-

Dali &

-


-








.

--.


.

./.

 
 

 

Márquez Gabriel José García:



                                           Βιογραφικ

    
Ο Γκαμπριλ Γκαρσα Μρκες γεννθηκε στις 6 Μρτη 1928 στην Αρακατκα, να παραλιακ χωρι της Κολομβας, χωρι της μπαννας στη Καραβικ. Γιος του τηλεγραφητ Γκαμπριλ Ελχιο Γκαρσα Μαρτνες και της Λουσα Σαντιγα Μρκες Ιγουαρν, ο μικρς "Γκαμπτο" -πως τον λεγαν οι δικο του- μεγλωσε με τον παππο του, συνταγματρχη Νικολς Ρικρντο Μρκες Μεχα και τη γιαγι του Τρανκιλνα Ιγουαρν Κτες -απ τη πλευρ της μητρας του- ως τα 10 του χρνια ακογοντας τις ιστορες της γιαγις του για φαντσματα και τις ατλειωτες διηγσεις του παππο του για τους εμφλιους πολμους, ιστορες που αποτελον το υλικ των μετπειτα μυθιστορημτων του.
     Τον πατρα του τον γνρισε για πρτη φορ στα 7 και δε μπρεσε ποτ να κερδσει στη καρδι του «Γκμπο» τη θση που του ξιζε. Αυτ τη θση την εχε καταλβει για πντα ο παππος:

  "Ο παππος ταν η πιο σημαντικ μορφ στη ζω μου. Απ ττε που πθανε δεν μου χει συμβε τποτε το ενδιαφρον κι ως και σμερα οι χαρς της ζως μνουν ανολοκλρωτες απλς και μνο επειδ δεν τις ξρει ο παππος".

     Στα παιδικ του χρνια τποτε δεν προμνυε την εξλιξ του σ' ναν απ τους μεγαλτερους λογοτχνες του πλαντη, εκτς σως απ το γεγονς τι λεγε ψματα διασκευζοντας συνεχς τις ιστορες που κουγε στο σπτι. θελε να μεγαλσει και να γνει ντετκτιβ σαν τον Ντικ Τρισι. Εμαθε να διαβζει στα 8 κι επειδ κενη την εποχ η οικογνει του αντιμετπιζε οικονομικ προβλματα κι ο διος τα κατφερνε εξαιρετικ στο σχδιο, κρδισε τα πρτα λεφτ στα 11 ζωγραφζοντας επιγραφς για τον ιδιοκττη ενς γειτονικο καταστματος.
     Τελεινει το σχολεο στη Σιπακιρ και το 1947 μπανει στο Πανεπιστμιο της Μπογκοτ για να σπουδσει Νομικ και Πολιτικς Επιστμες. Τον διο χρνο η εφημερδα Ελ Εσπεκταδρ δημοσευσε το πρτο διγημ του με ττλο "Η Τρτη Παρατηση". Τον επμενο χρνο η Κολομβα εναι καζνι που βρζει κι οι πολιτικς ταραχς τον αναγκζουν να μετακομσει στο Πανεπιστμιο της Καρθαγνης. Παρλληλα ρχισε να γρφει και τις πρτες ιστορες του. Εκε ρχισε να εργζεται ως δημοσιογρφος στην εφημερδα Ελ Ουνιβερσλ.
     Το ταξδι που κανε με τη μητρα του το 1952 για να πουλσουν το σπτι της Αρακατκα τον κανε να αναθεωρσει αυτ που δη εχε γρψει και ν' αρχσει απ την αρχ. Χρειαζταν μως να εξασφαλσει και την επιβωσ του κι τσι συνεργζεται με διφορες εφημερδες και περιοδικ σ' Ευρπη κι ΗΠΑ, ως δημοσιογρφος. Το 1954 εγκαθσταται στη Μπογκοτ, που κερδζει βραβεο για το ργο του "Μια Μρα Μετ Το Σββατο", και δημοσιεει τα "Νεκρ Φλλα", τα "Ανεμοσκορπσματα" και λγον αργτερα τη "Κακι ρα" κι "Η Κηδεα της Μεγλης Μμα".
     Το 1955 τον στλνει στην Ευρπη η εφημερδα του, που τη κλενει αμσως μετ η κολομβιαν κυβρνηση κι τσι περν τα επμενα 3 χρνια κει, που βλπει να διαφορετικ τρπο ζως. Το 1958 παντρεεται τη φαρμακοποι Μερσδες Μπρτσα Πρδο, με την οποα απκτησε 2 γιους και δημοσιεει στο περιοδικ Mito το μυθιστρημ του "Ο Συνταγματρχης Δεν χει Καννα Να Του Γρψει".
     Με την αρχ της κουβανζικης επανστασης, το 1959, που χαιρετστηκε θερμ απ τη λατινοαμερικανικ ιντελιγκντσια, φεγει για να εργαστε στην Αβνα κι επιστρφει ξαν στη Κολομβα το 1961. Την δια χρονι εγκαθσταται με την οικογνει του στο Μεξικ, που εργζεται ως δημοσιογρφος και σεναριογρφος. Το 1965, με το σαρκι τσων ιστοριν και προσπων να τον τρει, αρχζει να βζει στη σειρ τις αναμνσεις του για να γεννηθε 14 μνες αργτερα το αριστοργημ του "Εκατ Χρνια Μοναξι". Στους μνες που χρειαστκανε για να τ' ολοκληρσει, η οικογνεια Μρκες πρασε στιγμς απλυτης φτχειας, βγζοντας στο σφυρ σχεδν τα πντα, μεταξ των οποων το αυτοκνητο κι αρκετ κοσμματα της Μερσδες. Για να μπορσουν να στελουνε τα χειργραφα στον αργεντιν εκδτη βλαν ενχυρο για 50 πσος το πιστολκι για τα μαλλι, το μπλντερ και το φορητ καλοριφρ τους. Το ργο-ποταμς εκδθηκε τελικ κι λλαξε σε μια νχτα τη ζω του τοποθετντας τον επικεφαλς του λατινοαμερικανικο μυθιστορματος και κνοντας τους κριτικος να γρψουν:
   "Ο Μρκες γραψε τον Μμπι Ντικ της λατινοαμερικανικς λογοτεχνας".
     Το δη φανατικ αν τον κσμο κοιν του αυξθηκε καθιστντας τον ναν απ τους πιο πολυδιαβασμνους λογοτχνες της γης και το Νομπλ Λογοτεχνας το 1982 του 'δωσε μιαν επσημη θση στο πνθεον των αθαντων. Στο τερστιο ργο του, συμπεριλαμβνονται επσης και τα μυθιστορματα: "Το Φθινπωρο Του Πατριρχη", "Χρονικν Ενς Προαναγγελθντος Θαντου", "Ο Ερωτας Στα Χρνια Της Χολρας" "Δδεκα Διηγματα Περιπλανμενα", "Περ Ερωτος Κι 'Αλλων Δαιμονων","Ο Στρατηγς Μες Στο Λαβρινθ Του", "Οι Θλιμμνες Πουτνες Της Ζως Μου" κ.. Επσης, χει γρψει ρθρα σε περιοδικ, βιβλα με διηγματα και κινηματογραφικ σενρια.
     Τελευταα αγωνζεται ενντια σε μια βαρι μορφ καρκνου λεμφαδνων κι χει αποσυρθε στη πατρδα του. Πρσφατα κυκλοφρησε το πρτο μρος της αυτοβιογραφας του με ττλο: "Ζω Για Να Τη Διηγομα
ι".
     Πθανε στις 17 Απρλη 2014, σε ηλικα 87 ετν, στη Πλη Του Μξικο που εχε εγκατασταθε απ το 1961.

-------------------------------------------------------------------------------------------

                                  Νοικιζονται νειρα

     Στις εννι η ρα το πρω, εκε που παρναμε το πρωιν μας στη βερντα του ξενοδοχεου Ριβιρα στην Αβνα, να τρομακτικ κμα εμφανστηκε στα καλ καθομενα-η μρα ταν ηλιλουστη και ρεμη-κι ρθε και συντρφτηκε πνω
μας. Σκωσε τα αυτοκνητα που πρναγαν μπροστ στη παραλιακ λεωφρο καθς και μερικ λλα που ταν παρκαρισμνα εκε κοντ και τα τναξε στον αρα κνοντς τα κομμτια στον πλαν τοχο του ξενοδοχεου. ταν σαν μια κρηξη δυναμτη που σκρπισε τον πανικ στους εκοσι ορφους του κτιρου μας, και μετατρποντας το χολ σε να σωρ απ σπασμνα γυαλι που πολλο ενοικιαστς εχαν εκσφεντονιστε στον αρα σαν πιπλα. Μερικο εχαν τραυματιστε απ' το χαλζι των γυαλιν. Πρπει να ταν να παλιρροκ κμα μνημειδους μεγθους: το ξενοδοχεο προστατευταν απ τη θλασσα απ ναν τοχο και τη φαρδι, διπλς κατεθυνσης λεωφρο που περνει μπροστ του, αλλ το κμα εχε ξεσπσει με ττοια δναμη που εξαφνισε το γυλινο χολ.

     Κουβανο εθελοντς, με τη βοθεια των τοπικν πυροσβεστν, ρχισαν να καθαρζουν τις ζημις και σε λιγτερο απ ξι ρες, αφο κλεισαν την πλη προς τη θλασσα κι νοιξαν μια εναλλακτικ εσοδο, λα επανλθαν στη φυσικ τους κατσταση. λο το πρωιν καννας δεν δωσε σημασα στο αυτοκνητο που εχε συντριβε πνω στον τοχο του ξενοδοχεου, πιστεοντας τι ταν να απ τα αυτοκνητα τα παρκαρισμνα στην παραλιακ λεωφρο. Αλλ ταν τελικ νας γερανς το μετακνησε, ανακαλφθηκε το σμα μιας γυνακας, δεμνο στο κθισμα του οδηγο με τη ζνη ασφαλεας.

     Το χτπημα ταν τσο δυνατ στε δεν εχε μενει οτε να κκαλο στο σμα της που να μην ταν σπασμνο. Το πρσωπ της ταν υπερνω αναγνρισης. Αλλ υπρχε να δαχτυλδι στο δχτυλ της, που εχε παραμενει ανπαφο: εχε το σχμα φιδιο με δυο σμαργδια για μτια. Η αστυνομα επε τι ταν η οικονμος του νου πρσβη της Πορτογαλας και της γυνακας του. Στη πραγματικτητα, εχε φτσει μλις πριν δεκαπντε μρες κι εκενο το πρω εχε φγει για την αγορ με το καινοργιο τους αυτοκνητο. Το νομ της δε μου λεγε τποτα, ταν διβασα για το συμβνστην εφημερδα, αλλ εκενο το δαχτυλδι, το σχμα του φιδιο και τα σμαργδια για μτια, με βαλε σε σκψεις. Δυστυχς δεν μπρεσα να μθω σε ποιο δχτυλο το φοροσε.

     ταν μια ουσιδης λεπτομρεια: φοβμουν τι πιθανν να ταν μια γυνακα που ξερα και την οποα ποτ δε θα ξεχσω, ακμα κι αν δεν μαθα ποτ το πραγματικ της νομα. Κι εκενη εχε να δαχτυλδι στο σχμα του φιδιο με σμαργδια για μτια, αλλ πντοτε το φοροσε στο πρτο δχτυλο του δεξιο χεριο, κτι το ασυνθιστο ειδικ ττε. Την εχα συναντσει πριν σαρντα ξι χρνια στη Βιννη, τρωγε λουκνικα και βραστς παττες κι πινε μπρα κατ' ευθεαν απ το βαρλι σε μια ταβρνα που σχναζαν Λατινοαμερικνοι φοιτητς.
     Εκενο το πρω εχα φτσει απ τη Ρμη κι ακμα θυμμαι τη εντπωση που μου εχε κνει το πλοσιο στθος της -λες και ανκε σε σοπρνο- οι χυτς ουρς της αλεπος γρω απ' το κολρο του παλτο της και το αιγυπτιακ δαχτυλδι σε σχμα φιδιο. Μιλοσε στοιχειδη Ισπανικ με μια προφορ μαγαζτορα και κομμνη την ανσα και υποθτω πως θα πρπει να ταν Αυστριακ, η μνη σε κενο το μακρστενο ξλινο τραπζι. Εχα κνει λθος: εχε γεννηθε στην Κολομβα και το διστημα του Μεσοπολμου εχε ταξιδψει στην Αυστρα για να σπουδσει τραγοδι και μουσικ. ταν τη συνντησα πρπει να ταν γρω στα τριντα κι εχε αρχσει να γερνει πριν την ρα της κι τσι ανδιδε κποια μαγεα: κι επσης, ο πιο φοβερς νθρωπος που χω συναντσει ποτ μου.

     Eκενη την εποχ -τλη της δεκαετας του '40- η Βιννη δεν ταν τποτα λλο απ μια παλι αυτοκρατορικ πλη την οποα η Ιστορα εχε υποβιβσει σε μια απμακρη επαρχιακ πρωτεουσα, τοποθετημνη μεταξ των δο ασυμφιλωτων κσμων του δετερου παγκοσμου πολμου, νας παρδεισος για τους μαυραγορτες και τους κατασκπους. Δεν μποροσα να φανταστ περιβλλον που θα ταριαζε πιο πολ στη φυγδα συμπατριτισσ μου, που εξακολουθοσε να τρει στη ταβρνα των φοιτητν, στη γωνι, μνο και μνοn απ νοσταλγα για τις ρζες της, γιατ εχε χρματα περισστερα απ' σα της χρειζονταν για να αγορσει ολκληρη την ταβρνα, συμπεριλαμβανομνων και των φαγητν. Ποτ δε μας επε το πραγματικ της νομα. Πντα αναφερμασταν σ' αυτν με το νομα που εχαν επινοσει γι' αυτν οι Λατινοαμερικνοι φοιτητς: Φρου Φρντα.
     Με το που μας σστησαν διπραξα τη τυχαα απερισκεψα να τη ρωτσω πς βρθηκε σε τοτη τη μερι του κσμου, τσο μακρι και τσο διαφορετικ απ' τα

ανεμοδαρμνα ψη της περιοχς Κουιντο της Κολομβας. Μου απντησε ορθ κοφτ:
 Νοικιζω τον εαυτ μου να ονειρεεται».

     Αυτ ταν το επγγελμ της. ταν το τρτο απ τα ντεκα παιδι ενς ευκατστατου καταστηματρχη απ' τη παλι περιοχ της Κλδας κι απ ττε που μαθε να μιλει, το καθιρωσε ως συνθεια να διηγεται τα νειρ της πριν το πρωιν, ταν, επε, οι δυνμεις της προασθησης ταν στη δυναττερη καθαρτητ τους. ταν ταν επτ χρνων ονειρετηκε τι νας απ τους αδελφος της εχε παρασυρθε απ να μαινμενο χεμαρρο. Η μητρα, απλ και μνο απ νευρικ δεισιδαιμονα, αρνθηκε να επιτρψει στο γιο της να κνει εκενο που απολμβανε πιο πολ απ οτιδποτε λλο: να κολυμπσει στο παραπλσιο φαργγι. Αλλ η Φρου Φρντα εχε δη αναπτξει το δικ της σστημα ερμηνεας των προφητειν της.

 Αυτ που συμβανει στο νειρο», εξγησε, «δεν εναι τι πρκειται να πνιγε, αλλ τι δεν κνει να τρει γλυκ».

     Η ερμηνεα εχε ως αποτλεσμα μια τρομερ τιμωρα, ειδικ για να πεντχρονο αγρι που δεν μποροσε να φανταστε τη ζω του δχως τα γλυκ της Κυριακς. Αλλ η μητρα, επηρεασμνη απ τις μαντικς δυνμεις της κρης της, βεβαωσε τι θα μενε πιστ στη διαταγ της. Δυστυχς, σε μια στιγμ που κανες δεν πρσεχε, ο γιος πνγηκε μ' να γλειφιτζορι που τρωγε κρυφ. Στθηκε αδνατο να τον σσουν.

     Η Φρου Φρντα ποτ δε φαντστηκε τι θα ταν δυνατ να κερδσει τα προς το ζειν απ' το ταλντο της, μχρις του η ζω την ρπαξε απ' το σβρκο κι να βαρ βιεννζικο χειμνα, χτπησε το κουδονι του πρτου σπιτιο στο οποο θελε να κατοικσει. ταν τη ρτησαν τι μπορε να κνει, πρσφερε την απλ απντηση:
 Ονειρεομαι».
     Μετ απ μια σντομη εξγηση, η κυρα του σπιτιο την προσλαβε αντ ενς

μισθο που ταν κτι περισστερο απ χαρτζιλκι αλλ με να πολ καλ δωμτιο και τρα γεματα τη μρα. Πνω απ' λα υπρχε το πρωιν, η ρα εκενη που τα μλη της οικογνειας κθονταν για να πληροφορηθον για το μεσο πεπρωμνο τους: ο πατρας, νας πονηρς rentier, η μητρα, μια εθυμη γυνακα με πθος για ρομαντικ μουσικ δωματου και τα δυο παιδι, ηλικας ντεκα κι εννι ετν. λοι τους ταν θρησκευμενοι κι ως εκ τοτου επιδεκτικο σε αρχακς δεισιδαιμονες. ταν πολ ευχαριστημνοι με την φιξη της Φρου Φρντα στο σπτι τους, υπ τη μνη προπθεση τι κθε μρα θα αποκλυπτε τη μορα της οικογνειας μσω των ονερων της.

     Τα πγαινε θαυμσια, ειδικ κατ τη διρκεια του πολμου που ακολοθησε, ταν η ζω ταν χειρτερη απ οποιοδποτε εφιλτη. Στο πρωιν τραπζι κθε μρα, μνη της αποφσιζε τι θα κανε εκενη τη μρα το κθε μλος της οικογνειας και πς θα το κανε, ως του οι προγνσεις της γιναν η μνη φων εξουσας του σπιτιο. Η κυριαρχα της πνω στην οικογνεια ταν απλυτη: ακμα κι ο πιο ασμαντος αναστεναγμς γινταν πειτα απ εντολ της. Ο πατρας εχε πεθνει λγο πριν φτσω στη Βιννη κι εχε φροντσει ν αφσει στη Φρου Φρντα να μρος της περιουσας του, πλι υπ τον ρο τι θα εξακολουθοσε να ονειρεεται για την οικογνεια μχρις του δε θα μποροσε πια να ονειρεεται.

     Πρασα να μνα στη Βιννη ζντας τη λιτ ζω των φοιτητν εν περμενα χρματα τα οποα ποτ δεν φτασαν. Οι απρσμενες γενναιδωρες επισκψεις της Φρου Φρντα στην ταβρνα μας ταν σαν φιστες στην οτως λλως πενιχρ

κατστασ μας. Μια νχτα -η δυνατ μυρωδι της μπρας πνω μας- μου ψιθρισε κτι στο αφτ με ττοια πειθ που δε μπρεσα να το αγνοσω.

 ρθα εδ ειδικ για να σου πω τι χθες βρδυ σε εδα στον πνο μου», επε. «Πρπει να φγεις αμσως απ' τη Βιννη και να μην επιστρψεις πριν περσουν πντε χρνια».

     Ττοια ταν η πειθ της στε την δια νχτα πρα το τελευταο τρνο για τη Ρμη. τρεμα τσο που πιστεω τι επζησα μιας καταστροφς που δε συνντησα. Μχρι σμερα δεν χω πατσει το πδι μου στη Βιννη.

     Πριν το συμβν στην Αβνα συνντησα λλη μια φορ τη Φρου Φρντα, στη Βαρκελνη, σε μια συνντηση τσον απρσμενη που μου φνηκε εξαιρετικ μυστηριδης. ταν η μρα που ο Πμπλο Νεροδα βαλε το πδι του σε ισπανικ χμα για πρτη φορ απ' τον εμφλιο πλεμο, κατ τη διρκεια μιας στσης ενς μεγλου θαλασσινο ταξιδιο προς το Βαλπαρασο της Χιλς. Πρασε το πρωιν του μαζ μας, κυνηγς σε παλι βιβλιοπωλεα, αγορζοντας τελικ να ξεθωριασμνο βιβλο με σκισμνα εξφυλλα για το οποο πρπει να πλρωσε το αντστιχο μισθο δο μηνν του Χιλιανο πρξενου στο Ρανγκον. Περπατοσε οκνηρ σαν νας ελφαντας που εχε ρευματισμος, δεχνοντας παιδικ ενδιαφρον για τον εσωτερικ μηχανισμ του κθε πργματος που αντκριζε. Ο κσμος του φαινταν σαν να γιγντιο ρολι-παιχνδι.

     Δεν ξρω κανναν που να χει προσεγγσει τσο πολ την ιδα του Ππα της Αναγννησης-αυτ το μγμα λαιμαργας και λεπττητας -ο οποος, ετε το 'θελε ετε χι, θα κυριαρχοσε και θα προδρευε σε οποιοδποτε τραπζι. Η Ματλδη, η γυνακα του, τον τλιξε σε μια σαλιερτσα που μοιαζε πιο πολ με ποδι απ κουρεο παρ με πετστα εστιατορου, αλλ ταν ο μνος τρπος να τον προφυλξει απ' το να βουτηχτε στις σλτσες. Εκενη τη μρα ο Νεροδα φαγε τρεις ολκληρους αστακος, διαμελζοντς τους με την ακρβεια ενς χειρουργο, εν ταυτχρονα καταβρχθιζε με τα μτια τα πιτα λων των λλων, ως του δεν μποροσε πια ν' αντισταθε και τσιμποσε απ' το κθε πιτο με μιαν απλαυση και μια ρεξη που λοι τη βρκαν κολλητικ: μδια απ τη Γαλικα, αγριχηνες απ την Κανταμπρα, μεγλες γαρδες απ την Αλικνδη, ξιφα απ τη Κστα Μπρβα. Στο μεταξ μιλοσε ακατπαυστα, ακριβς πως οι Γλλοι, για μαγειρικς απολασεις, ειδικ για τα προστορικ οστρακοειδ της Χιλς που ταν ο ρωτας της καρδις του. Και ττε ξαφνικ σταμτησε να τρει, πιασε τα αφτι του πως τις αντνες ενς αστακο, και μου ψιθρισε:

 Υπρχει κποιος πσω μου που μ' χει καρφσει με τα μτια του».
     Κοταξα πνω απ' τον μο του. ταν αλθεια. Τρα τραπζια πιο πσω, μια γυνακα, χωρς ντροπ, μ' να παλιομοδτικο τσχινο καπλο κι να μοβ μαντλι, μασοσε αργ το φαγητ της με τα μτια της καρφωμνα στον Νεροδα. Την αναγνρισα αμσως. ταν μεγαλτερη και πιο χοντρ, αλλ ταν εκενη, με το δαχτυλδι στο σχμα του φιδιο στο πρτο της δχτυλο. Εχε ταξιδψει στο διο πλοο με τους Νεροδα απ τη Νπολη, αλλ δεν εχαν συναντηθε στο πλοο.
     Τη καλσαμε για καφ και τη παρακλεσα να μας μιλσει για τα νειρ της, μνο και μνο για να διασκεδσει τον ποιητ. Αλλ ο ποιητς δεν τα τρωγε αυτ, ανακοιννοντας μονομις τι δεν πστευε στη μαντικ ικαντητα των ονερων.

 Μνον η ποηση εναι μντις», επε.

     Μετ το γεμα και την αναπφευκτη βλτα στη Ρμπλας, εσκεμμνα βρθηκα με τη Φρου Φρντα, τσι για την ανανωση της φιλας μας, χωρς να μας ακονε οι λλοι. Μου επε τι εχε πουλσει την περιουσα της στην Αυστρα κι χοντας αποσυρθε στο Πρτο, στην Πορτογαλα, τρα μενε σε μια απομμηση κστρου στην κρη ενς γκρεμνο απ' που μποροσε κι βλεπε ολκληρο τον Ατλαντικ ως την Αφρικ. ταν ολοφνερο, αν και δεν το επε ξεκθαρα, τι απ νειρο σε νειρο κατληξε να κληρονομσει ολκληρη την περιουσα των κποτε απθανων Βιεννζων εργοδοτν της.

     Ακμα κι αυτ δε με εντυπωσασε, μνο και μνο γιατ πντα νμιζα τι τα νειρ της δεν ταν τποτε λλο παρ να τχνασμα για να τα βγζει πρα. Της το δλωσα. Γλασε με το ψετικο γλιο της.
 Εσαι τσον αναιδς σο σουν πντα», επε.
     Οι υπλοιποι της παρας εχαν σταματσει και περμεναν τον Νεροδα που τρα μιλοσε σαν παπαγλος σε χιλιανικ αργκ, στο παζρι των πουλιν. ταν ξανπιασαν την κουβντα η Φρου Φρντα εχε αλλξει θμα:
 Επ τη ευκαιρα», επε, «μπορες να επιστρψεις στη Βιννη αν θλεις». Ττε κατλαβα τι εχαν περσει δεκατρα χρνια απ τη πρτη μας συνντηση.

 Ακμα κι αν τα νειρ σου δεν εναι αληθιν, ποτ δε θα επιστρψω», της επα, «μπως και...»

     Στις τρεις χωρσαμε για να συνοδψω τον Νεροδα στην ιερ του σιστα που την κανε στο σπτι μας, ακολουθντας μερικς επσημες προπαρασκευαστικς τελετουργες που, για κποιο λγο, μου θμισαν την ιαπωνικ τελετ του τσαγιο. Μερικ παρθυρα πρεπε να ανοξουν, λλα να κλεσουν -η ακριβς θερμοκρασα ταν ουσιδης- και μνο κποιο εδος φωτς απ κποια κατεθυνση ταν ανεκτ. Και ττε: απλυτη σιωπ. Ο Νεροδα κοιμταν αμσως και ξυπνοσε δκα λεπτ αργτερα, πως κνουν τα παιδι. Εμφανστηκε στο λιβινγκρομ, φρσκος-φρσκος, το μονγραμμα απ' τη μαξιλαροθκη χαραγμνο στο μγουλ του.

 Ονειρετηκα τη γυνακα που ονειρεεται», επε. Η Ματλδη του ζτησε να μας πει το νειρ του. «Ονειρετηκα τι με ονειρετηκε», επε.
 Ακογεται σαν τον Μπρχες», επα. Με κοταξε κπληκτος.
 Το 'χει γρψει κιλας»;
 Αν δεν το 'χει γρψει θα το γρψει κποια μρα», επα. «Θα εναι νας απ τους λαβυρνθους του».

     Με το που επιβιβαστκαμε στις ξι εκενου του απογεματος, ο Νεροδα μας χαιρτησε, πγε να καθσει σ' να απμακρο τραπζι κι ρχισε να γρφει στχους με την δια πνα πρσινου μελανιο που χρησιμοποιοσε για να σχεδιζει λουλοδια, ψρια και πουλι στις αφιερσεις που υπγραφε στα βιβλα του. Με την πρτη αναγγελα της αποββασης ψξαμε για τη Φρου Φρντα και τελικ, κει που νομζαμε τι δε θα τη βρσκαμε, την εδαμε στο κατστρωμα της τουριστικς θσης. Κι εκενη εχε μλις σηκωθε απ' τη σιστα της.

 Ονειρετηκα τον ποιητ σας», μας επε. Κατπληκτος της ζτησα να μου πει το νειρο. «Ονειρετηκα τι με ονειρευταν», επε και το δσπιστο βλμμα μου τη σστισε. «Τ περιμνεις; Καμι φορ στα νειρα πρπει να υπρχει και κποιος που να μην χει καμι σχση με την πραγματικ ζω».

     Ποτ δεν την ξαναεδα, δεν την βαλα στο νου μου μχρι που κουσα για το δαχτυλδι σε σχμα φιδιο στο δχτυλο της γυνακας που πθανε στη θαλσσια συμφορ στο ξενοδοχεο Ριβιρα. Δεν μπρεσα ν' αντισταθ και σε μια διπλωματικ δεξωση μετ λγους μνες ρτησα τον πρσβη της Πορτογαλας. Ο πρσβης μο μιλοσε γι' αυτ μ ενθουσιασμ και τρομερ θαυμασμ.
 Δεν μπορες νο φανταστες πσο ασυνθιστη ταν», επε. «Θα σου ταν αδνατο να αντισταθες, θα γραφες μιαν ιστορα γι' αυτ». Και συνχισε στο διο πνεμα με μερικς τυχαες, εκπληκτικς λεπτομρειες, αλλ χωρς να φανεται το τλος πουθεν.
 Πες μου ττε», επα τελικ, διακπτοντς τον, «τ ακριβς κανε»;

 Τποτα!», μου απντησε, υψνοντας τους μους ως νδειξη παρατησης. «βλεπε νειρα».

                                                               

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers