-

Dali &

-


-








.

--.


.

./.


 
 

 

Ende Michael Andreas Helmuth:


 Βιογραφικ

     Ο Michael Andreas Helmuth Ende (Μκελ ντε) τανε Γερμανς συγγραφας παιδικν και φανταστικν μυθιστορημτων. Γεννθηκε στο Garmisch (Βαυαρα, Γερμανα) και πθανε στη Στουτγρδη απ καρκνο του στομχου. ταν απ τους δημοφιλστερους και δισημους γερμανος συγγραφες του 20ο αι., πργμα που οφελεται κυρως στη τερστια επιτυχα των παιδικν βιβλων του. Εν τοτοις, δεν γραφε παιδικ, δεδομνου τι γραψε επσης βιβλα για ενηλκους κυρως. Ο διος ισχυριζταν: "Εναι για το παιδ που υπρχει μσα μου, πως σ' λους μας, που γρφω τις ιστορες μου" και: "Τα βιβλα μου εναι για κθε παιδ μεταξ 8 κι 80 ετν". Το γρψιμ του θα μποροσε να περιγραφε ως υπερφυσικ κρμα πραγματικτητας και φαντασας. Ο αναγνστης καλεται συχν για να πρει πιο διαλογικ ρλο στην ιστορα κι οι κσμοι στα βιβλα του αντανακλονε συχν τη πραγματικτητ μας, χρησιμοποιντας τη φαντασα για να φρουνε στο φως τα προβλματα μιας λο και περισστερο τεχνολογικς σγχρονης κοινωνας. τανε γνωστς επσης ως υπερασπιστς της ριζικς οικονομικς μεταρρθμισης.Τα βιβλα
του χουν μεταφραστε σε περισστερες απ 40 γλσσες, χουνε πουληθε πνω απ 20.000.000 ανττυπα κι χουνε γνει ταινες, τα θεατρικ, οι περες και πολλ βιβλα.



     Γεννηθηκε 17:15 στις 12 Νοεμβρη 1929 στο Garmisch-Partenkirchen (Βαυαρα, Γερμανα). Μοναχοπαδι, οι γονες ταν, ο Edgar Ende, σουρρεαλιστς ζωγρφος, κι η Luise Bartholoma Ende, φυσιοθεραπετρια και διατηροσε να μαγαζ κοσμημτων και δαντελλν. Η γννα τανε πολ δσκολη, γιατ τανε 38 ετν κι τσι επλεξε καισαρικ, ο δε μικρς ζγιζε 4.5 κιλ κι οι γονες του σταμτησαν το βπτισμα επειδ η τβεννος που εχαν αγορσει τανε πρα πολ μικρ για το μωρ. Δεδομνου τι τα ργα τχνης του απαγορεθηκαν απ το ναζιστικ καθεστς, ο Edgar αναγκστηκε να εργαστε μυστικ. Το 1931 ο ντγκαρ πγε στο Pasing, κοντ στο Μναχο, που οι πνακς του πολησαν καλ και τα οικονομικ της οικογνειας βελτιθηκαν.



     Το 1935, ταν ταν 6, η οικογνεια Ende κινθηκε προς το "artists Schwabing" στο Μναχο. Να μεγαλσει σε αυτ το πλοσιο καλλιτεχνικ και λογοτεχνικ περιβλλον επηρασε το γρψιμο του Ende. Φοτησε στο γυμνσιο Maximillians ως του κλεσανε τα σχολεα στο Μναχο λγω των βομβαρδισμν το 1943. Επανλαβε το σχολεο στο Waldorf στη Στουτγρδη. ταν αυτ τη στιγμ που ρχισε να γρφει τις ιστορες. Επεδωξε να εναι δραματουργς, αλλ γραψε συνθως διηγματα και ποιματα. Το 1945, στα 16 συντχθηκε στο γερμανικ στρατ, αλλ τον εγκατλειψε κι ενθηκε με μια αντι-ναζιστικ ομδα για το υπλοιπο του πολμου. Μετ απ το Β' Παγκ. Πλ., αποφσισε να γνει θεατρικς συγγραφας, δχτηκε μια υποτροφα για να μελετσει στο Otto-Falkenberg-Schauspielschule στο Μναχο, δεδομνου τι δεν μπρεσε να αντξει οικονομικ να πληρσει για το κολλγιο.



     Φοτησε στο Munich' s Otto Falckenburg Drama School τα 1947-50 κι πειτα ξεκνησε να γρφει ως συγγραφας cabaret σενρια και θεατρικ σκετς αλλ και για τον διευθυντ του Volkstheater στο Μναχο και να κνει κριτικς κινηματογρφου για το βαυαρικ ραδιφωνο. Το 1ο του μυθιστρημα για παιδι, Jim Knopf & Lukas ο οδηγς μηχανν,  δημοσιεθηκε στη Γερμανα το 1960, ρεσε σε μικρος και μεγλους, στους κριτικος, στο ραδιφωνο και τηλεοπτικ σειρ βασστηκε στο Jim Knopf . Αν κι εκτιμθηκε ιδιατερα απ τους αναγνστες και τους κριτικος, ο Ende παρμεινε σμφωνα με τις υπρχουσες πληροφορες ντροπαλς και μετριοφρων για την επιτυχα του.



     Πθανε απ καρκνο του στομχου στη Στουτγρδη, στις 29 Αυγοστου 1995, σε ηλικα 65 ετν.




==========================


                                                  Η Μμο



                              Μια μεγλη πλη κι να μικρ κοριτσκι...

     Τον παλι, τον πολ παλι καιρ, ττε ακμα που οι νθρωποι μιλοσανε γλσσες εντελς διαφορετικς, στις ζεστς χρες υπρχανε κιλας μεγλες και θαυμαστς πολιτεες. Εκε ορθνονταν τα παλτια των βασιλιδων και των αυτοκρατρων, εκε εχε δρμους φαρδιος, παρδους στενς και στενοσκακα, λο γωνις. Εκε ορθνονταν υπροχοι ναο με χρυσ και μαρμρινα αγλματα θεν, εκε υπρχανε πολχρωμες αγορς με εμπορεματα απ' λο τον κσμο και μεγλες ωραες πλατεες που μαζεονταν οι νθρωποι για να συζητσουνε τα να, να βγλουνε λγους και να τους ακοσουνε. Μα το κυριτερο τανε πως εκε εχε και μεγλα θατρα.
     Μοιζαν πως εναι ακμα και σμερα τα τσρκα, με τη μνη διαφορ πως τανε χτισμνα ολκληρα με μεγλες και πελεκημνες πτρες. Οι σειρς με τα καθσματα για τους θεατς ταν αραδιασμνες η μια πνω απ την λλη, σχηματζοντας να τερστιο χων. Αν τα βλεπες απ πνω, μερικ απ' αυτ τα χτσματα τανε κυκλικ, λλα κπως μακρστενα κι λλα πλι σχημτιζαν να ανοιχτ ημικκλιο. Αυτ τα λγανε αμφιθατρα.
Μερικ ταν μεγλα σαν γπεδα ποδοσφαρου κι λλα, μικρτερα, μλις που χωροσανε μερικς εκατοντδες θεατς. Υπρχανε κποια μεγαλπρεπα, που τα στολζανε κολνες κι αγλματα κι λλα που ταν απλ, χωρς καμμι διακσμηση. Τα αμφιθατρα δεν εχαν στγες, η παρσταση γιντανε κτω απ τον ανοιχτ ουραν και γι' αυτ στα πολυτελ θατρα πνω απ τις σειρς με τα καθσματα τανε τεντωμνα χρυσοφαντα χαλι που προστατεανε τους θεατς απ τον καυτ λιο κι απ τις ξαφνικς μπρες. Σε θατρα πιο απλ κνανε τη δουλει τους με πλεκτς ψθες. Με δυο λγια: το εδος του θετρου εξαρτιταν απ το βαλντιο των ανθρπων. λοι τους μως ζητοσανε το διο πργμα, γιατ τανε παθιασμνοι θεατς κι ακροατς και, καθς παρακολουθοσανε τα συναρπαστικ και κωμικ συμβντα που παρουσιζονταν στη σκην, τους φαιντανε πως τχα αυτ η ζω που παιζταν ταν, κατ κποιο μυστηριδη τρπο, πιο αληθιν απ τη δικι τους τη ζω, εκενη που ζοσανε καθημεριν και τους ρεσε να παρακολουθον αυτ την λλη πραγματικτητα.
     χουνε περσει χιλιδες χρνια απ ττε. Οι μεγαλουπλεις εκενου του καιρο χουν καταρρεσει, οι ναο και τα παλτια χουν γκρεμιστε. Ο αρας κι η βροχ, το κρο και η ζστη χουν λεινει τις πτρες και τις χουνε σκψει κι απ τα μεγλα θατρα δεν χουν μενει παρ χαλσματα. Μσα στα σκασμνα τοιχματα μονχα τα τζιτζκια τερετζουν το μοντονο τραγοδι τους που ακογεται λες κι ανασανει στον πνο της η Γη. Μερικς απ' αυτς τις παλις μεγλες πλεις εναι και σμερα μεγαλουπλεις. Φυσικ η ζω εκε χει αλλξει. Οι νθρωποι κυκλοφορον με αυτοκνητα και λεωφορεα, χουνε τηλφωνο κι ηλεκτρικ. Αλλ εδ κι εκε, ανμεσα στα καινοργια κτρια, στκονται ακμα μερικς κολνες, κποια πλη, να κομμτι μρμαρο κι να θατρο απ εκενο τον παλι καιρ. Και σε μια ττοια πλη συνβη η ιστορα της Μμο.
     ξω σχεδν απ τη πλη, στις ντιες γειτονις της, εκε που αρχζουνε κιλας τα πρτα χωρφια κι που τα σπτια κι οι καλβες γνονται λο και πιο φτωχικ, υπρχουνε κρυμμνα σ' να δσος απ κουκουναρις τα χαλσματα ενς μικρο αμφιθατρου. Και στα παλι τα χρνια το θατρο αυτ δεν ταν απ τα πλοσια. Ακμα και ττε προοριζτανε για τους πιο φτωχος. Και στις μρες μας, τον καιρ δηλαδ που αρχζει η ιστορα της Μμο, τα ερεπι του τανε σχεδν ξεχασμνα. Μονχα να δυο αρχαιολγοι ξρανε γι' αυτ, αλλ δε νοιζονταν καθλου, μια κι εκε δεν εχε μενει πια τποτα που να μην εχε ερευνηθε. Κι οτε ταν καννα αξιοθατο που μποροσε να συγκριθε με λλα που βρσκονταν στη μεγλη πλη. Κπου-κπου μνον ρχονταν μχρι εκε λγοι τουρστες, σκαρφλωναν πνω κτω στα χορταριασμνα καθσματα, κνανε φασαρα, τραβοσαν καμμι αναμνηστικ φωτογραφα και ξαναφεγανε. Και ττε στον πτρινο κκλο ξαναγριζε η σιωπ και τα τζιτζκια ξεκινοσαν την επμενη στροφ του ατλειωτου τραγουδιο τους που, εδ που τα λμε, δεν ξεχριζε σε τποτα απ τη προηγομενη. Στην ουσα ταν μνον οι νθρωποι της γειτονις που ξεραν γι' αυτ το παρξενο στρογγυλ χτσμα. Βζαν εκε τις κατσκες τους να βοσκσουν, τα παιδι χρησιμοποιοσαν τη στρογγυλ σκην για να παζουν μπλλα και καμμι φορ, τα βρδια, εκε αντμωναν και τα ερωτικ ζευγαρκια.
     Κ
ποια μρα ανμεσα στους ανθρπους της γειτονις διαδθηκε πως κποιος κατοικοσε τρα τελευταα στα χαλσματα. ταν λει, να παιδ, μλλον κοριτσκι. Καννας μως δεν μποροσε να πει τποτε με ακρβεια γιατ τα ροχα της ταν κπως παρξενα. Τη λγανε Μμο κπως τσι. Και πργματι, η εξωτερικ εμφνιση της Μμο τανε λιγκι παρξενη και μποροσε να τρομξει τους ανθρπους που δνανε μεγλη σημασα στη καθαριτητα και την τξη. τανε κοντολα, λεπτολα, τσι που ταν αδνατον να πεις αν ταν οκτ χρονν δδεκα. Στο κεφλι φτρωναν αναμαλλιασμνες μποκλες, μαρες σαν πσσα, που δεχνανε να μην τις εχε αγγξει ποτ χτνα οτε και ψαλδι. Εχε πολ μεγλα, πανμορφα μτια κι αυτ μαρα σαν την πσσα και πδια στο διο χρμα γιατ γριζε πντα ξυπλητη. Τον χειμνα μνο βαζε καμι φορ παποτσια, αλλ κι αυτ ταν παρταιρα και της πφτανε πολ μεγλα. Κι αυτ γιατ τποτα απ αυτ που εχε η Μμο δεν ταν δικ της. τα εχε βρει κπου της τα εχε χαρσει κποιος. Η φοστα της ταν καμωμνη απ διφορα παρδαλ κουρλια και της φτανε ως τον αστργαλο. Απ πνω φοροσε να παλι, πολ μεγλο της, αντρικ σακκι, με μανκια διπλωμνα στον καρπ. Η Μμο δεν θελε να τα κψει γιατ σκεφτταν πολ προνοητικ πως θα μεγλωνε. Και ποιος μποροσε να ξρει αν θα ξανβρισκε ποτ να τσο ωραο σακκι με τσες πολλς τσπες;
     Κποιο μεσημρι μερικο ντρες και γυνακες της γειτονις ρθαν να τη βρονε και προσπθησαν να της προυνε λγια. Η Μμο στεκταν και τους κοταζε τρομαγμνη, γιατ φοβτανε πως οι νθρωποι αυτο θα τη διχνανε. Δεν ργησε μως να καταλβει πως οι νθρωποι εχαν ρθει με φιλικς διαθσεις. ταν κι οι διοι φτωχο και ξρανε πολλ για τη ζω.
"Σ' αρσει λοιπν εδ;" ρτησε νας ντρας.
"Ναι", αποκρθηκε η Μμο.
"Και θλεις να μενεις εδ;"
"Ναι, πολ".
"Μα δε σε περιμνει καννας;"
"χι".
"Θλω δηλαδ να πω, δεν πρπει να πας στο σπτι σου;"
"Το σπτι μου εναι εδ", βεβαωσε γοργ η Μμο.
"Κι απ πο ρχεσαι, παιδ μου;"
     Η Μμο κανε μια αριστη χειρονομα, δεχνοντας πως ερχταν απ κπου μακρυ.
"Και ποιοι εναι οι γονες σου;" συνχισε να τη ρωτ ο νθρωπος. Το παιδ τον κοταξε αμχανα, κοταξε και τους λλους κι ανασκωσε τους μους του. Οι νθρωποι αντλλαξαν ματις κι αναστναξαν.
"Μη φοβσαι", συνχισε ο νθρωπος, "δε θλουμε να σε διξουμε. Θλουμε να σε βοηθσουμε".
     Η Μμο κονησε αμλητη το κεφλι της, δεν δειχνε μως να χει τελεως πειστε.
"Επες πως σε λνε Μμο;"
"Ναι".
"Εναι να μορφο νομα, αλλ δεν το 'χω ξανακοσει. Ποιος σου δωσε αυτ το νομα;"
"Εγ", επε η Μμο.
"βγαλες τσι η δια τον εαυτ σου;"
"Ναι".
"Και πτε γεννθηκες;"
     Η Μμο το σκφτηκε και στο τλος επε:
"σο θυμμαι υπρχα απ πντα".
"Δεν χεις καμι θεα, καννα θεο, καμι γιαγι, τλος πντων, κποια οικογνεια που θα μποροσες να πας;"
     Η Μμο κοταξε μονχα τον νθρωπο και για λγο δε μλησε. πειτα μουρμορισε:
"Εδ εναι το σπτι μου".
"Ας εναι", κανε ο νθρωπος, "εσαι παιδ ακμα. Πσων χρνων εσαι;"
"Εκατ", επε διστακτικ η Μμο.
Οι νθρωποι γλασαν, γιατ το πραν γι' αστεο.
"Σοβαρ, πσο εσαι;"
"Εκατ δο", απντησε η Μμο με ακμα λιγτερη σιγουρι.
     Πρασε κμποση ρα σπου να καταλβουν οι νθρωποι πως το παιδ ξερε μονχα μερικος αριθμος που κπου εχε ακοσει, αλλ πως γι'
αυτ δε σμαιναν κτι το συγκεκριμνο, γιατ δεν εχε μθει ποτ της να μετρ.
"κου 'δω", επε ο νθρωπος αφο συμβουλετηκε τους λλους. "Συμφωνες να πομε στην αστυνομα πως εσαι εδ; Ττε θα σε πνε σε κποιο δρυμα που θα σου δνουν να τρως και θα χεις και το κρεβτι σου κι που θα μθεις να μετρς, να διαβζεις, να γρφεις και πολλ λλα ακμα. Τ λες γι' αυτ;"
     Η Μμο τον κοταξε τρομοκρατημνη.
"χι", μουρμορισε, "δε θλω να πω. μουν εκε κποτε. Εχε κι λλα παιδι εκε. Εχαν κγκελα στα παρθυρα. Κθε μρα πεφτε ξλο, πντα
δικα. Πδηξα λοιπν νχτα τον τοχο και το 'σκασα. Δε θλω να ξαναπω πσω".
"Σε καταλαβανω", επε νας γρος και κονησε το κεφλι του. Κι οι λλοι το καταλβαιναν και κονησαν τα κεφλια τους.
"Ας εναι", επε μια γυνακα, "εσαι μως μικρ ακμα. Πρπει να σε φροντζει κποιος".
"Εγ", επε ξαλαφρωμνη η Μμο.
"Θα τα καταφρεις;" ρτησε η γυνακα.
     Η Μμο μεινε για λγο σιωπηλ κι πειτα επε με σιγαν φων:
"Δε μου χρειζονται πολλ".
     Και πλι κοιτχτηκαν οι νθρωποι, αναστναξαν και κονησαν τα κεφλια τους.
"Ξρεις, Μμο", ρχισε να λει πλι εκενος ο νθρωπος που εχε μιλσει πρτος, "λμε πως θα μποροσες να βολευτες σε κποιον απ μας. χουμε ββαια λγο χρο λοι μας κι οι πιο πολλο χουνε κιλας να σωρ παιδι που πρπει να τασουν, αλλ νομζουμε πως να παραπνω δεν χει καμμι σημασα. Πς το βλπεις αυτ;"
"Ευχαριστ", επε η Μμο και χαμογλασε για πρτη φορ. "Σας ευχαριστ πολ. Δε θα 'ταν μως πιο απλ να μ' αφσετε να μενω εδ;"
     Οι νθρωποι σκφτηκαν για κμποση ρα, επαν αυτ κι εκενο, μα στο τλος συμφνησαν. Γιατ πστευαν πως το παιδ θα μποροσε να καθσει εδ το διο καλ πως σε κποιον απ' αυτος και θα φρντιζαν τη Μμο ομαδικ, γιατ θα τανε πολ πιο απλ για λους μαζ παρ για να μνο. Βλθηκαν λοιπν να συγυρσουν αμσως τη μισογκρεμισμνη πτρινη καμαρολα που εχε στσει το σπιτικ της η Μμο και να τη διορθσουν σο γινταν. Μλιστα, νας απ' αυτος, που τανε χτστης, χτισε να πτρινο τζκι. Κπου βρθηκε κι να σκουριασμνο μπουρ. νας γρος μαραγκς φτιαξε στα γργορα με κτι σανδια απ κσες να τραπεζκι και δυο καρκλες κι οι γυνακες φρανε να χρηστο, στολισμνο με λικες, σιδεροκρβατο, να στρμα που ταν μνο λιγκι σχισμνο και δο κουβρτες. Η πτρινη τρπα κτω απ τη σκην του ερειπωμνου θετρου γινε να νετο δωματικι. Ο χτστης, που ταν και λιγκι καλλιτχνης, ζωγρφισε στο τλος ναν μορφο πνακα με λουλοδια πνω στον τοχο. Ζωγρφισε ακμα και τη κορνζα και το καρφ που κρεμταν ο πνακας. πειτα ρθανε τα παιδι αυτν των ανθρπων κι φεραν ,τι μποροσαν να κψουν απ το φαγητ τους, το να λγο τυρ, το λλο μια κρα ψωμ, το τρτο μερικ φροτα και πει λγοντας. Κι επειδ τα παιδι τανε πρα πολλ, μαζετηκαν εκενο το βρδυ τσα, που μπρεσαν να γιορτσουν λα μαζ την εγκατσταση της Μμο. ταν μια μορφη γιορτ, πως ξρουν να γιορτζουν μνον οι φτωχο.
     Κι τσι ρχισε η φιλα ανμεσα στη μικρ Μμο και στους ανθρπους της γειτονις.

                                   Μια πολ ασυνθιστη ιδιτητα
                                 κι νας πολ συνηθισμνος καυγς

     λα πγαιναν καλ απ ττε για τη Μμο, τουλχιστον τσι πστευε κενη. Πντα εχε κτι να φει, πτε κτι παραπνω και πτε κτι λιγτερο, πως τχαινε, κι ανλογα με το τι μποροσαν να στερηθον οι νθρωποι. Εχε μια στγη πνω απ το κεφλι της, εχε να κρεβτι κι ποτε κανε κρο μποροσε ν' ανψει φωτι. Και, το σπουδαιτερο, εχε πολλος και καλος φλους. Θα 'λεγε κανες πως η Μμο εχε απλοστατα φανε πολ τυχερ που 'χε πσει σε τσο συμπαθητικος ανθρπους. Αυτ λλωστε πστευε ακρδαντα κι η δια. Δεν ργησε μως ν' αποδειχθε πως κι οι λλοι εχανε σταθε το διο τυχερο. Εχαν ανγκη τη Μμο κι αποροσανε πς μποροσανε και τα βολεανε πριν δχως αυτ. Κι σο περισστερο καιρ μενε κοντ τους το κοριτσκι, τσο πιο απαρατητο τους γιντανε, τσο απαρατητο που τους πιανε φβος μη φγει μια μρα και τους αφσει.
     Γι' αυτ κι εχε πρα πολλος επισκπτες. βλεπες σχεδν πντα κποιον να κθεται στο σπτι της και να συζητ μαζ της σοβαρ. Κι ποιος τη χρειαζτανε και δεν μποροσε να ρθει ο διος, στελνε κποιον λλο να τη φρει. Κι ποιος δεν το καταλβαινε απ μνος του πως την εχε
ανγκη, οι λλοι του λγανε: "Πγαινε λοιπν στη Μμο!" Κι αυτ η κφραση γινε σιγ-σιγ μια συνηθισμνη κουβντα των ανθρπων της γειτονις. τσι πως λμε στο καλ καλ ρεξη νας θες ξρει, τσι ακριβς λεγαν στις πιο απθανες περιπτσεις: "Πγαινε λοιπν στη Μμο!"
     Γιατ τχα; τανε τσον ξυπνη η Μμο που μποροσε να δσει μια καλ συμβουλ στον καθνα βρισκε πντοτε τις κατλληλες λξεις ταν
κποιος εχε ανγκη απ παρηγορι; βγαζε πντοτε σοφς και δκαιες αποφσεις; χι, η Μμο δεν ξερε να κνει τποτ' απ' αυτ, ταν δια πως κθε λλο παιδ. Μπως μποροσε ττε η Μμο να κνει κτι που φτιαχνε τα κφια των ανθρπων; Μπως, λγου χρη, τραγουδοσε εξαιρετικ ωραα, παιζε κποιο μουσικ ργανο; μπως μποροσε, μια κι σο να 'ναι καθταν σ' να εδος τσρκου, να χορεει να κνει τποτε ακροβατικ; χι, δεν ταν οτε κι αυτς ο λγος! Μπως μποροσε να κνει μαγικ; ξερε καννα μυστικ ξρκι που 'διωχνε λες τις στεναχριες και τις φροντδες; μπως ξερε να διαβζει το χρι και να προφητεει το μλλον με κποιον λλον τρπο; Τποτε απ' αυτ.
     Εκενο που η μικρ Μμο ξερε να κνει, πως καννας λλος, ταν ν' ακοει. Σπουδαα τα λχανα, σως πουν μερικο απ τους αναγνστες. Ν'
ακοει μπορε ο καθνας. Εδ μως κνουν να μεγλο λθος. Ν' ακον πραγματικ ελχιστοι νθρωποι μπορον μονχα. Κι ο τρπος που ξερε ν' ακοει η Μμο εχε κτι το μοναδικ. Η Μμο μποροσε κι κουγε τσι που σε κουτος ανθρπους ρχονταν στα ξαφνικ πολ ξυπνες σκψεις. Κι χι γιατ λεγε τποτα ρωτοσε κτι που οδηγοσε τους λλους σε ττοιες σκψεις, χι. Το μνο που κανε ταν να κθεται 'κε και ν' ακοει με λη τη προσοχ της κι λη της τη συμπθεια. Κι εκενη την ρα κοταζε τον λλο με τα μεγλα μαρα μτια της κι εκενος νιωθε ξαφνικ ν' αναδονται απ μσα του σκψεις που οτε καν υποψιαζταν πως υπρχαν. Μποροσε κι κουγε τσι που νθρωποι που τα εχανε χαμνα δεν
παρνανε μιαν απφαση ξρανε ξαφνικ πολ καλ τι ταν αυτ που θλανε. τσι που νας δειλς νιωθε ξαφνικ τον εαυτ του ελεθερο και γενναο. κι τσι που νας δυστυχισμνος και καταπιεσμνος αποκτοσε πλι ελπδες και γινταν χαρομενος. Κι αν κποιος πστευε πως η ζω του ταν αποτυχημνη και δχως νημα και πως αυτς ο διος δεν ταν παρ να ασμαντο ανθρωπκι ανμεσα σε εκατομμρια ανθρπους και πως
μποροσε ν' αντικατασταθε το διο γργορα σο μια σπασμνη γλστρα και πγαινε κι λεγε λα αυτ στη μικρολα τη Μμο, ττε, την ρα ακμα που της τα διηγτανε, ξαφνικ στο μυαλ του ξεκαθριζε μ' να τρπο μυστηριδη πως εχε δικο, πως αυτς, τσι ακριβς πως ταν φτιαγμνος,
ταν μοναδικς ανμεσα σ' λους τους ανθρπους και πως γι' αυτ εχε με τον δικ του ξεχωριστ τρπο σημασα για τον κσμο.
     τσι λοιπν μποροσε κι κουγε η Μμο.
    Κποια μρα στο αμφιθατρο ρθανε δυο νθρωποι που εχανε τσακωθε πρα πολ σχημα και δε θλανε να ξαναμιλσουνε ποτ, παρλο που τανε γετονες. Οι λλοι τους εχαν συμβουλψει να πνε στη Μμο, γιατ δεν τανε σωστ να ζονε δυο γετονες σαν εχθρο. Οι δυο ντρες εχανε στην αρχ αρνηθε, τελικ μως δχτηκαν χωρς καμμι προθυμα. Κθονταν λοιπν τρα στο θατρο, αμλητοι και εχθρικο, ο καθνας στη δικ του μερι στα πτρινα καθσματα, και κοταζαν σκυθρωπ μπρος τους.
     Ο νας ταν ο χτστης που εχε φτιξει το τζκι και τον μορφο πνακα με τα λουλοδια στο - καθιστικ της Μμο. Λεγταν Νικλας κι ταν νας γεροδεμνος τπος με μαρο στριφτ μουστκι. Τον λλο τον λγανε Ννο. ταν αδνατος και φαινταν πντα λγο κουρασμνος. Ο Ννος νοκιαζε μια ταβερνολα στην κρη της πλης, που τις περισστερες φορς κθονταν μονχα μερικο γροι και πνανε ολκληρο το βρδυ να μοναδικ ποτρι κρασ και μιλοσαν για τις αναμνσεις τους. Κι ο Ννος κι η χοντρ του η γυνακα τανε κι αυτο φλοι της Μμο και της εχανε φρει αρκετς φορς κτι νστιμο να φει…
     Καθς η Μμο κατλαβε πως αυτο οι δυο εχαν θυμσει ο νας με τον λλο, δεν ξερε στην αρχ σε ποιον να πρωτοπει. Για να μη προσβλει
καννα, πγε τελικ και κθισε στην δια απσταση ανμεσ τους, στην κρη της πτρινης σκηνς, και κοταζε μια τον να και μια τον λλο. Καθτανε και περμενε τι θα γινταν. Υπρχουν πργματα που χρειζονται χρνο κι ο χρνος ταν το μνο που διθετε πλουσιοπροχα η Μμο. Αφο κθισαν τσι κμποση ρα οι δυο ντρες, ο Νικλας πετχτηκε απ τη θση του και επε:
- Φεγω! δειξα την καλ μου θληση μνο και μνο με το τι ρθα. Το βλπεις μως, Μμο, πως δε μετανινει. Γιατ να περιμνω λλο;
     Και γρισε πραγματικ να φγει.
- Καλ κνεις και φεγεις! φναξε ξοπσω του ο Ννος. Οτε κι υπρχε καννας λγος να ρθεις. τσι κι αλλις, δεν πρκειται να συμφιλιωθ μ'
ναν εγκληματα!
    Ο Νικλας γρισε απτομα. Το πρσωπ του εχε γνει κατακκκινο απ θυμ.
- Ποιος εναι εγκληματας δω πρα; ρτησε απειλητικ και γρισε πσω στη θση του. Ξαναπς το!
- σες φορς θλεις! φναξε ο Ννος. Νομζεις φανεται πως, επειδ εσαι δυνατς και μπρατσωμνος, καννας δεν τολμει να σου πει την
αλθεια κατμουτρα. Αλλ εγ θα σου την πω  -σ' εσνα και σ' λους εκενους που θλουν να την ακοσουν! Τι κθεσαι λοιπν; λα και σκτωσ
με πως πγες να το κνεις κι λλη φορ!
- Τι θελα και δεν το 'κανα! μογκρισε ο Νικλας κι σφιξε τις γροθις του. Τον βλπεις τι ψμματα λει και τι συκοφαντες αραδιζει! Τον εχα
μονχα αρπξει απ τον γιακ και τον πταξα στον λκκο με τα βρμικα νερ πσω απ τη τργλη του! Εκε μσα δεν πνγεται οτε ποντκι. Και
γυρζοντας πλι στον Ννο φναξε: Δυστυχς ζεις ακμα! Αυτ μπορε να το δει λος ο κσμος!
     Για κμποση ρα βρζονταν σχημα κι η Μμο δεν μποροσε να βγλει κρη για το τι γονταν και γιατ εχανε θυμσει τσο νας με τον λλο. Σιγ-σιγ μως διαπιστθηκε πως ο Νικλας εχε κνει αυτ την αισχρ πρξη μνο και μνο επειδ ο Ννος τον εχε χαστουκσει μπρος σε μερικος πελτες. Αλλ κι αυτ γινε αφο επιχερησε ο Νικλας να σπσει λα τα πιατικ του Ννου.
- Αυτ πια εναι σκτη ψευτι! υπερασπστηκε τον εαυτ του θυμωμνος ο Νικλας. να καντι μνον εχα πετξει στον τοχο, μα κι αυτ ταν κιλας ραγισμνο!
- ταν μως δικ μου το καντι, το κατλαβες; απντησε ο Ννος. Κι οτε εχες το δικαωμα να το κνεις!
     Ο Νικλας μως ταν της γνμης πως εχε δκιο να κνει αυτ που κανε, γιατ ο Ννος εχε θξει την τιμ του ως χτστη.
- Ξρεις τι επε για μνα; φναξε στη Μμο. Επε πως δεν μπορ να φτιξω οτε ναν σιο τοχο, επειδ εμαι νχτα μρα μεθυσμνος! Και
ττοιος λει ταν κι ο παππος μου που εχε εργαστε στον πργο της Πζας!
- Μα, Νικλα! κανε ο Ννος. Αυτ ταν να αστεο!
- Ωραο αστεο! γρλισε ο Νικλας. Εγ δεν μπορ να γελσω με κτι ττοια αστεα.
     Διαπιστθηκε μως πως ο Ννος δεν εχε κνει τποτα παραπνω απ το να ξεπληρσει να λλο αστεο του Νικλα. Κποιο πρω στη πρτα του
Ννου γραψε με κατακκκινα γρμματα:

ποιος δεν εναι τποτα
κι λλη δεν χει χρη
ας κνει για πιο σγουρο
τον ταβερνιρη.


     Κι ο Ννος με τη σειρ του δεν το εχε βρει καθλου αστεο. Κι ρχισαν πλι να τσακνονται πολ στα σοβαρ ποιο απ τα δο αστεα
ταν το πιο πετυχημνο και επαν τσα που ξαναθμωσαν. Ξαφνικ μως σταμτησαν. Η Μμο τος κοταζε με τα μεγλα μτια της και καννας απ τους δυο τους δεν μποροσε να ερμηνεσει το βλμμα της. Μπως γελοσε μαζ τους απ μσα της; ταν λυπημνη; Το πρσωπ της δεν πρδιδε τποτα. Αλλ στους δυο ντρες φνηκε ξαφνικ σαν να βλπανε τον εαυτ τους σε καθρφτη κι ρχισαν να ντρπονται.
- Καλ, επε ο Νικλας, σως δεν πρεπε να γρψω πνω στη πρτα σου, Ννο. Οτε και θα το κανα αν δε μου 'λεγες χι ταν ζτησα να μου
δσεις να και μνο ποτρι κρασ. Αυτ ταν παρνομο, το κατλαβες; Γιατ πντα πλρωνα και δεν εχες καννα λγο να μου φερθες τσι.
- Λες να μην εχα λγο! αποκρθηκε ο Ννος. Δε θυμσαι πια κενη την υπθεση με τον Α-Αντνη; Α, τρα χλωμιζεις! Μου την εχες σκσει
σχημα κι εγ κτι ττοια δεν τα σηκνω!
- Εγ εσνα; φναξε ο Νικλας και χτπησε γρια το χρι του κτω. Τα λες ανποδα! Εσ σουνα που θελες να με τυλξεις, μνο που δεν τα
κατφερες.
     Να πς ταν η υπθεση: Στον τοχο της μικρς ταβρνας του Ννου κρεμταν μια εικνα που παρστανε τον γιο Αντνιο. τανε χρωματιστ τυπωμνη εικνα που ο Ννος την εχε κψει κποτε απ μια εφημερδα. Κποια μρα ο Νικλας θλησε ν' αγορσει αυτ την εικνα απ τον Ννο,
τχα γιατ την βρισκε πολ ωραα. Κι ο Ννος με ξυπνο παζρεμα κατφερε τελικ τον Νικλα να του προσφρει ως αντλλαγμα το ραδιφων του. Ο Ννος κρυφογελοσε απ μσα του γιατ εχε φυσικ ρξει τον Νικλα. Κλεσανε τη δουλει.
     Ττε μως διαπιστθηκε πως ανμεσα στην εικνα και τον καμωμνο απ χαρτνια τοχο, υπρχε να χαρτονμισμα. Ο Ννος δεν ξερε τποτα γι' αυτ. Κι τσι βγκε χαμνος εκενος κι αυτ του κακοφνηκε. Ζτησε χωρς περιστροφς απ τον Νικλα να του δσει τα λεφτ πσω. Ο Νικλας αρνθηκε κι ο Ννος δε θλησε να τον ξανασερβρει. τσι λοιπν εχεν αρχσει ο καυγς. ταν οι δυο τους ξεκαθαρσανε την υπθεση και βρκανε τα ατια, μενανε για λγο σιωπηλο. Και ττε ο Ννος ρτησε:
- Και τρα πες μου τμια, Νικλα. ξερες γι' αυτ τα λεφτ προτο κνουμε την ανταλλαγ;
- Φυσικ και το 'ξερα, διαφορετικ δε θα την κανα.
- Ττε πρπει να παραδεχτες πως με κοριδεψες!
- Τι μας λες; Μη μου πεις πως δεν ξερες εσ για τα λεφτ!
- χι, στον λγο μου.
- Τα βλπεις λοιπν; Εσ σουνα εκενος που θλησε να με κοροδψει! Πς αλλις μποροσες να μου πρεις το ραδιφωνο για να κομμτι
εφημερδας που δεν εχε καμι αξα, ε;
- Και πο ξερες εσ για τα λεφτ;
- Εχα δει να βρδυ, πριν απ δυο μρες, ναν πελτη να τα χνει εκε σαν δωρε στον Α-Αντνη.
     Ο Ννος δγκωσε το χελι του.
- ταν πολλ;
- Οτε λιγτερα οτε και περισστερα απ' ,τι στοιχζει το ραδιφων μου, αποκρθηκε ο Νικλας.
- Ττε, επε σκεφτικς ο Ννος, - ολκληρος ο καυγς μας γνεται μνο και μνο για τον Α-Αντνη που χω κψει απ την εφημερδα.
     Ο Νικλας ξυσε το κεφλι του.
- τσι εναι, γρλισε. Σου τον δνω ευχαρστως πσω.
- χι, ββαια, απντησε με πολλ αξιοπρπεια ο Ννος. Ανταλλαγ σημανει ανταλλαγ! Για τους τμιους ανθρπους φτνει να δσεις το χρι σου!
     Και ξαφνικ βλαν μαζ τα γλια. Κατβηκαν τα πτρινα σκαλι, συναντθηκαν στη μση της χορταριασμνης κυκλικς σκηνς, αγκαλιαστκανε και βλθηκαν να χτυπον ο νας τη πλτη του λλου. στερα πιασαν και οι δυο αγκαζ τη Μμο και της επαν:
- Σ' ευχαριστομε πολ!
     Αφο φγανε, πειτα απ κμποση ρα, η Μμο συνχιζε να τους χαιρετ για πολ ακμα. ταν πολ ευχαριστημνη που οι δυο της φλοι εχαν πλι φιλισει.
     Μια λλη φορ να αγορκι τς φερε το καναρνι του που δεν εννοοσε να κελαηδσει. Αυτ ταν για τη Μμο να πολ πιο δσκολο πρβλημα. Αναγκστηκε να το παρακολουθε μια ολκληρη εβδομδα, μχρι που αυτ ρχισε επιτλους να τιτιβζει και να τραγουδει δυνατ. Η Μμο τος κουγε λους, σκλους και γτες, τζιτζκια και βατρχια, ακμα και τη βροχ και τον αρα μσα στα δντρα. Κι ο καθνας τους της
μιλοσε με τον δικ του τρπο.
     Μερικ βρδια, ταν λοι οι φλοι της εχαν φγει για το σπτι τους, μενε καθισμνη για πολλ ρα ακμα ολομναχη στον μεγλο πτρινο κκλο του αρχαου θετρου, με τον ουρνιο θλο κεντημνο με λαμπερ αστρια να υψνεται απ πνω της, κι αφουγκραζταν τη μεγλη σιγ. Και ττε της φαινταν πως καθταν μσα στη κχη ενς μεγλου αυτιο που ταν στραμμνο προς τον κσμο των στρων και αφουγκραζταν. Και
της φαινταν σαν ν' κουγε μια σιγαν κι μως πολ επιβλητικ μουσικ, που μ' ναν παρξενο τρπο μιλοσε κατευθεαν στη καρδι της. Ττοιες νχτες βλεπε πντοτε ξεχωριστ νειρα. Κι αν κποιος εξακολουθε να πιστεει πως το ν' ακος ναν λλο να μιλ δεν εναι τποτα το σπουδαο, ας δοκιμσει αν μπορε να τα καταφρει το διο καλ.
...
          (τλος αποσπσματος)




 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers