα του πρόσφερε ένα ρόδο των Άλπεων κι αυτό το θεώρησε καλό σημάδι για να το προσφέρει στη Μπαμπέττα. Έπειτα από λίγο, πέρασε και τη γέφυρα της Λουτσίνης, πυκνά φυλλοφόρα δέντρα γεμάτος ο τόπος κι οι καρυδιές τονε κρατούσανε σκιερό. Μπροστά του διέκρινα τη σημαία που χρησιμοποιούνε Δανοί κι Ελβετοί: το λευκό σταυρό πάνω σε κόκκινη επιφάνεια κι εμπρός του απλωνότανε το Ιντερλάκεν.
—–Ήτανε μεγάλη πόλη στ’ αλήθεια, μεγαλοπρεπής περισσότερο από άλλες που είχε δει ως τώρα ο Ρούντυ, στολισμένη μάλιστα κυριακάτικα. Δεν έδειχνε βαρετή, απλά βαριά σπίτια ριγμένα σε μια σειρά, όπως άλλες, ξένη κι απρόσιτη, φανταχτερή χωρίς ουσία, όχι, το αντίθετο. Φαινότανε σα να ‘χανε τρέξει κάτω από το βουνό τα ξύλινα σπιτάκια, κάτω στη πράσινη κοιλάδα και να ‘χανε παραταχτεί μπρος στο γοργό κι ορμητικό ποταμό, άλλα λίγο πιο μέσα, άλλα λίγο πιο έξω και μάλιστα σχηματίζοντας κομψές οδούς. Η κεντρική δε και πιο κομψή απ’ όλες, είχε επεκταθεί, από τότε που ‘χε να τη δει ο νεαρός και προς στιγμή σκέφτηκε πως ήτανε πλαισιωμένη, από όλα εκείνα τα σπιτάκια που ‘φτιαχνε ο παππούς του, σαν να ‘χανε παραταχθεί για να τον υποδεχτούνε και παράλληλα, με μαγική δύναμη να ‘χαν ομορφύνει κι απλώσει το μέρος εκεί.
—–Το κάθε σπίτι ήτανε πιο μεγάλο, πανδοχείο όπως το ονόμαζαν, με κομψή δουλειά κι όμορφη ξυλεία φτιαγμένο, καλλιτεχνικά παραθύρια και μπαλκόνια, αλλά και στη στέγη που προεξείχε. Μπροστά από κάθε σπίτι ήτανε κήπος με λουλούδια πάντα μπροστά από το δρόμο που κατά μήκος του ήτανε παραταγμένα τα σπίτια, αλλά μόνον από τη μια μεριά του, γιατί από την άλλη, ήτανε τα περάσματα των αγελάδων με τα κουδούνια τους, που βόσκανε στα γύρω λιβάδια κουδουνίζοντας, όπως και πάνω ψηλά στις Άλπεις. Τα λιβάδια αυτά ήτανε περιτριγυρισμένα από βουνά κι ήταν έτσι διαταγμένα, που θα ‘λεγε κανείς πως έκαναν χώρο στη θέα του ακτινοβολούντος βουνού Γιουνγκφράου, που θεωρούνταν το πιο όμορφο απ’ όλα τ’ άλλα βουνά της Ελβετίας.
—–Πολύς κομψός κόσμος τριγύριζε, ξένοι από άλλους τόπους ή ντόπιοι από άλλες παραδιπλανές περιοχές, κι όλοι σε διαρκή κίνηση. Κάθε σκοπευτής είχε τον αριθμό του για τον αγώνα, σε στεφάνι γύρω από το καπέλο. Σημαιούλες γιορτινές κυματίζανε τριγύρω, ηχούσανε μουσικές, σάλπιγγες, φωνές, θόρυβοι του δρόμου, τα σπίτια και τα γεφυράκια στολισμένα μ’ εμβλήματα, όπλα πυροβολούσανε βολή κατά βολή κι αυτό για τ’ αυτιά του Ρούντυ, ήταν η καλλίτερη μουσική. Σε αυτή την οχλοβοή, ξέχασε πλήρως και τη Μπαμπέττα, παρ’ όλο που για χάρη της είχε φτάσει ως εδώ. Οι αθλητές-σκοπευτές είχανε μαζευτεί εδώ στο στίβο και σε λίγο ενώθηκε κι ο νεαρός μαζί τους. Ήταν ο δεινότερος και ο καλλίτερος απ’ όλους γιατί κάθε βολή του πετύχαινε το κέντρο του στόχου.
-“Ποιός είναι τέλος πάντων ο ξένος νεαρός κυνηγός;” ρώταγαν.
-“Μιλά Γαλλικά του Βαλαί, αλλά καταλαβαίνει πολύ καλά τα Γερμανικά μας“, λέγανε μερικοί.
-“Σαν παιδί έχει ζήσει περί το Γκρίντελβαλντ“, είπε κάποιος κυνηγός, που ‘δειχνε καλλίτερα πληροφορημένος.
—–Κι ήταν όλο ζωή αυτός ο νεαρός ξένος. Τα μάτια του πετούσανε φλόγες, το χέρι σταθερό κι η βολή του αλάθητη, γι’ αυτό και πετύχανε τον στόχο του πάντα. Η ευτυχία δίνει θάρρος, και θάρρος είχε διαρκώς ο Ρούντυ. Γρήγορα μαζεύτηκε κόσμος γύρω του και τονε θαυμάζανε και του δείχνανε και τον πρέποντα σεβασμό. Η δε Μπαμπέττα είχε φύγει από τη σκέψη του και τότε, ένα βαρύ χέρι τονε σκούντησε στον ώμο και μια βαθειά φωνή του ‘πε γαλλικά:
-“Νεαρέ, είσαι από το Βαλαί“;
—–Ο Ρούντυ στράφηκε κι είδε ένα κοκκινωπό κωμικό πρόσωπο, έναν παχύ άντρα, που δεν ήταν άλλος από τον πλούσιο μυλωνά του Βεξ και που ο όγκος του έκρυβε πίσω του τη Μπαμπέττα. Ωστόσο εκείνη πρόβαλε λίγο στο πλάι και τονε κοίταξε με λάμποντα σκούρα μάτια της, είχανε κολακευτεί κι οι δυο με τον κυνηγό από τη περιοχή τους που έριχνε τις καλλίτερες βολές και τονε κουβεντιάζανε τιμώντας τον όλοι. Ω πόσο τυχερός πλέον ένιωθε ο νεαρός μας, τη στιγμή που είχε ξεχάσει κείνο για το οποίο είχε έρθει ως εδώ, με τη χλαλοή της νίκης, τον είχε αναζητήσει εκείνο κι ήτανε πια μπροστά του. Όπως είναι σύνηθες, όταν συναντηθούνε συντοπίτες σε μακρυνό μέρος, τότε πιάνουνε κουβέντα και δίνουνε και γνωριμία μεταξύ τους Κι όπως πρώτος στη κοινωνία του Βεξ ήταν ο μυλωνάς, τώρα έτσι πρώτος ένιωθε κι ο Ρούντυ με την επιτυχία του στη σκοποβολή. Σφίξανε λοιπόν τα χέρια για πρώτη φορά και μαζί τους έδωσε κι η νεαρή κοπέλα το χέρι με ειλικρινή συμπάθεια, που της το έσφιξε κι αυτός με την ίδια ζέση και τη κοίταζε με ένα έντονο βλέμμα, που την έκανε να κοκκινίσει. Ο μυλωνάς του διηγήθηκε το μεγάλο ταξίδι που κάναν ως εδώ και πως είδανε πολλές μεγάλες πόλεις, είχανε πάρει το ατμόπλοιο, την ατμάμαξα ως και με τη ταχυδρομική άμαξα είχανε ταξιδέψει.
-“Εγώ ήρθα απ’ το σύντομο δρόμο“, είπε ο Ρούντυ. “Πάνω από τα βουνά. Κανένας δρόμος δεν είναι τόσο ψηλά, που να μη μπορεί κανείς να τη διαβεί“.
-“Αλλά και να ρισκάρει να τσακιστεί!” του απάντησε ο μυλωνάς. “Και συ μου φαίνεται πως έφτασες πολύ κοντά σ’ αυτό. Είσαι πολύ ριψοκίνδυνος“!
-“Ω! δεν πέφτει κανείς κάτω, αν δεν το σκεφτεί!”, είπε ο σοφός νεαρός. Οι συγγενείς του μυλωνά, όπου θα διέμενε αυτός κι η θυγατέρα του, καλέσανε και το Ρούντυ να τονε φιλοξενήσουνε, μιας κι ήτανε κι από το ίδιο καντόνι και νικητής κιόλας. Αυτή ήτανε μια μεγάλη επιτυχία, ευνοϊκή συγκυρία, για τον νεαρό, μας, όπως όμως συνήθως συμβαίνει σε κείνους που φροντίζουνε τον εαυτό τους και κτίζουνε σωστά τα του βίου τους κι είναι κι ικανοί και καλοί χαρακτήρες και παράλληλα σκέφτονται πως “Ο Θεός μας δίνει καρύδια, αλλά δεν τα σπάει κιόλας“!
—–Ο Ρούντυ έκατσε στο τραπέζι με τους συγγενείς σαν να ‘τανε στην οικογένεια, αδειάσανε τα ποτήρια στην υγεία του άριστου σκοπευτή. Η νεαρή τσούγκρισε το ποτήρι της κι ο νεαρός την ευχαρίστησε για τη πρόποση. Το βραδάκι πήγαν όλοι μαζί περίπατο, διασχίζοντας αυτόν τον ωραίο και περιποιημένο δρόμο των πανδοχείων και κυρίως στο κοντινό δασάκι με τις καρυδιές και καθώς ήτανε μεγάλος συνωστισμός, ο Ρούντυ πρόσφερε το μπράτσο του στη νεαρή κοπέλα. Χαιρότανε που είχε βρει πατριώτες εκεί και το ‘κανε με τέτοια ζέση που η Μπαμπέττα δεν μπορούσε να παραλείψει να του σφίξει τρυφερά το μπράτσο. Βαδίζανε κοντά-κοντά σαν να ‘τανε παλιοί γνώριμοι. Η κοπέλα μιλούσε πολύ καλά κι ήξερε να διηγείται θαυμάσια και της ταίριαζε καλά, ή τουλάχιστον έτσι φαινότανε του Ρούντυ, όπως να σχολιάζει τις ξένες κυρίες για τα γελοία κι υπερβολικά τους φορέματα, αλλά και στο βάδισμά τους. Αυτό δεν το έκανε να χλευάσει, καθώς μπορεί να ‘τανε θαυμάσια άτομα και καλοί χαρακτήρες, αλλά λόγω ιδιοσυγκρασίας και παιδικών διδαχών. Η ίδια είχε τη νονά της που ήταν επιφανής Αγγλίδα κυρία και όταν βάπτισε τη μικρή, της είχε δωρίσει μια πολύτιμη καρφίτσα που φορούσε στο στήθος. Είχαν αλληλογραφήσει πρόσφατα δύο φορές και της είχε γνωστοποιήσει πως επρόκειτο να τη συναντήσει μαζί με τις κόρες της, εδώ στο Ιντερλάκεν, -εκείνες ήταν ανύπαντρες κοντά στα τριάντα, ενώ η μικρή μόλις δεκαοκτώ.
—–Το μικρό γλυκό αυτό στόμα δεν σταμάτησε στιγμή κι ό,τι έλεγε, ηχούσε στα αυτιά του νεαρού σαν πράγμα μεγάλης σπουδαιότητας. Αυτός πάλι διηγιόταν ό,τι είχε να διηγηθεί, δηλαδή πόσες φορές πήγε στο Βεξ, ότι γνώριζε το μύλο και πόσες φορές είχε δει τη Μπαμπέττα κι ότι αυτή δεν τον είχε προσέξει κι ότι πέρασε ξανά όταν λείπαν εδώ κι ότι τέλος κίνησε για να εμφανιστεί στους αγώνες για να τη δει και να τη γνωρίσει και χαλάλι ο μακρύς και δύσκολος δρόμος και θα ‘θελε ακόμα να πει πολλά μα δεν μπορούσε να τα εκφράσει. Εκείνη έμεινε άφωνη ακούγοντας αυτά, λες και της ζήτησε να υποφέρει… από τα παθήματά του, το έφερε βαρέως. Με τον περίπατο ξεχαστήκανε κι ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από το βουνό. Το Γιουνγκφράου έστεκε κει με λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια, στεφανωμένο με το καταπράσινο των δασών και συντροφιά τα λοιπά γύρω βουνά. Σταμάτησαν όλοι να θαυμάσουνε την ομορφιά τούτη της φύσης και φυσικά οι δυο νέοι δεν θα ‘μεναν ασυγκίνητοι σε τούτη τη μαγεία.
-“Πουθενά δεν είναι ομορφότερα από ‘δώ“; είπε κείνη.
-“Πουθενά!” είπε κείνος και κοίταζε τη νέα. “Αύριο πρέπει να γυρίσω σπίτι,” συνέχισε αμέσως μετά.
-“Έλα να μας επισκεφθείς στο Βεξ!” του ψιθύρισε κείνη. “Θα ευχαριστηθεί ο πατέρας“.

—————————————Μέρος 5ον: Στην Επάνοδο

—–Στην επιστροφή, τα σύννεφα χορεύανε πένθιμα πάνω από το κεφάλι του, τυλίγανε τα γύρω βουνά ξεκινώντας από τις κορφές, φτάναν μακρυνοί ήχοι από κοπή δέντρων και το κατρακύλισμά τους στο έδαφος κι η Λουτσίνη πάφλαζε τη γνώριμη συμφωνία της, ενώ σφύριζε άγριος άνεμος και ταξίδευε τα χαμηλά νέφη. Εκεί ξαφνικά τονε πλησιάζει μια νεαρή κόρη, δεν είχε αντιληφτεί πως, πότε κι από που ακριβώς τονε πλησίασε, ούτε την είχε παρατηρήσει νωρίτερα, στο πλήθος. Όταν έφτασε κοντά, στο πλάι του, έδειξε να κατευθύνεται κι αυτή προς τα κει που ανηφόριζε κι αυτός. Το βλέμμα της ασκούσε μιαν ιδιάζουσα επιβολή που ανάγκαζε τον παρατηρητή να τραβήξει το δικό του, ή να βυθιστεί βαθιά μέσα του, καθώς ήτανε πολύ παράξενο και διάφανα σαν κρύσταλλος τα μάτια της, βαθιά, βαθιά κι ατέλειωτα.
-“Έχεις αγόρι;” τη ρώτησε ο Ρούντυ, γιατί η σκέψη του όλη στριφογύριζε στον έρωτα.
-“Δεν έχω!” απάντησε το κορίτσι γελώντας, αλλά φαινότανε σα να ‘λεγε ψέμματα. “Ας μη λοξοδρομάμε όμως! Πρέπει να πάμε από την αριστερή μεριά, γιατί είναι συντομότερος δρόμος“.
-“Βέβαια, για να γκρεμοτσακιστούμε σε καμμιά χαράδρα πάγου!” είπε ο νεαρός. “Δεν ξέρεις το δρόμο καλά-καλά και θες να κάνεις και τον οδηγό“!
-“Ξέρω μια χαρά το δρόμο!” είπε το κορίτσι· “κι έχω και το νου μου κοντά. Το δικό σου βέβαια είναι κάτω στη κοιλάδα, αλλά εδώ πάνω πρέπει κανείς να σκέπτεται τη Νεράιδα Του Πάγου, δεν είναι καλή προς στους ανθρώπους, λένε οι ίδιοι οι άνθρωποι“!
-“Δεν τη φοβάμαι!” της απάντησε. “Μ’ έδωσε πίσω, όταν ήμουν ακόμη παιδί, δε θα της παραδοθώ, τώρα που ‘μαι μεγάλος“!
—–Συνάμα. το σκοτάδι πύκνωνε, η βροχή άρχισε να πέφτει εντονώτερα και το χιόνι δεν άργησε κι αυτό να φτάσει, φεγγοβολώντας και λάμποντας εκτυφλωτικά.
-“Δώσ’ μου το χέρι σου!” του είπε η κόρη, “θα σε βοηθήσω στην ανάβαση” κι ο Ρούντυ ένιωσε να τον αγγίζουνε παγωμένα δάχτυλα.
-“Εσύ να με βοηθήσεις!” της είπε αυτός, “ακόμη δε χρειάστηκα βοήθεια κανενός γιά να σκαρφαλώσω!” Και βάδισε πιο γρήγορα μπροστά, μακρυά της κι ο χιονοστρόβιλος γρήγορα τονε κάλυψε μέσα στο πέπλο, ο αγέρας σφύριζε και ξοπίσω του την άκουγε να γελά και να τραγουδάει, μ’ ένα παράξενο ήχο. Θα ήτανε κανένα μυστηριώδες ξωτικό στην υπηρεσία της Νεράιδας Του Πάγου. Είχε ακούσει να μιλάνε γι’ αυτά, όταν αυτός τότε που ήτανε ακόμη παιδί, διανυκτέρεψε ‘δώ πάνω στα βουνά, ταξιδεύοντας. Το χιόνι πύκνωνε, τα σύννεφα είχανε χαμηλώσει πολύ κι όταν κοιτούσε πίσω δεν έβλεπε πλέον κανένα, αλλά φτάνανε ατ’ αυτιά του γέλια κακαριστά με φθόγγους από το λάρυγγα κι οι ήχοι αυτοί δεν έμοιαζαν να βγαίνουν από ανθρώπινο στέρνο. Όταν έφτασε επιτέλους στη κορφή και το μονοπάτι πλέον οδηγούσε κάτω στη κοιλάδα του Ροδανού, είδε προς το Σαμονί, να στέκoνται στον καθαρό γαλανό ουρανό δυο λαμπρά άστρα, να λάμπουνε και να ακτινοβολούνε. σκέφτηκε τη Μπαμπέττα και τον εαυτό του και την ευτυχία τους και μ’ αυτή τη σκέψη ζεστάθηκε…

———————————-Μέρος 6ον: Η Επίσκεψη Στον Μύλο

—–Tην επόμενη μέρα γύρισε σπίτι του ο Ρούντυ, γεμάτος καλούδια. Τρία ασημένια ποτήρια, δυο ωραία όπλα κι ένα ασημένιο μπρίκι, για να το χρησιμοποιεί στη κουζίνα. Αυτά όμως δεν ήταννε τα σπουδαιότερα, το καλλίτερο που έφερε ήταν ο ίδιος που πέρασε όλον αυτόν τον επικίνδυνο δρόμο και μάλιστα με σκληρό καιρό, βαρύ και βροχερό..
-“Αρχοντικά πράγματα φέρνεις στο σπίτι!” είπεν η γριά θετή μητέρα του και τα παράξενα, αέτεια μάτια της αστράψανε, καθώς κουνούσε το κεφάλι επιδοκιμαστικά και με καμάρι. “Είσαι ευτυχής, Ρούντυ, πρέπει να σε φιλήσω, γλυκό μου παλληκάρι“! Κι ο Ρούντυ έσκυψε να τονε φιλήσει, αλλά το πρόσωπό του έδειχνε πως κάτι τί τονε δυσκόλευε, τονε βασάνιζε. “Πόσο όμορφο παληκάρι είσαι Ρούντυ!” είπεν η γραία.
-“Μη με κάνεις να το πάρω πάνω μου!” της απάντησε χαμογελαστός, αλλά εμφανώς ευχαριστημένος ο νεαρός.
-“Στο ξαναλέω“, είπε η γριά: “η ευτυχία είναι μαζί σου“!
-“Όσο γι’ αυτό, έχεις δίκιο“! σκέπτόμενος τη Μπαμπέττα. Γιατί ποτέ μέχρι τώρα δεν είχε δοκιμάσει τέτοια λαχτάρα κάτω ‘κεί στη βαθειά κοιλάδα. “Θα ‘χουνε φτάσει σπίτι τους τώρα“, συλλογίστηκε. “Είναι πια δυο μέρες που πρέπει να ‘χουν επιστρέψει. Πρέπει να πάω στο Βεξ“!
—–Ο Ρούντυ πήγε στο Βεξ κι εκεί στον μύλο πράγματι ήτανε στο σπίτι! Του κάνανε καλήν υποδοχήν και του φέρανε και χαιρετίσματα από την οικογένεια του Ιντερλάκεν. Η Μπαμπέττα δεν πολυμιλούσε, έδειχνε πολύ σιωπηλή, αλλά μιλούσανε τα μάτια της κι αυτό ικανοποιούσε πολύ το Ρούντυ. Ήρθε κι ο μυλωνάς, που πάντα ήταν ομιλητικός κι ήθελε να ‘χει αυτός το λόγο κι είχε συνηθίσει να γελάνε με τα αστεία και τα λογοπαίγνιά του αφού ήταν ο πλούσιος μυλωνάς, αλλ’ άκουγε ευχάριστα το Ρούντυ να διηγείται τα απρόοπτα και παράξενα του κυνηγιού. Διηγιότανε δε και τις δυσκολίες και τους κινδύνους του, που οι κυνηγοί των αγριοκάτσικων συναντάνε πάνω στις ψηλές κορφές, όταν είναι αναγκασμένοι να σκαρφαλώνουνε σε επικίνδυνα ακρογκρέμια και μάλιστα επιστρωμένα με παχύ χιόνι, που από τον άνεμο και τη κακοκαιρία προσκολλά πάνω τους, κι όταν είναι αναγκασμένοι να σκαρφαλώνουνε και πάνω στις επικίνδυνες γέφυρες, που ο χιονοστρόβιλος μπορεί να γκρεμίσει στις χαράδρες. Τα μάτια του λάμπαν όσο διηγιότανε περί της ζωής του κυνηγού, περί της πανουργίας των αιγάγρων και των τολμηρών πηδημάτων τους, με το θυελλώδη Λίβα και με τις χιονοστιβάδες που κατηφορίζανε. Παρατηρούσε καλά, πως σε κάθε νέα περιγραφή πάντα συνάρπαζε τον μυλωνά κι ιδίως όταν έδειχνε ενθουσιασμένος, όταν αυτός του περιέγραφε τους γυπαετούς και τους σταυραητούς. Λίγο πιο πέρα, στο Βαλαί, ήτανε μια έξοχη αετοφωλιά, κάτω από βράχο που προεξείχε κι είχε μέσα ένα αητόπουλο, αλλά δεν μπορούσε να το πάρει κανείς από ‘κει. Ένας Εγγλέζος του πρόσφερε πριν λίγες μέρες πολλά χρήματα να του το φέρει ζωντανό, αλλά όλα έχουνε και τα όριά τους. Θα ήτανε τρέλλα να παίζει κανείς το κεφάλι κορώνα-γράμματα εκεί πάνω, τους διηγήθηκε ο Ρούντυ και το κρασάκι κι η όμορφη βραδυά κυλούσε και μάλιστα γρήγορα, όπως του φάνηκε, ειδικά όταν μετά την επίσκεψη στο μύλο, επέστρεψε στο σπίτι του.
—–Στον μύλο εν τω μεταξύ τα φώτα λάμπαν ακόμα κι απ’ το ανοιχτό παράθυρο του φεγγίτη η γάτα της αυλής και περνώντας από το λούκι μπήκε στο σπίτι, όπου έσπευσεν αμέσως η γάτα της κουζίνας.
-“Έμαθες τα νέα εδώ στο μύλο;” της πρόφτασε η γάτα της αυλής. “Εδώ είχαμε κρυφά αρραβωνιάσματα. Ο πατέρας δεν ξέρει τίποτε ακόμα, ο Ρούντυ κι η Μπαμπέττα όλο το βράδυ κάτω απ’ το τραπέζι πατιόντουσαν. Και μένα με πατήσανε κανα-δυο φορές, αλλά δεν έβγαλα κιχ να μη τους προδώσω“.
-“Εγώ θα νιαούριζα“, της είπε η γάτα της κουζίνας. “Όπως αρμόζει σε μια γάτα κουζίνας, αλλά δεν αρμόζει σε γάτα της αυλής, αλλά είμαι περίεργη τί θα πει ο μυλωνάς σαν το μάθει…
—–Αλήθεια, τι θα πει ο μυλωνάς! Αυτό κι ο Ρούντυ ευχαρίστως θα ‘θελε να το ξέρει, αλλά δεν μπορούσε να περιμένει και πολύ, να μάθει. Όταν πριν λίγες μέρες, πέρασε το λεωφορείο περνούσε βογγώντας και τρίζοντας, τη γέφυρα του Ροδανού, μεταξύ Βαλαί και Βοντ, ήταν επιβάτης κι ο Ρούντυ κι εύθυμος όπως πάντα, λικνιζόταν μ’ όμορφες σκέψεις για τη συγκατάθεση που νόμιζε πως θα ‘χει τούτη τη βραδυά. Κι όταν το βράδυ πάλι ήτανε μέσα ο Ρούντυ, στο δρόμο της επιστροφής, η γάτα της αυλής πάλι έλεγε τα νέα στη γάτα της κουζίνας:
-“Έι εσύ απ’ τη κουζίνα! Ο μυλωνάς τώρα τα ξέρει όλα. Η υπόθεση όμως έχει ωραίο τέλος κι άκου: ο Ρούντυ ήρθε εδώ το απογευματάκι κι είχανε πολλά να ψιθυρίσουνε τα δυο τους, μυστικά και στεκόντουσαν έξω από τη κάμαρη του μυλωνά. Ήμουνα ξαπλωμένη κοντά στα πόδια τους μα δεν μου δίνανε σημασία. -Θα πάω αμέσως στον πατέρα σου και θα τα πω. Πρόκειται για τίμια πράγματα, της ειπε κείνος. -Πρέπει να ‘ρθω κι εγώ μαζί σου να σου δώσει θάρρος η παρουσία μου, απάντησε κείνη. -Έχω αρκετό θάρρος, αλλ’ αν είσαι κι εσύ θα ‘ναι σίγουρα πιο ευνοϊκός, είτε θέλει, είτε όχι! Έπειτα προχώρησαν μαζί, ο Ρούντυ με πάτησε μάλιστα στην ουρά από τη ταραχή, -τελικά είναι πολύ αδέξιος, μιαούριζα αλλά κι οι δυο τους δεν είχαν αυτιά ν’ ακούσουν. Ανοίξανε τη πόρτα και μπήκανε κι οι δυο, εγώ πρώτη μπροστά τους και δίνω ένα σάλτο πάνω στη καρέκλα. Τότε παρουσιάζεται ο μυλωνάς και δίνει ένα γενναίο κλώτσο κι ο Ρούντυ έξω από τη πόρτα. Τώρα θα ‘ναι πάνω στο βουνό με τα αγριοκάτσικα και θα σημαδεύει εκείνα κι όχι τη Μπαμπέττα μας“!
-“Αλλά τί είπανε πες μου“, ρώτησε η γάτα της κουζίνας.
-“Είπαν όλα όσα συνηθίζουν οι άνθρωποι σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν ζητάνε σε γάμο μια κοπέλλα“. –Την αγαπώ και μ’ αγαπά κι εκεί που μπαίνει ένα πιάτο φαΐ, θα μπαίνουνε δυο, είπε ο Ρούντυ. -Αλλά για σένα είναι πολύ ψηλά, κάθεται πάνω στο σιμιγδάλι, στο χρυσοσμίγδαλο, όπως ξέρεις και δεν μπορείς να τη φτάσεις, του απάντησε ο μυλωνάς. -Τίποτα δεν είναι τόσο ψηλά γιατί το φτάνει κανείς αν το θελήσει. -Αλλά το αητόπουλο δεν το ‘φτασες, το ‘πες και μόνος σου πρόσφατα. Ε λοιπόν η Μπαμπέττα είναι ακόμα ψηλώτερα. -Τα πιάνω και τα δυο. -Σου δίνω τη Μπαμπέττα αν μου φέρεις ζωντανό το αητόπουλο, αλλά τώρα σ’ ευχαριστώ για την επίσκεψη Ρούντυ κι αν αύριο έρθεις ξανά δε θα βρεις κανένα στο σπίτι. Αντίο… του πέταξε ο μυλωνάς γελώντας με δάκρυα. Κι η Μπαμπέττα είπε κι αυτή αντίο, αλλά τόσο παραπονιάρικα, σαν ένα μικρό γατάκι που δε βρίσκει τη μητέρα του. -Ο λόγος ο αντρίκειος: Μη κλαις Μπαμπέττα, θα το φέρω το αητόπουλο! -Ελπίζω να σπάσεις το λαιμό σου και θα μας απαλλάξεις από την ενοχλητική παρουσία σου, του ‘πε διώχνωντάς τον, ο μυλωνάς. Ε λοιπόν εγώ το λέω αυτό, γερή κλωτσιά. Τώρα ο Ρούντυ είναι μακρυά κι η μικρή καίγεται και κλαίει, αλλά ο μυλωνάς τραγουδά κείνο το γερμανικό τραγούδι, που ‘μαθε πρόσφατα στο ταξίδι. Δεν πρέπει όμως να με λυπεί αυτό, γιατί δεν ωφελεί σε τίποτε“.
-“Αλλ’ όμως παρ’ όλ’ αυτά, υπάρχει ακόμα και κάποια ελπίδα!”, είπε η γάτα της κουζίνας…

————————————-Μέρος 7ον: Στην Αητοφωλιά

—–Κάτω απ’ το μονοπάτι του βράχου αντηχούσε το τραγούδι, εύθυμα και δυνατά, που ‘δειχνε χαρούμενη διάθεση και ισχυρό κουράγιο κι ήτανε του Ρούντυ που ‘χε φτάσει για να ψάξει το φίλο του το Φεζινάνδο:
-“Πρέπει να με βοηθήσεις να πάρουμε μαζί μας και τον Νάγκλι, να πάμε να πιάσουμε μαζί ζωντανό το αητόπουλο, από τη φωλιά του“.
-“Δεν παίρνεις καλλίτερα το μαύρο από το φεγγάρι! Είναι πιο εύκολο“, του απάντησε απορημένα ο Φεζινάνδος. “Σε βλέπω κεφάτο πάντως“.
-“Φυσικά! Γιατί όχι; Σκέφτομαι να νυμφευτώ! Αλλά για να σοβαρευτούμε, θα σου πω πως έχουνε τα πράγματα“! Κι ύστερα από λίγο ήξερε κι ο Φεζινάνδος κι ο Νάγκλι τι ήθελε να κάνει ο Ρούντυ.
-“Είσαι ριψοκίνδυνο παλληκάρι“, του είπανε κι οι δυο. “Αυτό δε γίνεται! Θα γκρεμοτσακιστείς“!
-“Δεν πέφτει κανείς κάτω, αν δεν το φανταστεί πρώτα ο ίδιος μόνος του“, τους απάντησε ο Ρούντυ.
—–Κατά τα μεσάνυχτα ξεκινήσανε με καμάκια, σκάλες και σχοινιά. Ο δρόμος περνούσε μέσα από δάσος και λόχμη, πάνω από πέτρες που ‘χανε κατρακυλήσει κι ανηφόριζε πάντα προς τα πάνω, μες στο σκοτάδι. Το νερό κάτω πάφλαζε, πάνω κελάρυζε, υγρά βαριά σύννεφα τρέχανε στον ουρανό κι οι κυνηγοί φτάσανε στο χείλος του απότομου βράχου, που εδώ το σκοτάδι γινότανε πυκνώτερο. Πάνωθέ τους σχεδόν κλείναν οι βράχοι κι ό,τι φως περνούσε, ήταν από κείνο το άνοιγμα-ρωγμή που αφήναν αυτοί. Ο καθαρός αέρας πιο κοντά τους και κάτω τους εκτεινόταν η βαθειά άβυσσος με τα παφλάζοντα νερά.
—–Οι τρεις φίλοι καθίσανε στις πέτρες, περιμένοντας την αυγή με το λιγοστό ακόμα φως της, που θα πετάξει ο αητός έξα από τη φωλιά κι έπρεπε να πυροβολήσουνε τη μητέρα πριν τονε πιάσουνε. Ο Ρούντυ κάθισε τόσον ήσυχα κι ακίνητος, σαν να ‘τανε κι αυτός κομμάτι του βράχου, κρατώντας τ’ όπλο με σηκωμένο το λύκο, έτοιμο να πυροβολήσει, με καρφωμένο το βλέμμα πάνω στο άνοιγμα της ρωγμής που ήτανε κρυμμένη η φωλιά του κρεμασμένου βράχου που εξείχε. Οι τρεις κυνηγοί έπρεπε να περιμένουνε πολλήν ώρα.
—–Ήδη όμως από πάνω τους κάτι μεγάλο σκίασε το κενό της ρωγμής, έπειτα πέσανε δυο πυροβολισμοί, όταν ο αητός πέταξε απ’ τη φωλιά κι αμέσως, πάσχισε να κουνήσει τα φτερά του μα άρχισε να πέφτει και με το μέγεθός του ήταν σα να θελε ν’ αγκαλιάσει ολάκερη τη χαράδρα και να παρασύρει μαζί και τους φίλους. Τελικά έπεσε στο βάθος της, σπάζοντας θάμνους και κλαριά στο μέρος που ‘πεσε.
—–Οι τρεις κυνηγοί σηκωθήκανε και δέσανε τρεις σκάλες μαζί, ώστε να φτάσουνε πάνω, τις στήσανε στο πιο ακριανό σημείο, κοντά στο χείλος της αβύσσου, ωστόσο πάλι δεν έφτανε ως επάνω και το τοίχωμα του βράχου ολισθηρό, πήγαινε ακόμα ψηλώτερα, εκεί που η φωλιά κρυβότανε προστατευμένη, κάτω ακριβώς από τη κορφή που προεξείχε. Αφού το συζητήσανε μεταξύ τους, συμφώνησαν να δέσουν ακόμα δυο σκάλες και να τις κρεμάσουνε στο πάνω μέρος της χαράδρας και να τις δέσουνε με τις άλλες τρεις τις από κάτω. Με μεγάλο κόπο σύρανε προς τα πάνω τις δυο δεμένες και στερεώσανε πάνω τα σχοινιά, τις σπρώξαν έπειτα προς τη προεξοχή και τις κρεμάσαν εκεί ελεύθερες να μετεωρίζονται, πάνω από την άβυσσο. Ο Ρούντυ κάθισε στο τελευταίο κάτω σκαλί τους.
—–Ήταν ένα παγερό πρωί, με ομίχλη, ν\ ανεβαίνει από κάτω από τη τρομερή χαράδρα και φαινότανε σα μύγα πάνω σ’ άχυρο, -αλλά εκείνη μπορεί να πετάξει αν σπάσει το άχυρο, εκείνος όμως μόνο να γκρεμοτσακιστεί μπορεί. Ο άνεμος σφύριζε περνώντας παντού και τα νερά που λυώναν από τον παγετώνα, -Το Παλάτι Της Νεράιδας Του Πάγου-, κυλούσανε παφλάζοντας. Ο Ρούντυ άρχισε να ταλαντεύεται με τις σκάλες, για να ‘χει φόρα και στη τέταρτη ταλάντωση κατάφερε να πιάσει τη κορφή των άλλων που δεμένες μαζί ήτανε στημένες κάτω, τις έδεσε όλες καλά και με σταθερό χέρι, αλλά ακούγονταν μες στη συνεχή κίνησή τους σαν να ‘τανε κρεμασμένα αγκίστρια. Οι πέντε μακριές σκάλες που φτάνανε μέχρι πάνω στη φωλιά, ήτανε στηριγμένες κάθετα στη πλευρά του βράχου, φαίνονταν να ‘ναι σαν αδύναμο καλάμι και τώρα ερχότανε το δυσκολώτερο και πιο επικίνδυνο μέρος: έπρεπε να σκαρφαλώσει κάποιος πάνω τους σα γάτα κι ο Ρούντυ ακριβώς αυτό ήξερε να κάνει, του το ‘χε διδάξει η γάτα του και χωρίς φυσικά να παίρνει μυρωδιά τον Ίλιγγο, που βρισκότανε πίσω του μες στον αγέρα, με τεντωμένες πάνω του τις νυχερές πολύχειρες αρπάγες του.
—–Τώρα στεκότανε στο πάνω σκαλοπάτι της όλης σκάλας κι είδε ότι κι εδώ δεν έφτανε ακόμα τόσο ψηλά, ώστε να βλέπει στη φωλιά και μόνο με το χέρι μπορούσε να φτάσει ‘κεί πάνω. Κοίταξε τα κλαδιά της φωλιάς και πόσο στερεά μπορεί να ‘τανε μπλεγμένα μεταξύ τους στο κάτω μέρος της και βρίσκοντας ένα τέτοιο χοντρό κλαρί, πετάχτηκε με σάλτο από τη σκάλα και πιάστηκε κει. Τώρα ήτανε πάνω στη φωλιά κι αμέσως τον πήρε από τα ρουθούνια η οσμή από τα υπολείμματα των σκοτωμένων ζώων που σαπίζανε.
—–Επειδή δεν μπορούσε να τονε βλάψει ο Ίλιγγος, του φύσηξε στο πρόσωπο τη βρώμα για να του φέρει σύγχυση, να παρασυρθεί και να πέσει στο μαύρο χαίνον βάραθρο, που πάνω στα ταραγμένα του νερά καθόταν η Νεράιδα Του Πάγου με τα λευκοπράσινα μαλλιά και τονε κάρφωνε με τα μάτια της, που ήτανε σα δυο κάννες τουφεκιού και ρίχνανε πυροβολισμούς.
-“Τώρα σε πιάνω“!
—–Στη μιαν άκρη της φωλιάς, παρατήρησε ο Ρούντυ πως καθόταν μαζεμένο το αητόπουλο, που ακόμα δεν είχε ξεπεταχτεί. Κάρφωσε τα μάτια πάνω του, κρατήθηκε πολύ δυνατά με το ‘να χέρι και με το άλλο έριξε θηλειά στο αητόπουλο και τονε γράπωσε. Τα δυο καλάμια του Ρούντυ ήτανε χωμένα στο χιονισμένο σχοινί, έβαλε στον ώμο τη θηλειά με το πιασμένο αητόπουλο, έτσι ώστε να δίνει αντίβαρο πίσω του τη στιγμή που εκείνος θα πιανότανε σ’ άλλο βοηθητικό παλαμάρι, μπρος του, για να πατήσουνε πάλι οι πατούσες του στο πάνω σκαλί της σκάλας. “Κρατήσου γερά, μη πιστέψεις πως θα πέσεις και τότε δεν πέφτεις ποτέ“! ήταν η παλιά διδασκαλία κι αυτήν ακολούθησε, κρατήθηκε γερά, σκαρφάλωσε, ήτανε βεβαιωμένο, ότι δεν θα πέσει και δεν έπεσε. Άρχισε πάλι το εύθυμο τραγούδι δυνατό κι ο Ρούντυ στεκότανε πάνω στο βράχο με το αητόπουλό του.

————————Μέρος 8ον: Τα Νέα Που ‘Χε Να Πει Η Γάτα Της Αυλής

-“Ιδού το ποθούμενο αητόπουλο!” είπε ο Ρούντυ όταν μπήκε στο σπίτι του μυλωνά, στο Βεξ, έβαλε στο πάτωμα το μαγάλο κοφίνι που κρατούσε, κι έβγαλε το ύφασμα που το κάλυπτε.
—–Δυο κίτρινα μάτια με γύρω μαύρο περιθώριο προβάλλανε γουρλωμένα, πετώντας άγριες σπίθες, σα να θέλανε να κάψουνε τα πάντα γύρω και να δαγκώσουνε δυνατά κει που κοιτούσανε. Το ράμφος ανοιγμένο, έτοιμο να δαγκώσει κι ο λαιμός κόκκινος σκεπασμένος με μπιμπίκια.
-“Το αητόπουλο!” φώναξε ο μυλωνάς.
—–Η Μπαμπέττα ξεφώνισε και πήδησε προς τα πίσω, αλλά δεν μπορούσε να αποστρέψει το βλέμμα ούτε από το Ρούντυ ούτε από τον αητό.
-“Δεν τρομάζεις λοιπόν!” είπε ο μυλωνάς.
-“Κι εσείς κρατάτε σταθερά το λόγο σας!”. . είπε ο Ρούντυ. “Καθένας έχει το χαρακτηριστικό του γνώρισμα“!
-“Αλλά πώς δεν γκρεμοτσακίστηκες“;
-“Επειδή κρατιόμανε γερά κι αυτό το κάνω ακόμη! Κρατάω γερά τη Μπαμπέττα“!
-“Πρώτα όμως κοίτα να την έχεις!” είπε γελαστός ο μυλωνάς κι αυτό ήταν αρκετή ένδειξη, που ‘ξερε καλά η Μπαμπέττα. “Πρέπει να τονε βγάλουμε έξω απ’ το κοφίνι. Είναι, να τρελλαθεί κανείς, όπως γουρλώνει τα μάτια του. Αλλά πώς μπόρεσες και τον έπιασες“;
—–Ο Ρούντυ του τα διηγήθηκε όλα κι ο μυλωνάς άνοιγε διαρκώς τα μάτια του γουρλωμένα από έκπληξη.
-“Με τη τόλμη και την ευτυχία σου μπορείς τρεις γυναίκες να θρέψεις“, του είπε.
-“Σας ευχαριστώ!” . . . του είπε ο νεαρός.
-“Αλήθεια όμως τη Μπαμπέττα δεν την έχεις ακόμη!” είπε ο μυλωνάς και χτύπησε με αστειότητα τους ώμους του νεαρού κυνηγού των Άλπεων.

-“Τά ‘μαθες τα νέα απ’ το μύλο;” είπε η γάτα της αυλής, στη γάτα της κουζίνας. “Ο Ρούντυ μας έφερε το αητόπουλο και πήρε τη Μπαμπέττα, φιληθήκηκανε και τους είδε κι ο γέρος, αυτό είναι όμορφο αρραβώνιασμα. Ο γέρος ήτανε πολύ ευγενής, είχε μαζέψει τα νύχια του, κοιμήθηκε το μεσημεράκι κι άφησε τους δυο τους να ερωτοτροπούν, είχανε τόσα πολλά να πούνε, που ούτε τα Χριστούγεννα δεν θα τελειώσουνε“.
—–Και πράγματι, ούτε τα Χριστούγεννα ήταν έτοιμοι…

—–Ο άνεμος σφύριζε κι ανατάραζε το πράσινο φύλλωμα, το χιόνι στιβαζότανε στη κοιλάδα όπως και πάνω στα ψηλά βουνά κι η Νεράιδα Του Πάγου καθότανε στη περήφανη έπαυλή της που το χειμώνα μεγαλώνει. Οι πλευρές των βράχων ήταν καλλυμμένοι με λεπτό κρύσταλλο και κρέμονταν κύλινδροι πάγου ίσοι με δέντρα και βαριοί σαν ελέφαντες, κάτω που κατά το θέρος ο χείμαρρος μες στους βράχους, αφήνει το υδάτινο πέπλο του να κυματίζει. Γιρλάντες πάγου από κρυστάλλους παρατάσσονται και λαμποκοπούν πάνω στα χιονοπασπαλισμένα ελάτια. Η Νεράιδα, καβαλάει τον άνεμο και σεριανά στις βαθειές κοιλάδες, το σεντόνι του χιονιού εκτείνεται κάτω στο Βεξ κι εκείνη βλέπει από το παράθυρο του μύλου να κάθεται με τη Μπαμπέττα, ο Ρούντυ περισσότερο απ΄ότι συνήθιζε, άλλωστε το επόμενο καλοκαίρι θα γίνονταν οι γάμοι τους και συχνά κουδούνιζαν τ’ αυτιά του κάθε που μιλούσαν οι φίλοι του γι’ αυτό. Μέσα στο μύλο ήτανε φωτεινά και θαλπωρή ήλιου φώτιζε το ωραιότερο ρόδο των Άλπεων, η χαμογελαστή Μπαμπέττα, όμορφη όσο η ερχόμενη άνοιξη, που κάνει τα πουλιά να κελαηδούνε για καλοκαίρι και γάμους.
-“Όμως πώς κάθονται οι δυο τους πάντα ο ένας κοντά στον άλλο“, έλεγε η γάτα της αυλής. “Τώρα έχω να νιαουρίσω πολλά“!

——————————–Μέρος 9ον: Η Νεράιδα Του Πάγου

—–Η άνοιξη είχε ξεδιπλώσει τα χυμώδη, πράσινα στολίδια με καστανιές και καρυδιές της και με ζήλο βλαστέναν απο τη Σαιν Μόριτς γέφυρα μέχρι την όχθη της λίμνης της Γενεύης, κατά μήκος του Ροδανού, που ορμά με ισχυρό ρεύμα και χύνεται πέρα, από την έξοδο του κάτω από από τον πρασινωπό παγετώνα, το κρυστάλλινο παλάτι που κατοικεί η Νεράιδα Του Πάγου. Από ‘δώ τη παραλαμβάνει ο ισχυρός άνεμος και τη φέρνει πάνω στο ψηλό χιονοπέδιο κι εξαπλώνεται στο ισχυρό φως του ήλιου, πάνω στα πουπουλένια προσκεφάλια της. Εκεί κάθισε και με το βλέμμα της να καλύπτει κάτω στις βαθειές κοιλάδες, όπου οι άνθρωποι ήσαντε σε κίνηση ακούραστη. όπως τα μυρμήγκια πάνω στον λάμποντα από τον ήλιο, βράχο.
-“Διανοητικές δυνάμεις! όπως σας αποκαλούνε τα παιδιά του ήλιου!”, έλεγε η Νεράιδα. “Σκουλήκια είστε! Μια κυλισμένη σφαίρα πάγου -και σεις και τα σπίτια σας, οι πόλεις σας. γίνεστε συντρίματα, εξαφανίζεστε!”
—–Ψηλώτερα ύψωνε το περήφανο κεφάλι της και κοίταζε κατά μήκος και κατά πλάτος, με μάτια που αστράφτανε θάνατο. Αλλά πάνω στη κοιλάδα αντηχούσε κατρακύλισμα, βράχοι τινάζονταν ανθρώπινα έργα! Δρόμοι και σήραγγες για το σιδηρόδρομο θεμελιώνονταν.
-“Παίζουνε τον τυφλοπόντικα!” έλεγε, “σκάβουνε διαδρόμους κάτω απ’ τη γη και γι’ αυτό αυτός ο κρότος, σα να πέφτουνε πυροβολισμοί κι όταν εγώ αλλάζω θέσεις, ακούγεται χειρότερα κι από βροντή κεραυνού“!
—–Πάνω στη κοιλάδα υψώθηκε καπνός, κινείται προς άνω σα πέπλο κυμαινόμενο, που σχηματίζει λοφείο ατμομηχανής που οδηγούσε την αμαξοστοιχία του νεοανοιγμένου σιδηροδρόμου, που μοιάζει φίδι που σέρνεται και άκρα του είναι τα βαγόνια κοντά σε βαγόνια. Ταχειά σα βέλος η αμαξοστοιχία.
-“Κάνετε τους κυρίους εκεί κάτω, σεις οι διανοητικές δυνάμεις, αλλά οι δυνάμεις της φύσης κυριαρχούνε!” έλεγε και γέλαγε, τραγουδούσε και στη κοιλάδα ακουγότανε σα βροντή.
-“Εκεί πέφτει η χιονοστιβάδα!” λέγαν οι άνθρωποι.
—–Αλλά τα παιδιά του ήλιου τραγουδούσαν ακόμα δυνατότερα για την ανθρώπινη σκέψη που ήταν εκεί κυρίαρχη, που δένει σε ζυγό τη θάλασσα, βουνά μεταφέρει, κοιλάδες απογεμίζει κι είναι κυρία της δύναμης της Φύσης. Τότε, έφτασε ομάδα τουριστών στο χιονοπέδιο που καθόταν η Νεράιδα Του Πάγου, που είχανε δεθεί μεταξύ τους στέρεα, με σχοινιά για να σχηματίσουν αλυσίδα πάνω στην ολισθηρή επιφάνεια του πάγου. προ του χείλους της αβύσσου.
-“Σκουλήκια!” ξαναείπε η Νεράιδα. “Σεις οι κυρίαρχοι των δυνάμεων της φύσης,” κι έστρεψε το βλέμμα με κακεντρέχεια, κάτω στη βαθειά κοιλάδα, που το τραίνο περνούσε με θόρυβο. “Εκεί κάθονται οι σκέψεις! κάθονται υποχείρια των δυνάμεων της φύσης. Τους βλέπω όλους και τον καθένα! Ένας κάθεται περήφανος σαν βασιλιάς και μόνος, εκεί κάθονται κουβάρι, εκεί κοιμούνται οι μισοί κι όταν σταματήσει ο δράκος που βγάζει καπνό, κατεβαίνουν έξω και πηγαίνουνε στο δρόμο τους! Οι σκέψεις πηγαίνουν έξω στον κόσμο!” και γελούσε.
-“Εκεί κατρακυλά πάλι μια χιονοστιβάδα!” είπαν οι κάτω, μέσα στη κοιλάδα.
-“Δεν μας φτάνει…” είπανε δυο που κάθονταν στα νώτα του δράκοντα που φυσά καπνό.
—–Δυο καρδιές-ένας παλμός, που λένε. Ήταν ο Ρούντυ. η Μπαμπέττα κι ο μυλωνάς εκεί.
-“Σαν αποσκευή!..” έλεγε αυτός. “Είμαι δω σαν αναγκαίο προσάρτημα“.
-“Εκεί κάθονται οι δυο!” είπε η Νεράιδα. “Πολλά αγριοκάτσικα έχω συντρίψει, εκατομμύρια ρόδα των Άλπεων έχω λυγίσει και τσακίσει, ούτε τις ρίζες τους λυπήθηκα. Τις ξεμπερδεύω κι αυτές τις… διανοητικές δυνάμεις!” και γελούσε.
-“Εκεί κατρακυλά κι άλλη χιονοστιβάδα…” λέγαν οι κάτω, μέσα στη κοιλάδα.

———————————————Μέρος 10ον: Η Νονά

—–Στο Μοντρέ, που βρίσκεται μεταξύ της Κλαράν και της Βεβαί και σχηματίζει στεφάνι μ’ αυτές προ; τα βορειοανατολικά της Γενεύης, έμενε η νονά της Μπαμπέττας, η επιφανής Αγγλίδα με τις κόρες της κι ένα νεαρό συγγενή της. Είχανε φτάσει πρόσφατα εκεί, αλλά ήδη τους είχε επισκεφτεί ο μυλωνάς για να τους πει τα νέα για τον αρραβώνα της βαφτησιμιάς της. Τους είπε και για το Ρούντυ και το αητόπουλο, για το Ιντερλάκεν και γενικά, όλη την ιστορία κι αυτή χάρηκε για τα παιδιά αλλά και για τον μυλωνά. Έτσι τους ανάγκασε να την επισκεφθούνε κι τρεις τους κι εκείνοι ήρθανε. Η Μπαμπέττα ήθελε να δει τη νονά της κι η νονά τη Μπαμπέττα.
—–Στη πολίχνη Βιλνέβ, στην άκρη της λίμνης της Γενεύης, στάθμευε το ατμόπλοιο που σε μισής ώρας ταξίδι από δω προς τη Βεβαί, έδενε στο Μοντρέ. Η παραλία αυτή τραγουδήθηκε από ποιητές, εδώ κάτω από τις καρυδιές στη βαθειά γαλαζοπράσινη λίμνη, καθόταν ο Μπάιρον κι έγραφε τους μελωδικούς του στίχους, για ό,τι έγινε στο κάστρο του Σιγιόν (Ο Φυλακισμένος Του Σιγιόν). Εκεί που καθρεφτίζεται με τις ιτιές της μέσα στα νερά, περπατούσε ο Ρουσσώ, αναπολώντας την Ελοίζ του.
—–Εδώ, όχι πολύ μακρυά από την εκβολή της λίμνης, βρίσκεται νησάκι τόσο μικρό κι είναι απλά ένα κομμάτι βράχου που μια κυρία πριν εκατό περίπου χρόνια, το έκλεισε με πρόχωμα από πέτρες, το σκέπασε με χώμα και φύτεψε τρεις ακακίες, που σήμερα σκιάζουν ολάκερο το νησάκι. Η Μπαμπέττα, ήταν εντελώς μαγεμένη με το τοπίο αυτό και στα μάτια της ήταν ωραιότερο απ’ όλα και το καλλίτερο κομμάτι του ταξιδιού. Εκεί θα ‘πρεπε να πάει κανείς, σκεφτότανε, θα ‘τανε θαυμάσια. Αλλά το ατμόπλοιο έφτασε κι έδεσε, όπως σκόπευε αρχικά, στη Βεβαί.
—–Η μικρή συντροφιά από δω, βάδισε την ανηφόρα μές από τους λευκούς ηλιόλουστους τοίχους, που περιβάλλουνε τα αμπέλια πριν την ορεινή πόλη Μοντρέ, συκιές σκιάζουνε τους κήπους και μεγαλώνουνε δάφνες και κυπαρίσσια. Στο μέσον του δρόμου, για το βουνό ήτανε το πανδοχείο που έμενε η νονά. Η υποδοχή ήταν εγκάρδια, η νονά ήτανε καλωσυνάτη κυρία με στρογγυλό χαμογελαστό πρόσωπο σαν παιδί, κι οι κόρες της ήτανε κομψές, λεπτές και λυγερές. Ο νεαρός ξάδελφος που τον είχανε πάρει μαζί τους, ήτανε ντυμένος ολάκερος στα λευκά, είχε χρυσόξανθα μαλλιά και γένεια τόσο μεγάλα, που θα μπορούσε να τα μοιράσει σε τρεις τουλάχιστον τζέντλεμεν κι έδειξε αμέσως στη Μπαμπέττα, μεγάλο ενδιαφέρον.
—–Βιβλία πλουσιόδετα, τετράδια μουσικής κι ιχνογραφήματα, ήτανε σκόρπια πάνω στο μεγάλο τραπέζι. Η πόρτα του εξώστη ήταν ανοιχτή προς τη λίμνη, που φαινόταν ωραία, γαλήνια κι ήρεμη ώστε τα βουνά της Σαβοΐας με τις πόλεις. τα δάση και τις χιονισμένες κορυφές τους καθρεφτίζονταν στον υδάτινο αυτό καθρέφτη αντεστραμμένα. Ο Ρούντυ που πάντα ήτανε τολμηρός, ζωηρός και χωρίς ντροπές, εδώ ένιωθε έξω από τα νερά του. Κινιόταν σα να πατούσε πάνω σε ρεβύθια σε γλυστερό έδαφος. Πώς περνούσε ο καιρός αργά, πως περνούσε φριχτά, σαν να βρισκόταν σε μύλο. Θέλανε να περπατήσουνε τώρα, αλλά κι αυτό έγινε με νωθρότητα κι ανία.
—–Ο Ρούντυ έπρεπε να κάνει δυο βήματα μπρος κι ένα πίσω για να μένει στο βάδισμα, μαζί με τους άλλους. Κάνανε τον περίπατό τους στη Σιγιόν, το παλιό σκυθρωπό φρούριο, το κτισμένο πάνω στο νησάκι των βράχων, μόνο και μόνο για να δούνε τα μαρτυρικά σκεύη, τα νεκρικά δεσμωτήρια, τις σκουριασμένες αλυσίδες στους βραχώδεις τοίχους, για τους καταδικασμένους σε θάνατο, με τους πέτρινους κόπανους ή το γκρέμισμα των δύστυχων εκείνων. Άλλους τους διαπερνούσανε σε σιδερένιους σουβλερούς πασσάλους, για να τους κάψουνε. Και λέγαν ευχαρίστηση, να βλέπουν όλα αυτά τα φριχτά πράγματα. Ήτανε τόπος μαρτυρίου, που το άσμα του Μπάιρον ανύψωσε στον κόσμο της ποίησης.
—–Ο Ρούντυ είχε την εντύπωση πως οδηγήθηκε κείνος σε τόπο μαρτυρίου. Στηριζότανε στο πλαίσιο ενός από τα μεγάλα πέτρινα παράθυρα κι έβλεπε κάτω, μες στο βαθύ κυανοπράσινο νερό και πέρα κει προς το μικρό νησί με τις τρεις ακακίες, εκεί που αυτός πεθυμούσε να ‘ναι, λεύτερος απ’ όλην αυτή τη φλύαρη συντροφιά, αλλά η Μπαμπέττα συμφωνούσε με αυτήν κι ήταν πολύ κωμική. Είχε καταδιασκεδάσει έλεγε, ο ξάδελφος ήτανε εντελώς περίφημος, εύρισκε.
-“Μάλιστα, ένας εντελώς τέλειος… βλάκας!” έλεγε ο Ρούντυ κι ήταν η πρώτη φορά που ‘λεγε πράγμα που δεν άρεσε σ’ αυτήν.
—–Ο Άγγλος της χάρισε κι ένα μικρό βιβλίο σε ανάμνηση της Σιγιόν, το ποίημα του Μπάιρον: Ο Φυλακισμένος Του Σιγιόν μεταφρασμένο στα γαλλικά για να μπορέσει να το διαβάσει εκείνη.
-“Το βιβλίο βέβαια είναι καλό“, είπε ο Ρούντυ, “αλλά ο καλοχτενισμένος νέος δεν μου αρέσει καθόλου“.
-“Φαίνεται ακριβώς σαν τσουβάλι αλευριού, χωρίς αλεύρι“, είπε ο μυλωνάς και κορόιδευε με τον ξέχωρο τρόπο ευφυολογίας του.
—–Κι ο Ρούντυ γέλαγε κι αυτός, λέγοντας ότι μάλλον έτσι δείχνει.

—————————————-Μέρος 11ον: Ο Ξάδελφος

—–Όταν ο Ρούντυ πριν λίγες μέρες επισκέφθηκε τον μύλο, βρήκε ‘κει τον νεαρό Άγγλο. Η Μπαμπέττα ίσα-ίσα, σκέφτηκε να προσφέρει λίγες βραστές πέστροφες, καρυκευμένες με μαϊντανό για νοστιμιά, από τα χεράκια της, αλλ’ αυτό δεν ήταν αναγκαίο, γιατί το θέμα ήτανε, τί δουλειά είχε εδώ ο Άγγλος, τί είχε να κάνει εδώ; Να φιλοξενηθεί από τη Μπαμπέττα και να του δώσει να φάει και να πιεί. Ο Ρούντυ ζήλευε κι αυτό άρεσε στη μικρή. Γιατί έτσι γνώριζε και τις καλές και τις κακές του πλευρές. Ο έρωτας γι’ αυτήν ήταν ακόμα ένα παιγνίδι και το ‘παιζε μ’ ευχαρίστηση, στη καρδιά του κι όμως -αυτό αξίζει να τονιστεί- ολάκερη η ευτυχία της, η ζωή της όλη, η διαρκής σκέψη της κι ότι καλλίτερο είχε σ’ αυτό τον κόσμο, ήταν εκείνος. Όμως όσο κείνος σκυθρώπιαζε, τόσο η καρδιά της γελούσε, μπορούσε να φιλήσει τον νεαρό Άγγλο και να το βάλει στα πόδια, μόνο και μόνο να ξετρελλάνει τον Ρούντυ, να μετρήσει τη τρέλλα της αγάπης του. Αυτό βέβαια δεν ήτανε καλό για τη Μπαμπέττα, αλλά ήτανε μόνο δεκαεννιά χρονών και δεν σκεφτότανε πολύ κι ακόμα λιγώτερο, σκεφτότανε πως η συμπεριφορά του Άγγλου δεν ήταν η αρμόζουσα τίμια προς μια τίμια αρραβωνιασμένη κοπέλλα.
—–Ο Άγγλος δε, έκανε μια κουτουράδα, θέλησε να ανεβεί από τη πλησιέστερη οδό, στο μύλο κι έτσι να φτάσει στο παραθύρι της, αλλά έπρεπε να σκαρφαλώσει και μη καταφέρνοντας καλά σ’ αυτό κόντεψε να γκρεμοτσακιστεί, αλλά γλύτωσε με μόνο λίγες αμυχές και με βρεγμένα ρούχα. Πάλι όμως δεν άρκεσε αυτό, σκέφτηκε να ανεβεί στη φιλύρα που φύτρωνε δίπλα στο παραθύρι της και να μιμηθεί τη κουκουβάγια, για να τη καλέσει. Εκείνη παραξενεύτηκε κι άνοιξε το παραθύρι, είδε τον νεαρό και γνώρισε ποιός ήτανε και θύμωσε πολύ. Έκλεισε το παραθύρι, βεβαιώθηκε πως όλα τα μάνταλα ήτανε καλά κλειδωμένα στη θέση τους και τον άφησε να κουκουβαγιάζει όσο ήθελε, γιατί όσο να πει κανείς κι ένα φόβο τον είχε. Ο Ρούντυ δεν ήτανε στο μύλο κείνη την ώρα, ήτανε κάπου χειρότερα: κάτω από τη φιλύρα κι ακουστήκανε λόγια θυμού βαριά και μπορούσανε να ‘χανε χτυπηθεί, ίσως και να σκοτωνόντουσαν. Η Μπαμπέττα άνοιξε με αγωνία το παραθύρι, φώναξε τ’ όνομα του Ρούντυ και του ‘πε να φύγει.
-“Δεν ανέχεσαι να μείνω γιατί περιμένεις καλλίτερους φίλους; Ντροπή Μπαμπέττα“!
-“Είσαι κακός!” είπε κείνη. “Σε μισώ! Φύγε! Φύγε!” κι έκλαιγε με λυγμούς.
-“Αυτό δεν το άξιζα!” είπε αυτός θυμωμένα με μάγουλα αναμμένα σαν φωτιά, η καρδιά του ήταν αναμμένη σαν φωτιά κι έφυγε.
-“Πόσο πολύ σ’ αγαπώ Ρούντυ κι εσύ μπορείς να σκεφτείς κακό για μένα!” είπε πέφτοντας στο κρεββάτι της κι έκλαιγε. Ξέσπασε την οργή και τη λύπη της κι αυτό την ωφέλησε κάπως, γιατί αλλιώς θα ‘λυωνε στη μελαγχολία. Τώρα μπορούσε να κοιμηθεί το δυναμωτικό ύπνο της αρετής.
—–Ο Ρούντυ αφήνοντας το Βεξ, πήρε το δρόμο προς το σπίτι, στον καθαρό δροσιστικόν αέρα, εκεί που ‘πεφτε το χιόνι και κυριαρχούσε η Νεράιδα Του Πάγου. Τα φυλλοβόλα δέντρα ήτανε κάτω βαθιά και μοιάζαν από πάνω σα πατατιές, οι θάμνοι εδώ πάνω μοιάζανε μικρότεροι, τα τριαντάφυλλα των Άλπεων φυτρώνανε πλάι-πλάι στο χιόνι, που ήτανε στρωμένο σε λουρίδες. Μια γαλάζια γεντιανή που βρέθηκε στο δρόμο του τη τσακαπάτησε με μανία. Ακόμα ψηλώτερα πάνω, φανήκανε δυο αγριοκάτσικα και τα μάτια του αστράψαν, η σκέψη του άλλαξε ρότα μα δεν ήταν αρκετά κοντά να τουφεκίσει με σιγουριά. Ανέβηκε ψηλώτερα που μόνον η χλόη φύτρωνε στους πέτρινους όγκους και τα αγριοκάτσικα βαδίζανε με άνεση στο χιονοπέδιο, τάχυνε λοιπόν το βήμα του.
—–Η ομίχλη βυθιζότανε κατεβαίνοντας προς το μέρος του και ξαφνικά βρέθηκε σε μιαν απόκρημνη πλευρά βράχων και συνλαμα, άρχισε να βρέχει. Ένιωθε δίψα, πυρετό, παγωνιά στα μέλη και πήρε το κυνηγετικό του φλασκί, μα ήταν άδειο, γιατί δεν είχε σκεφτεί να το γεμίσει φεύγοντας. Ουδέποτε είχε αρρωστήσει αλλά τώρα ένιωθε κουρασμένος κι ήθελε να ξαπλώσει, παντού όμως έπεφτε βροχή, προσπάθησε να συνέλθει, αλλά τα αντικείμενα τρέμανε και χόρευαν εμπρός του και μάλιστα με παράξενο τρόπο. Τότε είδε ξαφνικά κάτι που δεν είχε προσέξει πριν εδώ: ένα νέο χαμηλό σπίτι στηριγμένο στους βράχους. Στη πόρτα στεκότανε μια κοπέλλα που έμοιαζε με την Αννέττα, τη κόρη του δασκάλου που μια φορά την είχε φιλήσει στο χορό, μα δεν ήταν αυτή. Ωστόσο του φάνηκε γνωστή, ίσως στο Γκρίντελβαλντ κείνο το βράδυ που επέστρεφε από το πανηγύρι της σκοποβολής στο Ιντερλάκεν.
-“Πώς βρίσκεσαι δώ;΄” τη ρώτησε.
-“Είμαι στο σπίτι μου, βόσκω το κοπάδι μου“!
-“Το κοπάδι σου; Και πού βόσκει εδώ; Μόνο χιόνι και βράχια έχει“!
-“Ξέρεις καλά τί είναι ‘δω! “, είπε το κορίτσι και γελούσε. “Εδώ πίσω μας και κάτω είναι λαμπρό λιβάδι, εκεί πηγαίνουν οι κατσίκες μου! Τις βόσκω με επιμέλεια, καμμιά δε χάνω κι ό,τι είναι δικό μου, μένει δικό μου”!
-“Είσαι θρασύτατη“!
-“Κι εσύ“!
-“Έχεις γάλα στο σπίτι; Δώσε μου να πιω, διψάω τρομερά“.
-“Έχω κάτι καλλίτερο!” είπε το κορίτσι, “και θα σου δώσω. Χτες ήτανε κάτι ταξιδιώτες με τους οδηγούς τους και ξεχάσανε μισή μποτίλια κρασί τέτοιο, που δεν έχεις ξαναπιεί. Δεν θα το πάρουνε πίσω, εγώ δεν πίνω, πιες το συ“.
—–Και τού ‘φερε το κρασί κοντά, έχυσε μέσα σε μα ξύλινη κούπα και του τη πρόσφερε.
-“Αυτό είναι καλό! Ακόμα δεν έχω πιει κρασί σαν αυτό που ζεσταίνει σα φωτιά“.
—–Τα μάτια του ακτινοβολούσανε, λες και γέμισε ζωή φλογερή και κάθε έγνοια, κάθε στεναχώρια εξατμίστηκε, ολάκερη η φύση του συνταράχτηκε και πετάριζε μέσα του.
-“Μα είσαι η Αννέττα… Δώσε μου ένα φιλί“:
-“Μάλιστα μα δώσε μου κι εσύ το ωραίο δαχτυλίδι, που έχεις στο δάχτυλο“.
-“Τον αρραβώνα μου“;
-“Ναι, ακριβώς αυτόν!” είπε το κορίτσι κι έχυσε πάλι κρασί στη κούπα, του το βαλε στα χείλη κι αυτός ήπιε.
—–Ο πόθος της απόλαυσης κύλησε μες το αίμα του. Όλος ο κόσμος του φάνηκε δικός του, γιατί να στεναχωριέται; Κάθε τι έχει γίνει για να το απολαύσουμε, να μας κάνει ευτυχείς. Το ποτάμι της ζωής είναι ποτάμι της χαράς, που η ζωή το συμπαρασύρει στο δικό της κι αυτό λέγεται ευδαιμονία. Κοίταζε τη κοπέλλα, ήταν η Αννέττα και συνάμα δεν ήτανε κι ακόμα λιγώτερο δεν ήτανε το φάντασμα με τη μυστηριώδη μορφή που ‘χε συναντήσει στο Γκρίντελβαλντ. Το κορίτσι αυτό εδώ πάνω στο βουνό, ήτανε δροσερό σαν το λευκό το χιόνι, γεμάτο σφρίγος σαν ένα ρόδο των Άλπεων και γοργή σα ζαρκάδι, αλλά όμως πάλι από τη πλευρά του Αδάμ πλασμένο, όπως κι αυτός.
—–Αγκάλιασε την όμορφη, κοίταζε στα παράξενα καθαρά μάτια της και το βλέμμα αυτό βάσταξε ένα δευτερόλεπτο και σ’ αυτόν το χρόνο, ποιός μπορεί να το περιγράψει με λόγια. Η πνευματική ζωή ή τάχα αυτή του θανάτου ήτανε κείνη που τονε κατέκλυζε, υψωνόταν ή βυθιζότανε μες στο βαθύ νεκρωμένο παγερό φαράγγι, όλο και πιο μέσα, όλο βαθύτερα, κοιτάζοντας τους παγετώδεις τοίχους που ‘τανε καταπράσινοι σα γυαλί και γύρω χάσκαν άπειρα βάραθρα και το νερό έσταζε κελαρύζοντας κουδουνιστά καθάριο και σταγόνες που λάμπανε σα σμαράγδια και σαν μαργαριτάρια. Η Νεράιδα Του Πάγου τονε φίλησε με φιλί που τον έκανε να ανατριάσει σύγκορμος. Μια παγωνιά από τη κορφή ως τα νύχια, μια κραυγή πόνου του ξέφυγε, παρέλυσε και κλονίστηκε και… νύχτωσε ξαφνικά μπροστά του και… και βρέθηκε να σύρεται από Κακές Δυνάμεις, έρμαιό τους.
—–Η Κόρη Των Άλπεων χάθηκε με μιας και μαζί της χάθηκε κι η καλύβα. Το χιονόνερο έπεφτε και το νερό κελάρυζε στις γυμνές πλευρές των βράχων, το χιόνι απλωνότανε γύρω του κι ο Ρούντυ έτρεμε από το κρύο, μούσκεμα μέχρι μεδούλι. Το δαχτυλίδι του είχε εξαφανιστεί, ο αρραβώνας με τη Μπαμπέττα, που του ‘χε φορέσει στο δάχτυλο. Το όπλο του ήτανε πλάι στα πόδια του πεσμένο στο χιόνι. Το σήκωσε και προσπάθησε να πυροβολήσει, αλλά δεν έριχνε. Τριγύρω ήτανε υγροί, πυκνοί, στερεοί όγκοι χιονιού μες στο φαράγγι. Ο Ίλιγγος καθότανε και παραμόνευε τη χωρίς πολλές δυνάμεις, λεία του και κάτω στο φαράγγι ακουγόταν ήχος σαν να κατρακυλά μεγάλος βράχος που στο κατέβασμά του διαλύει τα πάντα στο διάβα του.

. . .

—–Αλλά στο μύλο η Μπαμπέττα καθότανε κι έκλαιγε. Ο Ρούντυ δεν είχε φανεί καθόλου, έξι μέρες, από τη μέρα του καυγά τους, που έφταιγε κι έπρεπε να ζητήσει συγγνώμη, που αυτή τον αγαπούσε με όλη της τη καρδιά.
-“Τί σου είναι κι αυτοί οι άνθρωποι!”, έλεγε η γάτα της αυλής, στη γάτα της κουζίνας. “Τώρα πάλι είναι μακρυά ο ένας από την άλλη κι αυτή κλαίει κι αυτός ούτε τη σκέφτεται καθόλου“.
-“Αυτό δε μου αρέσει“, έλεγε η γάτα της κουζίνας.
-“Ούτε κι εμένα!” έλεγε η γάτα της αυλής, “αλλά δεν το παίρνω κατάκαρδα! Η Μπαμπέττα μπορεί βέβαια να αρραβωνιαστεί με τον κοκκινογένη, αλλά ούτε κι αυτός δεν ξαναφάνηκε από τότε πού ‘θελε ν’ ανεβεί στη στέγη“.

. . .

—–Κακές δυνάμεις παίζουνε πολλά παιγνίδια γύρω και μέσα μας κι αυτό το ‘χε πια αντιληφθεί ο Ρούντυ κι είχε πέσει σε περισυλλογή. Τί ακριβώς ήταν αυτό που ‘χε παιχθεί γύρω και μέσα του λοιπόν, σε κείνο το βουνό; Φαντάσματα ή εφιάλτες λόγω πυρετού; Πριν ούτε πυρετό, ούτε άλλη αρρώστια είχε ποτέ γνωρίσει, αλλά όταν έκρινε τη Μπαμπέττα έριξε κι ένα βλέμμα στο δικό του εσωτερικό. Είχε διακρίνει μέσα στη καρδιά του το άγριο κυνηγητό του καυτού λίβα, που ‘χε στήσει εκεί το κονάκι του.
—–Θα μπορούσε βέβαια να τα ξομολογηθεί όλα στη Μπαμπέττα, κάθε σκέψη που θα μπορούσε να κάνει κείνη την ώρα του πειρασμού, είχε χάσει το δαχτυλίδι κι ακριβώς χάρη σε κείνη την απώλεια, τον είχε πάρει εκείνη. Ή θα μπορούσε πάλι να του ξομολογηθεί κι αυτή, γιατί του φαινότανε πως θα ξεσκιστεί η καρδιά του όταν τη συλλογιζότανε. Πόσες αναμνήσεις ερχόντουσαν στο νου του: την έβλεπε να στέκεται μπρος του πραγματική με το κορμί της σαν παιδιού, χαμογελώντας καλόκαρδα. Κάθε τρυφερή λέξη, από τα βάθη της καρδιάς της ερχότανε σαν ηλίου φως στο στήθος του κι αμέσως τα πάντα γίνανε ζεστά και φωτεινά με τη σκέψη της. Μάλιστα, κι αυτή έπρεπε και όφειλε να του εξομολογηθεί.
—–Γύρισε στον μύλο, εξομολογήθηκαν κι οι δυο τους -άρχισε η Μπαμπέττα μ’ ένα φίλημα και τέλειωσε ο Ρούντυ λέγοντας πως είναι αμαρτωλός. Η μεγαλύτερη αμαρτία του ήτανε γιατί μπόρεσε να αμφιβάλλει για τη πίστη της κι αυτό ήταν αποτρόπαιο από μέρους του. Τέτοια έλλειψη εμπιστοσύνης, τέτοια βιαιότητα, μπορούσε να τους γκρεμοτσακίσει στη δυστυχία. Γι’ αυτό, του έκανε η Μπαμπέττα ένα μικρό κήρυγμα, που κι αυτήν ευχαρίστησε και το στόλισε ευχάριστα, αλλά παρ’ όλ’ αυτά είχε κι ο Ρούντυ δίκιο σε κάποιο βαθμό. Ο ανεψιός της νονάς της, ήτανε βλάκας, ήθελε να κάψει και το βιβλίο που της είχε χαρίσει και γενικά δεν ήθελε να μείνει κάτι, το παραμικρό, από την ανάμνησή του.
—————————————-Μέρος 12ον. Το Χάσιμο

—–Η μεγάλη μέρα, η μέρα της ευτυχίας των δυο νεαρών, η πιο ωραία μέρα, όπως τη λέγαν αυτοί, η μέρα του γάμου τους ήτανε πια κοντά. Οπωσδήποτε, ούτε στην εκκλησία του Βεξ, ούτε και στον μύλο θα γινόταν η τελετή, γιατί η νονά ήθελε να γίνει ο γάμος στο σπίτι της και το στεφάνωμα να γίνει στο εκκλησάκι του Μοντρέ. Ο μυλωνάς επέμενε κι αυτός κι έτσι κι έτσι έγινε αυτή η επιθυμία, γιατί αυτός ήξερε τι επιφύλασσε η νονά για τους νεόνυμφους: θα τους έδινε γαμήλιο δώρο που θα ήταν αντάξιό της αρκεί να συμφωνούσαν. Η μέρα είχε καθορισθεί, από βραδύς θα ταξίδευαν στο Βιλνέβ για να ανεβούνε με το αμάξι το αμέσως επόμενο πρωί, πολύ νωρίς στο Μοντρέ για να στολίσουνε τη νύφη οι κόρες της νονάς.
—–Εν τω μεταξύ οι δυο γάτες, της κουζίνας και του σαλονιού, αφού συμφωνήσανε πως ποτέ δεν θα καταλάβουνε τη τρέλλα και τη πρεμούρα που πιάνει τους ανθρώπους όταν είναι ερωτευμένοι., συνέχισαν με τα νέα του σπιτιού.
-“Βέβαια θα κάνουνε κι εδώ στο σπίτι συμπόσιο για το γάμο“, είπε η γάτα της αυλής. “Αν όμως δεν κάνουνε, τότε ούτε ένα μιάου δεν θα βγάλω για όλη αυτή την ιστορία“.
-“Εδώ, σίγουρα θα γίνει συμπόσιο!” είπε η γάτα της κουζίνας. “Σφάξανε πάπιες, περιστέρια κι ένα ολάκερο ζαρκάδι κρέμεται στον τοίχο. Μου τρέχουνε τα σάλια όσο τα σκέφτομαι! Αύριο πια αρχίζει το ταξίδι“.
-“Μάλιστα, αύριο! Αυτή τη βραδυά ο Ρούντυ κι η Μπαμπέττα κάτσανε για τελευταία φορά στον μύλο σαν αρραβωνιασμένοι“.
—–Έξω ήτανε ροδισμένες οι Άλπεις, οι εσπερινές καμπάνες της εκκλησίας σήμαιναν, οι θυγατέρες του Ηλίου τραγουδούσαν: “Ας συμβεί το καλλίτερο“. Ο ήλιος έδυε, τα νέφη κατέβαιναν στη κοιλάδα του Ροδανού, ένα αεράκι από την Αφρική μεσημβρινό φυσούσε και χαλούσε τη σειρά των νεφών με διακοπές κι όταν κώπαζε λιγάκι, επικρατούσε μια γαλήνη, πάνω από τις Άλπεις. Τα νέφη σχημάτιζαν πλέον διάφορα σχήματα, πάνω από το ρεύμα του Ροδανού, παίρνοντας μορφές σαν τα θαλάσσια κήτη, πότε πετάμενα της ξηράς κι άλλοτε σαν μεγάλοι βάτραχοι που πηδούσανε στο έλος, κυκλοφορώντας έτσι παντού πάνω από τον ορμητικό χείμαρρο, ταξίδευαν πάνω του κι όμως έπλεαν πέρα και πάνω απ’ αυτόν.
—–Ο χείμαρρος πάλι, μετέφερε κάποιο πεσμένο έλατο, κάνοντας δίνες με την ορμή του, κι ο Ίλιγγος περιφερόταν ανάμεσα στους παφλασμούς χορεύοντας. Η σελήνη φώτιζε πια στις κορυφές το χιόνι με τα ζοφερά δάση και τα λευκά παράξενα νέφη με τα διάφορα σχήματα, τα πνεύματα των δυνάμεων της φύσης τα έβλεπε ο κάτοικος του βουνού, μέσα από τα τζάμια των παραθύρων του και πάνω απ’ όλα ήτανε παρουσία η Νεράιδα Του Πάγου που είχε αλλάξει το ανάκτορό της στον παγετώνα, σ’ ένα εύθραυστο πλοιάριο, πλάι στο ξερριζωμένο έλατο και το νερό του χειμάρρου τη μετέφερε νωχελικά, στη μεγάλη λίμνη.
-“Το ζευγαράκι για το γάμο έρχεται“, ψιθύριζε μια φωνή σαν άσμα, στον αέρα και στο νερό. Η Μπαμπέττα έβλεπε ένα παράξενο όνειρο: Ήτανε λέει παντρεμμένη με το Ρούντυ και μάλιστα από χρόνια κι ότι αυτός έλειπε στο κυνήγι κι αυτή στο σπίτι τους κι ο Άγγλος ο ξανθός γενειοφόρος καθότανε δίπλα της. Το βλέμμα του τόσο θερμό, τα λόγια του σαγηνευτικά κι η Μπαμπέττα ένιωθε σαν να ‘χε στη καρδιά της ένα βάρος να συντρίβει, -η ενοχή προς το Ρούντυ, η ενοχή προς τον Θεό. Ξάφνου ήτανε λέει παρατημένη μόνη με σκισμένα ρούχα από τ’ αγκάθια, τα μαλλιά της άρχιζαν ν’ ασπρίζουνε και πάνω στην οδύνη της κοίταξε πάνω κι είδε στο βράχο τη μορφή του Ρούντυ. Του άπλωσε τα χέρια μα δε τόλμησε να φωνάξει, να παρακαλέσει, άλλωστε δεν θα την ωφελούσε, γιατί δεν ήταν αυτός εκεί αλλά η φορεσιά που έβαζε για να ξεγελάσει τα αγριοκάτσικα. Κι άρχισε με μεγάλη θλίψη να θρηνεί:
-“Ω ας πέθαινα τη μέρα του γάμου μου, τη πιο ευτυχισμένη, Θεέ μου αυτό θα ήταν έλεος, μεγάλη ευτυχία και το καλλίτερο που θα μπορούσε να συμβεί σε μένα και το Ρούντυ, γιατί κανείς δεν γνωρίζει τι του μέλλεται” και με πίκρα ανόσια πήδηξε στο βαθύ βάραθρο.
—–Μια χορδή έσπασε, πένθιμος τόνος αντήχησε! Ξύπνησε και τ’ όνειρο είχε χαθεί αλλά είχε αφήσει την άσχημη αίσθηση πως κάτι φοβερό είχε ονειρευτεί και κάτι κακό προμηνά και πως αυτό συμπεριλάμβανε και τον Άγγλο που είχε από τότε να δει και που μήτε μια στιγμή δεν είχε σκεφτεί. Θα ήτανε στο Μοντρέ άραγε, μήπως θα συναντιόντουσαν στο γάμο, αλλά αμέσως το γέλιο έφτασε στα χείλη και ακτίνες χαράς στα μάτια καθώς σκέφτηκε τον αυριανό κι η μέρα ήτανε τόσον ωραία κι ο ήλιος έλαμπε. Ο Ρούντυ ήταν ήδη στο δωμάτιο όταν μπήκε κι αυτή και μετ’ ολίγον ξεκινήσανε για το Βιλνέβ. Ευτυχισμένοι κι οι δυο κι ο μυλωνάς επίσης γελούσε κι ακτινοβολούσε ευθυμία, γιατί ήτανε καλός πατέρας και μεγάλη ψυχή.
-“Τώρα είμαστε ‘μεις οι κυρίες του σπιτιού“, είπε η γάτα της αυλής στη γάτα της κουζίνας. —–Δεν είχε ακόμα βραδυάσει όταν τρεις εύθυμοι άνθρωποι φτάσανε στο Βιλνέβ κι εκεί γευματίσανε. Ο μυλωνάς κάθισε στη πολυθρόνα, κάπνισε τη πίπα του και πήρε έναν υπνάκο. Οι νεαροί μελλόνυμφοι πήγαν α λά μπρατσέττα μια βόλτα στη πόλη, μέχρι την όμορφη καταπράσινη και βαθειά λίμνη. Το σκυθρωπό Σιγιόν καθρέφτιζε τους γκρίζους τοίχους της και τους γερούς της πύργους στη κυματιστή λίμνη, το μικρό νησί με τις τρεις ακακίες ήτανε κοντά και φαινότανε σαν μια ανθοδέσμη μέσα του.
-“Θα είναι μαγεία εκεί” είπε η Μπαμπέττα.
—–Είχανε κι οι δυο τους μια λαχτάρα να πάνε κει κι αυτό μπορούσε να γίνει γιατί στην όχθη ήταν ένα πλοιάριο με κουπιά κι ήταν εύκολο να το πάρουνε, μιας και δεν υπήρχε κανείς να του γυρέψουνε την άδεια κι έτσι κι έκαναν. Ο Ρούντυ ήξερε να κωπηλατεί και τα ‘βλεπες σαν φτερούγες πουλιού μπαινόβγαινα ήρεμα στα νερά, κερδίζοντας εύκολα έδαφος λίγο-λίγο. Το νερό που είναι ήρεμο και γλυκό, μα είναι ώρες-ώρες και τρομακτικό και καταπίνει εύκολα το κάθε τί. Αφήνοντας πίσω του έν αφρίζον αυλάκι, έφτασε με τους δυο επιβάτες του το πλοιάριο στο νησάκι. Αποβιβάστηκαν και διαπίστωσαν πως είχε χώρο μόνο για δυο άτομα.
—–Τριγυρίσανε λιγάκι και μετά χέρι-χέρι καθίσανε σ’ ένα μικρό πάγκο φτιαγμένο από τα κλαδιά των τριών ακακιών και κοιτάζονταν στα μάτια ενώ όλα γύρω ακτινοβολούσαν από την ανταύγεια που άφηνε το δειλινό. Ήδη βάφονταν ρόδινα και τα δάση των ελάτων κι όπου φαινότανε πέτρωμα, αστραφτοβολούσε φλογισμένο σαν να ‘τανε διαφανές, και τα νέφη φάνταζαν να πετάνε φλογισμένες και χρυσές αναλαμπές κι όλη η λίμνη έμοιαζε με ροδισμένο πέταλο τριαντάφυλλου. Ο Ρούντυ κι η Μπαμπέττα παραδέχτηκαν πως δεν είχανε δει παρόμοιο όμορφο σούρουπο -το ρόδισμα των Άλπεων. Τα χιονοσκέπαστα βουνά είχανε λάμψη όμοια με τη πανσέληνο, όταν εκείνη ανατέλλει.
-“Αχ Τί όμορφα, τί ευτυχία” λέγανε κι οι δυο.
-“Δεν έχω απολαύσει ξανά μια τέτοια βραδυά, μοιάζει ολάκερη ζωή“, είπε ο Ρούντυ. “Πόσες φορές ρέμβασα κι ένιωσα την ευτυχία, και σκεφτόμουνα πως εκείνη τη στιγμή θα τέλειωνε όμως, πόσο ευτυχής θα είχα ζήσει και η στιγμή περνούσε, ερχόταν άλλη νέα και μου φαινόταν ακόμα καλλίτερη! Πόσο βλογημένος είναι αυτός ο κόσμος! Πόσο καλός είναι ο Θεός, Μπαμπέττα“.
-“Είμαι στ’ αλήθεια ευτυχισμένη“, είπε εκείνη.
-“Τούτη η γη δεν μου φυλάει τίποτα καλλίτερο“, φώναξε ο Ρούντυ κι οι καμπάνες του εσπερινού σημάνανε από τα βουνά της Σαβοΐας, ως αυτά της Ελβετίας κι ειδικά αυτό που υψωνόταν από τη χρυσή απόχρωση σε βαθυκύανη: το βουνό Ιούρας.
-“Ο Θεός να σου δώσει το καλλίτερο και το λαμπρότερο“, του ευχήθηκε με γλυκύτητα και τρυφερότητα η Μπαμπέττα.
-“Αυτό θα το κάνει αύριο“, είπε αυτός. “Αύριο θα το έχω, αύριο θα είσαι εντελώς δική μου! δική μου! Η γλυκειά μου γυναίκα“!
-“Το πλοιάριο!” φώναξε ξαφνικά η Μπαμπέττα.
—–Το πλοιάριο που τους είχε φέρει είχε λυθεί κι είχε απομακρυνθεί από το νησάκι.
-“Θα το φέρω πίσω, μη στεναχωριέσαι“, είπε αυτός.
—–Έβγαλε το πανωφόρι του και τα παπούτσια, πήδησε στη λίμνη και κολύμπησε με δυνατές χεριές προς τα κει. Το νερό ήτανε παγωμένο από τον παγετώνα των βουνών κι ο Ρούντυ κοίταζε κάτω στα νερά και σαν να του φάνηκε να λαμπυρίζει ένα χρυσό δαχτυλίδι, να παίζει και να φέρεται στο βυθό, του ‘ρθε στο νου ο αρραβώνας του και σαν να μεγάλωνε στο βλέμμα του και μέσα βαθιά να εικονίζεται ο παγετώνας. Έμοιαζε με βαθειά χαράδρα που το νερό έσταζε σαν αρμονικός χτύπος καμπάνας και στα μάτια του φάνηκε σαν νεαροί κυνηγοί και νεαρές, άντρες και γυναίκες, που κάποτε στις βαθειές χαράδρες του χαθήκανε και στέκονταν εκεί, ολοζώντανοι με ανοιχτό γελαστό στόμα κι από κάτω τους οι καμπάνες εκκλησιών από πόλεις που βουλιάξανε. Το εκκλησίασμα ήτανε γονατισμένο κάτω από το θόλο του ναού, ράβδοι πάγου σχημάτιζαν το όργανο που έπαιζε τους ύμνους, σχηματίζοντας τους αυλούς του κι ο χείμαρρος του βράχου τους μετέφερε.
—–Η Νεράιδα Του Πάγου καθότανε πάνω στο βυθό, ανέβαινε ως τα πόδια του Ρούντυ, του τα φιλούσε κι ένας παγερός θάνατος ανέβαινε ως πάνω στα μέλη του, σαν ηλεκτρική εκκένωση. Πάγος και φωτιά συγχρόνως. Δε ξεχωρίζανε μεταξύ τους σ’ αυτή τη σύντομη επαφή.
-“Δικος μου! Δικός μου” αντηχούσε γύρω και μέσα του! “Σε φίλησα όταν ήσουνα μικρός, σε φίλησα στο στόμα. Τώρα σε φιλώ και στα δάχτυλα των ποδιών και στις φτέρνες σου! Είσαι όλος δικός μου“, είπε κι εξαφανίστηκε στα βαθιά, καθαρά και γαλανά νερά. Όλα ήταν ήρεμα κι οι καμπάνες σιγήσανε, οι τελευταίοι ήχοι σταματήσανε με τη λάμψη των ροδιζόντων νεφών. “Είσαι δικός μου!” αντηχούσε στο βάθος. “Είσαι δικός μου” έβγαινε από το ύψος του απείρου… Τι θεϊκό από αγάπη σε αγάπη, από τη γη στον ουρανό να πετάξει κανείς. Μια χορδή έσπασε και πένθιμος ήχος αντήχησε.
—–Το παγερό φιλί του θανάτου νίκησε το εφήμερο, το προανάκρουσμα τέλειωσε για να ξεκινήσει το όραμα της ζωής, η δυσαρμονία διαλύθηκε κι αντικαταστάθηκε με αρμονία. Το λέει κανείς αυτό, πένθιμη ιστορία;

——————————————Μέρος 14ον. Επίλογος

—–Η καημένη η Μπαμπέττα ήτανε σε αγωνία, έβλεπε το πλοιάριο να απομακρύνεται, ήξερε πως κανείς στη ξηρά δε γνώριζε για το μικρό τους πλου στο νησί και γύρω δεν φαινότανε ψυχή. Τα νέφη κινούνταν αργά κι η βραδυά προμηνυότανε σκοτεινή. Μονάχη, απελπισμένη και κλαίγοντας ήταν εκεί και θύελλα κρεμότανε πάνω της με τη μιαν αστραπή ν’ ακολουθά την άλλη, πάνω από Ιούρα, Άλπεις, Σαβοΐα κι Ελβετία, άστραφτε από παντού κι οι βροντές πέφταν η μια μετά την άλλη σε κάθε δευτερόλεπτο. Οι λάμψεις δε, φωτίζανε τη νύχτα τόσο ώστε έβλεπε ολόγυρα κανείς το κάθε τι σαν να ‘τανε μέρα κι από την άλλη σχημάτιζαν φιόγκους, κορδέλλες, ελικοειδείς τεθλασμένες γραμμές, που θα ‘λεγες πως καρφώνονταν με μανία στη λίμνη κι η δε ηχώ αύξανε και πολλαπλασίαζε τον κρότο.
—–Στη ξηρά όλοι τραβούσανε τα πλοιάρια στην ακτή και γενικά ότι είχε ζωή γύρευε τη προστασία. Κι η βροχή έπεφτε πια με το καντάρι.
-“Πού να ‘ναι τέλος πάντων ο Ρούντυ κι η Μπαμπέττα μ’ αυτή τη καταιγίδα;”, είπε ο μυλωνάς πίσω στο μύλο.

– – –

—–Η Μπαμπέττα καθότανε με σταυρωμένα χέρια και σκυμμένο κεφάλι στο στήθος, αμίλητη, θλιμμένη και δακρυσμένη απλώς δε θρηνούσε πλέον. “Μες στα βαθιά νερά της λίμνης“, έλεγε μέσα της. “Είναι κάτω στα βαθιά σαν να ‘ναι κάτω από τον παγετώνα“.
—–Θυμήθηκε τι της είχε διηγηθεί ο Ρούντυ για το θάνατο της μητέρας του και της δικής του σωτηρίας, που τον είχαν ανασύρει σχεδόν νεκρό από τη χαράδρα από τα νύχια του παγετώνα και της Νεράιδας του, και να που τώρα τον είχε δικό της πλέον. Μια αστραπή έλαμψε και τύφλωσε προς στιγμή τη Μπαμπέττα, καθώς η ανάκλασή της έπεσε στο λευκό χιόνι κι αυτή πετάχτηκε σαν ελατήριο. Η λίμνη αυτή τη στιγμή υψώθηκε σαν παγετώνας και της φάνηκε πως είδε τη Νεράιδα Του Πάγου, να στέκει ηγεμονική βασίλισσα, ωχρή γαλάζια και λάμπουσα και στα πόδια της το πτώμα του Ρούντυ: “Δικός μου!”, έλεγε και πάλι έγινε σκοτάδι και βροχή.
-“Tί άσπλαχνη να τονε πάρει τη μέρα που χάραζε η ευτυχία του“, θρηνούσε η Μπαμπέττα. “Θεέ μου φώτισε το νου μου, φώτισε μέσα στη καρδιά μου, για να καταλάβω τα θελήματά σου. Συχνά γελιέμαι με τις αποφάσεις της παντοδυναμίας και της σοφίας σου“.
—–Κι ο Θεός φώτισε τα μύχια της καρδιάς της και σαν αστραπή πέρασε από το νου της η σκέψη του ονείρου της χτεσινής νύχτας, ίδια ζωηρή όπως τότε και θυμήθηκε, πως ίσως ο Ρούντυ να πρόσβαλε τη θέληση του Θεού με τη φράση “Τίποτε άλλο περισσότερο δεν έχει να μου προσφέρει σε ευτυχία η ζωή“. Κι αμέσως μετά σκέφτηκε πως ήτανε πια κείνη που έφερε το σπέρμα της αμαρτίας στη καρδιά. Το όνειρο ζωής της έπρεπε να σπάσει, ώστε να γλυτώσει από αυτήν, χάριν της σωτηρίας της ψυχής της.
-“Α! η ταλαίπωρη εγώ“, αναφώνησε μ’ ένα λυγμό κι έτσι θρηνώντας, καθότανε στο μαύρο σκοτάδι και μες στην ησυχία ηχούσαν ακόμα τα λόγια του Ρούντυ, κείνη τη τελευταία μέρα της απόλυτης ευτυχίας τους και τώρα ηχούσανε στη πιο βαθειά θλίψη.

* * *

—–Κυλήσανε πολλά χρόνια από τότε, γελά η λίμνη κι οι όχθες της. η κληματαριά πέταξε νέα σταφύλια και ατμόπλοια με σημαίες διάφορες να κυματίζουνε περνάνε καθημερινά. Πλοιάρια διασκέδασης με φουσκωμένα πανιά περνάνε στη διάφανη επιφάνειά της σα λευκές πεταλούδες, ο σιδηρόδρομος της Σιγιόν άρχισε πλέον να λειτουργεί, πηγαίνοντας βαθιά μες στη κοιλάδα του Ροδανού και σε κάθε σταθμό κατεβαίνουνε ξένοι τουρίστες κρατώντας στα χέρια τους αποσκευές και με τη βοήθεια οδηγών, παρατηρούνε κάθε τι αξιοσημείωτο. Επισκέπτονται τη Σιγιόν, βλέπουνε πέρα το νησάκι με τις τρεις ακακίες, το νησάκι της θλίψης, διαβάζουνε σχετικά για το ζευγάρι των μελλονύμφων που μια βραδυά του 1856 έπλευσε κει, για τον πνιγμό του γαμπρού και τις θρηνώδεις κραυγές της νύφης -και λένε πως μόλις το προηγούμενο βράδυ την ακούσανε να θρηνεί ακόμα για τον άδικο χαμό του άντρα της.
—–Αλλά ο οδηγός δε διηγείται τίποτε για τον ήρεμο βίο που διάγει τώρα η Μπαμπέττα κοντά στον πατέρα της, -όχι πλέον στον μύλο, γιατί εκεί μένουνε τώρα άλλοι- στο ωραίο της σπίτι κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό κι από τα παράθυρά του βλέπει κάθε βράδυ πέρα κι απέναντι προς τις καστανιές και προς τα χιονοσκέπαστα βουνά, εκεί που άλλοτε τριγύριζε κυνηγώντας ο Ρούντυ.
—–Βλέπει κάθε που σουρουπώνει, το Ρόδισμα Των Άλπεων, τα Παιδιά Του Ήλιου να λημεριάζουν εκεί πάνω στα ψηλά βουνά και να ξαναλένε το τραγούδι του οδοιπόρου, που ο ανεμοστρόβιλος του πήρε το πανωφόρι, παίρνοντας το περικάλυμμα μα όχι και τον άντρα.
—–Εδώ πάνω στα χιόνια των βουνών λάμπει πάντα μια ρόδινη λάμψη και σε κάθε καρδιά που μέσα της έχει φωλιάσει η σκέψη:
Ο Θεός αφήνει να γίνεται το καλλίτερο για μας, αλλά δεν μας εκδηλώνεται πάντα, όπως εκείνη τη φορά στο όνειρο της Μπαμπέττας“…

——————————————————Τ Ε Λ Ο Σ

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *