—–——-Ο ποιητής είναι ανίσχυρος,
—————————ακούγεται μόνον όταν επαινεί τον κόσμο,
———————————————-ποτέ όταν τον απεικονίζει όπως είναι…
——Το ηθικό κενό είναι η πιο βαθειά άβυσσος ενός πολιτισμού.
—–Ο Χέρμαν Μπροχ (Herman Broch) ήταν Αυστριακός συγγραφέας, γνωστός για 2 μεγάλα έργα μοντερνιστικής μυθοπλασίας: Οι Υπνοβάτες (Die Schlafwandler, 1930–32) κι Ο Θάνατος Του Βιργίλιου (Der Tod des Vergil, 1945) κι η φήμη του βασίζεται σε σειρά από τυπικά εφευρετικά και διανοητικά φιλόδοξα μυθιστορήματα. Το δίλημμα του καλλιτέχνη σε περίοδο ιστορικής κρίσης είναι το θέμα του αριστουργήματός το Der Tod des Vergil. Οι προσπάθειές του να συμφιλιώσει την επιστημονική κοσμοθεωρία με τις βαθιά ψυχολογικές και μεταφυσικές ιδέες τον συνδέουν με τον άλλο μεγάλο σύγχρονο αυστριακό Robert Musil, που ήρθε επίσης στη λογοτεχνία αφού πρώτα ακολούθησε τεχνική κι εμπορική καρριέρα.

—–Γεννήθηκε 1 Νοεμβρη 1886 στη Βιέννη σ’ ευκατάστατη εβραϊκή οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν ο Josef Broch βιομήχανος και μητέρα του η Johanna Σνάμπελ Μπροχ. Αρχικά εκπαιδεύτηκε ιδιωτικά, που μετά είχε σκοπό να προετοιμαστεί για διοικητική θέση στο εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας του πατέρα στο Teesdorf. Ύστερα σπούδασε στο Imperial και το Royal State Secondary School (1897-1904), το Τεχνικό Κολλέγιο Κλωστοϋφαντουργίας (1904-06) και Κολλέγιο Νηματουργίας & Υφαντικής στο Μυλχάουζεν (1906-07). Από το 1907 ως το 1927 διαχειριζότανε την οικογένειακή επιχείρηση στο εκεί, αν και διατήρησε τα λογοτεχνικά του ενδιαφέροντα ιδιωτικά. Στη διάρκεια του Α’ Παγκ. Πολ. υπηρέτησε ως διαχειριστής για τον Αυστριακό Ερυθρό Σταυρό. Το 1909 ασπάστηκε τον Ρωμαιοκαθολικισμό και παντρεύτηκε τη Franziska von Rothermann, κόρη ενός ιππότη κατασκευαστή. Την επόμενη χρονιά γεννήθηκε ο γιος τους. Ο γάμος του κατέληξε σε διαζύγιο το 1923. Ο γιος τους Hermann Friedrich Broch de Rothermann (θ. 1994) έγινε διερμηνέας για την UNESCO και τα Ηνωμένα Έθνη, μετέφρασε επίσης το έργα του πατέρα στα αγγλικά.

—–Το 1927 πούλησε το εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας κι αποφάσισε να σπουδάσει μαθηματικά, φιλοσοφία και ψυχολογία στοΠανεπιστήμιο Βιέννης. Άρχισε λογοτεχνική καρριέρα πλήρους απασχόλησης γύρω στα 40 και στα 45, το 1ο του σημαντικό λογοτεχνικό έργο, η 3λογία Οι Υπνοβάτες, εκδόθηκε από τον Ντάνιελ Μπρόντι για το Rhein Verlag στο Μόναχο σε 3 τόμους από το 1930-32. Στα καφέ της Βιέννης, συνάντησε διανοούμενους όπως ο Robert Musil, Franz Blei, Elias Canetti, Leo Perutz και τη ταλαντούχα συγγραφέα Ea von Allesch, πρώην γυμνό μοντέλο και δημοσιογράφο, που την αποκαλούσαν βασίλισσα του Café Central. Ο 1ος σύζυγός της ήταν Άγγλος πιανίστας, που πέθανε στο μέτωπο στη διάρκεια του πολέμου. Ο υπολοχαγός Johannes von Allesch, ο 2ος σύζυγός της, έπαθε νευρικό κλονισμό 3 μήνες μετά το γάμο τους. Μεταξύ των καλεσμένων του γάμου ήταν οι συγγραφείς Musil και Rainer Maria Rilke. Ο Μπροχ παράτησε τη Milena (Jesenská) Polak για κείνη κι η Milena ξεκίνησε τη σχέση της με τον Franz Kafka. Τσέχα δημοσιογράφος και μεταφράστρια, η Milena δίδαξε τσέχικα στον Broch. Η σύντομη σχέση τους ήτανε κοινό μυστικό στο Café Herrenhof, όπου σύχναζαν η Milena κι ο σύζυγός της, Ερνστ Πόλακ. Η Μιλένα πέθανε το 1944 στο Στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράβενσμπρουκ. Το Café Griensteidl ήτανε το αγαπημένο μέρος του Karl Kraus, εκδότη τουDie Fackel, που επιτέθηκε με αυτό στην υποκρισία και τη στρατιωτικοποιημένη γραφειοκρατία κι ο Broch θαύμαζε πολύ.

—–Το 1919 έγινε κριτικός στη Moderne Welt, εν μέρει λόγω των επαφών της Ea von Allesch. Τον ενθάρρυνε στις λογοτεχνικές του φιλοδοξίες κι ο Broch της έγραψε τα παθιασμένα γράμματά του. Μερικές φορές της παραπονέθηκε για ψυχρότητα. Ήταν 11 χρόνια μεγαλύτερη του και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι συζυγικά τραύματα πρέπει να κρύβονται πίσω απ’ τα προβλήματά της. Ο ρομαντισμός τους άρχισε να ψυχραίνεται το 1927. Ο Broch την απεικόνισε στο 2ο και 3ο μέρος της 3λογίας Die Schlafwandler (1931-32). Η Έα ήταν επίσης η μοιραία γυναίκα του Ρόμπερτ Μούζιλ στο έργο του Vinzenz und die Freundin bedeutender Männer (1923). Μετά απ’ αυτό η Άννα Χέρτζογκ έγινε γραμματέας και νέα ερωμένη του.

—–Αφού εργάστηκε πολλά χρόνια στην οικογενειακή επιχείρηση, αφοσιώθηκε στα 40 σε πνευματικές αναζητήσεις. Χώρισε το 1923 και πούλησε το εργοστάσιο το 1927. Από το 1926 ως το 1930 σπούδασε μαθηματικά, φιλοσοφία και ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο Βιέννης, όπου οργανώθηκε ο Κύκλος της Βιέννης με μεγάλη επιρροή το 1929, με τους Moritz Schlick, Rudolf Carnap, Otto Neurath και Friedrich Waismann. Κι άλλοι λογικοί θετικιστές, έκαναν εκστρατεία εναντίον των ως τότε συγγραφικών στόχων. Η μεταφυσική ως ξεπερασμένος πρόδρομος της επιστήμης. Προσπάθησαν να προσθέσουνε τον τεχνικό εξοπλισμό κι τη λογική αυστηρότητα της σύγχρονης μαθηματικής λογικής στην εμπειρική παράδοση των Hume, Comte και Mach. «Τα μαθηματικά είναι είδος τελευταίας απελπισμένης στάσης που κάνει το ανθρώπινο πνεύμα» λέει ένας των χαρακτήρων του στο Die unbekannte Grösse (1933, Η Άγνωστη Ποσότητα). «Από μόνο του δεν είναι πραγματικά απαραίτητο, αλλά είναι ένα είδος νησιού ευπρέπειας και γι’ αυτό μου αρέσει». Ο ίδιος ο Broch είπε αυτό: “Το μοναδικό καθήκον της λογοτεχνίας ήταν ν’ ασχολείται με προβλήματα, που οι λύσεις ξεφεύγουν από τις «σκληρές» επιστήμες“. Απογοητευμένος με τους καθηγητές του που δείχναν απροθυμία να εξετάσουνε μεταφυσικά ερωτήματα, εγκατέλειψε το δικό τους μελέτημα.

—–Στα 45 δημοσίευσε το 1ο του μυθιστόρημα, τη 3λογία Die Schlafwandler, μυθιστόρημα-δοκίμιο, που αντανακλούσε τη πεποίθηση του συγγραφέα, για τον Σπένγκλερ, πως η ιστορία εξελίσσεται σε κύκλους αποσύνθεσης κι επανένταξης σε συστήματα αξιών. «Όλες οι εποχές στις οποίες οι αξίες αποσυντίθενται είναι ιστορικά προσανατολισμένος», σημείωσε κάποτε ο Μπροχ. Διαδραματίζεται τη περίοδο μεταξύ 1880 και 1920, oι χαρακτήρες βιώνουνe κοινωνικά, πολιτικά κι οικονομικά προβλήματα όπως σε περιόδους προσωπικών δυσκολιών και μετάβασης. Ο Joachim von Paserow, Πρώσος αριστοκράτης και στρατιωτικός, έρχεται σε ρήξη με τη καταπιεστική Ρουζένα της Βοημίας, αλλά καταλήγει σε άχαρο γάμο με την Ελισάβετ, γειτόνισσά του και κοινωνικά ίση. Ο Αύγουστος Ες, ορμητικός λογιστής κι οραματιστής, είναι μεταβατική φιγούρα, που ο κόσμος καταρρέει όταν απολύεται από τη δουλειά του. Στο τέλος περιόδου της περιπλάνησης, παντρεύεται την ιδιοκτήτρια ενός εστιατορίου. Ο Wilhelm Huguenau είναι το «χωρίς αξία» άτομο, που εξαπατά και δολοφονεί για να φτάσει στη κοινωνική κι οικονομική επιτυχία. Αποτελεί την επιτομή ενός κοινωνικού συστήματος που στερείται παραδοσιακών αξιών. Ο Huguenau εγκαταλείπει το στρατό, σκοτώνει τον Esch, βιάζει τη Frau Esch και γίνεται αξιοσέβαστος επιχειρηματίας. Η δομή του μυθιστορήματος είναι χαλαρή, αποσπάσματα φιλοσοφικών δοκιμίων, δημοσιογραφικά άρθρα, τμήματα διαλόγων και φαντασιώσεις διαδέχονται η μία την άλλη. Η αποσύνθεση των πολιτιστικών αξίων στη Γερμανία εξετάζεται στο 3ο μέρος του δοκιμίου, γραμμένο από έναν από τους χαρακτήρες, τον Bertand Müller. Είναι ίσως το ίδιο πρόσωπο με τον Eduard von Bertrand απ’ το 1ο και 2ο μέρος.

—–Η εξάπλωση του φασισμού τον έκανε να παρατήσει τα λογοτεχνικά του έργα. Το 1937-38 εργάστηκε για το Völkerbund-Resolution (Ψήφισμα για τη Κοινωνία των Εθνών), προτείνοντας ότι η οι διεθνείς αναγνωρίσεις κι η επιβολή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ενδέχεται να ‘ναι η παλίρροια του φασισμού. Το ενδιαφέρον του για συλλογική ψυχολογία, από τις κύριες πηγές του ναζισμού, εκφράστηκε πολύ αργότερα στο Massenpsychologie (1951), που γράφηκε με τη βοήθεια πολλών αμερικανικών ιδρυμάτων στη διάρκεια και μετά τον Β’ Παγκ. Πόλ. Το Die Verzauberung (1976) ήτανε μυθιστόρημα για τη μαζική ψυχολογία. Η ιστορία διαδραματίστηκε σε μικρό ορεινό χωριό του Τιρόλου, που οι αγρότες πέφτουνε στις υποσχέσεις ενός φονταμενταλιστή και μάλιστα να συμμετάσχουνε στη τελετουργική δολοφονία νεαρού κοριτσιού. Ο Broch εργάστηκε στο βιβλίο περιοδικά απ’ τη 10αετία του 1930, αλλά έμεινε ημιτελές. Την ώρα του θανάτου του, περνούσε τη 3η εκδοχή του κειμένου. Στο Die Schuldlosen (1950), ο Broch εντόπισε την άνοδο του ναζισμού στη πολιτική απάθεια, «άγρυπνη υπνηλία» και ψυχολογικός αποπροσανατολισμός των Ευρωπαίων. Οι χαρακτήρες του, έχουν χάσει τις αξίες τους, είναι αουτσάιντερ στη δική τους ζωή.

—–Ο Μπροχ συνελήφθη από τους Ναζί τη μέρα της γερμανικής προσάρτησης της Αυστρίας και κρατήθηκε για λίγο το 1938. Εμπνευσμένο από τα οράματα του επικείμενου θανάτου στη φυλακή του Altaussee, έγραψε μερικές ελεγείες, που έγινε ο πυρήνας του Der Tod des Vergil. Με τη βοήθεια του Τζέιμς Τζόις κι άλλων συγγραφέων, του επετράπη να μεταναστεύσει από τη ναζιστική Αυστρία. Πρώτα στο Λονδίνο, μετά στη Σκωτία και τέλος στις ΗΠΑ, όπου εγκαταστάθηκε πρώτα στο Πρίνστον του Νιου Τζέρσεϊ. Η Ea von Allesch πήρε τη φροντίδα της μητέρας του Broch, αλλά δεν μπόρεσε να τη σώσει από τους Ναζί και κατέληξε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η Έα πέθανε το 1953 στη Βιέννη.

—–Επειδή ο Broch δεν είχε ακαδημαϊκά πτυχία, δεν μπόρεσε να λάβει τακτικό διορισμό καθηγητή στο Πρίνστον ή στο Γέιλ. Έλαβε σειρά υποτροφιών από διάφορες που υπήρχαν όπως π.χ. του Guggenheim, Rockefeller, Bollingen, Oberlander κι της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών & Επιστημών. Από το 1940 ασχολήθηκε με το έργο των προσφύγων και μεγάλο μέρος του των κερδών του τα ‘δινε σ’ άλλους Ευρωπαίους πρόσφυγες του πολέμου. Στο Πρίνστον ζούσε στο One Evelyn Place. Είχε διαμέρισμα-στούντιο στο ρετιρέ και στο σπίτι του Erich και της Lili Kahler και παρακολουθούσε τακτικά την ομάδα συζήτησης του Έριχ. Δεν ήταν το πόσο καλά καταλάβαινε τις φιλοσοφικές ιδέες σε ξένη γλώσσα, που μετρούσε τη κατανόησή του, ήτανε το χέρι κάποιου με χιούμορ. Το New Yorker ήτανε το βδομαδιαίο τεστ που έκανε στον εαυτό του.

—–Ο Θάνατος του Βιργίλιου, από τα μεγάλα μνημεία της λογοτεχνίας της εξορίας, ολοκληρώθηκε στις ΗΠΑ -άρχισε να το γράφει όταν βρισκότανε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Τα 4 μέρη του βιβλίου διέπονται απ’ τα 4 στοιχεία- νερό, φωτιά, γη, κι αέρα. Η 1η ενότητα μιλά για την επιστροφή του ποιητή στην Ιταλία μέσα από βρώμικους και θορυβώδεις δρόμους του λιμανιού -μεταφέρεται απ’ τη βάρκα του στο παλάτι στο Brundisium. Ο Βιργίλιος προσκολλάται στη συνείδησή του, προσκολλήθηκε σ’ αυτό με τη δύναμη ενός ανθρώπου που νιώθει το πιο σημαντικό πράγμα της ζωής του να πλησιάζει κι είναι γεμάτος αγωνία μήπως το χάσει κι η συνείδηση κρατήθηκε ξύπνια από τους αφυπνισμένους, φόβος υπακοής στη θέλησή του: τίποτα δεν διέφυγε από τη παρατήρησή του. Η 2η είναι κυρίως πυρετώδες όνειρο στο παλάτι του αυτοκράτορα Αυγούστου. Η 3η αφορά στην απόφαση του Βιργίλιου ότι η Αινειάδα πρέπει να καταστράφηκε, γιατί η κοινωνία είναι καταδικασμένη κι η ποίηση άχρηστη κι η αμάχη με τον αυτοκράτορα που θέλει να διατηρηθεί το έργο. Στη τελευταία ο Βιργίλιος τελικά αποδέχεται τον θάνατο.

—–Σε πλαίσιο 18 ωρών, ο ετοιμοθάνατος ποιητής ασχολείται με πολύωρες φιλοσοφικές συζητήσεις με το γιατρό του, με τον αυτοκράτορα, και με τους φίλους του. Οι συνομιλίες με τον Καίσαρα ασχολούνται εν μέρει με τη φύση του ολοκληρωτισμού και τη σχέση θρησκείας και κράτους. Σ’ αυτό το έργο ο Broch προσπάθησε ν’ αναπαραστήσει τη μετάβαση απ’ τη ζωή στο θάνατο μέσα από μουσική και ποιητική τεχνική. Μακροσκελές, σχεδόν αδόμητες προτάσεις μεταδίδουνε τη πολυπλοκότητα και τη συναισθηματική αξία και το αισθητικό περιεχόμενο μεμονωμένης σκέψης, που προστέθηκε με αναδρομική γλώσσα -το μυθιστόρημα διαβάζεται δύσκολα. Χάνα Άρεντ κι Άλντους Χάξλεϋ σε μεγάλο βαθμό θαυμάζανε την αντιμετώπιση της ιδέας της τέχνης από τον Broch ως σχέση με ανθρώπινη απλότητα, που ήταν ο στόχος της πραγματικής τέχνης στη φιλοδοξία της προς την ανθρωπότητα. Από την άλλη πλευρά, ο Χάξλεϋ ήτo μπερδεμένος με πολλά από τα οιονεί ποιητικά τμήματα του μυθιστορήματος.

—–Ο Μπροχ ήταν μεταξύ κείνων των διανοουμένων, που ήτανε πεπεισμένοι για τη παρακμή της Δύσης, αλλά όπως ο ιστορικός του πολιτισμού Egon Friedell, ο συγγραφέας της Πολιτιστικής Ιστορίας της Σύγχρονης Εποχής (1927-31), ήλπιζε αναγέννηση του δυτικού πολιτισμού. Πίστευε ότι στο Μεσαίωνα υπήρχε πραγματική ολότητα. Ο 19ος αι., ήτανε γι’ αυτόν από τις πιο άθλιες περιόδους στη παγκόσμια ιστορία. Ο Βάγκνερ ήταν μη μουσική ιδιοφυΐα στη μουσική και μη ποιητική ιδιοφυΐα στη ποίηση κι ο Μπωντλαίρ άνοιξε το δρόμο για τη πιο σκοτεινή αναρχία του 20ού αι. Ωστόσο, στον Οδυσσέα του Τζόις και Τα μυθιστορήματα του Ιωσήφ του Μαν είδε σημάδια αναγέννησης του μύθου στη παρούσα εποχή. Όπως πολλοί απ’ τους σύγχρονούς του διανοούμενους, ανησυχούσε για τη σχέση μεταξύ ορθολογικών και παράλογων δυνάμεων στη σύγχρονη μαζική κουλτούρα. Ουσιαστικά φιλόσοφος του ατομικισμού, σκέφτηκε ότι οι μάζες είναι, από τη φύση τους, επιρρεπείς στο να ‘ναι παράλογες. Ο Broch χρησιμοποίησε τον όρο κατάσταση λυκόφωτος, που ‘ναι κατάλοιπο της ζωικής μας προέλευσης, εν μέρει συνάρτηση του υποσυνείδητου και λειτουργία της ανθρώπινης λογικής ικανότητας και τους συγκεκριμένους περιορισμούς.

—–Η ολότητα ήταν ένας κεντρικός όρος στη λογοτεχνική κριτική. Σύμφωνα με τον Broch, «η τέχνη που δεν είναι ικανή να αναπαράγει tο σύνολο του κόσμου δεν είναι τέχνη». Καταδίκασε την αναζήτηση στην ομορφιά -μπορεί να οδηγήσει μόνο σε κιτς. Ο όρος στα γραπτά του αναφέρεται στην επανάληψη. Τεχνικά το κιτς αντιγράφει πάντα τον άμεσο προκάτοχό του. «Το Κιτς είναι σίγουρα όχι κακή τέχνη», είπε κάποτε ο Μπροχ, «σχηματίζει το δικό του κλειστό σύστημα, που εντάσσεται σα ξένο σώμα στο συνολικό σύστημα της τέχνη, που, αν προτιμάτε, εμφανίζεται πλάι της». Ο Μπροχ πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του σε στενή επαφή με το Γέιλ, New Haven, Κονέκτικατ. Το 1949 έγινε υπότροφος στο Κολλέγιο Saybrook. Τη παραμονή προγραμματισμένης επιστροφής στην Ευρώπη, πέθανε από καρδιακή προσβολή στις 30 Μάη 1951. Αν κι είχε ασπαστεί τον Καθολικισμό ως νεαρός, τη στιγμή του θανάτου του σχεδίαζε επιστροφή στον Ιουδαϊσμό της παιδικής του ηλικίας.

—–Μετά τη προσάρτηση της Αυστρίας από τους Ναζί στις 12 Μάρτη 1938, ο Broch συνελήφθη στη πόλη Bad Aussee των Άλπεων για κατοχή σοσιαλιστικού περιοδικού και κρατήθηκε στη περιφερειακή φυλακή απ’ τις 13 ως τις 31 Μάρτη. Λίγο μετά, κίνημα που οργανώθηκε από φίλους -συμπεριλαμβανομένων των James Joyce, Thornton Wilder και των μεταφραστών του Edwin και Willa Muir– κατάφερε να τονε βοηθήσει να μεταναστεύσει, πρώτα στη Βρεττανία και μετά στις ΗΠΑ, όπου δημοσίευσε το μυθιστόρημά του Ο θάνατος του Βιργίλιου και τη συλλογή διηγημάτων Οι αθώοι. Ενώ βρισκότανε στην εξορία, συνέχισε επίσης να γράφει για τη πολιτική και να εργάζεται για τη μαζική ψυχολογία, παρόμοια με τον Elias Canetti και τη Hannah Arendt. Το δοκίμιό του για τη μαζική συμπεριφορά παρέμεινε ημιτελές. Το έργο του για τη μαζική ψυχολογία προοριζόταν να ‘ναι μέρος πιο φιλόδοξου σχεδίου για την υπεράσπιση της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ως μη αναγώγιμων ηθικών απόλυτων σε μεταθρησκευτική εποχή.
—–Από τις 15 Αυγούστου ως τις 15 Σεπτέμβρη 1939, ο Μπροχ έζησε στο σπίτι του Άλμπερτ Αϊνστάιν στην οδό Μέρσερ 112 στο Πρίνστον του Νιου Τζέρσεϊ όταν οι Αϊνστάιν ήταν σε διακοπές. Από το 1942 ως το 1948 έζησε σε διαμέρισμα στη σοφίτα στο σπίτι του Eric και της Lili Kahler στο One Evelyn Place στο Πρίνστον του Νιου Τζέρσεϊ. Ο Μπροχ πέθανε το 1951 στο Νιου Χέιβεν του Κονέκτικατ. Είναι θαμμένος στο Killingworth του Κονέκτικατ, στο νεκροταφείο στο Roast Meat Hill Road. Ήταν υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1950.

—–Το 1ο σημαντικό λογοτεχνικό έργο του ήταν η 3λογία Οι υπνοβάτες (Die Schlafwandler), που δημοσιεύτηκε σε 3 τόμους από το 1930 ως το 1932. Ο Broch επικεντρώνει το δοκίμιο Zerfall der Werte (Η αποσύνθεση των αξιών) στο τελευταίο μυθιστόρημα, παρέχοντας γενική θεωρία της μορφής και της προσέγγισης της 3λογίας στη σύγχρονη κουλτούρα. Η 3λογία έχει παινεθεί από τον Μίλαν Κούντερα, που η γραφή του έχει επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από τον Μπροχ. Επίσης από τα σημαντικότερα έργα του, Ο θάνατος του Βιργίλιου (Der Tod des Vergil) εκδόθηκε 1η φορά τον Ιούνιο του 1945 στην αγγλική του μετάφραση και στο πρωτότυπο στα γερμανικά. Έχοντας ξεκινήσει το κείμενο ως σύντομη ραδιοφωνική διάλεξη το 1937, ο Μπροχ επέκτεινε κι ανέπτυξε εκ νέου το κείμενο τα επόμενα 8 χρόνια της ζωής του, που έγιναν μάρτυρες σύντομης φυλάκισης σε αυστριακή φυλακή μετά το αυστριακό Anschluss, τη φυγή του στη Σκωτία μέσω Αγγλίας και τη τελική εξορία του στις ΗΠΑ. Αυτό το εκτενές, δύσκολο μυθιστόρημα συνυφαίνει τη πραγματικότητα, τη παραίσθηση, τη ποίηση και τη πεζογραφία κι αναπαριστά τις τελευταίες 18 ώρες της ζωής του Ρωμαίου ποιητή Βιργίλιου στο λιμάνι του Βρινδησίου (Μπρίντιζι). Εδώ, σοκαρισμένος από την ολέθρια (Unheil) της κοινωνίας που δοξάζει την Αινειάδα του, ο πυρέσσων Βιργίλιος αποφασίζει να κάψει το έπος του, αλλά εμποδίζεται απ’ τον στενό του φίλο κι αυτοκράτορα Αύγουστο πριν υποκύψει στη θανατηφόρα ασθένειά του. Το τελευταίο κεφάλαιο παρουσιάζει τις τελευταίες παραισθήσεις του ποιητή, όπου ταξιδεύει σε μακρινή χώρα και γίνεται μάρτυρας περίπου της βιβλικής ιστορίας της δημιουργίας αντίστροφα.

—–Το τελευταίο έργο του Μπροχ που δημοσιεύτηκε πριν από το θάνατό του ήταν το The Guiltless (Die Schuldlosen, 1950), συλλογή ιστοριών. Ημιτελές μυθιστόρημα εκδόθηκε μετά θάνατον στα γερμανικά ως: Der Versucher το 1953, Demeter το 1967, Bergroman το 1969 και Die Verzauberung το 1976. Το 1ο χειρόγραφο μεταφράστηκε στα αγγλικά ως The Spell από τον γιο του, H.F. Broch de Rothermann και δημοσιεύτηκε το 1987. Ο Broch επιδεικνύει μαεστρία σ’ ευρύ φάσμα στυλ, από την απαλή παρωδία του Theodor Fontane στον 1ο τόμο των Υπνοβατών μέχρι τα δοκιμιακά τμήματα του 3ου μέχρι τη φαντασμαγορία σε μορφή στίχων του Θανάτου του Βιργίλιου.
—–Το βιβλίο του με χαρακτηριστικό τίτλο Ο θάνατος του Βιργιλίου συνοψίζεται στα εξής: ο μεγάλος Λατίνος ποιητής έχει επιστρέψει στο λιμάνι του Βρενδήσιου από την Αθήνα, συνοδεύοντας τον Kαίσαρα Οκταβιανό Αύγουστο, που πρόκειται να γιορτάσει τα γενέθλιά του στη Ρώμη. Μαζί του, ο Βιργίλιος μεταφέρει το ανολοκλήρωτο χειρόγραφο της Αινειάδας του. Ο ποιητής, δε θα καταφέρει να φτάσει ποτέ στην Αιώνια Πόλη. Θα συναντήσει τον θάνατο στο Βρενδήσιο, εν μέσω αγαπημένων φίλων και του Καίσαρα, που θα του παραδώσει το έπος, που αρχικά σκεφτόταν να καταστρέψει ως ανολοκλήρωτο κι ανάξιο προσφοράς στους ανθρώπους. Οι τελευταίες σελίδες περιγράφουνε το θάνατο του ποιητή.

“Ο ποιητής είναι ανίσχυρος, ακούγεται μόνον όταν επαινεί τον κόσμο, ποτέ όταν τον απεικονίζει όπως είναι“.
—–Ο θάνατος του Βιργιλίου είναι αισθητικό επίτευγμα, υπόδειγμα μοντερνιστικής γραφής, λυρικό έπος που αναγιγνώσκεται μεγαλόφωνα (σύμφωνα με τους Στάινερ και Μπλουμ, έτσι οφείλουμε να διαβάζουμε τη μεγάλη ποίηση), αφού όσα περιέχονται σ’ αυτό κινούνται στο μεταίχμιο της άμεσης κατανόησης, συχνά διαφεύγοντας της πρόσληψης του αναγνώστη που πασχίζει για νόημα. Δεν πρόκειται όμως γι’ α-νόητο έργο, αφού ο συγγραφέας με την αλαζονεία της μεγαλοφυίας του τοποθετεί στο στόμα του Βιργίλιου τις προσωπικές του ανησυχίες κι απόψεις, καθιστώντας τον δοχείο του πνεύματός του. Η αναζήτηση του Όλου, της ενότητας, της ιερής πράξης που θα καταστήσει τον θάνατο ανεκτό, τον πόνο αποφευκταίο, την αλληλεγγύη πολύτιμη, τη γνώση αρωγό και την ενοποιό Ιδέα κεντρική κι απαρέγκλιτη σταθερά της ανθρώπινης ύπαρξης, είναι όλα παρόντα, ταυτόχρονα με τη ματαιότητα του καλλιτεχνικού έργου που παραμένει εσαεί ατελές, όπως εξάλλου κι ο δημιουργός του. Ο Βιργίλιος επιθυμεί ως το τέλος να ρίξει στη φωτιά το magnum opus του, αλαζόνας και ταυτόχρονα ευάλωτος, κράμα θείου κι ανθρώπινου. Είναι η οργισμένη παρέμβαση του Οκταβιανού που θα το διασώσει, μόνον όμως όταν ο τελευταίος επικαλεστεί τη προσωπική σχέση, τη φιλία του με τον ποιητή. Δεν είναι η σύγκρουση των ιδεών που θα πείσει κείνους που στέκουνε πανίσχυροι πίσω απ’ το οχυρό των θέσεών τους, είναι ο σεβασμός κι η αγάπη των προσώπων -όχι οι προσωπικές αρχές που χωρίζουν, αλλά τα αισθήματα που ενώνουν.

—–Ο αναγνώστης είναι αυτό που διαβάζει κι όλα όσα κείνται ανάμεσα. Άρα οφείλει να επιστρατεύσει όλες του τις αισθήσεις, αποδιώχνοντας εξαρχής την ανάγκη κατανόησης. Δηλαδή ότι η κατανόηση είναι δυνατή μόνον εφόσον έχει προσέλθει στο βιβλίο αυτό μέσω των προηγούμενων έργων του συγγραφέα ή μέσω κειμένων όπως της Άρεντ, που επεξηγεί τη κοσμοθεωρία του συγγραφέα. Ο θάνατος του Βιργιλίου παραμένει, το όχημα του συγγραφέα να μιλήσει για όλα κείνα που απασχολούνε τον ίδιο σε χρόνους ζοφερούς κι όχι βέβαια του ποιητή της Αρχαιότητας που είναι το δοχείο υποδοχής του. Ο ενημερωμένος θα εντοπίσει στο κείμενο τα μοτίβα και τις εμμονές του Μπροχ, δια στόματος Βιργιλίου, την αγωνία και τις ελπίδες του. Εν τούτοις το βιβλίο δεν είναι μόνον αυτό, αφού ακόμα κι οι ιδέες, οι απόψεις της ιδιοφυΐας όπως ο Μπροχ αφ’ ενός δεν είναι απαραιτήτως ορθές, καθώς υπάγονται στην εποχή τους και στους περιορισμούς της διάνοιάς του, αφ’ ετέρου πιθανό να μην έχουν ενδιαφέρον για κάποιους (ο πλατωνικός του ιδεαλισμός κι η συνεπακόλουθη μεταφυσική προέκταση, όπως αποδίδεται στη σύγκρουση του ποιητή με τον Εγελιανό Καίσαρα στο 3ο κεφάλαιο δεν φαίνεται ιδιαίτερα πειστικός).

—–Ο ποιητής (ο συγγραφέας) που πεθαίνει με διπλό θάνατο: αφ’ ενός το δικό του, αλλά και τον άλλο, τον ευρύτερο, που περιλαμβάνει την ανθρωπότητα. Το αμάρτημά του, η αλαζονεία του, είναι πως το γνωρίζει αυτό, αλλά την ίδια στιγμή η εγωιστική του πράξη καθαίρεται αφού ενδύεται τη καλλιτεχνική της φορεσιά. Ως αποτέλεσμα, το αναπόφευκτο καθίσταται, μέσω της ανοικείωσης, ποιητική πράξη, δοξαστική του πεπερασμένου, ένα «Χαίρε!» που απευθύνεται στο Πουθενά. Εκεί εδράζεται η αξία της τέχνης, του μοναδικού φαρμάκου απέναντι στη θνητότητα που καταστρέφει τον άνθρωπο και τα έργα του. Έργο θνητών κι η τέχνη, θα αντιτείνει εριστικά ο καχύποπτος κι αυτή καταστρέφεται, λησμονείται όπως όλα τα ανθρώπινα. Κι όμως, η παρηγορητική της διάσταση έχει τη δύναμη να καταστήσει το προηγηθέν λογικό επιχείρημα ανενεργό, αφού κείται εκτός του καθημερινού ορίζοντα συμβάντων, επικαλούμενη το μεταφυσικό ή το άρρητο που δεν επιδέχονται κατηγοριοποίησης.

—–Ένα λογοτέχνημα κι η άρνησή του, ο θάνατος κι η άρνησή του. Ξέρουμε ότι ουδείς πεθαίνει με τον τρόπο που περιγράφει ο Μπροχ κι αυτή είναι η σύμβαση που ο αναγνώστης έχει αποδεχτεί εξαρχής. Κανενός το επιθανάτιο παραλήρημα δεν διαθέτει τη διαύγεια, το διανοητικό εκπέτασμα, τη πληρότητα και την οξύνοια που διαπερνά κάθετα κι οριζόντια τις σελίδες αυτές. Ο Μπροχ δοξάζει τη ζωή και τη τέχνη βάζοντας τον ήρωά του να πεθαίνει, κάνοντάς μας κοινωνούς της αγωνίας του. Ως προς αυτό απέχουμε πολύ από τους παραληρηματικούς μονολόγους τύπου Μπέκετ, όπου υμνείται το τέλος και το ατελέσφορο της ύπαρξης. Ο Μπροχ δεν υπήρξε τέτοιος συγγραφέας κι άνθρωπος. Γνωρίζουμε από την αγαπημένη του φίλη του Άρεντ πως η τέχνη, η λογοτεχνία ήτανε για κείνον μέσο για συγκεκριμένο σκοπό κι όχι απλώς άσκηση καθ’ αυτή. Γράφει η Άρεντ, ενδεικτικά, για το φίλο της ότι απαιτούσε από τη λογοτεχνία να διαθέτει την εγκυρότητα της επιστήμης σε καθαγιασμένη ολότητα του κόσμου, οπότε τέχνη και γνώση να περικλείουνε και να εμπεριέχουνε τη καθημερινή δραστηριότητα του ανθρώπου.

—–Ξαναβρίσκουμε μπρος μας τη θεμελιώδη αντίφαση των πνευματικών ανθρώπων: ιδέες έναντι τέχνης. Ακόμα κι αν ο ίδιος ο Μπροχ αρνείτο μετά βδελυγμίας τον διαχωρισμό αυτό, προκρίνοντας το έργο του σε φορέα ιδεών και συνεπακόλουθα, πράξης, αυτό δεν συνεπάγεται ότι ο αναγνώστης άλλης εποχής χρειάζεται να υπακούσει στα κελεύσματά του ή να σπεύσει να πραγματώσει τη βούληση του συγγραφέα. Η ζωή, ο χρόνος, έχει στερήσει τη διάσταση αυτή από το έργο του, εξαλείφοντας την αντίφαση, χωρίς όμως να καταστήσει ανενεργό το βιβλίο, ως ακόμη μουσειακό κειμήλιο παρελθούσης εποχής. Ο λόγος βεβαίως είναι η τέχνη, όχι απαραίτητα όσα εκφέρονται αλλά το πώς εκφέρονται, είναι η ποίηση, ο λυρισμός, το κείμενο κι όσα περιέχονται εντός. Μπορεί οι λέξεις για τον συγγραφέα να ήταν το εργαλείο προς τον σκοπό του, αλλά για τον αναγνώστη η κίνηση γίνεται αντίστροφα: ο σκοπός είναι οι λέξεις κι ως προς αυτό, η αποτυχία του συγγραφέα είναι εν τέλει η επιτυχία του. Το «ποιητής χωρίς τη θέλησή του», που τονε χαρακτηρίζει η Άρεντ, είναι η ουσία κι ο κύριος λόγος που το βιβλίο του Μπροχ συνεχίζει να διαβάζεται από το σύγχρονο κοινό.

ΡΗΤΑ:
Εκείνοι που ζούνε κοντά στη θάλασσα δύσκολα μπορούν να σχηματίσουνε σκέψη που να μην έχει θέση η θάλασσα.
Όταν η λογική υποχωρεί, ο μύθος γίνεται το καταφύγιο.
Η τέχνη είναι προσπάθεια ν’ αντιμετωπιστεί το άγνωστο και να γίνει προσιτό.
Το ηθικό κενό είναι η πιο βαθειά άβυσσος ενός πολιτισμού.
Ο θάνατος δεν είναι το τέλος, αλλά η τελική γνώση.
Ο ποιητής είναι ανίσχυρος, ακούγεται μόνον όταν επαινεί τον κόσμο, ποτέ όταν τον απεικονίζει όπως είναι.

ΕΡΓΑ:
πεζά
Οι Υπνοβάτες (Die Schlafwandler): 3λογία από τα μέρη:
1888: Πάσενοβ ή ο Ρομαντισμός
1903: Ες ή η Αναρχία
1918: Χούγκενχαου ή ο Ρεαλισμός
Ο Θάνατος του Βιργιλίου (Der Tod des Vergil)
Τα Μάγια (Die Verzauberung)
Τσερλίνε (Zerline – απόσπ. απ’ το έργο Die Schuldlosen)
Ο Χόφμανσταλ κι η εποχή του (Hofmannsthal und seine Zeit)
Η Άγνωστη Ποσότητα (Die unbekannte Größe)
Die Schuldlosen (Οι Αθώοι / The Guiltless): Μυθιστόρημα σε 11 ιστορίες που εξετάζει την ηθική παθητικότητα της γερμανικής κοινωνίας πριν τον ναζισμό.
(μέχρι εδώ και στα ελληνικά)
Bergroman (Ορεινό Μυθιστόρημα / The Spell): Ημιτελές έργο που εκδόθηκε μεταθανάτια. (Έχει κυκλοφορήσει και με τους τίτλους Der Versucher (Ο Πειρασμός) και Demeter.)
Novellen / Prosa / Fragmente: Συλλογές διηγήματων κι αποσπάσματα, σαν το Verlorener Sohn (Ο Άσωτος Υιός) και το Der Meeresspiegel (Η Στάθμη της Θάλασσας).

δοκίμια
Massenpsychologie (Ψυχολογία των Μαζών / Theory of Mass Delusion): Το εκτενές θεωρητικό του έργο για την πολιτική ψυχολογία και τον ολοκληρωτισμό.
Geist und Zeitgeist (Πνεύμα και Πνεύμα των Καιρών): Συλλογή δοκιμίων για την κρίση του ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Das Böse im Wertsystem der Kunst (Το Κακό στο Σύστημα Αξιών της Τέχνης): Σημαντικό δοκίμιο για το “κιτς” και την ηθική στην τέχνη.
Völkerbund-Resolution: Πολιτικό κείμενο του 1937 για την Κοινωνία των Εθνών και την αντιμετώπιση του φασισμού.
άλλα διάφορα
Gedichte: Ποιητικές συλλογές που παραμένουν σε μεγάλο βαθμό άγνωστες στο ελληνικό κοινό.
Dramen: Θεατρικά έργα, συμπεριλαμβανομένου του Die Entsühnung (Η Εξιλέωση).
Briefe: Η τεράστια αλληλογραφία (3 τόμοι πλήρης γερμανική έκδοση) με προσωπικότητες (Χάνα Άρεντ και Τζέιμς Τζόις).
==================================================================
————————————————–Οι Αθώοι
(αποσπ.)
- η παραβολή της φωνής
—–Μια μέρα ήρθαν οι μαθητές και ρώτησαν τον Δάσκαλο Λεβί μπαρ Σέμγιο που ζούσε δοξασμένος στην Ανατολή πριν πάνω από διακόσια χρόνια:
“Γιατί, Δάσκαλε, σαν άρχισε ο Κύριος, που άγιο είν’ τ’ όνομά Του, τη δημιουργία ύψωσε τη φωνή Του; Αν ήθελε να μιλήσει και να καλέσει με τη φωνή Του τη ζωή, το φως, τα ύδατα, τ’ άστρα και τη γη’ καθώς και τα όντα που ζούνε πάνω της, με τρόπο που όλα τούτα να Τον ακούσουν και ν’ ακολουθήσουνε την εντολή Του, τότε θα ‘πρεπε για τον σκοπό αυτό να είναι κιόλας υπαρκτά. Ωστόσο τίποτα απ’ όλα τούτα δεν υπήρχε, τίποτα δεν μπορούσε να τον ακούσει, εφόσον Εκείνος τα έφτιαξε αφού προηγουμένως είχε υψώσει τη φωνή Του. Κι αυτό είν’ το ερώτημά μας”.
—–Τότε ο Δάσκαλος Λεβί μπαρ Σέμγιο σήκωσε τα φρύδια κι απάντησε τελείως απρόθυμα:
“Γλώσσα του Κυρίου -άγια κατά τ’ όνομά Του- είναι η σιωπή Του κα η σιωπή Του είναι η γλώσσα Του. Η όρασή Του είνaι τύφλωση κι η τύφλωσή Του είναι όραση. Η πράξη Του είναι απραξία κι η απραξία Του είναι πράξη. Πορεύεσθε στο σπίτι σας και σκεφτεί τε πάνω σ’ αυτό”.
—–Θλιμμένοι γιατί τον είχανε προφανώς εξοργίσει, φύγανε κείνοι κι επέστρεψαν την άλλη μέρα δειλά και φοβισμένα:
“Συγχώρεσέ μας, Δάσκαλε”, άρχισε εκείνος που είχαν επιλέξει για να μιλήσει, “μας είπες χθες πως για τον Κύριο, που ‘ναι άγιο τ’ όνομά Του, η πράξη κι η απραξία είναι ένα και το αυτό. Πώς συμβαίνει όμως, Αυτός ο ίδιος να χώρισε την Πράξη από την Απραξία Του, αφού την έβδομη μέρα αναπαύθηκε; Και πώς μπορεί Αυτός, που είναι σε θέση να εκτελέσει τα πάντα με μια και μοναδική πνοή, να κουράζεται και να χρειάζεται ανάπαυση; Του ήταν άραγε η δουλειά τής δημιουργίας τόσο κοπιαστική ώστε να θέλει ο ίδιος να παροτρύνει τον εαυτό Του με τη φωνή Του”;
—–Οι άλλοι έγνεψαν στα λόγια αυτά. Κι επειδή ο Δάσκαλος πρόσεξε πως τον παρατηρούσαν γεμάτοι φόβο μήπως δυσανασχετήσει πάλι, έθεσε το χέρι του μπροστά απ’ το στόμα του, ώστε να μη μπορούν να δούνε το χαμόγελό του και είπε:
“Άστε με να σας απαντήσω με μιαν αντερώτηση. Γιατί Αυτός, που μίλησε με τ’ άγιο Του όνομα για τον εαυτό Του, ευδόκησε να Τον περιστοιχίζουν οι άγγελοι; Μήπως προς υποστήριξή Του, αφού δεν έχει ανάγκη καμμιάν υποστήριξη; Γιατί να περιβάλλεται μ’ αυτούς, αφού ο ίδιος είναι αυτάρκης; Πορεύεσθε λοιπόν στο σπίτι σας και σκεφτείτε πάνω σ’ όλα αυτά”.
—–Πήγανε στο σπίτι τους ξαφνιασμένοι με την αντερώτηση που τους είχε κάμει κι αφού μισή νύχτα στάθμιζαν τα υπέρ και τα κατά, επέστρεψαν το πρωί στο Δάσκαλο και του ανήγγειλαν χαρούμενοι:
“Πιστεύουμε πως εννοήσαμε την ερώτησή σου και μπορούμε να στην απαντήσουμε”.
“Ας την ακούσουμε”, είπε ο Δάσκαλος Λεβί μπαρ Σέμγιο.
—–Καθίσανε τότε μπροστά του κι ο εκπρόσωπός τους εξήγησε αυτό που είχανε κατά τη κρίση τους βρει:
“Επειδή, ω Δάσκαλε, κατά τη δική σου ερμηνεία για τον Κύριο, που άγιο τ’ όνομά Του, σιωπή και λόγος, όπως άλλωστε κι ο,τιδήποτε αντιφατικό, είναι πάντοτε ένα και το αυτό, ώστε σε κάθε δική Του σιωπή να εμπεριέχεται κι ο λόγος Του, που όμως αποφάσισε, πως ένας λόγος τον οποίο κανείς δεν θ’ άκουγε θα ήταν άσκοπος, όπως ακριβώς άσκοπη είναι μια πράξη που κινείται στο αδημιούργητο κενό, καταδέχτηκε, προκειμένου να πληρωθούν οι άγιες Του ιδιότητες, να Του είναι απαραίτητοι οι άγγελοι που θα Τονε περιστοιχίζουν ακούγοντάς Τον. Για τον λόγο αυτό απηύθυνε σ’ αυτούς τη φωνή Του όταν όρισε τη Δημιουργία κι αυτοί, ακολουθώντας το μέγα έργο, εξαντλήθηκαν τόσο πολύ, ώστε να έχουν ανάγκη αναπαύσεως και τότε Αυτός αναπαύθηκε την έβδομη ημέρα μαζί τους”.
—–Μεγάλος λοιπόν ήταν ο τρόμος τους, όταν εκείνη τη στιγμή ο Δάσκαλος μπαρ Σέμγιο ξέσπασε σε δυνατά γέλια κι από τα γέλια γίνηκαν μικρότερα τα μάτια του πάνω απ’ τη γενειάδα του:
“Ώστε έτσι λοιπόν, περνάτε τον Κύριο, που άγιο είναι το όνομά Του, για κάποιον γελωτοποιό μπρος στους αγγέλους Του; Για κάποιον πανηγυριώτικο μάγο που χτυπά με το ραβδάκι του κι αναγγέλλει τα κατορθώματά του; Κοντεύω να πιστέψω πως έφτιαξε μωρούς σαν κι εσάς, για να μπορεί μαζί τους να γελά, όπως τώρα δα κάνω κι εγώ, γιατί μα την αλήθεια. η σοβαρότητά Του είναι γέλιο και το γέλιο Του είναι η σοβαρότητά Του”.
—–Εκείνοι ντράπηκαν κι ωστόσο χαίρονταν που βλέπανε τον Δάσκαλο τόσο εύθυμο, γι’ αυτό και τον παρακάλεσαν:
“Βοήθησέ μας κομμάτι παραπέρα, Δάσκαλε”.
“Θα το κάνω”, απάντησε ο Δάσκαλος, “θα το κάνω και για τον σκοπό αυτό θα χρησιμοποιήσω και πάλι μιαν αντερώτηση. Γιατί χρειάστηκε ο Θεός, ο Πανάγιος, εφτά μέρες για τη Δημιουργία Του, ενώ θα μπορούσε να τη τελειώσει στο απειροελάχιστο μιας στιγμής”;
—–Αυτοί πήγαν στο σπίτι τους για να συσκεφθούν κι όταν την άλλη μέρα παρουσιάστηκαν μπρος στο Δάσκαλο ξέρανε πως είχανε σχεδόν βρει τη λύση, ωστόσο μίλησε ο εκπρόσωπός τους:
“Μας έδειξες το δρόμο, Δάσκαλε, επειδή αντιληφθήκαμε πως ο κόσμος που έφτιαξε ο Κύριος, αγιασμένο τ’ όνομά Του, υφίσταται εν χρόνω και πως επομένως κι η Δημιουργία, που ανήκε κιόλας σ’ ό,τι έφτιαξε, χρειαζόταν μιαν αρχή κι ένα τέλος. Για να υπάρξει αρχή ωστόσο, έπρεπε να υφίσταται πριν απ’ αυτήν κιόλας ο χρόνος και για κείνο το κομμάτι του χρόνου πριν από την αρχή της Δημιουργίας στάθηκαν χρήσιμοι οι άγγελοι που διασχίζουν το χρόνο με τις φτερούγες τους και τον φέρουνε πάνω σ’ αυτές. Χωρίς τους αγγέλους δεν θα μπορούσε να υπάρξει ούτε το άχρονο του θεού, μέσα στο οποίο, κατά την άγια Του κρίση, κολυμπά ο χρόνος”.
—–Ο Δάσκαλος Λεβί μπαρ Σέμγιο έδειξε ικανοποιημένος κι είπε:
“Τώρα είσαστε στο σωστό δρόμο: Εν τούτοις η πρώτη σας ερώτηση αφορούσε τη φωνή, την οποία ο Κύριος στην αγιότητά Του ύψωσε για τη δημιουργία, τί έχετε να πείτε και γι αυτήν;>>
—–Είπαν τότε οι μαθητές:
“Κοπιάσαμε πολύ ωσότου φθάσουμε στο σημείο, για το οποίο σου κάναμε λόγο προηγουμένως. Όμως δεν φθάσαμε μέχρι tη τελευταία σου ερώτηση που ήταν η δική μας πρώτη. Επειδή δείχνεις πάλι τώρα καλόγνωμος μαζί μας, ελπίζουμε πως θα μας δώσεις την απάντηση”.
“θα το κάνω”, είπε ο Δάσκαλος “και θα ·είμαι σύντομος”. Έτσι άρχισε να μιλά:
“Σε κάθε πράγμα που Εκείνος, τού οποίου το όνομα είναι άγιο, έφτιαξε ή πρόκειται να φτιάξει ενσωματώθηκε -και πώς να γινόταν αλλιώς- ένα κομμάτι από τις άγιες Του ιδιότητες. Ωστόσο τί είναι σιωπή και φωνή ταυτοχρόνως; Μα την αλήθεια, απ’ όλα τα πράγματα που γνωρίζω είναι ο χρόνος εκείνο, στο οποίο ταιριάζει μια τέτοια διπλή ιδιότητα. Ναι, ο χρόνος είναι και μολονότι μας εμπεριέχει και μας διαπερνά, παραμένει για μας άφωνος και σιωπηλός όταν όμως γεράσουμε και μάθουμε ν’ ακούμε προς αντίστροφη πορεία, τότε θ’ αντιληφθούμε έν ελαφρό μουρμούρισμα κι αυτό είναι ο χρόνος που έχουμε αφήσει. Κι όσο περισσότερο ακούμε προς την αντίστροφη φορά, τόσο γινόμαστε και πιο ικανοί στην ακοή, τόσο σαφέστερα αντιλαμβανόμαστε τη φωνή των χρόνων, τη σιωπή του χρόνου, τον οποίον Εκείνος έφτιαξε εν τη δόξη Του για τ’ όνομά Του και για δική σας χάρη, προκειμένου ο χρόνος να φέρει εις πέρας τη Δημιουργία μαζί μας. Κι όσο πιο πολύς χρόνος έχει διαρρεύσει, τόσο πιο ισχυρή γίνεται σε μας η φωνή των χρόνων, εμείς θα μεγαλώσουμε μαζί του κι όταν έρθει το τέλος του χρόνου, εμείς θα εννοήσουμε την αρχή του και θ’ ακούσουμε τη φωνή τής Δημιουργίας, αφού τότε θα συλλάβουμε τη σιωπή του Κυρίου καθώς θ’ αγιάζεται το όνομά Του”.
—–Οι μαθητές σιωπούσαν αποσβολωμένοι. Όταν όμως ο Δάσκαλος δεν πρόσθεσε πλέον τίnοτα άλλο, αλλά παρέμεινε σιωπηλός με κλειστά τα μάτια, αυτοί βγήκαν αθόρυβα έξω…
(τέλος αποσπ.)





