Βιογραφικό
Ο Michael Andreas Helmuth Ende (Μίκελ Έντε) ήτανε Γερμανός συγγραφέας παιδικών και φανταστικών μυθιστορημάτων. Γεννήθηκε στο Garmisch (Βαυαρία, Γερμανία) και πέθανε στη Στουτγάρδη από καρκίνο του στομάχου. Ήταν από τους δημοφιλέστερους και διάσημους γερμανούς συγγραφείς του 20ού αι., πράγμα που οφείλεται κυρίως στη τεράστια επιτυχία των παιδικών βιβλίων του. Εν τούτοις, δεν έγραφε παιδικά, δεδομένου ότι έγραψε επίσης βιβλία για ενηλίκους κυρίως. Ο ίδιος ισχυριζόταν: "Είναι για το παιδί που υπάρχει μέσα μου, όπως σ' όλους μας, που γράφω τις ιστορίες μου" και: "Τα βιβλία μου είναι για κάθε παιδί μεταξύ 8 κι 80 ετών". Το γράψιμό του θα μπορούσε να περιγραφεί ως υπερφυσικό κράμα πραγματικότητας και φαντασίας. Ο αναγνώστης καλείται συχνά για να πάρει πιο διαλογικό ρόλο στην ιστορία κι οι κόσμοι στα βιβλία του αντανακλούνε συχνά τη πραγματικότητά μας, χρησιμοποιώντας τη φαντασία για να φέρουνε στο φως τα προβλήματα μιας όλο και περισσότερο τεχνολογικής σύγχρονης κοινωνίας. Ήτανε γνωστός επίσης ως υπερασπιστής της ριζικής οικονομικής μεταρρύθμισης.Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 40 γλώσσες, έχουνε πουληθεί πάνω από 20.000.000 αντίτυπα κι έχουνε γίνει ταινίες, τα θεατρικά, οι όπερες και πολλά βιβλία.

Γεννηθηκε 17:15 στις 12 Νοεμβρη 1929 στο Garmisch-Partenkirchen (Βαυαρία, Γερμανία). Μοναχοπαίδι, οι γονείς ήταν, ο Edgar Ende, σουρρεαλιστής ζωγράφος, κι η Luise Bartholoma Ende, φυσιοθεραπεύτρια και διατηρούσε ένα μαγαζί κοσμημάτων και δαντελλών. Η γέννα ήτανε πολύ δύσκολη, γιατί ήτανε 38 ετών κι έτσι επέλεξε καισαρική, ο δε μικρός ζύγιζε 4.5 κιλά κι οι γονείς του σταμάτησαν το βάπτισμα επειδή η τήβεννος που είχαν αγοράσει ήτανε πάρα πολύ μικρή για το μωρό. Δεδομένου ότι τα έργα τέχνης του απαγορεύθηκαν από το ναζιστικό καθεστώς, ο Edgar αναγκάστηκε να εργαστεί μυστικά. Το 1931 ο Έντγκαρ πήγε στο Pasing, κοντά στο Μόναχο, όπου οι πίνακές του πούλησαν καλά και τα οικονομικά της οικογένειας βελτιώθηκαν.

Το 1935, όταν ήταν 6, η οικογένεια Ende κινήθηκε προς το "artists Schwabing" στο Μόναχο. Να μεγαλώσει σε αυτό το πλούσιο καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό περιβάλλον επηρέασε το γράψιμο του Ende. Φοίτησε στο γυμνάσιο Maximillians ως ότου κλείσανε τα σχολεία στο Μόναχο λόγω των βομβαρδισμών το 1943. Επανέλαβε το σχολείο στο Waldorf στη Στουτγάρδη. Ήταν αυτή τη στιγμή που άρχισε να γράφει τις ιστορίες. Επεδίωξε να είναι δραματουργός, αλλά έγραψε συνήθως διηγήματα και ποιήματα. Το 1945, στα 16 συντάχθηκε στο γερμανικό στρατό, αλλά τον εγκατέλειψε κι ενώθηκε με μια αντι-ναζιστική ομάδα για το υπόλοιπο του πολέμου. Μετά από το Β' Παγκ. Πόλ., αποφάσισε να γίνει θεατρικός συγγραφέας, δέχτηκε μια υποτροφία για να μελετήσει στο Otto-Falkenberg-Schauspielschule στο Μόναχο, δεδομένου ότι δεν μπόρεσε να αντέξει οικονομικά να πληρώσει για το κολλέγιο.

Φοίτησε στο Munich' s Otto Falckenburg Drama School τα 1947-50 κι έπειτα ξεκίνησε να γράφει ως συγγραφέας cabaret σενάρια και θεατρικά σκετς αλλά και για τον διευθυντή του Volkstheater στο Μόναχο και να κάνει κριτικές κινηματογράφου για το βαυαρικό ραδιόφωνο. Το 1ο του μυθιστόρημα για παιδιά, Jim Knopf & Lukas ο οδηγός μηχανών, δημοσιεύθηκε στη Γερμανία το 1960, άρεσε σε μικρούς και μεγάλους, στους κριτικούς, στο ραδιόφωνο και τηλεοπτική σειρά βασίστηκε στο Jim Knopf . Αν κι εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τους αναγνώστες και τους κριτικούς, ο Ende παρέμεινε σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες ντροπαλός και μετριοφρων για την επιτυχία του.

Πέθανε από καρκίνο του στομάχου στη Στουτγάρδη, στις 29 Αυγούστου 1995, σε ηλικία 65 ετών.

==========================
Η Μόμο

Μια μεγάλη πόλη κι ένα μικρό κοριτσάκι...
Τον παλιό, τον πολύ παλιό καιρό, τότε ακόμα που οι άνθρωποι μιλούσανε γλώσσες εντελώς διαφορετικές, στις ζεστές χώρες υπήρχανε κιόλας μεγάλες και θαυμαστές πολιτείες. Εκεί ορθώνονταν τα παλάτια των βασιλιάδων και των αυτοκρατόρων, εκεί είχε δρόμους φαρδιούς, παρόδους στενές και στενοσόκακα, όλο γωνιές. Εκεί ορθώνονταν υπέροχοι ναοί με χρυσά και μαρμάρινα αγάλματα θεών, εκεί υπήρχανε πολύχρωμες αγορές με εμπορεύματα απ' όλο τον κόσμο και μεγάλες ωραίες πλατείες όπου μαζεύονταν οι άνθρωποι για να συζητήσουνε τα νέα, να βγάλουνε λόγους ή και να τους ακούσουνε. Μα το κυριότερο ήτανε πως εκεί είχε και μεγάλα θέατρα.
Μοιάζαν όπως είναι ακόμα και σήμερα τα τσίρκα, με τη μόνη διαφορά πως ήτανε χτισμένα ολόκληρα με μεγάλες και πελεκημένες πέτρες. Οι σειρές με τα καθίσματα για τους θεατές ήταν αραδιασμένες η μια πάνω από την άλλη, σχηματίζοντας ένα τεράστιο χωνί. Αν τα έβλεπες από πάνω, μερικά απ' αυτά τα χτίσματα ήτανε κυκλικά, άλλα κάπως μακρόστενα κι άλλα πάλι σχημάτιζαν ένα ανοιχτό ημικύκλιο. Αυτά τα λέγανε αμφιθέατρα.
Μερικά ήταν μεγάλα σαν γήπεδα ποδοσφαίρου κι άλλα, μικρότερα, μόλις που χωρούσανε μερικές εκατοντάδες θεατές. Υπήρχανε κάποια μεγαλόπρεπα, που τα στολίζανε κολόνες κι αγάλματα κι άλλα που ήταν απλά, χωρίς καμμιά διακόσμηση. Τα αμφιθέατρα δεν είχαν στέγες, η παράσταση γινότανε κάτω από τον ανοιχτό ουρανό και γι' αυτό στα πολυτελή θέατρα πάνω από τις σειρές με τα καθίσματα ήτανε τεντωμένα χρυσοΰφαντα χαλιά που προστατεύανε τους θεατές από τον καυτό ήλιο κι από τις ξαφνικές μπόρες. Σε θέατρα πιο απλά κάνανε τη δουλειά τους με πλεκτές ψάθες. Με δυο λόγια: το είδος του θεάτρου εξαρτιόταν από το βαλάντιο των ανθρώπων. Όλοι τους όμως ζητούσανε το ίδιο πράγμα, γιατί ήτανε παθιασμένοι θεατές κι ακροατές και, καθώς παρακολουθούσανε τα συναρπαστικά ή και κωμικά συμβάντα που παρουσιάζονταν στη σκηνή, τους φαινότανε πως τάχα αυτή η ζωή που παιζόταν ήταν, κατά κάποιο μυστηριώδη τρόπο, πιο αληθινή από τη δικιά τους τη ζωή, εκείνη που ζούσανε καθημερινά και τους άρεσε να παρακολουθούν αυτή την άλλη πραγματικότητα.
Έχουνε περάσει χιλιάδες χρόνια από τότε. Οι μεγαλουπόλεις εκείνου του καιρού έχουν καταρρεύσει, οι ναοί και τα παλάτια έχουν γκρεμιστεί. Ο αέρας κι η βροχή, το κρύο και η ζέστη έχουν λειάνει τις πέτρες και τις έχουνε σκάψει κι από τα μεγάλα θέατρα δεν έχουν μείνει παρά χαλάσματα. Μέσα στα σκασμένα τοιχώματα μονάχα τα τζιτζίκια τερετίζουν το μονότονο τραγούδι τους που ακούγεται λες κι ανασαίνει στον ύπνο της η Γη. Μερικές απ' αυτές τις παλιές μεγάλες πόλεις είναι και σήμερα μεγαλουπόλεις. Φυσικά η ζωή εκεί έχει αλλάξει. Οι άνθρωποι κυκλοφορούν με αυτοκίνητα και λεωφορεία, έχουνε τηλέφωνο κι ηλεκτρικό. Αλλά εδώ κι εκεί, ανάμεσα στα καινούργια κτίρια, στέκονται ακόμα μερικές κολόνες, κάποια πύλη, ένα κομμάτι μάρμαρο ή κι ένα θέατρο από εκείνο τον παλιό καιρό. Και σε μια τέτοια πόλη συνέβη η ιστορία της Μόμο.
Έξω σχεδόν από τη πόλη, στις νότιες γειτονιές της, εκεί όπου αρχίζουνε κιόλας τα πρώτα χωράφια κι όπου τα σπίτια κι οι καλύβες γίνονται όλο και πιο φτωχικά, υπάρχουνε κρυμμένα σ' ένα δάσος από κουκουναριές τα χαλάσματα ενός μικρού αμφιθέατρου. Και στα παλιά τα χρόνια το θέατρο αυτό δεν ήταν από τα πλούσια. Ακόμα και τότε προοριζότανε για τους πιο φτωχούς. Και στις μέρες μας, τον καιρό δηλαδή που αρχίζει η ιστορία της Μόμο, τα ερείπιά του ήτανε σχεδόν ξεχασμένα. Μονάχα ένα δυο αρχαιολόγοι ξέρανε γι' αυτό, αλλά δε νοιάζονταν καθόλου, μια κι εκεί δεν είχε μείνει πια τίποτα που να μην είχε ερευνηθεί. Κι ούτε ήταν κανένα αξιοθέατο που μπορούσε να συγκριθεί με άλλα που βρίσκονταν στη μεγάλη πόλη. Κάπου-κάπου μόνον έρχονταν μέχρι εκεί λίγοι τουρίστες, σκαρφάλωναν πάνω κάτω στα χορταριασμένα καθίσματα, κάνανε φασαρία, τραβούσαν καμμιά αναμνηστική φωτογραφία και ξαναφεύγανε. Και τότε στον πέτρινο κύκλο ξαναγύριζε η σιωπή και τα τζιτζίκια ξεκινούσαν την επόμενη στροφή του ατέλειωτου τραγουδιού τους που, εδώ που τα λέμε, δεν ξεχώριζε σε τίποτα από τη προηγούμενη. Στην ουσία ήταν μόνον οι άνθρωποι της γειτονιάς που ήξεραν γι' αυτό το παράξενο στρογγυλό χτίσμα. Βάζαν εκεί τις κατσίκες τους να βοσκήσουν, τα παιδιά χρησιμοποιούσαν τη στρογγυλή σκηνή για να παίζουν μπάλλα και καμμιά φορά, τα βράδια, εκεί αντάμωναν και τα ερωτικά ζευγαράκια.
Κάποια μέρα ανάμεσα στους ανθρώπους της γειτονιάς διαδόθηκε πως κάποιος κατοικούσε τώρα τελευταία στα χαλάσματα. Ήταν λέει, ένα παιδί, μάλλον κοριτσάκι. Κανένας όμως δεν μπορούσε να πει τίποτε με ακρίβεια γιατί τα ρούχα της ήταν κάπως παράξενα. Τη λέγανε Μόμο ή κάπως έτσι. Και πράγματι, η εξωτερική εμφάνιση της Μόμο ήτανε λιγάκι παράξενη και μπορούσε να τρομάξει τους ανθρώπους που δίνανε μεγάλη σημασία στη καθαριότητα και την τάξη. Ήτανε κοντούλα, λεπτούλα, έτσι που ήταν αδύνατον να πεις αν ήταν οκτώ χρονών ή δώδεκα. Στο κεφάλι φύτρωναν αναμαλλιασμένες μπούκλες, μαύρες σαν πίσσα, που δείχνανε να μην τις είχε αγγίξει ποτέ χτένα ούτε και ψαλίδι. Είχε πολύ μεγάλα, πανέμορφα μάτια κι αυτά μαύρα σαν την πίσσα και πόδια στο ίδιο χρώμα γιατί γύριζε πάντα ξυπόλητη. Τον χειμώνα μόνο έβαζε καμιά φορά παπούτσια, αλλά κι αυτά ήταν παράταιρα και της πέφτανε πολύ μεγάλα. Κι αυτό γιατί τίποτα απ αυτά που είχε η Μόμο δεν ήταν δικό της. Ή τα είχε βρει κάπου ή της τα είχε χαρίσει κάποιος. Η φούστα της ήταν καμωμένη από διάφορα παρδαλά κουρέλια και της έφτανε ως τον αστράγαλο. Από πάνω φορούσε ένα παλιό, πολύ μεγάλο της, αντρικό σακάκι, με μανίκια διπλωμένα στον καρπό. Η Μόμο δεν ήθελε να τα κόψει γιατί σκεφτόταν πολύ προνοητικά πως θα μεγάλωνε. Και ποιος μπορούσε να ξέρει αν θα ξανάβρισκε ποτέ ένα τόσο ωραίο σακάκι με τόσες πολλές τσέπες;
Κάποιο μεσημέρι μερικοί άντρες και γυναίκες της γειτονιάς ήρθαν να τη βρούνε και προσπάθησαν να της πάρουνε λόγια. Η Μόμο στεκόταν και τους κοίταζε τρομαγμένη, γιατί φοβότανε πως οι άνθρωποι αυτοί θα τη διώχνανε. Δεν άργησε όμως να καταλάβει πως οι άνθρωποι είχαν έρθει με φιλικές διαθέσεις. Ήταν κι οι ίδιοι φτωχοί και ξέρανε πολλά για τη ζωή.
"Σ' αρέσει λοιπόν εδώ;" ρώτησε ένας άντρας.
"Ναι", αποκρίθηκε η Μόμο.
"Και θέλεις να μείνεις εδώ;"
"Ναι, πολύ".
"Μα δε σε περιμένει κανένας;"
"Όχι".
"Θέλω δηλαδή να πω, δεν πρέπει να πας στο σπίτι σου;"
"Το σπίτι μου είναι εδώ", βεβαίωσε γοργά η Μόμο.
"Κι από πού έρχεσαι, παιδί μου;"
Η Μόμο έκανε μια αόριστη χειρονομία, δείχνοντας πως ερχόταν από κάπου μακρυά.
"Και ποιοι είναι οι γονείς σου;" συνέχισε να τη ρωτά ο άνθρωπος. Το παιδί τον κοίταξε αμήχανα, κοίταξε και τους άλλους κι ανασήκωσε τους ώμους του. Οι άνθρωποι αντάλλαξαν ματιές κι αναστέναξαν.
"Μη φοβάσαι", συνέχισε ο άνθρωπος, "δε θέλουμε να σε διώξουμε. Θέλουμε να σε βοηθήσουμε".
Η Μόμο κούνησε αμίλητη το κεφάλι της, δεν έδειχνε όμως να έχει τελείως πειστεί.
"Είπες πως σε λένε Μόμο;"
"Ναι".
"Είναι ένα όμορφο όνομα, αλλά δεν το 'χω ξανακούσει. Ποιος σου έδωσε αυτό το όνομα;"
"Εγώ", είπε η Μόμο.
"Έβγαλες έτσι η ίδια τον εαυτό σου;"
"Ναι".
"Και πότε γεννήθηκες;"
Η Μόμο το σκέφτηκε και στο τέλος είπε:
"Όσο θυμάμαι υπήρχα από πάντα".
"Δεν έχεις καμιά θεία, κανένα θείο, καμιά γιαγιά, τέλος πάντων, κάποια οικογένεια όπου θα μπορούσες να πας;"
Η Μόμο κοίταξε μονάχα τον άνθρωπο και για λίγο δε μίλησε. Έπειτα μουρμούρισε:
"Εδώ είναι το σπίτι μου".
"Ας είναι", έκανε ο άνθρωπος, "είσαι παιδί ακόμα. Πόσων χρόνων είσαι;"
"Εκατό", είπε διστακτικά η Μόμο.
Οι άνθρωποι γέλασαν, γιατί το πήραν γι' αστείο.
"Σοβαρά, πόσο είσαι;"
"Εκατό δύο", απάντησε η Μόμο με ακόμα λιγότερη σιγουριά.
Πέρασε κάμποση ώρα ώσπου να καταλάβουν οι άνθρωποι πως το παιδί ήξερε μονάχα μερικούς αριθμούς που κάπου είχε ακούσει, αλλά πως γι'
αυτή δε σήμαιναν κάτι το συγκεκριμένο, γιατί δεν είχε μάθει ποτέ της να μετρά.
"Άκου 'δω", είπε ο άνθρωπος αφού συμβουλεύτηκε τους άλλους. "Συμφωνείς να πούμε στην αστυνομία πως είσαι εδώ; Τότε θα σε πάνε σε κάποιο ίδρυμα όπου θα σου δίνουν να τρως και θα έχεις και το κρεβάτι σου κι όπου θα μάθεις να μετράς, να διαβάζεις, να γράφεις και πολλά άλλα ακόμα. Τί λες γι' αυτό;"
Η Μόμο τον κοίταξε τρομοκρατημένη.
"Όχι", μουρμούρισε, "δε θέλω να πάω. Ήμουν εκεί κάποτε. Είχε κι άλλα παιδιά εκεί. Είχαν κάγκελα στα παράθυρα. Κάθε μέρα έπεφτε ξύλο, πάντα
άδικα. Πήδηξα λοιπόν νύχτα τον τοίχο και το 'σκασα. Δε θέλω να ξαναπάω πίσω".
"Σε καταλαβαίνω", είπε ένας γέρος και κούνησε το κεφάλι του. Κι οι άλλοι το καταλάβαιναν και κούνησαν τα κεφάλια τους.
"Ας είναι", είπε μια γυναίκα, "είσαι όμως μικρή ακόμα. Πρέπει να σε φροντίζει κάποιος".
"Εγώ", είπε ξαλαφρωμένη η Μόμο.
"Θα τα καταφέρεις;" ρώτησε η γυναίκα.
Η Μόμο έμεινε για λίγο σιωπηλή κι έπειτα είπε με σιγανή φωνή:
"Δε μου χρειάζονται πολλά".
Και πάλι κοιτάχτηκαν οι άνθρωποι, αναστέναξαν και κούνησαν τα κεφάλια τους.
"Ξέρεις, Μόμο", άρχισε να λέει πάλι εκείνος ο άνθρωπος που είχε μιλήσει πρώτος, "λέμε πως θα μπορούσες να βολευτείς σε κάποιον από μας. Έχουμε βέβαια λίγο χώρο όλοι μας κι οι πιο πολλοί έχουνε κιόλας ένα σωρό παιδιά που πρέπει να ταΐσουν, αλλά νομίζουμε πως ένα παραπάνω δεν έχει καμμιά σημασία. Πώς το βλέπεις αυτό;"
"Ευχαριστώ", είπε η Μόμο και χαμογέλασε για πρώτη φορά. "Σας ευχαριστώ πολύ. Δε θα 'ταν όμως πιο απλό να μ' αφήσετε να μείνω εδώ;"
Οι άνθρωποι σκέφτηκαν για κάμποση ώρα, είπαν αυτό κι εκείνο, μα στο τέλος συμφώνησαν. Γιατί πίστευαν πως το παιδί θα μπορούσε να καθίσει εδώ το ίδιο καλά όπως σε κάποιον απ' αυτούς και θα φρόντιζαν τη Μόμο ομαδικά, γιατί θα ήτανε πολύ πιο απλό για όλους μαζί παρά για ένα μόνο. Βάλθηκαν λοιπόν να συγυρίσουν αμέσως τη μισογκρεμισμένη πέτρινη καμαρούλα που είχε στήσει το σπιτικό της η Μόμο και να τη διορθώσουν όσο γινόταν. Μάλιστα, ένας απ' αυτούς, που ήτανε χτίστης, έχτισε ένα πέτρινο τζάκι. Κάπου βρέθηκε κι ένα σκουριασμένο μπουρί. Ένας γέρος μαραγκός έφτιαξε στα γρήγορα με κάτι σανίδια από κάσες ένα τραπεζάκι και δυο καρέκλες κι οι γυναίκες φέρανε ένα άχρηστο, στολισμένο με έλικες, σιδεροκρέβατο, ένα στρώμα που ήταν μόνο λιγάκι σχισμένο και δύο κουβέρτες. Η πέτρινη τρύπα κάτω από τη σκηνή του ερειπωμένου θεάτρου έγινε ένα άνετο δωματιάκι. Ο χτίστης, που ήταν και λιγάκι καλλιτέχνης, ζωγράφισε στο τέλος έναν όμορφο πίνακα με λουλούδια πάνω στον τοίχο. Ζωγράφισε ακόμα και τη κορνίζα και το καρφί που κρεμόταν ο πίνακας. Έπειτα ήρθανε τα παιδιά αυτών των ανθρώπων κι έφεραν ό,τι μπορούσαν να κόψουν από το φαγητό τους, το ένα λίγο τυρί, το άλλο μια κόρα ψωμί, το τρίτο μερικά φρούτα και πάει λέγοντας. Κι επειδή τα παιδιά ήτανε πάρα πολλά, μαζεύτηκαν εκείνο το βράδυ τόσα, που μπόρεσαν να γιορτάσουν όλα μαζί την εγκατάσταση της Μόμο. Ήταν μια όμορφη γιορτή, όπως ξέρουν να γιορτάζουν μόνον οι φτωχοί.
Κι έτσι άρχισε η φιλία ανάμεσα στη μικρή Μόμο και στους ανθρώπους της γειτονιάς.
Μια πολύ ασυνήθιστη ιδιότητα
κι ένας πολύ συνηθισμένος καυγάς
Όλα πήγαιναν καλά από τότε για τη Μόμο, ή τουλάχιστον έτσι πίστευε κείνη. Πάντα είχε κάτι να φάει, πότε κάτι παραπάνω και πότε κάτι λιγότερο, όπως τύχαινε, κι ανάλογα με το τι μπορούσαν να στερηθούν οι άνθρωποι. Είχε μια στέγη πάνω από το κεφάλι της, είχε ένα κρεβάτι κι όποτε έκανε κρύο μπορούσε ν' ανάψει φωτιά. Και, το σπουδαιότερο, είχε πολλούς και καλούς φίλους. Θα 'λεγε κανείς πως η Μόμο είχε απλούστατα φανεί πολύ τυχερή που 'χε πέσει σε τόσο συμπαθητικούς ανθρώπους. Αυτό άλλωστε πίστευε ακράδαντα κι η ίδια. Δεν άργησε όμως ν' αποδειχθεί πως κι οι άλλοι είχανε σταθεί το ίδιο τυχεροί. Είχαν ανάγκη τη Μόμο κι απορούσανε πώς μπορούσανε και τα βολεύανε πριν δίχως αυτή. Κι όσο περισσότερο καιρό έμενε κοντά τους το κοριτσάκι, τόσο πιο απαραίτητο τους γινότανε, τόσο απαραίτητο που τους έπιανε φόβος μη φύγει μια μέρα και τους αφήσει.
Γι' αυτό κι είχε πάρα πολλούς επισκέπτες. Έβλεπες σχεδόν πάντα κάποιον να κάθεται στο σπίτι της και να συζητά μαζί της σοβαρά. Κι όποιος τη χρειαζότανε και δεν μπορούσε να έρθει ο ίδιος, έστελνε κάποιον άλλο να τη φέρει. Κι όποιος δεν το καταλάβαινε από μόνος του πως την είχε
ανάγκη, οι άλλοι του λέγανε: "Πήγαινε λοιπόν στη Μόμο!" Κι αυτή η έκφραση έγινε σιγά-σιγά μια συνηθισμένη κουβέντα των ανθρώπων της γειτονιάς. Έτσι όπως λέμε στο καλό ή καλή όρεξη ή ένας θεός ξέρει, έτσι ακριβώς έλεγαν στις πιο απίθανες περιπτώσεις: "Πήγαινε λοιπόν στη Μόμο!"
Γιατί τάχα; Ήτανε τόσον έξυπνη η Μόμο που μπορούσε να δώσει μια καλή συμβουλή στον καθένα ή έβρισκε πάντοτε τις κατάλληλες λέξεις όταν
κάποιος είχε ανάγκη από παρηγοριά; Ή έβγαζε πάντοτε σοφές και δίκαιες αποφάσεις; Όχι, η Μόμο δεν ήξερε να κάνει τίποτ' απ' αυτά, ήταν ίδια όπως κάθε άλλο παιδί. Μήπως μπορούσε τότε η Μόμο να κάνει κάτι που έφτιαχνε τα κέφια των ανθρώπων; Μήπως, λόγου χάρη, τραγουδούσε εξαιρετικά ωραία, έπαιζε κάποιο μουσικό όργανο; Ή μήπως μπορούσε, μια κι όσο να 'ναι καθόταν σ' ένα είδος τσίρκου, να χορεύει ή να κάνει τίποτε ακροβατικά; Όχι, δεν ήταν ούτε κι αυτός ο λόγος! Μήπως μπορούσε να κάνει μαγικά; Ήξερε κανένα μυστικό ξόρκι που 'διωχνε όλες τις στεναχώριες και τις φροντίδες; Ή μήπως ήξερε να διαβάζει το χέρι και να προφητεύει το μέλλον με κάποιον άλλον τρόπο; Τίποτε απ' αυτά.
Εκείνο που η μικρή Μόμο ήξερε να κάνει, όπως κανένας άλλος, ήταν ν' ακούει. Σπουδαία τα λάχανα, ίσως πουν μερικοί από τους αναγνώστες. Ν'
ακούει μπορεί ο καθένας. Εδώ όμως κάνουν ένα μεγάλο λάθος. Ν' ακούν πραγματικά ελάχιστοι άνθρωποι μπορούν μονάχα. Κι ο τρόπος που ήξερε ν' ακούει η Μόμο είχε κάτι το μοναδικό. Η Μόμο μπορούσε κι άκουγε έτσι που σε κουτούς ανθρώπους έρχονταν στα ξαφνικά πολύ έξυπνες σκέψεις. Κι όχι γιατί έλεγε τίποτα ή ρωτούσε κάτι που οδηγούσε τους άλλους σε τέτοιες σκέψεις, όχι. Το μόνο που έκανε ήταν να κάθεται 'κεί και ν' ακούει με όλη τη προσοχή της κι όλη της τη συμπάθεια. Κι εκείνη την ώρα κοίταζε τον άλλο με τα μεγάλα μαύρα μάτια της κι εκείνος ένιωθε ξαφνικά ν' αναδύονται από μέσα του σκέψεις που ούτε καν υποψιαζόταν πως υπήρχαν. Μπορούσε κι άκουγε έτσι που άνθρωποι που τα είχανε χαμένα ή δεν
παίρνανε μιαν απόφαση ξέρανε ξαφνικά πολύ καλά τι ήταν αυτό που θέλανε. Ή έτσι που ένας δειλός ένιωθε ξαφνικά τον εαυτό του ελεύθερο και γενναίο. Ή κι έτσι που ένας δυστυχισμένος και καταπιεσμένος αποκτούσε πάλι ελπίδες και γινόταν χαρούμενος. Κι αν κάποιος πίστευε πως η ζωή του ήταν αποτυχημένη και δίχως νόημα και πως αυτός ο ίδιος δεν ήταν παρά ένα ασήμαντο ανθρωπάκι ανάμεσα σε εκατομμύρια ανθρώπους και πως
μπορούσε ν' αντικατασταθεί το ίδιο γρήγορα όσο μια σπασμένη γλάστρα και πήγαινε κι έλεγε όλα αυτά στη μικρούλα τη Μόμο, τότε, την ώρα ακόμα που της τα διηγότανε, ξαφνικά στο μυαλό του ξεκαθάριζε μ' ένα τρόπο μυστηριώδη πως είχε άδικο, πως αυτός, έτσι ακριβώς όπως ήταν φτιαγμένος,
ήταν μοναδικός ανάμεσα σ' όλους τους ανθρώπους και πως γι' αυτό είχε με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο σημασία για τον κόσμο.
Έτσι λοιπόν μπορούσε κι άκουγε η Μόμο.
Κάποια μέρα στο αμφιθέατρο ήρθανε δυο άνθρωποι που είχανε τσακωθεί πάρα πολύ άσχημα και δε θέλανε να ξαναμιλήσουνε ποτέ, παρόλο που ήτανε γείτονες. Οι άλλοι τους είχαν συμβουλέψει να πάνε στη Μόμο, γιατί δεν ήτανε σωστό να ζούνε δυο γείτονες σαν εχθροί. Οι δυο άντρες είχανε στην αρχή αρνηθεί, τελικά όμως δέχτηκαν χωρίς καμμιά προθυμία. Κάθονταν λοιπόν τώρα στο θέατρο, αμίλητοι και εχθρικοί, ο καθένας στη δική του μεριά στα πέτρινα καθίσματα, και κοίταζαν σκυθρωπά μπρος τους.
Ο ένας ήταν ο χτίστης που είχε φτιάξει το τζάκι και τον όμορφο πίνακα με τα λουλούδια στο - καθιστικό της Μόμο. Λεγόταν Νικόλας κι ήταν ένας γεροδεμένος τύπος με μαύρο στριφτό μουστάκι. Τον άλλο τον λέγανε Νίνο. Ήταν αδύνατος και φαινόταν πάντα λίγο κουρασμένος. Ο Νίνος νοίκιαζε μια ταβερνούλα στην άκρη της πόλης, όπου τις περισσότερες φορές κάθονταν μονάχα μερικοί γέροι και πίνανε ολόκληρο το βράδυ ένα μοναδικό ποτήρι κρασί και μιλούσαν για τις αναμνήσεις τους. Κι ο Νίνος κι η χοντρή του η γυναίκα ήτανε κι αυτοί φίλοι της Μόμο και της είχανε φέρει αρκετές φορές κάτι νόστιμο να φάει…
Καθώς η Μόμο κατάλαβε πως αυτοί οι δυο είχαν θυμώσει ο ένας με τον άλλο, δεν ήξερε στην αρχή σε ποιον να πρωτοπάει. Για να μη προσβάλει
κανένα, πήγε τελικά και κάθισε στην ίδια απόσταση ανάμεσά τους, στην άκρη της πέτρινης σκηνής, και κοίταζε μια τον ένα και μια τον άλλο. Καθότανε και περίμενε τι θα γινόταν. Υπάρχουν πράγματα που χρειάζονται χρόνο κι ο χρόνος ήταν το μόνο που διέθετε πλουσιοπάροχα η Μόμο. Αφού κάθισαν έτσι κάμποση ώρα οι δυο άντρες, ο Νικόλας πετάχτηκε από τη θέση του και είπε:
- Φεύγω! Έδειξα την καλή μου θέληση μόνο και μόνο με το ότι ήρθα. Το βλέπεις όμως, Μόμο, πως δε μετανιώνει. Γιατί να περιμένω άλλο;
Και γύρισε πραγματικά να φύγει.
- Καλά κάνεις και φεύγεις! φώναξε ξοπίσω του ο Νίνος. Ούτε κι υπήρχε κανένας λόγος να έρθεις. Έτσι κι αλλιώς, δεν πρόκειται να συμφιλιωθώ μ'
έναν εγκληματία!
Ο Νικόλας γύρισε απότομα. Το πρόσωπό του είχε γίνει κατακόκκινο από θυμό.
- Ποιος είναι εγκληματίας δω πέρα; ρώτησε απειλητικά και γύρισε πίσω στη θέση του. Ξαναπές το!
- Όσες φορές θέλεις! φώναξε ο Νίνος. Νομίζεις φαίνεται πως, επειδή είσαι δυνατός και μπρατσωμένος, κανένας δεν τολμάει να σου πει την
αλήθεια κατάμουτρα. Αλλά εγώ θα σου την πω -σ' εσένα και σ' όλους εκείνους που θέλουν να την ακούσουν! Τι κάθεσαι λοιπόν; Έλα και σκότωσέ
με όπως πήγες να το κάνεις κι άλλη φορά!
- Τι ήθελα και δεν το 'κανα! μούγκρισε ο Νικόλας κι έσφιξε τις γροθιές του. Τον βλέπεις τι ψέμματα λέει και τι συκοφαντίες αραδιάζει! Τον είχα
μονάχα αρπάξει από τον γιακά και τον πέταξα στον λάκκο με τα βρώμικα νερά πίσω από τη τρώγλη του! Εκεί μέσα δεν πνίγεται ούτε ποντίκι. Και
γυρίζοντας πάλι στον Νίνο φώναξε: Δυστυχώς ζεις ακόμα! Αυτό μπορεί να το δει όλος ο κόσμος!
Για κάμποση ώρα βρίζονταν άσχημα κι η Μόμο δεν μπορούσε να βγάλει άκρη για το τι γονόταν και γιατί είχανε θυμώσει τόσο ένας με τον άλλο. Σιγά-σιγά όμως διαπιστώθηκε πως ο Νικόλας είχε κάνει αυτή την αισχρή πράξη μόνο και μόνο επειδή ο Νίνος τον είχε χαστουκίσει μπρος σε μερικούς πελάτες. Αλλά κι αυτό έγινε αφού επιχείρησε ο Νικόλας να σπάσει όλα τα πιατικά του Νίνου.
- Αυτό πια είναι σκέτη ψευτιά! υπερασπίστηκε τον εαυτό του θυμωμένος ο Νικόλας. Ένα κανάτι μόνον είχα πετάξει στον τοίχο, μα κι αυτό ήταν κιόλας ραγισμένο!
- Ήταν όμως δικό μου το κανάτι, το κατάλαβες; απάντησε ο Νίνος. Κι ούτε είχες το δικαίωμα να το κάνεις!
Ο Νικόλας όμως ήταν της γνώμης πως είχε δίκιο να κάνει αυτό που έκανε, γιατί ο Νίνος είχε θίξει την τιμή του ως χτίστη.
- Ξέρεις τι είπε για μένα; φώναξε στη Μόμο. Είπε πως δεν μπορώ να φτιάξω ούτε έναν ίσιο τοίχο, επειδή είμαι νύχτα μέρα μεθυσμένος! Και
τέτοιος λέει ήταν κι ο παππούς μου που είχε εργαστεί στον πύργο της Πίζας!
- Μα, Νικόλα! έκανε ο Νίνος. Αυτό ήταν ένα αστείο!
- Ωραίο αστείο! γρύλισε ο Νικόλας. Εγώ δεν μπορώ να γελάσω με κάτι τέτοια αστεία.
Διαπιστώθηκε όμως πως ο Νίνος δεν είχε κάνει τίποτα παραπάνω από το να ξεπληρώσει ένα άλλο αστείο του Νικόλα. Κάποιο πρωί στη πόρτα του
Νίνου έγραψε με κατακόκκινα γράμματα:
Όποιος δεν είναι τίποτα
κι άλλη δεν έχει χάρη
ας κάνει για πιο σίγουρο
τον ταβερνιάρη.
Κι ο Νίνος με τη σειρά του δεν το είχε βρει καθόλου αστείο. Κι άρχισαν πάλι να τσακώνονται πολύ στα σοβαρά ποιο από τα δύο αστεία
ήταν το πιο πετυχημένο και είπαν τόσα που ξαναθύμωσαν. Ξαφνικά όμως σταμάτησαν. Η Μόμο τούς κοίταζε με τα μεγάλα μάτια της και κανένας από τους δυο τους δεν μπορούσε να ερμηνεύσει το βλέμμα της. Μήπως γελούσε μαζί τους από μέσα της; Ή ήταν λυπημένη; Το πρόσωπό της δεν πρόδιδε τίποτα. Αλλά στους δυο άντρες φάνηκε ξαφνικά σαν να βλέπανε τον εαυτό τους σε καθρέφτη κι άρχισαν να ντρέπονται.
- Καλά, είπε ο Νικόλας, ίσως δεν έπρεπε να γράψω πάνω στη πόρτα σου, Νίνο. Ούτε και θα το έκανα αν δε μου 'λεγες όχι όταν ζήτησα να μου
δώσεις ένα και μόνο ποτήρι κρασί. Αυτό ήταν παράνομο, το κατάλαβες; Γιατί πάντα πλήρωνα και δεν είχες κανένα λόγο να μου φερθείς έτσι.
- Λες να μην είχα λόγο! αποκρίθηκε ο Νίνος. Δε θυμάσαι πια κείνη την υπόθεση με τον Αϊ-Αντώνη; Α, τώρα χλωμιάζεις! Μου την είχες σκάσει
άσχημα κι εγώ κάτι τέτοια δεν τα σηκώνω!
- Εγώ εσένα; φώναξε ο Νικόλας και χτύπησε άγρια το χέρι του κάτω. Τα λες ανάποδα! Εσύ ήσουνα που ήθελες να με τυλίξεις, μόνο που δεν τα
κατάφερες.
Να πώς ήταν η υπόθεση: Στον τοίχο της μικρής ταβέρνας του Νίνου κρεμόταν μια εικόνα που παρίστανε τον Άγιο Αντώνιο. Ήτανε χρωματιστή τυπωμένη εικόνα που ο Νίνος την είχε κόψει κάποτε από μια εφημερίδα. Κάποια μέρα ο Νικόλας θέλησε ν' αγοράσει αυτή την εικόνα από τον Νίνο,
τάχα γιατί την έβρισκε πολύ ωραία. Κι ο Νίνος με έξυπνο παζάρεμα κατάφερε τελικά τον Νικόλα να του προσφέρει ως αντάλλαγμα το ραδιόφωνό του. Ο Νίνος κρυφογελούσε από μέσα του γιατί είχε φυσικά ρίξει τον Νικόλα. Κλείσανε τη δουλειά.
Τότε όμως διαπιστώθηκε πως ανάμεσα στην εικόνα και τον καμωμένο από χαρτόνια τοίχο, υπήρχε ένα χαρτονόμισμα. Ο Νίνος δεν ήξερε τίποτα γι' αυτό. Κι έτσι βγήκε χαμένος εκείνος κι αυτό του κακοφάνηκε. Ζήτησε χωρίς περιστροφές από τον Νικόλα να του δώσει τα λεφτά πίσω. Ο Νικόλας αρνήθηκε κι ο Νίνος δε θέλησε να τον ξανασερβίρει. Έτσι λοιπόν είχεν αρχίσει ο καυγάς. Όταν οι δυο τους ξεκαθαρίσανε την υπόθεση και βρήκανε τα αίτια, μείνανε για λίγο σιωπηλοί. Και τότε ο Νίνος ρώτησε:
- Και τώρα πες μου τίμια, Νικόλα. Ήξερες γι' αυτά τα λεφτά προτού κάνουμε την ανταλλαγή;
- Φυσικά και το 'ξερα, διαφορετικά δε θα την έκανα.
- Τότε πρέπει να παραδεχτείς πως με κορόιδεψες!
- Τι μας λες; Μη μου πεις πως δεν ήξερες εσύ για τα λεφτά!
- Όχι, στον λόγο μου.
- Τα βλέπεις λοιπόν; Εσύ ήσουνα εκείνος που θέλησε να με κοροϊδέψει! Πώς αλλιώς μπορούσες να μου πάρεις το ραδιόφωνο για ένα κομμάτι
εφημερίδας που δεν είχε καμιά αξία, ε;
- Και πού ήξερες εσύ για τα λεφτά;
- Είχα δει ένα βράδυ, πριν από δυο μέρες, έναν πελάτη να τα χώνει εκεί σαν δωρεά στον Αϊ-Αντώνη.
Ο Νίνος δάγκωσε το χείλι του.
- Ήταν πολλά;
- Ούτε λιγότερα ούτε και περισσότερα απ' ό,τι στοιχίζει το ραδιόφωνό μου, αποκρίθηκε ο Νικόλας.
- Τότε, είπε σκεφτικός ο Νίνος, - ολόκληρος ο καυγάς μας γίνεται μόνο και μόνο για τον Αϊ-Αντώνη που έχω κόψει από την εφημερίδα.
Ο Νικόλας έξυσε το κεφάλι του.
- Έτσι είναι, γρύλισε. Σου τον δίνω ευχαρίστως πίσω.
- Όχι, βέβαια, απάντησε με πολλή αξιοπρέπεια ο Νίνος. Ανταλλαγή σημαίνει ανταλλαγή! Για τους τίμιους ανθρώπους φτάνει να δώσεις το χέρι σου!
Και ξαφνικά βάλαν μαζί τα γέλια. Κατέβηκαν τα πέτρινα σκαλιά, συναντήθηκαν στη μέση της χορταριασμένης κυκλικής σκηνής, αγκαλιαστήκανε και βάλθηκαν να χτυπούν ο ένας τη πλάτη του άλλου. Ύστερα έπιασαν και οι δυο αγκαζέ τη Μόμο και της είπαν:
- Σ' ευχαριστούμε πολύ!
Αφού φύγανε, έπειτα από κάμποση ώρα, η Μόμο συνέχιζε να τους χαιρετά για πολύ ακόμα. Ήταν πολύ ευχαριστημένη που οι δυο της φίλοι είχαν πάλι φιλιώσει.
Μια άλλη φορά ένα αγοράκι τής έφερε το καναρίνι του που δεν εννοούσε να κελαηδήσει. Αυτό ήταν για τη Μόμο ένα πολύ πιο δύσκολο πρόβλημα. Αναγκάστηκε να το παρακολουθεί μια ολόκληρη εβδομάδα, μέχρι που αυτό άρχισε επιτέλους να τιτιβίζει και να τραγουδάει δυνατά. Η Μόμο τούς άκουγε όλους, σκύλους και γάτες, τζιτζίκια και βατράχια, ακόμα και τη βροχή και τον αέρα μέσα στα δέντρα. Κι ο καθένας τους της
μιλούσε με τον δικό του τρόπο.
Μερικά βράδια, όταν όλοι οι φίλοι της είχαν φύγει για το σπίτι τους, έμενε καθισμένη για πολλή ώρα ακόμα ολομόναχη στον μεγάλο πέτρινο κύκλο του αρχαίου θεάτρου, με τον ουράνιο θόλο κεντημένο με λαμπερά αστέρια να υψώνεται από πάνω της, κι αφουγκραζόταν τη μεγάλη σιγή. Και τότε της φαινόταν πως καθόταν μέσα στη κώχη ενός μεγάλου αυτιού που ήταν στραμμένο προς τον κόσμο των άστρων και αφουγκραζόταν. Και
της φαινόταν σαν ν' άκουγε μια σιγανή κι όμως πολύ επιβλητική μουσική, που μ' έναν παράξενο τρόπο μιλούσε κατευθείαν στη καρδιά της. Τέτοιες νύχτες έβλεπε πάντοτε ξεχωριστά όνειρα. Κι αν κάποιος εξακολουθεί να πιστεύει πως το ν' ακούς έναν άλλο να μιλά δεν είναι τίποτα το σπουδαίο, ας δοκιμάσει αν μπορεί να τα καταφέρει το ίδιο καλά.
...
(τέλος αποσπάσματος)
