-

Dali &

-


-








.

--.


.

./.

 
 

 

Camus Albert:


                      Αλμπρ Καμ: Ο Επισκπτης

( Albert CamusThe Guest μτφρ.:    Χατζηαλεξνδρου Πτροκλος

     Ο δσκαλος παρακολουθοσε τους δυο ντρες να σκαρφαλνουν προς το μρος του. Ο νας ταν φιππος, ο λλος με τα πδια. Δεν εχαν ακμη αντιμετωπσει την απτομη ανηφορι που οδηγοσε στο σχολεο κι τανε χτισμνο στη πλαγι του λφου. Βαδζανε μπροστ, προχωρντας αργ στο χινι, ανμεσα στις πτρες, στην απραντη κταση του ψηλο, ρημου οροπεδου. Απ καιρ σε καιρ το λογο σκνταφτε. Χωρς να χει ακοσει τποτα ακμα, μποροσε να δει την ανσα να βγανει απ τα ρουθονια του αλγου. νας απ τους δυο, τουλχιστον, γνριζε τη περιοχ.
     Ακολουθοσανε το μονοπτι αν κι εχε εξαφανιστε πριν απ μρες κτω απ να παχ στρμα βρμικου λευκο χιονιο. Ο διευθυντς του σχολεου υπολγισε τι θα τους παιρνε μισ ρα ν' ανβουνε στο λφο. κανε κρο, τσι επστρεψε στο σχολεο να πρει να πουλβερ.
Δισχισε την δεια, παγωμνη τξη. Στον μαυροπνακα τα τσσερα ποτμια της Γαλλας, ζωγραφισμνα με τσσερα διαφορετικ χρματα κιμωλας, ρρεαν προς τις εκβολς τους, τις τελευταες τρεις μρες. Χινι εχε πσει ξαφνικ, στα μσα Οκτβρη, μετ απ οκτ μνες ξηρασας χωρς να 'χει προηγηθε βροχ κι οι εκοσι μαθητς, που λγο-πολ, ζοσανε στα γρω δισπαρτα χωρι του οροπεδου, εχανε σταματσει να 'ρχονται. Με καλ καιρ θα επστρεφαν.
     Ο Νταρο ζστανε τρα μνο το μονκλινο δωμτιο που ταν το κατλυμ του που γειτναζε με τη τξη κι βλεπε επσης προς το οροπδιο στα ανατολικ. πως τα παρθυρα της τξης, το παρθυρ του βλεπε επσης προς το ντο. Απ κενη τη πλευρ το σχολεο απεχε λγα χιλιμετρα απ το σημεο που το οροπδιο ρχισε να κλνει προς τα ντια. Με καθαρ καιρ φαινταν ο πορφυρς γκος της οροσειρς που το χσμα νοιγε στην ρημο.

     Νιωθωντας κπως ζεσταμνος πλον, ο Νταρο επστρεψε στο παρθυρο, που εχε δει για πρτη φορ τους δυο ντρες. Δεν τανε πλον ορατο. Ως εκ τοτου, πρπει να χουν αντιμετωπσει την ανηφορι τρα. Ο ουρανς δεν τανε τσο σκοτεινς, γιατ το χινι εχε σταματσει να πφτει στη διρκεια της νχτας. Το πρω εχε ανοξει μ' να λερωμνο φως που μλις και μετ βας εχε γνει πιο φωτειν καθς απομακρυντανε σιγ-σιγ η βαρει σκπη των νεφν. Στις δο το μεσημρι φαινταν σαν να μλις ξεκινοσε η μρα. Αλλ και πλι αυτ τανε καλτερο απ κενες τις τρεις μρες που το πυκν χινι πεφτε, σε αδισπαστο σκοτδι με ξαφνικς μικρς ριπς ανμου που τρζανε τη διπλ πρτα της τξης. Ττε ο Νταρο εχε περσει πολλς ρες στο δωμτι του, αφνοντς το μνο για να πει στο υπστεγο και να τασει τα κοτπουλα να πρει λγο κρβουνο. Ευτυχς το φορτηγ παρδοσης απ το Tadjid, το κοντιντερο χωρι στα βρεια, εχε φρει τις προμθειες του δυο μρες πριν απ τη χιονοθελλα. Θα επστρεφε σε σαρντα οκτ ρες.
     λλωστε, εχε αρκετ για να αντισταθε σε μια ττοιου εδους πολιορκα, γιατ το μικρ δωμτιο τανε γεμτο σκους με σιτρι που η διοκηση φησε ως απθεμα για να τα μοιρσει σε κενους τους μαθητς του που οι οικογνειες εχαν υποφρει πολ απ τη ξηρασα. Στη πραγματικτητα ταν λοι θματα επειδ ταν λοι φτωχο. Κθε μρα ο Νταρο μοραζε μια μερδα στα παιδι. Τους εχε λεψει, ξερε αυτς τις κακς μρες. Πιθανν κποιοι απ τους πατερδες τα μεγλα αδρφια, να φτνανε με κποιο τρπο σμερα το απγευμα, στε να προμηθευτονε σιτηρ. ταν απλς θμα μεταφορς τους στην επμενη σοδει. Τρα φτνανε πλοα με σιτρι απ τη Γαλλα και τα χειρτερα εχανε περσει. Αλλ θα 'τανε δσκολο να ξεχσουν αυτ τη φτχεια, κενο τον στρατ απ κουρελιασμνα φαντσματα που περιπλαννται στο φως του λιου, -τα οροπδια καγονται σε σκνη μνα με το μνα, η γη συρρικννεται σιγ-σιγ, κυριολεκτικ καμμνη, η κθε πτρα που σκει σε σκνη κτω απ τα πδια του. Τα πρβατα εχανε ψοφσει ττε κατ χιλιδες, ακμη και κμποσοι ντρες, εδ κι εκε μερικς φορς, χωρς να τους ξρει κανες.
     Σε αντθεση με μια ττοια φτχεια, εκενος που ζοσε σχεδν σαν μοναχς στο απομακρυσμνο σχολεο του, ικανοποιημνος ωστσο με τα λγα που εχε και με τη σκληρ ζω, νιωθε σαν ρχοντας με τους ασβεστωμνους τοχους, τον στεν καναπ, τα βαφα ρφια, -καλ, και την εβδομαδιαα παροχ νερο και τροφς. Και ξαφνικ πεσε αυτ το χινι βαρι, χωρς προειδοποηση, χωρς τη πργευση της βροχς. Αυτς εναι ο τρπος με τον οποο ταν σκληρ να ζεις στη περιοχ, ακμη και χωρς ντρες -δεν βοηθοσαν οτε τα πργματα. μως ο Νταρο εχε γεννηθε εδ. Παντο αλλο θα νιωθε εξριστος.

     Βγκε στη βερντα μπροστ απ το σχολεο. Οι δο ντρες τανε τρα στα μισ της πλαγις. Αναγνρισε τον καβαλρη ως Balducci, τον γρο χωροφλακα που γνριζε απ παλι. Ο Balducci κρατοσε δεμνο στην κρη ενς σχοινιο, ναν ραβα που περπατοσε πσω του με τα χρια δεμνα και το κεφλι χαμηλωμνο. Ο χωροφλακας κανε να νεμα χαιρετισμο που ο Νταρο δεν απντησε, τον χασε καθς συλλογιζταν τον ραβα ντυμνο με μια ξεθωριασμνη μπλε τζελμπα, τα πδια του με σανδλια αλλ καλυμμνα με κλτσες απ βαρ ακατργαστο μαλλ, το κεφλι του σκεπασμνο απ να στεν, κοντ τσετσ. Πλησαζαν. Ο Balducci κρατοσε το λογ του για να μη πληγσει τον ραβα κι η ομδα προχωροσε αργ. Σε απσταση αναπνος, ο Balducci φναξε:
 -"Μα ρα μου πρε για να κνω τα τρα χιλιμετρα απ το El Ameur!"
     Ο Νταρο δεν απντησε. Κοντς και τετργωνος με το χοντρ πουλβερ του, τους βλεπε να σκαρφαλνουν. Οτε μια φορ ο ραβας δεν εχε σηκσει το κεφλι του.
 -"Γεια", επε ο Νταρο ταν ανβηκαν στη βερντα. "Ελτε να ζεσταθετε".
     Ο Μπαλντοτσι κατβηκε με πνο και κπο απ το λογ του χωρς ν' αφσει το σκοιν. Κτω απ το τριχωτ μουστκι του χαμογλασε στο δσκαλο. Τα μικρ σκορα μτια του, βαθι κτω απ να μαυρισμνο μτωπο και με το στμα του τριγυρισμνο με ρυτδες, τονε κναν να δεχνει προσεκτικς και περεργος. Ο Νταρο πρε το χαλινρι, οδγησε το λογο στο υπστεγο κι επστρεψε στους δυο ντρες, που τρα τονε περμενανε στο σχολεο. Τους οδγησε στο δωμτι του.
 -"Θα ζεστνω τη τξη", επε. "Θα 'μαστε πιο νετα εκε".
     ταν μπκε ξαν στο δωμτιο, ο Balducci τανε στον καναπ. Εχε λσει το σχοιν που τον δενε με τον ραβα που 'χε κτσει οκλαδν κοντ στη σμπα. Τα χρια του ακμα δεμνα, σπρωξε πσω στο κεφλι του τον τσετσ και κοιτοσε προς το παρθυρο. Στην αρχ ο Νταρο παρατρησε μνο τα τερστια χελη του, παχι, λεα, σχεδν νγρικα, μως η μτη του ταν σια, τα μτια του τανε σκοτειν και γεμτα πυρετ. Ο τσετσς αποκλυψε να επμονο μτωπο και, κτω απ το ξεφλουδισμνο δρμα που τρα εχε μλλον αποχρωματιστε απ το κρο, ολκληρο το πρσωπ του εχε να ανσυχο κι επαναστατικ βλμμα που πεσε στον Daru ταν ο ραβας, στρφοντας το πρσωπ του προς το μρος του, τον κοταξε κατευθεαν στα μτια.
 -"Πγαινε στο λλο δωμτιο", επε ο δσκαλος, "και θα σου φτιξω να τσι μντας".

 -"Ευχαριστ", επε ο Balducci. "Τ αγγαρεα! Πσο λαχταρω τη σνταξη". Κι απευθυνμενος στον κρατομενο του στα αραβικ: "λα, εσ". Ο ραβας σηκθηκε και, αργ, κρατντας τους δεμνους καρπος του μπροστ του, μπκε στη τξη.
     Με το τσι, ο Νταρο φερε μια καρκλα. Αλλ ο Μπαλντοτσι ταν δη θρονιασμνος στο πλησιστερο μαθητικο θρανο κι ο ραβας εχε κτσει οκλαδν στην δρα του δασκλου απναντι στη σμπα, που βρισκταν ανμεσα στο γραφεο και το παρθυρο. ταν πλωσε το ποτρι του τσαγιο στον κρατομενο, ο Νταρο δστασε στη θα των δεμνων χεριν του.
 -"σως θα πρπει να τονε λσεις".

 -"Σγουρα", επε ο Μπαλντοτσι. "Αυτ ταν για το ταξδι".
     ρχισε να σηκνεται, αλλ ο Νταρο, βζοντας το ποτρι στο πτωμα, εχε γονατσει δπλα στον ραβα. Χωρς να πει τποτα εκενος, τονε παρατηροσε με μτια λο πυρετ. Μλις ελευθερθηκαν τα χρια του, τριψε τους πρησμνους καρπος μεταξ τους, πρε το ποτρι του τσαγιο και ροφηξε το καυτ υγρ με γργορες μικρς γουλις.

 -"Καλ", επε ο Νταρο. "Και πο πας;"
     Ο Μπαλντοτσι τρβηξε το μουστκι του απ το τσι.
 -"Ορστε, γιε μου. Παρξενοι μαθητς!"
 -"Και περνς τη νχτα;"

 -"Οχι. Επιστρφω στο El Ameur. Και θα παραδσω αυτν τον συνδελφο στο Tinguit. Αναμνεται στο αρχηγεο της αστυνομας".
     Ο Μπαλντοτσι κοταζε τον Νταρο με να φιλικ χαμγελο.
 -"Τ εναι αυτ η ιστορα;" ρτησε ο σχολρχης. "Με κοροδεεις;"
 -"χι γιε μου. Αυτς εναι οι εντολς".

 -"Οι εντολς; Δεν εμαι…" δστασε ο Νταρο, μη θλοντας να πληγσει τον γρο Κορσικαν. "Εννο, δεν εναι δουλει μου".
 -"Τ! Ποιο εναι το νημα αυτο που λες; Σε καιρ πολμου οι νθρωποι κνουν κθε εδους δουλεις".
 -"Ττε θα περιμνω τη κρυξ του!"
     Ο Μπαλντοτσι γνεψε καταφατικ.

 -"Εντξει, αλλ οι διαταγς υπρχουνε κι αφορονε κι εσνα".
 -"Το πργμα φτιχνει, πως φανεται".
 -"Γνεται λγος για επικεμενη εξγερση. Εμαστε κατ κποιο τρπο κινητοποιημνοι".

     Ο Νταρο συνχιζε να τονε κοιτ επμονα.
 -"κου, γιε μου", επε ο Balducci. "Μου αρσεις και πρπει να καταλβεις. Εμαστε μνο μια ντουζνα στο El Ameur για να περιπολομε σ' ολκερη επικρτεια ενς μικρο τμματος και πρπει να επιστρψω βιαστικ. Μου επαν να σου παραδσω αυτν τον τπο και να επιστρψω χωρς καθυστρηση. Δεν μποροσε να κρατηθε εκε. Το χωρι του εχε αρχσει να μπλκεται ανησυχητικ. θελαν να τονε προυνε πσω. Πρπει να τον πας αριο στο Tinguit, πριν νυχτσει. Εκοσι χιλιμετρα δεν πρπει να ενοχλον να γεροδεμνο τπο σαν εσνα. Μετ απ αυτ, λα θα τελεισουνε, θα επιστρψεις στους μαθητς σου και στην νετη ζω σου".
     Πσω απ τον τοχο ακουγταν το λογο να χλιμιντρζει και να χτυπ τις οπλς του στη γη. Ο Νταρο κοταζε ξω απ το παρθυρο τον καιρ που ξνοιγε και το φως λαμπικριζε σιγ-σιγ πνω απ το χιονισμνο οροπδιο. ταν λο το χινι λιωνε, ο λιος θα ξανατσουροφλιζε τα πτρινα χωρφια. Για μρες, ακμα, ο αμετβλητος ουρανς θα 'ριχνε το ξερ φως του στη μοναχικ κταση που τποτα δεν εχε καμμα σχση με ανθρπινη κατσταση συνθκες διαβιωσης.
 -"Τελικ", επε, γυρζοντας προς τον Balducci, "τ κανε;" Και, πριν ανοξει το στμα του ο χωροφλακας, ρτησε: "Μιλει γαλλικ;"
 -"χι, οτε λξη. Τονε ψχναμε να μνα, αλλ τονε κρβανε. Σκτωσε τον ξδερφ του".
 -"Εναι εναντον μας;".
 -"Δεν νομζω. Αλλ ποτ δεν μπορες να εσαι σγουρος μ' αυτος".
 -"Γιατ σκτωσε;"

 -"Μια οικογενειακ διαμχη, νομζω. Ο νας χρωστοσε στον λλο σιτηρ φανεται. δεν εναι καθλου ξεκθαρο. Με λγα λγια, σκτωσε τον ξδερφ του με λεπδι. Ξρεις, σαν πρβατο... κλτς!"
     Ο Μπαλντοτσι κανε τη χειρονομα σα να τραβοσε μια λεπδα στο λαιμ του κι ο ραβας, που τρβηξε τη προσοχ του, τονε κοταξε με αγωνα. Ο Νταρο νιωσε μια ξαφνικ οργ εναντον του ντρα, εναντον λων των ανθρπων με τη σπια κακα τους, το ακοραστο μσος τους, τη λαγνεα τους για αμα. Αλλ το μπρκι τραγουδοσε στη σμπα. Σρβιρε στο Balducci περισστερο τσι, δστασε, μετ σρβιρε ξαν τον ραβα, που για δετερη φορ, το πιε μανιωδς. Τα σηκωμνα του χρια κνανε τη ζελμπα να πσει ανοιχτ κι ο δσκαλος εδε το λεπτ, μυδες στθος του.
 -"Ευχαριστ, παιδ μου", επε ο Balducci. "Και τρα, φεγω".
     Σηκθηκε και πγε προς τον ραβα, βγζοντας να μικρ σχοιν απ τη τσπη.
 -"Τ κνεις;" ρτησε ξερ ο Νταρο. Ο Μπαλντοτσι, ανσυχος, του δειξε το σχοιν. "Μην ενοχλεσαι".

     Ο γρος χωροφλακας δστασε.
 -"Απ σνα εξαρτται, φυσικ. Εσαι οπλισμνος;"
 -"χω το κυνηγετικ μου πλο".

 -"Πο;"
 -"Στο πορτμπαγκζ".
 -"Πρπει να το 'χεις κοντ στο κρεβτι σου".
 -"Γιατ; δεν χω να φοβηθ τποτα".

 -"Εσαι τρελλς, γιε μου. Αν γνει εξγερση, κανες δεν εναι ασφαλς, βρζουμε λοι στο διο καζνι".
 -"Θα υπερασπιστ τον εαυτ μου. Θα 'χω το χρνο να τους δω να 'ρχονται".
     Ο Μπαλντοτσι γλασε και ξαφνικ το μουστκι κλυψε τα λευκ δντια.
 -"Θα 'χεις χρνο; Εντξει, αυτ ακριβς λεγα. Πντα σουνα λγο... ραγισμνος. Γι' αυτ μ' αρσεις, τσι ταν ο γιος μου". Την δια στιγμ βγαλε το περστροφ του και το 'βαλε στο γραφεο. "Κρτα το!"
 -"Δεν χρειζομαι δο πλα απ 'δ στο El Ameur".

     Το περστροφο λαμπε πνω στη μαρη μπογι του τραπεζιο. ταν ο χωροφλακας στρφηκε προς το μρος του, ο δσκαλος πιασε τη μυρωδι απ αλογσιο δρμα.
 -"κου, Μπαλντοτσι", επε ξαφνικ ο Νταρο, "κθε κομμτι αυτο με αηδιζει και πρτα απ' λα ο συνδελφς σου εδ. Αλλ δεν θα τονε παραδσω. Πολμησε ναι εντξει, αν πρεπε. Αλλ χι αυτ”.
     Ο γρος χωροφλακας στθηκε μπρος του και τονε κοταξε αυστηρ.
 -"Εσαι ανητος", επε αργ. "Οτε εμνα μ' αρσει, δεν συνηθζω να κρεμω
ναν ντρα,-ακμα και μετ απ χρνια ντρπεσαι -ναι, ντρπεσαι. Αλλ δεν μπορες να τους αφσεις να 'χουνε τον τρπο τους".
 -"Δεν θα τονε παραδσω", επε ξαν ο Νταρο.
 -"Εναι εντολ, γιε μου και θα σε αναφρω".

 -"Σωστ. Πες τους αυτ που σου επα: δεν θα τονε παραδσω".
     Ο Μπαλντοτσι κανε ορατ προσπθεια να επιλσει το ξαφνικ πρβλημα. Κοταξε τον ραβα και τον Νταρο. Επιτλους αποφσισε.
 -"χι, δεν θα τους πω τποτα. Αν θες να τον αφσεις, κντο. Δεν θα σε καταγγελω. χω εντολ να παραδσω τον κρατομενο και το κνω. Και τρα θα υπογρψεις αυτ το χαρτ για μνα".

 -"Δεν χρειζεται. Δεν θ' αρνηθ τι μου τονε παρδωσες".
 -"Μην εσαι κακς μαζ μου. ξρω τι θα πεις την αλθεια. Κατγεσαι απ 'δ κι εσαι ντρας. Αλλ πρπει να υπογρψεις, αυτς εναι ο καννας".
     Ο Νταρο νοιξε το συρτρι του, βγαλε να μικρ τετργωνο μπουκλι μωβ μελνι, τη κκκινη ξλινη θκη με το στυλ του λοχα που χρησιμοποιοσε για τη κατασκευ μοντλων τεχνοτροπας κι υπγραψε. Ο χωροφλακας δπλωσε προσεκτικ το χαρτ και το 'βαλε στο πορτοφλι. Μετ προχρησε προς τη πρτα.
 -"Θα σε ξεπροβοδσω και θα σε χαιρετσω", επε ο Νταρο.
 -"χι", επε ο Balducci. "Δεν ωφελε να 'σαι ευγενικς. Με πρσβαλες".
     Κοταξε τον ραβα, ακνητο στο διο σημεο, ξεφσησε με απογοτευση και γρισε προς τη πρτα.
 -"Αντο, γιε μου", επε, κλενοντας τη πρτα πσω του.
     Ο Balducci εμφανστηκε ξαφνικ ξω απ το παρθυρο και μετ εξαφανστηκε. Τα βματ του πνγονταν στο χινι. Το λογο αναδετηκε απ την λλη πλευρ του τοχου κι αρκετ κοτπουλα φτεροκπησαν τρομαγμνα. Μια στιγμ αργτερα εμφανστηκε ξαν ξω απ το παρθυρο οδηγντας το λογο απ το χαλινρι. Προχρησε προς τη μικρ ανηφρα χωρς να κοιτξει πσω και χθηκε απ τα μτια του με το λογο να τον ακολουθε. Μια μεγλη πτρα ακουγταν να κατρακυλ. Ο Νταρο στρφηκε στον κρατομενο, που χωρς να ανακατεεται, δεν πρε ποτ τα μτια του απ πνω του.
 -"Περμενε", επε ο δσκαλος στα αραβικ και πγε προς τη κρεβατοκμαρα. Καθς περνοσε τη πρτα, το ξανασκφτηκε, πγε στο γραφεο, πρε το περστροφο και το 'βαλε στη κωλτσεπη. Μετ, χωρς να κοιτξει πσω, μπκε στο δωμτι του.

     Για αρκετ ρα ξπλωσε στον καναπ βλποντας τον ουραν να σκοτεινιζει σταδιακ, ακογοντας τη σιωπ. ταν αυτ η σιωπ που του φαινταν οδυνηρ τις πρτες μρες εδ, μετ τον πλεμο. Εχε ζητσει μια θση στη μικρ πλη στους πρποδες που χωρζει τα πνω οροπδια απ την ρημο. Εκε, βραχδεις τοχοι, πρσινοι και μαροι στα βρεια, ροζ και στο χρμα της λεβντας στα ντια, σημδεψαν τα σνορα του αινιου καλοκαιριο. Εχε πρει τ' νομ του απ να φυλκιο πιο βρεια, στο διο οροπδιο. Στην αρχ, η μοναξι κι η σιωπ τον εχανε δυσκολψει σ' αυτς τις ερημις που τις κατοικοσανε μνο πτρες. Περιστασιακ, αυλκια δεχνανε προσπθειες για καλλιργεια, αλλ ταν τα εχανε σκψει, εχε αποκαλυφθε να συγκεκριμνο εδος πτρας κατλληλο για οικοδμηση. Το μνο ργωμα εδ ταν η συγκομιδ βρχων.
     Αλλο να λεπτ στρμα χματος συσσωρευμνο στις κοιλτητες θα ξυντανε για να εμπλουτσει τους ασμαντους κπους των χωριν. τσι ταν: γυμνς βρχος κλυπτε τα τρα τταρτα της περιοχς. Οι πλεις ξεπδησαν, κμασαν και μετ εξαφανστηκαν, ντρες πρασαν, αγπησαν ο νας τον λλον πολμησαν πικρ μεταξ τους, μετ πθαναν. Κανες σ' αυτ την ρημο, οτε αυτς, οτε ο επισκπτης του, δεν εχανε σημασα. Κι μως, ξω απ' αυτ την ρημο κανες απ τους δο, ξερε ο Νταρο, δεν θα μποροσε να 'χει ζσει πραγματικ.

     ταν σηκθηκε, δεν ακοστηκε θρυβος απ τη τξη. μεινε κπληκτος με την αμμριστη χαρ που αντλοσε απ την απλ σκψη τι ο ραβας μπορε να 'χε φγει κι τι θα 'ταν μνος χωρς να χρειαστε να πρει τη μεγλη απφαση. μως ο κρατομενος ταν εκε. Απλς εχε ξαπλσει ανμεσα στη σμπα και στο γραφεο. Με τα μτια ανοιχτ, κοιτοσε το ταβνι. Σε κενη τη θση, τα χοντρ χελη του ταν ιδιατερα αισθητ, δνοντς του να βλμμα μουτρωμνο.
 -"λα", επε ο Νταρο. Ο ραβας σηκθηκε και τον ακολοθησε. Στην κρεβατοκμαρα, ο δσκαλος δειξε μια καρκλα κοντ στο τραπζι κτω απ το παρθυρο. Ο ραβας κθισε χωρς να πρει τα μτια του απ τον Νταρο.
"Πεινς;"
 -"Ναι", επε ο κρατομενος.

     Ο Νταρο στρωσε το τραπζι για δο. Πρε αλερι και λδι, πλασε να κικ σ' να τηγνι κι ναψε τη μικρ εστα που λειτουργοσε με γκαζκι. Εν το κικ ψηνταν, βγκε στο υπστεγο για να πρει τυρ, αυγ, χουρμδες και συμπυκνωμνο γλα. ταν ψθηκε το κικ, το 'βαλε στο περβζι του παραθρου για να κρυσει, ζστανε λγο συμπυκνωμνο γλα αραιωμνο με νερ και χτπησε τ' αυγ ομελτα. Σε μια απ τις κινσεις του χτπησε το περστροφο που 'τανε στη δεξι του κωλτσεπη. φησε κτω το μπολ, μπκε στη τξη κι βαλε το περστροφο στο συρτρι του γραφεου του. ταν επστρεψε στο δωμτιο, πεφτε η νχτα. βαλε το φως και σρβιρε τον ραβα.
 -"Φε", επε.
     Ο ραβας πρε να κομμτι απ το κικ, το σκωσε ανυπμονα στο στμα του και κοντοστθηκε.

 -"Κι εσ;" ρτησε.
 -"Μετ απ σνα. Θα φω κι εγ".
     Τα χοντρ χελη νοιξαν ελαφρ. Ο ραβας δστασε και μετ δγκωσε αποφασιστικ την τορτα. Το γεμα τελεωσε, ο ραβας κοταξε τον δσκαλο.
 -"Εσαι ο δικαστς;"
 -"χι, απλ σε κρατω μχρι αριο".

 -"Γιατ τρως μαζ μου;"
 -"Πεινω".
     Ο ραβας σπασε. Ο Νταρο σηκθηκε και βγκε ξω. φερε πσω να πτυσσμενο κρεβτι απ το υπστεγο, το 'στησε ανμεσα στο τραπζι και τη σμπα, κθετα στο δικ του κρεβτι. Απ μια μεγλη βαλτσα που, ρθια σε μια γωνα, χρησμευε σα ρφι για χαρτι, πρε δο κουβρτες και τις τακτοποησε στο κρεβτι. Μετ σταμτησε, νιωσε χρηστος και κθισε στο κρεβτι του. Δεν υπρχε τποτα λλο να κνει να ετοιμσει. πρεπε να κοιτξει αυτν τον νθρωπο. Τον κοταξε, λοιπν, προσπαθντας να φανταστε το πρσωπ του να σκει απ οργ. Δεν μποροσε να το κνει. Δεν βλεπε τποτα παρ τα σκοτειν αλλ γυαλιστερ μτια και το στμα του ζου.
 -"Γιατ τον σκτωσες;" ρτησε με φων που ο εχθρικς τνος της τον εξπληξε.
     Ο ραβας κοταξε αλλο.
 -"Αυτς τρεξε μακρυ. τρεξα πσω του". Σκωσε ξαν τα μτια του στον Ντρου κι ταν γεμτα απ θλψη απ την ανκριση. "Τρα τι θα μου κνουν;"
 -"Φοβσαι;" Δκρυσε, στρφοντας τα μτια του αλλο... "Λυπσαι;" Ο ραβας τον κοταξε με ανοιχτ το στμα. Προφανς δεν κατλαβε. Η ενχληση του Ντρου μεγλωνε. Ταυτχρονα νιωθε βολα και φαντστηκε το σμα του σφηνωμνο ανμεσα στα δυο κρεβτια. "Ξπλωσε εκε κτω", επε ανυπμονα. "Αυτ εναι το κρεβτι σου".
     Ο ραβας δεν κουνθηκε. Φναξε στον Νταρο: "Πες μου!" Ο δσκαλος τον κοταξε. "Ο χωροφλακας θα επιστρψει αριο;"
 -"Δεν γνωρζω."
 -"Θα 'ρθεις μαζ μας;"
 -"Δεν γνωρζω. Γιατ;"
     Ο κρατομενος σηκθηκε και τεντθηκε πνω απ τις κουβρτες, με τα πδια του προς το παρθυρο. Το φως απ τη λμπα πεσε κατευθεαν στα μτια του και τα 'κλεισε αμσως.
 -"Γιατ;" επανλαβε ο Νταρο, ρθιος δπλα στο κρεβτι.
     Ο ραβας νοιξε τα μτια του κτω απ το εκτυφλωτικ φως και τον κοταξε προσπαθντας να μη βλεφαρσει.
 -"λα μαζ μας", επε.
     Στη διρκεια της νχτας ο νεμος δυνμωσε. Οι κτες φτερογισαν λγο και μετ σπασαν. Ο ραβας γρισε στο πλι με τη πλτη στον Νταρο, ο οποος νμιζε τι τον κουσε να γκρινιζει. Μετ κουσε την αναπνο του επισκπτη του να βαρανει ρυθμικ. κουγε αυτ την ανσα τσο κοντ του και συλλογιζτανε χωρς να μπορε να κοιμηθε. Σε αυτ το δωμτιο που κοιμταν μνος του εδ κι να χρνο, αυτ η παρουσα τον ενοχλοσε. Αλλ τον ενχλησε επσης επιβλλοντς του να εδος αδελφοσνης που γνριζε καλ αλλ αρνιταν να δεχτε υπ τις παροσες συνθκες. ντρες που μοιρζονται τα δια δωμτια, στρατιτες αιχμλωτοι, αναπτσσουν μια παρξενη συμμαχα σαν, χοντας βγλει τη πανοπλα τους με τα ροχα τους, να αδελφοποιονται κθε βρδυ, πρα ​​απ τις διαφορς τους, στην αρχαα κοιντητα του ονερου και της κορασης. Αλλ ο Daru τινχτηκε. δεν του ρεσαν ττοιες σκψεις κι ταν απαρατητο να κοιμηθε.
     Λγο αργτερα μως, ταν ο ραβας αναδετηκε ελαφρ, ο δσκαλος δεν κοιμταν ακμα. ταν ο επισκπτης κανε μια δετερη κνηση, ο Νταρο παρμεινε σ' εγργορση. Ο ραβας σηκωνταν αργ στα χρια του με σχεδν τη κνηση ενς υπνοβτη. Καθισμνος ρθιος στο κρεβτι, περμενε ακνητος χωρς να γυρσει το κεφλι του προς τον Νταρο, σαν να τον κουγε με προσοχ. Ο Ντρου δεν κουνθηκε, -μλις του εχε περσει απ το νου πως το περστροφο ταν ακμα στο συρτρι του γραφεου του. ταν καλτερα να δρσει αμσως. Ωστσο, συνχισε να παρατηρε τον κρατομενο, ο οποος, με την δια ολισθηρ κνηση, βαλε τα πδια του στο δαφος, περμενε ξαν και μετ ρχισε να σηκνεται αργ. Ο Νταρο ταν τοιμος να τον φωνξει ταν ο ραβας ρχισε να περπατει, με ναν αρκετ φυσικ αλλ εξαιρετικ σιωπηλ τρπο.
     Κατευθυνταν προς τη πρτα στο τλος του δωματου που νοιγε στο υπστεγο. Σκωσε το μνδαλο με προφλαξη και βγκε ξω σπρχνοντας τη πρτα πσω του αλλ χωρς να τη κλεσει. Ο Ντρου δεν εχε ανακατευτε. "Φεγει", σκeφτηκε απλς. "Καλ ξεμπρδεμα!" Κι μως κουγε με προσοχ. Οι κτες δεν φτεροκπησαν, ο επισκπτης πρπει να βρσκεται στο πλτωμα. νας αμυδρς χος νερο φτασε στ' αυτι του και δεν ξερε τι ταν μχρι που ο ραβας στθηκε πλι στη πρτα, την κλεισε προσεκτικ κι επστρεψε στο κρεβτι χωρς να βγλει τον παραμικρ χο. Ττε ο Νταρο του γρισε τη πλτη κι αποκοιμθηκε. Ακμα αργτερα φαινταν, απ τα βθη του πνου του, ν' ακοει κρυφ βματα γρω απ το σχολεο. "Ονειρεομαι! Ονειρεομαι!" επανλαβε στον εαυτ του. Και συνχισε να κοιμται.

     Στη μση της νχτας, ο Νταρο δεν κοιμταν ακμα. Εχε πει για πνο αφο γδθηκε εντελς. γενικ κοιμταν γυμνς. Αλλ ταν ξαφνικ συνειδητοποησε τι δεν φοροσε τποτα, δστασε. νιωθε ευλωτος και του ρθε ο πειρασμς να ξαναφορσει τα ροχα του. Μετ ανασκωσε τους μους του. λλωστε, δεν ταν παιδ κι, αν χρειαζταν, μποροσε να σπσει τον κθε αντπαλ του στα δυο. Απ το κρεβτι του μποροσε να τον παρατηρσει, ξαπλωμνο ανσκελα, ακνητο ακμα με τα μτια κλειστ κτω απ το τραχ φως. ταν σβησε το φως, το σκοτδι φνηκε να πζει ξαφνικ. Σιγ-σιγ, η νχτα ξαναζωντνευε στο παρθυρο που ο ουρανς χωρς αστρια αναδευταν απαλ. Ο δσκαλος σντομα δικρινε το κοιμισμνο κορμ που βρισκταν στα πδια του. Ο ραβας δεν κουνθηκε, αλλ τα μτια του μοιζαν ανοιχτ. νας αδναμος νεμος τριγυρνοσε γρω απ το σχολεο. σως να διωχνε τα σννεφα κι ο λιος να εμφανιζταν ξαν.
     ταν ξπνησε, ο ουρανς τανε καθαρς. το χαλαρ παρθυρο μπαζε ναν κρο, καθαρ αρα. Ο ραβας κοιμταν, καμπουριασμνος κτω απ τις κουβρτες τρα, με το στμα ανοιχτ, απλυτα χαλαρς. Αλλ ταν ο Ντρου τον ταρακονησε, κοταξε τον Ντρου με γρια ​​μτια σαν να μη τον εχε δει ποτ και με τσο τρομαγμνη κφραση που ο δσκαλος κανε πσω.
 -"Μη φοβσαι. Εγ εμαι. Πρπει να φας". Ο ραβας νευσε ναι με το κεφλι. Η ηρεμα εχε επιστρψει στο πρσωπ του, αλλ η κφρασ του ταν δεια κι τονη.

     Ο καφς ταν τοιμος. Το πιαν καθισμνοι μαζ στο πτυσσμενο κρεβτι καθς τρωγαν τα κομμτια απ το κικ. Ττε ο Νταρο οδγησε τον ραβα κτω απ το υπστεγο και του 'δειξε τη βρση που πλενε. Γρισε στο δωμτιο, δπλωσε τις κουβρτες και το κρεβτι, φτιαξε το δικ του και τακτοποησε το δωμτιο. Μετ πρασε απ τη τξη και βγκε στη βερντα. Ο λιος εχε δη ανατελει στο γαλζιο ουραν, να απαλ, λαμπερ φως λουζε το ρημο οροπδιο. Στη κορυφογραμμ το χινι λιωνε κατ σημεα. Οι πτρες ταν τοιμες να εμφανιστον ξαν. Σκυμμνος στην κρη του οροπεδου, ο δσκαλος κοταξε την ρημη κταση. Σκφτηκε τον Μπαλντοτσι. Τον εχε πληγσει, γιατ τον εχε αποβλει με τρπο σαν να μην θελε να συνδεθε μαζ του. κουγε ακμα τον αποχαιρετισμ του χωροφλακα και, χωρς να ξρει γιατ, νιωθε περεργα κενς κι ευλωτος. Εκενη τη στιγμ, απ την λλη πλευρ του σχολεου, ο επισκπτης βηξε. Ο Νταρο τον κουσε σχεδν ξαλλος με τον εαυτ του και πταξε να βτσαλο που σφριξε στον αρα πριν βυθιστε στο χινι. Το ηλθιο γκλημα αυτο του ανθρπου τον εξργισε, αλλ να τονε παραδσει ταν αντθετο με τη τιμ. Και μνο που το σκφτηκε τον κανε να νισει ταπεινς κι ηλθιος και καταρστηκε ταυτχρονα και τους δικος του που του 'χανε στελει αυτν τον ραβα, τον ραβα που τλμησε να σκοτσει και δεν κατφερε να ξεφγει. Ο Νταρο σηκθηκε, περπτησε γρω στη βερντα συλλογισμνος, στθηκε ακνητος λιγκι και μετ επστρεψε στο σχολεο.
     Ο ραβας, σκυμμνος πνω απ το τσιμεντνιο πτωμα του υπστεγου, πλενε τα δντια του με δο δχτυλα. Ο Νταρο τονε κοταξε κι επε:
 -"λα". Επστρεψε στο δωμτιο μπρος απ τον κρατομενο. βαλε να κυνηγετικ μπουφν πνω απ το πουλβερ του και φρεσε παποτσια για περπτημα στο χινι. ρθιος, περμενε σπου ο ραβας να φορσει το τσετσ και τα σανδλια του. Πγανε στη τξη και ττε ο
δσκαλος του 'δειξε την ξοδο, λγοντας: "Εμπρς". Ο επισκπτης δεν κουνθηκε.
 -"ρχομαι, περμενε", επε ο Νταρο. Ο ραβας βγκε ξω. Ο Νταρο επστρεψε στο δωμτιο κι φτιαξε να πακτο με κομμτια παξιμδι, χουρμδες και ζχαρη. Στη τξη, πριν βγει ξω, δστασε για να δευτερλεπτο μπρος στο γραφεο του, μετ πρασε το κατφλι και κλεδωσε τη πρτα. "Αυτς εναι ο τρπος", επε. Ξεκνησε προς τα ανατολικ, ακολουθομενος απ τον επισκπτη. μως, σε μικρ απσταση απ το σχολεο, νμιζε πως κουσε ναν ελαφρ χο πσω τους. κανε μερικα βματα, εξτασε το περιβλλον του σπιτιο, δεν υπρχε κανες εκε. Ο ραβας τον παρακολουθοσε χωρς να φανεται να καταλαβανει.
 -"λα", επε ο Νταρο.
     Περπατσανε για καμμιν ρα και ξεκουραστκανε δπλα σ' να ασβεστολιθικ βρχο. Το χινι λιωνε λο και πιο γργορα κι ο λιος πινε αμσως τις λακκοβες, καθαρζοντας γργορα το οροπδιο, που σταδιακ στγνωνε και μοιαζε να δονεται με τον αρα. ταν συνχισαν να περπατνε, το δαφος πλον χτυποσε κτω απ τα πδια τους. Απ καιρ σε καιρ κποιο πουλ φτεροκοποσε στο χρο μπρος τους κι φηνε να χαρομενο κεληδισμα. Ο Νταρο εισπνευσε βαθι το φρσκο ​​πρωιν φως. νιωθε κπως συνεπαρμνος μπρος στην απραντη γνριμη κταση, τρα σχεδν εξ ολοκλρου κτρινη κτω απ το γαλζιο θλο του ουρανο. Περπατσανε καμμιν ρα ακμη, κατεβανοντας προς τα ντια.
     Φτσανε σ' υψπεδο αποτελομενο απ κομματιασμνους βρχους. Απ 'κε και πρα, το οροπδιο κατηφριζε, προς τα ανατολικ, προς μια χαμηλ πεδιδα που υπρχανε λγα κωνοφρα δντρα και προς τα ντια, ξεχριζε κανες προεξοχς βρχων που δνανε στο τοπο μια χαοτικ ψη.
Ο Daru ερενησε τις δυο κατευθνσεις. Δεν υπρχε τποτα παρ ο ουρανς στον ορζοντα. Δεν φαινταν νθρωπος. Γρισε προς τον ραβα, που τονε κοιτοσε ανκφραστος. Του 'δωσε το πακτο.
 -"Πρ'το", επε. "Υπρχουν χουρμδες, ψωμ και ζχαρη. Μπορες ν' αντξεις για δυο μρες. Εδ εναι και χλια φργκα". Ο ραβας πρε το πακτο και τα χρματα, αλλ τα κρτησε στα χρια του στο ψος του στθους σα να μην ξερε τι να κνει μ' αυτ που του δνανε. "Κοιτξτε τρα", επε ο δσκαλος καθς δειξε προς την ανατολ, "εκε εναι ο δρμος για το Τνγκουιτ. χεις δυο ρες περπτημα. Στο Tinguit θα βρεις τη διοκηση και την αστυνομα. Σε περιμνουν". Ο ραβας κοταξε προς την ανατολ, κρατντας ακμα το πακτο και τα χρματα στο στθος. Ο Ντρου πρε τον αγκνα του και τον στρεψε μλλον πρχειρα προς το ντο. Στους πρποδες του ψους που στκονταν διακρινταν να αχν μονοπτι.
"Αυτ εναι το μονοπτι στο οροπδιο. Σε μια μρα με τα πδια απ εδ θα βρεις βοσκοτπια και τους πρτους νομδες. Θα σε προυνε και θα σε προστατψουνε σμφωνα με το νμο τους".
     Ο ραβας εχε στραφε τρα προς τον Νταρο κι να εδος πανικο ταν ορατ στην κφρασ του.
 -"κου...", επε. Ο Νταρο κονησε το κεφλι του:
 -"χι, μενε συχος. Τρα σ' αφνω".

     Του γρισε τη πλτη, κανε δυο μεγλα βματα προς το σχολεο, κοταξε δισταχτικ τον ακνητο ραβα και ξεκνησε ξαν. Για λγα λεπτ δεν κουγε τποτα παρ μνο το δικ του βμα ν' αντηχε στο κρο δαφος και δεν γρισε το κεφλι. Λγη ρα αργτερα, μως, γρισε. Ο ραβας ταν ακμα εκε στην κρη του λφου, με τα χρια του κρεμασμνα τρα και κοταζε τον δσκαλο. Ο Ντρου νιωσε κτι ν' ανεβανει στο λαιμ, αλλ κυριρχησε η ανυπομονησα της απφασς του, του 'γνεψε ναν αριστο χαιρετισμ και ξεκνησε ξαν. Εχε δη διανσει κποια απσταση ταν σταμτησε ξαν και κοταξε. Δεν υπρχε πια καννας στο λφο.
     Ο Νταρο δστασε. Ο λιος ταν τρα μλλον ψηλ στον ουραν κι ρχιζε να τονε χτυπ στο κεφλι. Ξανκανε τα δια βματα για την επιστροφ αυτ τη φορ, στην αρχ κπως αββαια, μετ πιο αποφασιστικ. ταν φτασε στο λοφκι, τον λουζε ο ιδρτας. Το ανβηκε σο πιο γργορα μποροσε και σταμτησε λαχανιασμνος στη κορφ. Οι βρχοι στα ντια ξεχριζαν ντονα στο γαλζιο του ουρανο, αλλ στη πεδιδα στα ανατολικ χνιζε η ζστη που εχε ανβει αισθητ. Και μες σ' αυτ την ελαφρι ομχλη, ο Νταρο, με βαρει καρδι, δικρινε τον ραβα που περπατοσε αργ στο δρμο προς τη φυλακ.
     Λγο αργτερα, ρθιος μπρος στο παρθυρο της τξης, παρακολουθοσε το καθαρ φως που λουζε λη την επιφνεια του οροπεδου, αλλ δεν το βλεπε σχεδν καθλου. Πσω του στον μαυροπνακα, ανμεσα στα ελικοειδ γαλλικ ποτμια, απλνονταν τα αδξια λγια γραμμνα με κιμωλα, που μλις εχε διαβσει:
 "Παρδωσες τον αδερφ μας. Θα πληρσεις γι' αυτ".
     Ο Νταρο κοταξε τον ουραν, το οροπδιο και πιο πρα, τις αρατες πλεις που απλνονταν μχρι τη θλασσα. Σ' αυτ το απραντο τοπο που 'χε αγαπσει τσο πολ, τανε μνος...

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers