-

Dali &

-


-








.

--.


.

./.


 
 

.  

Nin Anais:

     εδ το  --->   Βιογραφικ
___________________________

παινοι για την Αυλητρδα

     Εναι η λιγτερο γνωστ απ τις μυθοπλασες της Anaïs Nin. Δημοσιετηκε σε μια κδοση πντε αντιτπων το 1950, περιχει δο ιστορες: τη Ζω στην Provincetown, που δεν εμφανστηκε ποτ σ' ντυπη μορφ, και τη Marcel, που επιμελθηκε σημαντικ για να συμπεριληφθε στο Δλτα της Αφροδτης της Νιν (1977). Τρα, η Sky Blue Press που το 2007 δημοσευσε ν λλο απ τα πιο σπνια κεμεν της, The Winter of Artifice (1939) -προσφρει μια να κδοση του Auletris. Ενδιαφρον για τους θιαστες της ερωτικς -καθς και για ορισμνους γενικος αναγνστες και μελετητς- η δημοσευσ του εναι να σημαντικ γεγονς.
  ---Benjamin Franklin V, που γρφει για τη Nin απ τη 10ετα του '60.

     Αυτς οι ιστορες απολαμβνουν σαρκδεις εμπειρες βασανιστικς λαχτρας, εξασιου πνου και τολμηρς θησης των ορων. Η Νιν δεν πτοεται απ τποτα. Στη πραγματικτητα, η τολμηρ της εξερενηση του ταμπο υπερβανει κατ πολ αυτ των λλων ερωτικν συλλογν της. Φτιχνει μορφες σκηνς, χαρακτρες κι επιθυμες με νστιμα λγια, εν παρασρει τον αναγνστη σε κσμους ξεφτλας, που θα μποροσαν να αποκαλψουν τις δικς τους μυστικς ορμς. Δεν φαντζεται απλς να ιδανικ σεξουαλικ σενριο, αλλ μλλον απεικονζει πολλς πιθαντητες. 
 ---Jessica Gilbey, University of Western Sydney

     Πσο αγν εναι η Nin στην Auletris, πσο ανοιχτ σε κθε σεξουαλικ κφραση και πσο βαθι εναι τοιμη να κοιτξει, να δει, να μην απομακρυνθε ποτ απ το ανθρπινο, το παραβατικ, τον πλοτο της σεξουαλικτητας. Η ποηση ξεχνεται απ αυτν, τσο παθιασμνη, γεμτη χρμα, αισθησιασμ και ζω. Τι πλοσια γραφ… ο κσμος δχεται μια νστιμη, λογοτεχνικ απλαυση.
  ---Lana Fox, συνιδρυτς του Go Deeper Press


____________________________


==========================


Αυλητρδα: 1ο Μρος


                          Η Ζω Στη Πρβιντενς

           "Η γλσσα εναι γυναικεο πλο". Καντρμπουρυ

     Στον μακρ κεντρικ δρμο που εκτενεται κατ μκος του περιγρμματος του κλπου, Πορτογλοι ψαρδες κθονται σε κκλους σαν τους Ιταλος και κουβεντιζουν. Πσω απ τα σπτια στον κεντρικ δρμο υπρχουν προβλτες που προβλλουν στο νερ σε διφορα μκη. Σε αυτς τις αποβθρες βρσκονται οι καλβες, οι παργκες, που κποτε χρησιμοποιοσαν οι ψαρδες για να φυλξουν τα δχτυα, τα εργαλεα και τις βρκες που πρεπε να επισκευαστον. Εδ ζουν οι καλλιτχνες. Οι στγες εναι κορυφς και δοκρια. λα εναι φτιαγμνα απ ακατργαστο ξλο σαν το εσωτερικ κποιου παλιο πλοου. Στη παλρροια το νερ τρχει κτω απ τις αποβθρες, στην μπωτη εκθτει μια μεγλη κταση μμου. Οι τοχοι εναι λεπτο. Μπορε κανες να ακοσει τα πντα. Συχν οι αποχρσεις δεν εναι πεσμνες και μπορε κανες να δει τα πντα. Δεν υπρχουν κηδεμνες, κανες να πει: σταματστε τον θρυβο για να δετε πτε γυρζει κανες σπτι. Χωρς επιθεωρητς, ιδιοκττες σπιτιν. Μνο οι μοναχικς αποβθρες, στο σκοτδι τη νχτα, ο χος του νερο και τα μικρ στραβ στοντιο που μοιζουν με παργκες που καταλαμβνονται απ διφορους ανθρπους.
Η πλη εναι γεμτη στρατιτες, νατες και μορφα κορτσια απ τη Πορτογαλα... και καλοκαιρινος επισκπτες με σορτς. Υπρχει μια ταινα, να μπαρ που δεν γνονται δεκτς γυνακες και πολλ νυχτεριν κντρα.

     Σε να στοντιο ζοσε να απ τα μοντλα του καλλιτχνη, του οποου το στμα ταν τσο μεγλο, τσο γεμτο, τσο προεξχον, που δεν μποροσε κανες να δει τποτα λλο. ταν κοταξε να, μποροσε κανες να προσξει μνο το στμα, σαν το στμα ενς νεφρο. Ρχτηκε πολ βαρι, και μετ κανε λευκ ποδρα το πρσωπ της, τσι στε το στμα να ξεχωρζει ακμα περισστερο και να μπορε να επισκισει το υπλοιπο πρσωπο και ακμη και το σμα. Καθς κποιος ξερε τι ταν μοντλο, πολ γνωστ στο Village της Νας Υρκης, υπθεσε τι εχε μορφο σμα, αλλ κατ κποιον τρπο κοταζε μνο το στμα. Κπως τσι φανταζταν το λλο στμα εξσου πλοσιο, εξσου προεξχον. Ακριβς πως νιωθε κανες τι τα λεπτ στματα των πουριτανν γυναικν πρεπε να εναι τα ακριβ αντγραφα της σεξουαλικτητας τους με τα λεπτ χελη.
     Αυτ το στμα φοροσε να φλεγμενο κκκινο μαγι απ το πρω μχρι το βρδυ. μενε μνη με τις σκις πντα ψηλς. Θα μποροσε κανες να παρακολουθσει το φρεμ της το πρω. Την βλεπε κανες να κοιμται, πρτα απ λα, αργ το πρω, απλωμνη στο κρεβτι της με μεγλη αταξα. Ττε ταν που ταν μνη. Σπνια ταν μνη. Πολ συχν ξπλωνε στο κρεβτι εντελς κρυμμνη απ κποιο βαρ χρι το σμα ενς νδρα...
     Κοιμθηκαν σαν να εχαν τσακωθε κι ταν εξαντλημνοι. Κοιμθηκαν λο το πρω, ο νας στην αγκαλι του λλου. Κλειδωμνοι πως ταν, τανε δσκολο να φανταστε κανες τι αυτ η κλειδωμνη αγκαλι ταν μνο προσωριν. Το επμενο βρδυ θα ταν νας διαφορετικς νθρωπος. Το μοντλο εχε ναν τσο απλ τρπο να λσει το πρβλημ του. ταν εδε ναν μορφο ντρα στο δρμο, πρασε το χρι της μσα απ το δικ του, κοταξε το πρσωπ του, χαμογελντας, και επε: «Γεια». τανε τσο απλ. Σπνια της διναν να κρο γεια λγω του στματς της.
     Ξεκλειδνοντας τον εαυτ της απ την αγκαλι του νυχτερινο της επισκπτη, τρεχε στη δουλει της ως μοντλο, τσι λοι στην Provincetown γνριζαν το σμα της λγο πολ απ κοντ. Τα μαθματα ζωγραφικς το γνριζαν απ πολωρη περισυλλογ κι η υπλοιπη πλη, απ ττοιες περιδους πως ανφερα.
     Ο μνος που δεν μποροσε να παρασρει τσο εκολα στο δωμτι της ταν ο διος της γετονας, το πιο μορφο αγρι σε λη την πλη, ο γιος ενς Πορτογλου ψαρ, τρα καπετνιος ενς ιστιοπλοκο γιοτ που πγαινε τους επισκπτες γρω απ το Ακρωτρι τη νχτα για να δολριο. Κοιμθηκε δπλα της. Πριν την δει, εχε ακοσει λη τη φασαρα στο δωμτι της. το προηγομενο βρδυ, εχε ακοσει να ιδιατερο γρλισμα ικανοποησης απ κποιο βαρ σμα και μετ το χαρομενο γλιο μιας γυνακας, να ττοιο γλιο που δεν εχε ακοσει ποτ. Αρχικ, δεν εχε ακοσει ποτ για γυνακα που γελοσε εν κανε ρωτα. Πντα γνονταν τσο σοβαρο κι ντονοι, οι πιο γκι απ αυτος. Εχε γνωρσει πολλ στη ναυτικ του ζω. Πντα σοβαρεονταν. Ποτ δεν χαμογλασε, λες και το να κνεις ρωτα, ακμα και μ' να ξνο, ταν μια ντονη υπθεση, που δεν πρπει να του φρονται ελαφρ. Η ευχαρστησ τους τανε πντα σαν απλαυση ζου, σκοτειν μλλον, με παρξενους χους. Τα ζα δεν γελον. Οι γυνακες γνονταν ζα τη νχτα, σγουρα, πως μας λεγαν αυτο οι θρλοι. Περισστερο ακμη κι απ τους νδρες.
     χι μως το πλουσιστομο μοντλο. Γλασε σαν γαργαλητ νφος. Κθε χδι την κανε να γελ σεμνα. Κι υπρχε να διαφορετικ εδος γλιου για κθε μρος του σματος. Ξαπλωμνος στο σκοτδι, στην λλη πλευρ του τοχου, μποροσε σχεδν να μαντψει πο την γγιζαν. Στην αρχ ταν τα πδια της, σγουρα και τη γαργαλοσε γιατ γελοσε. Πρπει να ταν μνο τα εξωτερικ μρη του σματς της, γιατ γλασε χαρομενα, ανλαφρα. Ο ντρας μαζ της πρπει να γγιζε τα πλευρ, τους μους, τα χρια, τα πδια της. Ξαφνικ, το γλιο της λλαξε. ταν ρυθμισμνη σαν να την πληγνει ελαφρ κι ταν τι γινταν ευλωτη, μποροσε να πει. Γλασε σαν κποιος που βυθστηκε σε πολ κρο νερ και λαχανιστηκε, και μετ νιωσε τη ζεστ αντδραση κι απολμβανε τη να ασθηση.
     Γλασε λες και η ηδον ταν καινοργια και ρχισε να την εισβλλει. Αχ.....αχχ..... ακοστηκε η φων της στο σκοτδι. Αν μποροσε να δει την κνηση της, δεν θα εχε τσο ξεκθαρα επγνωση της ευχαρστησς της. νιωσε αυτ την ευχαρστησ της να κυματζει στους μυς του. Οι τοχοι ταν τσο λεπτο που τα νιωθε λα στο σμα του. Αχ.....αχχ.....επικρτησε σιωπ. Αυτ η σιωπ τραξε περισστερο απ οτιδποτε λλο τους Πορτογλους. Τι θα μποροσε να την κρατσει τσο ακνητη, μετ τον κυματισμ και την ανοιχτ ευχαρστησ της; Ποιο χδι θα μποροσε να τη σωπσει ξαφνικ σαν να ταν πολ βαθ για να προκαλσει μια εξωτερικ απδειξη χαρς; Προσπθησε να θεοποισει. ξερε τι ταν γυμν, γιατ την εχε ακοσει να λει: «Ας βγλουμε λα μας τα ροχα». Τι της κανε ο ντρας; Χωρς χο. Ο Πορτογλος νιωσε κυματισμος να καλπτουν το δυνατ, σκορο κορμ του. νιωθε κοντ σε να μυστριο. Περμενε τι θα φναζε κθε στιγμ απ την ασυγκρτητη κσταση. Αντθετα, βγκε απ το σκοτδι, να μακρ, παρατεταμνο χαμηλ γλιο, αυθρμητο, πλοσιο, χαμηλ, σεμνο...
     Το λλο στμα -σγουρα ο ντρας εχε ανοξει το δρμο του στο λλο στμα, το πλοσιο, χοντρ, πλοσιο σεξουαλικ στμα που φερε σχεδν εκτεθειμνο για να το δουν λοι στο δδυμο στμα του προσπου της... για να δουν λοι το πχος και την πληρτητα των σεξουαλικν της συναισθημτων...ριμα και ανοιχτ και κκκινα... Αχ..... Αχ..... ακοστηκε η φων. Η σρκα χαραμστηκε απ την επθεση του ντρα, υποχωρντας, και με εντερικς κραυγς που αποκλυπταν τις ωθσεις που της γιναν, κθε θηση συνοδευταν απ μια μακρ αχχχχχχ.....αχχχχχχχχ ηδονς, μχρι που η φων της βολιαξε.
     Και μετ πλι σιωπ. Και ττε ακοστηκε η φων σαν να ταν ξαφνικ τραυματισμνη βαια. Αχχ......... Το σμα του Πορτογλου καιγταν, βασανιζταν απ επιθυμα. Κθε κλμα της γυνακας σκωνε το πος του στο σκοτδι. Και πς κηκε. λος ο νεμος και ο λιος που το εχαν χτυπσει, το κρο και η ζστη, το αλμυρ νερ, συνβαλαν στο να γνει σταθερ και αλμυρ και σφριγηλ, και τρα στεκταν υψωμνο στο σκοτδι, χοροπηδντας σε κθε αλλαγ της φωνς της γυνακας. ταν ρθε το τελευταο της κλμα, σχεδν νμιζε τι θα ερχταν κι εκενος, τσο πυρετδης και τεντωμνος ταν, κουγε αυτ τη σκην και φανταζταν λες τις εξελξεις...
     Σιωπ τρα. Πρπει να τους πρε ο πνος. Ο Πορτογλος δεν μποροσε να κοιμηθε. Σηκθηκε και γλστρησε στο παντελνι του. νοιξε τη πρτα της οθνης του στοντιο του. Υπρχε να φως δπλα. Οι αποχρσεις ζωρεψαν κι εκε ξπλωσε, γυμν και κοιμισμνη, με τον ντρα πεσμνο πνω της. σο κι αν την επιθυμοσε και τρα τανε κθε στιγμ της μρας και της νχτας, ταν την βλεπε να περπατ, τσο γυμν με το μαγι της που μποροσε να δει τις κατσαρς ηβικς τρχες να προεξχουν σε κθε πλευρ του στενο σλιπ της. τσο γυμν που οι ιμντες πεφταν συχν απ τους μους της και αποκλυπταν το μισ της στθος... ωστσο δεν μποροσε να γνει νας απ εκενους τους αννυμους ντρες που λοι μποροσαν να της προσφρουν ευχαρστηση. Δεν μποροσε να πισει τον εαυτ του να πρει αυτ το σμα που ανκε σε λους και μποροσε να απολασει τα χδια κανενς εξσου. Αυτ τον κρτησε πσω. Και τ δυσκολα εχε στο να εναι συγκρατημνος μαζ της και μως να πρπει να ακοει σχεδν κθε βρδυ την δια σκην.
     ταν ακοραστη... «Εναι νυμφομανς», σκφτηκε. «Δεν της φτνει ποτ… εναι να τρας… Δεν θλω να αγαπσω να τρας σαν αυτ. Εναι σαν το στμα της, μεγλη και αδηφγα και πντα πεινασμνη. Δεν θα μποροσα ποτ να την κρατσω για τον εαυτ μου...»
     Δεν εναι αυτ που σκφτηκε. νιωθε κατ κποιον τρπο, τι ακριβς δπλα της ζοσε η πιο δυναμικ απ λες. νιωσε το σθνος του. Δεν μποροσε να διαλσει την αντστασ του. Και μετ με μια γυναικεα διραση μντευε τι τον κρατοσε μακρι της. Αποφσισε να του θυσισει τις μρες της ευχαρστησς της. νιωθε σγουρη το σχδι της. Ξαφνικ δεν ρθε κανες να τη δει. Κθε βρδυ κουγε και δεν ακουγταν ρωτας.
     Ξπλωσε στο κρεβτι της και την κουγε να γυρζει. Μποροσε να ακοσει τις καρφτσες στα μαλλι να πφτουν στο πτωμα ταν λυνε τα μαλλι της. χι μως ρωτες. Αυτ ταν που τον ιντριγκρει. ρχισε να τη σκφτεται λο και περισστερο.

     να βρδυ την κουσε να αναστενζει. Δεν μποροσε να κοιμηθε. Ανβασε λγο τη φων του και επε: «Γιατ αναστενζεις»;

«Εμαι εδ μνη και θυμμαι μια τρομερ ιστορα που κουσα σμερα. Συνντησα μια γυνακα στην παραλα που μου μλησε. ταν μια περεργη, μορφη γυνακα, πολ δεμνη. Τα χρια της τρεμαν λη την ρα. Αρχσαμε να μιλμε. Μου περιγραψε τον γιο της. ταν ταν δεκατριν ετν ταν να μορφο αγρι με μακρις βλεφαρδες σαν κορτσι, λεπτ σμα, λεπτ σοδει με σγουρ κασταν μαλλι. ταν ξυπνος και λαμπρς.
Ζοσαν στο Παρσι. Το αγρι αγαποσε ασυνθιστα το διβασμα. Ειδικ οι ποιητς. Στα δεκατρα εχε δη δοκιμσει να καπνσει και να πιει... ακμα και ναρκωτικ. Αλλ η μητρα του δεν ξερε τποτα γι' αυτ. Μια μρα μνος στο διαμρισμα της σοφτας που μεναν μαζ, εν η μητρα ταν ξω, (και μενε λο το βρδυ ξω πνοντας), εκενος παιζε να κρεμιται. Μλις εχε διαβσει τη ζω ενς ποιητ που κρεμστηκε σε ναν φρχτη. Το αγρι πρασε το βαρ κορδνι γρω απ να απ τα δοκρια και στθηκε σε να κουτ και δεσε το κορδνι γρω απ το λαιμ του. Του ρεσε να φαντζεται την ιδα να πεθνει και να μετανινει βαθι. Του ρεσε να φαντζεται πς θα νιωθε η μητρα του, εν τρα αντιμετπιζε κθε μρα να εδος εγκατλειψης. Λοιπν, σφιξε το σχοιν γρω απ το λαιμ του, απλ παζοντας και ττε αυτ που νιωσε εκενη τη στιγμ ταν τσο εκπληκτικ: νιωσε ευχαρστηση, μια ευχαρστηση που πρασε απ το σμα του, μια ασθηση που δεν εχε γνωρσει ποτ, η οποα ξεκνησε απ εκε που ορησε και μετ απλθηκε σε λο του το σμα. Κρτησε μνο σο το σχοιν ταν σφιχτ γρω απ το λαιμ του. Αυτ η ανακλυψη τον εξπληξε και τον τρμαξε. φησε το σκοιν και γρισε στα βιβλα του αναψοκοκκινισμνος και αναστατωμνος. Δεν μποροσε να το πιστψει. Περεργο τι εκε που ταν πριν το λιγοστ σεξ του υπρχαν μεγλες αναταραχς σαν να γμιζε με μια να θηση, και αυτ ταν να μην ουρσει. να εδος χυμο ανβαινε και το σκωνε και το σκλρυνε, ακριβς τη στιγμ που το κορδνι εχε σφξει γρω απ το λαιμ του. Το αγρι δεν επε σε κανναν για αυτ. θελε να βεβαιωθε τι ταν αληθιν. Πρασε μια ανσυχη νχτα νομζοντας τι το εχε ονειρευτε και τι την επμενη μρα δεν θα ζοσε την δια ευχαρστηση. Περμενε υπομονετικ μχρι το επμενο βρδυ, ταν η μητρα του ταν ξαν ξω, και μετ σκαρφλωσε στο κουτ του σαπουνιο του και βαλε τη θηλι γρω απ τον λεπτ λαιμ του και τρβηξε ελαφρ. Η ασθηση επστρεψε. ταν το κορδνι ταν σφιγμνο, συνβαινε κτι νστιμο και εξευτελιστικ στην περιοχ του φλου του, κτι που δεν νιωθε ποτ πριν και που ταν μεγαλτερη απλαυση απ αυτ του ποτο. Το χρηκε αυτ για λγα λεπτ και μετ σταμτησε γιατ το αμα τρεχε στο κεφλι του και τον πονοσε ο λαιμς. Αλλ για αρκετς νχτες το βωσε αυτ, περιμνοντας πντα να βεβαιωθε τι ταν αληθιν κι τι εξαρτιταν απ το σχοιν. Προσπθησε να κρατσει. Στθηκε εκε και τρβηξε το κεφλι του προς τα κτω, με το σχοιν να σφγγει, και παρακολοθησε το διο του το σμα μσα στην κσταση της στσης του. Το πρσωπο εχε μπουκσει, αλλ ο πνος γρω απ το λαιμ του δεν τον περαζε. Η ευχαρστηση ρχιζε πντα αργ, πως το κρασ, ζεστασι, ττε να υγρ ρμησε στο φλο και το γμισε σα πολτιμο λικρ κι η αυστηρτητα ταν συναρπαστικ και τον γμιζε με την επιθυμα, ασαφ και μυστηριδη, που δεν μποροσε να εκπληρσει. λα αυτ ταν κτι μυστριο για εκενον. Φοβταν να το πει στη μητρα του ακμα και στους συντρφους του. νιωθε τι εχε κνει μια ανακλυψη. Η ευχαρστηση ταν τσο τερστια που σχεδν ζλευε να τη μοιραστε. νιωθε ασαφς τι θα τον μλωσαν πολ, περισστερο απ ,τι για το κπνισμα το ποτ. Η νταση που προκλθηκε ταν τσο μεγλη που κατ καιρος τον εξργιζε. Υπρχε κτι που δεν μποροσε να ανακαλψει, και αυτ ταν πς να απελευθερσει την νταση αυτς της τεντωμνης χαρς που κντεψε να τον σπσει ταν ρθε. να βρδυ με το κεφλι του στο σφιχτ σχοιν, φησε την ευχαρστησ του να εισβλλει αργ. Ξεκνησε στη μση του σματς του. ρεε παντο μσα του, κνοντας το σμα καμπτο και καγοντας, γεμζοντας το μικρ σεξουαλικ του πνεμα με κτι πιο δυνατ απ το ποτ, κτι που πονοσε να το διξεις. Αυτ νιωθε, την επιθυμα να το σπρξει στο κεν. σως αν σφιγγε λγο ακμα το σχοιν... Κρτησε το κεφλι του κτω για να προσξει το σμα του. Η οξτητα της ηδονς τον ανγκασε σε μια συστροφ που μοιαζε με τη συστροφ μιας εκσπερμτωσης. σπρωξε το σμα του προς τα εμπρς, γλστρησε απ το κουτ κι πεσε στο κεν. Καθς πεσε συνβη αυτ που θελε. Αλλ δεν ταν ζωντανς για να το ζσει».

«Τι τρομερ ιστορα», επε ο Πορτογλος. «Δεν εναι περεργο που δεν μπορες να κοιμηθες».
«Υπρχουν στιγμς που κποιος νιθει ευχαρστηση τσι, με σχεδν την επιθυμα να βλει να τλος σε αυτν, εναι τσο δυνατ».
«Θα θελες να ρθω και θα ανψουμε το φως και θα μιλσουμε μχρι να ξεπερσεις τις κακς εντυπσεις σου»;
«Ναι, λα…» επε το μοντλο.
     Ο Πορτογλος μπκε στο στοντι της, φαινταν πολ ψηλς και πολ μελαχρινς, γεμζοντας το δωμτιο με τη ζωηρ και δυνατ παρουσα του. Το στμα της γυνακας φαινταν στο σκοτδι. ναψε να κερ και στο φως του που τρεμοπαζει εκενη του χαμογλασε... ταν το μνο που μποροσε να κνει για να μην πεταχτε πνω της. Το στμα της ταν τσο φιλξενο, τσο πρησμνο...σαν για φιλ. Κθισε κοντ στο κρεβτι της και μλησαν. Αλλ καθς μιλοσαν τη πρε ο πνος κι ο Πορτογλος μπρεσε να τη κοιτ. Τα σκορα μαλλι της ταν παντο στο μαξιλρι, να σκορο μαξιλρι, γρω της. Ακμη και στο φως των κεριν το στμα της λαμπε κκκινο κι ταν μισνοιχτο σαν φλγα.
     Ο Πορτογλος τη πλησασε και της δωσε να φιλ. Ξπνησε κι βαλε τα χρια της γρω του. Τη φλησε ξαν. Το στμα λιωσε κτω απ τα δυνατ του χελη. τανε ζεστ, απαλ και μαλακ, καθς καννα στμα που εχε δοκιμσει ποτ. Υποχρησε στο φιλ του, νοιξε κι οι κρες των δο γλωσσν συναντθηκαν. Τα στθη της τανε τσο σκληρ που τα νιωθε στο στθος του καθς τη φιλοσε. Αυτ που νιωθε ταν τι θελε να της κνει κτι που δεν εχε κνει καννας λλος ντρας -δεν θελε να γελσει πως εχε γελσει για τους λλους- θελε να ζσει κτι νο και δεν ξερε τι θα ταν. Τη στιγμ που θα γελοσε θα ταν η γυνακα που θα μποροσαν να χουν λοι οι ντρες κι εκενος δεν το θελε αυτ. Συνχισε να τη φιλ και να το σκφτεται. Κτι που δεν εχε νισει ακμα, γλασε με ευχαρστηση. Τι να ευχαρστηση θα μποροσε να της δσει;
     Η ιστορα του αγοριο τον στοχειωσε. θελε να τη τρομξει. Πνω απ' λα θελε να μη γελει, πως εχε γελσει για τους λλους ντρες. Ο τρπος που εγκατλειψε το στμα της τον κανε να τη μισσει... ο τρπος που κλεισε τα μτια της. κλεισε τα μτια της κι νοιξε το στμα της σαν να μποροσε να την ευχαριστσει κποιος ντρας, οποιοδποτε στμα πος αυτ τη στιγμ. ταν σ' κσταση. Σντομα θ' ρχιζε να γελ βραχν κι υποβλητικ αν την γγιζε. Πρτα σφιξε τη πσω πλευρ της με τα δο του χρια γρια και τη σκωσε εναντον του κι εκενη νιωσε τη δικ του ανδρισμς. Εχε ττοια δναμη και δναμη που το νιωσε πρτα πνω στις τρχες της βης της, προτο τις διαπερσει. λαχνιασε στο ηλεκτρικ γγιγμα του.
     θαψε το στμα του πιο βαθι στο δικ της, νιθοντας κθε γωνι κτω απ τα χελη της, κτω απ τη γλσσα της, νιθοντας τη γλσσα της να τον γλεφει, να πφτει πσω στη γλσσα του κθε φορ, σαν ταχυπαλμα και δνηση μεταξ τους. Δεν τη χιδεψε. σπρωξε τον εαυτ του κατευθεαν μσα της, σταθερ, δυνατ και μετ μεινε ακνητος. Ποτ δεν εχε γεμσει τσο καλ, κθε γωνι της σρκας της γμιζε απ αυτ την ισχυρ αρρενωπτητα, και της φαινταν τι μλις μσα της τεντθηκε λγο περισστερο, σπρωξε τα τοιχματα της απαλς σρκας της, εγκαταστθηκε χαλαρ, για τα καλ.
     Αυτ ταν που της ρεσε, ο τρπος που φλιαζε μσα της, τσο εντελς σαν να θελε να μενει. Μποροσε κι εκενη να τον απολαμβνει χαλαρ. Της ρεσε αυτ. Η ασθηση του σκληρο σεξ μσα της, που δεν κινεται, φωλιζει εκε και δονεται μνο ταν συσπται για να το νισει περισστερο. Αδιρατα μερικς φορς αποσρθηκε, λγο, σαν να θελε να κνει χρο για τις συσπσεις που τον πεζαν και τον παρσυραν πσω στα βθη της.
     Δεν γλασε. ταν παρξενα σιωπηλ. Η ησυχα με την οποα μπκε μσα της, χωρς χδια, και η ησυχα με την οποα ξπλωσε μσα της, σαν να νιωθε κθε κνηση και κυματισμ της λμψης γρω απ το φλο του. Η ησυχα και η σκληρτητα του πους του τη γμιζε εντελς, τσι στε ταν η μτρα ρχισε να αναπνει, σαν να λγαμε, εισπνοντας και εκπνοντας εκε στο σκοτδι, να τον τυλγει, να τον περικλεει και μετ να ανογει σαν στμα και να κλενει ξαν, νιωσε μια συχη, μακρ, κουραστικ απλαυση, που την κανε να σωπσει. Απολμβανε ν' αγγζει τα βθη της και να μη κινεται, χωρς να της δνει ενεργητικ ευχαρστηση. Ξπλωσαν μπλεγμνοι, με το γυμν του σμα σε λο της το μκος, και εκενη πταξε πσω, με τα πδια ανοιχτ και τα μτια κλειστ και τα στματ τους ενωμνα.
     Ττε η ευχαρστηση ταν υπερβολικ για κενη. θελε να κινηθε, να τον σπρξει, να τον νισει βαθτερα, να κολλσει και να τρβεται πνω του, αλλ την εμπδισε να το κνει, με τση δναμη των δυνατν ναυτικν του μυν που μεινε παρλυτη. Χωρς να κουνιται μσα της, το μεγαλεο και η σκληρτητ του, την ανασττωσαν. Συνχισε να τον γλεφει, να τον πιζει και να τον χαδεει με τη μτρα της, προσπαθντας να τον τυλξει περισστερο, προσπαθντας να κινηθε περισστερο μσα της, αφο δεν την φηνε να κουνσει το σμα της.
     Το σμα της το κρτησε καρφωμνο και παρλυτο. πειτα, καθς συσπστηκε και κινονταν, νιωσε την ευχαρστησ της να αυξνει, και πλησαζε στον παροξυσμ της, και ξω απ το κλειστ στμα της προσπθησε να ξεφγει απ κποιο εντερικ χο, απ τα βθη της κοιλις της, που θα ταν γλιο απλαυσης αν εχε το επτρεψε, αλλ ξαφνικ πταξε τα δο του χρια γρω απ το λαιμ της και της ψιθρισε γρια: «Αν γελσεις θα σε στραγγαλσω
     νας παρξενος φβος ρθε στα μτια της. οι χοι της ευχαρστησης πθαναν ξαφνικ, αλλ δεν μποροσε να σταματσει το ανβασμα, εισβλλοντας στην ευχαρστηση σαν λιωμνη μαγικ λβα που ρχισε να χνεται μσα απ τις φλβες της, φλεγμοννοντας τη σρκα της, και κρτησε τα χρια του γρω απ το λαιμ της, και σκφτηκε τι η ευχαρστησ της ταν το παν. αυτ εχε σημασα? νιωσε ξαφνικ σαν το αγρι τι πρπει να χει την απλυτη ευχαρστηση γιατ δεν μποροσε να το ελγξει, τη βα που διτρεχε τις φλβες της και προσπαθοσε να εκραγε μσα της.
     Με το φβο της, ταν ακινητοποιημνη, ωστσο συνχισε να συσπται στη μτρα της και εκενος το νιωθε αυτ, και της κανε ευχαρστηση να δει τι η ευχαρστηση πιανε και το σμα του και τι μπορε να αναγκαζταν να αφσει το χρι του πνω της. το λαιμ του, αλλ δεν το φησε -το σφιξε- κι εκενη βωσε ναν πραγματικ και απλυτο φβο ττε, μπως με την ευχαρστησ του μπορε να την στραγγαλσει, γιατ η ευχαρστησ του ταν ανμεικτη με μσος, μσος να πιστεει τι μποροσε τσο εκολα να την κνει να νισε αυτ τη χαρ, ανταποκρινμενος σε αυτ σαν να τλειο ζο, χι μνο σε αυτν, αλλ σε λους...σε κθε νθρωπο που χει στμα να φιλσει και πος σε στση...
     Παρ το φβο, και με τον φβο, ρθε μια ντονη, τεταμνη χαρ μσα της, που τρεχε σε λες τις φλβες της, γαργαλοσε τα πλματα των ποδιν της, τρεχε κατ μκος του εσωτερικο των ποδιν της, ακουμποσε το πσω μρος και το ζεστανει. αγγζοντας τις κρες του στθους σαν να τη χιδευε, τποτα λλο απ αυτ το κρασ της επιθυμας που κυλ τρα λο μσα της κι ο πνος των χεριν του στο λαιμ της δεν μποροσε να το σταματσει -αυξθηκε.
     Αν εχε γελσει σεμνα με την ευχαρστησ της, θα σφιγγε τα χρια του, σως θα την πνιγε. Αλλ αντ να γελσει, καθς η ευχαρστησ της ταν τσο βασανιστικ, και καθς εκενος δεν κουνθηκε και επομνως δεν το φερε στο τλος, αλλ παρτεινε το βασανιστικ
σασπνς, νας παρξενος μακρς χος γκρνιας βγκε απ αυτν σαν να πονοσε, να βαθ ζωικ κλαψορισμα που αγαποσε και που μετ τον ριξε με να ζση πνω της και του λυσε τα χρια, και μετ κινθηκε, κινθηκε προς λες τις κατευθνσεις, σαν τουρνικ, στρογγυλ και στρογγυλ, χωρς να σταματει, λες και θα την ργωνε τελεως και απλυτα, μην αφνοντας καμα γωνι ανγγιχτη, κι εκενη γκρνιαζε, δεν γλασε, γκρνιαζε στη λαβ ττοιου βαθι χαρ που κλαψε...
     Εχε ναν λλον θαυμαστ που ταν υπερβολικ συνεσταλμνος, που στην πρξη δεν τολμοσε τποτα παρ να την ακολουθσει κρυφ, περιμνοντας να μην ξερε τι. Κατασκοπεοντας την. Στεκταν συχν στο παρθυρ της και κοιτοσε το δωμτι της, αλλ καθς εκενη σβησε τα φτα για να κνει ρωτα, δεν μποροσε ποτ να πισει τποτα εκτς απ τις προκαταρκτικς χειρονομες. λλωστε, ταν ο Πορτογλος γινε πιστς της σντροφος, φρντισε να κατεβσει τις αποχρσεις.
     Ο Πιτρο δεν εχε γνωρσει ποτ γυνακα. Παρουσα τους ρχισε πντα να τραυλζει, να κοκκινζει και τελεωνε πετντας. ταν εκοσι, κι αυτς ψαρς. Δυνατ, πολ μαυρισμνο. γαλανομτη και με μεγλη αμχανη γοητεα στις κινσεις του. Την ακολουθοσε σαν ντετκτιβ, γνωστο σε εκενη. Τσο κρυφ περπατοσε, τσο καλ που ξερε πο να κρυφτε ταν εκενη γριζε το κεφλι της, τσο εξοικειωμνος με λη την πλη και τους γρω δρμους. Καθς κοιμταν το μεγαλτερο μρος της ημρας και ταν δραστρια τη νχτα, δεν εχε χρνο να καε απ τον λιο. Και θελε. Αλλ δεν θελε να μερικ, και ρχισε μια ηλιλουστη μρα να περπατ μακρι απ την πλη προς την παραλα αναζητντας να μρος που θα μποροσε να ξαπλσει στον λιο. Ο Πιτρο την ακολουθοσε.
     Φοροσε σορτς κι δειξε μορφα πδια, περπατντας χαριτωμνα, με αργ, αιλουροειδς κνηση. δειχνε μια σφιχτ και γεμτη πλτη, μια μση με μεγλη εσοχ εκε που πρεπε, και στθος που στεκε προκλητικ κτω απ το πουκμισ της. Τα μαλλι της ταν ελεθερα και λυτ, κρεμασμνα γρω απ το κεφλι και τους μους της. Περπτησε με μεγλους βηματισμος, εκολα, σαν να μορφο ζο καλς φυλς. Το στμα της μεινε ανοιχτ, στον αρα, πνοντας τον νεμο και τις μυρωδις των αμμοθινν και των πεκων. Που και που το αερκι δινε τη μυρωδι του στον Πιτρο, και εκενος κυριευταν απ την πικντικη γεση του. τα μτια του καρφθηκαν πνω της, δεν κινδνευε να χσει το ρωμ της.
     Εδε να μρος που θελε να εξερευνσει. ταν να μλλον δασωμνο τμμα που τρεχε κατ μκος ενς λοφδους αμμλοφου. ταν γεμτο χαραμδες στις οποες νμιζε τι μπορε να κρυβταν. Χαμηλο θμνοι την κρυψαν απ το δρμο που περνοσαν τα αυτοκνητα. ταν σταμτησε, ο Πιτρο κρφτηκε πσω απ ναν θμνο που ταν μνο μια γιρδα μακρι της και που μποροσε να τη δει.
     Γδνονταν σιγ-σιγ πως κνουν οι νθρωποι σε μια κουκτα τρανου. Καθισμνη, για να μη φανεται απ το δρμο, ξεκομπωνε πρτα απ λα τη μπλοζα της εν ο Πιτρο κρατοσε την ανσα του. Οι μοι της στχυασαν. Οι καμπλες της ταν τσο απαλ στρογγυλεμνες που φαινταν να μην χει κκκαλα στο σμα της. Κινονταν κθε φορ χωρς κκκαλα σαν χορετρια χολα-χολα. Ακμη και καθισμνη κανε τσο τακτες κινσεις που μοιαζε να χορεει προκλητικ. Οι καλλγραμμοι μοι της φνηκαν πρτοι, που στραφταν στον λιο. Τναξε τα μαλλι της μακρι τους. Τρα φνηκε το στθος της, οι σκληρς, ροζ κρες τρεμαν στις κινσεις της για να αποτινξουν τη μπλοζα. Σαν αμμλοφοι, τλειοι και χρυσαφ φνηκαν...και καθς της πρσφερε κποιες δυσκολες η μπλοζα, που κρφωσε τα χρια της στο πσω μρος της, με την ανυπομονησα της να προσπαθσει να το αποτινξει, τναξε και το στθος της, σαν Χαβης. χορετρια και δημιοργησε ττοια διαταραχ που φαινταν τι εχε μλις ξεφγει απ κποιον κρυφ καναπ αγπης που τα χρια εχαν δημιουργσει ναν ττοιο λεθρο με την πεισματικ κολλημνη μπλοζα, τα χρια της καρφωμνα πνω απ το κεφλι της και τα μαλλι και το στθος της να ανακατεονται και να μπανουν στο καθνα. με τον τρπο του λλου.
     Ο Πιτρο ταν υποχρεωμνος να εγκαταλεψει τη σκυφτ του θση και να ξαπλσει με το στομχι επειδ οι μες του τρεμαν στο θαμα.
Σχεδν θελε να παρακαλσει να μη του δεξει λλο προς το παρν, το θαμα τον επηρασε τσο ντονα που θελε να το κνει να κρατσει, να παρατενει την κσταση. Επειδ ταν μνη, καθς αποκλυπτε τα διφορα μρη του σματς της στον λιο, εχε αρκετ χρνο να προχωρσει σε να εδος αυτοεξτασης που οι γυνακες επιδδονταν μερικς φορς μπρος στον καθρφτη τους και για να το κνει αυτ, χαμλωσε το κεφλι της συλλογισμνη κι ρχισε να κοιτ το στθος της, κρατντας τα και τα δο στο χρι της. Εξταζε τα πντα πνω τους -το χρμα του δρματος, τις θηλς, το λεπτ κτω γρω απ τις θηλς. Για να νισει το βρος και τη σφριγηλτητ τους, τα πεσε στο χρι της κι αντστοιχα ο Πιτρο νιωσε τη προτροπ να σρει το χρι του στο παντελνι του και να πισει πνω στα υπρχοντ του, για να ταχυπαλψει το βρος και τη σταθερτητ τους και πρπει να ανακλυψε τι αντιστοιχοσαν ακριβς με το βρος και τη σφριγηλτητα του στθους της, γιατ σταμτησε, χορτστηκε κι πεσε ξαν στο στομχι του, λες και η ζεστ μμος που ξπλωσε θα μποροσε να τον βοηθσει να κρατσει υπ λεγχο την αναταραχ του.
     Τρα βγαλε τις εσπαντργιες της κι εξτασε κθε βαμμνο δχτυλο του ποδιο της και πταξε την μμο που εχε μαζευτε ανμεσ τους. Χιδεψε τα πδια της για να καθορσει την απαλτητ τους. Παρατρησε τι μσα ταν χλωμ κι αποφσισε να τα εκθσει στον λιο. Τρα προχρησε στο νοιγμα του φερμουρ στο σορτς της. Το φερμουρ εχε σημαδψει την αριστερ της πλευρ μλλον σκληρ και για να το εξαφανσει ρχισε να χαδεει και να λειανει το δρμα μχρι που σχεδν εξαφανστηκαν τα κκκινα σημδια. Η ευχριστη μυρωδι της θηλυκτητας, που ζεσταινταν απ τον λιο, μεταδθηκε στον Πιτρο κρυμμνο πσω απ τον θμνο. Το εισπνευσε εκστασιασμνος.
     Καθς γειρε πνω απ το στθος της γγιξε τα γνατ της. Τα μτια του Πιτρο ταν κολλημνα πνω τους, η ομορφι τους, ο πλοτος τους. Κατβαζε το σορτς, το κατβαζε απ τα πδια της και βοηθοσε να ελευθερωθε απ αυτ σηκνοντας το να πδι πνω απ το λλο στον αρα, και τελικ ταν γυμν. Το δρμα της μοιαζε να παρνει το φως του λιου και να το αντανακλ ξαν με λο και περισστερη φωτειντητα. ταν μελωμνη και χρυσαφνια τρα, σαν πολτιμο μλι.
     Τακτοποησε τα ροχα της σε να σωρ για να χρησιμεσει ως μαξιλρι, και στη συνχεια τεντθηκε στον λιο με την δια ηδονικ χειρονομα εγκατλειψης μιας γυνακας που κανε να πλησισει ναν ντρα. Πρσφερε τα χωριστ πδια της για να ρξει ο λιος διακριτικς ακτνες ανμεσ τους, σως στο πιο ευλωτο σημεο λων. Τον κλεσε να διεισδσει παντο, στα πιο μυστικ μρη. Ο Πιτρο ζλευε και ζλευε τις δειες που δθηκαν στον λιο. Πρσφερε τα ανοιχτ της πδια, τη στρογγυλ κοιλι της, το στθος της, το μισνοιχτο στμα της και μετ κλεισε τα μτια της σαν να του επτρεπε λα τα προνμια.
     Ο Πιτρο μεινε μ' λο το βρος του σματος του στον ανδρισμ του, σ' επαφ με το χρι του, αλλ ταν πολ τρομοκρατημνος για να κνει οτιδποτε λλο παρ να το συλλογιστε με λατρεα και να κρατηθε κοντ στην μμο για να το δει και να συγκρατσει την επιθυμα του. απ το να σκσει. Αν αυτ ταν ο λιος, η ζεστασι του σματς της που τον αντανακλοσε, η γλυκι γυναικεα μυρωδι της, ,τι κι αν ταν ο Πιτρο δεν εχε πιει ποτ τσο στη ζω του, οτε τσο πυρετδης. Γρισε τα μτια του. Ο τρπος με τον οποο ταν τοποθετημνος, τα πδια της τεντθηκαν προς το μρος του και μνο η πιο δυνατ δειλα μποροσε να τον συγκρατσει και να τον εμποδσει να πεταχτε πνω της.
     Πεσε το φλο του στην μμο με απλυτη ταλαιπωρα, αναρωτιταν πς θα μποροσε να απελευθερωθε απ αυτ την εκρηκτικ επιθυμα, φοβομενος τις συνπεις του. Μες στον ενθουσιασμ του, το πος εχε σκσει απ το νοιγμα του παντελονιο και βρισκταν θαμμνο στην μμο, που εχε γνει μια ζεστ γωνι. Η μμος υπκυψε στις εκστατικς της πισεις, σαν σρκα, μνο εθραυστη και γαργαλητ και, μερικς φορς, επδυνη. Σχεδν μως μποροσε να φανταστε τι αυτ η πεση ασκονταν ανμεσα στα πδια της λατρεμνης γυνακας του.
     Ποιος ξρει τι μπορε να εχε κνει ο Πιτρο στη συνχεια, γιατ η μμος περιεχε τη ζση του προσωριν, αλλ ταν κανε μια κνηση για να αλλξει ελαφρς τη θση της, το θαμα των κυματισμν της τον τρλανε και μπορε να εχε χσει τον λεγχ του. μως συνβη να περεργο πργμα. Φαινταν να την εχε πρει ο πνος. Αλλ αυτ δεν ταν. Η ζεστασι του λιου την εχε αγγξει σαν να μαγικ κρασ κι εχε φλεγμον και το αμα της. Χωρς καμα εικνα ενς ντρα να τη χαδεει, ανταποκρινταν στα φλεγμενα χδια του λιου στο δρμα της.
     Ο λιος την εχε χαδψει παντο, ακμα και στα κρυφ σημεα ανμεσα στα πδια. Εχε ζεστνει το στμα της και τις θηλς της, καθς και τα βαρι, χοντρ χελη του φλου της. Απαντντας στα χδια του με κποιο τρπο, το δικ της χρι κινθηκε αργ προς το μρος ανμεσα στα πδια της που ο λιος φαινταν πιο ζεστς. Σαν να ψαχνε τις ακτνες του, σαν να ταν να λλο χρι, ψαξε το διαπεραστικ του χδι για να το συναντσει...και βρκε τα χελη που εχε αγγξει σε ευαισθησα.
     Ζεστς...τι ζεστς που ταν. Τα μτια του λιου και τα κρυμμνα μτια του Πιτρο πσω απ τον θμνο ριχναν πνω τους λγνες ματις. Εξομλυνσε τον πυρετ που τραζε τα χελη, με πιο δροσερ δχτυλα, που εχαν κρυφτε κτω απ τα μαλλι της, κτω απ τη σκι των σκορων μαλλιν της. Λεωσε το πυρετ στμα του σεξ, σαν να θελε να το ηρεμσει, να το νανουρσει.
     Ο Πιτρο δεν εχε ξαναδε δχτυλα τσο ευασθητα. Με τα λαμπερ βαμμνα νχια τους, τα λεπτς διαμορφωμνα δχτυλα, το μακρ, κομψ περγραμμα του χεριο, αυτ το μορφο χρι που αγγζει το στμα του σεξ σαν να παιζε σε γχορδο ργανο - εξομαλνοντας, νανουρζοντας...
     Ωστσο, το αποτλεσμα δεν ταν νανουριστικ. Διατρησε τον αργ νανουρισμ της, αλλ τα πδια της καναν ναν ανεπασθητο χορ, σχεδν αδιρατο σε λους εκτς απ τα μαγευμνα μτια της Πιτρο, νας ελαφρς τρμος, μια δνηση που γγιξε τα δχτυλα των ποδιν και τα κουλουριστηκε ελαφρ, τη παρσυρε. Η ελαφρτητα των δακτλων που μοιαζε με λουλοδια, και μετ ξαφνικ, το λλο της χρι που κοιμταν ρθε επσης μπροστ κι νοιξε τα πδια της για να κνει χρο. Χρειαζταν και τα δο χρια για να λεινουν το στμα του φλου της, τσο κκκινο και γεμτο και τεντωμνο στον λιο, που ο Πιτρο μποροσε να δει κθε γραμμ και απχρωση του.
     Στον λιο τα ηβικ μαλλι της λαμπαν σαν κσμημα και το φλο της επσης καλυμμνο με λεπτ υγρασα, τη προλευση της οποας ο Πιτρο δεν γνριζε. ταν σαν τα δχτυλ της να βγαλαν μια κρυφ πηγ υγρασας, να βγαζαν τον μυστικ κτοχο του γυναικεου αρματος. Πρπει να εναι αυτ που γμισε τον αρα με μια γυναικεα μυρωδι, που γριζε το κεφλι του Πιτρο. Η υπροχη μυρωδι, τα δχτυλα εχαν ανοξει να μπουκλι με ρωμα στο κντρο του σματος της γυνακας.
     Τα δχτυλα εξακολουθοσαν να δουλεουν συχα, υπνωτικ, αλλ τα πδια τρεμαν πτε πτε, σαν κτω απ να μυστικ ηλεκτρικ ρεμα, και πτε σκωνε το μσο του σματς της σαν να την περαζαν τα δχτυλα, σαν να ταν τοιμη να την ξεκινσει. χορς χολα-χολα... Ο στομαχικς χορς της Αρπνας. Ναι, το ρχιζε, ακριβς εκε στην μμο, κτω απ τον λιο που καιγε, κινονταν σαν χορετρια χολα-χολα, εν τα δχτυλα συνχιζαν, σαν αδιφορα, να προσπαθον να την εξομαλνουν. Αντθετα, της δωσε μια τρελ, υστερικ κνηση της κοιλις και του σεξ. Εκενη κυματστηκε και τινχτηκε και τρνταξε. πειτα, πρε τα δο της χρια ανμεσα στα πδια της σαν να ταν να μαχαρι που της την κοβε και κυλθηκε γρω τους, διπλνοντας και διπλασιζοντας το σμα της γρω τους, σαν να προσπαθοσαν να της κνουν πργματα που την πλγωσαν. Και προς κπληξη του Πιτρο, διπλασιστηκε γρω απ τα δο της χρια και συνχισε το χορ της, τον χορ της χολα-χολα, τελεινοντας με μια κνηση σαν να ταν σγουρα τραυματισμνη και μετ πεσε πσω εξαντλημνη, λαχανιασμνη, σαν να τη δολοφνησε ολοσχερς χαδευτικς. Στη διρκεια αυτο του θεματος, χωρς να ξρει γιατ, ο Πιτρο αναγκστηκε να μιμηθε τις κινσεις της, μνο που δεν χρειαζταν να χρι, απλς κινονταν γρω απ το δικ του σκληρ ργανο ανδρισμο θαμμνο στην μμο, ανακατεοντας την μμο με αυτ και κινομενος γρω της και κι εκενος πιστηκε με φρεντιδα κι κανε να εδος χορο στην μμο, επιταχνοντας την δια στιγμ κι πεφτε πσω εξαντλημνος ακριβς την δια στιγμ...
     Καθς ο Πιτρο συνχιζε την εμμον του με τις γυνακες χωρς να την ικανοποιε ποτ, ταν σαν να κουβαλοσε φωτισμνο δυναμτη και παρενβαινε σε λες τις ασχολες του. Τον περισστερο χρνο του τριγυρνοσε στην παραλα, ακολουθντας τις γυνακες που περπατοσαν μακρι μνες τους, ελπζοντας να βοηθσουν ξαν στο διο θαμα. Αλλ οι περισστερες γυνακες τις οποες συνντησε ξπλωναν με ευσυνειδησα στον λιο κι ο λιος πρπει να απφυγε να διεγερει τις αισθησιακς τους φσεις, σως δεν εχαν αισθησιακ φση να διεγερουν, γιατ ξπλωναν γυμνς αλλ αδιφορες εκε στην μμο και για τον Πιτρο η πραγματικ προσδοκα ταν να παρακολουθσει μια αυτο-ερωτικ παρσταση πως εχε δει εκενη τη πρτη μρα... Καημνος Πιτρο, οι επιθυμες του τον βραιναν κι η δειλα του ταν μεγαλτερη απ την επιθυμα του. Ζοσε σε μια γραφικ παργκα, γεμτη δχτυα και εργαλεα ψαρματος, να κρεβτι πλοου σε μια γωνα και παρθυρα σε λο τον κλπο. Καθς ζοσε μνος του, να κοριτσκι ντεκα χρονν φναζε για το πλυντρι του και το παρδιδε μια φορ την εβδομδα. ταν παιδ ενς Ιταλο, ενς κοριτσιο με μακρι, βαρι μαλλι και τερστια μτια... γργορες κινσεις σαν πουλ.
     Μια μρα ρθε καθς ο Πιτρο γλιστροσε πνω στο παντελνι του. Για αυτ θα καθταν στο κρεβτι του, γιατ ταν νας τεμπλης, και μετ ρχιζε να τα γλιστρει και μνο στο τλος θα σηκωνταν και θα δινε την τελικ λξη. Καθταν στην κρη του κρεβατιο με το παντελνι του μισοτραβηγμνο ταν το κοριτσκι χτπησε ορμητικ και χωρς να περιμνει απντηση, μπκε μσα με το πακτο της. Δεν ταρχτηκε καθλου απ το θαμα που μοιαζε τσο με το ντσιμο του πατρα της το πρω στο να δωμτιο που εχαν, εχε για λη την οικογνεια. Απλς στθηκε εκε με τα μεγλα μτια της ορθνοιχτα κι αναρωτθηκε πο πρεπε ν' αφσει το πακτο. Ο Πιτρο δειξε μια καρκλα. Το ριξε εκε γργορα κι ταν τοιμος να γυρσει και να φγει ταν της επε: «λα εδ. Θλω να σε πληρσω και επιπλον, σου χω καραμλα».
«χεις καραμλα»; επε το κοριτσκι πλησιζοντας τον Πιτρο με μτια που γυαλζουν.
     βγαλε απ την τσπη του μια χρτινη σακολα, μια τσντα που της κουβαλοσε εδ και δο μρες. Στεκταν μια υρδα μακρυ του τρα, με το κοντ της φρεμα αμυλωμνο και καθαρ, πνω απ τα γνατ της, τα μακρι μαλλι της στους μους της και το πουλβερ της σφιχτ γρω απ το κορμ της. Της χαμογλασε με μια παιδικ αθωτητα, σαν το δικ της χαμγελο, δεχνοντας ττοια απαλτητα που νιωθε σαν να αντιμετπιζε να λλο παιδ. Επε:
«Κτσε στα γνατ μου και θα σου τα δσω».

     Τον πλησασε και κθισε στα γνατ του. Το μικρ της φρεμα ταν τσο κοντ που τα πδια της ταν γυμν καθς κθισαν πνω απ τα εξσου γυμν πδια του Πιτρο. Το παντελνι του εχε πσει ξαν στο πτωμα και κθισε με το κοντ λευκ εσρουχ του, με τα γυμν πδια του κοριτσιο να αγγζουν τα δικ του τριχωτ και σκορα καφ. Δεν ταν δυσαρεστημνη με τη κατσταση. Αλλ δεν ταν ευχαριστημνος με τη παρπλευρη πζα που εχε πρει.
«χι», επε, «κτσε απναντ μου». Εκενη υπκουσε, χαμογελντας, και κθισε στα γνατ του απναντι του.
     Ο Πιτρο ταν χαρομενος. η ευτυχα του γινταν τσο μεγλη σο εκενη την ημρα στην παραλα. Το γγιγμα των ποδιν του μικρο κοριτσιο στα δικ του ταν ζεστ και διεισδυτικ και στελνε ρεματα ευχαρστησης σε λο του το σμα.
     βγαλε να ζαχαρωτ απ τη συσκευασα και της το τισε. Τη κοταξε να ανογει το ροδαλ στμα της, τακτοποιημνο και μικρ σαν το εσωτερικ του στματος γτας, τη γλσσα τσο λεα και γργορη, και ευκνητη… Τη κοταξε να κλενει τα χελη της πνω απ το κομματκι της καραμλας και μετ ρχισε να το μασ και με ευχαρστηση, ρχισε να εδος χορο πνω απ τα γνατ του, κουνντας τον εαυτ της απ δεξι προς τα αριστερ απ τη χαρ που φαγε τη καραμλα. Επε, «Κτσε πιο κοντ. Θα πσεις». τσι που τρα κθισε πολ κοντ στη μση του κορμιο του, που γινταν η αναταραχ και η κρη της φουσκωτς φοστας της σχεδν τον γγιζε. Γυμν τους τα πδια ακουμποσαν και ζεστανονταν το να το λλο κι εκενη χορεοντας απ πνω τους τνιζε τη συναισθηματικ του κατσταση.
     Της τισε λλη μια καραμλα. Παρακολοθησε το αδηφγο μικρ στμα της, πολ μικρ ακμα για αντρικ φιλ, σκφτηκε, αλλ τσο ροζ, προσεγμνο και αξιολτρευτο. Χρεψε ξαν πνω απ τα γνατ του. Ο Πιτρο φοβταν τι αν μετακομσει λλο θα συνβαινε κποιο ατχημα, οπτε τελικ της δωσε το πακτο και την φησε να φγει. Κοντ στη πρτα κιλας, νιωσε υπερβολικ ευγνωμοσνη και γρισε τρχοντας κοντ του και πετχτηκε πνω του, πφτοντας με λο της το βρος πνω απ το μρος που εχε ξυπνσει τσο δυνατ και κνοντς τον να λαχανισει. Ο Πιτρο τη κρτησε πνω του για μια στιγμ και μετ την φησε να φγει, καθς θελε πραγματικ να τη πισει πως εχε πισει στην μμο. Ττε ξαφνικ εδε τη κατσταση στην οποα βρισκταν και γλασε:
«Γνεσαι σαν τον μπαμπ μου ταν με φιλει το πρω».

«Σε φιλει το πρω -και πς;» ρτησε ο Πιτρο.
"Με αυτν τον τρπο". Κι σκυψε απ πνω του και του δωσε το τρυφερ στμα του κοριτσιο της, κτι πιο απαλ και λεπτ απ ,τι εχε αγγξει ποτ. Ο Πιτρο το φλησε, αλλ με δειλα.
«Δεν με φιλς πως κνει ο πατρας μου», επε το κοριτσκι. «Φλησ με πιο δυνατ. Με δαγκνει».
     Ττε ο Πιτρο επτρεψε στον εαυτ του να ξεπερσει τον αντπαλ του στο φιλ. Εγκαταλεφθηκε στη πραγματικ του επιθυμα και πρε το στμα της μικρς στο δικ του και το φλησε αδηφγα. δειχνε ευχαριστημνη. Πρασε το πσω μρος του χεριο της απ το στμα της σαν να θελε να σβσει τα χνη του δυνατο, δαγκωτικο φιλιο και χαμογλασε ξαν.
«Κι ο πατρας σου... γνεται τσι κθε πρω»;
«Ναι», επε το κοριτσκι γελντας. «Βγανει μσα απ τα ροχα του».
«Μα τι γνεται ττε»;
«Με κνει να το φιλσω κι εγ, γργορα».
     Αυτ ο Πιτρο δεν το ντεξε. Εχε συγκρατηθε για αρκετ καιρ. Τρα επε:
«Και θα φιλοσες το δικ μου αν σου το ζητοσα»;

«Ναι», επε εκενη. «Εσαι νετερος απ τον μπαμπ, και θα εναι πιο ωραο».
     Και με τα χερκια της, αρκετ επιδξια, το βγαλε, φορτισμνο και μχρι το σημεο να σκσει, και το θαμασε:
«Εναι καλτερο απ αυτ του πατρα», επε το κοριτσκι.

     βαλε το στμα της μνο στην κρη κι εκε στην κρη του πους ρχισε να το φιλ σαν σκρος, που και που να το ρουφ, τσι που ο Πιτρο ταν σ' κσταση και φοβταν τι θα κανε ταν ρθει η ρα. ρθε. Του φαινταν τι να ακμη απ αυτ τα μικρ, ρουφηχτι φιλι που βαζαν δελεαστικ στην κρη του πους του θα τον τρεφαν. Αλλ συγκρατθηκε για να απολασει τη γεση αυτν των συγκεκριμνων φιλιν. Δεν θελε το κοριτσκι να φοβηθε. θελε να επιστρψει. θελε αυτ να συνεχιστε για πντα. ταν τσο περαγμα, η λιχουδι του, το υπλοιπο στην κρη, που ταν ,τι μποροσε να περιλβει στα μικρ, ροδαλ χελη της κι ο τρυφερς, παιδικς τρπος που το ροφηξε σαν να ταν καραμλα, πιπλισμα με ευσυνειδησα μχρι που ο διος ο Πιτρο απομακρνθηκε, τοιμος να χσει το μυαλ του και φοβομενος μη της κνει κακ.
«Αυτ κνεις μνο στον πατρα σου»; ρτησε, με τεντωμνη, φλεγμενη φων.
«Ναι», επε το κοριτσκι, «αυτ εναι λο. μετ απ λγο με αφνει να φγω και φωνζει τη μητρα μου. τσι εναι κθε πρω καθς φτιχνει το πρωιν… και μετ της τηλεφωνε και κλειδνονται μσα».
     τσι ο Πιτρο την διωξε μακρυ. Εχε φτσει τρα σε τσο πυρετδη κατσταση που βγκε στο δρμο αποφασισμνος να επισκεφτε το σπτι της πρνης. Τουλχιστον εκε η δειλα του μπορε να εξαφανιστε.
     Το σπτι της πρνης της Provincetown δεν ταν δσκολο να βρεθε. Η πρνη περπτησε πνω-κτω στον κεντρικ δρμο, γλστρησε το χρι της μσα απ αυτ ενς ντρα που περπατοσε μνη της κι επε: «Γεια σου».
     Εχε το πιο τρομερ στθος που εχε δει ποτ ο Πιτρο. Ανβηκαν ψηλ, κτω απ το πηγονι της, σκληρ και στρογγυλ, σαν δσκος μπρος της, κτι τσο προκλητικ κι ορεκτικ και βαια εμφανς, που μετ βας μποροσε κανες να προσξει τποτα λλο. Και φαινταν φυσικ ταν νας ντρας εδε αυτ το ανοιχτ μυτερ και προσφερμενο στθος να απαντσει κι αυτς με κτι μυτερ και προς τα εμπρς να κινεται στο σμα του. Φαινταν η μνη δυνατ απντηση σε αυτ την επδειξη πλοσιου, μειλχιου κι αιχμηρο αισθησιασμο. τσι νιωθε ο Πιτρο κθε φορ που την βλεπε. κθε φορ που την βλεπε σταματοσε να περπατ, αναγκαστικ απ την επιτακτικ απντηση της ανδρεας του σε αυτ τη γυναικεα κθεση του πλοτου.
     Το στθος της ταν τσο εμφανς και συναρπαστικ που δεν μποροσε να σκεφτε τποτα λλο. θελε, μλιστα, ν' αγγζει μνο το στθος.
Εχε προσπαθσει συχν να δελεσει τον Πιτρο, αλλ εκτς απ το τι πεσε σ' κσταση, δεν εχε απαντσει ποτ ενεργ στις προσκλσεις της. Νμιζε τι δεν την επιθυμοσε. Αλλ προσπθησε ξαν και ξαν, ακριβς το διο, και απψε πιο ανυπμονα απ ποτ, επειδ ο Πιτρο γινταν πραγματικ πιο μορφος κθε μρα και ιδιατερα τον τελευταο καιρ, εχε να τσο πυρετδες, ανησυχητικ βλμμα στα σκοτειν μτια του.
Αυτ τη φορ απντησε:
«Πο να πμε; Θλεις να ρθεις στη θση μου»;

«Ναι», επε και κλεισε το χρι της γρω απ το δικ του. ταν ρχισε να βγζει πρτα τη φοστα της, της ζτησε να μη το κνει, μνο το πουλβερ της. μεινε τσι ημγυμνη με το στθος ανοιχτ και στραμμνο μπρος του. Πσο πεινοσε γι' αυτ. θελε να γλιστρσει ανμεσ τους την αρρενωπτητ του και να τη δει να γλιστρ ανμεσ τους. Τον φησε, της ρεσε το θαμα αυτο του μεγλου, καφ, λεου πους να γλιστρει ανμεσα στο πρησμνο στθος της. Αν πλησαζε στο στμα της, το γγιζε με τη γλσσα της. Αλλ ο Πιτρο δεν της επτρεψε τποτε λλο παρ μνο το γγιγμα της κρης του κι ταν τα χρια της βαρνουν πολ πολ μπειρα, αποσρθηκε, ιδιτροπα. θελε να τον πειρξουν τσο ελαφρ, και να τον κρατσουν ανμεσα στα πρησμνα στθη, σαν ντρας που του απαγρευε ακμα την απλυτη εσοδο. Μια μικροσκοπικ σταγνα εμφανστηκε στην κρη του πους του, σα μαργαριτρι. Χαμογλασε κι βαλε το στμα της. Το στθος της τον κλεισε σφιχτ κι εκενος πεσε το χρι του πνω του.
     Ττε συνβη να περεργο πργμα. κουσε φωνς δπλα του, και ταν η φων του γεμτου στματος φλου που 'χε παρακολουθσει στη παραλα, κι ταν με τον Πορτογλο εραστ της. Τρα κατλαβε τι δεν θελε αυτ τη γυνακα, αλλ την λλη που εχε γδυθε πριν απ αυτν και χιδευε τον εαυτ της. Ξαφνικ πθανε η επιθυμα του για τη γυνακα με το πλοσιο στθος δπλα του. μεινε κατπληκτη και του δειξε περιφρνηση.
     Δεν εχε ακοσει τους χους της διπλανς πρτας. Ττε εδε την επιθυμα του να δυναμνει ξαν. Αλθεια φαινταν αποσπασμνος. Προσπαθοσε να φανταστε τον εαυτ του να αγκαλιζει την λλη γυνακα. Ακολοθησε την εξλιξη των χων. Πρε την δια θση που φανταζταν τι εχαν πρει. Απ τον χο της φωνς της θα λεγε τι ο Πορτογλος ταν ξαπλωμνος με λο του το βρος πνω της, πως η φων της ακουγταν κατ καιρος μισοθλιμμνη, και πρε την δια θση απναντι στην πρνη. και μετ κουσε τη γυνακα στο διπλαν δωμτιο να κνει τον περεργο θρνο της ηδονς που ακουγταν σαν να την βασνιζαν εξαιρετικ, και σε ρυθμ με τη φων και με τα μτια κλειστ, φανταζμενος τι παιρνε τις γεμτες στμα γυνακες, σωριστηκε στη γυνακα που ταν ξαπλωμνη απ κτω του. Ξαφνικ κουσε καθαρ τη γυνακα της διπλανς πρτας να λει: «χι, δεν θα σε αφσω να το κνεις αυτ». Κι γινε σιωπ.
     Ο Πιτρο σταμτησε κι αυτς, αποτραβχτηκε απ την κπληκτη και θυμωμνη πρνη, ακμα ρθια η κρη να στζει και να αστρφτει απ' λα τα χδια. Δεν μποροσε να τον κνει να συνεχσει. Αποφσισε τι ταν πολ τρελλς, τον φησε να τη πληρσει κι φυγε καταιγιστικ και ταπεινωμνη για πρτη φορ στην επιτυχημνη καρριρα της.
     Ο Πιτρο κθισε στην κρη του κρεβατιο του, απορντας. Τι ταν αυτ που δεν εχε αφσει τον Πορτογλο να της κνει; Τι ταν αυτ που της εχε ζητσει; νας τσο αποφασιστικς χος στη φων της, ακμη κι ο θυμς και πρπει να ταν αρκετ σοβαρς για να διακψουν τον εαυτ τους στη μση μιας ολοκλρωσης συναυλας, ταν εκενη δη τρεχε και θρηνοσε απ ευχαρστηση.
     Αυτ του κανε εμμον. Υπρχε απλυτη ησυχα δπλα. Αν μιλοσε, ταν για να τον αρνηθε και ττε προφανς μουρμορισε. Πρπει να αποκοιμθηκαν, γιατ το υπλοιπο της νχτας επικρτησε απλυτη σιωπ.
     Την επμενη μρα ο Πιτρο τη συνντησε στο δρμο. Ποτ δεν τον εχε προσξει, ταν τσο ντροπαλς κι απογοητευμνος μπρος της. Αλλ τρα τη κοταξε με τλμη, παρασυρμνος απ τη περιργει του σε σημεο να ξεχσει λα τα λλα.
     Ο Πιτρο περνοσε ολκληρες τις νχτες του προσπαθντας να φανταστε τι καναν μαζ η γετονς του κι ο Πορτογλος, προσπερνντας λες τις γνωστς χειρονομες κατοχς και μετ σταματοσε πντα σε αυτ το μυστηριδες ατημα που αρνθηκε να εκπληρσει. Απ τους χους μποροσε να εντοπσει πτε ο Πορτογλος ταν ξαπλωμνος πνω απ τη γυνακα. ταν πεσε με το μεγλο του βρος απ πνω της, το κρεβτι τρεμε με ναν βαρ τρπο.
     ταν ταν αυτ που κθισε καβλα απ πνω του, η διαφορ στο βρος ταν εμφανς στα προσεκτικ αυτι του Πιτρο. Μποροσε επσης να καταλβει πτε καναν κουτλι, καθς ττε το κρεβτι κουνιταν απ τη μια πλευρ στην λλη και περιστασιακ χτυποσε τον τοχο. Απ τη φων του επσης, μποροσε να καταλβει πτε ο Πορτογλος χρησιμοποιοσε μνο τη γλσσα του, γιατ ττε τα μουγκρητ της ταν μικρ, σντομα κι ελαφρι, τα δχτυλ του.
     Ττε η παρξενη σκην επαναλφθηκε. Στο απλυτο σκοτδι ο Πιτρο κουσε ξεκθαρα τη φων της:
«χι, δεν θα το κνω».

     Μποροσε να οραματιστε τον Πορτογλο να σκβει απ πνω της, σταματντας σως στη μση του αγνα τους, το πος του να αστρφτει απ την παραμον του μσα στη συγκινημνη μτρα της και να της ψιθυρζει αυτ το ατημα στα αυτι, στο οποο εκενη δεν συναινοσε.
«Σε παρακαλ», παρακλεσε. "Σας παρακαλομε. Μνο μα φορ. Δεν θα σε ρωτσω ποτ ξαν».
     Ττε ο Πιτρο δεν ντεξε το σασπνς και γλστρησε απ το κρεβτι του κι σκυψε μχρι το παρθυρ τους. Υπρχε να δυνατ φως του φεγγαριο που βθιζε το κρεβτι τους.
     Και ο Πιτρο τα βλεπε καθαρ, εκενη λουζταν στο φως και γυμν, κι εκενος σκυβε απ πνω της και παρακαλοσε. στερα ξαφνικ ξεμπρδεψαν τα κρα τους, μπλεγμνα λα μαζ κι φυγαν απ το κρεβτι. Ο Πορτογλος τεντθηκε στο παρκ, απλυτα χαλαρς. Αντιστεκταν ακμα, αλλ ταυτχρονα η απαλτητα της φωνς του τη νανορισε, τη μγεψε, η παρκλησ του. Στθηκε απ πνω του, με τα πδια ακμπο και με τη πλτη της στο πρσωπ του. Παρμεινε καμπτη και επε:
«Δεν νομζω τι μπορ να το κνω, ακμα κι αν θελα να σε ευχαριστσω».

«Προσπθησε», παρακλεσε ο Πορτογλος, «θα σε βοηθσω. Απλ χαλρωσε".
     Με τα δο του χρια στα πδια της, την σπρωξε ελαφρ να τον υπακοσει και την ανγκασε να κατβει, να σκψει. Καθς σκυψε τη πλτη της πλησασε ακριβς το πρσωπ του. Με τα δο του χρια, την ανγκασε να σκψει με αυτ τον τρπο πνω απ το πρσωπ του κι ταν τη τοποθτησαν ακριβς εκε που την θελε, ρχισε να της χαδεει τη κλειτορδα με τα δο του χρια, να περεργο χδι, χτυπντας το ταχι, σαν να θελε να ζωγραφσει κτι. απ αυτ.
«Κνε το», παρακλεσε, «κντο, αγπη μου. Νιθω το δχτυλ μου εκε; Αφστε το να κυλσει, αφστε το να ρθει, κντε το, για αγπη για μνα».
     Παρμεινε στη θση της, αλλ δεν μποροσε να τον υπακοσει. Συνχισε να τη χαδεει. Ττε ξαφνικ βγαλε μια κραυγ χαρς. Εχε χαλαρσει κι ορησε κι πεσε πνω απ το πρσωπ του κι ταν σε κσταση, με το πος του σε ρθια θση κι απ φβο μπως σηκωθε και σταματσει, κρτησε τη πλτη της στο πρσωπ του με τα δο του χρια.
     Και ο Πιτρο παρακολουθντας, μεινε σαστισμνος, σαστισμνος, γιατ δεν μποροσε να καταλβει γιατ ξαφνικ θελε να εναι στη θση του Πορτογλου.
     Στο τταρτο στοντιο ζοσε νας μορφος νεαρς, λεπτς και στυλιζαρισμνος, που εξασκοσε καθημεριν στο παιθρο τις χορευτικς ασκσεις του. Γι' αυτ φοροσε το πιο στεν λευκ καλσν που μποροσε να φανταστε κανες και καθς ταν εξαιρετικ καμμνος απ τον λιο, μοιαζε με λεπτ Ινδ, με τα αστραφτερ μαρα μαλλι και το σκορο δρμα του. Καθς μελετοσε τις κινσεις του, ο Πιτρο παρατρησε πσο σφιχτ κρατοσε τις πλτες του πιεσμνες μεταξ τους. 'εμοιαζε σχεδν σα βτσιο. Περπτησε πιζοντς τις σχεδν σαν να φοβταν τι θα του επιτεθον απ πσω. ταν τσο προφανς που εκνερισε τον Πιτρο που του ρεσαν οι χαλαρς και πολυτελες φιγορες. Ο τρπος που συμπεζε τη πλτη του καθς κινιταν. ταν εκνευριστικ. Σχεδν κανε τον Πιτρο να θλει να τον ανοξει με το ζρι. Αλλ αρκστηκε στο να παρακολουθε το αγρι ν' ασκεται κθε πρω πνω απ τις αυτοσχδιες μπρες του.
     Το βρδυ εξθεσε μερικς απ τις τολμηρς φιγορες του σ' να απ τα νυχτεριν κντρα. Ο Πιτρο κι αυτς συνψαν να εδος φιλας. Στον νεαρ ρεσε να χει κοιν κι ο Πιτρο παρακολουθοσε πιστ τις φιγορες και τις χειροκροτοσε στο τλος. Ττε μια μρα ο νεαρς, εν ξεκουραζταν, επε στον Πιτρο την ιστορα του:

     τανε σταρ σε τσρκο της Νας Υρκης. Κθε βρδυ εμφανιζταν φορντας το πιο μορφο σατν καλσν και μεταξωτ πουκμισο. Η φιγορα του θαυμστηκε πολ, ακμη και μεταξ των διεστραμμνων. Προσλκυσε κι νδρες και γυνακες. να βρδυ λαβε μια τερστια ανθοδσμη λουλουδιν απ να θαυμαστ. τανε συνηθισμνος σ' αυτ, ριξε απλς μια ματι στη κρτα που συνδευε τα λουλοδια. Το νομα του ταν γνωστο, αλλ νας σντροφος που ταν εκε σφριξε: «Ω, νας απ τους πλουσιτερους ντρες, νας γγλος αριστοκρτης. Εσαι τυχερς σκλος. Θα κνεις τη προκα σου. Θα σε ταξιδψει σ' λο τον κσμο με το γιωτ του».
     Ο Κριος ταν διακριτικς κι ευγενς. Μπκε στο καμαρνι και κθισε, κανε μορφη συζτηση. Εχε μορφα μαλλι, γκρζα, ταν ελκυστικς απ κθε ποψη. Τα μπλε μτια του ταν αθα, το χαμγελ του απολαυστικ και χιουμοριστικ. Τους διασκδασε λους καθς τους βλεπε να ντνονται, να γδνονται, να αλλζουν για την παρσταση. Η ματι που ριξε στον νεαρ δειξε πως ταν γνστης. Του κανε κομπλιμντα για την ψογη σιλουτα του, τη γατσια δναμ του, που δεν φαινταν σε καμμα υπερανπτυξη των μυν του, την ευκινησα του. ταν σχεδν σαν χορευτς στο τραπζι του, που διθετε υπρτατο θρσος και κομψτητα. Ο νος θαυμαστς του μλλον τον ευχαριστοσε και τον κολκευε. Σκφτηκε τι θα μποροσε τρα να απολασει μερικς διακοπς μαζ του. ταν αρκετ κουρασμνος απ τις συνεχες επιδσεις του. Ο ηλικιωμνος Λρδος τανε γοητευτικς, ακμα τσο λεπτς κι μορφα ντυμνος. Κθισε στο καμαρνι αρκετς νχτες βλποντας τον νεαρ τραπεζτη να ντνεται, κοιτζοντας τα μεταξωτ του πουκμισα, τα σατν καλσν του, τις παντφλες του, τις χρωματιστς κλτσες του και τα υπροχα πουκμισ του. Ττε να βρδυ επε: «Θα ρθεις να δειπνσεις μαζ μου»:
     Ο νεαρς το περμενε αυτ, κολακετηκε και δχτηκε. Ντθηκε πιο προσεκτικ, αλλ ο Κριος ζτησε ειδικ να κρατσει το καλσν του, κτω απ το αστικ κοστομι. ταν φτιαγμνο απ λευκ σατν, που εφαρμζουν σφιχτ, δεχνοντας τα περιγρμματα της πσω ψης του νεαρο νδρα και σγουρα λο το περγραμμα των σεξουαλικν του αγαθν. Ο Κριος τον παρακολουθοσε με χαμγελο θαυμασμο καθς ντυνταν. Ο νεαρς σκφτηκε τι θα ταν αρκετ εκολο να υποκψει σ' αυτν. νας τσο γοητευτικς ντρας. Τσο πολιτισμνος, καλλιεργημνος και πνευματδης.
φυγαν μαζ με το πανσχυρο αυτοκνητο του Κυρου. φυγαν απ τη Να Υρκη και μετ απ μισ ρα σταμτησαν μπρος σ' να πολυτελς σπτι. Τους περμενε να εκλεκτ δεπνο, σερβιρισμνο σιωπηλ κι ομαλ σε μια τερστια τραπεζαρα. Στη συνχεια κπνισαν κι πιαν τα καλτερα λικρ και μετ ταν ανβηκαν στη κρεβατοκμαρα του Κυρου, η ομορφι κι η ζεστασι, η γοητεα κι η πολυτλεια τλιξαν εντελς τον νεαρ που δεν εχε ξαναδε κτι ττοιο και που ταν τοιμος να υποχωρσει στον Κριο αν εκφρσει επιθυμα, αν πσα στιγμ.
     Ο Κριος στθηκε κοντ του και τον παρακολοθησε να γδνεται. Πρτα το παλτ, η γραβτα, το πουκμισο. Θαμασε ξαν τα υπροχα μπρτσα του κι απ κτω απ τα μπρτσα βγκε μια μυρωδι που αγαποσε ο Κριος, η μυρωδι της νεαρς εφδρωσης. Το εισπνευσε και συνχισε να παρακολουθε τον νεαρ να γδνεται. για να κατεβσει το παντελνι ισορροπθηκε τλεια κι σκυψε. Τρα στεκταν με το σπρο σατν καλσν του, τσο λεπτ και τλεια φτιαγμνο, εν ο Κριος τον θαμαζε, χωρς μως να τον αγγζει. Ωστσο, η ανσα του Κυρου επιταχνθηκε κι ο νεαρς κολακετηκε απ τον ενθουσιασμ του. πειτα, με λη την υπουλα ενς strip-teaser, ξεκνησε να βγλει το λευκ σατν καλσν του, παρατενοντας τη στιγμ που νιωθε τι προκαλοσε στον Κριο μια τσο ντονη ευχαρστηση. Στην αρχ τρβηξε το μπροστιν μρος και αποκλυψε τα γεννητικ του ργανα που ταν τσο μορφα σο το σμα του και μετ πολ αργ και σταδιακ αποκλυψε το πιο προσεγμνο, πιο τρυφερ πσω μρος, σαν νεαρς κοπλας. Το δρμα ταν λεπτ και σατιν. Γρισε τη πλτη του στον Κριο, γνωρζοντας τι αυτ ταν το μρος του σματος ενς ανθρπου που οι ντρες εκτιμοσαν πνω απ' λα, για να του δσουνε πλρη ψη αυτς της αναποδογυρισμνης πλτης, για να τον ξεσηκσουνε πλρως.
     Ξαφνικ νιωσε κτι σαν να βαιο χαστοκι στη μα πλευρ της εκτεθειμνης πσω πλευρς. Ενστικτωδς το χρι του ρμησε στο χτυπημνο σημεο κι νιωσε μια ζεστ ρο αματος. Τρβηξε το χρι του και το κοταξε ζαλισμνος. Ο Κριος μλησε συχα: «Μην ανησυχετε. Τελειωσαν ολα».
Πτησε να κουμπ. «χω ναν γιατρ και μια νοσοκμα εδ. Θα σε φτιξει λους. Θα σου δσω πολλ χρματα, ,τι χρειζεσαι. Δεν εναι τποτα. μη φοβσαι. Αυτ ταν το μνο που θελα απ σνα».
     Εχε κψει να μακρ νοιγμα στο πιο τρυφερ μρος της πσω ψης με να ξυρφι. Η πρτα νοιξε, εμφανστηκαν ο γιατρς κι η νοσοκμα, τον φρντισαν και την επμενη μρα τον στειλαν μ' να καλ ποσ. μως κτι μεινε στον νεαρ δπλα στην ουλ. Η συνθεια να κλενει σφιχτ την πλτη του, σαν να φοβται μπως του επιτεθον.

     Ανμεσα στους καλλιτχνες που μεναν στα στοντιο της προβλτας ζοσαν απλυτα αστικς οικογνειες που ρθαν απ τη Βοστνη για τις διακοπς με τα παιδι τους και που εναντιθηκαν με μανα στη φση των συνομιλιν και των θορβων που προρχονταν απ τους γετονς τους.
Ολκληρες οικογνειες που ανφεραν τους καβγδες και τις αισχρτητες που κουσαν, ολκληρες οικογνειες που ανφεραν στην αστυνομα τι εδαν μια γυνακα γυμν στη παραλα, λγα χιλιμετρα μακρι απ το μρος που κθονταν. Αυτο οι νθρωποι αποκλυψαν αξιοσημεωτη ευαισθησα στα αυτι και στα μτια, σχεδν υπερβολικ. ταν σαν να προσπαθοσαν πραγματικ να πισουν αυτ τα υπγεια ρεματα ανθικων ζων που τους περιβαλλαν. μως σιγ σιγ το αμοραλιστικ στοιχεο κρδιζε κι ταν οι οικογνειες που ταν υποχρεωμνες να αναζητσουν σπτια πιο μακρι απ την ολθρια επιρρο των καλλιτεχνν.
     Τι εγκαταστσεις για γνωριμες, στην παραλα, στο δρμο, στους αμμλοφους, κτω απ τα ντους, παντο μλιστα. Και το βρδυ περπου επτ οκτ νυχτεριν κντρα ριξαν τα κκκινα φτα τους στη πλη κι βγαλαν τη μουσικ τους στο δρμο για ν' ακοσουν λοι και να μπονε στον πειρασμ. Νυχτεριν κντρα γεμτα καπνος, σκαμμνα λλοτε κτω απ τα εππεδα του δρμου, λλοτε στη προβλτα ξαν, πνω απ' τα νερ του κλπου, καπνισμνα και πυκνοκατοικημνα, ιδανικ γι' αδσποτα χρια και βορτσισμα γοντων και σματα ποδιν κτω απ τα τραπζια και για συγκολλημνους χορος και μυστικ εφδια. Ο πληθυσμς ανακατετηκε με τους καλοκαιρινος επισκπτες, τα υπροχα κορτσια της Πορτογαλας, τα μοντλα, τους ζωγρφους.
     Αν νας χορευτς ερχταν στη πλη τονε χρησιμοποιοσαν αμσως για μντελινγκ για τα μαθματα ζωγραφικς. ποιος εχε λγη ομορφι ενδιαφρον χαρακτρα εξυπηρετοσε τους ζωγρφους για θμα και μποροσε να τους παρακολουθσει στη δουλει στη παραλα. Αλλ ρθε στο Provincetown μα Βιεννζα χορετρια μμος απ την Ευρπη. Στην αρχ στθηκε στα καφ και στις γωνις των δρμων και κουβντιαζε με τους φλους της και μποροσε κανες να ακοσει τις ζωηρς περιγραφς της για τα στρατπεδα συγκντρωσης που βρισκταν. λεγε ανατριχιαστικς ιστορες της παραμονς της σ' να απ' αυτ. Την εχαν συλλβει γρω απ το Μονπαρνς κι επειδ ταν Εβραα, φυλακστηκε, τελικ αφθηκε ελεθερη αφο, πως επε, συμφνησε να κοιμηθε με ολκληρο το τμμα των Γερμανν στρατιωτν.
     Τρα ταν ακριβς φτιαγμνη για αυτ το ζωηρ ρλο, ντας εξαιρετικ ηδονικ στο σχμα της και περπατοσε με μια πιο ντονη ταλντευση των γοφν. τανε ξεκθαρο ακμη κι απ τη βλτα της γιατ εχε επιλεγε ως ικαν να ικανοποισει μια μεραρχα Γερμανν στρατιωτν. Αλλ επμενε τι της κστισαν οι μρες στο νοσοκομεο μετ, προτο τελικ καταφρει να σαλπρει για την Αμερικ και μλις φτασε, να μπορσει να ξαναρχσει το χορ της. Αυτ η ιστορα εχε μιαν ιδιμορφη επδραση στο κοιν της. Κπως τσι, δεν θα μποροσε να τη δει κανες χωρς να τη φανταστε ξαπλωμνη και με τα δο της πδια στον αρα, να εκτει την ποιν της, λες, κτω απ το πρασμα των Γερμανν στρατιωτν. Και πρσθεσε: «Τους χρονομτρησε ο Διοικητς. Δεν επιτρπονται περισστερα απ πντε λεπτ για να το κνετε».
     Η μα την κουσε και τα μτια πγανε στα πδια της. Τρα υπρχε μια ιδιαιτερτητα στα πδια της. Δηλαδ, πολ πρα απ το μρος που κποιος συνηθζει να περιμνει μαλλι, φερε τα χνη απ τα πρσφατα ξυρισμνα μαλλι, μια σκοτειν περιοχ πολ κτω απ το χελος του μαγι της. Τα μτια τανε πντα καρφωμνα εκε κατ τη διρκεια της ιστορας της. ταν μια υπροχη ιστορα να κνεις τους ντρες να συγκεντρωθον στα σεξουαλικ της μρη και να σταματσουν να βλπουν το πρσωπ της, που δεν ταν ιδιατερα μορφο. Αυτ η περσσεια τρχας της δωσε μια παρξενη ζωικ ιδιτητα. Περμενε κανες αγριτητα απ' αυτν. Αναρωτθηκε κανες αν εχε υποκψει, χωρς να δαγκσει να βλει νχια, στη μορα της στο στρατπεδο συγκντρωσης. Οι νδρες εχαν να περεργο συνασθημα για τις γυνακες που γνωρζουν τι χρησιμοποιονταν συχν σεξουαλικ. Τους απαλλσσει απ τη δειλα τους. Αυτ εξηγε την επιτυχα των παλαιν ηθοποιν στο Παρσι, απ το Music Hall, φορεμνων γυναικν, που μσα τους το μεγαλτερο μρος του παριζινικου θεατρικο πλθους εχε αποτσει φρο τιμς του πιο οικεου εδους.
     Αυτ η ασθηση διαπρασε τη Βιεννζα χορετρια. ταν να εδος πρσκλησης. Κποιος ταν σγουρος τι δεν θα τον επιπλξουν. Πρακτικ διαβεβαωνε κποιον για να καλωσρισμα. Αν μποροσε να καλωσορσει τσους πολλος Γερμανος στρατιτες, σγουρα θα καλωσριζε κθε ποστητα επιθσεων απ πιο φιλικς πηγς. τανε πργματι μια μορφ ενθρρυνσης που δινε κθε φορ που λεγε την ιστορα της. Ττοια ταν τα συναισθματα που προκλεσε στον Πιτρο που προσπαθοσε ν' απαλλαγε απ την εμμονικ προσλωση στο γεμτο στμα του κοριτσιο. ρχισε να στοιχεινει τα βματα της. Ωστσο, δεν κανε καμμα προδο. Η χορετρια τον μζεψε με τις λλες φλες της, τον πγε στη παραλα, στο νυχτεριν κντρο, χρεψε κτω απ τα μτια του, αλλ δεν του επτρεψε ποτ να τη πλησισει περισστερο. Ο Πιτρο μπερδετηκε. ξερε τι ταν μορφος, πιο μορφος απ τους υπλοιπους φλους της.
     να βρδυ στο νυχτεριν κντρο, πυκν απ καπν, φωνς, μουσικ, που στθηκε κνοντας το στθος της να χορεει, χωρς να κουνιται απ τη μση και κτω αλλ μνο το μποστο κι οι μοι, που διναν στο στθος της ναν περεργο γριο ρυθμ, πιασε ο Πιτρο τα μτια της πνω του κι ανταποκρθηκε με λη την επιθυμα που νιωθε κι εδε τα μτια της να τρμουνε για πρτη φορ. Καυτ κι ιδρωμνη, ρθε στο τραπζι του ζητντας να ποτ, το οποο της δωσε. Ττε επε: «Εμαι κουρασμνη, Πιτρο, μπορες να με πας σπτι»;
     ταν ακμα με το κοστομι του χορευτ της, που αποτελοταν απ να κοντ, στεν φρεμα, το φρεμα της Κικς του Μονπαρνς, το φρεμα της δραπτιδας μαθτριας με μακρις μαρες κλτσες. Περπτησαν μαζ στον μακρ, φιδωτ δρμο και μετ χθηκαν σε μια απ τις σκοτεινς αποβθρες. Ο Πιτρο επε: «Κτσε μαζ μου στην μμο για λγο».
     Κατβηκαν τα σκαλι της προβλτας και βρθηκαν ξαπλωμνοι στην μμο, δπλα στα βαρι δοκρια απ πνω και τα κυματκια να χτυπιονται στα πδια τους. Ξπλωσε ανσκελα με το να πδι κυρτ και τα χρια πσω απ το κεφλι της. "Τ σκφτεσαι"; ρτησε ο Πιτρο, ελπζοντας τι θα ξαναμιλοσε για το στρατπεδο συγκντρωσης. Και πργματι το κανε. Πντα το θυμταν. Οδηγθηκε εκολα να μιλσει γι' αυτ. Την εχανε πρει στη σκην του Διοικητ. Γυμν. Εντελς γυμν. Ττε ο Λοχαγς εχε σταθε ξω κι φηνε τους στρατιτες να μπουν, ναν ναν. λοι τους εχανε στερηθε τη σεξουαλικ επαφ για μεγλο χρονικ διστημα. Τα καθκοντα ταν αυστηρ κι επαχθ. λοι ενθουσιστηκαν με την ιδα, πριν καν τη δουν. ταν μπκαν στη σκην ταν δη ερεθισμνοι, ενθουσιασμνοι, μ' λο το αμα στα γεννητικ τους ργανα τοιμο να εκραγε. Στην αρχ δεν ταν κακ. Οι πρτοι ταν τσο τοιμοι γι' αυτ που δεν τη κρτησαν πολ. Λγες σντομες πινελις κι σαν τοιμοι και το κνανε γργορα, ορμντας τους ο Διοικητς στην εσοδο. Και μετ, καθς γμιζε με το σπρμα, διευκλυνε το πρασμα. τρεχε υγρ, βρεγμνο πολ απ αυτ. Αλλ' αυτο ταν οι νοι που ρθαν εκολα και δεν τη ταλαιπρησαν ντονα. ταν ρθαν οι μεγαλτεροι, ταν δη πληγωμνη απ τσα ργανα και χρειαζταν περισστερο σπρξιμο και πεση -πονοσε. Οι γκρνιες παραπνων της τους ξεσκωσαν σε ακμη μεγαλτερες ωθσεις, ξεσκωσαν την αγριτητ τους. Της κρτησαν πσω τα πδια κι πεσαν επνω της χωρς οτε να χδι λξη, σαν ζα, με σκοπ μνο να αδεισουν. ταν ρθε ο Διοικητς αιμορραγοσε κι κλαιγε. Μετ τη πγανε σε νοσοκομεο. Εδ τελεωσε η ιστορα της, αλλ ο Πιτρο νιωσε τι δεν τα επε λα.
«Ποιες ταν οι συνπειες»; Ρτησε. «Μισοσατε τους ντρες μετ απ' αυτ»; Η ερτηση την εξπληξε. Κανες δεν το εχε ρωτσει πριν.
μεινε σιωπηλ και μετ επε: «χι, δεν μισοσα τους ντρες, αλλ δεν μποροσα πια να νισω τποτα. Κρωνα. Το συνηθισμνο σεξ μου φαινταν μερο και βαρετ. Αυτ η ψυχρτητα κρτησε μχρι που συνντησα να Καταλαν στη Να Υρκη. Αλλ δεν μπορ να σου πω… αυτ δεν μπορ να σου το πω».
«Πες μου», επε ο Πιτρο, «εμαι φλος».

«Αυτς ο Καταλανς εχε μια ειδικ συλλογ αντικειμνων απ τη κινεζικ συνοικα στη Βαρκελνη. Τα εχε λα εκτεθειμνα σε να γυλινο ντουλπι στη κρεβατοκμαρ του. Μου τα δειξε. Γυρσαμε απ μια χοροεσπερδα κι μουν μορφα ντυμνη...με εχε πρει πσω για να τελευταο ποτρι σαμπνια. Για πρτη φορ μετ απ κενο το περιστατικ στο στρατπεδο συγκντρωσης, με ενδιφερε, αναθρρησα, μλιστα. Στθηκα μπρος στο ντουλπι και κοταξα αυτ τα εργαλεα κι εδε τι με ενδιφεραν. ταν νας ελκυστικς ντρας, ομαλς, χαμογελαστς, νας κομψς και πλοσιος δαμονας, ταν. Λεπτς κι εκλεπτυσμνος και με γκρζα μαλλι στον κρταφο. νας τλειος αριστοκρτης. Υπρχε μια ιστορα γι' αυτν και ναν τραπεζτη, αλλ δεν αποδεχθηκε. Τι χαμγελο εχε, το αληθιν απαλ σατανικ χαμγελο ενς ανθρπου που εχε δει τα πντα. Τα χρια του ταν τα πιο μακρι δχτυλα που χω δει ποτ. Ελαστικ και λευκ κι μορφα περιποιημνα με βαρι δαχτυλδια, που τνιζαν την ευθραυσττητα και την αριστοκρατα τους. Τα δντια του ταν μικρ και μλλον μυτερ, αιχμηρ σαν δντια λκου. Το δρμα του τανε χλωμ και διφανο σαν γυναικεο. ταν εδε το ενδιαφρον μου, πρε να μικρ κλειδ και ξεκλεδωσε το ντουλπι, μου επτρεψε μου να κοιτξω κθε αντικεμενο. Πρε να, που ταν μια τεχνητ γλσσα με δο κορδνια δεμνα για να μπορε να δεθε γρω απ το κεφλι πνω απ το στμα. ταν μια βαρει λαστιχνια γλσσα με λαστιχνιες ακδες παντο. ταν ο Καταλανς τη φρεσε, μοιαζε με τρας, χι πια με ντρα. Μου φαινταν τρομακτικς και ταυτχρονα, απερως σαγηνευτικς. Τα μτια του εχαν αλλξει κφραση. Εχε τρα να βλμμα που ταριαζε με τη γλσσα, να βλμμα λαγνεας και σκληρτητας. Με τραξε. Το εδε. Με σπρωξε απαλ αλλ αταλντευτα προς το μεγλο κρεβτι του με ουραν. Με σπρωξε κι πεσα πνω στο κρεβτι. Τρβηξε το φρεμ μου και με φησε να νισω τη γλσσα μσα απ το εσρουχ μου στην αρχ, μνο και μνο για να ξρω την αιχμηρ ασθηση της πριν αγγξει τη σρκα μου. Λοιπν, η ασθηση που εχα ττε, τι επρκειτο να με χαδψει νας υπερνθρωπος ντρας, σε αντθεση με λλους ντρες -που μοιαζε με το φβο και τον τρμο που εχα ταν ξπλωσα γυμν εκτεθειμνη στους στρατιτες στο στρατπεδο. να συνασθημα του απνθρωπου που μπορε να μου δσει μια ασθηση που δεν γνριζα ποτ πριν. νιωσα να τραβ το εσρρουχ μου, αντιμετωπζοντας εν γνσει μου το ξεαγκστρωσ του, το γλστρημα του εσρουχου πνω απ τα γνατ μου. Σκωσα το κεφλι μου. Αυτ το τρας με αιχμηρ γλσσα τρπωνε τρα ανμεσα στα πδια μου. Κθε φορ που κινονταν νιωθα τις λαστιχνιες αιχμς να τρβονται στο πιο απαλ μρος του δρματς μου, το δρμα στο εσωτερικ των ποδιν, γρω απ το φλο. Τσο περεργη ασθηση. Δεν εχα ξανανισει αυτ το συνασθημα, τι με γγιξε κποιο περεργο ζο κι χι νας νθρωπος. Τι ενθουσιασμς, να νιθεις αυτ τη παρξενη πινελι απ καουτσοκ. Και δεν γγιξε το σεξ αμσως. Αυτ ργησε. Μερικς φορς την νιωθα τραχει σαν τη γλσσα του σκλου. χεις νισει ποτ τη γλσσα ενς σκλου στο χρι σου; μιας γτας; Τραχ και ξσιμο πνω απ το δρμα. Σταμτησε να βλει να μαξιλρι κτω απ το κεφλι μου για να σηκσω το κεφλι μου και να τον παρακολουθσω. θελε να τον κοιτζουν. σως θελε ν' απολασει τον τρμο μου. Τονε κοταξα με διεσταλμνα μτια, περιμνοντας τη στιγμ που θα προσπαθοσε να με χαδψει απ κοντ με τη ψετικη γλσσα, φοβομενος τον πνο κι μως περεργη για το συνασθημα που θα μποροσε να μου δσει. Με εχε χαδψει γρω απ τη κλειτορδα και τρα τη πλησαζε. Εκε ρχισε να με γλεφει και να με ξεσηκνει απ τα επμονα χδια του. Τσο που χαλρωσα και το μλι ρχισε να ρει. ταν το εδε αυτ προσπθησε να βλει τη γλσσα ανμεσα στο στμα του αιδοου και να με χαδψει. Ξθηκε πνω μου, με ανακτεψε, με πλγωσε κι μως μ' ενθουσασε κπως τσι που το θελα πιο μσα. Το σπρωξε μσα. τανε σκληρ το σπρξιμο, τα αιχμηρ μρη συνντησαν αντσταση. κι κλεισα τα μτια μου. Μου φαινταν τι με βαζαν ξαν, μνο που αυτ τη φορ το απολμβανα. Ττε νιωσα να περεργο πργμα, ταν τα μτια μου κλεισαν η αιχμηρ γλσσα με ταλαιπρησε και ταυτχρονα νιωσα τη κοφτερ του γλσσα στη σρκα μου, σε λα τα τρυφερ μρη, να δαγκνει ντονα και να με ξεσηκνει σε να εδος μανας και φρεντιδας. Βγκηξα και γλασε ττε. Τρα χειρστηκε απτομα τη γλσσα, αδιαφορντας για κθε ευγνεια και την βαλε και την βγαλε ξαν, σαν πος. Μετ με φησε εκε να στριμχνομαι κι επε: "Μη κουνηθες. Σου φρνω κτι ακμα πιο υπροχο". Επστρεψε και στθηκε στο πλι μου κοντ στο πρσωπ μου, τσι στε να μποροσα να δω τι πνω απ το δικ του πος να πελριο ρθιο πος εχε γλιστρσει λαστιχνιο, αρκετ μακρ κι εξσου σκληρ, με πολλς λαστιχνιες ακδες πνω του. Αυτ το τερστιο ργανο το κρτησε στο πρσωπ μου μχρι που εδε τι φοβμουν. Τρα φοβμουν. ταν μεγαλτερο απ οτιδποτε λλο εχα δει ποτ και φοβμουν να το χω μσα μου. Ξαφνικ θυμθηκα το πιο τρελλ απσπασμα απ τη Ββλο. Θυμθηκα πς το εχα διαβσει ταν μουν νεαρ κοπλα, τι με εχε ενθουσισει χωρς να ξρω γιατ κι αφοροσε μερικς γυνακες που δεν ταν ικανοποιημνες με τους ντρες και που αναζητοσαν τα τερστια πη των γαδρων, που εχαν συναλλαγς. με γαδουρκια. Τρα ταν μπρος μου κι ρχισα να τρμω και την δια στιγμ μουνα σε κατσταση μεγλης ξαψης με πυρετ, περιργεια κι νταση που ταν πιο δυνατ απ τον φβο μου. Το τοποθτησε στην εσοδο και περμενε. Δεν θα μπαινε ποτ μσα. Εμαι μλλον στεν, αν μη τι λλο, αλλ καθς το τοποθτησε εκε θυμθηκα λους εκενους τους στρατιτες που μ' εχανε διαπερσει και μερικο απ αυτος εχαν τσο τερστια μλη και θυμθηκα τι νιωθα σαν να πιζανε την ανοιχτ μτρα μου για να κνουνε χρο για τον εαυτ τους. Και τρα ο Καταλανς στεκταν στην εσοδο και πεζε το διο χωρς να δνει σημασα στην αντστασ μου της τελευταας στιγμς, γιατ τανε τσο δυνατ, μεγλη κι επδυνη που θελα να απομακρυνθ απ' αυτν και δεν με φησε. Συνχισε σχετα και σ' λη τη διρκεια του πνου νιωσα τη πιο εξασια χαρ. Τελικ τον φησα και μλις το σπρωξε μσα δεν μποροσε να το κουνσει γιατ ταν τσο τερστιο. νιωσα τσο περεργα… μετ απ λγο αποσρθηκε και μ' φησε να ξαπλσω εκε λαχανιασμνη κι μως ικανοποιημνη, αλλ τσο διεγερμνη που να ακμη γγιγμα θα με ξεσκωνε... Επστρεψε με το πιο παρξενο πος απ λα, να λαστιχνιο πος λο ραβδωμνο σαν πργος της Πζα, μια κυκλικ σκλα απ ραβδσεις απ την κρη του μχρι το κτω μρος κι αυτ μλις το 'βαλε μσα κι πιασε τη σρκα μου... το γρισε κι οι ρχες του μοιζανε να αγγζουν μρη μου που καννας ντρας δεν εχε αγγξει ποτ και να με διεγερει μ' να τρπο που καννα πος δεν με εχε διεγερει, πως ξυνε κι σπρωχνε στη σρκα μου, -κθε μρος της. μουν τοιμη να ρθω, αλλ δεν με φησε... αποσρθηκε αμσως ταν με εδε να πλησιζω στην ευχαρστησ μου. θελε να το παρατενει. Τρα φερε να σχμα σαν τη φιγορα του Ναπολοντα, με το τργωνο καπλο κι λα ζωγραφισμνα. Καθς το σπρωχνε μσα, οι γωνες του καπλου, φτιαγμνο απ καουτσοκ, υποχρησαν, αλλ μλις μπκε μσα πρε ξαν το φυσικ του σχμα και τις νιωσα στη μτρα μου, τα τρα σημεα σαν αστρια να σφγγουν στη σρκα μου . ταν ο Καταλανς ρχισε να το αποσρει, το νιωσα να πινεται μσα και να στρφεται απτομα πνω στη σρκα μου, πληγνοντς με και ταυτχρονα να με αγγζει εκε που δεν πγε ποτ το πος, σημεα που ανταποκρνονταν ηλεκτρικ στις μυτερς αιχμηρς κρες του καπλου του Ναπολοντα. Ο Καταλανς γελοσε. ρχισα να γελω υστερικ, κουνντας το σμα μου. Μετ ρχισε να με δαγκνει. Καθς βαζε τα δντια του στη σρκα μου, ανατρχιασα απ ευχαρστηση. Με δγκωνε ξαν και ξαν και με κανε να ρθω τσι, βυθζοντας τα δντια του στη σρκα μου στην κρη του σεξ».

     Ο Πιτρο ταν ναυδος. Μια ττοια γυνακα δε μποροσε να ελπζει να ικανοποισει. μεινε σιωπηλς. ρχισε να γελ στο σκοτδι. Κατλαβε τι του εχε συμβε...


 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers