Corneille Pierre Κορυφαίος Παρεξηγημένος Τραγωδός

——————-Μαντέψτε αν μπορείτε, επιλέξτε αν τολμάτε.

———Αυτός που μπορεί να ζει στην ατιμία είναι ανάξιος της ζωής.

——Ο Πιέρ Κορνέιγ (Pierre Corneille) ήτανε Γάλλος τραγικός ποιητής, απ’ τους 3 μεγάλους (με τον Μολιέρο και τον Ρακίνα) Γάλλους δραματουργούς του 17ου αι. Ονομάστηκε «ιδρυτής της γαλλικής τραγωδίας» και παρήγε έργα για περίπου 40 χρόνια. Καταγόμενος από αστική οικογένεια δικαστών, σπούδασε νομικά κι έγινε δικηγόρος, ασχολήθηκε δε, όπως και πολλοί σύγχρονοι συνάδελφοί του, με τη λογοτεχνία. Έγραψε αρχικά κωμωδίες και κωμικοτραγωδίες (tragi-comédies), εκ των οποίων ο Eλ Σιντ, παρά τις εχθρικές κριτικές, υπήρξε θρίαμβος. Απόγειο του ταλέντου του θεωρούνται οι ιστορικές του τραγωδίες (Οράτιος, Κίννας, Πολύευκτος, Ροδογύνη, Ηράκλειος, Νικομήδης). Το 1647, εξελέγη μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Ως νεαρός, κέρδισε τη πολύτιμη προστασία του καρδινάλιου Ρισελιέ, που προσπαθούσε να προωθήσει τη κλασσική τραγωδία επίσημα, αλλά μετά διαφώνησε μαζί του, ειδικά για το πιο γνωστό έργο του, Le Cid, για τον μεσαιωνικό Ισπανό πολεμιστή, που καταγγέλθηκε από τη νεοσύστατη Académie française για παραβίαση των ενοτήτων. Το 1652, αποθαρρημένος από τις κριτικές ενός έργου του, αφοσιώθηκε στη μετάφραση της Μίμησης του Χριστού, έργου αποδιδόμενου στον Θωμά εκ Κέμπης. Επανήλθε στο θέατρο το 1659 κι έγραψε αρκετά έργα ακόμη. Το 1674 αποσύρθηκε οριστικά.

—–Γεννήθηκε 6 Ιουνίου 1606 στη Ρουέν, περιοχή της Νορμανδίας, από τη Marthe Le Pesant και τον Pierre Corneille, διακεκριμένο δικηγόρο. Ο μικρότερος αδελφός του, Thomas Corneille, έγινε επίσης γνωστός θεατρικός συγγραφέας. Του δόθηκε αυστηρή εκπαίδευση Ιησουιτών στο Collège de Bourbon (Lycée Pierre Corneille, από το 1873), όπου η υποκριτική στη σκηνή ήταν μέρος της εκπαίδευσης. Στα 18 του άρχισε να σπουδάζει νομικά, αλλά οι πρακτικές νομικές του προσπάθειες ήταν σε μεγάλο βαθμό ανεπιτυχείς. Ο πατέρας του εξασφάλισε 2 θέσεις δικαστών στο τμήμα Δασών και Ποταμών της Ρουέν. Στη διάρκεια της θητείας του στο τμήμα, έγραψε το 1ο του θεατρικό. Είναι άγνωστο πότε ακριβώς το έγραψε, αλλά το έργο, η κωμωδία Mélite, εμφανίστηκε όταν το ‘φερε σε ομάδα περιοδεύοντων ηθοποιών το 1629. Οι ηθοποιοί ενέκριναν το έργο και το έκαναν μέρος του ρεπερτορίου τους. Το έργο γνώρισε επιτυχία στο Παρίσι κι άρχισε να γράφει θεατρικά έργα σε τακτική βάση. Μετακόμισε στο Παρίσι την ίδια χρονιά και σύντομα έγινε από τους κορυφαίους θεατρικούς συγγραφείς της γαλλικής σκηνής. Οι 1ες του κωμωδίες, ξεκινώντας από τη Mélite, ξεφεύγουν από τη γαλλική παράδοση φάρσας αντανακλώντας την υψηλή γλώσσα και τα ήθη της μοντέρνας παριζιάνικης κοινωνίας. Περιγράφει τη ποικιλία της κωμωδίας του ως «une peinture de la conversation des honnêtes gens» («ένας πίνακας συνομιλιών των ευγενών»). Η 1η του αληθινή τραγωδία είναι η Médée, που δημιουργήθηκε το 1635.
—–Το 1634 έφερε πιότερη προσοχή στον Κορνέιγ. Επιλέχθηκε να γράψει στίχους για την επίσκεψη του καρδινάλιου Ρισελιέ στη Ρουέν. Ο Καρδινάλιος τονε πρόσεξε και τον επέλεξε να είναι μεταξύ των Les Cinq Auteurs («Οι Πέντε Ποιητές», που μεταφράζεται επίσης ως «η κοινωνία των πέντε συγγραφέων»). Οι άλλοι ήταν ο Guillaume Colletet, ο Boisrobert, οJean Rotrou κι ο Claude de L’Estoile. Οι 5 επιλέχθηκαν να κάνουνε τ’ όραμά του για νέο είδος δράματος που ‘δινε έμφαση στην αρετή. Ο Ρισελιέ θα παρουσίαζε ιδέες, που οι συγγραφείς θα εξέφραζαν σε δραματική μορφή. Ωστόσο, οι απαιτήσεις του Καρδινάλιου ήταν πολύ περιοριστικές για τον Κορνέιγ, που προσπάθησε να καινοτομήσει έξω από τα όρια που του όρισε. Αυτό οδήγησε σε διαμάχη μεταξύ θεατρικού συγγραφέα κι εργοδότη. Μετά τη λήξη του αρχικού του συμβολαίου, ο Κορνέιγ άφησε τους Les Cinq Auteurs κι επέστρεψε στη Ρουέν.

—–Στα χρόνια αμέσως μετά από αυτό το διάλειμμα με το Ρισελιέ, ο Κορνέιγ παρήγαγε αυτό που θεωρείται το καλύτερο έργο του. ΤοLe Cid βασίζεται στο θεατρικό έργο Mocedades del Cid (1621) του Guillem de Castro. Και τα 2 βασίστηκαν στο θρύλο του Rodrigo Díaz de Vivar* (με το παρατσούκλι “El Cid Campeador“), στρατιωτική φιγούρα στη Μεσαιωνική Ισπανία. Η αρχική έκδοση του έργου του 1637 είχε υπότιτλο τραγική κωμωδία, αναγνωρίζοντας ότι σκόπιμα αψηφά τη διάκριση κλασσικής τραγωδίας/κωμωδίας. Παρόλο που ο Ελ Σιντ ήτανε τεράστια λαϊκή επιτυχία, αποτέλεσε αντικείμενο έντονης διαμάχης σχετικά με τους κανόνες της δραματικής πρακτικής, γνωστής ως «Querelle du Cid**» ή «Ο καβγάς του Ελ Σιντ». Η Académie française του καρδινάλιου Ρισελιέ αναγνώρισε την επιτυχία του έργου, αλλά διαπίστωσε ότι ήταν ελαττωματικό, εν μέρει επειδή δεν σεβόταν τις κλασσικές ενότητες του χρόνου, του τόπου και της δράσης (η Ενότητα του Χρόνου όριζε ότι όλη η δράση σ’ έργο πρέπει να λαμβάνει χώρα μέσα σε χρονικό πλαίσιο 24 ωρών· Ενότητα του Τόπου, ότι πρέπει να υπάρχει μόνο ένα σκηνικό για τη δράση. και Ενότητα Δράσης, ότι η πλοκή πρέπει να επικεντρώνεται σε μία μόνο σύγκρουση ή πρόβλημα). Η νεοσύστατη Académie ήταν ένα σώμα που διεκδικούσε τον κρατικό έλεγχο στη πολιτιστική δραστηριότητα. Αν και συνήθως ασχολούνταν με προσπάθειες τυποποίησης της γαλλικής γλώσσας, ο ίδιος ο Ρισελιέ διέταξε ανάλυση του Ελ Σιντ.

* Ο Ροντρίγκο Ντίαζ ντε Βιβάρ (Rodrigo Díaz de Vivar, περ. 1043 – 10 Ιουλίου 1099) ήτανε Καστιλιάνος ιππότης κι ηγεμόνας της μεσαιωνικής Ισπανίας. Πολεμώντας με χριστιανικούς και με μουσουλμανικούς στρατούς στη διάρκεια της ζωής του, κέρδισε το αραβικό τιμητικό as-Sayyid («ο Κύριος» ή «ο Κύριος»), που θα εξελισσότανε σε El Çid και το ισπανικό τιμητικό El Campeador («ο Πρωταθλητής»). Γεννήθηκε στο Βίβαρ, χωριό κοντά στο πόλη Μπούργκος. Ως επικεφαλής των πιστών ιπποτών του, κυριάρχησε στο Λεβάντε της Ιβηρικής Χερσονήσου στα τέλη του 11ου αιώνα. Ανέκτησε τη Τάιφα της Βαλένθια από τον μαυριτανικό έλεγχο για σύντομο χρονικό διάστημα, κυβερνώντας το Πριγκηπάτο της Βαλένθια από τις 17 Ιουνίου 1094 μέχρι το θάνατό του το 1099. Η σύζυγός του, Χιμένα (Jimena Díaz), κληρονόμησε τη πόλη και τη διατήρησε μέχρι το 1102, όταν ανακαταλήφθηκε από τους Μαυριτανούς. Έγινε γνωστός για την υπηρεσία του στους στρατούς τόσο των χριστιανών όσο και των μουσουλμάνων ηγεμόνων. Μετά το θάνατό του, έγινε ο πιο διάσημος εθνικός ήρωας της Ισπανίας κι ο πρωταγωνιστής του πιο σημαντικού μεσαιωνικού ισπανικού επικού ποιήματος, El Cantar de mio Cid, που τονε παρουσιάζει ως τον ιδανικό μεσαιωνικό ιππότη: δυνατός, γενναίος, πιστός, δίκαιος κι ευσεβής. Υπάρχουνε διάφορες θεωρίες για το οικογενειακό του ιστορικό, που παραμένει αβέβαιο. Ωστόσο, ήταν ο παππούς του García Ramírez de Pamplona, βασιλιάς της Ναβάρρα, που ήταν ο 1ος γιος της κόρης του Cristina Rodríguez. Μέχρι σήμερα, ο Ελ Σιντ παραμένει δημοφιλής Ισπανός λαϊκός ήρωας κι εθνικό σύμβολο, με τη ζωή και τις πράξεις του να μνημονεύονται στη λαϊκή κουλτούρα.

El Cantar de mio Cid” παλιό χειρόγραφο

—–Το Τραγούδι Του Σιντ Μου
(2 πρώτες στροφές)

Από τα μάτια του, κλαίγοντας δυνατά,
Γύρισε το κεφάλι του και τα κοίταξε.
Είδε ανοιχτές πόρτες και πύλες χωρίς κλειδαριές,
άδειες κούρνιες, χωρίς γούνες ή μανδύες,
και χωρίς γεράκια ή κεφάλια που ‘χανε κοπεί.

Ο Σιντ μου αναστέναξε, είχε πολλές μεγάλες έγνοιες.
Ο Σιντ μου μίλησε καλά και τόσο μετρημένα:
«Δόξα τω Θεώ, Κύριε Πατέρα, που είσαι ψηλά!
«Αυτό μου έχουν κάνει οι κακοί εχθροί μου».

Εκεί σκέφτονται να σφίξουν, εκεί χαλαρώνουν τα ηνία,
στην έξοδο από το Μπιβάρ είχαν το δεξί κέρας
και μπαίνοντας στο Μπούργκος είχαν το αριστερό.

Ο Σιντ μου σήκωσε τους ώμους του
και κούνησε το κεφάλι του:
«Καλά νέα, Άλβαρ Φάνιες,
γιατί είμαστε εξορισμένοι από τη γη μας!
Αλλά με μεγάλο κύμα
θα επιστρέψουμε στην Καστιέλα.

** Το δίλημμα του Κορνήλιου (dilemme cornélien), που γράφεται επίσης δίλημμα του Κορνέιγ, είναι και το δίλημμα (καυγάς) του Ελ Σιντ, που κάποιος είναι υποχρεωμένος να επιλέξει μία από μια σειρά επιλογών, που αποκαλύπτουν επιζήμια επίδραση στον εαυτό του ή σε κάποιον κοντά του. Στο κλασσικό δράμα, συνήθως περιλαμβάνει τον χαρακτήρα που βιώνει εσωτερική σύγκρουση, αναγκάζοντάς τον να επιλέξει μεταξύ αγάπης και τιμής ή κλίσης και καθήκοντος. Το δίλημμα πήρε το όνομά του από τον Γάλλο δραματουργό Pierre Corneille, στο έργο του οποίου Le Cid (1636) ο Rodrigue, ο πρωταγωνιστής που βασίζεται στον Rodrigo Díaz de Vivar, διχάζεται ανάμεσα σε 2 επιθυμίες: αυτή της αγάπης στη Chimène ή της εκδίκησης της οικογένειάς του, που έχει αδικηθεί από τον πατέρα της. Ο Ροντρίγκο είτε ζητά εκδίκηση για να εκδικηθεί τον πατέρα του είτε χάνει τη τιμή του.

—–Κατηγορίες ανηθικότητας εκτοξεύτηκαν στο έργο με μορφή διάσημης εκστρατείας φυλλαδίων. Αυτές οι επιθέσεις βασίστηκαν στη κλασσική θεωρία ότι το θέατρο ήτανε χώρος ηθικής διδασκαλίας. Οι συστάσεις της Ακαδημίας σχετικά με το έργο διατυπώνονται στο Sentiments de l’Académie française sur la tragi-comédie du Cid (1638) του Jean Chapelain. Ακόμη κι ο εξέχων συγγραφέας Georges de Scudéry επέκρινε σκληρά το έργο στο έργο του Observations sur le Cid (1637). Η ένταση αυτού του πολέμου των φυλλαδίων αυξήθηκε σοβαρά από το καυχησιάρικο ποίημα του Corneille Excuse À Ariste, που φλυαρούσε και καυχιότανε για τα ταλέντα του κι ισχυριζόταν ότι κανείς άλλος συγγραφέας δεν θα μπορούσε να είναι ισάξιος. Αυτά τα ποιήματα και τα φυλλάδια δημοσιοποιήθηκαν, το ένα μετά το άλλο, καθώς κάποτε οι αξιότιμοι θεατρικοί συγγραφείς αντάλλασσαν συκοφαντικά χτυπήματα. Κάποια στιγμή, ο Corneille έκανε αρκετές βολές για να επικρίνει την οικογένεια και τη καταγωγή του συγγραφέα Jean Mairet. Ο Scudéry, στενός φίλος του Mairet εκείνη την εποχή, δεν έσκυψε στο επίπεδο της δυσαρέσκειας του Corneille, αλλά αντίθετα συνέχισε να διαπομπεύει τον Le Cid και τις παραβιάσεις του. Ο Scudéry δήλωσε ακόμη και για τον Le Cid ότι, σχεδόν όλη η ομορφιά που περιέχει το έργο είναι λογοκλοπή. Αυτός ο πόλεμος φυλλάδων επηρέασε τελικά τον Ρισελιέ να καλέσει τη Γαλλική Ακαδημία ν’ αναλύσει το έργο. Στα τελικά συμπεράσματά τους, η ακαδημία έκρινε ότι παρ’ όλο που είχε προσπαθήσει να παραμείνει πιστός στην ενότητα του χρόνου, ο Λε Σιντ έσπασε πάρα πολλές από τις ενότητες για να είναι πολύτιμο έργο. Η διαμάχη, σε συνδυασμό με την απόφαση της ακαδημίας, αποδείχθηκε υπερβολική για τον Κορνέιγ, που αποφάσισε να επιστρέψει στη Ρουέν. Όταν ένα από τα έργα του αξιολογήθηκε δυσμενώς, ο Κορνέιγ αποσύρθηκε από τη δημόσια ζωή. Παρέμεινε δημόσια σιωπηλός για αρκετό διάστημα. Ιδιωτικά, ωστόσο, λέγεται ότι ήτανε προβληματισμένος κι εμμονικός από τα θέματα, κάνοντας πολλές αναθεωρήσεις στο έργο.

Μουσείο Κορνέιγ

—–Μετά από ένα διάλειμμα από το θέατρο, ο Κορνέιγ επέστρεψε το 1640. Το Querelle du Cid τον έκανε να δώσει μεγαλύτερη προσοχή στους κλασσικούς δραματικούς κανόνες. Αυτό ήταν εμφανές στα επόμενα έργα του, που ήταν κλασσικές τραγωδίες, Οράτιος (1640, αφιερωμένο στο Ρισελιέ), Κίννας (1643) και Πολύευκτος (1643). Αυτά τα 3 έργα κι ο El Cid είναι συλλογικά γνωστά ως η «Κλασσική Τετραλογία» του Corneille. Ο Κορνέιγ απάντησε επίσης στις επικρίσεις της Ακαδημίας κάνοντας πολλαπλές αναθεωρήσεις στον Eλ Σιντ για να τονε κάνει πιο κοντά στις συμβάσεις της κλασσικής τραγωδίας. Οι εκδόσεις του 1648, του 1660 και του 1682 δεν είχαν πλέον τον υπότιτλο «τραγική κωμωδία», αλλά «τραγωδία».

—–Ο Κορνέιγ παντρεύτηκε τη Μαρία ντε Λαμπεριέρ το 1641. Απέκτησαν μαζί 7 παιδιά. Η Marie ήτανε κόρη τοπικού δικαστή από τη περιοχή της Νορμανδίας. Το ζευγάρι απέκτησε 7 παιδιά (κάποιες πηγές αναφέρουν 6). Ο Κορνέιγ περιγράφεται ως αφοσιωμένος πατέρας που προτιμούσε την ήσυχη, επαρχιακή οικογενειακή ζωή από τις κοσμικές λογοτεχνικές συγκεντρώσεις του Παρισιού. Η ίδια προτιμούσε επίσης ήσυχη οικογενειακή ζωή στη Rouen, μακρυά από τη δημοσιότητα των παρισινών σαλονιών, γεγονός που εξηγεί την απουσία δημόσιων καλλιτεχνικών αναπαραστάσεών της. Η κόρη τους, Marie, ήτανε προγιαγιά της Σαρλότ Κορντέ (Charlotte Corday), της γυναίκας που δολοφόνησε τον Ζαν-Πολ Μαρά στη Γαλλική Επανάσταση.
—–Η δημοτικότητα του Κορνέιγ αυξήθηκε και στα μέσα της 10ετίας του 1640 εκδόθηκε η 1η συλλογή των θεατρικών του έργων. Ως τα τέλη της 10ετίας, παρήγαγε κυρίως τραγωδίες, La Mort de Pompée (Ο θάνατος του Πομπήιου, που εκτελέστηκε το 1644), Rodogune (που εκτελέστηκε το 1645), Théodore (που παρουσιάστηκε το 1646) κι Héraclius (που εκτελέστηκε το 1647). Έγραψε επίσης κωμωδία κείνη τη περίοδο, το Le Menteur (Ο ψεύτης, 1644).

—–Το 1652, το έργο Pertharite συνάντησε κακές κριτικές κι αποκαρδιωμένος ο Corneille αποφάσισε να εγκαταλείψει το θέατρο. Άρχισε να επικεντρώνεται σε σημαντική μετάφραση στίχων της Μίμησης του Χριστού από τον Thomas à Kempis, που ολοκλήρωσε το 1656. Μετά από απουσία σχεδόν 8 ετών, πείστηκε να επιστρέψει στη σκηνή το 1659. Έγραψε το έργο Οιδίποδας, που προτιμήθηκε από τον Λουδοβίκο XIV. Τον επόμενο χρόνο, δημοσίευσε το Trois discours sur le poème dramatique (Τρεις Λόγοι για τη Δραματική Ποίηση), που ήταν, εν μέρει, υπερασπιστές του στυλ του. Αυτά τα γραπτά μπορούν να θεωρηθούν ως η απάντηση του Corneille στο Querelle du Cid. Ταυτόχρονα διατήρησε τη σημασία των κλασσικών δραματικών κανόνων και δικαιολόγησε τις δικές του παραβάσεις αυτών των κανόνων στον Ελ Σιντ. Ο Κορνέιγ υποστήριξε ότι οι αριστοτελικές δραματικές κατευθυντήριες γραμμές δεν προορίζονταν να υπόκεινται σε αυστηρή κυριολεκτική ανάγνωση. Αντίθετα, πρότεινε ότι ήταν ανοιχτοί σε ερμηνείες. Αν κι η συνάφεια των κλασσικών κανόνων διατηρήθηκε, ο Κορνέιγ πρότεινε ότι οι κανόνες δεν πρέπει να είναι τόσο τυραννικοί ώστε να καταπνίγουνε τη καινοτομία.

—–Παρ’ όλο που ο Κορνέιγ ήτανε παραγωγικός μετά την επιστροφή του στη σκηνή, γράφοντας ένα έργο το χρόνο για τα 14 χρόνια μετά το 1659, τα μεταγενέστερα έργα του δεν είχαν την ίδια επιτυχία με κείνα της προηγούμενης καρριέρας του. Άλλοι συγγραφείς άρχισαν να κερδίζουν δημοτικότητα. Το 1670 ο Κορνέιγ κι ο Ζαν Ρασίν, από τους δραματικούς αντιπάλους του, κλήθηκαν να γράψουν θεατρικά έργα για το ίδιο περιστατικό. Κάθε θεατρικός συγγραφέας δεν γνώριζε ότι η πρόκληση είχε απευθυνθεί και στον άλλο. Όταν ολοκληρώθηκαν και τα δύο έργα, ήτανε γενικά αποδεκτό ότι ο Τίτας κι η Βερενίκη του Κορνέιγ (1671) ήταν κατώτερος από το έργο του Ρακίνα (Βερενίκη). Ο Μολιέρος ήταν επίσης εξέχων εκείνη την εποχή κι ο Κορνέιγ συνέθεσε ακόμη και τη κωμωδία Psyché (1671) σε συνεργασία μαζί του (και τον Philippe Quinault). Τα περισσότερα από τα έργα που ‘γραψε μετά την επιστροφή του στη σκηνή ήτανε τραγωδίες. Περιλάμβαναν το La Toison d’or (Το Χρυσόμαλλο Δέρας, 1660), τον Σερτώριο (1662), τον Όθωνα (1664), τον Ασύσιλα (1666) και τον Αττίλα (1667). Έγραψε το τελευταίο του κομμάτι Suréna το 1674. Ήτανε πλήρης αποτυχία. Μετά απ’ αυτό, αποσύρθηκε απ’ τη σκηνή για τελευταία φορά και πέθανε στο σπίτι του στο Παρίσι τη 1η Οκτώβρη 1684. Ο τάφος του στην Église Saint-Roch έμεινε χωρίς μνημείο μέχρι το 1821.

—–Ο δραματουργός, συγγραφέας και φιλόσοφος Βολταίρος δημιούργησε, με την υποστήριξη της Académie française, 12τομο σχολιασμένο σύνολο δραματικών έργων του Corneille, το Commentaires sur Corneille. Ήτανe το μεγαλύτερο έργο λογοτεχνικής κριτικής του Βολταίρου. Η πρότασή του στην Ακαδημία περιέγραφε τον Κορνέιγ να κάνει για τη γαλλική γλώσσα ό,τι είχε κάνει ο Όμηρος για τα ελληνικά: να δείξει στον κόσμο ότι θα μπορούσε να είναι ένα μέσο για μεγάλη τέχνη. Ο Βολταίρος οδηγήθηκε να υπερασπιστεί τη κλασσική γαλλική λογοτεχνία απέναντι σε όλο και πιο δημοφιλείς ξένες επιρροές όπως ο Σαίξπηρ. Αυτό αντικατοπτρίζεται στην 1η έκδοση των Commentaires, που δημοσιεύτηκε το 1764, που επικεντρώθηκε στα καλύτερα έργα του κι είχε σχετικά σιωπηλές κριτικές. Μέχρι τη 2η έκδοση, που δημοσιεύτηκε 10 χρόνια μετά, ο Βολταίρος είχε καταλήξει σε πιο αρνητική αξιολόγηση του Κορνέιγ και σε ισχυρότερη άποψη για την ανάγκη αντικειμενικής κριτικής. Πρόσθεσε 500 κριτικές σημειώσεις, καλύπτοντας περισσότερα έργα και δίνοντας πιο αρνητικό τόνο. Οι απόψεις των κριτικών για τον Κορνέιγ ήταν ήδη πολωμένες. Η παρέμβαση του Βολταίρου πόλωσε περαιτέρω τη συζήτηση κι ορισμένοι επικριτές θεώρησαν τις επικρίσεις του ως σχολαστικές και καθοδηγούμενες από φθόνο. Τον 19ο αι., η παλίρροια της κοινής γνώμης στράφηκε εναντίον του Βολταίρου. Ο Ναπολέων εξέφρασε τη προτίμησή του για τον Κορνέιγ έναντι του Βολταίρου, αναβιώνοντας τη φήμη του 1ου ως δραματουργού ενώ μείωσε τη φήμη του 2ου.

—–Στο επεισόδιο 31 της σειράς βιντεοδιαλέξεων του 1989, The Western Tradition, ο καθηγητής του UCLA Eugen Weber προσφέρει περαιτέρω σχόλια για το έργο Mssr. Corneille:

«Αλλά θυμηθείτε ότι τα έργα του Κορνέιγ απευθύνονταν σε αριστοκρατία που δεν μπορούσε να την αγγίξουν τα κηρύγματα, η ηθικολογία, ο συναισθηματισμός. Έτσι τους άγγιξε δείχνοντας το μεγαλείο της αυτοπειθαρχίας και της αυταπάρνησης, του να μην κάνεις αυτό που θέλεις, αλλά αυτό που πρέπει να κάνεις. Και σημειώστε ότι ο Κορνέιγ δεν είπε, όπως θα έλεγε ένας Χριστιανός, ότι το να κάνεις το καθήκον σου σε κάνει καλό, είπε ότι το να κάνεις το καθήκον σου σε κάνει σπουδαίο. Όταν ο Corneille παρουσίασε την πάλη μεταξύ πάθους και καθήκοντος, δεν ήταν μια νέα εφεύρεση. Αυτό που ήταν νέο στον Κορνέιγ ήταν ότι έδειξε ένα νόμιμο πάθος σε αντίθεση με ένα άλλο πάθος που ήταν εξίσου νόμιμο. Ήταν σημαντικό να ανυψωθεί η συζήτηση από έναν διαγωνισμό μεταξύ σωστού και λάθους σε έναν διαγωνισμό μεταξύ δύο δικαιωμάτων. Επειδή ένας κύριος που τσακώθηκε δεν μπορούσε να παραδεχτεί ότι έκανε λάθος, αλλά αν ξεκινούσατε ορίζοντας ότι τα κίνητρά του ήταν έντιμα, θα σταματούσε τουλάχιστον να εξετάσει το επιχείρημά σας, κάτι που πέτυχε ο Κορνέιγ ανεβάζοντας τη συζήτηση σε υψηλότερο επίπεδο. Και οι άνθρωποι του δέκατου έβδομου αιώνα που αγαπούσαν τις ιστορίες περιπέτειάς του ένιωθαν αόριστα ότι έμπαιναν μέσα τους κάτι που δεν γνώριζαν αρκετά πριν. Και είχαν δίκιο. Δεν το ήξεραν πριν για τον απλούστατο λόγο ότι είχε βγει με τους Έλληνες. Η ρωμαϊκή σκέψη ήταν πολύ νομικίστικη, η χριστιανική σκέψη ήταν πολύ απλοϊκή για να ανεχθεί την ιδέα ότι θα μπορούσαν να υπάρχουν δύο δικαιώματα, ότι θα μπορούσαν να υπάρχουν δύο πλευρές σε μια σύγκρουση. Αυτή είναι μια πολύ εκλεπτυσμένη άποψη και ταιριάζει μόνο σε πολύ εξελιγμένα μυαλά. Και η μικρή μειοψηφία της κοινωνίας του δέκατου έβδομου αιώνα που διάβαζε Κορνέιγ, που έβλεπε τα έργα του Κορνέιγ, δεν ήταν πολύ εκλεπτυσμένη, αλλά είχε αρχίσει να προσπαθεί τουλάχιστον».

ΡΗΤΑ:

Η λογική και η αγάπη είναι ορκισμένοι εχθροί.

Οφείλω τη φήμη μου μόνο στον εαυτό μου.

Το θέμα μιας καλής τραγωδίας δεν πρέπει να είναι ρεαλιστικό.

Μαντέψτε αν μπορείτε, επιλέξτε αν τολμάτε.

Αυτός που προσβάλλεται έχει δικαίωμα να εξοργίζεται, καθώς το ατιμώρητο θράσος μόνο αυξάνεται!

Μια υπηρεσία πέρα από κάθε ανταμοιβή ζυγίζει τόσο βαριά που σχεδόν προσβάλλει.

Οι ρυτίδες στο μέτωπό του είναι τα σημάδια που έχουν χαράξει οι δυνατές πράξεις του.

Η αγάπη είναι ένας τύραννος, που δεν λυπάται κανέναν.

Όσο σπουδαίοι κι αν είναι οι βασιλιάδες, είναι αυτό που είμαστε: μπορούν να σφάλλουν όπως οι άλλοι άνθρωποι.

Αυτός που μπορεί να ζει στην ατιμία είναι ανάξιος της ζωής.

Αυτός που δεν φοβάται τον θάνατο δεν φοβάται την απειλή.

Μπορώ να αναγκαστώ να ζήσω χωρίς ευτυχία, μα ποτέ δεν θα συναινέσω να ζήσω χωρίς τιμή.

Είναι αλήθεια ότι είμαι νέος, αλλά για τις ψυχές που γεννήθηκαν με ευγένεια η Ανδρεία δεν περιμένει το πέρασμα των χρόνων.

ΕΡΓΑ:

Τραγωδίες
Ελίτ (1629)
Κλίταντρ (1630–31)
Λα Βέβ (1631)
La Galerie du Palais (1631–32)
Λα Σουιβάντε (1634)
Λα Πλας Ρουαγιάλ (1633–34)
La Comédie des Tuileries (του Les Cinq Auteurs, Πράξη III του Corneille, 1635)
Μήδεια (1635)
L’Illusion comique (1636)
Λε Σιντ (1637)
Οράτιος (1640)
Πολύευκτος (1642)
La Mort de Pompée (1643)
Κίννα (1643)
Ο Μεντέρ (1643)
Ροδογύνη (1644)
La Suite du Menteur (1645)
Θεόδωρος (1645)
Ηράκλειος (1647)
Δον Σάνσε ντ’ Αραγκόν (1650)
Ανδρομένη (1650)
Νικομένη (1651)
Περθαρίτης (1651)
Οιδίποδας (1659)
La Toison d’or
Σερτώριος (1662)
Sophonisbe
Όθων (1664)
Ασύλας (1666)
Αττίλας (1667)
Tite et Bérénice (1670)
Psyché (με τον Μολιέρο και τον Philippe Quinault, 1671)
Pulchérie (1672)
Σουρένα (1674)

Διάφορα

L’Imitation de Jésus-Christ (Η Μίμηση του Χριστού, 1656) μετ. από Λατινικά

Discours du poème dramatique (Λόγος περί δραματικού ποιήματος, 1660)

Discours de la tragédie (Λόγος περί τραγωδίας)

Discours des trois unités (Λόγος περί 3 ενοτήτων) [Αριστοτ. τόπου, χρόνου, δράσης]

====================================================================

————————————————-ΠΟΙΉΜΑΤΑ

————Στη Λεάν

Στη φωτιά ποιου αστεριού,
στο χρυσάφι ποιας ακτής,
Έχουμε ζεστάνει ποτέ
τα βαριά μας πόδια;
Σε ποιο μάταιο διάστημα
επιπλέουμε ακυβέρνητοι
Και φαγωμένοι από την αόρατη
λέπρα των ημερών;

Ποιοι είμαστε, χαμένοι
σαν λυγμός αφρού
ανάμεσα στα ποτάμια κουρασμένοι
εκεί που αιμορραγούν
οι παρορμήσεις μας;
Ποιοι είμαστε, λερωμένοι
με ήλιο κι ομίχλη
Και τόσο πλούσιοι σε δώρα
κι αμφιταλαντευόμενες επιθυμίες;

Αντίο! Όμορφο, καθαρό γέλιο,
αντίο! καστανόξανθες αναπνοές;
Αντίο! ανακατεμένοι αναστεναγμοί
κάτω από τον σαγηνευτικό ουρανό.
Η στοργική χαρά ξεσπά
με τα γεμάτα μελίσσια της
Αλλά ο θάνατος παραμονεύει
βαθιά σε κάθε λουλούδι.

Δε ξέρουμε πως όλα αποσυντίθενται,
ότι η αυγή τρέχει ήδη,
τρέμοντας, προς το βράδυ,
ότι δεν αναπνέουμε ποτέ
το ίδιο τριαντάφυλλο,
ότι όλα ακολουθούν τα πάντα
και λιώνουν στο σκοτάδι;

Δροσερά πρωινά! λεία δάχτυλα!
ένα μεθυσμένο και τρυφερό έπος!
Τα τυφλά πεπρωμένα μας
περνούν με πεισματάρικο βήμα.
Παρασύρθηκε! Τρελές καρδιές
πάντα έτοιμες να ερωτευτούν,
Φύγε! Οι λέξεις ψιθύρισαν
σε τραγούδι που ‘χει σιωπήσει.

Αλίμονο! Πώς μπορούμε,
με λυμένα βλέφαρα,
να αφήσουμε τον κόσμο μας
σε νόστιμα κρασιά;
Πώς μπορούμε να αφήσουμε τη λάμψη
των μεγάλων μονοπατιών σε γιορτή
και να μη βλέπουμε πλέον τη γη
και να μη βλέπουμε πια ουρανούς;

Τώρα, αξιολύπητοι νάνοι
δαγκωμένοι από το εφήμερο,
Πώς νομίζαμε ότι κλέβουμε το αιώνιο
Χαϊδεύοντας τα αγαθά μας
με πικρή θέρμη,
Συλλογιζόμενοι τα κοσμήματά μας
με αδελφική συγκίνηση!

Για μερικά ασταθή
κι άπιαστα πάθη,
Έχουμε σφίξει σφιχτά
στο σημείο της απληστίας
Ιλιγγιώδη κι αδύναμα χέρια
Ανθισμένα κάτω από τα ζεστά μάτια
του, ποιος ξέρει τι, καλοκαίρι.

Τόσες φορές έχουμε αγαπήσει
ψεύτικες, κάλπικες δόξες,
Τόσες φορές δειλά έκανε
τη περφάνεια μας να ηχήσει,
Τόσες φορές μπλεγμένοι
σε χλευαστικά όνειρα
Παρά την ασφυκτική
εικόνα του φέρετρου.

Ενώ τα γηρατειά σήκωσανε
την αυστηρή γροθιά τους,
Πόσο μίσος και μανία
έχουμε βάλει για να σπάσουμε
το ταβάνι των γυάλινων κλουβιών μας,
Για να καταραστούμε τον πονηρό
και σφαγιασμένο χρόνο!

Πώς έπρεπε να καλλιεργηθούμε με μια αρχή,
μεθυσμένοι από τον κάτω κόσμο,
κάποιο σκιερό πέρα:
αφελείς Ελντοράντο που πέθαιναν
από βρώμικες ελπίδες!
Γλαυκός αλλού έκανε εμετό
στους ήχους ενός γκαλά!

Και σαν να μην αποτρέπουμε
ποτέ τις καταστροφές,
Έχουμε κάθε μέρα τόσα πολλά
και περισσότερα,
τόσα πολλά και περισσότερα
φιλημένα νεανικά μέτωπα
όμορφα σαν αστέρια
κι αγαπητά ροζιασμένα,
αμφιταλαντευόμενα κι ανάπηρα δάχτυλα!

Αλλά ας μείνει εδώ από κάτω
τουλάχιστον μια φλόγα,
Ένας μαγικός ώμος
με φωτεινά περιγράμματα!
Αφήστε τις ηλιόλουστες κραυγές
εκατομμυρίων ερώτων την ίδια ώρα,
τουλάχιστον να ξεπηδήσουν!

Τόσο το χειρότερο! Αν αύριο
πρέπει να χαθούμε από μοιραίο χτύπημα.
Είναι πάρα πολύ να ζούμε
γυμνοί ομιχλώδεις με το τίποτα,
πάρα πολύ για να γονατίσουμε
το ιδανικό που μας απομένει,
πάρα πολύ για γκιλοτίνα
στις γιγάντιες πτήσεις μας.

Ω! τόσο το χειρότερο!
Αν οι μεγαλοπρεπείς λαιμοί των κύκνων
πρέπει σύντομα να ξεσπάσουν
σαν κοινός καρπός.
Τόσο το χειρότερο!
Αν κάποιοι παρασύρουν εμφανή κακά
κι άλλοι πολλή ευτυχία
που ‘χει καταστραφεί πολύ καιρό.

Léane, η κούκλα μου με το ξανθό φως,
Οι καθαροί άνεμοι,
σήμερα το πρωί,
καλοπιάνουνε το σύμπαν.
Τα όμορφα πόδια σου φλεγόμενα,
πιο κυματιστά από τα κύματα,
Πετάξτε στο ζεστό, μετάξινο κρεβάτι
των πράσινων λιβαδιών.

Τι σημασία έχουν για σένα
οι τρελλοί κολλημένοι στη χλωμή νύχτα
και τα τεράστια πένθη τους
κοκκινισμένα από κατακόκκινο αίμα!
Η ζωή μέσα σου, Λεάν,
ερωτευμένη με τον εαυτό της,
κυλά, σαν αξιοθαύμαστο,
ένα αγιασμένο νερό.

Άντε στον εκθαμβωτικό χώρο
που σας λατρεύει.
Φαίνεται σαν το γαλάζιο
να πίνει σε κάθε σου βήμα.
Έχουμε στα μάτια μας
την ίδια γλυκειά αυγή
Και θα σε γεμίσω μ’ ό,τι δεν έχεις.

Leane, η ώρα είναι τεράστια
για όσους νιώθουνε φτερά.
Κάτι καλό συναρπάζει
και γοητεύει τον αέρα.
Έχω την ειλικρίνειά σου,
νεράιδα μου, στην άκρη των ματιών μου
λες και μόνο για μένα
η καρδιά σου έγινε καθαρή.

Εκατό μυρωδιές χαράς φωτίζουν
τις χειρονομίες σας.
Ο κόσμος επιδεικνύει παντού
την καρποφόρα υγεία του.
Λαμπερή κατάκτηση!
ουράνιες περιπέτειες!
Τρέχεις, γεμάτος
από ανήκουστο όνειρο ομορφιάς.

Ω και τα δύο! Ας αγαπηθούμε
χωρίς σύννεφα ή πέπλα!
Λιτή, σάρκα μου,
παιδί του παιδιού μου
Που τα χεράκια σου κάνουνε
τα αστέρια να γελούν,
ω λιτή! Τόσο εύθραυστη
στον θριαμβευτικό ήλιο!

Ο Τάφος -πριν το 1821

Μπροστά στη θάλασσα

Τουλάχιστον αποτινάξτε πια
το προσβλητικό κενό που σας περιορίζει
με το νεφελώδες μάτι σκληρής νύχτας.
Δεν έχει πλέον γεύση, κάνει εμετό
τη θλιβερή σούβλα του μέτριου
ασφυκτιά από ένα μαντήλι πλήξης.

Μύρισε τα λόγια σου,
σπείρε τη φωνή σου,
ύψωσε τα όνειρά σου,
Αποκεφάλισε τους
μισοτρεμάμενους τοίχους,
Και ακόμα κάνε σαν μάγος
ξανθά χτυπήματα
Πλάτυνε ολάκερο ορίζοντα
κάτω από τη πίστη σου.

Τι μπορούν να κάνουν τα κοράκια
που συνθλίβουνε παράσιτα;
Δεν γεννήθηκες για να ζεις
και ευγενέστερος και μεγαλύτερος,
Γεννημένος για να πιάνεις
και να δαγκάνεις το αλάτι
της κάθε μιας πρότασης
λίγο από την αφελή καρδιά
ενός διαπεραστικού ήλιου;

Δεν είσαι εκεί, τόσο δυνατός
και τόσο γεμάτος από τον εαυτό σου,
Τόσο βασιλικά νέος και γεμάτος θέρμη,
Ναι τόσο αγαπητός από την ίδια
την απεραντοσύνη που ένα παιδί
θα ‘πινε κεί τα μελλοντικά μεγαλεία;

Ο κόσμος είναι παλιός,
φυσικά, αλλά η αυγή
δεν έχει ηλικία.
Οι μέρες χτυπούνε,
ντυμένες άφθονα μυστικά.
Πέρα από τα χέρια σας,
η ώρα της περιπλάνησης
αποτυπώνει σε κάθε παρόρμηση
κάτι τόσο φρέσκο.

Ο όμορφος, σχεδόν γυμνός ουρανός
βάφει τα λαμπερά νερά.
Η αδαμάντινη θάλασσα
έχει περήφανα παιχνίδια.
Από τα βάθη της βοής τους,
μεθυσμένοι, στροβιλιζόμενοι,
τα κύματα κατά βούληση
ξεσηκώνουνε το υπέροχο.

Δείτε το πρωί πως τρέμει
σ’ αυτή τη νέα μουσική
και προς το γαλάζιο
ίσο λυγμό το σπρέι,
μαδήστε τ’ όνειρο που πίνει τ’ άπειρό σας
όταν, απόλαυση αφρού,
αναβλύζει από τα καφέ κύματα.

Ω! πόσες δίψες
πρέπει να μετρήσεις, πόσες…
Πώς θέλεις, λεύτερος
από κάθε υποστήριξη,
εδώ πάντα, παρά το μίσος
και τη συντριβή,
να σκίσεις το βρώμικο ρούχο
που σε κρατά ο άθλιος!

Στις λεπίδες, κοιτάξτε!
λευκό πέταγμα γλάρων
φιλά το υγρό χρυσάφι
με την πηδηχτή ανάσα του.
Γιατί δεν υπάρχει μέλι
που πολλές φορές να μη θέλετε
να μυρίσετε στη κορυφή των πνευμόνων σας
την ακατανίκητη γεύση.

Πιο πέρα,
με μεθυστική θέρμη και δόξα,
ο πλατύς άνεμος διαλογίζεται
στο κατώφλι του αιώνιου,
Και το οξύ του φως
στις φωτιές της μνήμης του
επιστρέφει τον κόσμο στον απέραντο
κι αδελφικό του λόγο.

Ω, τίποτα δεν λέει αρκετά
το μεγαλείο της γέννησής σου!
Το κύμα καταρρέει ατελείωτα
με αναποδογυρισμένη ηχώ.
Μέσα σου υψώνεται
και αναδεύεται καθαρή δύναμη
ανακατεμένη με τη ζεστη
των φιλικών ρόλων.

Ύμνοι, γονιμότητα,
αρώματα του προκατακλυσμού,
η θάλασσα ξεπλένει τα βράχια.
Ο αέρας είναι υπέροχος.
Πήγαινε με μια ανάσα
να βρεις καταφύγιο εκεί,
γεμάτος από το αίμα της καρδιάς σου!
γεμάτη από τη κραυγή των ματιών σου!

Ο Τάφος -μετά το 1821

Σε Μία Μαρκησία

Γλυκειά Μαρκησία,
αν στο πρόσωπό μου
εμφανιστούν κάποιες ρυτίδες
που σφραγίζονται απ’ το χρόνο,
να θυμάσαι, θα χαράξει επίσης
τα σημάδια του στο δικό σου,
σύντομα, και φόβο.

Αχ εγώ! τι κακία,
χρόνια αντιτίθενται
Σε όμορφα πράγματα,
σε στολίζουνε τώρα,
Αλλά θα μαραθεί
όλο σου το ρόδο
Όπως σίγουρα χάραξανε
το μέτωπό μου!

Η ίδια ομαλή πορεία
κυλούν οι πλανήτες
Που ρυθμίζουν τις μέρες μου
και τις δικές σου,
με είδαν νέο στην όψη
και τη ψυχή,
Και θα σε δουν, επίσης,
να παρακμάζεις.

Αλλά όμως διαφορά διεκδικώ!
Ξέρω τα ξόρκια
που κατακτούν τον Χρόνο,
και αυτά μπορεί να φέρουν όνομα
Από εποχή σε εποχή
κι από κλίμα σε κλίμα.

Έχεις αυτή την ομορφιά
που λατρεύουν οι άνθρωποι,
Αλλά η ομορφιά
είναι φευγαλέα προίκα,
Η βασιλεία του θριάμβου της
σύντομα τελειώνει,
όχι τόσο περιφρονημένη
αλλά μαγική δύναμη.

Ήπια είναι αυτά τα μάτια,
αγαπώ το φως τους.
Δεν υπάρχει τρόπος
να στα κάνω να λάμπουν
Χίλια χρόνια, τόσο απαλά
και λαμπερά;
Υπάρχει,
αλλιώς ονειρεύομαι με αγάπη.

Κάποια εύσημα πρέπει
να δώσει μια νέα φυλή
Στους επαίνους που ρέουν
από τη πέννα μου,
όπως θα σε ζωγραφίσω, θα ζήσεις
Για αιώνες στα μάτια των ανθρώπων!

Σκέψου το αυτό, όμορφη Μαρκησία,
Και παρόλο που τα γηρατειά
μπορεί να τρομάζουν τους χαρούμενους,
Μη θεωρείς τα καλά λόγια
που με επευφημούνε
και με ευλογούν
εντελώς πεταμένα.

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *