-

Dali &

-


-








.

--.


.

./.


 
 

 

Quincey Thomas Penson (Thomas De Quincey): ... !

 Βιογραφικ

     Ο Thomas Penson Quincey (Τμας Πρσον Κουνσι aka Thomas De Quincey) τανε Βρεττανς μυθιστοριογρφος, δοκιμιογρφος και δημοσιογρφος της ρομαντικς εποχς. Πιο γνωστ εναι το αυτοβιογραφικ του βιβλο Εξομολογσεις ενς γγλου οπιομανος (1821).
     Γεννθηκε 15 Αυγοστου 1785 στο 86 Cross Street, Manchester, Lancashire κι τανε γιος επιτυχημνου εμπρου υφασμτων με πθος για τη λογοτεχνα, καταγμενος απ οικογνεια Νορμανδν, που πθανε το 1793. Λγο μετ τη γννηση του Thomas, η οικογνεια μετακμισε στο The Farm και στη συνχεια αργτερα στο Greenheys, να μεγαλτερο εξοχικ σπτι στο Chorlton-on-Medlock κοντ στο Μντσεστερ. Το 1796, τρα χρνια μετ το θνατο του πατρα του,  η μητρα του -η πριν Elizabeth Penson- πρε το νομα De Quincey Το 1796 μετακομσανε στο Μπαθ, που παρακολοθησε το γυμνσιο, King Edward's School. τανε το 5ο παιδ σε μια οικογνεια 8 τκνων (4 γιοι και 4 κρες). ταν ριστος μαθητς κι αρστευσε στα Λατινικ κι Ελληνικ, αλλ ταν αδναμο κι ασθενικ παιδ. Τα νιτα του περσανε στη μοναξι κι ταν ο μεγαλτερος αδερφς του, Γουλιαμ, επστρεψε στο σπτι, προκλεσε τον λεθρο στο συχο περιβλλον.



     Το 1800, παρακολοθησε το σχολεο στο Μντσεστερ κι ετοιμαζταν να σπουδσει στο Πανεπιστμιο της Οξφρδης στα 15, η υποτροφα του ταν πολ σημαντικ για τα χρνια του. "Αυτ το αγρι θα μποροσε να παρενοχλσει ναν Αθηνακ χλο καλτερα απ σς θα μποροσα να απευθυνθ σε ναν γγλο", επε ο δσκαλς του στο Μπαθ. Στλθηκε στο Manchester Grammar School, προκειμνου μετ απ 3 τη παραμονς να λβει υποτροφα στο Brasenose College της Οξφρδης, αλλ τα πταξε λα μετ απ 19 μνες.κι αντ' αυτο το 1802 φυγε κρυφ κι ζησε για κποιο διστημα στεγος σε μεγλη φτχεια, πρτα στην Ουαλλα και μετ στο Λονδνο. 
     Η μητρα του τανε γυνακα μ' ντονο χαρακτρα κι ευφυα, αλλ φανεται πως εχε εμπνεσει περισστερο δος παρ στοργ στα παιδι της. Τους μεγλωσε αυστηρ, βγζοντας τον Τομας απ το σχολεο μετ απ 3 τη επειδ φοβταν τι θα γινταν μεγαλψυχος και τον στειλε σε καττερο σχολεο στο Wingfield Wiltshire. Περπου αυτ την εποχ, το 1799, διβασε 1η φορ τις Λυρι
κς Μπαλντες (1798) του William Wordsworth και Σμουελ Τηλορ Κλεριτζ., που τον εχαν παρηγορσει σε κρσεις κατθλιψης και του 'χαν αφυπνσει μια βαθει ευλβεια για τον ποιητ κι εχε δη επηρεαστε απ τη ρομαντικ λογοτεχνα. Στο Λονδνο γινε φλος με μια ιερδουλη, αργτερα περιγραψε τις περιπλανσεις εκενης της εποχς στις Εξομολογσεις. θελε να συναντσει τους 2 αγαπημνους του ποιητς μα τανε ντροπαλς και δειλς κι τσι πρε το δρμο για το Chester, που μενε η μητρα του, με την ελπδα να δει μιαν αδελφ, πιστηκε απ τα μεγαλτερα μλη της οικογνειας, αλλ μσω των προσπαθειν του θεου του, συνταγματρχη Penson, λαβε υπσχεση μιας γκινας (που ισοδυναμε με 85 λρες το 2021) τη βδομδα για να πραγματοποισει το μεταγενστερο ργο του, για ναν μοναχικ αλτη., φοτησε στο Worcester College Οξφρδης απ το Δεκμβρη 1803.

     Αδναμος κι συχν ρρωστος, στο κολλγιο ταν μοναχικς προτιμντας τη παρα των βιβλων απ τους ανθρπους. Πγαινε τακτικ στο Λονδνο για κποιο διστημα, που, πσχοντας απ σοβαρ νευραλγα, πρε πιο 1η φορ το 1804. Το 1803 εχε ξεκινσει αλληλογραφα με τον Γουρντσγουορθ, που συνεχστηκε το 1805 και το 1806. θελε να τον επισκεφτε, ωστσο, η μεγλη του συστολ τον κανε τελευταα στιγμ να γυρσει πσω. Το 1806 στα 21 λαβε τη μικρ κληρονομι του πατρα του, που ξδεψε κυρως σε βιβλα. τανε παρλογα γενναιδωρος με τα χρματ του, κνοντας δνεια που δεν θα εξοφλονταν, πως να δνειο 300 λιρν στον Κλεριτζ, που θαμαζε.
     Το 1807 κανε τελικ προσωπικ γνωριμα πρτα με τον Κλεριτζ και μετ τον Γουρτσγουορθ, κνοντας ευχριστη εντπωση και στους δο. Στις αρχς του 1808 ολοκλρωσε τις σπουδς του, αλλ λγο πριν τις εξετσεις του και προφανς χωρς λγο, εγκατλειψε τις σπουδς του χωρς πτυχεο. Το 1809 εγκαταστθηκε στο Γκρσμιρ, στη περιοχ των λιμνν βορειοδυτικ Αγγλα και βρθηκε στον κκλο των Ποιητν της Λμνης, κοντ στον Γουρντσγουορθ. Τα επμενα χρνια, που τανε συχν ρρωστος -κτι που αξησε τον εθισμ του στο πιο- διβαζε και συνεργστηκε για τους Κλεριτζ & Γουρντσγουορθ. μως ο αυξανμενος εθισμς του στ' πιο τον αποξνωσε απ' τους ποιητς. ρχισε σχση με τη κρη αγρτη Μργκαρετ Σμσον. Το 1816 γεννθηκε ο 1ος γιος και το 1817 παντρετηκαν. Απ' το γμο προκψανε συνολικ 8 παιδι, 5 γιοι και 3 κρες.



     Τον Ιολιο του 1818, ο de Quincey γινε εκδτης της Westmorland Gazette, μιας εφημερδας των Τρις που εκδθηκε στο Kendal, μετ την απλυση του πρτου εκδτη της, αλλ ταν αναξιπιστος στη τρηση των προθεσμιν και τον Ιονιο του 1819 οι ιδιοκττες παραπονθηκαν με δυσαρσκεια για την λλειψη της τακτικς επικοινωνας μεταξ εκδτη και τυπογρφου και παραιτθηκε Νομβρη 1819. Οι πολιτικς του συμπθειες τενανε προς τη δεξι. ταν υπρμαχος των αριστοκρατικν προνομων. Επιπλον, εχε αντιδραστικς απψεις για τη σφαγ του Peterloo και την εξγερση των Sepoy, για τη Καθολικ Χειραφτηση και για τη δικαιοδοσα του απλο λαο.
     Το 1821, πγε στο Λονδνο για να δσει κποιες μεταφρσεις απ Γερμανος συγγραφες, αλλ πεστηκε πρτα να γρψει και να δημοσιεσει μιαν αφγηση των εμπειριν του απ το πιο, που κενη τη χρονι εμφανστηκε στο περιοδικ του Λονδνου. Η αφγηση του αποδεικνεται μια να ασθηση που δικοψε το ενδιαφρον για το Essays of Elia, του Λαμπ, που ττε εμφανζονταν στο διο περιοδικ. Οι Εξομολογσεις ενς γγλου οπιοφγου κυκλοφρησαν σντομα σε μορφ βιβλου. Στη συνχεια ο De Quincey κανε μια σειρ απ νες λογοτεχνικς γνωριμες. Ο Τμας Χουντ βρκε τον συγγραφα που συρρικνθηκε "στο σπτι του σε ναν γερμανικ ωκεαν της λογοτεχνας, μσα σε μια καταιγδα, να πλημμυρζει λο το πτωμα, τα τραπζια και τις καρκλες – καταιγδες βιβλων.



     ταν επσης υπρμαχος του βρεττανικο ιμπεριαλισμο, πιστεοντας τι εναι εγγενς δκαιος ανεξρτητα απ το κστος του. Παρ την ιδεολογικ του δσμευση στη προσωπικ ταυττητα κι ελευθερα που προλθε απ τον εθισμ του και τις μχες του με το πιο και παρ την αντθεσ του στην ννοια της σκλαβις,  ευθυγραμμστηκε ενντια στο κνημα της κατργησης στη Βρεττανα. Στα ρθρα του για την Edinburgh Post, σχετικ με το θμα το 1827 και το 1828, κατηγρησε τους αγωνιστς κατ της δουλεας τι διεξγαγαν σχματα προσωπικς εξψωσης κι ανησυχοσε τι η κατργηση θα υπονμευε τη βση της Βρεττανικς Αυτοκρατορας και θα προκαλοσε εξεγρσεις πως η Επανσταση της Ατς. ενντια στην αποικιοκρατα. Αντθετα, πρτεινε να υπρξει σταδιακ μεταρρθμιση με επικεφαλς τους διους τους ιδιοκττες σκλβων.

     Καθς εχε σπαταλσει τη προσωπικ του περιουσα κι πρεπε επσης να συντηρσει μια οικογνεια, ρχισε να ασχολεται με τη συγγραφ. Τα επμενα χρνια εργστηκε κυρως ως δημοσιογρφος σε περιοδικ. Τα κεμεν του τανε διαφρων ειδν, κυρως κριτικς και δοκμια. γραψε για τον Γκατε, τον Τμας Μλθους και τον Ιμμνουελ Καντ. Δημοσευσε επσης πρωττυπα δοκμια πως το Η δολοφονα ως μια εκ των καλν τεχνν. Το 1821 δημοσευσε σε περιοδικ του Λονδνου το πιο δισημο ργο του, Εξομολογσεις ενς γγλου οπιομανος, που προκλεσε πταγο και τον κανε δισημο. Ο Ντε Κουνσι ταν δισημος καλς συνομιλητς. Ο Γουντχουζ γραψε για "το βθος και τη πραγματικτητα, πως μπορ να την ονομσω, των γνσεν του Η συνομιλα μαζ του μοιαζε με την επεξεργασα ενς ορυχεου αποτελεσμτων…"



    Απ ττε, ο De Quincey συντηροσε τον εαυτ του συνεισφροντας σε διφορα περιοδικ. Σντομα αντλλαξε το Λονδνο και τις λμνες με το Εδιμβοργο, το κοντιν χωρι Πλτον και τη Γλασκβη και πρασε το υπλοιπο της ζως του στη Σκωτα. Στη 10ετα του 1830, καταγρφηκε να ζει στην οδ Forres 1, να μεγλο αρχοντικ στην κρη του κτματος Moray στο Εδιμβοργο. Παρ τη μεγλη του εργατικτητα, ο Τμας κι η οικογνει του ζοσανε πντα σε μεγλη φτχεια. Το 1832 φυλακστηκε για μικρ χρονικ διστημα για χρη και το 1833 κρυξε πτχευση. Το 1826 εγκαταστθηκε στο Εδιμβοργο που συνχισε να εργζεται σε περιοδικ. Μετ το θνατο της συζγου του το 1837, η κατανλωση οπου αυξθηκε (πως συνηθιζταν εκενη την εποχ, το 'παιρνε απ τα φαρμακεα σε διαλυμνη μορφ). Ωστσο, συνχισε να γρφει πολυριθμα βιβλα κι ρθρα. 
    Το περιοδικ Blackwood's Edinburgh και το αντπαλ του περιοδικ Tait's Magazine λαβαν πολυριθμες συνεισφορς. Η Suspiria de Profundis (1845) εμφανστηκε στο Blackwood's, πως και το The English Mail-Coach (1849). Η Joan of Arc (1847) δημοσιετηκε στο Tait's. Μεταξ 1835 και 1849, ο Tait's δημοσευσε μια σειρ απ αναμνσεις του De Quincey απ τους Wordsworth, Coleridge, Robert Southey κι λλες μορφς μεταξ των Lake Poets, μια σειρ που μαζ αποτελε να απ τα πιο σημαντικ ργα του. φησε την Οξφρδη χωρς πτυχεο, προσπθησε να σπουδσει νομικ, μα δικα κι ανεπιτυχς. δεν εχε σταθερ εισδημα και ξδευε μεγλα ποσ σε βιβλα (ταν ισβιος συλλκτης). Μχρι τη 10ετα του 1820 τανε συνεχς σε οικονομικς δυσκολες. Πνω απ μα φορ στα τελευταα του χρνια, αναγκστηκε να ζητσει προστασα απ τη σλληψη στο καταφγιο των οφειλετν του Holyrood στο Εδιμβοργο. (Την εποχ κενη, το Holyrood Park τανε καταφγιο οφειλετν· οι νθρωποι δεν μποροσαν να συλληφθονε για χρη εντς αυτν των ορων. Τα οικονομικ προβλματα ωστσο του Quincey παρμειναν, αντιμετπισε περαιτρω δυσκολες για χρη που 'κανε εντς του ιερο χρου.



     Ο De Quincey υπφερε νευραλγικ πνο στο πρσωπο, νευραλγα τριδμου - επιθσεις διαπεραστικο πνου στο πρσωπο, ττοιας σοβαρτητας που μερικς φορς οδηγον το θμα στην αυτοκτονα. Αναφρει τι χρησιμοποησε πιο για πρτη φορ το 1804 για να ανακουφσει τη νευραλγα του. τσι, πως συμβανει με πολλος τοξικομανες, ο εθισμς του στο πιο μπορε να εχε μια πτυχ αυτοθεραπεας για πραγματικς σωματικς ασθνειες, καθς και μια ψυχολογικ πτυχ. Σμφωνα με τη δικ του μαρτυρα, χρησιμοποησε για πρτη φορ πιο το 1804 για να ανακουφσει τη νευραλγα του. το χρησιμοποιοσε για ευχαρστηση, αλλ χι περισστερο απ εβδομαδιαα, μχρι το 1812. ταν το 1813 που ρχισε για πρτη φορ την καθημεριν χρση, ως απντηση στην ασθνεια και τη θλψη του για το θνατο της μικρς κρης του Wordsworth, Catherine. Κατ τη διρκεια του 1813-19 η ημερσια δση του ταν πολ υψηλ κι εχε ως αποτλεσμα τα βσανα που αφηγονται στις τελευταες εντητες των Εξομολογσεων του. Για το υπλοιπο της ζως του, η χρση του οπου κυμαινταν μεταξ ακραων. πρε τερστιες δσεις το 1843, αλλ αργ το 1848 πγε για 61 μρες χωρς καθλου. Υπρχουν πολλς θεωρες γρω απ τις επιπτσεις του οπου στη λογοτεχνικ δημιουργα και κυρως, οι περοδοι χαμηλς χρσης του ταν λογοτεχνικ μη παραγωγικς.
     Απ το 1842 ως το 1859 πρασε μεγλες περιδους σε να εξοχικ σπτι κοντ στο Midfield House ντια του Lasswade, συγκεντρνοντας τα γραπτ του στην ειρνη της υπαθρου.
Η οικονομικ του κατσταση βελτιθηκε μνο αργτερα στη ζω του. Ο θνατος της μητρας του το 1846 του απφερε εισδημα 200 λιρν ετησως κι ταν οι κρες του μεγαλσανε, διαχειριστκανε τα χρματα πολ πιο υπεθυνα απ' ,τι ο διος. Το ργο του εχε μεση επιρρο σε συγχρνους του συγγραφες, πως οι Πε, Φιτς Χιου Λντλοου, Μπωντλαρ, Ζορς-Καρλ Υσμν και Γκγκολ αλλ ακμη και σημαντικο συγγραφες του 20ο αι. πως ο Μπρχες, θαυμσανε κι ισχυρστηκαν τι επηρεστηκαν εν μρει απ το ργο του. Ο Μπερλιζ στριξε επσης τη Φανταστικ Συμφωνα στις Εξομολογσεις ενς γγλου οπιοφγου, βασιζμενος στο θμα της εσωτερικς πλης του ανθρπου με τον εαυτ του. Ο Χιοστον Στιοαρτ Τσμπερλαιν τον αποκλεσε "ν απ τα πλουσιτερα ταλντα της διανησης, γνσης, μνμης και δναμης που παργαγε ποτ η Αγγλα".



     Πθανε 8 Δεκμβρη 1859 στα δωμτι του στην οδ Lothian, στο ντιο Εδιμβοργο και θφτηκε στην αυλ της εκκλησας του St Cuthbert στο δυτικ κρο της Princes Street. Ο τφος του, στο νοτιοδυτικ τμμα της αυλς της εκκλησας σε τοχο με δυτικ προσανατολισμ, εναι απλ και δε λει τποτα για το ργο του. Η κατοικα του στην οδ Λθιαν κατεδαφστηκε τη δεκαετα του 1970 για να ανοξει ο χρος για τον εξωρασμ της πλατεας Μπρστο και το εσωτερικ διπλ οδστρωμα γρω απ το φοιτητικ κντρο.
     Στη διρκεια της τελευταας 10ετας της ζως του, ο De Quincey εργστηκε πνω σε μια συλλεκτικ κδοση των ργων του. Ο Ticknor and Fields, νας εκδοτικς οκος της Βοστνης, πρτεινε για 1η φορ μια ττοια συλλογ και ζτησε την γκριση και τη συνεργασα του De Quincey. Μνο ταν αυτς, καθυστρησε να χρνο, απτυχε να απαντσει σε επανειλημμνες επιστολς του Τζιμς Τμας Φιλντς, ο Αμερικανς εκδτης προχρησε ανεξρτητα, ανατυπνοντας τα ργα του συγγραφα απ τις πρωττυπες εμφανσεις του σε περιοδικ. 22 τμοι των γραπτν του De Quincey εκδθηκαν απ το 1851 ως το 1859.
    Η ολοκληρωμνη μαεστρα του στα ελληνικ ταν ευρως γνωστ και σεβαστ. Ο Treadwell Walden, επισκοπικς ιερας και κποτε πρτανης της Εκκλησας του Αγου Παλου στη Βοστνη, παραθτει μια επιστολ απ τα Αυτοβιογραφικ Σκτσα του De Quincey προς υποστριξη της πραγματεας του το 1881 σχετικ με την εσφαλμνη μετφραση της λξης metanoia σε "repent" απ τις περισστερες αγγλικς μεταφρσεις της Ββλου.
Στη διρκεια σχεδν πενντα ετν, ο De Quincey ζησε κυρως απ την πννα του. Η κληρονομι του δεν φανεται να χει εξαντληθε ποτ εντελς κι οι συνθειες και τα γοστα του ταν απλ κι ανξοδα. αλλ ταν απερσκεπτος στη χρση των χρημτων κι εχε χρη και χρηματικς δυσκολες κθε εδους.



     Υπρχε, πργματι, επιβεβαινουν οι συνεργτες του, να στοιχεο ρομαντισμο ακμα και στην αμεροληψα του, πως υπρχε σε λα του. και τα διπλωματικ κι λλα μσα με τα οποα κατασκεασε να κρατσει μακρι απ διεκδικητικος πιστωτς, εν εκπλρωνε σχολαστικ πολλς υποχρεσεις, συχν αφπλιζε την εχθρτητα και μεττρεπε την ενχληση σε διασκδαση. Οι περφημες Εξομολογσεις ενς γγλου οπιοφγου δημοσιεθηκαν σε μικρ τμο το 1822 και τρβηξαν πολ αξιοσημεωτο βαθμ προσοχς, χι απλς απ τις προσωπικς του αποκαλψεις, αλλ απ την εξαιρετικ δναμη της ονειρικς ζωγραφικς του. Καννας λλος λογοτεχνικς νθρωπος της εποχς του, πως παρατηρθηκε, δεν απκτησε τσο υψηλ και παγκσμια φμη απ ττοιες απλς δραπτες προσπθειες.
     Τα μνα ργα που δημοσιετηκαν χωριστ (χι σε περιοδικ) ταν μυθιστρημα, το Klosterheim (1832) κι η Λογικ της Πολιτικς Οικονομας (1844). Αφο συγκεντρθηκαν τα ργα του, η φμη του De Quincey χι απλς διατηρθηκε, αλλ επεκτθηκε. Για το ερος της σκψης και του θματος, εντς των ορων της καθαρς λογοτεχνας, καμμα παρμοια ποστητα υλικο ττοιας σης αξας δεν προλθε απ κανναν διαπρεπ συγγραφα της εποχς. σο φθονο κα ομιλητικ κι αν εναι, ο De Quincey εναι πντα κομψς και γενικ ακριβς-λγιος, ξυπνος, νθρωπος του κσμου και φιλσοφος, καθς κι ιδιοφυα. βλεπε τα γρμματα ως να ευγενς και υπεθυνο κλεσμα. Στο δοκμι του για τον λιβερ Γκλντσμιθ διεκδικε για τη λογοτεχνα τη κατταξη χι μνο της καλν τεχνν, αλλ και της υψηλτερης κι ισχυρτερης καλν τεχνν κι ως ττοιο ο διος το θεωροσε και το σκησε.
    κανε ευρεα δικριση μεταξ της λογοτεχνας της γνσης και της λογοτεχνας της εξουσας, υποστηρζοντας τι η λειτουργα της πρτης εναι να διδσκει, η λειτουργα της δετερης να κινεται, διατηρντας τι ο πιο θλιος συγγραφας που κινεται χει την υπεροχ. πνω σε λους σοι απλς διδσκουν, τι η λογοτεχνα της γνσης πρπει να χαθε απ την υπρβαση, εν η λογοτεχνα της εξουσας εναι "θριαμβευτικ για πντα σο υπρχει η γλσσα στην οποα μιλει". Σε αυτν την κατηγορα λογοτεχνας κιντρων ανκουν ουσιαστικ τα ργα του διου του De Quincey. Εναι χρη σε αυτ το ζωτικ στοιχεο της δναμης που χουν αναδυθε απ την ταχεα λθη της περιοδικτητας και ζουν στο μυαλ των μεταγενστερων γενεν. Αλλ η δναμ τους αποδυναμνεται απ τον γκο τους.



ΡΗΤΑ:

 * Η δυσπεψα εναι η καταστροφ των περισστερων πραγμτων: αυτοκρατορες, αποστολς κι οτιδποτε λλο.

 * Διτι, αν κποτε νας νθρωπος επιδδεται σε φνο, πολ σντομα θα σκφτεται ελχιστα τη ληστεα. και απ τη ληστεα ρχεται δπλα στο ποτ και το σαββατβραδο, και απ αυτ στην ακολασα και την αναβλητικτητα. Μλις ξεκινσετε [sic] σε αυτ την καθοδικ πορεα, ποτ δεν ξρετε πο πρπει να σταματσετε. Πολλο νθρωποι χουν χρονολογσει την καταστροφ του απ κποια δολοφονα λλη που σως λγο σκεφτταν εκενη την εποχ.

 * Το βρος του αμεταββαστου.

 * Κλεσμα για το μεγαλτερο απ λα τα γινα θεματα, τι εναι αυτ; Εναι ο λιος που πηγανει στην ανπαυσ του. Κλεσμα για το μεγαλτερο απ λα τα ανθρπινα συναισθματα, τι εναι αυτ; Εναι τι ο νθρωπος πρπει να ξεχσει τον θυμ του πριν ξαπλσει για πνο.

 * Λοιπν, Oxford Street, πτρινη θετ μητρα, εσ που ακος τους αναστεναγμος των ορφανν και πνεις τα δκρυα των παιδιν, τελικ απολθηκα απ σνα.

 * Οι αγελδες εναι απ τα πιο ευγενικ πλσματα που αναπνουν. Καννας δεν δεχνει πιο παθιασμνη τρυφερτητα στα μικρ του ταν τα στερεται. και, εν ολγοις, δεν ντρπομαι να δηλνω μια βαθι αγπη για αυτ τα συχα πλσματα.


 * Λουλοδια … που εναι τσο αξιολπητα στην ομορφι τους, εθραυστα σαν τα σννεφα και στο χρωματισμ τους τσο υπροχο σο οι ουρανο, ταν εδ και χιλιδες χρνια η κληρονομι των παιδιν - που τιμονταν ως το κσμημα του Θεο μνο απ αυτ - ταν ξαφνικ η φων του Χριστιανισμο, υπογρφοντας τη φων της βρεφικς ηλικας, τους ανβασε σε μεγαλεο που ξεπερνοσε τον εβρακ θρνο, αν και ιδρθηκε απ τον διο τον Θε, και απγγειλε τον Σολομντα σε λη του τη δξα να μην εναι ντυμνος σαν να απ αυτ.

 * χεις τα κλειδι του Παραδεσου, ω δκαιο, λεπτ και δυνατ πιο!

 * ταν να απγευμα Κυριακς, υγρ και ξγνοιαστο. και να πιο θαμπ θαμα δεν χει να δεξει αυτ η γη μας απ μια βροχερ Κυριακ στο Λονδνο.

 * Αινια αντο! και ξαν, και πλι αντηχοσε - αινιοι αποχαιρετισμο!

 * Το τσι, αν και γελοιοποιεται απ εκενους που εναι εκ φσεως χοντροκομμνοι στις νευρικς τους ευαισθησες… θα εναι πντα το αγαπημνο ρφημα του διανοομενου.

 * Σε πολλ κοινωνικ στρματα, η συνεδηση εναι πιο ακριβ βρος απ μια γυνακα μια μαξα.

 * Μια υπσχεση εναι δεσμευτικ στην αντστροφη αναλογα των αριθμν στους οποους δνεται.



ΕΡΓΑ:

Εξομολογσεις ενς γγλου οπιοφγου, 1821
On the Knocking at the Gate στο Macbeth, 1823
Walladmor, 1825
On Murder Considered as one of the Fine Arts, 1827
Εξγερση των Τατρων, 1837
Δετερη εργασα για τον φνο που θεωρεται ως μα απ τις καλς τχνες, 1839
Dinner Real and Reputed, 1839
Θεωρα της Ελληνικς Τραγωδας, 1840
Επιστολς του De Quincey, του γγλου οπιοφγου, σε ναν νεαρ νδρα του οποου η εκπαδευση χει παραμεληθε, 1843
The Logic of Political Economy, 1844
Suspiria de Profundis, 1845
Levana and Our Ladies of Sorrow
Σαβνα-λα-Μαρ
Joan of Arc, 1847
The English Mail-Coach, 1849
The Glory of Motion
Το ραμα του αιφνδιου θαντου
Ονειρικ Φογκα
Υστεργραφο
Αυτοβιογραφικ σκτσα, 1853


Ως μεταφραστς

"Ο μοιραος σκοπευτς" του Johann August Apel (1823)
"Ο κριος Schnackenberger· , δο δσκαλοι για ναν σκλο" του Friedrich August Schulze (1823)
"The Dice" του Friedrich August Schulze (1823)
"The Raven: A Greek Tale" του Johann August Apel (1823)
"The Black Chamber" του Johann August Apel (1823)
"Ο Βασιλις του Χιτι" του Φρντριχ γκουστ Σολτσε (1823)
"Η Λαμα: Ελληνικ Παρδοση" του Johann August Apel (1824)
"The Incognito· or, Count Fitz-Hum" του Friedrich August Schulze (1824)
"The Somnambulist" του Friedrich August Schulze (1824)
"Ανλεκτα απ το Ρχτερ" του Ζαν Πολ Ρχτερ (1824)
"The Defier of Ghosts" του Friedrich August Schulze (ημιτελς μετφραση, 1824)

Μυθιστορματα και διηγματα

Klosterheim, or The Masque (1832)
Ο Εκδικητς (1838)


Confessions of an English Opium-Eater (1821)
On the Knocking at the Gate in Macbeth (1823)
Το παλμψηστο του Μκβεθ, 2001.
Walladmor (1825)
On Murder Considered as one of the Fine Arts (1827)
Klosterheim, or the Masque (1832)
Lake Reminiscences (1834–49)
Revolt of the Tartars (1837)
The Avenger: A Narrative (1837)
The Logic of Political Economy (1844) Λογικ της πολιτικς οικονομας
Letters to a Young Man Whose Education has been Neglected
Επιστολς σε ναν νο του οποου η εκπαδευση χει παραμεληθε, 2009
The last days of Immanuel Kant
Οι τελευταες ημρες του Ιμμνουελ Καντ 1997
Suspiria de Profundis (1845)
Joan of Arc (1847)
The English Mail-Coach (1849)
Autobiographic Sketches (1853)
Confessions of an English Opium-Eater (1821)
On the Knocking at the Gate in Macbeth (1823)
Walladmor (1825)
On Murder Considered as one of the Fine Arts (1827)
Klosterheim, or the Masque (1832)
Lake Reminiscences (1834–40)
Revolt of the Tartars (1837)
The Logic of Political Economy (1844)
Suspiria de Profundis (1845)
The English Mail-Coach (1849)
Autobiographic Sketches (1853)




========================


                       ¨             Ο Εκδικητς

Γιατ µε λες δολοφνο κι χι οργ Θεο που ξεσπ στους τυρννους κι εξαγνζει τη µατοβαµµνη γη;

     Τα τροµερ γεγοντα του τους 1816, που συντραξαν την συχη πλη µας και το πανεπιστµι της στο βρειο τµµα της Γερµανας, σαν τσο ιδιατερα -χαρακτηρζονταν απ το εδος εκενο της τυφλς ορµς που αποκτ η ανθρπινη θηριωδα ταν χνει κθε φραγµ- στε θα ταν µλλον αδνατον να τα προσπερσει κανες και σγουρα αρκετ δσκολο να αντισταθε στην καταγραφ τους. Εν τοτοις, στην προκειµνη περπτωση το πραγµατικ αξιοπρσεκτο εναι το δδαγµ αυτν των γεγοντων, να δδαγµα που θα πρπει να λβουν σοβαρ υπψη τους οι µελλοντικς γενις, στην πλη τους για την βελτωση του ανθρωπνου εδους· χι µνον επειδ επισηµανει να σπουδαιτατο -πλην συγκεκριµνο- ηθικ πρβληµα, αλλ επειδ η χρησιµτητ του αφορ σε πλεστα σα κοινωνικ προβλµατα. Εναι γεγονς πως το ηθικ αυτ δδαγµα απασχλησε τις συνεδρισεις των χριστιανν βασιλων και πριγκπων, περισστερες απ µα φορς, καθς τα γεγοντα εξελσσονταν µε ραγδαο ρυθµ.  Πργµατι, καµα προηγοµενη τραγωδα -σο και βαθι και  αν τραξε µε  την ανελητη κακοδαιµονα  της  κθε φιλεσπλαχνη καρδι, κθε οικτρµον παραγνι- δεν µπορε να συγκριθε µε αυτν την σαφς υπρτερη υπθεση και δεν αξζει περισστερο την θση ενς κεφαλαου στην ιστορα των ηθν και εν γνει της κοινωνικς ζως της Γερµανας. Επιπλον, κανες δεν θα µποροσε να προβλει περισστερες αξισεις ιστορικο απ εµνα.
     Κενη την εποχ, µουν -κι εµαι ακµη- καθηγητς στο πανεπιστµιο της πλης, που εχε το θλιβερ προνµιο να γνει θατρο των εν λγω γεγοντων. Γνριζα εκ του σνεγγυς λα τα εµπλεκµενα -ετε ως θµατα ετε ως δρστες- τοµα. µουν παρν απ την αρχ µχρι το τλος και γινα αυτπτης µρτυς εκενης της µυστηριδους θελλας, που πληξε την ανποπτη πλη µας σαν τυφνας των ∆υτικν Ινδιν και απελησε σοβαρ να απορφανσει το πανεπιστµι µας, σπρνοντας αφενς την καχυποψα και αφετρου την απολτως φυσικ αντδραση της ευθαρσος αγανκτησης µεταξ των µελλν του. Και λα αυτ εν οι επαναπαυµνοι στον ετακτο βο τους αυτχθονες πολτες δεν θα αργοσαν να εκδηλσουν µια φρικτ αγωνα για την δια την ζω τους, µιαν αποτρπαιη αγωνα για ανεξιχναστους κινδνους, που αποσθρωναν το δαφος των εστιν τους. ∆εν δστασαν, οσκις οι περιστσεις το επτρεψαν, να θυσισουν ακµη και τα δια τα σπτια τους µε τους µορφους κπους, προκειµνου να µην καταρρακνει πια τις ηµρες τους ο πανικς, να µην στζουν αµα οι νχτες τους. Εµαι απλυτα ββαιος πως δεν µεινε προληπτικ µσο που να µην το λαβαν οτε τχνασµα που να µην το εφρµοσαν. ∆ετε µως το θλιβερ αποτλεσµα: σο ασφαλστεροι δειχναν οι τρποι που χρησιµοποιοσαν για να θεραπεσουν το κακ, τσο ισχυρτερος γινταν ο τρµος τους και -κυρως αυτ- τσο βαθτερο, τσο φρικττερο φνταζε το µυστριο, αφο µε λα τα προληπτικ µσα δεν κατρθωσαν να προλβουν χι µα, χι δο, αλλ δκα περιπτσεις µαζικς εξολθρευσης οικογενειν. Η φρκη, η υπρτατη παραφορ του φβου, που απλθηκε πνω απ την πλη, εναι αδνατον να περιγραφε. Τα διφορα τεχνσµατα απτυχαν για εντελς ανθρπινους λγους -η βοθεια ρθε πολ αργ, λγου χριν- δεδοµνου τι σε παρµοιες περιπτσεις -ακµη και ταν ο κνδυνος εναι εµφανστερος- κανες δεν κατορθνει να υπερβε τα ρια των συνηθειν του, στε να διακρνει µχρι πο µπορε να φτσει ο διος και οι δολοφνοι. τσι, ταν -µετ απ εξονυχιστικ ρευνα δκα διαφορετικν περιπτσεων µαζικς σφαγς- οι αστυνοµικο εδαν εµβρντητοι την υποµον τους να εξανεµζεται ηµρα µε την ηµρα, χωρς να επιβεβαινεται καµα υπθεσ τους, ταν διαπστωσαν πως παρ’ λες τις προσπθεις τους δεν εχε γνει το παραµικρ βµα, µαρτυρικς ο φβος πεσε αδιακρτως πνω στους κατοκους. Και αν αβσταχτη εναι η αγωνα µιας πλης πολιορκηµνης, που περιµνει απ ρα σε ρα να ξεσπσει πνω της η θριαµβικ λσσα του -κατ τα λλα πεπερασµνου, απτο, ανθρπινου- εχθρο, ττε τι θα µποροσαµε να ποµε για το απραντο κρτος του τρµου, που σπρνει νας σκιδης, απροσδιριστος και ακαθριστος κνδυνος στον ανθρπινο νου; Οι διοι οι αστυνοµικο, αντ να παρχουν προστασα και να εµψυχνουν τον πληθυσµ, σαν µουδιασµνοι απ τον τρµο. Η γενικ ασθηση, πως µου την περιγραψε νας εξαιρετικ προσεκτικς στις διατυπσεις του πολτης, που τον συνντησα σε κποιον πρωιν περπατο (διτι ταν κυριαρχε η ασθηση της συµφορς, καταρρουν οι φραγµο που κνουν τους ανθρπους επιφυλακτικος, και λοι µιλον µε λους ελεθερα, ακµη και στον δρµο, πως θα καναν αν τους πληττε σεισµς), µοιαζε -ακµη και στους πλον θαρραλους- µε την πνευµατικ κατσταση στην οποα περιρχεται κποιος που κοιµται ολοµναχος, ξεχασµνος απ τους φλους, και ξαφνικ ανογουν πρτες που θα πρεπε να εναι κλειστς και ξεκλειδνουν πρτες που θα πρεπε να εναι διπλοκλειδωµνες και χνονται ως κι αυτο οι τοχοι· γνωστα βραθρα καταπνουν κθε ριο και ορζοντα, κθε σηµδι· και γρω µνο ππλα αραχνοφαντα και νχτα απραντη· και γρω νας κσµος βαθι, τρισκτεινα νυχτερινς, ψθυροι απµακροι, σκοτδι που γυρεει το σκοτδι µε φων βαθι τρεµοσβηστ και στο κντρο αυτο του κσµου να λµπει η καρδι του ονειρευµενου· να λµπει και να γεννει και να σκορπζει λο εκενο το ασλληπτο χος, στο οποο κυριαρχε µα µνο δναµη, στυγν και αποτρπαια: η απλυτα κεν νδεια της σιωπς και του σκτους. Η καταδροµ του φβου, πως και οποιουδποτε λλου πθους -µα προπντων εκενου του ισχυρο συναισθµατος που βινεται µαζικ και κνει χιλιδες καρδις να χτυπον µε τον διο ρυθµ σε λες τις περιοχς µιας πλης· σκοτεινς φωτισµνες- βρσκει την ευκαιρα να ταρξει και να µεταµορφσει την ανθρπινη φση. Σοβαρς προσωπικτητες χνουν την βαρτητ τους, ηλθια τοµα αποκτον ευφρδεια και, ταν τα πργµατα φτσουν σε αυτ το κρσιµο σηµεο, το δηµσιο ασθηµα - εκπεφρασµνο µε χους, χειρονοµες, λγια ργα- αποκτ διαστσεις τις οποες καννας ξνος δεν θα µποροσε να φανταστε. Συνεπς, διθετα -απ αυτν την ποψη- το πλεονκτηµα µιας κποιας απστασης που, απ κοινο µε την κεντρικ θση την οποα κατεχα, µου εξασφλισε αφενς πλρη θα και αφετρου ακριβοδκαιη εκτµηση των γεγοντων. Θα πρπει να προσθσω πως οτε εχα οτε απκτησα στο µεταξ λλο πλεονκτηµα, το οποο θα µποροσε να µε διαφοροποισει µε οποιονδποτε τρπο απ τους υπολοπους κατοκους της πλης. µουν εξσου εξοικειωµνος µε τα µλη και της τελευταας οικογνειας της περιοχς, ετε ανκαν στα παλαι "τζκια" ετε σαν µετανστες, τους οποους ο τελευταος πλεµος εχε αναγκσει να αναζητσουν καταφγιο εντς των τειχν µας.
     τανε Σεπτµβρης 1815, ταν ο ιδιατερος γραµµατας του Ρσου διπλωµατικο, πργκηπα Μ..., µου 'στειλε το γρµµα, απ' που αντιγρφω αµσως το ακλουθο χωρο:

   "Εν ολγοις, θα επιθυµοσα να επιστσω την προσοχ σας -και µλιστα µε ρους των οποων την νταση δυστυχς δεν εµαι σε θση να διατυπσω επιτυχς- στην παρξη ενς νου για τον οποον, σµφωνα µε αποκλειστικς και απρρητες πληροφορες, ο διος ο τσρος χει εκδηλσει ιδιατερο ενδιαφρον. Συµµετεχε στη µχη του Βατερλ ως aide-de-camp [υπασπιστς] κποιου Γερµανο αξιωµατικο και οι εξαιρετικ κολακευτικς φµες τον θλουν να ανδραγθησε στην διρκεια της φρικτς εκενης ηµρας. Απ τυπικ ποψη ανκε στον αγγλικ στρατ -ως γγλος υπκοος- µα δεν τελοσε υπ τις διαταγς του. Παρ το νεαρ της ηλικας του, υπηρτησε κατ καιρος πολ διαφορετικς σηµαες, συµπεριλαµβανοµνης της δικς µας, ως µλλος της φιππης αυτοκρατορικς φρουρς. Γεννθηκε στην Αγγλα κι εναι ανεψις και πιθανς κληρονµος της τερστιας περιουσας του κµη Ε. Σµφωνα µε µιαν εξωφρενικ διδοση, η µητρα του ταν τσιγγνα ασλληπτης οµορφις, πργµα που υποτθεται πως εξηγε την µαυριτανικ απχρωση του δρµατς του, που µως δεν θα λεγα πως εναι πιο σκορο απ το δρµα αρκετν γγλων. Εν πση περιπτσει, εναι απ τα ευγενστερα δηµιουργµατα του Θεο. γνωστο µε ποιον τρπο, τσο ο πατρας σο κι η µητρα του απεβωσαν προ πολλο. κτοτε, απολαµβνει την αποκλειστικ ενοια του θεου του, που τον κρτησε στην Αγγλα µετ την αναχρηση του αυτοκρτορα0 και καθς ο προσττης πνει απ καιρ τα λοσθια, η ανληψη απ τον κυρο Ουνταµ της διαχερισης της τερστιας οικογενειακς περιουσας εναι αναπφευκτη· αν χι µεσα επικεµενη. Στο µεταξ, αγωνι να βοηθηθε στις σπουδς του. Απ πνευµατικ ποψη, εµαι ββαιος πως ανκει στις υψηλτερες τξεις του ανθρωπνου εδους, πως δεν θα αργσετε να διαπιστσετε εκ του σνεγγυς. µως η µακρ στρατιωτικ υπηρεσα και η ασλληπτα ταραγµνη ιστορα της Ευρπης µας -απ το 1805 µχρι τοδε- επδρασαν (πως καταλαβανετε) στη πνευµατικ του ανπτυξη. ∆ιτι ταν ανλαβε για πρτη φορ δρση στο ιππικ κποιας γερµανικς δναµης ταν σχεδν παιδ και δεν παψε να περν απ υπηρεσα σε υπηρεσα, καθς οι νεµοι του πολµου φυσοσαν προς πσα κατεθυνση. Στην διρκεια της γαλλικς ανβασης προς την Μσχα, πρασε στην υπηρεσα µας, και κατρθωσε να αποκτσει σηµαντικ επιρρο στα µλη της αυτοκρατορικς οικογνειας, γνωρζοντας εξαιρετικ επαγγελµατικ, προσωπικ και κοινωνικ επιτυχα. Μολατατα, δεν εναι περισστερο απ εκοσι δο ετν. σο για τα προσντα του, µιλον απ µνα τους· εναι αµτρητα και σχετζονται µε κθε πλευρ της ζως. Απ εσς ζητ µνον την γνση των Ελληνικν, πση θυσα, µε τους ρους που εσες και µνο εσες θα θσετε. Εναι διατεθειµνος να αναγνωρσει και να διευθετσει οποιονδποτε προβληµατισµ σας· δεδοµνου εναι εκ φσεως υπεθυνο τοµο. Να εστε ββαιος πως σε δκα χρνια απ τρα, θα αναπολετε µε υπερηφνεια την συνεισφορ σας στην διαµρφωση αυτο που λοι εδ στην Αγα Πετροπολη -χι µνον οι στρατιωτικο, αλλ και εµες, οι διπλωµατικο- πιστεουµε πως θα αποδειχθε σηµαντικτατος νδρας: µια σπουδαα ηγετικ προσωπικτητα µεταξ των λογων της χριστιανοσνης".

      Ακολοθησαν δο τρα γρµµατα, σπου τελικ ρυθµστηκε να εγκατασταθε ο κριος Μαξιµιλιανς Ουνταµ στο ερηµητρι µου για ναν χρνο. Η διατροφ και το υπηρετικ προσωπικ θα ταν δικ του υπθεση. Για το διαµρισµα των δκα δδεκα δωµατων που θα του παρεχα, την απεριριστη χρση της βιβλιοθκης και κποια επιπλον προνµια, τα οποα του εκχωρθηκαν µε ιδιατερη προθυµα απ τις αρχς της πλης, θα µου δινε χλιες γκινες. δη, σε νδειξη ευγνωµοσνης για την ευµεν µεταχερισ του απ τις αρχς, µου εχε στελει τρεις χιλιδες γκινες -χωρς να απαιτσει απδειξη- τις οποες παρδωσα σε δηµσια χρια, προκειµνου να διατεθον σε τοπικ εκπαιδευτικ ιδρµατα, σε φτωχος σε λλες αγαθοεργες.
     Τις τελευταες επιστολς ο γραµµατας του Ρσου διπλωµατικο µο τις στειλε απ κποια σχετικ κοντιν -λιγτερο απ ενενντα µλια- κωµπολη της Γερµανας και -δεδοµνου τι εχε στην διθεσ του µπειρους αγγελιοφρους- οι διαπραγµατεσεις προχρησαν τσο γργορα, στε η συµφωνα κλεισε πριν απ το τλος του Σεπτεµβρου. Και ταν κλεισε, εγ -που µχρι ττε δεν εχα δσει την παραµικρ πληροφορα για τα τεκταινµενα- φησα τα µανττα να κνουν ελεθερα τον γρο της πλης. Εκολα µπορε κανες να φανταστε πως µια ττοια ιστορα -δη αρκετ ροµαντικ στα βασικ στοιχεα της- δεν χρειαζταν ιδιατερη προσπθεια για να µεταδοθε ακαριαα. Πρτα πρτα, το εν λγω πρσωπο ταν γγλος και, ως γνωστν, αρκοσε το νοµ του για να διαβε νετα τα σνορα της γερµανικς ενοιας. Πσο µλλον µετ τους πρσφατους σοβαρτατους πολµους, οι οποοι κθε λλο προβληµατικο υπρξαν για τις σχσεις των γγλων µε τους Γερµανος. ∆ετερον, ταν ευγενς και µλιστα µε µεγλη παρδοση. Τρτον, υπρξε στρατιωτικς µε λαµπρ δρση στο νδοξο σµα του ιππικο, Τταρτον, ταν νος -πλην µπειρος - ρωας της φρικττερης µχης του πλαντη µας απ τον καιρ της Φαρσλου1-και περιβεβληµνος την λµψη του ευνοουµνου των αυλικν και -οπωσδποτε- των θηλυκν µελν αρκετν αυτοκρατορικν οικογενειν. Τλος (αυτ και µνο θα 'φτανε να εξασφαλσει ενδιαφρουσα θση στις καρδις των γυναικν) ταν νας Αντνοος2 αψεγδιαστου κλλους, να ελληνικ γαλµα, που 'χε εµφυσσει ζω κποιος σγχρονος Πυγµαλων3.
     Ττοια συγκντρωση χαρισµτων και ικανοττων στην µορφ ενς ανθρπου, κθε λλο παρ εχε ανγκη τις χυδαες διασφαλσεις της οικογενειακς αποκατστασης (στω και αν για πολλος η αποκατσταση αυτ ταν το επιστγασµα λων) δεδοµνου τι απολµβανε δη την φµη του κατχου µιας περιουσας, που υπερβαινε τη φαντασα οποιουδποτε περιπετειδους µυθιστορµατος την υπερβολ οποιουδποτε παραµυθιο. Απστευτη ταν η εντπωση που κανε στην λιµνζουσα κοινωνα µας. Οι γλσσες δεν κουρζονταν να σχολιζουν τον αξιοθαµαστο νεαρ γγλο, απ το πρω µχρι το βρδυ. Η φαντασα των γυναικν ταν µονµως απασχοληµνη στην κατ’ ιδαν αναπαρσταση της αβρς µορφς του.

     ταν φτασε στο σπτι µου, διαπστωσα αµσως την αλθεια µιας παρατρησης που εχα κνει πριν απ µερικ χρνια. να κοιντοπο αξωµα λει πως εναι επικνδυνο να διατηροµε υπερβολικ υψηλς προσδοκες. Η αλθεια του -τσι, γενικς και αορστως εκπεφρασµνη- εξαρτται πντα απ τις περιστσεις. Υφσταται µνον ταν και που το κρδος απ την διατρηση και την δικαωση της προσδοκας εναι µικρ.  µως  σε κθε περπτωση που  το  αναµενµενο  κρδος αποκτ εξαιρετικ ενδιαφρον, εναι φρνιµο να οδηγοµε τις προσδοκες στο υψηλτερο σηµεο τους. ,τι και αν συµβε µε τις υψηλς προσδοκες, η εκπλρωση των  λιγτερο  φιλδοξων  θα  βρει  αρκετ  χρο,  εν  εναι  ββαιο  πως  ο  απλς παρατηρητς, ελχιστα δεκτικς στις λεπτς διακυµνσεις των γεγοντων -εκτς και αν του χουν επισηµανθε απ πριν σα πρπει να περιµνει- θα αποτχει να διακρνει πσω απ την εκτυφλωτικ λµψη του προφανος. Στην προκειµνη περπτωση, η προειδοποηση που εχα δεχθε -σµφωνα µε την οποα πρεπε να περιµνω πλεστα σα- δεν ζηµωσε το αντικεµενο της προσδοκας. Οπωσδποτε, εναι ββαιο πως η προειδοποηση µε εχε θσει σε επιφυλακ. µουν τοιµος να διακρνω και να αποδεχθ ακµη και το πλον ανεπασθητο σηµδι ανωτερτητας στην παρουσα του. ∆εν χρειστηκε. Τα σηµδια σαν τσα πολλ και πολ προφαν. Υπερβαιναν οτιδποτε εχε θσει υπψη µου η εµπειρα µχρι εκενη την στιγµ. Ως εκ τοτου, οσοδποτε υψηλς και αν σαν οι προσδοκες µου, θα εκπληρνονταν αυτοµτως.
     Οι σκψεις αυτς ταξδεψαν στο µυαλ µου µε την ταχτητα του φωτς, αµσως µλις το βλµµα µου πεσε στην υπρτατη  ωραιτητα και δναµη που αναδθηκε απαστρπτουσα µπροστ µου. Αυτ η δναµη και το αδιανητο της τλειας ενσρκωσης τσου µεγαλεου - του ιδου του απολτου- ταν φυσικ να µου δηµιουργσουν πρσκαιρη ανασττωση. Βρκα την αυτοκυριαρχα µου σχεδν αµσως. Το βλµµα µου προηλθηκε επνω του µε την πρπουσα σταθερτητα. Υποκλιθκαµε ο νας στον λλον και, καθς εκενος σκωνε το κεφλι του, συνλαβα την λµψη των µατιν του: µτια απολτως ταιριαστ µε την ευγεν αρµονα του προσπου του, στρων ολλαµπρες µορφς ντυµνες τους σκιους του µεσηµεριο κι ως εκ τοτου, προορισµνα απ τη φση να στεγζουν και να εκφρζουν τις πλον γαλνιες, τις πλον λεπτς συγκινσεις. Και µως, πσην κπληξη δοκµασα ταν, την δια στιγµ, συνλαβα -µε ταραχ µλλον παρ µε οκτο- στο διο εκενο εξασιο βλµµα την σκι µιας θλψης ασµβατης χι µνον προς την νετητα, αλλ και προς οποιαδποτε ανθρπινη στενοχρια, µιας θλψης που µνον ο οστρος του θρνου τς λειπε για να ανκει σε Ιουδαο προφτη.
     Εχανε περσει πια δο µνες απ την φιξη του κυρου Ουνταµ. Γνρισε το σνολο της υψηλς κοινωνας του τπου µας και, περιττ να πω, κρδισε την ενοια λων. Στην πραγµατικτητα, ο πλοτος, η σπουδαιτητα, οι στρατιωτικς τιµς και ο λαµπρς χαρακτρας του, πως εκφρζονταν στους τρπους του, χι µνο δεν θα περνοσαν απαρατρητα σε οποιοδποτε κοινωνικ περιβλλον, αλλ θα εξασφλιζαν οπωσδποτε την υψηλτερη θση στην εκτµηση των µελν του. Ωστσο, τα πλοσια αυτ πλεονεκτµατα, υπογραµµισµνα και ενισχυµνα απ την τελειτητα της εξωτερικς εµφνισης, σαν κπως ενοχλητικ για την αυτοεκτµηση των απλν ανθρπων, δεδοµνου τι υπερβαιναν οδυνηρ το εππεδο των φιλοδοξιν που µποροσαν να αναπτξουν αυτο οι νθρωποι. Ο διος δεν ταν καθλου ακατδεκτος. Το αντθετο µλιστα. Η συµπεριφορ του ταν ανοιχτ, ειλικρινς και πηγαα ανεπιτδευτη. Η αν τον κσµο περιπετειδης ζω του, πλον του µισο της οποας εχε αναλωθε σε στρατπεδα και πεδα µαχν, εχε δσει στους τρπους του κτι απ την ευθτητα των στρατιωτικν. µως η εµφανς µελαγχολα που τον διακατεχε, ποια και αν ταν η πηγ της, συγκρατοσε οπωσδποτε τον φυσικ αυθορµητισµ που υπονοοσε το παρουσιαστικ του, µη µνο στις περιπτσεις που τον αναζωογονοσαν τα αισθµατα της φιλας και του ρωτα. Εν πση περιπτσει το αποτλεσµα ταν η δηµιουργα κποιου εδους αµηχανας και δυσφορας στους λλους. Οι φωνς παυαν χαµλωναν απτοµα ταν  εµφανιζταν  κπου.  Επικρατοσε  ξαφνικ  νεκρικ  σιωπ.  Τα  βλµµατα απφευγαν την µορφ του τρεµπαιζαν τολµα για µια στιγµ πνω του και στερα χαµλωναν, αναζητντας δοδο προς τα σπλχνα της γης. Οι νεαρς κυρες χαναν προς στιγµν την ικαντητ τους να αρθρσουν οτιδποτε λλο απ µερικς ακατληπτες συλλαβς συγκεχυµνους ψιθρους. Πργµατι, η επισηµτητα των πρτων συστσεων και η πλρης απουσα κθε πιθαντητας να δηµιουργηθε φιλικ περιβλλον, κανε αυτς τις σκηνς πραγµατικ οδυνηρς για λους, σοι συµµετεχαν ετε ως πρωταγωνιστς ετε ως απλο παρατηρητς. Ορισµνως, η συγκεκριµνη ατµσφαιρα δεν ταν αποτλεσµα της περσσιας της ανδροπρεπος - και οπωσδποτε ηρωικς- οµορφις του, αλλ των πολλν και εξαιρετικν χαρισµτων τα οποα βρσκονταν στο κντρο εκενης της προσωπικτητας· χαρσµατα οφειλµενα χι στην τχη αλλ στην φση. Σηµαντικ συνβαλαν επσης η εµφανς µελαγχολα και η κθε λλο παρ ενθαρρυντικ σοβαρτητα, που -πως δη ανφερα- χαρακτριζαν την συµπεριφορ του κυρου Ουνταµ. Υπερνω λων µως στεκταν το αξεδιλυτο µυστριο που περιβαλε εκενη την µελαγχολα.
     Υπρξαν ραγε εξαιρσεις στην αµηχανα που προκαλοσε το τροµακτικ εκενο δος; Ναι, υπρξε τελικ µα καρδι, που υποκπτοντας στα θλγητρα του ισχυροτρου των παθν, απβαλε κθε χνος επιφλαξης και ψυχρτητας. Εν λοι οι λλοι παρµεναν δσµιοι των ζοφερν συναισθηµτων που ενπνεε η παρουσα του κυρου Ουνταµ, η Μαργαρτα Λµπενχαµ απρριπτε µε κπληξη κθε ενδεχµενο να ευθυνταν εκενος για την κατσταση. Αµφιβλω αν υπρξε ποτ πιο µεγαλειδης αµοιβαα κατκτηση νεανικν καρδιν, αν εκδηλθηκε ποτ βαθτερη και πλον ακαριαα συµπθεια. ∆εν υπρξα µρτυς της πρτης συνντησης του µυστηριδους Μαξιµιλιανο µε την εκθαµβωτικ Μαργαρτα και ως εκ τοτου δεν µπορ να γνωρζω πτε εκδηλθηκαν εκ µρους της εκενο το ανεπασθητο τρµισµα και εκενη η αµηχανα, που κατθλιψαν το πλθος των αντιζλων της. Θα πρπει µως οι αντιδρσεις της -αν φυσικ υπρξαν- να γιναν αµσως αντιληπτς απ τον νο· εκδοχ η οποα θα µποροσε να ερµηνεσει -πραν κθε αµφιβολας- την πρθυµη υποταγ της ψυχς του, την νευ ρων παρδοση της καρδις του. Στην τρτη συνντησ τους µουν παρν. Κθε σκι αµηχανας εχε πλον εξαφανιστε· εκτς σως  απ  τον λεπτασθητο  εκενον  δισταγµ  που συνοδεει τον παθητικ θαυµασµ. Η Μαργαρτα δινε την εντπωση πως βρισκτανε στην αυγ ενς νου κσµου, του οποου την παρξη δεν υποψιαζταν καν ανµεσα στις δυναττητες της ανθρπινης εµπειρας. να πουλκι ταν, να πουλκι που δεν γνριζε ακµη τις δυνµεις του, µαθο απ πτσεις και αιωρσεις· καµι πνο αρα δεν εχε αποδειχθε, µχρι στιγµς, ικαν να στηρξει τις φτερογες της, να υποθλψει την εκδλωση των νωθρν ακµη ενστκτων της. Εκενος, απ την πλευρ του, βρισκταν για πρτη φορ αντιµτωπος µε την πραγµατοποηση των ονερων του, των ονερων που, µχρι εκενη την στιγµ, οι βαθτερες σκψεις του -οι βαθτεροι φβοι του εν τλει- σχεδν τον διαβεβαωναν πως θα αποδεικνονταν χµαιρες, πως δεν θα συναντοσε ποτ µια γυνακα τοιµη να ανταποκριθε στα αιτµατα της καρδις του. Και να που τρα βρισκταν µπροστ σε µια πραγµατικτητα απλυτα διατεθειµνη να τον υπηρετσει, µπροστ σε µια πραγµατικτητα που δεν απαιτοσε την παραµικρ προσπθεια εκ µρους του.
     Στο εξς, ευτυχα και µνο ευτυχα συνδευε την να αυτν συνοµολγηση. Ελχιστοι σαν εκενοι που εχαν προβλψει µια ττοια εξλιξη. Οι υπλοιποι δεν µπρεσαν καν να την φανταστον, πως δεν µπρεσα και εγ ο διος να φανταστ την δυσοωνη πλρη µεταστροφ της φσης του Φερδιννδου φον Χρελσταν. Το εν λγω τοµο ταν γιος ενς Γερµανο βαρνου µε καλ νοµα αλλ µικρ περιουσα, ο οποος αφο υπηρτησε ως µισθοφρος στον πρωσικ στρατ, κατρθωσε να κερδσει την ενοια του βασιλι και των ανωτρων αξιωµατικν, γεγονς που τον κανε να ελπζει πως -αν λα πγαιναν καλ- θα µποροσε να εξασφαλσει κποιαν αξιλογη θση στον πολυαγαπηµνο µοναχογι του, στου οποου την αφοσωση και την τρυφερτητα στριζε την γαλνη των γηρατειν του. Εξλλου, ο Φερδιννδος κατεχε ιδιζουσα θση στην καρδι του: τα χαρακτηριστικ του ανσυραν απ την αιθρα µνµη του βαρνου την πολτιµη και ολοζντανη µορφ εκενης της αγγελικς συζγου, που σβησε εν δινε ζω στο τρτο παιδ τους, στο µοναδικ που επιβωσε. Η αγωνιδης µριµνα να σπουδσει ο γιος αυτς την επιστµη των µαθηµατικν, τη οποα αποκτοσε -χρνο µε τον χρνο- λο και περισστερο ενδιαφρον για το πυροβολικ λων των στρατν της Ευρπης, αλλ και η επιθυµα του να του εξασφαλσει κποια κλασικ µρφωση, την οποα µε πολλ θλψη εχε στερηθε στην διρκεια της δικς του στρατιωτικς υπηρεσας, οδγησαν τον βαρνο στην επιλογ του ιδρµατς µας. Εδ φοτησε επ επτ χρνια ο Φερδιννδος, ο οποος συµπλρωνε τρα το εικοστ τρτο τος της ηλικας του. Τα πρτα τσσερα χρνια µενε µαζ µου και ταν ο µοναδικς φοιτητς που εχα - θελα να χω- µχρι τη στιγµ που η οµολογουµνως εξαιρετικ προσφορ του νεαρο µλους της ρωσικς αυτοκρατορικς φρουρς µε πεισε να µεταβλω την απφασ µου. Ο Φερδιννδος φον Χρελσταν εχε αρκετ χαρσµατα -µπορε χι αξιοθαµαστα, αλλ τουλχιστον αξιπαινα- ευχριστο χαρακτρα και σπνια ευγνεια τρπων, στε να µε προδιαθτει να τον συστνω παντο και να γνεται αµσως συµπαθς σε λους. Σε λους, εκτς σως απ εκενο -το µοναδικ στον κσµο πρσωπο- στου οποου την συµπθεια προσβλεπε κατ’ αποκλειστικτητα. Η Μαργαρτα Λµπενχαµ -αυτν αγαποσε, χρνια πολλ, µε λη την θρµη της πυρπολοµενης απ το πθος καρδις του- ταν για εκενον το µοναδικ πλσµα, χριν - µε εντολ- του οποου θα µποροσε να πεθνει. Απ την πρτη στιγµ, νοιωσε πως το πεπρωµνο του βρισκταν στα χρια της, πως εκενη διηθυνε τον καλ τον κακ δαµονα της ζως του.
     Στην αρχ -και σως στο τλος- µου προκαλοσε να βαθτατο ασθηµα οκτου, το οποο δεν ργησε να αναµειχθε µε κποιο επσης βαθ ασθηµα εκτµησης. Πριν την φιξη του κυρου Ουνταµ εχε επιδεξει σθνος, αν χι πραγµατικ µεγαθυµα. Εν τοτοις, δεν νοµζω να υπρξε στον κσµο ταχτερη και επαχθστερη περπτωση µεταστροφς µιας ευγενος φσης. Εµαι απλυτα πεπεισµνος πως δεν εχε καν υποπτευθε την δραµατικ νταση του πθους του. Η µοναδικ  διξοδς  του  ταν  να  εγκαταλεψει  την  πλη  και  να  καταφγει  στην µοναχικ ενασχληση µε διφορα ζητµατα φιλοσοφικο επιστηµονικο ενδιαφροντος. µως δεν µε κουγε περισστερο απ οποιονδποτε υπνοβτη, οποιονδποτε ονειρεεται µε τα µτια ανοιχτ.  Κποτε δειχνε να βγανει ξαφνιασµνος, σχεδν τροµαγµνος, απ κποιο ονειροπληµα. Κποτε εκδλωνε κρσεις µανας· οργιζταν, διαπληκτιζταν µε κποιο αρατο πρσωπο, παρακαλοσε, εκλιπαροσε, και εντλει το απειλοσε. Κποτε  δειχνε  να ονειροπολε και ξαφνικ τρµαζε, αναπηδοσε στο κθισµ του. Κποτε αποσυρταν σε συχες γωνις, µονολογοσε ψιθυριστ και επιδιδταν σε εµφανς θρηνητικς εκφρσεις και χειρονοµες φηνε να του ξεφγουν επιφωνµατα και αποσπασµατικς φρσεις παραπνων, που θα καναν και την πλον απαθ ψυχ να συγκινηθε. Πς να µην κωφεει, λοιπν, στα λγια του µοναδικο πρακτικο συµβολου που διθετε; Σαν το πουλ ταν, που το υπνωτζει ο κροταλας και στκει εκε, παντελς ανκανο να συγκεντρσει τις δυνµεις µε τις οποες το προκισε η φση, στε να ξεφγει πετντας.
 -"Φγε σο εναι ακµη καιρς!" του επαν οι λλοι, µα κι εγ ο διος, φοβοµενος -εξ σων βλεπα να διαδραµατζονται δη- κποια πολ χειρτερη κατσταση, κποια φρικτ καταστροφ.
 -"Και µη εισενγκης ηµς εις πειρασµν!" κουσα θελ µου να του λει αυστηρ ο εξοµολογητς (διτι, αν και Πρσοι, οι φον Χρλενσταν σαν καθολικο). "Και µη εισενγης ηµς εις πειρασµν! Αυτ πρπει να εναι η καθηµεριν µας προσευχ στον Κριο. Λοιπν, µην µπανεις, τκνο µου, σε πειρασµ· µην επιµνεις σε αυτν την πολιορκα. χι, χι! Εναι σαν να πειρζεις τον διο τον πειρασµ. ∆οκµασε τα πλεονεκτµατα της απουσας. νας µνας αρκε".
     Ο ξιος ιερωµνος θλησε να προσθσει κποιον αριθµ µετανοιν, οι οποες θα διασφλιζαν τα θετικ αποτελσµατα της απουσας, µα αναγκστηκε να υποχωρσει, γιατ κατλαβε πως απλς θα προσθεταν την πνευµατικ ανυπακο στα υπλοιπα αµαρτµατα του νου. Φανεται πως ο Φερδιννδος το παρατρησε αυτ· γιατ επε:
 -"γιε πατρα! Μην κνεις την προσπθει σου να µε αποµακρνεις απ τον πειρασµ χηµα µιας πιθανς εξγερσς µου ενντια στην Εκκλησα. Μην σπρνεις τον δρµο µου µε παγδες. Εναι δη σπαρµνος".
     Ο γρων αναστναξε κι δωσε τλος στην εξοµολγηση, µα η δουλει εχε δη γνει. Αναφωνντας "Φτνει πια!" το ελφι -πληγωµνο εξσου απ τον οκτο, την συµπθεια, τις συµβουλς, την παρηγορι και την περιφρνηση- τρεξε να χαθε στις ερηµις. Κατφευγε συχν σε ερηµικ σηµεου του δσους. Αναχωροσε πντα µε καλ σκοπ και πρθεση να παραµενει εκε για αρκετς ηµρες, πως λπιζα και προσευχµουν να γνει, µως -ο δυστυχς!- κθε φορ που επστρεφε στα ληµρια της καθηµαγµνης ευτυχας και των θαµµνων ελπδων του, µοιαζε λο και περισστερο µε ναυγιο του εαυτο του. Κποτε κουσα ναν εξαιρετικ διεισδυτικ στην παρατρηση των ανθρπων καλγερο -του οποου το µοναστρι βρισκταν κοντ στις πλες της πλης- να λει:
 -"Κποιος εναι τοιµος να δσει και να πρει δυστυχες. ∆εν θα αργσει ο καιρς που θα τον δοµε µπλεγµνο σε µεγλη καταστροφ. Θα εναι αβσταχτη η συµφορ. Θα µενει αξχαστο το αµρτηµα αυτ".
     τσι εχανε τα πργµατα, ταν ο µνας Γενρης δευε προς το τλος κι ο καιρς επιδεινωντανε µρα τη µρα. ∆υνατο νεµοι, που περνιαζαν µχρι το κκκαλο, µανονταν στα στεν σοκκια της πλης µας. Ωστσο, το πνεµα των κοινωνικν απολασεων επβαλε την απεθεια στις µπρες που συγκλνιζαν τους αρχαους δρυµος µας. Συνβαινε το συµβολιο της πλης µας να αποτελεται αποκλειστικ απ εµπρους και ως εκ τοτου τα µουσαφιρλκια διναν κι παιρναν, παρ’ λλη περπτωση. Γιατ, λγοι υπηρεσιακο επβαλαν σε κθε σµβουλο να οργαννει δο χοροεσπερδες τον χρνο. Κι ταν τσο ενθουσιδης η µιλλα, στε πλον του τετρτου του τους να δαπανται σε παρµοιες διασκεδσεις. σο για την ποιτητα εκενων των χοροεσπερδων... Τα πντα σαν ψογα, δεδοµνου τι η πολυτλεια δεν ταν υπθεση προσωπικς νεσης του συµβολου, αλλ σπουδαιτατο ζτηµα υπηρεσιακο κρους και νδειξης σεβασµο προς την πλη. Εννοεται πως τσο το υψηλ πνεµα των εξαµηνιαων αυτν χορν σο και η περιοχ της πλης στην οποα δνονταν -εκε που κθε ευγενς ξνος αντιµετωπιζταν ως επιφανς προσκεκληµνος- καθιστοσαν βρη προς την φιλξενη κοιντητα κθε παρληψη στον κατλογο των προσκεκληµνων, αλλ και κθε ενδεχµενη ρνηση εκ µρους του προσκαλοµενου.
     Μ' αυτν τον τρπο, ο φρουρς του Ρσου αυτοκρτορα γνρισε αρκετς απ τις οικογνειες, οι οποες σε λλη περπτωση δεν θα µποροσαν καν να διανοηθον ττοια τιµ. Εκενο το απβραδο της εικοστς δευτρας Ιανουαρου του τους 1816, λος ο καλς -και επορος- κσµος της πλης απολµβανε τα πλεονεκτµατ του κτω απ την φιλξενη στγη ενς εµπρου µε καρδι πργκιπα. Η χοροεσπερδα ταν εξασια απ κθε ποψη και σηµεωσα ιδιαιτρως πως η µουσικ ταν η καλτερη που εχα ακοσει τα τελευταα χρνια. Ο οικοδεσπτης βρισκταν στην πλον ευρεστη των διαθσεων: υπερφανος για την σπουδαα συντροφι που δεξιωνταν, ευτυχς µε την ευτυχα που αππνεαν παντες και εκστασιασµνος µε την αγαλλασ τους. Εθυµος ταν και ο χορς, εθυµα τα πρσωπα που αντκρισα µχρι τα µεσνυχτα, αµσως µετ την αναγγελα του δεπνου. Και νοµζω πως -µχρι στιγµς- δεν τυχε να ξαναδ πιο εθυµο τραπζι. Ο κπαγλος φρουρς παρουσαζε µιαν λως εντυπωσιακ εικνα. Ακµη και η συνθης µελαγχολα του εχε υποχωρσει. Και πς θα µποροσε να συµβανει διαφορετικ; ∆πλα του καθταν η Μαργαρτα Λµπενχαµ, κυριολεκτικ κρεµασµνη απ τα χελη του- εκτυφλωτικ, µαγευτικ σο ποτ. Εκε την βαλε να καθσει ο οικοδεσπτης· και λοι γνριζαν γιατ. Πρκειται για µιαν απ τις πολυτλειες που µπορε να απολασει ο ρωτας. Οι κριοι παραχρησαν τις θσεις τους και οι κυρες παραµρισαν. Ακµη και αυτ η δια γνριζε -κατοι δεν ταν καθλου υποχρεωµνη να γνωρζει- τον λγο για τον οποο βρθηκε να κθεται σε κενη τη γειτονι. Ως εκ τοτου, πρε αµσως την θση της, αν χι µε µγουλα κατακλεισµνα απ το αρµζον ρδινο, τουλχιστον µε την καρδι πληµµυρισµνη απ ευτυχα.
     Ο φρουρς εκβιστηκε να αξισει το χρι της για τον επµενο χορ, πρταση την οποα εκενη σπευσε να αποδεχθε, φροντζοντας να κρυφτε την κατλληλη στιγµ απ κποιο πρσωπο που δειχνε να κινεται προς το µρος της. Η µουσικ ρχισε πλι να σκορπζει κµατα ηδυπθειας στα ζωηρ σκιρτµατα της νετητας. Φσηξε πλι ο νεµος της ευθυµας και φοσκωσε τα πανι της γοργοτξιδης νχτας, που ρχτηκε ακµατη προς την ευτυχα. Πραγµατικ, λοι σαν ευτυχες. ∆εν εχε τελεισει ο πρτος χορς, δεν εχαν καν προλβει να σταµατσουν λοι τα λικνσµατ τους (ορισµνοι κρµονταν ακµη απ τα µπρτσα των συνοδν τους, δνοντας µλις τλος σε κποιο εξαιρετικ χορευτικ σχµα) ταν ξαφνικ -Ω Ουρανο!- τι ουρλιαχτ σαν εκενα και τι συνωστισµς!
     Τα µτια στρφηκαν προς τις πρτες. Τα βλµµατα γρεψαν µε σπουδ να διακρνουν τι συνβη. µως, απ στιγµ σε στιγµ, ο συνωστισµς µεγλωνε και σο το βλµµα αδυνατοσε να διαλευκνει την κατσταση, λλο τσο η ακο περιπιπτε σε απορα, η οποα ενισχυταν απ τα ουρλιαχτ που ακολουθοσαν το να το λλο. Η δεσποινς Λµπενσταν πλησασε τον κκλο που σχηµτιζαν οι συνωθοµενοι συνδαιτυµνες. Το ασγκριτα υπρτερο ανστηµ της την κανε να ξεχωρζει απ τις υπλοιπες γυνακες και της εξασφλιζε απεριριστη θα. Στο κντρο του απροσδκητου εκενου συνωστισµο βρισκταν µια χωριατοπολα, στης οποας την θα εχε συνηθσει τους τελευταους µνες. Εχε λθει πρσφατα στην πλη και ζοσε µε τον µπορο θεο της, οτε δκα σπτια µακρτερα απ την κατοικα της Μαργαρτας, εν µρει ως συγγενς και εν µρει ως παρακρη. Την στιγµ εκενη κατρρεε απ την διγερση και την δριµτητα του κλονισµο που υπστη. Ο πανικς την εχε αλσει πλρως κι οι αισθσεις της την εγκατλειπαν µε λυγµος στον µο κποιου κυρου, ο οποος κατβαλε απεγνωσµνες προσπθειες να την συνεφρει. Οι συγκεντρωµνοι, οι περισστεροι εκ των οποων συνχιζαν να αγνοον τον λγο της αιφνδιας διακοπς, εχαν βουβαθε απ τον τρµο που σπειρε η µορφ της χωριατοπολας. Ωστσο, ορισµνοι απ εκενους που εισπραξαν τα πρτα ντροµα τραυλσµατ της, αντιλαµβανµενοι το µταιο κθε προσµονς για περεταρω εξηγσεις, επιχειροσαν τρα µια θορυβδη ξοδο απ την αθουσα του χορο, προκειµνου να διερευνσουν προσωπικς και επ τπου το λο ζτηµα. Η απσταση δεν ταν µεγλη και, πριν περσουν πντε λεπτ, κποιοι επστρεψαν τρχοντας, για να κραυγσουν στο πλθος των συγκεντρωµνων κυριν πως αυτ που πσχιζε να τους πει το κορτσι ταν αλθεια. Και ποια ακριβς ταν αυτ η αλθεια; Πως παντα τα µλη της οικογενεας  του θεου της, κυρου Βισχαουπτ, εχαν δολοφονηθε, πως δεν εχε ξεφγει κανες· τοι: ο διος ο κριος Βισχαουπτ και σζυγς του -οι οποοι αν και δεν εχαν συµπληρσει το εξηκοστ τος της ηλικας τους σαν εξαιρετικ καταβεβληµνοι- δο ανπανδρες αδελφς της κυρας Βισχαουπτ, σαρντα και σαρντα εξ ετν, και µα γηραι υπηρτρια.
     Κι εν οι αφηγητς µετφεραν το θατρο της φρκης στην µλις πριν λγο σφζουσα απ ευθυµα αθουσα, συνβη κτι, που δωσε λαβ σε πολλαπλ σχλια, παρ την νταση µε την οποα εχε δη αιχµαλωτσει την σκψη των συγκεντρωµνων η πρωτοφανς σφαγ. Ορισµνες κυρες λιποθµησαν στο κουσµα της τροµερς εδησης. Μεταξ αυτν και η δεσποινς Λµπενχαµ, η οποα θα εχε σωριαστε στο πτωµα, αν ο Μαξιµιλιανς δεν την ρπαζε εγκαρως στα χρια του. Η να απεχε πολ απ το σηµεο της ανκτησης των αισθσεν της, βυθισµνη στην αγωνα της κατπληξης η οποα µε τση δριµτητα την εχε καταλβει, ταν εκενος σκυψε και φλησε τα κτωχρα χελη της. Το θαµα αυτ ξεπερνοσε τις αντοχς κποιου, που στεκταν λγα βµατα πσω απ την µικρ συντροφι. Στα µτια του στραψε το εκτυφλωτικ βλµµα του τγρη και ρµησε, καταφρνοντας να ισχυρ κτπηµα στον Μαξιµιλιαν. ταν ο δυστυχς µανιακς φον Χρελσταν, ο οποος εχε εξαφανιστε στο δσος την τελευταα εβδοµδα. Αρκετο απ τους παρευρισκοµνους κινθηκαν προκειµνου να συγκρατσουν εγκαρως το χρι του, το οποο εχε δη ορθωθε µε σκοπ να επαναλβει το κτπηµα. νας δο κατφεραν να τον αναχαιτσουν και να τον οδηγσουν µακρι απ το θατρο της εντσεως. σο για τον Μαξιµιλιαν, ταν τσο απορροφηµνος, στε δεν αντιλφθηκε καν την προσβολ που δχθηκε. ταν η Μαργαρτα αννηψε, εξεπλγη απ το µγεθος της ανασττωσης που εχε προκαλσει η λιποθυµα της και -πως δεν χασαν την ευκαιρα να παρατηρσουν οι σεµντυφοι- αντλλαξε να πλρες ρωτος βλµµα µε τον Μαξιµιλιαν, το οποο ουδλως επτρεπε η περσταση. Αν αναφρονταν στον δηµσιο χαρακτρα της περστασης, θα πρεπε οπωσδποτε να εκτιµσουν το γεγονς πως χαρακτηριζταν επσης και απ υπερβολικ νταση. Αν µως υπονοοσαν τα φρικτ γεγοντα που εχαν προηγηθε, θα πρεπε να γνωρζουν πως καµα περσταση δεν εξωθε µε περισστερη δναµη την ανθρπινη καρδι σε τρυφερτητες και ερωτικς εκµυστηρεσεις, απ τις σκηνς του βαθτατου τρµου. Το διο εκενο βρδυ διεξχθη ανκριση ενπιον των συµβολων, η οποα µως δεν κατφερε να διαλσει το βαθ σκοτδι που κλυπτε τα γεγοντα. Ωστσο, λες οι υποψες στρφηκαν στο πρσωπο κποιου νγρου, ονµατι Ααρν, τον οποον η οικογνεια απασχολοσε περιστασιακ για τις χαµαλοδουλεις, και ο οποος τυχε να βρσκεται στο σπτι λγο πριν διαπραχθον οι φνοι. Οι περιστσεις σαν ττοιες, στε να επικρατσει πραγµατικ σγχυση στο ζτηµα της ενδεχµενης ενοχς του. Ο τρπος µε τον οποο υπερσπιζε τον εαυτ του, και η συµπεριφορ του εν γνει, χαρακτηρζονταν απ την πλον ψυχρ -χι, χι- την πλον σαρκαστικ αδιαφορα. Το πρτο πργµα που κανε, ταν του γνωστοποιθηκαν οι υποψες που βραιναν το πρσωπ του, ταν να ξεσπσει σε ναν θηριδη γλωτα, ο οποος φνηκε σε λους εγκρδιος και προ πντων ανεπιτδευτος. πειτα αξωσε να του πουν για ποιον λγο νας τσο φτωχς νθρωπος θα φηνε ανπαφο τον πλοτο που κατκλυζε το σπτι: χρυσ εκκρεµ, πολτιµα σερβτσια και χρυσς ταµπακρες. Το επιχερηµα αυτ του δωσε κποιο προβδισµα. Μα χι για πολ. νας εκ των συµβολων τον ρτησε πς συνβαινε να γνωρζει τι τα πολτιµα αντικεµενα του σπιτιο παρµεναν ανπαφα. Αυτ ταν η αλθεια, µια αλθεια που σπειρε µλλον τον τρµο παρ την σγχυση ανµεσα στους συµβολους, ταν κατ την διρκεια της επιτπιας ρευνας, διαπστωσαν πως πλθος οικιακ,  διακοσµητικ και προσωπικ πολτιµα αντικεµενα παρµεναν ανπαφα στις συνθεις θσεις τους.
      Κι µως τανε τσο εκολο να αρπαχθον ακµη κι απ τον πιο βιαστικ εισβολα. Ιδως εκενος ο χρυσς και διακοσµηµνος µε ευµεγθεις πολτιµους λθους σταυρς, θα µποροσε να αποτελσει λφυρο ανυπολγιστης αξας. Και µως ταν ανπαφος, αν και σε περοπτη θση, σε να µικρ αδαµαντοποκιλτο εικονοστσιο, ργο της πρεσβυτρας των ανπανδρων αδελφν. Επρκειτο για να οµοωµα ιερο - εξαιρετικ ως διακοσµητικ αντικεµενο- εφοδιασµνου µε τα πολυτιµτερα υλικ και µικροαντικεµενα, που θα µποροσαν να χρησιµεσουν σε µιαν ιδιωτικ θεα λειτουργα. Ο εν λγω σταυρς, πως και ο λοιπς εξοπλισµς του µικρο εικονοστασου, δεν εναι δυνατν να µην γινε αντιληπτς απ -τουλχιστον ναν- δολοφνο. Γιατ η πρεσβτερη αδελφ, στην προσπθει της να διαφγει, αρπχτηκε απ τα χρυσ υποστυλµατα του εικονοστασου, αναζητντας σως βοθεια απ τον ιερ σταυρ. Σε αυτν την στση την βρκαν οι σµβουλοι, ταν νοιξαν την πρτα του σπιτιο: να κρατ µε το να χρι το χρυσ υποστλωµα του εικονοστασου, προς το οποο εχε στραµµνο το εναγνιο βλµµα της. Και στο υπροχο µωσακ δπεδο, που απλωνταν σε λο το δωµτιο, ξεχριζαν τα πατµατα του δολοφνου, τα οποα δηµιοργησαν προς στιγµν την ελπδα  πως θα µποροσαν να οδηγσουν στον εντοπισµ ενς τουλχιστον εκ των δολοφνων. Η εξτασ τους δεν ταν  σο εκολη δειχνε µε την πρτη µατι. Τα τµµατα των ιχνν που βρσκονταν επνω στις µαρες ψηφδες σαν λιγτερο ευδικριτα απ τα τµµατα που βρσκονταν επνω στις λευκς λλου χρµατος. Το µνο ββαιο ταν πως δεν ανκαν στον ποπτο νγρο. Εχαν πολ διαφορετικ σχµα και σαν σαφς µικρτερα, δεδοµνου τι ο Ααρν εχε, λγο ως πολ, κολοσσιαες διαστσεις. σον αφορ τα δο επµαχα ερωτµατα· πς µποροσε, δηλαδ, να γνωρζει την κατσταση στην οποα βρθηκε το εσωτερικ της κατοικας, αλλ και πς ταν τσο ββαιος τι δεν διαπρχθηκε η παραµικρ κλοπ, ο διος ισχυρστηκε πως βρισκταν ανµεσα στο πλθος που εισβαλε στον τπο της σφαγς µε τους συµβολους. Η ριστη γνση τς κατστασης που παρουσαζαν υπ κανονικς συνθκες οι οικιακο χροι, του επτρεψε να διαπιστσει µε την πρτη µατι πως τα πολτιµα αντικεµενα -ακµη και εκενα που προσφρονταν νετα στην θα οποιουδποτε διαρρκτη- παρµεναν στις θσεις τους. τσι, πριν οι σµβουλοι εκδιξουν απ τον χρο τον συγκεντρωµνο χλο, εκενος πρλαβε να δει αρκετς λεπτοµρειες. Επιπλον, εχε ακοσει τους αξιωµατικος, που τον οδγησαν ενπιον του συµβουλου, µα και τους συγκεντρωµνους σε λη την διαδροµ, να σχολιζουν το κρως µυστηριδες γεγονς πως οι αιµοσταγες δολοφνοι φησαν ανπαφα τσον χρυσ, τσο ασµι, τσα κοσµµατα.
     Χρειστηκαν περπου εξ εβδοµδες, για να αφεθε ελεθερος ο νγρος, µετ απ µιαν εξαιρετικ θορυβδη συνεδραση του συµβουλου της πλης. Στο µεταξ συνβησαν και λλα γεγοντα, χι λιγτερο φρικιαστικ και µυστηριδη. Στην περπτωση της πρτης πολλαπλς δολοφονας, µπορε το κνητρο να ταν σκοτειν, ακατανητο, αλλ η µθοδος δεν διθετε τποτε αξιοπερεργο. Κοινο, κατ τα φαινµενα δολοφνοι,  µε κοιντατα  µσα, εχαν επιτεθε  σε µιαν ανποπτη και πλρως αβοθητη οικογνεια. Τους δισπασαν και πληξαν τον καθναν ξεχωριστ πριν κατορθσει να διαφγει (µνο να απ τα µλη της οικογενεας εχε φτσει µχρι την εξπορτα). Η υπθεση δεν δινε λαβ σε καµα απορα· εκτς ββαια απ το ανεξιχναστο κνητρο. µως οι περιπτσεις που ακολοθησαν µελε να εισγουν πλεστα σα σκοτειν ερωτηµατικ στην πρτη εκενη. Τρα κανες δεν εχε την παραµικρ δικαιολογα να συλληφθε απροετοµαστος· και µως, καθς οι τραγωδες ρχισαν να διαδχονται πυκν η µα την λλη, δεν µποροσαµε παρ να παραδεχθοµε -κατ’ ιδαν στις λλοτε πνθιµες και λλοτε σκυθρωπς ως και ντροµες συντροφις µας- πως λα ανεξαιρτως τα θµατα εχαν συλληφθε σε να εδος λθαργου, παρµοιου µε εκενον που χαρακτηρζει την αποπληξα. Η ρα η δωδεκτη η κατασκτεινη του δους και του µυστηρου µοιαζε να πλησιζει στις δη οµιχλδεις σκψεις µας.
     Εχανε περσει κιλας τρεις εβδοµδες απ τη µαζικ σφαγ στο σπτι του κυρου Βισχαουπτ· τρεις συγκλονιστικς εβδοµδες, που µοις τους δεν εχα ξαναδε στην αποµεµακρυσµνη εκενη πλη. Νιθαµε απλυτα αποµονωµνοι, στερηµνοι την παραµικρ δυναττητα επικοινωνας µε τον υπλοιπο κσµο. δεδοµνου τι η πλησιστερη πλη βρισκταν σε απσταση που καθιστοσε αδνατη οποιαδποτε µεση επαφ. Η κατσταση δεν ταν καθλου συνηθισµνη. Αν υποθσουµε πως κυκλοφοροσαν ανµεσ µας επδοξοι ληστς, οι πιθαντητες να πσει κποιος απ εµς θµα των αρπακτικν διαθσεν τους σαν τσο µικρς, στε δεν απασχολοσαν οτε τους πλον τολµους, εν και µνο η σκψη ενς ττοιου ενδεχοµνου απελευθρωνε στο νευρικ σστηµα των νεαρν, θερµαιµων και ιδιατερα ανθεκτικν στα συνθη προβλµατα της ζως πολιτν, ηδονικς θελλες ντασης. µως οι δολοφνοι, οι αδστακτοι, φρικτο και περιβεβληµνοι το απλυτο σκοτδι του µυστηρου δολοφνοι, υπερβαιναν τις αντοχς κθε οικογενεας, σο τολµηρ και αν σαν τα µλη της. Κι αν αυτο τοτοι οι δολοφνοι προσθεταν στα υπουργµατ τους την κλοπ, θα σαν τουλχιστον λιγτερο επφοβοι. Εννα στους δκα θα εχαν, τρπον τιν, διαγραφε απ τον κατλογο των υποψηφων θυµτων, εν οι αρκοντως πλοσιοι, γνωρζοντας το ενδεχµενο να δεχθον επθεση, θα ανθεταν στα δια εκενη πλοτη, τα οποα τους καθιστοσαν ευλωτους, το ργο  της εξερεσης  ικανν φυλκων. µως, στην προκειµνη περπτωση, δεν γνριζε κανες τι ταν εκενο που εξερθιζε τους δολοφνους. Ακµη και οι πλον προικισµνοι µε φαντασα κατθεταν τα πλα µπροστ στο µταιο της προσπθειας να καθοριστον οι λγοι για τους οποους οι δστυχοι Βιστχαουπ γιναν αντικεµενα τσου µσους. Πραγµατικ, χαρακτηρζονταν απ αρκετ θρησκευτικ µισαλλοδοξα -η οποα υποδλωνε πνευµατικ νωθρτητα- µως αυτ το χαρακτηριστικ δεν εχε στενοχωρσει ποτ κανναν.
     Ορισµνοι µλιστα το επαινοσαν. Πραγµατικ, το φιλνθρωπο πνεµα τους ταν περιορισµνο και εκλεκτικ, µα οι ανκοντες στην δια µε αυτος θρησκευτικ οµδα τος θεωροσαν γενναιδωρους και -καθς τα εισοδµατ τους υπερβαιναν κατ πολ τις ανγκες τους τλος πντων καθς ο ιδιατερα ασκητικς βος τους δεν φηνε περιθρια για υψηλς δαπνες- εχαν την δναµη να πρττουν συχν το καλ ανµεσα στους φτωχος παπιστς των συνοικιν. σο για τον διο τον αρχηγ της οικογενεας και την σζυγ του· σαν αµφτεροι υποχρεωµνοι να παραµνουν διαρκς στο σπτι, δεδοµνης της κθε λλο παρ καλς φυσικς κατστασς τους. Κανες δεν θυµταν να τους εχε συναντσει στον δρµο σε λλο δηµσιο χρο τα τελευταα χρνια. Πο και πς, λοιπν, θα µποροσαν να κνουν εχθρος; σο για τις ανπανδρες αδελφς της κυρας Βισχαουπτ, αυτς σαν παντελς βουλα πλσµατα· και αν κποτε τους δθηκε η ευκαιρα να επιδεξουν τις φιλψογες διαθσεις τους, δεν ακοστηκε οτε να θµωσε, µα οτε και να σχολασε καν την συµπεριφορ τους, οποιοσδποτε.
     Τρεις εβδοµδες εχανε περσει, λοιπν κι οι δστυχοι Βισχαουπτ αναπαονταν σε εκενο το µικρ ερηµητριο, που δεν µποροσε να ταρξει πια καµι ειδεχθς παρουσα δολοφνου. Η συνθης ηρεµα δεν εχε επιστρψει στην πλη, µα το πρτο εκενο τακτο φτεροκπηµα του πανικο εχε καταλαγισει. Οι νθρωποι ρχισαν να αναπνουν πλι ελεθερα και -µε την προδο µερικν ακµη εβδοµδων- οι πληγς µας θα εχαν σγουρα επουλωθε, ταν η καµπνα κποιας εκκλησις θραυσε την ψυχρ διαγεια της νχτας: επσηµα, καθαρ, στεντρεια και µως τσο µα τσο νευρικ. Τι ταν πλι αυτ το ξαφνικ; τρεξα στο κελ, πνω απ την κµαρα του θυρωρο, νοιξα το παρθυρο και φναξα στον πρτο βιαστικ διαβτη, που δικρινα:
 -"Για νοµα του Θεο, τι συµβανει";
     ∆εν ταν διαβτης. ταν νας απ τους νυχτοφλακες της γειτονις µας. Αναγνρισα την φων του. Αναγνρισε και αυτς την δικ µου και απντησε µε µεγλη  ταραχ:
 -"γιναν κι λλοι φνοι, κριε. Στο σπτι του γροντα σµβουλου λµπερνας. Αυτν τη φορ διλυσαν τα πντα".
 -"Ο Θες να βλει το χρι του! Τι κατρα εναι αυτ που πεσε στη πλη; Τι θα κνουµε; Τι θα κνουν οι σµβουλοι";
 -"∆εν ξρω, κριε. Εγ πρα διαταγ να τρξω στην µον, που θα γνει και λλη συγκντρωση. Να ειδοποισω πως θα την παρακολουθσετε και εσες, κριε";
 -"Ναι... χι... στσου µια στιγµ. φησε καλτερα. Μπορες να πηγανεις. Θα λθω σε λγο".
     Πγα αµσως στη κµαρα του Μαξιµιλιανο. Κοιµταν σε ναν καναπ, γεγονς το οποο δεν µε εξπληξε, αφο εχε περσει λη την ηµρα κυνηγντας ελφια, µ' εξαντλητικ ρυθµ. Παρ το ακατλληλο της στιγµς, συνλαβα τον εαυτ µου να ασχολεται µε δο εµφανς σχετα προς τις περιστσεις πργµατα. Το να ταν ο διος ο Μαξιµιλιανς. Φυσικ, να τσο µυστηριδες τοµο θα µποροσε να διατηρσει την θση του στην κορυφ των ενδιαφερντων οποιουδποτε, ακµη και υπ το κρτος εξαιρετικ ασυνθιστων γεγοντων. Ιδως τα χαρακτηριστικ του προσπου του, τα οποα -πως συµβανει ενοτε- σαν εµφανστατα επηρεασµνα απ τον βαθτατο πνο, παρουσαζαν τρα µιαν λως να κφραση, µιαν κφραση η οποα απσπασε την προσοχ µου, κυρως επειδ µου θµιζε κποια λλα χαρακτηριστικ -απαρλλακτα ωστσο µε τα δικ του- τα οποα µουν ββαιος πως εχα δει υπ διαφορετικς συνθκες, πολλ χρνια πριν. Πο µως; Αυτ στθηκε αδνατον να το θυµηθ, αν και κποια στιγµ, κτι σχετικ δισχισε αστραπιαα τον νου µου. Το δετερο πργµα, που εχε αποσπσει την προσοχ µου, ταν µια µικρογραφα, την οποα κρατοσε στο χρι του ο Μαξιµιλιανς. Το δχως λλο, εχε αποκοιµηθε εν κοταζε αυτν την εικνα. Το χρι του εχε κυλσει απαλ  στον  καναπ  και  η  παλµη  του  ταν  απ  ρα  ανοιχτ,  εκθτοντας  τη µικρογραφα στον κνδυνο να διαφγει προς το πτωµα. Την πρα απ το χρι του και την κοταξα προσεκτικ. Απεικνιζε µια κυρα µε ζωηρ ανατολτικο παρουσιαστικ και απστευτα ευγενικ χαρακτηριστικ. Μια ττοια κυρα, µε κατµαυρα µαλλι και αρχοντικ παρστηµα, θα µποροσε σως να εναι η εκλεκτ σουλτνα κποιου Εµρη Μωµεθ. Τι σχση εχε µαζ της ο Μαξιµιλιανς; Ποια υπρξε; ∆ιτι, το δκρυ µε το οποο εδα κποτε να νοτζει την µικρογραφα - ββαιος ων πως δεν τον παρατηροσε κανες- µε οδηγοσε στο συµπρασµα πως οι κατµαυροι βστρυχο της ανκαν πλον στην γη και το νοµ της, στον ατελετητο κατλογο των εκλιπντων. σως ταν η µητρα του, γιατ το γεµτο µαργαριτρια φρεµ της την καττασσε αναµφισβτητα στις υψηλτερες βαθµδες των καλλονν κποιας βασιλικς αυλς. Αναστναξα, αναλογιζµενος το µγεθος της µελαγχολας που θα καταλµβανε ενδεχοµνως τον γιο της -τον Μαξιµιλιαν· αν, ββαια, ταν γιος της- ταν θα αναλογιζταν την µορα, τις περιπτειες εκενου του επιβλητικο και σως κπως υπεροπτικο -αν και τσο αβρ, τσο διακριτικ εκπεφρασµνου- κλλους. φησα την µικρογραφα στο τραπζι, ξπνησα τον Μαξιµιλιαν και του ανακονωσα τα φρικιαστικ να. Με κουσε µε προσοχ, δεν κανε καννα σχλιο, αλλ προθυµοποιθηκε να µε συνοδεσει στην συγκντρωση της συνοικας µας στη µον. ταν εδε την µικρογραφα στο τραπζι, κοκκνισε. Ως εκ τοτου, υποχρεθηκα να παραδεχθ -µε πσα ειλικρνεια, ωστσο- πως η κατσταση στην οποα τον βρκα, µου επτρεψε να ρξω -για µερικ λεπτ- να βλµµα πλρες θµβους στην εικονιζµενη. Εκενος πρε στο χρι του την αναµφισβτητα πολτιµη εικνα, την φλησε τρυφερ, αναστναξε βαθι, και µε ακολοθησε.
     Αντιπαρρχοµαι την ξαλλη κατσταση στην οποα βρκαµε τους συγκεντρωµνους. Ο φβος -τρµος σωστς, επ του προκειµνου- κθε λλο παρ προγει την αρµονα. Ορισµνοι εχαν δη εµπλακε σε συζητσεις, σχετικς µε τα µτρα που πρεπε να ληφθον. ταν εδαν τον Μαξιµιλιαν, σπευσαν να του ζητσουν την γνµη του. Εκενος πρτεινε φιππες νυχτερινς περιπλους σε λη την πλη. Επιπλον παρτρυνε τους φοιτητς -προσφερµενος πρτος αυτς ως µλος του πανεπιστηµου- να σχηµατσουν οµδες εθελοντν φρουρν, οι οποοι θα περιπολον σε λη την πλη απ την ανατολ µχρι και την δση του ηλου. Ορισµνοι απ εκενους που εχαν κατορθσει να διατηρσουν την ψυχραιµα τους κουβντιασαν για λγο επ του ζητµατος και η συγκντρωση λαβε τλος.
     Εναι γεγονς πως δσκολα θα µποροσαµε να φανταστοµε περιστσεις, οι οποες θα αναδεκνυαν µε δραµατικτερο τρπο το γεγονς πως οι νθρωποι διαφρουν µεταξ τους. Ορισµνοι -ιδιατερα ευασθητοι στην ατµσφαιρα γενικο συναγερµο, που δηµιοργησαν οι καταστσεις- ξεκνησαν σαν ρωες. λλοι - πλττοντας δριµτατα την αξιοπρπεια του ανθρωπνου εδους- καταβυθστηκαν στην νωχλεια της ηλιθιτητας! Οι γυνακες -σε αρκετς περιπτσεις- αποδεχθηκαν κατ πολ αντερες των ανδρν· αν και χι σο συχν θα επτρεπε νας λιγτερο µυστηριδης κνδυνος. Μια γυνακα δεν χνει την θηλυκτητ της µνον επειδ αντιµετωπζει µε θρρος τον κνδυνο. Ωστσο, χω παρατηρσει πως το θηλυκ θρρος χρειζεται -περισστερο απ το ανδρικ- το στριγµα µιας ελπδας, και πως κµπτεται ευκολτερα µπροστ στη καταδροµ µυστηριδους κινδνου. Η γυναικεα φαντασα εναι πιο δραστρια -αν χι ισχυρ- κι επεµβανει αποτελεσµατικτερα στην φση του θηλυκο. Στη προκειµνη περπτωση σαν πολ λγες οι γυνακες που 'δειξαν ν' αψηφονε τον κνδυνο. Αντθετα, ο φβος τους πρε τη µορφ θλψης, εν στους περισστερους νδρες τη µορφ οργς.
     Πς πολιτεθηκε µως ο φρουρς του Ρσου αυτοκρτορα µσα σε αυτν τον πανικ; Πολλο εξεπλγησαν απ την συµπεριφορ του· αρκετο επιχερησαν να την καυτηρισουν. Εγ δεν  κανα οτε το να οτε το λλο. Επδειξε ελογο ενδιαφρον για λα ανεξαιρτως τα περιστατικ, κουσε µε προσοχ τις λεπτοµρειες  και,  στην διρκεια  της  εξτασης  των  προσπων  απ  τα  οποα  θα µποροσαν ενδεχοµνως να αντληθον αποδεικτικ στοιχεα, δεν κανε -το αντθετο µλιστα- την παραµικρ στοχη ερτηση. µως η ψυχραιµα του, η οποα γγιζε τα ρια της αφροντισας, φνηκε σε κποιους αποτροπιαστικ. Ττε, εγ σπευσα να πληροφορσω τα συγκεκριµνα τοµα πως λοι οι σπουδαστς στρατιωτικν σχολν, που πρασαν µεγλο χρονικ διστηµα στα πεδα των µαχν, παρουσιζουν την δια συµπεριφορ. Εναι γεγονς πως, τα δκα τελευταα χρνια, η υπηρεσα σε χριστιανικ στρατ ισοδυναµε µε συνεχες συµµετοχς σε εκστρατεες. Ως εκ τοτου, οι εξοικειωµνοι µε κθε µορφ αποτρπαιης σφαγς δεν φρττουν εκολα µπροστ στο θαµα και του φρικττερου θαντου. Επιπλον, το πρσφατο περιστατικ δεν θα µποροσαµε να ποµε πως δηµιουργοσε ιδιατερα αισθµατα συµπαθεας. Η οικογνεια αριθµοσε πντε µλη: δο γηραι γεροντοπαλκαρα, δο αδελφς, και µαν ανεψι. Η ανεψι δεν πραγµατοποιοσε οτε δεχταν επισκψεις και οι γηραιο κριοι σαν κυνικο φιλργυροι που δεν συνδονταν µε κανναν. Και εδ -πως στην περπτωση των Βισχαουπτ- υφστατο το διπλ µυστριο, που περιγαγε σε αµηχανα την κοιν γνµη· το µυστριο του πς και το ακµη βαθτερο µυστριο του γιατ. Και εδ, δεν εχε κλαπε το παραµικρ περιουσιακ στοιχεο, παρ το γεγονς πως τα δωµτια στα οποα βρθηκαν νεκρο οι φιλργυροι βριθαν δουκτων και αγγλικν γκινεν. Επιπροσθτως, το ελττωµα τους -αν και κθε λλο παρ δηµοφιλς- τους καθιστοσε µλλον αδιφορους παρ µισητος. Σε να µνο σηµεο -και µλιστα αξιοµνηµνευτο- διφερε το εν λγω περιστατικ απ το προηγοµενο: τα θµατα δεν µοιαζαν οτε αβοθητα οτε πανικβλητα, πως οι Βισχαουπτ. Οι δο γηραιο κριοι, επµονοι, αποφασιστικο, και µλλον χι εντελς αιφνιδιασµνοι,  φησαν  χνη µιας απεγνωσµνης,  αλλ σθεναρς πλης. Τα σπασµνα πιπλα και ορισµνες λλες λεπτοµρειες αποτελοσαν σαφ απδειξη της κθε λλο παρ εκολης εισβολς. Πραγµατικ, αυτο ταν απολτως αδνατον να αιφνιδιαστον, δεδοµνου τι δεν υπρχε περπτωση να µπει οποιοσδποτε στο σπτι τους µε την ιδιτητα του επισκπτη. Ιδιατερη εντπωση κανε το γεγονς πως -και στις δο περιπτσεις- η τραγικ κβαση εξασφλιζε σε νεαρ συγγενικ πρσωπα το διο -λγο ως πολ- φελος. Το κορτσι που εχε σηµνει συναγερµ στην χοροεσπερδα, δο µικρτερες αδελφς της και νας ορφανς ανεψις τους, µοιρστηκαν την µεγλη κληρονοµι των Βισχαουπτ, εν -στην δετερη περπτωση- τα πλοτη τα οποα κατρθωσαν να συσσωρεσουν οι δο φιλργυροι µεταβιβστηκαν στην αξιαγπητη ανεψι.
     Ωστσο, τρεις ακµη δολοφονικς επιθσεις λθαν να εµπαξουν τις αγωνιδεις συσκψεις και τις περτεχνες προφυλξεις µας. Συνβησαν στην διρκεια των δο νυχτν που ακολοθησαν την εφαρµογ των νων προληπτικν µτρων. Στην µα περπτωση, µλιστα, η περπολος απεχε µλις λγα σπτια απ το σηµεο που εξελισσταν η φρικτ επιχερηση. ∆εν θα ασχοληθ επισταµνως µε τις τρεις αυτς περιπτσεις. Ωστσο, ορισµνα σηµεα διαθτουν εξαιρετικ ενδιαφρον και θα τα αναφρω επ τροχδην. Το πρτο απ τα δο περιστατικ που συνβησαν στην διρκεια της πρτης νχτας, αφοροσε σε ναν βυρσοδψη. ταν πενντα ετν, χι πλοσιος, αλλ οπωσδποτε επορος. Η πρτη σζυγς του πθανε πολ νωρς και οι δη παντρεµνες κρες του εχαν εγκαταλεψει προ πολλο την πατρικ εστα. Ο βυρσοδψης εχε ξαναπαντρευτε, µα επειδ η δετερη σζυγς του δεν εχε παιδι οτε επιθυµοσε υπηρετικ προσωπικ, δεν θα πρεπε σως να βρσκεται στο σπτι τρτο πρσωπο την ρα της εισβολς των δολοφνων· εκτς απροπτου, φυσικ. Γρω στις επτ, την δια ηµρα, νας στρατοκπος, βυρσοδψης στο επγγελµα, ο οποος σµφωνα µε το γερµανικ σστηµ µας, βρισκταν στην wanderjahre [εποχ των ταξιδων] του4, µπκε στη πλη απ την πλευρ του δσους. Στη πλη, πραγµατοποησε µια µικρ ρευνα σχετικ µε τους βυρσοδψες και τους βαφες της πλης, η οποα επιβεβαωσε λα σα εχε δη φροντσει να πληροφορηθε, και κατευθνθηκε προς το σπτι του κυρου Χινµπεργκ. Ο κριος Χινµπεργκ αρνθηκε να τον δεχθε. Ττε ο ξνος δλωσε το επγγελµ του και σπρωξε κτω απ την πρτα την συστατικ επιστολ κποιου δηµοσιογρφου απ την Σιλεσα, που ανφερε πως ταν ριστος κι εργατικτατος τεχντης. Ο κριος Χινµπεργκ, που αναζητοσε απ καιρ ναν ττοιον νθρωπο, του θεσε ορισµνες ερωτσεις και, αφο βεβαιθηκε πως δεν εχε να κνει µε απατενα, ξεµαντλωσε την πρτα και τον φησε να περσει. στερα µαντλωσε πλι, κλεσε τον ξνο να καθσει δπλα στο τζκι, του πρσφερε να ποτρι µπρα και ρχισαν να κουβεντιζουν.
 -"Καλτερα να µενεις εδ απψε", επε ο οικοδεσπτης στο τλος µιας δεκλεπτης περπου ανταλλαγς απψεων περ τα επαγγελµατικ. "Θα σου εξηγσω αργτερα τον λγο. Τρα µως πρπει να ανεβ πνω, για να πω στη γυνακα µου να σου στρσει. χε το νου σου στη πρτα σο θα λεπω".
     ∆εν πρλαβε να βγει απ' το δωµτιο, ταν ο νεαρς τεχντης κουσε να χτυπον. βρεχε δυνατ και -ξνος ντας- δεν φαντστηκε ποτ πως θα µποροσαν να συµβον σα επακολοθησαν σε µια τσο πυκνοκατοικηµνη πλη. Γι’ αυτ σπευσε χωρς κανναν δισταγµ να υποδεχθε τον επισκπτη. Εκ των υστρων, δλωσε πως την στιγµ που τραβοσε το µνταλο της πρτας εχε την δυσρεστη ασθηση πως κανε µεγλο σφλµα. Ωστσο, το πιθαντερο εναι να προβαλε τα συναισθµατα που του δηµιοργησαν οι τροµερς εξελξεις στην µοιραα εκενη στιγµ. Ο γνωστος που µπκε στο σπτι ταν στην κυριολεξα χωµνος µσα σε ναν µανδα ιππα, µε αποτλεσµα να µην καταφρει ο τεχντης να διακρνει τα χαρακτηριστικ του προσπου του.
 -"Πο εναι ο Χινµπεργκ", επε χαµηλφωνα.
 -"Επνω".
 -"Ττε πες του να κατβει".
     Ο  τεχντης πλησασε στη πρτα απ' που εχε βγει πριν λγο ο οικοδεσπτης και φναξε:
 -"Κριε Χινµπεργκ, σας ζητον!"
     ταν ββαιος πως ο κριος Χινµπεργκ τον κουσε, γιατ σχεδν αµσως φτασαν καθαρ στα αυτι του τα ακλουθα λγια:
 -"Ο Θες να βλει το χρι του! Τι κανε αυτς ο νθρωπος; νοιξε τη πρτα; Α, τον σπιονο! Αυτ εναι: σπιονος· το ξρω".
     Την  δια  στιγµ, ο τεχντης περιλθε σε συνεχς επιδεινοµενη κατσταση απορας, που τη πηγ δεν µποροσε καν να εικσει. Αµσως µετ, κουσε βµατα πσω. Γρισε και συνλαβε µε το βλµµα του τρεις ακµη αγνστους. Ο νας µαντλωνε την πρτα, νας αφαιροσε τα πλα που βρσκονταν στη βιτρνα του τοχου και λλοι δο κουβντιαζαν χαµηλφωνα. Σγχυση και ταραχ κατλαβαν τον νεαρ τεχντη. νοιωσε πως συνβαινε κτι λως επικνδυνο. Η σγχυσ του θα πρπει να ταν πολ ντονη εκενη την στιγµ, γιατ δεν ξερε να πει αν οι νεοφερµνοι εχαν φροντσει να καλψουν τα πρσωπ τους, αν εκενα τα διπυρα βλµµατα, που τον διαπερνοσαν, σβησαν απ την µνµη του κθε λλο χαρακτηριστικ. Εν πση περιπτσει, πριν καταφρει να ρξει καν µια µατι γρω του, κποιος του πρασε απ το κεφλι να σακ, το οποο και δεσε σφιχτ στο ψος της µσης του, µε αποτλεσµα να καθηλωθον εντελς τα χρια του, να µειωθε η ακο του και να φιµωθε σχεδν ολοκληρωτικ. Τον οδγησαν βαια σε κποιο δωµτιο, αλλ πρλαβε να ακοσει κτι σαν εφρµηση στο επνω πτωµα και ορισµνες λξεις, των οποων ο τνος µοιαζε θριαµβικς. στερα η πρτα κλεισε. ταν ξαννοιξε, κουσε κποιον να λει:
 -"Κι αυτς";
 -"Α, χουµε κι αυτν, κριε", αποκρθηκε κποιος λλος, µε φων που 'φερε στον αιχµλωτο απστευτη ταραχ.
 -"Ε, σκλε! Μπορες να ελπζεις!" συνχισε βιαστικ η δετερη φων κι η πρτα κλεισε πλι. Κποια στιγµ σαν να φτασαν στα αυτι του χοι συµπλοκς, µα δεν ταν ββαιος. Ββαιος ταν πως κουσε βµατα να ορµον απ την µια γωνι στην λλη κποιου δωµατου. στερα γινε σιωπ για ξι επτ λεπτ, σπου µια φων του επε στο αυτ:
 -"Τρα περµενε να ρθουν κποιοι και να σε ελευθερσουν. Θα καταφθσουν το πολ σε µισ ρα".
     τσι κι γινε. Σε λιγτερο απ µισ ρα, κουσε πλι χο βηµτων στο σπτι.  Τα  δεσµ  του  λθηκαν  και  οδηγθηκε  ενπιον  του  αξιωµατικο  της αστυνοµας, στον οποο διηγθηκε την περιπτει του. Ο κριος Χινµπεργκ βρθηκε στο υπνοδωµτι του. Τον εχαν στραγγαλσει και το σχοιν παρµενε σφιχτ δεµνο στον λαιµ του. Σε λη την διρκεια της φρικιαστικς επιχερησης, η νεαρ σζυγς του βρισκταν κλεισµνη στην ντουλπα, απ’ που οτε εδε οτε κουσε τποτε.
     Στο δετερο περιστατικ, τρα, αντικεµενο της εκδικητικς µανας ταν λλος νας γηραις κριος. Τα µλη της οικογενεας εχαν µεταβε λα στην εξοχικ κατοικα τους. Στο σπτι µεινε µνον ο γενρχης και µα υπηρτρια. ταν γενναα και προικισµνη µε γερ νερα γυνακα. Ως εκ τοτου, θα µποροσε να κατθετε µε την µγιστη δυνατ ακρβεια σα εδε και κουσε. µως τα πργµατα εξελχθηκαν διαφορετικ. Κατ’ αρχν, αντιλφθηκε την παρουσα των δολοφνων απ τα βµατα και τις οµιλες τους στην εσοδο. πειτα κουσε τον κρι της να τρχει και να φωνζει:
 -"Κριε ελησον! Μαρη, Μαρη, σσε µε!"
     Η υπηρτρια σπευσε να βοηθσει. ρπαξε µια µεγλη µασι και κατευθνθηκε µε ση ταχτητα της επτρεπαν οι δυνµεις της προς την εσοδο, µα βρκε την µεσπορτα, στην κορυφ της σκλας, αµπαρωµνη. Τι επακολοθησε δεν µποροσε να πει, διτι το απρσµενο εµπδιο που συνντησε η ολψυχη και ορµητικ πρθεσ της να σπεσει σε βοθεια και η σκψη πως η προσωπικ της ασφλεια εχε επιτευχθε µε ναν τρπο, ο οποος την καθιστοσε ανκανη να υπερασπσει τον δυστυχ κρι της, πληµµρισαν την γενναα καρδι της µε αγωνα και αφθηκε να σωριαστε στις σκλες, που και παρµεινε µε χαµνες τις αισθσεις στην διρκεια σων επακολοθησαν, σπου να την σηκσουν στα χρια κποιοι απ το πλθος που εισβαλε αργτερα στο σπτι. Οι δολοφνοι µως πς εχαν εισβλει; Με τρπο φρικωδς χαρακτηριστικ. Η νχτα ταν ναστρη· οι νδρες της περιπλου µλις εχαν περσει χωρς να παρατηρσουν τποτε ποπτο, ταν δο διαβτες, που ακολουθοσαν πιστ την πορεα των φυλκων, αντιλφθηκαν ναν σκουρχρωµο ρακα να διασχζει κθετα το πεζοδρµιο. Ο νας ακολοθησε αστραπιαα την µικρ συρµ µε το βλµµα του και διαπστωσε πως ερχταν κτω απ την πρτα του σπιτιο του κυρου Μντσερ. Ττε, βθισε το δχτυλ του στο ρον υγρ, φερε το χρι του στο φως του φανοσττη και κραγασε:
 -"Μα, τι... Αυτ εναι αµα!"
     Πργµατι, αµα ταν και µλιστα αχνιστ. Ο συνοδς του εδε, κουσε και τινχθηκε σαν βλος προς τη κατεθυνση της φιππης περιπλου, που µλις εχε χαθε πσω απ την πλησιστερη γωνα. Μια γεµτη νηµα κραυγ ταν αρκετ, στε να συνεγερει στους δη καιροφυλακτοντες νδρες. Κρτησαν τα λογ τους, καναν µεταβολ και την εποµνη στιγµ βρσκονταν µπροστ στην πρτα του κυρου Μντσερ. Το πλθος πεσε σαν πυκν χινι, θτοντας την ορµ του στην υπηρεσα των προσπαθειν για την παραβαση της πρτας. Τα µνταλα, οι αλυσδες και τα χλια δυο λλα τοποθετηµνα απ τον ιδιοκττη προσκµµατα, δεν ργησαν να καταρρεσουν, µα η συµµορα των δολοφνων εχε δη κνει φτερ, δχως να αφσει πσω της το παραµικρ χνος· ως συνθως.
     Σπανως υπρξε περιστατικ, που να µη διθετε κποιαν ιδιορρυθµα, κατ το µλλον ττον αξιοπρσεκτη. Στην διρκεια της εποµνης νχτας να εντυπωσιακ συµβν -το οποο ανβασε τον αριθµ των δολοφονικν επιθσεων σε πντε- θραυσε την µονοτονα του τρµου. Στην προκειµνη περπτωση οι συµµορτες βαλαν στο µτι το οικοτροφεο θηλων, που διηθυναν δο γηραις κυρες. Οι µαθτριες δεν εχαν επιστρψει ακµη απ τις διακοπς τους, µα δο αδελφς, δο νεαρ κορτσια δκα τριν και δκα εξ ετν, παρµεναν στην σχολ, δεδοµνου τι το πατρικ τους βρισκταν πολ µακρι και οι ηµρες της αργας των Χριστουγννων δεν σαν αρκετς στε να ταξιδεσουν µχρι εκε. ταν η µικρτερη που κατρθωσε να παρσχει την µνη αξιλογη µαρτυρα, µια µαρτυρα η οποα πρσθεσε να νο στοιχεο συναγερµο στον δη υπρχοντα πανικ. Ιδο τι κατθεσε: Την  προηγουµνη της  δολοφονικς επθεσης, αυτ και η  αδελφ της κθονταν µε τις γηραις κυρες σε να απ τα δωµτια που αντκριζαν τον δρµο. Οι γηραις κυρες διβαζαν και τα κορτσια σχεδαζαν. Η Λουζα, η µικρτερη αδελφ, δεν φηνε ποτ να περσει απαρατρητος ακµη και ο πλον ανεπασθητος χος. Ως εκ τοτου, συνλαβε αµσως τους τριγµος που προκλεσαν κποια βµατα στις σκλες. ∆εν επε τποτε. Βγκε αθρυβα απ το δωµτιο και διαπστωσε πως οι δο υπηρτριες βρσκονταν στην κουζνα και πως δεν εχαν φγει στιγµ απ εκε. Επιθερησε τις πρτες και τα παρθυρα, επιβεβαινοντας το γεγονς πως σαν χι µνο κλειδωµνα, αλλ και µανταλωµνα, πργµα που σµαινε πως αποκλειταν κθε πιθαντητα εισβολς µε αντικλεδι. Και µως, ταν απλυτα ββαιη πως εχε ακοσει εκενα τα βαρι βµατα στις σκλες. Εν πση περιπτσει, ταν ακµη µρα και η πληθρα φωτς τς προσφερε να αξιλογο ασθηµα ασφαλεας.
     τσι, χωρς να ενοχλσει καννα µε τη κατσταση επιφυλακς στην οποα εχε περιλθει, βρκε το κουργιο να διασχσει το σπτι προς πσα κατεθυνση και, µη βλποντας ακογοντας οτιδποτε, κατληξε στο συµπρασµα πως η ακο της παραταν ευασθητη στην πιθαντητα κποιας επικνδυνης παρουσας. Ωστσο, το διο βρδυ, και εν βρισκταν στο κρεβτι, να ζοφερ συνασθηµα φβου την ανασττωσε, ιδως απ την στιγµ που σκφτηκε πως σε να τσο µεγλο σπτι λο και κποιο ερµριο θα µποροσε να διαφγει ακµη και του πλον εξονυχιστικο ελγχου. Υπρχαν, µλιστα, δο µεγλα σεντοκια στα οποα θα µποροσε κλλιστα να κρυφτε νας νδρας, και τα οποα δεν θυµταν να εχε ελγξει.
     µεινε γρυπνη σχεδν λη την νχτα, µα ταν το να απ τα δο ρολγια της πλης χτπησε τσσερις, απλυσε κθε αγωνα και βυθστηκε στον πνο. Την εποµνη ηµρα, κατκοπη απ την ασυνθιστη νυχτοφυλακ, πρτεινε στην αδελφ της να πσουν για πνο νωρτερα απ το σνηθες. τσι και καναν. Ετοιµζονταν να ανεβον στο επνω πτωµα, ταν ξαφνικ η Λουζα θυµθηκε ναν βαρ µανδα, που θα βοηθοσε οπωσδποτε τα σκεπσµατ της να την προστατεσουν απ την δριµτητα της νχτας. Ο µανδας κρεµταν στο ερµριο µιας αποθκης, που βρισκταν στο µεγλο δωµτιο, το οποο χρησιµοποιοσαν ως χοροδιδασκαλεο. Τσο την αποθκη σο και το ερµριο τα εχε ελγξει την προηγουµνη και, ως εκ τοτου, δεν ανησχησε προς στιγµν. Ο µανδας ταν το πρτο αντικεµενο στο οποο πεσε το βλµµα της. Κρεµταν απ ναν γντζο δπλα στην πρτα. Τον ξεκρµασε. µως η ενργεια αυτ φησε ακλυπτο να µρος του τοχου και του δαπδου. Υπ κανονικς συνθκες, θα πρεπε να γυρσει βιαστικ και να φγει, δχως να παρατηρσει τποτε. Στην προκειµνη περπτωση µως, η φλγα του κεριο που κρατοσε της αποκλυψε τα πδια ενς νδρα. Η αντδρασ της ταν απλυτα ψχραιµη: συνχισε να σιγοµουρµουρζει το διο τραγοδι που της κρατοσε συντροφι µχρι εκενη την στιγµ. µως η συµφορ κατφτασε µε την µορφ της αδελφς της, που ακοστηκε να κατευθνεται προς την αποθκη. Αν η Λτσεν πλησαζε, για να πρει και αυτ κποιο σκπασµα, θα κανε την δια αποτρπαια ανακλυψη και θα την καταλµβανε φρκη. Απ την λλη, αν της δινε οποιοδποτε προειδοποιητικ σηµδι, ετε δεν θα καταλβαινε το νηµ του ετε θα αντιλαµβανταν αµσως την κατσταση και θα ξεσποσε σε ουρλιαχτ τλος πντων θα εξφραζε µε κποιον λλον θορυβδη τρπο τον φβο της, ενηµερνοντας τον δολοφνο για το γεγονς της ανακλυψς του. Στο βασανιστικ αυτ δληµµα την λση ανλαβε να δσει ο διος ο φβος, µια λση που φνταξε σκτη τρλα στα µτια της Λτσεν, αλλ για την Λουζα δεν ταν παρ το αποτλεσµα της τυφλς δρσης ενς σιβυλλικο ενστκτου.

 -"Εδ εναι το χοροδιδασκαλεο µας", επε. "Πτε θα λθουµε εδ, για να χορψουµε";
     Και ρχτηκε σε ναν γριο χορ, περιφροντας το κερ ψηλ, πνω απ κεφλι της, µχρι που η ορµ της κνησης το σβησε. πειτα, ρχισε να στροβιλζεται γρω απ την αδελφ της, διαγρφοντας λο και µικρτερους κκλους, σπου -αρπζοντας το κερ της Λτσεν- το σβησε και αυτ, τελεινοντας το τραγοδι της µε να γλιο, που λγο λειψε να εξοκελει σε κρση υστερας. Ωστσο, το σκοτδι της προσφερε σαφς πλεονκτηµα και, αρπζοντας την αδελφ της απ το βραχονα, τη παρσυρε στην πορεα της, ψιθυρζοντας:
 -"λα, λα, λα!"
     Η Λτσεν δεν τανε τσο βραδνους στε να µην καταλβει απολτως τποτε. Αφθηκε να την παρασρει η αδελφ της στην κορυφ της σκλας, που βρισκταν να δωµτιο, το οποο αντκριζε τον δρµο. Εκε αναζτησαν συλο, γιατ η πρτα εχε δυνατ µνταλο. µως, εν βρσκονταν λγο πριν απ το κεφαλσκαλο, κουσαν την βαρι ανσα και τις µεγλες δρασκελις του δολοφνου, που τις καταδωκε. Τις παρατηροσε λην εκενην την ρα απ µια χαραµδα και το υστερικ γλιο της Λουζας τον ειδοποησε πως το κορτσι εχε αντιληφθε την παρουσα του. ταν σκοτειν και καθς δεν γνριζε τα κατατπια, βρθηκε να ανεβανει την σκλα απ καθαρ τχη. Η Λουζα τραβοσε την αδελφ της µε την δναµη που της δινε κποιο εδος τρλας γεννηµνης απ τον τρµο, µα η Λτσεν εχε αφεθε εντελς· κρεµταν απ το χρι της βαρι σαν µολβι. Η Λουζα χθηκε προς το δωµτιο· πλην µως η Λτσεν δεν µπρεσε να κρατσει την ισορροπα της και πεσε µπροστ στην πρτα. Την δια στιγµ, οι πουλες, αργς και αθρυβες κινσεις του δολοφνου δωσαν την θση τους σε µιαν ηχηρ, λυσσαλα αναρρχηση. Με µιας βρθηκε στο κεφαλσκαλο και ετοιµστηκε να εφορµσει, ταν η Λουζα συρε την αδελφ της στο εσωτερικ του δωµατου, κλεισε την πρτα και θεσε το µνταλο, λγο πριν το χρι του φονι ακουµπσει την χειρολαβ. στερα, εξαντληµνη απ την νταση της συγκνησης, σωριστηκε λιπθυµη, µε το χρι ακµη περασµνο γρω στην µση της αδελφς που εχε σσει.
     Κανες δεν γνωρζει πσην ρα µειναν σε αυτ τη κατσταση. Οι δο γηραις κυρες τρξανε στο πνω πτωµα, αµσως µλις αντιλφθηκαν τον ορυµαγδ. Στο σπτι σαν κρυµµνα και λλα πρσωπα. Οι υπηρτριες ανακλυψαν πως σαν κλειδωµνες στην κουζνα, και η µη συµµετοχ τους στα σα επικνδυνα διαδραµατζονταν εκενην την ρα δεν φανεται να τις στενοχρησε ιδιατερα. Οι γηραις κυρες, που εχαν ανεβε τρχοντας στο επνω πτωµα, βρθηκαν ξαφνικ µπρος στους αγνστους δικτες τους. Κθε πιθαντητα διαφυγς ταν ανπαρκτη, δεδοµνου τι λλα δο τοµα ακοστηκαν να τις ακολουθον µχρι επνω. Μεταξ των δολοφνων και των κυριν υπρξαν ντονες  αντεγκλσεις. πειτα οι φωνς δυνµωσαν. Ακολοθησε µια σπαραξικρδια κραυγ· στερα µια δετερη, νας αργς, παρατεταµνος βγκος και τλος νεκρικ σιωπ. Σχεδν αµσως ακοστηκε ο πταγος της πρτας που υποχωροσε κτω απ τα χτυπµατα του πλθους, µα οι δολοφνοι, µε το πρτο σηµδι συναγερµο, καναν φτερ απ το επνω µρος του σπιτιο· προς µεγλη κπληξη των υπηρετριν. Η αυτοψα δειξε πως πρασαν απ κποιον φεγγτη της οροφς στο διπλαν, ακατοκητο επ του παρντος, σπτι. Το γεγονς αυτ µας απδειξε, για µιαν ακµη φορ, πως οι νθρωποι αυτο θα πρεπε να σαν πολ ικανο, αφο αντ να παρνουν τις απαρατητες προφυλξεις, στε να µηδενζουν τον κνδυνο να συλληφθον, προτιµοσαν να δρουν υπ τις πλον ριψοκνδυνες συνθκες.
     Εναι προφανς πως η βασιλεα του τρµου φτασε στην πλρη ακµ της. Οι γηραις κυρες κετονταν νεκρς σε διαφορετικ σηµεα της σκλας και, ως συνθως, δεν µποροσε να γνει η παραµικρ εικασα για την φση των δολοφονιν. Φυσικ, παρµενε το ενδεχµενο να διακατχεται ο δολοφνος απ ασθηµα εκδκησης· αυτ, αποκλειστικ λγω της αποδεδειγµνης απουσας κθε ληστρικς ενργειας. Εν πση περιπτσει, δο να χαρακτηριστικ ρχονταν να προστεθον σε αυτ το σστηµα παραγωγς τρµου, το πρτο εκ των οποων δηµιουργοσε ντονο ασθηµα ανασφλειας σε σες οικογνειες κατοικοσαν µεγλα σπτια, εν το δετερο γειρε να τεχος δυσθυµας µεταξ της πλης και του πανεπιστηµου, το οποο κανε πολλ χρνια να καταρρεσει. Το πρτο χαρακτηριστικ εχε εµπειρικ προλευση, δεδοµνου τι για πρτη φορ διαπιστθηκε πως η πρτη ενργεια των δολοφνων ταν να κρυφτον στο σπτι, στο οποο σκπευαν να διαπρξουν φνους. Ως εκ τοτου, λοι συγκντρωσαν την προσοχ τους στις πρτες και τα παρθυρα, που µχρι πρτινος δεν θεωροσαν επικνδυνα. ταν πεφτε η νχτα, φρντιζαν να τα ασφαλζουν προσεκτικ. Το λλο χαρακτηριστικ προκυψε απ την βεβαιτητα µε την οποα η µα υπηρτρια δλωσε πως πριν βρεθε κλειδωµνη µε την συνδελφ της στην κουζνα, πρλαβε να δει στην εσοδο δο νδρες -τον ναν να ανεβανει την σκλα και τον λλον να κατευθνεται προς την κουζνα-µε την περιβολ των φοιτητν του πανεπιστηµου µας. Τις επιπτσεις αυτς της δλωσης δεν θα χρειαζταν καν να τις αναφρουµε. Οι φοιτητς, οι οποοι λγω της ειρνης σαν πολυριθµοι, ως επ το πλεστον στρατιωτικο και λιγτερο ελεγµνοι αξιοσβαστοι απ το σνηθες, κατστησαν λοι ποπτοι. Ωστσο, η ανακλυψη αυτ δεν εχε συµβλει καθλου στην λση του  µυστηρου. Πολλο σπουδαστς σαν αρκετ φτωχο στε να µπουν στον πειρασµ να σκεφτον πσες επικερδες ευκαιρες µπορε να προσφρει η νχτα.  Μνησικακες και θλιες συνοµωσες εχαν δηµιουργηθε αρκετς στο µεταξ. Ιδως κατ τους τελευταους δο µνες του φετινο χειµνα, θα µποροσε κανες να πει πως η πλη µας παρουσαζε την εικνα µιας ναρχης εκδλωσης ολθριων παθν. Η κατσταση αυτ συνεχστηκε µχρι την νοιξη του εποµνου τους.
     Ελογο εναι το γεγονς πως, αµσως µλις οι αρχς κατληξαν στο συµπρασµα τι οι δολοφονικς επιθσεις που συνβησαν στην πλη µας δεν σαν συνηθισµνες περιπτσεις, αλλ µρη κποιου ευρτερου σχεδου, ενηµερθηκε η κεντρικ κυβρνηση της χρας. σως να συνβη να εναι απασχοληµνοι µε σηµαντικτερες υποθσεις, σως να συνβη να χουν στρψει την προσοχ τους σε σπουδαιτερα θµατα· πντως τα διαβµατ µας δεν εχαν την ανταπκριση που προσδοκοσαµε. Εν πση περιπτσει, δεν θα µποροσαµε να παραπονεθοµε για απλυτη αδιαφορα εκ µρους της κυβρνησης. Κποτε εδησαν να στελουν ναν δο απ τους πλον µπειρους αξιωµατικος της αστυνοµας τους, οι οποοι µας συµβολευσαν καταλλλως και επµειναν πως οι ρευνς µας θα πρεπε να στραφον προς την ποιτητα των ανθρπων που εγκαθστανται περιστασιακς στην ευρτερη περιοχ. Στο ζτηµα της στρατιωτικς βοθειας µως σαν απλυτοι. ∆εν θερησαν απαρατητη την εγκατσταση στρατιωτικο σµατος στην πλη µας, το οποο θα βοηθοσε τις δη υπρχουσες τοπικς δυνµεις.
     Οι συνεννοσεις µε την κεντρικ κυβρνηση λαβαν χρα τον µνα Μρτη. Λγο πριν, η αιµοσταγς δραστηριτητα εχε ανασταλε µε τον διο αιφνδιο τρπο που εχε αρχσει. Ο νος επικεφαλς της αστυνοµας κολακευταν να πιστεει πως η γαλνη που απλθηκε ξαφνικ οφειλταν στον τρµο που σπειρε η παρουσα του. Οι ακριβοδκαιοι νθρωποι, µως, λλα φρονοσαν. Ωστσο, λα παρµειναν συχα µχρι τα µσα του καλοκαιριο. Ξαφνικ -σαν να θελε εκενη η φρικιαστικ δναµη, που εχε περιβληθε το πυκντερο σκοτδι, να µας ειδοποισει πως δεν χθηκε, αλλ απεχε µνο προς στιγµν απ το ργο της- ο επικεφαλς των υπαλλλων της φυλακς µας εξαφανστηκε. Συνθιζε να κνει µακρινς εκδροµς στο δσος, δεδοµνου τι η παροσα εργασιακ του κατσταση θα µποροσε να θεωρηθε ως αργοµισθα. Εξαφανστηκε στην πρτη του µηνς Ιουλου. Περνντας πρω πρω την πλη της πλης, αναφρθηκε στην κατεθυνση που σκπευε να ακολουθσει και εθεθη για τελευταα φορ σε µιαν απ τις δηµοσις του δσους, περ τα επτ µλια απ την πλη, εν οδηγοσε το λογ του προς το σηµεο που εχε υποδεξει στον φρουρ της πλης. Αυτς ο δεσµοφλακας δεν ταν καθλου συµπαθς νθρωπος. Η ζω του υπρξε να πλγµα σκληρτητας και κτηνδους κατχρησης των δυνµεν του, να πλγµα το οποο συχντατα ενσχυαν οι διοικοντες, εν µρη µε την δικαιολογα πως εχαν χρος να υπερασπζονται τους υπαλλλους τους απ τα συνεχ παρπονα των πολιτν, και εν µρη µε την δικαιολογα πως οι ταραγµνοι καιρο µας απαιτοσαν αποφασιστικ επδειξη πυγµς εκ µρους της εξουσας. Κανναν, λοιπν, δεν θα χανε η πλη µας µε περισστερη προθυµα απ τον κτηνδη αυτν δεσµοφλακα· και αποτελοσε γενικ πεποθηση πως αν η συµµορα των δολοφνων, που φλιαζαν στην πλη µας, σκτωναν µνον αυτν, θα απλλασσαν τους πολτες απ ναν πολ µεγλο µπελ και ως εκ τοτου θα αποσποσαν οπωσδποτε την ευγνωµοσνη τους. Μα ταν ραγε πιθανν να εχε πεθνει ο δεσµοφλακας απ τα δια χρια, που τραξαν µε τση βιαιτητα την γαλνη της πλης µας στην διρκεια του προηγοµενου χειµνα; µπως δεν εχε καν δολοφονηθε; Το δσος παραταν µεγλο στε να ερευνηθε· και δεν ταν διλου απθανο να του συνβη κποιο µοιραο ατχηµα. Το λογ του εχε επιστρψει στην πλη της πλης αποβραδς και οι φρουρο το βρκαν εκε το πρω. Εν πση περιπτσει πρασαν µνες ολκληροι χωρς να υπρξει η παραµικρ πληροφορα για την τχη του αναβτη, και φαινταν πολ πιθανν να µην υπρξει, πριν απ το επµενο φθινπωρο και τον χειµνα, οπτε οι κυνηγο θα ερευνοσαν θµνο προς θµνο, ρεµατι προς ρεµατι την δασδη εκενη κταση. να µνο πρσωπο δειχνε να γνωρζει κτι περισστερο απ τους λλους, ο δυστυχς Φερδιννδος Χρελσταν. ∆εν ταν πια παρ να σκιδες διανοητικ και ηθικ ερεπιο αυτο που υπρξε κποτε και παρατρησα πως χαµογελοσε κθε φορ που αναφερµουν στον δεσµοφλακα.
 -"Περιµνετε µχρι να αρχσουν να πφτουν τα φλλα", λεγε, "και θα δετε τι µορφα φροτα κνει το δσος µας".
     Τις εκφρσεις αυτς δεν τις επανλαβα παρ µνον σε κποιον στεν φλο, ο οποος συµφνησε µαζ µου πως ο δεσµοφλακας θα εχε σκαλσει σε κποια απµερη ρεµατι του δσους, καλ κρυµµνη απ την οργιαστικ βλστηση του καλοκαιριο, και πως ο Φερδιννδος -που περιφερταν συχν σε εκενα τα µρη- θα εχε ανακαλψει το πτµα. Ωστσο, και οι δο, τον απαλλξαµε απ κθε υποψα συµµετοχς στη δολοφονα.
     Στο µεταξ,  ο γµος της  Μαργαρτας Λµπενχαµ και  του Μαξιµιλιανο θεωρετο απλς ζτηµα χρνου. Ωστσο, υπρχε κτι που µας δηµιουργοσε το λιγτερο κπληξη. Απ την στιγµ που οι δο νοι σχετζονταν, κανες δεν αµφβαλε πως λα εχαν συµφωνηθε· διτι δεν υπρξε ποτ τελειτερη ευτυχα απ αυτν που τους νωνε. Η Μαργαρτα ταν η προσωποποηση του Μαου και της νεανικς νθισης. Ακµη και ο Μαξιµιλιανς µοιαζε να λησµονε µπροστ της την κατφει του· το σαρκι που τρωγε την καρδι του κοιµταν σαγηνευµνο απ την µουσικ της φωνς και τον παρδεισο που σκρπιζαν γρω τα χαµγελ της. Κατοι µως πλησαζε φθινπωρο, ο παππος της Μαργαρτας δεν εννοοσε να αποδεχθε αυτν την σχση και υποστριζε τις αξισεις του Φερδιννδου. ντως, η αντιπθεια που τρεφε στο πρσωπο του Μαξιµιλιανο δεν µεινε χωρς την ανλογη αντδραση. Απφευγαν ο νας τον λλον και µλιστα ο γρων φτασε στο σηµεο να σαρκσει δηµοσως τον Μαξιµιλιαν. σο για τον νο, απαξιοσε να σχολισει καν το τοµ του. ταν δεν µποροσε να τον αποφγει, του συµπεριφερταν µε αυστηρ ευγνεια, η οποα στενοχωροσε την ενµερη για την δινεξη Μαργαρτα. Η να αισθανταν πως ο παππος της ταν ο επιτιθµενος και πως αδικοσε πολ τον αγαπηµνο της. Ωστσο περιβαλε τον γροντα µε βαθι και τρυφερ στοργ ως πατρα της αλστου µνµης µητρς της. Εκενος, απ την πλευρ του, προβαλε συνεχες αξισεις στην αποκλειστικτητα της συµπθεις της, καθς η υποχρηση της µνµης και η παιδαριδης δυστροπα του, που επιτενονταν ηµρα µε την ηµρα, σµαιναν την ταχτατη πορεα του προς την γεροντικ νοια.
     Ανλογη κπληξη προκλεσαν και οι µυστηριδεις αννυµες επιστολς, τις οποες ρχισε να λαµβνει -την δια περπου χρονικ περοδο- η δεσποινς Λµπενχαµ. σαν γραµµνες µε τους πλον ζοφερος και απειλητικος ρους. Ορισµνες µου τις δειξε. Ο γραφικς χαρακτρας τους δεν µου επτρεψε καµα εικασα. ταν φανερ πως ο συντκτης εποφθαλµιοσε την θση του Μαξιµιλιανο στην καρδι της, δεδοµνου τι την ικτευε να εναι ιδιαιτρως προσεκτικ στις επαφς  της  µαζ  του,  υπαινισσµενος  φρικιαστικ  πργµατα  για  εκενον.  Θα µποροσαν οι επιστολς αυτς να εχαν γραφε απ τον Φερδιννδο; Να εχαν γραφε χι. Να εχαν υπαγορευθε µως; Πολ φοβµουν πως ναι, θα µποροσαν· κυρως για ναν λγο.
     Ξφνου και δχως παραµικρ λογικ εξγηση, ο παππος της Μαργαρτας, η στση του παππο της Μαργαρτας στην υπθεση του γµου της παρουσασε πλρη µεταστροφ. Εγκατλειψε την αµριστη συµπαρσταση, που προσφερε µχρι κενη τη στιγµ, στις αξισεις του Χρελσταν κι ριξε λο το βρος του γεροντικο ενθουσιασµο του στη πλευρ της ζυγαρις που 'στεκε ο Μαξιµιλιανς, κατοι κανες δεν θερησε πως αυτ η µεταστροφ εχε οποιαδποτε πρακτικ αξα. ντως κανες; χι ββαια. να τουλχιστον πρσωπο επλγη απ' την αιφνδια µετθεση της προτµησης του γροντα στον Μαξιµιλιαν: ο δυστυχς, εγκαταλειµµνος Φερδιννδος. Εν τοτοις, αυτς που τσον καιρ εχε κποιο µε το µρος του, αυτς που τσο καιρ απολµβανε την αποκλειστικ προτµηση του παππο της Μαργαρτας, φανεται πως δεν εχε ακµη απελπιστε.
    τσι εχαν τα πργµατα, ταν -τον Νοµβρη- τα φλλα, που ρχισαν να πφτουν οληµερς απ τα δνδρα, γµνωσαν και τις πλον απµερες γωνις και τις πλον πυκνς λχµες του δσους, αποκαλπτοντας το πτµα του δεσµοφλακα, χι µως στην κατσταση που εχαµε εικσει εγ και ο στενς φλος. χι· εχε πεθνει µε σαφς φρικιαστικτερο τρπο. Τον εχαν σταυρσει. Το αλησµνητο εκενο δντρο φερε στον κορµ του την ακλουθη σντοµη αλλ γρια επιγραφ:

   Τ. Χ.  ΔΕΣΜΟΦΥΛΑΚΑΣ ΣΤΗ... ΣΤΑΥΡΩΘΗΚΕ 1 ΙΟΥΛΙΟΥ 1816

     Ανακλυψη σκωσε στη πλη θελλα συζητσεων που στη διρκει της δεν ακοστηκε το παραµικρ για τον κατακρεουργηµνο. Αντθετα, κραυγς εκδικητικς ικανοποησης βγαιναν απ πολλ φτωχσπιτα και κκλωναν κυριολεκτικ την ακο µου, που πγαινα. Το µσος καθεαυτ µοιαζε φρικτ και αντιχριστιανικ, ιδως αφο ο νθρωπος κατ του οποου στρεφταν ταν δη νεκρς. µως -κατοι φρικτ, σατανικ- δεν παυε να διαθτει κποιο εδος καριας εκφραστικτητας, θεωροµενο ως µτρο και δεκτης της επικατρατης καταπεσης η οποα το εχε γεννσει. 
     Στην αρχ, ταν η απουσα του δεσµοφλακα ταν ακµη πρσφατη και η συνεπαγµενη επιβεβαωση της παρουσας των δολοφνων ανµεσ µας εχε επαναφρει το στοιχεο της αγωνας στις σκψεις µας, λγοι σαν εκενοι που αναφρονταν στο γεγονς, χωρς να γεννται µσα τους το συνασθηµα του φβου. µως τρα τα πργµατα πραν λλη τροπ. Απ την στιγµ που ο δεσµοφλακας ταν νεκρς επ µνες, που στη διρκεια τους το χρι του δολοφνου αδρανοσε, λοι λπισαν πως σως εχε περσει πια η θελλα που συγκλνιζε τσον καιρ την πλη  µας,  πως  η  γαλνη  θα  επστρεφε  στις  καρδις  µας,  οι  απροσττευτοι  θα µποροσαν επιτλους να κοιµηθον µε ασφλεια και οι αθοι δχως αγωνα. Η ειρνη θα επστρεφε στα σπτια µας και η γαλνη στα παραγνια µας. Τα παιδι θα πγαιναν µε χαρς και γλια στα κρεβατκια τους κι οι γροι θα 'καναν µε την ησυχα τους τη προσευχ τους. Η εµπιστοσνη αποκαταστθηκε, η ειρνη παλινορθθηκε και -για µιαν ακµη φορ- η ιερτητα της ανθρπινης ζως γινε καννας, θεµελιδης αρχ, που οδηγοσε τα χρια λων. Απραντη ταν η χαρ· πανανθρπινη η ευτυχα.
     Ω, Ουρανο! Τι κεραυνς ταν εκενος που µας χτπησε απροσδκητα! Την νχτα στις 27 ∆εκεµβρη κι εν απολαµβναµε την ασθηση ασφαλεας, που 'χε πια εγκαθιδρυθε για τα καλ ανµεσ µας, µισ ρα µετ τα µεσνυχτα -τσο θα πρπει να ταν- σµανε γενικς συναγερµς πως κτι συνβαινε στο σπτι του κυρου Λµπενχαµ. Τερστιο ταν το πλθος των πολιτν που κατφθασαν µε κοµµνη την ανσα απ την αγωνα. Μσα στα επµενα δο λεπτ, κποιος που εχε τρξει προς την πσω πλευρ του σπιτιο, ακοστηκε να τραβ το µνταλο της εισδου. ταν αδνατον να προφρει την παραµικρ λξη· µως απ τα νεµατα που κανε προς το πλθος, καθς νοιγε διπλατα την πρτα, καταλβαµε αρκετ. Στην κρη της εισδου και σαν να συνελφθησαν εν προσπαθοσαν να διαφγουν προς την πσω πρτα, βρσκονταν τα ψυχα σµατα του γηραιο κυρου Λµπενχαµ και της ηλικιωµνης χρας αδελφς του. Στην σκλα κειτταν η λλη -νετερη και γαµη, αλλ νω των εξντα ετν- αδελφ του. Η εσοδος και τα πρτα σκαλι σταζαν αµα. Μα, πο ταν η δεσποινς Λµπενχαµ, η εγγον; Το ερτηµα ορθθηκε σαν κραυγ αγωνας απ το πλθος, διτι η να ταν χι µνον εξαιρετικ συµπαθς αλλ απολτως αρεστ σε λους. σαν ραγε τσο σατανικο, τσο κτηνδεις οι δολοφνοι στε να βεβηλσουν αυτν τον ζωνταν να της αθωτητας και της ευτυχας; λοι το διο αγωνιδες ερτηµα θεταν και λοι κρατοσαν την ανσα τους, προσµνοντας κποιαν απντηση. µως κανες δεν τολµοσε να προχωρσει στην διαλεκανση του ζητµατος, δεδοµνης  της δυσοωνης σιωπς που κυριαρχοσε στο εσωτερικ του σπιτιο. Κποτε, ακοστηκε κποιος απ τους παρευρισκµενους να λει πως η δεσποινς Λµπενχαµ εχε ξεκινσει το πρω της διας ηµρας για το σπτι ενς φλου, που βρισκταν σαρντα µλια µακρι, στο δσος.
 -"Αλµονο!" αναφνησε κποιος λλος. "Σκπευε να το κνει, µ' κουσα πως κτι τη εµπδισε, την τελευταα στιγµ".
     Η αγωνα κορυφθηκε και το πλθος ρµησε στο σπτι, ερευνντας σπιθαµ προς σπιθαµ τα δωµτια. ∆εν στθηκε µως δυνατν να ανακαλψουν το παραµικρ χνος της δεσποινδος Λµπενχαµ. Λγο αργτερα, ανβηκαν στο επνω πτωµα και ανακλυψαν την Μαργαρτα. Βρισκταν στον µικρ προθλαµο του κοιτνα της, µε το φρεµα φρικτ µατωµνο. Η πρτη εντπωση που δωσε η αθλα κατστασ της ταν πως -το δχως λλο- εχε πσει και αυτ θµα της µανας των δολοφνων. Πλην µως, η εκ του σνεγγυς λεπτοµερστερη παρατρηση, δειξε πως δεν φερε τραµατα και πως η ζω δεν την εχε εγκαταλεψει, δεδοµνου τι η ανσα της -αν και ιδιαζντως ασθενς- θλωσε την επιφνεια του καθρφτη και τα µλη της ταρζονταν απ κποιο εδος ανεπασθητων σπασµν. Η πρτη ενργεια των συγκεντρωµνων ταν να την µεταφρουν στο σπτι κποιου φλου, στην λλη κρη του δρµου, που την περµενε ιατρικ βοθεια. Το πλθος συνρευσε στο µικρ δωµτιο και οι γιατρο αναγκστηκαν να τους εκδιξουν, χι µως πριν τους δοθε αρκετς  χρνος  για  να  παρατηρσουν  πως  κποιος  απ  δολοφνους  -δη λουσµνος µε το αµα το θυµτων του- θα πρπει να µετφερε την δεσποινδα Λµπενχαµ στον καναπ, που και βρθηκε ηµιθανς, δεδοµνου τι το πρσωπο και ο λαιµς της εχαν ξεπλυθε µε φθονο νερ, εν να γεµτο ποτρι εχε αφεθε - προφανς για να το βρει πρχειρο ταν θα συνερχταν- στο τραπεζκι, ακριβς δπλα της.
     Το επµενο πρω, ο Μαξιµιλιανς, που κυνηγοσε ελφια στο δσος, επστρεψε στη πλη και πληροφορθηκε αµσως τα πντα. Τον χασα για αρκετς ρες και ταν εµφανστηκε πλι µπρος µου, τροµερ αναστατωµνος, µπορ να πω µε κθε βεβαιτητα πως δεν τον εχα ξαναδε σε ττοια κατσταση. Το απγευµα, διρρευσε λλη µα συνταρακτικ και, ασφαλς, ξια απορας εδηση, για την κατσταση της δεσποινδος Λµπενχαµ, µια εδηση που θλιψε βαθτατα κθε πραγµατικ φλο της. Η τσο συµπαθς σε λους νεαρ εχε καταληφθε αιφνιδως απ πνους τοκετο και εχε φρει πρωρα στην ζω ναν γιο, που δε κατρθωσε να επιβισει παρ µνον  λγες ρες. Μολατατα, το σκνδαλο δεν πρλαβε να απολασει τον φανταστικ θραµβ του, δεδοµνου τι δο ρες µετ την κυκλοφορα της σχετικς φηµολογας, επαληθεθηκε µια δετερη, η οποα λεγε πως ο Μαξιµιλιανς, συνοδευµενος απ τον πνευµατικ της οικογενεας των Λµπενσταν, παρουσιστηκε στην οικα του αρχιδικαστ και κατθεσε ικανοποιητικς αποδεξεις του γµου του µε την Μαργαρτα, ο οποος εχε τελεστε δξη και τιµ -αν και µε πλρη µυστικτητα- πριν απ περπου οκτ µνες. Στην πλη µας -µα και στις λλες πλεις της χρας- οι µυστικο γµοι, οι οποοι τελονταν µε την συµµετοχ µνο δο σως φλων του ζεγους και, φυσικ, απ τον αρµδιο ιερα, σαν εξαιρετικ συχνο. Ως εκ τοτου, το γεγονς καθεαυτ δεν θα πρεπε να µας εκπλττει. ∆εδοµνης µως της ντασης που εχε αναπτυχθε ανµεσα στον παππο της δεσποινδος Λµπενχαµ και τον Μαξιµιλιαν, µας εξπληξε και πολ µλιστα. Κανες δεν µποροσε να φανταστε τον λγο για τον οποον οι νοι προβησαν σε αυτν την προφανστατα περιττ ενργεια. Γιατ, αν ο Μαξιµιλιανς ισχυριζταν πως ο µυστικς γµος ταν ο µοναδικς συνετς επιβεβληµνος απ την ανγκη τρπος, προκειµνου να εξασφαλσει το χρι της Μαργαρτας Λµπενχαµ, πριν ο παππος της οριστικοποισει την διαφωνα του, κθε λλο παρ θα πειθε ποιον γνριζε αµφτερα τα µρη, ποιον γνριζε την αδυναµα που τρεφε ο γρων στο πρσωπο της εγγονς του, την προοσα νοι του, µα και την αδιαφορα του διου του Μαξιµιλιανο για τις απψεις του µλλοντος παππο του. Συνεπς, το λο ζτηµα καλυπτταν απ πυκν µυστριο.
    Εγ, απ τη πλευρ µου, απλαυσα ιδιαιτρως το γεγονς πως το νοµα της τυχης Μαργαρτας ξφυγε απ τα αρπακτικ νχια των σκανδαλοθρων. Οι ρπυιες αυτς καιροφυλακτον αν πσα στιγµ, αρπζουν το θµα τους και το κατασπαρζουν πραυτα, δνοντας που βρεθον κι που σταθον τις ανερες συνεστισεις τους. Γι’ αυτ χρηκα, παρ το γεγονς πως δεν υπρχε τποτε ευχριστο στην κατσταση της τυχης κοπλας. µεινε πολ καιρ στο κρεβτι, σε κατσταση αναισθησας. ∆εν µιλοσε, δεν δειχνε να ακοει. νοιγε σπανως τα µτια της και ττε γινταν εµφανς η αδυναµα της να αντιληφθε τις αλλαγς του περιβλλοντος: αν ταν ηµρα νχτα, πρω απγευµα, σµερα εχθς. Τροµερ ταν η θελλα που συντραζε την καρδι του Μαξιµιλιανο στην διρκεια λων εκενων των ηµερν. Περνοσε σχεδν λη την ηµρα στον καθεδρικ να, βηµατζοντας ασταµτητα, και οι γριες επιθσεις της αγωνας στην φυσικ σκευ του απεικονζονταν αδρ στην αλλοωση των χαρακτηριστικν του προσπου του. σοι τον συναντοσαν νοιωθαν πως ακµη και το συντοµτερο βλµµα τους θα µποροσε να προσβλει την ιερτητα της θλψης του. Η πλη ολκληρη ζοσε το δρµα του.
     Προντος του χρνου, η κατσταση της Μαργαρτας παρουσασε κποιαν αλλαγ, την οποα µως οι γιατρο παρουσασαν στον Μαξιµιλιαν ως αµφιβλου αξας. Η συχντητα των παραληρηµατικν επεισοδων δεν µειθηκε· µεταβλθηκε µνον ο χαρακτρας τους. Η ασθενς παρουσασε ντονη υπερδιγερση. Συχν πεταγταν και προσλωνε το βλµµα σε ορισµνο σηµεο του δωµατου σαν να βλεπε κποια φανταστικ µορφ. Ευθς ως, της απηθυνε τον λγο µε τον πλον αξιοθρνητο τρπο: τα δκρυα τρεχαν ποτµια στα µγουλ της και ικτευε το ραµα να σπλαχνιστε τον γροντα παππο της.
 -"Κοιτξτε", κραγαζε, "κοιτξτε τη χιονοσκεπ αυτ κεφαλ! Ω, κριε! να µικρ παιδ εναι. ∆εν καταλαβανει τι λει. Σντοµα, πολ σντοµα θα αναχωρσει για τον τφο, θα βγει απ τον δρµο σας, δεν θα σας γνεται πια εµπδιο".
     πειτα κατρρεε, ο λγος της µετατρπονταν σε ακατληπτο ψθυρο, που διαρκοσε επµονα ρες ολκληρες, διακοπτµενος ενοτε απ κρσεις µανας, στην διρκεια των οποων λεγε πργµατα που τρµαζαν τους παρευρισκοµνους, και καθιστοσαν τους γιατρος πολ σκεπτικος. Τλος αναλυταν σε λυγµος και καλοσε τον Μαξιµιλιαν να λθει για να την βοηθσει. µως σπανως το νοµ του περνοσε απ τα χελη της, δχως να αρχσει πλι να ερευν τον χρο µε γριες µατις, να πετγεται στο κρεβτι της και να παρατηρε κποιο φντασµα -µλις βγαλµνο απ την δστυχη, φλεγµενη καρδι της- να χνεται πρα, µακρυ.
     Μετ απ επτ εβδοµδες αλλεπλληλων κρσεων, λως αιφνιδως, να πρωιν της γλυκτατης νοιξης, που εχε τσο πριµα ενσκψει, πληροφορηθκαµε µιαν αλλαγ στην κατσταση της Μαργαρτας, µιαν αλλαγ, η οποα -αλµονο!- προοινιζε την µεγαλτερη  των  αλλαγν. Η σγκρουση, που τσον καιρ διαδραµατιζταν µσα της και κατσχυε των λογικν της, λαβε τλος· η µχη λιξε και η φση αποκατστησε την αινια γαλνη της. Στην διρκεια της προηγοµενης νχτας εχε αναλβει τις αισθσεις της. ταν το φως του πρωινο διαπρασε τις κουρτνες του δωµατου της, αναγνρισε τους παρασττες της, ζτησε να πληροφορηθε τον µνα και την ηµρα του τους. πειτα, αισθανµενη τον θνατο να πλησιζει, αξωσε να καλσουν τον πνευµατικ της.
     Επ µα και µισ ρα µεινε µνη µε τον ιερα. Μετ το πρας της εξοµολγησης, ο πνευµατικς νοιξε την πρτα και κλεσε τους παρευρισκοµνους, διτι -πως επε- η Μαργαρτα εχε λιποθυµσει. Ο διος ο ιερας θα πρπει να λιποθµησε αρκετς φορς στην διρκεια της εξοµολγησης, αν κρνουµε απ τις δραµατικς αλλαγς που εχε υποστε το παρουσιαστικ του. Του µλησα, αναγκστηκα να του επισηµνω την παρουσα µου, µα εκενος δεν µε κουγε, δεν µε βλεπε καν, δεν βλεπε κανναν. Κατευθνθηκε µε γοργ βµα προς τον καθεδρικ να, που ταν ββαιος πως θα βρισκε τον Μαξιµιλιαν να περιφρεται ανµεσα στα µνµατα. Τον ρπαξε απ το χρι, του ψιθρισε κτι στο αυτ και αποτραβχτηκαν σε να απ τα πολλ παρεκκλσια, που τα κερι δεν σβηναν ποτ. Εκε, εχαν µιαν εξαιρετικ σντοµη κουβντα, αφο -πριν περσουν δο λεπτ- ο Μαξιµιλιανς κατευθυνταν γοργ προς το σπτι, που ψυχορραγοσε η νεαρ σζυγς του. Χρειστηκε, λες, να µνο βµα για να ανεβε την σκλα, που οδηγοσε στο επνω πτωµα. Οι παρασττες, σµφωνα µε τις οδηγες που εχαν πρει απ τους γιατρος, στθηκαν στο κεφαλσκαλο για να τον εµποδσουν. µως ταν περιττ µια ττοια ενργεια. Μπροστ στο δικαωµα του εραστ και συζγου, µπροστ στο ιερ δικαωµα της θλψης που ργωνε το πρσωπ του, κθε προσπθεια αντιπαρταξης ταν προορισµνη να σβσει σαν νειρο. Εξλλου η µανα που εχε συσσωρευτε στο βλµµα του ταν δη τροµερ. Μια κνηση του χεριο  του  ρκεσε  για  να  τους  σκορπσει  σαν  µγες  κτω  απ  τον  λιο  του καλοκαιριο. Μπκε στο δωµτιο και βρθηκε -για τελευταα φορ- πλι στην αγαπηµνη του.
     Ποιος -απρονητος κι οπωσδποτε υποκριτς- θα µποροσε να εικσει καν τη φση σων διαµεφθηκαν εκε µσα; Πρασαν πνω απ δο ρες, στην διρκεια των οποων η Μαργαρτα κατφερνε -συχν, το δχως λλο- να ψιθυρζει ορισµνες λξεις, αφο οι παρασττες, που εχαν εκδιωχθε απ το δωµτιο και περιφρονταν στον διδροµο, αντιλφθηκαν -ουκ ολγες φορς- την φων του Μαξιµιλιανο να αποκτ τνο απαντητικ. Κποτε, ακοστηκε ο νευρικς χος του µικρο κουδουνιο που βρισκταν δπλα στο κρεβτι. Η Μαργαρτα φνηκε προς στιγµν να καταβυθζεται, µα ανκτησε τις αισθσεις της πριν προλβουν καν να την πλησισουν οι γυνακες που σπευσαν. ∆εν χρειστηκε τις φροντδες τους, ωστσο εκενες -αδυνατντας να ελγξουν το στοργικ ενδιαφρον που τις διακατεχε- παρµειναν στο δωµτιο µε τα µτια προσηλωµνα στο τραγικ ζεγος. Κρατοσαν σφιχτ ο νας τα χρια του λλου και το βλµµα της Μαργαρτας περιβαλε τη µορφ του Μαξιµιλιανο µε µιαν απµακρη ανταγεια αγπης, που σµαινε -το δχως λλο- πως η να δεν θα µποροσε για πολ ακµη να µιλ. Εκενην ακριβς την στιγµ κανε µιαν αδναµη προσπθεια να τον φρει κοντ της. Εκενος γειρε και την φλησε µε µιαν αγωνα, που θα φερνε δκρυα και στον πλον ανλγητο των ανθρπων. πειτα της ψιθρισε κτι στο αυτ. Οι παριστµενοι σπευσαν να αποχωρσουν, θεωρντας εκενον τον ψιθυρισµ ως σαφ απδειξη του γεγοντος πως η παρουσα τους εµπδιζε την ελεθερη επικοινωνα των νων. µως, δεν τους κουσαν να ανταλλσουν την παραµικρ κουβντα και, αφο περµεναν δκα λεπτ, επστρεψαν στο δωµτιο. Οι νοι κρατοσαν ακµη ο νας τα χρια του λλου σφιχτ· η δια τρεµµενη ακτνα τρυφερτητας, η δια απµακρη ανταγεια αγπης, πληµµριζε το βλµµα της Μαργαρτας. µως τρα τα µτια της µοιαζαν  να σβνουν, να σκεπζονται ταχτατα απ την πυκντερη οµχλη. Ο Μαξιµιλιανς, που καθταν δπλα της σαν αποσβολωµνος, σαν να µην εχε καν ασθηση του δρµατς του, υπκουσε στην αβρ αξωση των γυναικν, και εγκατλειψε το κθισµ µου, συνειδητοποιντας ξαφνικ πως το αγαπηµνο χρι, που µχρι εκενη την στιγµ σφιγγε το δικ του, δεν σλευε πια. Η απµακρη ανταγεια αγπης εχε χαθε. Μα απ τις παριστµενες γυνακες τς κλεισε τα βλφαρα και το πλον ερσµιο νθος της πλης µας κοιµθηκε για πντα.
     Η επιµνηµσυνος δηση τελστηκε τσσερις ηµρες µετ τον θνατ της. Το πρω εκενης της ηµρας, κυριολεκτικ συντετριµµνος -την γνριζα απ πολ µικρ- παρακλεσα να µου επιτραπε η εσοδος στον χρο που αναπαυταν. Την εχαν δη τοποθετσει στο φρετρο. Αγρικρινα και ανεµνες στλιζαν το αθο στθος της· ρδα -του εδους που επτρεπε η εποχ- πλαισωναν το πρσωπ της. Τα νθη, καθς και τα διφορα λλα γλυκτατα σµβολα της νετητας, της νοιξης και της εκ νεκρν αναστσεως, σαν τα πρτα πργµατα που προσλκυσαν το βλµµα µου. Πολ σντοµα, µως, παρατρησα το πρσωπ της. Κριε Μεγαλοδναµε! Τι αλλαγ! Τι µεταµρφωση! Κατοι η γλυκτης και η ερασµιτητα δεν εχαν εγκαταλεψει την κφρασ της, κθε χνος σρκας εχε εξαφανιστε απ τα χαρακτηριστικ της· δεν απµενε παρ µνο το διγραµµα του κρανου της: ανεπασθητες µολυβις και πινελις αυτο που υπρξε κποτε. Αυτς ταν ο λγος που αναφνησα:
 -"Χους και εις χουν, σποδς και επ σποδο!"
     Ο Μαξιµιλιανς, προς κατπληξιν λων µας, παρακολοθησε τη ταφ, η οποα γινε στον καθεδρικ να. Του κναµε χρο να σταθε µπροστ. Στιγµς στιγµς φαινταν πολ συγκεντρωµνος. λλοτε, δειχνε τοιµος να σωριαστε, σα µεθυσµνος. κουγε δχως να ακοει· βλεπε σαν να ονειρευταν. Η λειτουργα τελστηκε στο φως των κεριν και προς το τλος, ο νος στεκταν ασλευτος σαν πτρα, παγωµνος, βυθισµνος σε λθαργο. Πλην µως, ταν το ξσπασµα της χορωδας και οι τροµερο χοι του τερστιου οργνου ακολοθησαν το σφργισµα του µνµατος, συνλθε και κατευθνθηκε µε γοργ βµα προς το σπτι. Μισ ρα µετ την επιστροφ µου, µε κλεσε στην κµαρ του. Βρισκταν στο κρεβτι, ρεµος και σκεπτικς. Θυµµαι λα σα µου επε, θυµµαι ακµη και τον τνο της φωνς του, σαν να ταν εχθς, παρ το γεγονς πως χουν περσει πλον των εκοσι ετν απ ττε.
 -"∆εν µου µνει πολλ ζω ακµη", ξεκνησε να λει αποφασιστικ, µα ταν κατλαβε πως το ενδεχµενο να 'χε πρει δηλητριο µ' θεσε αµσως σε επιφυλακ, ο τνος του γινε ηπιτερος. "Θα φανταστκατε σως πως µπορε να πρα δηλητριο· τρα πια δεν χει καµα σηµασα. Αν πρα, δεν υπρχει αντδοτο. Αν δεν πρα γνωρζετε πολ καλ πως ορισµνες µορφς θλψης δεν αφνουν καννα περιθριο επιβωσης. Ποα λοιπν, η διαφορ; Θα 'χε σηµασα αν φευγα απ αυτν τον κσµο σµερα, αριο µεθαριο; Να εστε ββαιος πως οποιαδποτε και αν εναι η απφασ µου, δεν υπρχει ανθρπινη δναµη ικαν να της εναντιωθε. Γι’ αυτ, µην αναλωθετε σε σκοπες προσπθειες. Ακοστε µε συχα συχα, αλλις γνωρζω πολ καλ τι πρπει να κνω".
     Η φρκη που µου προκλεσε η εγκλωβισµνη -πλην θηριδης- µανα του βλµµατος µε το οποο επιχειροσε να µε καθηλσει στην θση µου, δεν µπρεσε να αποσπσει την προσοχ µου απ τις αργς αλλαγς στις οποες υπκειντο σταδιακ τα χαρακτηριστικ του, και οι οποες µε πληροφοροσαν πως κποιο ισχυρ δηλητριο επιδροσε καταλυτικ στον οργανισµ του. Συγκατατθηκα και τον κουσα συχος.
 -"Αυτ εναι το καλτερο που χετε να κνετε, διτι µου αποµνει ελχιστος χρνος. Εδ βρσκεται η διαθκη µου, κατ τον νµο υπογεγραµµνη. πως θα δετε, εναποθτει µιαν αχαν περιουσα στην συνετ διαχερισ σας. Εδ πλι βρσκεται γγραφο κατ τη γνµη µου πολ σηµαντικτερο. χει επσης την ισχ διαθκης και σας δεσµεει µε ρους των οποων η τρηση ενδχεται να µην εναι τσο εκολη σο η διαχεριση της περιουσας µου. Τρα ακοστε κτι εντελς σχετο και προς τα δο αυτ γγραφα. Πρτα µως, υποσχεθετε µου, ορκιστετε µου, πως ταν πεθνω θα µε ενταφισετε στο διο µνµα µε την σζυγ µου, απ της οποας την κηδεα µλις επιστρψαµε. Υποσχεθετε".
     Υποσχθηκα.
 -"Ορκιστετε".
     Ορκστηκα.
 -"Κτι τελευταο· υποσχεθετε µου πως αφο διαβσετε το δετερο γγραφο, θα τηρσετε απλυτη σιωπ επ του θµατος, δεν θα ανακοινσετε τις σκψεις σας σε κανναν, πριν περσουν τρα χρνια απ τη\ µρα του θαντου µου".
     Του 'δωσα και αυτν την υπσχεση.
 -"Και τρα, αντο σας για τις επµενες τρεις ρες. Ελτε πλι στις δκα ακριβς και πιετε να ποτρι κρασ σε ανµνηση των παλαιν ηµερν".
     Τα τελευταα λγια τα πρφερε σχεδν γελντας, µα δη νας ερεβδης σπασµς ρχιζε να διατρχει το πρσωπ του. Εν πση περιπτσει, θεωρντας πως µπορε να µην ταν παρ αποτλεσµα των εναγνιων πνευµατικν διεργασιν που συντελονταν µσα του, συµµορφθηκα µε την επιθυµα του και αποχρησα. Ωστσο, κθε λλο παρ συχος νιωθα. Επινησα, λοιπν, κποια πρφαση και µιµιση ρα πριν την λξη του χρονικο διαστµατος που απατησε να του παρσχω, χτπησα διακριτικ τη πρτα της κµαρς του. ∆εν πρα απντηση. Χτπησα πιο δυνατ. Οτε και αυτν την φορ απντησε. Μπκα µσα. Η µρα εχε γερει πια κι  απλωνταν παντο απλυτο σκοτδι. ∆εν µποροσα να διακρνω τποτε. Ωστσο, η απλυτη σιωπ που βασλευε στο δωµτιο µε θεσε σε επιφυλακ. Αφουγκρστηκα µε προσοχ. Μτε ανσα. τρεξα στον διδροµο, ρπαξα να κηροπγιο και επστρεψα. ριξα το βλµµα µου στην αρρενωπ καλλον του θαυµαστο νου και διαπστωσα αµσως πως τα ερσµια χαρσµατ του εχαν αναχωρσει για πντα απ τον κσµο ετοτο. Εχε πεθνει πιθανς αµσως µετ την αναχρησ µου. Κποιο µλις αφυπνισµνο νστικτο τον πληροφοροσε πως η ρα της τελικς αγωνας πλησαζε και γι’ αυτ φρντισε να µε αποµακρνει εγκαρως.
     Πρα τα γγραφα που µου εχε υποδεξει ως διαθκες του. Και τα δο εχαν µορφ επιστολς προς το πρσωπ µου. Το πρτο ρχιζε µε µια σντοµη -αν και σαφ- κθεση της τερστιας περιουσας του. Στην συνχεια εκτθονταν οι γενικο ροι µε τους οποους θα πρεπε να διανεµηθε η περιουσα, μα λεπτοµρειες επαφονταν στη διακριτικτητ µου και στις περιστσεις, πως ενδεχοµνως θα διαµορφνονταν µετ τη διεξαγωγ ορισµνων απαρατητων ερευνν. Το πρτο αυτ γγραφο δεν ργησα να το βλω στην κρη, αφενς επειδ η εκτλεση των ρων του δεν θα µποροσε να γνει δχως τις διευκρινσεις που περιχονταν στο δετερο κι αφετρου επειδ λπιζα πως το δετερο εκενο θα ρξει φως σε ορισµνα µυστρια που µε απασχολοσαν ντονα: την βαθτατη θλψη που λως περιργως µου γεννοσε -απ µιας αρχς- η παρουσα ενς τσο γενναιδωρα προικισµνου απ την φση και την τχη νου· τις µυστηριδεις δυνµεις που συνθεταν µε επσης µυστηριδη τρπο την κπαγλη προσωπικτητ του και σως σως (ττε αµφβαλα ακµη) τους πρσφατους αδιανητους φνους, που καλπτονταν απ να πυκν σννεφο αγνωσας. Τα περισστερα θα φωτζονταν· σως και λα. Κθισα, λοιπν, εκε, δπλα στο ψυχο σµα του προικισµνου και µυστηριδη συντκτη και διβασα τα ακλουθα:

"26 ΜΑΡΤΙΟΥ 1817.

     Η καταδκη µου ληξε· η συνεδηση, το πεπρωµνο, η τιµ µου, εναι ελεθερα πια· ο αγνας µου ολοκληρθηκε. Εδα για τελευταα φορ τη Μαργαρτα, την αθα νεαρ σζυγ µου, το αγλισµα της γινης ευδαιµονας µου, τον µνο πειρασµ που ορθθηκε ανµεσα σε εµνα και το πικρ ποτρι του χρους µου, τον µνο λγνο περισπασµ (Ω, αθα λαγνεα!) απ το αδκαστο ργο που µου ανθεσε το πεπρωµνο µου, αυτν που τελικ θυσασα. Πριν συνεχσω -επειδ δεν θα θελα να κατηγορηθον αθοι για πρξεις που βαρνουν αποκλειστικ εµνα, αλλ κυρως επειδ η διδαχ και προειδοποηση την οποα ο Θες γραψε µε το χρι µου στα νοχα τεχη της πλης σας πρπει να καταστε σαφς- ακοστε την τελευταα επιθαντια οµολογα µου: οι φνοι, οι οποοι ξεκλρισαν τσες οικογνειες, καταστρατηγντας το συλο της οικογενειακς εστας και παραβιζοντας το απυρβλητο των γηρατειν, σαν προντα του νου - αν χι πντα των χεριν- εµο του ιδου, ως πληρεξοσιου εκτελεστ µιας φρικτς τιµωρας. Η κθεση του παρελθντος και των προοπτικν µου, την οποα λβατε απ τον Ρσο διπλωµατικ, εξαιρουµνων ορισµνων ασµαντων λαθν, ταν ως επ το πλεστον ακριβς. Στις φλβες του πατρα µου δεν τρεχε αµιγς - τουλχιστον απολτως αµιγς- αγγλικ αµα.  Ωστσο, εναι αλθεια πως προερχταν απ αγγλικ οικογνεια µε µεγαλτερη επιφνεια απ εκενην που δηλνει η ρωσικ κθεση. Ως γγλος αισθανταν υπερφανος· πσο µλλον αφο ο πλεµος µε την επαναστατηµνη Γαλλα εχε αναδεξει την   ηθικ και πολιτικ ανωτερτητα της Αγγλας. Η υπερηφνεια αυτ χαρακτηριζταν απ γενναιοψυχα, αλλ και - δεδοµνων των περιστσεων- απερισκεψα. Οι µεσοι πργονο του εχαν εγκατασταθε στην Ιταλα· αρχικ στην Ρµη και προς το τλος στο Μιλνο. µως η τερστια και διεσπαρµνη σε λη την χρα περιουσα του περιλθε -προοσης της επαναστσεως- στην κατοχ των Γλλων. Υπστη ουκ ολγες αρπαγς, αλλ τα πλοτη του αποδεχθηκαν ικαν να αντξουν τις χειρτερες µεισεις. Προεδε ωστσο πως οι εξελξεις θα εξθεταν σε πολ µεγαλτερους κινδνους τα κεφλαι του. Αρκετ ιταλικ κρατδια, αρκετο εντπιοι πργκιπες, του χρωστοσαν τερστια ποσ και δικρινε εγκαρως πως οι αναστατσεις που συγκλνιζαν τον τπο, θα παρεχαν στις αντιµαχµενες πλευρς κθε δικαιολογα, στε να αναστελουν την εξφληση των δυσβστακτων χρεν τους. Απ το αδιξοδο τον βγαλε η στεν σχση µε κποιον Γλλο αξιωµατοχο αριστοκρατικς καταγωγς, ο οποος του συνστησε να µπει στην υπηρεσα των Γλλων. Ο πατρας µου, ταν ταν νος, εχε κατ καιρος υπηρετσει διαφρους πργκιπες και εχε συναντσει µνον στρατιωτικος, που χαρακτηρζονταν απ ιδιατερη ασθηση της τιµς και της αξιοπρεπεας στις µεταξ τους επαφς. Στην προκειµνη περπτωση µως, βρθηκε για πρτη φορ µπροστ στην προδοσα και την καθολικ διαφθορ. ∆εν µποροσε να θσει το σπαθ του στην υπηρεσα ττοιων ανθρπων και χι για ττοιον λγο. Εν τοτοις, προντος του χρνου και υπ την πεση της ανγκης, αναγκστηκε να δεχθε ( µλλον να εξαγορσει αντ τεραστου αντιτµου) την θση του υπευθνου επισιτισµο στις γαλλικς δυνµεις που εχαν εγκατασταθε στην Ιταλα. Απ αυτν την θση, πτυχε τελικ να ικανοποισει λες τις αξισεις του επ των ταµεων των ιταλικν κρατιδων. Τα τερστια ποσ που αποκµιζε τα φυγδευε, µσω διαφρων οδν, προς την Αγγλα, που και σχηµτισαν µια σηµαντικτατη περιουσα. Εν τοτοις, µια απροσεξα του γινε αιτα να διαρρεσει κποια σχετικ πληροφορα, µε ολθρια αποτελσµατα. Αφενς οι προθσεις του συσχετστηκαν µε την αγγλικ καταγωγ του -η οποα τον καθιστοσε εκ των προτρων ποπτο και µισητ- και αφετρου περιορστηκε δραµατικ η δυναττητ του να δωροδοκε. Ορισµνοι υψηλβαθµοι Γλλοι αξιωµατικο µεταβλθηκαν σε ορκισµνους εχθρος του· γεγονς στο οποο συνβαλε και κποιος τρτος παργοντας. Η µητρα µου, την οποα εχε παντρευτε ταν υπηρετοσε µε τον βαθµ του ταξαρχου στον αυστριακ στρατ, ταν -και στην καταγωγ και στο θρσκευµα- Εβραα. Η εκπγλου οµορφις να εχε ζητηθε σε µοργανατικ γµο* [Υποσλιδη σηµεωση: * Μοργανατικς χαρακτηριζταν ο γµος µεταξ ατµου που φερε ττλο ευγενεας και ατµου ταπεινς καταγωγς, το οποο αποκλειταν απ τον ττλο ευγενεας και τα κοινωνικ προνµια του της συζγου. Η δια ρθµιση σχυε και για τα παιδι του ζεγους.] απ κποιον Αυστριακ αρχιδοκα, µα εχε απορρψει την πρταση, διτι στις φλβες της τρεχε το αγντερο και ευγενστερο αµα του Ισραλ. Η οικογνει της -σµφωνα µε τους ισχυρισµος των διων, τα σα µαρτυροσε η παρδοση, και τα αδισειστα στοιχεα που διθεταν οι πλον αξιπιστοι των Ιουδαων αρχιερων, αντλοσε την καταγωγ της απ τους Μακκαβαους5 και τους βασιλικος οκους της Ιουδαας. Ως εκ τοτου, η συγκατθεσ της σε ανισογαµα µε ναν -στω και περβλεπτο- πργκιπα θα την υποββαζε. Αυτ δεν θα πρπει να θεωρηθε ως κραυγαλα επδειξη µαταιοδοξας. Τσο στην Τρανσυλβανα -που η οικογνεια της µητρας µου απολµβανε πλοτη και τιµς και θση περοπτη- σο και στις παρακεµενες χρες, ταν απ αµνηµονετων χρνων κτι απολτως φυσικ. Οι προαναφερθντες Γλλοι αξιωµατικο, παντελς ανκανοι να κατορθσουν οτιδποτε ξιο λγου, επιτδειοι µνο στο κυνγι χυδαων φαντασισεων κι αναξιοπρεπν γελοιοττων, επιδθηκαν σε λλη µα απ τις συνηθισµνες προστυχις τους: τλµησαν να προσβλουν την µητρα µου µε προτσεις φρικτ ελευθεριζουσες, προτσεις που θεταν υπ αµφισβτηση χι µνον την κοινωνικ θση και την καταγωγ, αλλ το διο το πνευµατικ µεγαλεο, την δια την αγντητ της. Εκενη πληροφρησε τον πατρα µου, ο οποος καταρστηκε µε απστευτο χλο τον δεσµ υποταγς, που τον εµπδιζε να εκδικηθε για τις προσβολς. Επιπλον, οι αντερο του δεν διβασαν στο βλµµα του κτι περισστερο ανησυχητικ απ αυτ καθεαυτ το γεγονς της αδυναµας του να υπερασπιστε την σζυγ του. Στις προσβολς κατ της µητρας µου προστθηκαν και οι προκλσεις κατ του πατρα µου. Ττοιας λογς συµπεριφορς επτρεπαν στις γερµανικς πλεις οι παλαιο νµοι και τα θη· συµπεριφορς που δεν θα γνονταν ανεκτς οτε στην δια Γαλλα. Το γνριζαν καλ αυτ οι εχθρο του πατρα µου· το γνριζε µως και εκενος. Προσπθησε, λοιπν, να παραιτηθε απ το αξωµ του. Μα δεν κατφερε τποτε. ταν υποχρεωµνος να παραµενει στην θση του σε λη την διρκεια της γερµανικς εκστρατεας -που µλις ρχιζε- και πειτα να ακολουθσει τα στρατεµατα στην Friedland και την Eylau6.
     Εκε πιστηκε σε µιαν απ τις παγδες που του εχαν στσει. Πρτα περιπεσε -παρασυρµενος απ κποιον αντερο αξιωµατικ- σε υπηρεσιακ σφλµα, και πειτα παραβασε τον στρατιωτικ κανονισµ, αυθαδιζοντας µπροστ στον αξιωµατικ που τον εχε παγιδεσει. Η ευκαιρα που τσον καιρ γρευαν εχε ρθει· σηµειωτον πως βρσκονταν στην  καταλληλτερη για ττοιου εδους δολοπλοκες περιοχ της Γερµανας. ριξαν τον πατρα µου στην φυλακ της πλης σας, που ο απνθρωπος δεσµοφλακας και οι ειδεχθες τοπικο νµοι σας ανλαβαν να τον συνθλψουν. Οι κατηγορες που τον βρυναν δεν θεταν σε κνδυνο την ζω του. τσι, φτασε στο χεριστο σηµεο του εξευτελισµο να ικετεσει, προκειµνου να του επιτραπε να δει την σζυγο και τα παιδι του. Αυτ καθεαυτ το γεγονς, η ατιµωτικ προσφυγ στην ευχρεια του χειρτερου εχθρο του, αποτελοσε δη µιαν εξαιρετικ σκληρ ποιν, για το υπερφανο πνεµα του. µως δεν ταν µρος του σχεδου τους να του αρνηθον. νας αγγελιοφρος του στρατο, εφοδιασµνος µε τα απαρατητα για το ταξδι, ξεκνησε χωρς καθυστρηση. Η µητρα µου, οι δο αδελφς µου και εγ, ζοσαµε ττε στην Βενετα. Εγ, µε την βοθεια των διασυνδσεων του πατρα µου στην Αυστρα, εχα καταλβει µια πολ σηµαντικ για την ηλικα µου θση στον αυτοκρατορικ στρατ. µως, µετ την αναχρηση του πατρα µου µε τους Γλλους για την βρειο Ευρπη, η µητρα µου µε κλεσε κοντ της. χι πως η ηλικα µου θα µποροσε να µου επιτρψει να παξω τον ρλο του προσττη -εχα δεν εχα συµπληρσει το δωδκατο τος µου- αλλ η πρωρη ανπτυξ µου και η ιδιτητα του στρατιωτικο, µε εχαν εφοδισει µε αρκετ γνση του κσµου κι ευστροφα.
     Προσπερν τα του ταξιδιο µας. Σηµεινω µως πως εν πλησιζαµε στην πλη σας, στον τφο της τιµς και της ευτυχας της τυχης οικογενεας µου, η καρδι µου συγκλονιζταν απ ξφρενες συγκινσεις. ∆εν εχα δει τον σεπτ τρολο του καθεδρικο σας απ το δσος, µως αναθεµατζω το σχµα του, γιατ µου θυµζει λα σα τραβξαµε ανµεσα στα δντρα. Εµφανστηκε ξαφνικ, κµποσα χιλιµετρα πριν φτσουµε στα τεχη: να σηµδι ελπδας στον γαλαν ουραν. Μα δεν δειχνε να µεγαλνει, σο και αν προχωροσαµε. Αυτ ταν το παρπονο της µικρς µου αδελφς, της Μιριµ. Αθο µου παιδ! ∆εν θα µεγλωνε ποτ µπροστ στα µτια σου· θα µενε για πντα µακρι! Ττε ρχισαν οι θηριδεις εξευτελισµο, που µελε να τερµατσουν την σταδιοδροµα της δστηνης οικογενεας µου. ταν φτσαµε κατκοποι στην πλη, ο αξιωµατικς που λεγχε τα διαβατρια, παρατρησε πως η µητρα κι οι αδελφς µου αναγρφονταν ως Εβραες· χαρακτηρισµς τον οποο η µητρα µου (προερχµενη απ τπο ιδιατερα φιλξενο για τους Ιουδαους) θεωροσε πντα ττλο τιµς. Ττε ο υπεθυνος αξιωµατικς φναξε κποιον υφιστµεν του, οποος απατησε µε τους χυδαιτερους ρους διδια. Υποθσαµε πως τα διδια αφοροσαν στην µαξα και τα λογα, µα σντοµα βγκαµε απ την πλνη µας. Απαιτοσαν για την µητρα και τις δο αδελφς µου το διο  κατ κεφαλν ποσ που παιρναν για τα υποζγια. Φαντστηκα πως γινταν  κποιο λθος, απευθνθηκα ευγενικτατα στον αρµδιο υπλληλο και -για να εµαι δκαιος- δεν εχε καµα πρθεση να µας προσβλει. µως µου παρουσασε µα ντυπη  πινακδα,  στην  οποα  -δπλα  στα  λογα  κτνη-  υπρχαν  οι  λξεις "Εβραος" και "Εβραα", ακολουθοµενες απ το εν λγω ποσ. ταν διαµαρτυρηθκαµε, οι υπεθυνοι για την φλαξη της πλης αξιωµατικο χαµογλασαν ειρωνικ και οι αµαξδες τους µιµθηκαν. Και λα αυτ, εν θα πρεπε να βρσκονταν γονατιστο και να αποτνουν τιµς σε τρα πλσµατα των οποων το κλλος συναγωνιζταν την ευγεν καταγωγ τους. Η µητρα µου, η οποα δεν εχε αντιµετωπσει ποτ τσο κατφορη προσβολ της εθνικς προλευσς της, δεν µποροσε καν να µιλσει απ την κπληξη και την ταραχ. σκυψα προς το µρος της, της θµισα ψιθυριστ την εθνικ αξιοπρπει της, κατβαλα το ποσ και συνεχσαµε προς την φυλακ. µως εχε δη περσει η ρα του επισκεπτηρου. Επιπλον, η µητρα και οι αδελφς µου, ως Εβραες, δεν επιτρεπταν να παραµενουν στην πλη µετ την δση του ηλου. πρεπε να προυν τον δρµο για την εβρακ περιοχ. Επρκειτο για να αποµεµακρυσµνο τµµα των προαστων, στο οποο ταν µλλον αδνατον να βρεθε κποιο απολτως καθαρ µρος για διανυκτρευση. Την εποµνη, βρκαµε ντροµοι τον πατρα µου να ψυχορραγε. Στην µητρα µου δεν ανφερε τις αθλιτητες που υπστη. Εµνα µου επε πως οι προσβολς και οι ατιµσεις τον οδγησαν στην τρλα, εππληξε δριµτατα τους στρατοδκες για την ολθρια συνθει τους να χρηµατζονται, δλωσε πως του γινε δη πρταση να αποσυρθον οι κατηγορες αντ του ποσο των δο εκατοµµυρων φργκων και πως ο µνος λγος για τον οποον δεν την αποδχθηκε ταν το αφεργγυο πρσωπο που την πραγµατοποησε. “Θα παιρναν τα χρµατα”, συµπλρωσε, “και πειτα θα βρισκαν κποια πρφαση για να µε σκοτσουν, να µου κλεσουν το στµα”. Πραγµατικ, αυτ ταν πολ αληθιν στε να του συγχωρεθε. Οι αρχς του τπου συνεργστηκαν µε την συµµορα των διεφθαρµνων στρατιωτικν, βρθηκαν οι κατλληλοι ψευδοµρτυρες, ενεργοποιθηκε κποιος απαρχαιωµνος τοπικς νµος και ο πατρας µου καταδικστηκε να υποβληθε -κρυφ- σε κποιο εδος βασανιστηρου, που διατηρεται ακµη στην ανατολικ Ευρπη.
     Εκενος βυθστηκε στην οδνη του εξευτελισµο. Εγ πρεπε να υποφρω τις συνπειες της απρονοησας µε την οποα αφθηκα στην υικ αγανκτησ µου και φησα την αλθεια να ξεφγει απ τα χελη µου µπροστ στην µητρα µου. σο για εκενη... Καλτερα µως να εκθσω τα δια τα γεγοντα. Ο πατρας µου πθανε. Στο µεταξ, εχε φροντσει να µου µεταβιβσει την περιουσα του µε τρπο που δεν επτρεπε στους εχθρος του να προβλουν ενστσεις. Η µητρα µου και οι αδελφς µου του κλεισαν τα µτια και θαψαν το ερεπιο της λλοτε υπερφανης υπρξες του, πασχζοντας να τελσουν τα αβστακτα   οδυνηρ καθκοντα τους, εν µσω βρεων και εξευτελισµν, που καννα πλσµα δεν θα µποροσε να υποφρει. Η µητρα µου χασε πλον την ικαντητα να ελγχει την συµπεριφορ της· η δκαιη θλψη της εξερργη δηµοσως· κατγγειλε ενπιον του συµβουλου τις τοπικς αρχς. Κατγγειλε τις χυδαες προτσεις που τις γιναν, κατγγειλε την χρση οργνων βασανιστηρων, κατγγειλε την σκευωρα που στησαν, συνεργαζµενοι µε τους Γλλους κατακτητς. Η τελευταα κατηγορα τους φβισε, διτι -στο µεταξ- οι Γλλοι εχαν καταφρει να προκαλσουν την απχθεια λων, σοι διατηροσαν σβεστη στις καρδις τους την µικρτερη στω φλγα πατριωτισµο. Η καρδι µου πσχισε να κρυφτε σο βαθτερα γινταν στο στθος µου, ταν ριξα το βλµµα µου στην δρα και αντκρισα εκενο το συµβολιο των τυρννων. λλοι σαν κατακκκινοι απ οργ και λλοι πελιδνο απ φβο. στερα κοταξα την ευγενικ µορφ της µητρας µου και τα κορτσια που κλαιγαν. Η αντθεση µε συγκλνισε: τρεις αβοθητες υπρξεις απναντι στην κτηνδη παντοδυναµα των τοπικν αρχντων! Εκενη την στιγµ, θα δινα µετ χαρς λη την περιουσα µου, αρκε να µου επτρεπαν να φγω απ την κολασµνη πλη, παρνοντας µαζ µου σα και αξιοπρεπ τα δστυχα θηλυκ µου. µως οι προθσεις των  εξοργισµνων συµβολων κθε λλο παρ συµµερζονταν ττοιου εδους νειρα. Συνλαβαν την µητρα µου και της απγγειλαν κποια κατηγορα που ακοστηκε σαν αντικαθεστωτικ δρση, scandalum magnatum [συκοφαντικ δυσφµιση] παρακνηση σε στση. Οι καταγγελες της σαν λες αληθινς. µως -αλµονο!- πς θα µποροσε να τις αποδεξει; Εδ χρειζονται οι πραγµατικο ντρες. Οι πραγµατικο ντρες, ακµη και οι πιο τυραννικο, θα ντρπονταν να προυν εκδκηση απ µια γυνακα. Και τι εκδκηση! Ουρνιες δυνµεις, γιατ ζησα να διηγηθ ττοιο πργµα! νθρωπος που τον γννησε γυνακα, να µαστιγνει την γυµν ρχη γυνακας δηµοσως, µρα µεσηµρι! Σε µια χριστιαν θα επβαλαν κποια αυστηρ τιµωρα. µως τρα εχαν να κνουν µε Εβραα και για τις Εβραες υπρχαν απ παλι λλοι νµοι, πιο σκληρο, πιο ταιριαστο στο "επρατο" αυτ γνος. Μα τι θα µποροσε κανες να περιµνει απ µια πλη που αντιµετωπζει στην πλη της τους Εβραους επισκπτες σαν λογα κτνη; Αποφσισαν να χωρσουν την ποιν σε δο µρη, τα οποα θα εκτελονταν µε την µεσολβηση µερικν ηµερν -προφανς για να ενταθε το πνευµατικ µαρτριο- προβλλοντας την χυδαα δικαιολογα της µεωσης του σωµατικο µαρτυρου.  Θα ρχιζαν µετ απ τρεις ηµρες. Η µητρα µου πρασε το χρονικ αυτ διστηµα διαβζοντας τα ιερ κεµενα του λαο της. Προσευχταν και ασκοσε το πνεµα της, εν οι κορολες της κλαιγαν µρα νχτα και πεφταν στα πδια ποιου συµβολου τχαινε να µπει στο κελ. Πς πρασαν, µως, για µνα αυτς οι ηµρες; Προσξτε, φλε µου! ∆εν φησα αξιωµατοχο, σζυγο, µητρα, θυγατρα, αδελφ -οποιονδποτε θα µποροσε να ασκσει στω ελχιστη επιρρο- που να µην τον παρακαλσω δο και τρεις φορς, µρα νχτα, πρω, µεσηµρι και βρδυ. Τους ικτευσα, σρθηκα στην σκνη του δρµου. Εγ, το εκλεκττερο πλσµα του Θεο, πεσα στα πδια τους για χρη της µητρας µου. Τους διαβεβαωσα πως θα µποροσα να αναλβω δκα φορς την δια τιµωρα στην θση της. Μα δο φορς κατρθωσα να αποσπσω µερικ ελπιδοφρα δκρυα, τα οποα ωστσο οφελονταν -πως µου λεγαν- χι στα δειν της µητρας µου, αλλ στην  δικ µου ευλβεια. Σπανως µως εχαν την υποµον να µε ακοσουν. Ενοτε µε περιλουζαν µε προσβολς. Κι ρθε η µρα η τροµερ: εδα τα χυδαα χρια των χονδρασθητων δεσµοφυλκων να αφνουν ηµγυµνη την µητρα µου, κουσα τις πρτες της φυλακς να ανογουν και τις σλπιγγες του συµβουλου να ηχον εκκωφαντικ. Εκενη µου εχε πει τι πρεπε να κνω· το διο κι εγ στον εαυτ µου. Θα θυσαζα µιαν ιερ, µεγλη εκδκηση, για χρη του περιστασιακο θριµβου επ ενς µνον ατµου; Αν χι, δεν θα πρεπε να κοιτξω ξω απ την πρτα. Γιατ, ντως, µλις εδα τον σκλο, τον δµιο, να σηκνει το τρισκατρατο χρι του επνω στην µητρα µου, νοιωσα πως θα µποροσα να βρεθ δπλα του ταχτερος απ βλος και να λιανσω την καρδι του µε το ξιφδι µου. Ωστσο, ταν κουσα τον σκληρ χλο να βρυχται, σταµτησα, ντεξα, υπµεινα. Χθηκα σαν τον κλφτη στα στεν σοκκια της πλης και τρβηξα για τις δστυχες αδελφς µου, που εχα αφσει να κοιµονται η µια στην αγκαλι της λλης, στο δσος. Απ εκε κουσα τον µαινµενο χλο· εκε φαντστηκα τον εαυτ µου να πορεεται µε την δστυχη µητρα µου, υπ το κρτος των θριαµβικν κραυγν του πλθους. Εκε, ναι, εκε, δωσα -Ω, δσος σιωπηλ, εσ µνο µε κουσες! Αλλ µε κουσες!- τον ρκο που κρτησα τσο πιστ. Μητρα, θα εκδικηθες· κοιµσου, θυγατρα της Ιερουσαλµ! Ο δυνστης σε λγο θα κοιµται πλι σου. Ο δστυχος γιος σου δεν θα νοισει ελεθερος αν δεν εκδικηθε -θυσιζοντας την δια την ευτυχα του- για τον χαµνο παρδεισο της αθας καρδις, της ευγενικς µορφς σου.
     Επστρεψα και βρκα την µητρα µου στο κελ της. Κοιµταν, µα ταν φανερ πως εχε πυρετ. Τιναζταν και τρεµε. ταν ξπνησε και µε αντκρισε, κοκκνισε· δεν γνριζε τι σκεπτµουν για την ατµωση που υπστη και ντρεπταν. Ττε της µλησα για τον ρκο που πρα. Προς στιγµν, τα µτια της φωτστηκαν απ µιαν γρια λµψη. µως, ταν δειξα διθεση να της εξηγσω τις ελπδες, τα σχδι µου, εκενη µε κλεσε κοντ της και µου ψιθρισε: “χι, χι τσι, γιε µου! Μην σκπτεσαι εµνα. Ξχασε την εκδκηση. Μνο την Βερενκη και την Μιριµ να σκπτεσαι· µνο τα δστυχα κορτσια να χεις στον νου σου”. Τι αναπντεχη σκψη! Και µως, το πρω, η µεγαλψυχη και καρτερικ αυτ µητρα -πως µαθα απ την µοναδικ πιστ υπηρτρι µας- εχε υποστε την σκληρ τιµωρα της σαν πραγµατικ θυγατρα των Μακκαβαων: αντκρισε µε βλµµα γαλνιο τον χυδαο χλο και κατφερε να την θαυµσουν. ∆εν καταδχθηκε να κραυγσει, ταν το αδστακτο µαστγιο ργωσε το τρυφερ δρµα της. Υπρχει κτι που καθιστ τον θραµβο επ των σωµατικο µαρτυρου εκολο δσκολο· και αυτ το κτι εξαρτται απ το µγεθος τς συµπαθεας που αναπτσσουν οι παριστµενοι. Στην αρχ, η µητρα µου δεν νοιωσε τποτε ττοιο. Προντος του χρνου µως -και πολ πριν το τλος του µαρτυρου- το ουρνιο κλλος της, η ιερτητα της συντετριµµνης αθωτητας, οι ικεσες των γυναικν του λαο και η αφπνιση του ενστκτου της γενναιοψυχας στους νδρες, µετβαλαν ρδην την διθεση του πλθους. Ορισµνοι ρχισαν να ψγουν εκενους που εξακντιζαν προσβολς. Την σιωπ, που εχαν προς στιγµν επιβλει το δος και ο θαυµασµς, διαδχθηκε η οχλαγωγα. Ο χυδαος συρφετς καταλφθηκε απ ακατανητα συναισθµατα, καθς το θµα επεδεκνυε εντυπωσιακ ψυχικ σθνος. Κραυγς µνους εγρθηκαν κατ του δηµου και η τροπ των πραγµτων ανγκασε τους συµβολους να διακψουν βεβιασµνα την φρικτ παρσταση.
     Την δια µρα αποσπσαµε την δεια να επιστρψουµε στο φτωχικ µας, στην εβρακ περιοχ. ∆εν γνωρζω αν η εξοικεωση σας µε τις εβρακς συνθειες εναι αρκετ στε να ξρετε δη πως σε κθε ιουδακ σπτι, οι νοικοι του οποου τηρον τις παραδσεις, υπρχει µια κµαρα αφιερωµνη στην σγχυση, µια κµαρα που µνει πντα κλειδωµνη και δεν χρησιµοποιεται παρ µνο σε περιπτσεις αλησµνητων συµφορν. Σε αυτν την κµαρα, που δεν τελεται καµα αγοραα πρξη, λα εναι σκοπµως τακτα ριγµνα, σπασµνα, σκορπισµνα, για να υπενθυµζουν, µε τροµερ στο βλµµα σµβολα, την ερµωση που βασιλεει τσα χρνια στην Ιερουσαλµ και τον λεθρο που σπρνουν οι κπροι στους αµπελνες της Ιουδαας. Η µητρα µου, ως Εβραα πριγκπισσα, τηροσε πιστ λες τις παραδσεις. Ακµη και σε εκενη την θλια συνοικα, εχε την δικ της “κµαρα των στεναγµν”. Εκε ακοσαµε, εγ και οι αδελφς µου, τα τελευταα λγια της. Η εκτλεση του δετερου και τελευταου µρους της ποινς της εχε οριστε για το τλος της εβδοµδας. Στο µεταξ, εκενη δεν επτρεψε στον εαυτ της να εκφρσει το παραµικρ συνασθηµα φβου. µως η αυτοσυγκρτηση εντεινε το µαρτρι της. Καταλφθηκε απ πυρετ και φρικτος σπασµος. Τα νειρ της µας δειχναν καθαρ -καθς την παρακολουθοσαµε να κοιµται- πως µσα της σµιγαν ο τρµος του µλλοντος µε τον εξευτελισµ του παρελθντος. Η φση προβαλε και αυτ τις αξισεις της. Εν τοτοις, σο αποµακρυνταν απ την σκην του µαρτυρου που υπστη, τσο εντοντερα διακρυττε την σκληρτητ του και -συνεπς- την αξα του αυτοελγχου. Και σο αυξανταν η αδυναµα της τσο µεγλωνε ο τρµος της, σπου κποτε την ικτευσα να ησυχσει, την διαβεβαωσα πως αν προσπαθοσαν να την εκθσουν στον διο δηµσιο εξευτελισµ, θα σκτωνα αµσως τον επιφορτισµνο µε την εκτλεση της αθλας διαταγς υπλληλο, πως θα πεθαναµε λοι µαζ και ττε θα τλειωναν τα βσανα και οι φβοι της. Με πστεψε, πστεψε την απφασ µου να µην επιτρψω λλον εξευτελισµ. Ο πνος της ταν τρα πιο συχος, µα ο πυρετς αυξθηκε και, πριν περσει πολ ρα, την εδα να βυθζεται σε εκενον τον αινιο πνο που δεν γνωρζει αριο.
     Η κρσιµη για τη ζω µου στιγµ εχε ρθει. Θα παρµενα ως προσττης των αδελφν µου; Αλµονο! Τι εχα να αντιτξω στους τσους εχθρος µας; Κουβντιασα αρκετς φορς το ζτηµα µε την Ραχλ· κναµε σχδια πολλ. Μα δεν εχαµε καταλξει ακµη, ταν -το βρδυ της ηµρας που θψαµε την µητρα µου στο εβρακ κοιµητριο- νας αξιωµατικς µου φερε µνυµα να µεταβ αµσως στην Βιννη. Κποιος υψηλβαθµος Γλλος στρατιωτικς, που εχε παρακολουθσει εκ του σνεγγυς την εξντωση των γονων µου, ντρπηκε και στενοχωρθηκε αφνταστα. Εξθεσε τα πντα σε ναν επσης υψηλβαθµο -και φλο του πατρα µου- Αυστριακ στρατιωτικ, ο οποος µε την σειρ του απσπασε απ τον αυτοκρτορα την δεια να µε απασχολσει ως υπασπιστ και µλος του υπηρετικο προσωπικο της οικας του. Ω, ουρανο! Γιατ να µην περιλαµβνει αυτ το µνυµα κποια ρθµιση και για τις αδελφς µου! Εν τοτοις, θα φρντιζα να χρησιµοποισω κθε επιρρο µου στο αυτοκρατορικ περιβλλον, στε να τις πρω σντοµα κοντ µου. Αυτ θα κανα, το δχως λλο! Και αυτ κανα, καταβλλοντας υπερνθρωπες προσπθειες. µως πρασαν επτ ολκληροι µνες πριν καταφρω να δω τον αυτοκρτορα. Αν εχαν φτσει δη στα χρια του οι σχετικς αιτσεις µου, θα εχε σχηµατσει ασφαλς την εντπωση πως η πλη σας ταν τσο ασφαλς για τις αδελφς µου σο οποιαδποτε λλη πλη της χρας. Οτε εγ ο διος µποροσα να γνωρζω λους τους κινδνους που κρυβε. Τλος, πρα την δεια του αυτοκρτορα και επστρεψα. Τι βρκα µως; Στο διστηµα των οκτ µηνν που εχαν περσει, η αφοσιωµνη Ραχλ πθανε. Οι δστυχες αδελφς µου -πντα µαζ, αλλ δχως φλους και συµπαρασττες- δεν ξεραν πο να στραφον, σε ποιον να απευθυνθον. Εγκαταλειµµνες απ τους πντες, πεσαν στα πουλα χρια του αχρεου   δεσµοφλακα.   Το   αρχοντικ,   εξασιο   κλλος   της   Βερενκης,   της µεγαλτερης, ο τιµος το εχε προσξει και το εχε ορεχτε τον καιρ που βρισκταν µε την µητρα µου στην φυλακ. ταν επστρεψα, λοιπν, στην πλη, εφοδιασµνος µε αυτοκρατορικ διαβατρια για λους µας, ανακλυψα πως η αγαπηµνη αδελφ µου εχε πεθνει, εν βρισκταν υπ την επιτρηση του κοινο αυτο κακοποιο.
     ∆εν λαβα παρ µνο το πιστοποιητικ του θαντου της. σο για τη θαλερ και πντα γελαστ Μιριµ... Το πνθος τη συντριψε· δεν κατφερε να επιβισει του θαντου της Βερενκης. Εσες, φλε µου, απουσιζατε ττε. Πραγµατοποιοσατε κποια απ τα προσφιλ ταξδια σας, ενσω διαδραµατζονταν τα ολθρια γεγοντα που σας διηγθηκα. ∆εν εδατε ποτ οτε τον πατρα οτε την µητρα µου. µως τη µικρ  µου,  χαροκαµνη  Μιριµ  την  γνωρσατε.  Εσες  την  αποσπσατε  απ  το βδλυγµα, τον εγκληµατα δεσµοφλακα, και την πρατε υπ την προστασα σας, αµσως µλις επιστρψατε. Και αν κποτε σκεφτκατε πως δεν ταν η πρτη φορ που µε βλπατε, αν κτι σας θµιζα, ταν γιατ αναγνωρσατε το πρσωπ της στο δικ µου, καλ µου φλε.
     Τρα ο κσµος τανε για µνα µια απραντη ρηµος. ∆εν µε ενδιφερε ποιον δρµο θα παιρνα· αρκε να µην οδηγοσε στην αγπη, αρκε να οδηγοσε στο µσος. Μνο το µσος µε κρατοσε στην ζω. Κατετγην στον ρωσικ στρατ, µε σκοπ να βρεθ στην πολωνικ µεθριο, πργµα που θα µου επτρεπε να εκπληρσω τον ρκο µου, να καταστρψω λους τους συµβολους της πλης σας. Ωστσο ξσπασε πλεµος και βρθηκα σε τπους µακρινος. Κποτε σταµτησε η σφαγ και δεν µοιαζε καθλου πιθαν το ενδεχµενο της αναζωπρωσς της, δεδοµνου τι αυτς που τραξε την ειρνη ταν δη ισβιος κατδικος, και τα θνη ανπνεαν ελεθερα7.
     Τρα, λοιπν, πρεπε να επινοσω κποιο λλο σχδιο εκδκησης. Πσο µλλον αφο κθε χρνος που θα περνοσε θα στελνε στον τφο λο και κποιον απ εκενους που σκπευα να τιµωρσω. Μια φων ορθωνταν µσα µου, µρα νχτα, µια φων που ερχταν απ τα µνµατα του πατρα και της µητρας µου και µε καλοσε να εκδικηθ πριν να ταν πολ αργ.
     Ενργησα  ως  εξς. Στο Βατερλ εχανε πολεµσει αρκετο  Εβραοι, εξαγριωµνοι µε τον Ναπολοντα, για τις µταιες προσδοκες που υπθαλψε στην µεγλη εβρακ σνοδο των Παρισων8. Επλεξα οκτ απ' αυτος, που -πως µε πληροφοροσε η προσωπικ γνωριµα µου µαζ τους- σαν νδρες σκληροτρχηλοι κι αρκετ πεπειραµνοι στε να ξεφεγουν τις παγδες του ελους. Με αυτος πρασα αρκετ καιρ στο δσος, κυνηγντας ελφια, πριν ξεκινσω την πραγµατικ εκστρατεα µου και µε εξπληξε το γεγονς πως δεν µθατε τποτε για τον θνατο του δηµου, αυτο που τλµησε να σηκσει το χρι του επνω στην µητρα µου, εννο. Τον συνντησα τυχαα στο δσος και τον κατακρεοργησα. Αρχικ παρουσιστηκα στο κθαρµα σαν ξνος και κουβντιασα µαζ του για το αλησµνητο περιστατικ µε την Εβραα κυρα. Αν εχε µετανοσει, αν εξφραζε την παραµικρ συµπθεια για το θµα του, σως υποχωροσα. µως αυτς ο σκλος, µη γνωρζοντας σε ποιον µιλοσε, ορλιαξε... µως, γιατ να επαναλβω τα λγια του κακοργου; Τον κανα κοµµτια. πειτα φρντισα στε οι συνεργτες µου να εγγραφον καθνας µνος του στο πανεπιστµιο. Καλφθηκαν πσω απ την φοιτητικ περιβολ. Και τρα, σηµειστε την λση του µυστηρου, που προκλεσε τση σγχυση. Ως φοιτητς, µποροσαµε να επισκεφθοµε οποιοδποτε σπτι, δχως να κινσουµε υποψες. τυχε ττε -πως θα θυµστε- να εναι εξαιρετικ διαδεδοµνη, κυρως µεταξ των νεοτρων φοιτητν, η συνθεια να φορον προσωπδες και να επισκπτονται -µε το πρσωπο καλυµµνο- τα σπτια. Η συνθεια αυτ διατηρθηκε ακµη και ταν οι θνατοι επβαλαν καθεστς γενικο συναγερµο στην πλη, γιατ η φοιτητικ περιβολ δηµιουργοσε ασθηµα ασφαλεας. Εξλλου, ακµη και ταν κατντησε ποπτη, δεν χρειαζταν παρ να εµφανζοµαι πρτα εγ, δχως µσκα, να εµπνω εµπιστοσνη στους ιδιοκττες και να ακολουθον οι µασκοφροι. Γι’ αυτ οι εκτελσεις σαν τσο εκολες και η απουσα οποιουδποτε σµατος κινδνου απλυτη. Κρδιζα την εµπιστοσνη του θµατς µου και εκενο µου χαµογελοσε νοιθοντας ασφλεια. Τα πλα τα εχαµε κρυµµνα κτω απ τους φοιτητικος µανδες. Ακµη και ταν τα φανερναµε, ακµη και ταν τα τεναµε προς το θµα, απειλντας το, εκενο υπθετε πως οι κινσεις µας ταν µρος κποιας διασκεδαστικς παντοµµας. Τους εξαπατοσα, εκµεταλλευµουν την ευπιστα τους, µα δεν το απολµβανα. Το αντθετο µλιστα· απεχθανµουν αυτ που κανα και καταριµουν την αναγκαιτητ του. µως το ασλληπτο απ βλµµα ανθρπου φσµα της µητρας µου, ορθωνταν ολοζντανο στον νου µου και τους φναζα: Αυτ για τους Εβραους, παλισκυλο! Θυµσαι την Εβραα που εξευτλισες, τους ρκους που αθτησες για να την εξευτελσεις, τους δκαιους νµους που διστρεψες και τον θρνο του γιου της που χλεασες; Τους  λεγα ποιος  µουν και για ποιον παιρνα εκδκηση,  πριν τους τιµωρσω. ∆εν χρειζεται να αναφρω λεπτοµρειες. Ποτ δεν ανφερα. Κι αν αναγκστηκα να το κνω µια δυο φορς στην αρχ, ταν µνο για να καθοδηγσω τους Εβραους µου. Εγ φρντιζα να βρσκοµαι πντα κπου αλλο, στε να µη κιν υποψες. Φρντισα ωστσο να µη πθει το παραµικρ οποιοσδποτε απουσαζε απ τον κατλογο των ενχων. Τιµωρθηκαν αποκλειστικ οι σµβουλοι που καταδκασαν την µητρα µου και εκενοι που χλεασαν τις ικεσες του γιου της.
     Εν τοτοις, ο Θες θλησε να µε δοκιµσει· σπειρε στον δρµο µου τον πειρασµ να εγκαταλεψω κθε σκψη για εκδκηση, να λησµονσω τον ρκο µου, να λησµονσω τις φωνς που µε καλοσαν απ τον τφο. Ο πειρασµς αυτς εχε τη µορφ της Μαργαρτας Λµπενχαµ. Αχ, πς µε γαλνευε η αγγελικ φων της· πσο δυσβστακτο κανε το χρος της αιµατηρς ανταπδοσης, που µε δσµευε! Και εναι πραγµατικ παρξενο που το λω, αλλ ο ρλος της στοργικς εγγονς δινε στην αθα σζυγ µου µιαν ακαταµχητη γοητεα. Τση και τσο υπροχη ταν η καλοσνη µε την οποα περιβαλε τον γρο, τση και τσο σεπτ η παιδικ αθωτητ της µπροστ στο νοχο παρελθν του -γιατ ο ρλος του στον εξευτελισµ της µητρας µου ταν εξαιρετικ σηµαντικς- στε ανβαλα την τιµωρα του για το τλος και -το δχως λλο- θα τον συγχωροσα για χρη της εγγονς του -το εχα δη αποφασσει- ταν νας µαινµενος Εβραος, ο οποος τον µισοσε αφνταστα και εχε ορκιστε να τον σκοτσει, βρκε την ευκαιρα να πρει την δικ του εκδκηση. Και θα εχε σως σκοτσει και την Μαργαρτα, αν δεν επανκαµπτα εγκαρως στο αρχικ σχδιο. Υποχρησα, δεδοµνου τι οι περιστσεις πλιζαν τον νθρωπο αυτν µε αξιοσηµεωτη δναµη. Εν τοτοις, κατρθωσα να επιβλω την συγκεκριµνη ηµρα της τιµωρας, γνωρζοντας εκ των προτρων πως η σζυγς µου θα απουσαζε. Για την απουσα της µουν ββαιος· εχα µιλσει µαζ της και ακµη δεν µπορ να καταλβω τον λγο, για τον οποο βρθηκε στο σπτι. Θα πρπει να προσθσω πως ο µυστικς γµος µας εχε ναν και µνον ναν στχο: να επιβλει στον γρο την οδυνηρ πεποθηση πως η οικογνει του εξευτελστηκε, πως εξευτλισε εκενος την δικ µου. Φρντισα να πληροφορηθε πως η εγγον του θα φερνε στον κσµο να παιδ, το οποο -τχα- δεν θα ταν καρπς ευλογηµνου γµου. Η απροσδκητη αυτ αποκλυψη τον υποχρωσε να συγκατατεθε -και µλιστα µε προθυµα- στην νωση που µχρι ττε θεωροσε απαρδεκτη, και κανε ακµη πιο οδυνηρ τον θλιο θνατ του. Εµνα το µνο που µε απασχολοσε εκενη την στιγµ ταν η τραγικ µορα της µητρας µου. Ωστσο, η µορφ του γρου υφστατο πλον µσα στο φως που σκρπιζε γρω της η εγγον του και, αν περνοσε απ το χρι µου, σγουρα θα τον φηνα να ζσει. Υπ’ αυτς τις συνθκες, δεν εχα νοισει ποτ τρµο παρµοιο µε εκενον που µε κατλαβε ταν την εδα µπροστ µου. Και µως, µουν ββαιος πως απουσαζε. Η αθλιτητα εκενης της στιγµς  -ταν  το  βλµµα  της  µε  συνλαβε  να  αδρχνω  τον  παππο  της- υπερβανει οποιαδποτε ταραχ µε εχε πλξει στις µχρι ττε τροµερς δραστηριτητς µου. Λιποθµησε στα χρια µου. Με την βοθεια ενς εκ των συνεργατν µου, την µετφερα στο επνω πτωµα και της φερα νερ. Στο µεταξ ο παππος της πεφτε νεκρς απ τα χτυπµατα του δολοφνου. Μολατατα, φοβοµενος το ενδεχµενο µιας απροσδκητης αποκλυψς µου -κατοι δεν φαντστηκα ποτ πως θα µποροσα να την βρω στο σπτι- εχα φροντσει να την προετοιµσω κπως. Της εχα µιλσει, αλλζοντας τα ονµατα, για τα µαρτρια που υπστησαν η µητρα και οι αδελφς µου. Κτι εχε ακοσει για την υπθεση και συµφνησε µαζ µου πως οι υπατιοι θα πρεπε να τιµωρηθον. Μετ απ εκενη την κουβντα, δεν χρειαζταν παρ µνο µα λξη για να καταλβω διαφορετικ θση στις σκψεις της. Αρκοσε να της πω πως ο τραγικς γιος µουν εγ, πως η µητρα που εξευτελστηκε και βασανστηκε µε τον πλον επασχυντο τρπο ταν δικ µου.
     σο για τον δεσµοφλακα, τυχε να συναντηθε µε µερικος απ εµς. ∆εν υποπτεθηκε τποτε και -κουβντα στην κουβντα- αναφρθηκε µε τις χυδαιτερες λεπτοµρειες στα µαρτρια της δστυχης Βερενκης µου. Οι σχετικο υπαινιγµο του µε οδγησαν στο συµπρασµα πως το παιδ προβαλε σθεναρ αντσταση -ανλογη της αξιοπρεπεας το φλου και της οικογενεας του- στις προσπθειες διαφθορς του. Οι νοσηρς, αισχρς και ξαλλες αξισεις που προβαλε επ της αγντητς της δεν µπρεσαν να ικανοποιηθον -πως ο διος παραδχθηκε- χωρς την χρση βας. Αυτ ταν αρκετ. Σαρντα χιλιδες ζως να εχε, δεν θα κατφερνε να κορσει την δψα µου  για εκδκηση· και αν διθετε ελχιστη ανδρεα, θα πθαινε σαν στρατιτης. µως ο κακοργος επδειξε την πλον χαµερπ δειλα, και τσι... Γνωρζετε, ββαια, την κατληξ του.
     Τρα λα τελεωσαν, η ανθρπινη φση πρε την εκδκησ της. Ωστσο, πριν διαµαρτυρηθετε για την αιµατοχυσα και τον τρµο που προκλεσα, αναλογιστετε τα µαρτρια απ τα οποα ντλησα το δικαωµ µου, τις θυσες στις οποες υποβλθηκα, προκειµνου να δσω δεκαπλσια δναµη σε αυτ το δικαωµα και την αναγκαιτητα του συγκλονιστικο πλγµατος που πρεπε να δεχθε η κοινωνα, προκειµνου να µεταφρει το δδαγµ µου στις συσκψεις των πριγκπων.
     Τρα θα καταστε σαφς το δδαγµ µου. Κι εσες, θµατα της ευτλειας, θα περιβληθετε το φως της δξας. ∆εν υποφρατε επ µαταω, δεν µενατε δχως επιτµβιο. Αναπασου εν ειρνη, αδελφ µου Βερενκη· αναπασου εν ειρνη, µικρ
µου, αγν Μιριµ. Κι εσ, µητρα ευγενικ... ας γνουν τα σηµδια του µαρτυρου σου οι σπροι, που θα βλαστσουν και θα µεστσουν και θα καρπσουν την ατελετητη αξιοπρπεια των γυναικν του τυραννισµνου λαο σου. Κοιµηθετε, θυγατρες της Ιερουσαλµ, περιβεβληµνες την αγιτητα των µαρτυρων σας. Και εσ, η πλον αγαπηµνη θυγατρα του πληρµατος των χριστιανν, νοιξε -αν θλεις, αν µπορες- το µνµα σου και δξου αυτν που σε στερθηκε τσο νωρς, αυτν που -την ρα του θαντου  του- δεν θυµταν να  απκτησε ποτ  στον σντοµο βο του ττλο περιφανστερο απ εκενον του εκλεκτο και λατρεµνου εραστ σου Μαξιµιλιανο".
_________________________

0. Ο τσρος Αλξανδρος ο Πρτος, που τη προσωπικ φρουρ υποτθεται πως υπηρετοσε ο νεαρς γγλος, βρισκταν στο Λονδνο το 1815. Αναχρησε µετ την ττα του Ναπολοντα στο Βατερλ (1815).
1. Το 48 π.Χ. στην περιοχ της θεσαλικς πλης Φαρσλου, ο Ιολιος Κασαρ νκησε τον Ποµπιο.
2
. Αντνοος: νος εξαιρετικο κλλους, ευνοοµενος του Ρωµαου αυτοκρτορα Αδριανο. Πνγηκε το 130 µ.Χ. στον Νελο και ο αυτοκρτορας δρυσε προς τιµ του την Αντινοπολη. Σζονται αρκετ ανδριντες, χαρακτηριστικο της οµορφις του νου.
3. Ο µυθικς βασιλις της Κπρου Πυγµαλων ερωτεθηκε να γυναικεο γαλµα που εχε λαξεσει ο διος. Με τη βοθεια της θες Αφροδτης µεταµρφωσε το γλυπτ σε πραγµατικ γυνακα, την Γαλτεια, την οποα και παντρετηκε.
4. Οι Γερµανο τεχντες, δη απ τον Μεσαωνα, σαν υποχρεωµνοι να πραγµατοποισουν ταξδια διαρκεας τριν ετν  -το ελχιστο- στην διρκεια των οποων θα γνριζαν λλους τεχντες, θα διδσκονταν απ την περα τους και θα διερυναν τις τεχνικς γνσεις τους, προκειµνου να διεκδικσουν αργτερα τον ττλο του µστορα. Το διο σχυε και για τους καλλιτχνες.
5.
Το 167 π.Χ. οι Ιουδαοι εξεγρθηκαν κατ της πολιτικς εξελληνισµο που ακολουθοσε ο Μακεδν βασιλις Αντοχος ∆ ο Επιφανς. Το σνθηκα της εξγερσης δωσε ο ιερας Ματταθας, µλος της αριστοκρατικς οικογενεας των  Μακκαβαων. Γενρχης της ιστορικς αυτς οικογενεας υπρξε ο Ιοδας µε το προσωνµιο Μακκαβαος, απ την εβρακ λξη "µακκαµπ" (σφυρ).
6. Οι µχες που δθηκαν µεταξ της Μεγλης Γαλλικς Στρατις -υπ τον Ναπολοντα- και του ρωσσικο στρατο στις πριξ των πλεων Eylau (7-8 February 1807- Ανατολικ Πρωσα) και Friedland (14 Ιουνου 1807- Ντιος Πολωνα) περιοχς σαν αιµατηρτατες και ληξαν µε νκη των Γλλων.
7. Το 1814 ο Ναπολων παραδθηκε νευ ρων και εξορστηκε στην νσο λβα. Το 1815 δραπτευσε και επστρεψε στη Γαλλα και κυβρνησε επ 100 ηµρες. Μετ την ττα του στην µχη του Βατερλ, συνελλφθη και εξορστηκε στην νσο Αγα Ελνη, στον κλπο της Γουινας, που και παρµεινε µχρι τον θνατ του, το 1821.
8. Στις 23 Ιουλου του 1806, εκατν δδεκα αντιπρσωποι των Εβραων που ζουσαν σε κατεχµενες απ του Γλλους περιοχς, συναντθηκαν στο Παρσι και συζτησαν µε τον Ναπολοντα την πρθεσ του να κνει λους τους  Εβραους Γλλους πολτες.


 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers