-

Dali &

-


-








.

--.


.

./.


 
 

 

:

 Βιογραφικ

     Ο Δημτρης Χατζς ταν λληνας συγγραφας, ιστορικς, δημοσιογρφος κι αντιστασιακς.
     Γεννθηκε στα Ιωννινα 13 Νομβρη 1913. Ο πατρας του, Γεργιος (και της Αθηνς Κυριακοπολου απ το Αγιο), τανε διηγηματογρφος, λγιος και παλαμικς ποιητς, γνωστς με το ψευδνυμο Πελλερν. ταν επσης εκδτης της εφημερδας πειρος. Παρακολοθησε εγκκλια μαθματα στην Ινιο Σχολ Αθνας μαζ με τον αδερφ του τον γγελο, που μως δικοψε μετ τον ξαφνικ θνατο του πατρα του,(1930) κι επστρεψε στη γενετερα του. Εκε ανλαβε τη συνχιση της κδοσης της εφημερδας και τη συντρηση της οικογενεας, -εχε λλα 6 αδλφια. Τλειωσε το Γυμνσιο στη Ζωσιμαα Σχολ και γρφτηκε στη Νομικ Σχολ Αθνας. Τις σπουδς του δεν τις ολοκλρωσε ποτ λγω οικονομικν δυσχερειν.
      Το 1932 ρθε για 1η φορ σ' επαφ με μαρξιστικος κκλους και το 1935 γρφτηκε στο Κ.Κ.Ε. κι υπηρτησε την ιδεολογα του στα Γιννενα. να χρνο αργτερα τον συνλαβε η αστυνομα του Μεταξ και το δικτατορικ καθεστς τον εξρισε στη Φολγανδρο (επστρεψε το 1937). Μετ την ισοδο των Γερμανν στη χρα φυγε για την Αθνα. Στον Ελληνοταλικ πλεμο του 1940 κατατχθηκε στον στρατ αλλ δεν στλθηκε στο μτωπο. Τη περοδο της Κατοχς, συμμετεχε στη λειτουργα του παρνομου τυπογραφεου του ΕΑΜ στη Καλλιθα αρθρογραφντας και διορθνοντας ρθρα σε εφημερδες πως η Ελεθερη Ελλδα κι ο Απελευθερωτς. Αρθρογραφοσε ακμη στον επσης παρνομο Ριζοσπαστη. Εργστηκε επσης στο τυπογραφεο του βουνο.
     Το 1947 επιστρατετηκε στα Ιωννινα, εν το καλοκαρι της διας χρονις εξορστηκε στην Ικαρα. Το Μρτη του επμενου τους εντχτηκε στο Δημοκρατικ Στρατ της Ελλδας δημοσιεοντας ανταποκρσεις κι διηγματα στα ντυπ του. Το καλοκαρι του διου τους μαθε τη καταδκη του αδερφο του γγελου απ το κτακτο Στρατοδικεο και την εκτλεσ του. Μετ την ττα του Δημοκρατικο Στρατο, το κτακτο Στρατοδικεο τον καταδκασε δις εις θνατο για λιποταξα κι τσι αναγκστηκε να καταφγει στο εξωτερικ. Πρτοι του σταθμο ταν η Ουγγαρα (που γινε η 2η πατρδα του: εκε μεινε 30 περπου τη κι κανε το 1ο του γαμο) κι η Ρουμανα. Στη Βουδαπστη σποδασε βυζαντιν και μεταβυζαντιν ιστορα και λογοτεχνα, εν αρθρογραφοσε και στην εφημερδα του κομμουνιστικο κμματος.
     Ο βυζαντινολγος Ιολιος Μορβσικ βοθησε να κερδσει υποτροφα για την Ακαδημα Επιστημν Ανατολικο Βερολνου, που εργστηκε ως ερευνητς. Το 1962 ολοκληρνει στο Πανεπιστμιο Χομπολτ Αν. Βερολνου τη διατριβ του με θμα Μονωδες για την λωση της Κωνσταντινοπολης απ τους Τορκους. Το διο τος επστρεψε στη Βουδαπστη, που διορστηκε βοηθς στην δρα της Βυζαντινς Φιλολογας, κι δρυσε το Νεοελληνικ Ινστιτοτο, υπρξε επιμελητς των εκδσεων μεταφρσεων νεοελλνων λογοτεχνν στα ουγγρικ απ τον εκδοτικ οκο Europa. Μετ τα γεγοντα του Μη του '68, θλησε να εγκατασταθε στο Παρσι. Η αστυνομα μως τον πεζε να ζητσει πολιτικ συλο, με αποτλεσμα να επιστρψει στη Βουδαπστη. Αρνθηκε ωστσο να λβει την ουγγρικ υπηκοτητα παρ τις προτσεις που του γνανε, παραμνοντας πατρις. Μετ τη πτση της Χοντας των Συνταγματαρχν, επστρεψε Νομβρη του 1974 στην Ελλδα. Αναγκστηκε μως να εγκαταλεψει ξαν τη χρα λγω της μη νομοθετικς ρθμισης σχετικ με τη καταδκη του. Ιονιο του επμενου τους, του δθηκε χρη κι επστρεψε οριστικ στη πατρδα.Το 1975 δδαξε νεοελληνικ λογοτεχνα στη Σχολ Μηχανολγων Πανεπιστημου Πατρν με μεγλη επιτυχα, μετ απ αντιδρσεις συντηρητικν κκλων του Πανεπιστημου και του Υπουργεου Παιδεας, τα μαθματα διακπηκαν. Η μη επικρωση του διορισμο του λγω των μη εκπληρωμνων στρατιωτικν του υποχρεσεων (και καλ...) εχε αποτλεσμα διακοπ μαθημτων και διαδηλσεις των φοιτητν.



    Το 1973 εργστηκε ως καθηγητς νεοελληνικς λογοτεχνας στο Πανεπιστμιο της Γενεης και δημοσευσε μαζ με το Θανση Χατζ να βιβλο για τη δικτατορα στην Ελλδα. Απ το 1975 δωσε πλθος διαλξεων και συμμετεχε σε πολλς δημσιες συζητσεις. Απ το 1980 μχρι το θνατ του εξδωσε το περιοδικ Το Πρσμα, που κυκλοφρησε 4 τεχη (το τελευταο μετ το θνατ του). Στην δια χρονι δδαξε Ιστορα Νεοελληνικς Λογοτεχνας στην Αντερη Σχολ Δραματικς Τχνης Εθνικο Ωδεου. Νυμφετηκε 2ο γμο με την αρχαιολγο Κατη Αργυροκαστρτου κι απκτησαν μα κρη, την Ελνη-Αγγελνα. Το Μρτη του 1981, προσβλθηκε απ καρκνο των βργχων. Πθανε 4 μνες αργτερα, στις 20 Ιουλου 1981 σε σπτι φλων του στη Σαρωνδα.
     Πρωτοεμφανστηκε στα γρμματα το 1946 με το μυθιστρημα Φωτι. Οι πρτες λογοτεχνικς προσπθεις του τοποθετονται γρω στο 1930, οπτε ρχισε να δημοσιεει ποιματα σε εφημερδες της Ηπερου, καθς επσης πολλ δημοσιεματ του σε εφημερδες και περιοδικ, που παρμειναν ανκδοτα. Το 1952 κυκλοφρησε η συλλογ διηγημτων Το τλος της μικρς μας πλης, βιβλο που θεωρεται το σημαντικτερο ργο του. Τα διηγματα αυτ κυκλοφρησαν στην Ελλδα το 1963 κι εν βρισκταν ακμη εξριστος. Ασχολθηκε επσης με το δοκμιο. Το ργο του τοποθετεται στο χρο του σοσιαλιστικο ρεαλισμο. Ανκει στους ανανεωτς ρεαλιστς συγγραφες της μεταπολεμικς ελληνικς πεζογραφας με κυραρχο στοιχεο της γραφς του τον κοινωνικ προβληματισμ. Αξιοσημεωτη εναι επσης η συχν ντονα λυρικ δισταση του λγου του κι η ιδιατερη προσοχ που δωσε στη γλωσσικ του κφραση.

Τα ργα του που χουν εκδοθε εναι τα εξς:

Φωτι, μυθιστρημα
Το τλος της μικρς μας πλης, διηγματα,
Θητεα (αγωνιστικ κεμενα 1940-1950), διηγματα 1979.
Ανυπερσπιστοι, διηγματα, 1966.
Το διπλ βιβλο, μυθιστρημα, 1976
Σπουδς, διηγματα ξανατυπωμνα κι λλα 1976.
Το πρσωπο του Νου Ελληνισμο, διαλξεις και δοκμια

     Το δημιουργικ του ργο μπορομε να χωρσουμε σε 3 περιδους:

  α) Στην αγωνιστικ (1940-50), που εντσσονται τα κεμενα της Θητεας και της Φωτις, που καθοριστικ ρλο παζει η επικαιρτητα κι η προβολ πολιτικν θσεων.

  β) Στη κυρως λογοτεχνικ (1953-76), που ανκουν τα σημαντικτερα ργα του.

  γ) Στην περοδο των αναζητσεων (1976-81).

     Στη τελευταα αυτ φση δε πρλαβε να μορφοποισει τις νες αναζητσεις του. Μνο κποια δεγματα χουμε στη συλλογ Σπουδς, να δημοσιευμνο απσπασμα απ ημιτελς μυθιστρημα και μερικ κατλοιπα που δημοσιετηκαν μετ το θνατ του, που φανεται τση για μεγαλτερη αφαρεση και γενκευση, μια στοχαστικτερη προσπθεια σνθεσης της ιστορας, της ποησης και της τχνης (Μικρ σχλιο για την Ιφιγνεια εν Αυλδι, Μικρ σχλιο στην Οδσσεια, Το φονικ της Ιζαμπλας Μλναρ).

   Στη δετερη φση της δημιουργας του ανκουνε τα σημαντικτερα ργα του: Το τλος της μικρς μας πλης (1η κδοση το 1953, Ρουμανα), Ανυπερσπιστοι (1η κδοση 1965) και Το διπλ βιβλο (1η κδοση 1976). ριμα λογοτεχνικ ργα που προσδιορζουνε το προωθημνο ιδεολογικ κι αισθητικ στγμα του δημιουργο σε σγκριση με τα κεμενα της αγωνιστικς περιδου.



    "Η λξη για ττοια τεχνικ σαν αυτ που ακολοθησα, δουλεει με την αντστροφη φορ. Δεν θλει να εναι πλοσια, εχυμη, ηχηρ, αλλ πρπει να εναι η απλυτα, η γυμν συγκεκριμνη λξη -σο κι’ αν εναι 'φτωχ' απ τη καθημεριν χρση. Δουλεει δηλαδ κι αυτ χι για να δσει αυτ τον δικ της νοηματικ και συναισθηματικ πλοτο στο νημα- μα για να ενταχθε μσα σ' αυτ και μσα του να λειτουργσει υπηρετντας το. Ο δσκαλς μου εδ ταν νας ποιητς: Ο Καβφης. Κι εγ θερησα πντοτε τον δικ μου τον τρπο, μεταφορ της ποιητικς τεχνικς του Καβφη στη πεζογραφα".
     Αν στο Τλος της μικρς μας πλης χουμε τη δυναττητα και την ευκαιρα να μελετσουμε τη κοινωνα του μεσοπολμου, στο Διπλ Βιβλο χουμε τη κοινωνα που εξελχθηκε μετ το τλος των εμφυλων, τσι που νας ιστορικς μπορε κλλιστα να θεωρσει το να βιβλο ως συνχεια του λλου και να δει τσι πιο ολοκληρωμνα τη προσπθεια του Χατζ να μας δσει, μσω της λογοτεχνας, τις συνεχμενες φσεις της διας κοινωνας, της ελληνικς κοινωνας του καιρο του.
     Η πλη, που επιτελονται τα γεγοντα και δρουν οι ρως του στο Τλος της μικρς μας πλης, δεν κατονομζεται με ακρβεια σε καννα σημεο του βιβλου παρ τις τσες και τσες ενδεξεις, οτε ορζεται με ακρβεια η επιστημονικ γεωγραφικ της θση, γιατ η πλη του Χατζ θα μποροσε να εναι οποιαδποτε πλη του μεσοπολμου, μικρ μεγλη, συμπεριλαμβανομνης και της πρωτεουσας του Νεοελληνικο κρτους. Η αναφορ του σε λλες, πλην των Ιωανννων, πλεις της διας εποχς που αντιμετωπζουν ανλογα προβλματα φαινμενα και πεθανουν με τον διο τρπο, πως οι Σρρες, ο Βλος, η Σρος, γενικεει το φαινμενο και διευρνει την οπτικ μας γωνα. Εναι η πλη κι η κοινωνα του ελληνικο μεσοπολμου που αργοπεθανει μρα με τη μρα κι ο κσμος της, , καλτερα οι κσμοι της .
     Η πλη δε περιλαμβνει να μνο κσμο μσα της αλλ τσους, σες κι οι συνοικες της, οι μαχαλδες, οι οικιστικς της εντητες που δηλαδ ζονε κοινωνικ υποσνολα αυστηρ περιχαρακωμνα στη δικ τους κλειστ κι απλυτα αυτρκη κοινωνικ κι οικονομικ πραγματικτητα. Για το λγο αυτ κι ο χρος της δρσης του κθε διηγματος τοποθετεται χι σε ολκληρη τη πλη αλλ σ' να μρος μνο, σε μια συνοικα χαρακτηριστικ και τυπικ, αποκομμνη οργανικ, αυτ κι ο κσμος της, απ την υπλοιπη πλη με τους μαχαλδες της, χωρς προσβσεις κι επικοινωνα, κλειστ κι απομονωμνη απ την υπλοιπη κοινωνικ και πολιτισμικ πραγματικτητα. Οι συντεχνες, θεσμς καθαρ μεσαιωνικς, οι κοινωνικς ομδες, τα κοινωνικ υποσνολα εν γνει ζονε και κινονται πντα στη δικ τους μνο συνοικα, που τα ρια εναι αυστηρ κι απαραβαστα. ρια κοινωνικ, θρησκευτικ, ηθικ, πολιτικ και πολιτισμικ αλλ κι ρια πραγματικ, πως τα τεχη του μεσαιωνικο κστρου. Ο κσμος της συνοικας και κατ' επκτασην ο κσμος της πλης διαλεται και καταστρφεται, συμπαρασροντας μαζ της κι ολκληρη τη κοινωνα, απ την στιγμ που θα σπσουν με οποιοδποτε τρπο τα σνορ της και θα δημιουργηθε η 1η ρωγμ, που μως θα φρει σιγ-σιγ κι ανεπασθητα στην αρχ αλλ σταθερ, με τη συνεχιζμενη αξηση του ργματος, το θνατο, το τλος, πως π.χ. στη κλειστ κοινωνα των Εβραων Ελλδας του μεσοπολμου και σπανιτερα, τη μετβαση, πως στη περπτωση της κοινωνας των ταμπκων, σε νες μορφς κοινωνικς, οικονομικς και συνεπς ιδεολογικς και πολιτισμικς συγκρτησης.
     Την ντονη ανησυχα για τα προβλματα του καιρο του και μαζ τον βαθ ανθρωπισμ του εξφρασε ο συγγραφας με τη πινακοθκη των ηρων του, που πρωταγωνιστονε σε μια σειρ απ φαινομενικ συνηθισμνες ιστορες. Εναι χαρακτηριστικ πως επιλγει ως ρως του, χι μνο πρσωπα της καθημεριντητας, αλλ τους πιο ανσχυρους, φτωχος, συχν περιθωριακος τπους: παιδι, μοναχικος γρους, παραμορφωμνους, πνευματικ καθυστερημνους, νεργους, ουσιαστικ τους κθε λογς ανυπερσπιστους, αναλαμβνοντας με κποιο τρπο να γνει η φων τους και να παρουσισει τα μικρ, σιωπηλ, αφαν δρματ τους.
     Να γνει η φων τους! Πργματι, ο "παρ τη θλησ του" χρονικογρφος στο διγημα Σαμπεθι Καμπιλς κι ο συγγραφας στο Διπλ βιβλο εναι 2 απ τις φανερς μορφς που παρνει η φων του αφηγητ-συγγραφα, για να μιλσει για λογαριασμ των ηρων του. Αυτ, σως, συμβανει, επειδ να ιδιατερο χαρακτηριστικ, που συνδει τους ρως του, εναι η δυσκολα τους να επικοινωνονε, δυσκολα που εκφρζεται κυρως μσω της σιωπς. Η παρουσα τους στο κεμενο σημαδεεται απ αλλεπλληλες αρνητικς προτσεις του εδους: 'δεν μλησε', 'δεν τολμοσε να μιλσει', 'δεν επε τποτε'. Το χαρακτηριστικ αυτ αναδεικνεται σε κριο θεματικ μοτβο της πεζογραφας του.
     Το Διπλ βιβλο εναι να πολυφωνικ κεμενο μ' επαναλαμβανμενα θεματικ μοτβα που αναπτσσονται μουσικ. Ο μθος τοποθετεται στη Γερμανα στα χρνια της δικτατορας στην Ελλδα. Αρχζει δηλαδ απ μια μεταγενστερη σε σχση με τις αφετηριακς του εμπειρες εποχ, απ να σκληρ παρν, που χει μως διαμορφωθε απ τις συνθκες του παρελθντος. Εκφρζει την αγωνα του δημιουργο του για το μλλον της κοινωνας και του τπου μας. Εναι αποσπασματικ, με αδιξοδο προβληματισμ. Μοιζει περισστερο με συρραφ μικρν ιστοριν που 'χουνε τη μορφ διηγημτων. Τα διφορα πρσωπα που πρωταγωνιστονε σ' αυτ επανρχονται στα επιμρους κεφλαια, για να αποτελσουνε τον αρμ του μθου. Οι ιστορες που περιχονται στις επιμρους εντητες αναφρονται κυρως στη ζω και το δρμα Ελλνων μεταναστν. Εναι εργτες σε γερμανικ εργοστσια και περιθωριοποιημνοι διανοομενοι καφενβιοι. Κοινς ιστορες ξεριζωμνων απ τη πατρδα ανθρπων, αλλοτριωμνων, που ζονε στο περιθριο της καπιταλιστικ οργανωμνης ζως στη Δ. Γερμανα. Βασικ πρσωπο εναι ο αφηγητς, ο Κστας, που εργζεται ως μεταφορας στο ουτο ελκτρικα της Στουτγρδης, εργοστσιο που κατασκευζει φτα και λαμπτρες αυτοκιντων. Το Διπλ βιβλο καταγρφει την ιστορα των χαμνων γενιν αλλις 'τον καημ της ρωμιοσνης'. Ο Κστας αφηγεται τις ιστορες σε 1ο πρσωπο στο 'μικρ συγγραφα', που καταγρφει τα λεγμεν του. Κποτε ορισμνα κεφλαια τα γρφει ο διος ο συγγραφας, πως π.χ. το 4ο (Ρκβιεμ για να μικρ ρφτη) και το 8ο (Η Αναστασα των Μολων). Συχν η αφγηση διακπτεται και παρεμβλλεται διλογος ανμεσα στον Κστα και στον συγγραφα.



     χοντας εξαντλσει τα ελληνικ αποθματα στη συγγραφικ του αποθκη, ο Χατζς επιστρφει απ την αναγκαστικ εξορα του σε ηλικα 61 ετν ακριβς, κπως προχωρημνη για να τα ανανεσει. Απ την εμιγκρτσια μως; Τι νο φρει ο συγγραφας με τις πιο ισχυρς κοινωνιολογικς, οικονομστικες κι ιστορικς εμμονς; Τποτα. Τποτα λογοτεχνικ. ταν, αμσως μετ την επιστροφ του, νας δημοσιογρφος τον ρωτ αν σκοπεει να γρψει 'καννα βιβλο' με θμα τους λληνες πρσφυγες του εμφλιου, η απντηση του συγγραφα των ξερριζωμνων εναι μονολεκτικ: 'χι'. Τελεα και παλα. Κι μως, μνο για μετανστες γρφει πια. Αλλ τι σι μετανστες; Οικονομικος, χι πολιτικος. Ξενιτεμνους σε χρες που δεν ζησε ο διος: στη Δ. Γερμανα, στην Ουγκντα!… Το ξεκαθρισε μλιστα μλις πτησε το πδι του στην Ελλδα -σε κενη τη συνντευξη. Περεργος μπρος σ' αυτ το κοφτ "χι", το σχεδν ενοχλημνο, ο δημοσιογρφος ρωτ 'γιατ;'. Ο συγγραφας απαντ: "νομζω τι δεν μου πει. Περισστερο προτιμ ν' αναζητσω σ' ναν λληνα της Δ. Γερμανας, σ' να μετανστη, που ζει 10-12 τη σε μια μεγλη πλη -χι πια στη Μικρ μας πλη- με τα τσιμντα, με το γυαλ και το σδερο, που δουλεει με τις γερμανικς νρμες, που χει γρω του τη κοινωνα της κατανλωσης, προτιμ λοιπν ν’ αναζητσω σ' αυτν ποια εναι η ρζα της ζως του…".
     Το σπουδαο μως εναι τι αποκλεει ρητ, προγραμματικ, ως θμα, την πραγματικτητα που ζησε, ολκληρη ζω σχεδν, για ν' ασχοληθε με πραγματικτητα που δεν εγνρισε, αυτς, ο ρεαλιστς, που την οικοδομε με υλικ παρμνα απ ννοιες: καπιταλισμς, δετερη βιομηχανικ επανσταση, υψηλ ειδκευση και κατανομ εργασας, νρμες παραγωγικτητας κι εργασας, συνδικαλισμς, προλεταριοποηση και περιθωριοποηση, κατανλωση, αλλοτρωση παντο, απ τη παραγωγ ς τον ρωτα κτλ. Και ν' αντιπαραβλει αυτ τη δυτικογερμανικ πραγματικτητα με την αντστοιχη παρ’ ημν, μλιστα -για να εναι πιο χτυπητ η αντθεση, το κοντρστο- με την παιθρ μας που διχνει τους νους, τη μικρ, βιοτεχνικ παραγωγ της επαρχας μας, τη μιζρια, τα πθη και την ανθρωπι τλος, στω δοκιμαζμενη, φθνουσα. Στους αντποδες της Γερμανας η Ουγκντα -στη μση η Ελλδα. Την αφρικανικ χρα δεν την εδαμε παρ μνο σε ττλο μυθιστορματος που μεινε ημιτελς στα κατλοιπα του συγγραφα: Ο θεος Πολυκρτης απ την Ουγκντα.
     Η απουσα πλοκς στο νεοτερικ μυθιστρημα εναι συνθως μια προγραμματισμνη ασυνχεια , πως στη περπτωση του Διπλο βιβλου, μια ασυνχεια που προκυψε απ την ενστικτδη αντδραση του συγγραφα να επινοσει να κατασκευσει να πλασματικ νοηματοδοτικ κντρο, ορατ αρατο, που θα ενορχστρωνε τη πολλαπλτητα των στοιχεων που ενυπρχουνε στο μθο του. Αυτ που χωρς υποτιμητικ διθεση χαρακτηρστηκε αποτυχα, συνιστ το θραμβο του καλλιτεχνικο ενστκτου και της πνευματικς εντιμτητς του. ποιες κι αν ταν οι αρχικς προθσεις του -απρροια της διας της συγγραφικς του παρδοσης και της ιδεολογικς του τοποθτησης- κατλαβε και μαρτρησε τι ο κσμος του ΑΟΥΤΕΛ δεν μπορε να υπαχθε στην ενοποιητικ λειτουργα μιας σφιχτοδεμνης πλοκς, κατλαβε και μαρτρησε πως η μετβαση απ τη μικρ μας πλη στη μοντρνα βιομηχανικ μεγαλοπολη κατακερματζει την ανθρπινη εμπειρα και καθιστ αδνατη την υπαγωγ της σ' να συνθετικ-εναρμονιστικ σχμα μυθιστορηματικς αφγησης. Αυτ που τσο διορατικ υποψιστηκαν ο Γιννης Καλιρης κι ο Αλξανδρος Κοτζις, σε ,τι αφορ στο μοντερνισμ του Διπλο βιβλου, πιστεω πως οφελουμε να το προεκτενουμε και να του δσουμε λη τη σημασα που του αξζει, να το αποσπσουμε απ τη κατηγορα του επιγονικο ρεαλισμο και να το εντξουμε στα σγουρα και πολτιμα κρδη της νεοτερικς μας πεζογραφας.
     Στο Διπλ βιβλο μπορομε να μιλμε πια για μια πλη, τη Στουτγρδη, μνο με αποσπσματα. Διακρνουμε μια σαφ 3λογα αποσπασμτων (το εργοστσιο, το σταθμ, το κντρο της πλης), που μσα τους προσπαθε ν' αρθρσει λγο η πολιτεα των ξνων, η Στουτγρδη του Δ. Χατζ. Μσα σ’ να αρχιπλαγος τελικ απ διαφορετικς επλληλες και παρλληλες πραγματικτητες που εκπροσωπε η Στουτγρδη, πραγματικτητες που συνυπρχουνε και διεκδικονε το χρο και μια θση ισορροπας μσα σ’ αυτν, μσα σ’ να σνολο κι απ πολλ λλα αποσπσματα, μια χαλαρ κοιντητα -οι λληνες μετανστες- αποπειρται τη κατκτηση μιας στω αποσπασματικς τξης μσα στο χρο.
   "Δεν υπρχει καμμι αμφιβολα πως περισστερο απ 70 τη τρα το σπσιμο της μορφς πως δουλεεται και σ' λες τις λλες τχνες και στη λογοτεχνα, σα μια απρνηση της κληρονομημνης αστικς τχνης και πσω απ’ αυτ της κλονισμνης αστικς ιδεολογας και κοσμοαντληψης, φερε μια τερστια ανανωση σ' λες τις τχνες. Χωρς ποτ να βγλω το καπλο μου σε καννα που θορυβε στ' νομα του νεωτερισμο, προσπθησα να μεταφρω σο μποροσα περισστερα απ τα διδγματα αυτς της ανανωσης μσα στην λλογη δικ μου κατασκευ, πως την επα γρηγορτερα. δη μσα στα διηγματα απ Το Τλος της μικρς μας πλης, η παλι τεχνικ εναι σπασμνη, η προσπθεια για επλληλα εππεδα εναι δοκιμασμνη. Αργτερα, τη σπασμνη αυτ τεχνικ, που ωστσο θλω να μενει τεχνικ και να μην εναι αυθαρετη ατεχνα, τη μετφερα στο τελευταο μου βιβλο, Το διπλ βιβλο. Δεν ξρω τι κατφερα, λω απλς τι προσπθησα. Την αντληψ μου για την τχνη, τη λειτουργα της, τις υποχθνιες και μυστικς δυνμεις που οδηγον στο τελειωμνο ργο της τχνης, προσπθησα στο νομα της γλυπτικς, να τις εκθσω στο διγημα που χει τον ττλο 'Το φονικ της Ιζαμπλλας Μλναρ'."
     Τα οδυνηρ γεγοντα κι οι εμφλιοι χουνε τη πρωτοκαθεδρα στην οδνη, παργουνε τη λεγμενη λογοτεχνα του τραματος. Η τελευταα εναι μια σνθετη (με τους καννες της τχνης πντα) επεξεργασα του τραματος, που δεν μπορε παρ να 'χει να ορατ τλος: την επολωση, τη συμφιλωση και γιατ χι, σμφωνα με τον Ρικαρ, τη συγχρηση. Η επεξεργασα αυτ περν απ μια πορεα που εν ολγοις περιγρφεται ως μετβαση απ τη πολιτικ της οδνης το λγο της θυματοποησης, που η αφγηση για το παρελθν αναγνωρζει μνο το προσωπικ τραμα κι αγνοε το τραμα του λλου, στην αναγνριση και τη παραδοχ του τραματος του λλου, δηλαδ, στη περπτωσ μας, στη παραδοχ του εμφυλιακο τραματος ως διττο.



     Εν λοιπν η πεζογραφα των πολιτικν προσφγων εναι μια καθαρ περπτωση λγου της θυματοποησης, στο εσωτερικ της παρχθη και το 1ο κεμενο που εμπεριχει την αναγνριση του τραματος του λλου, το διγημα του Χατζ Ανυπερσπιστοι (1964), εν κτι ττοιο θα το περιμναμε απ τους σχετικ πιο ελεθερους συγγραφες στην Ελλδα. Ο Χατζς ωστσο εναι ιδιατερη περπτωση πριμης κατρριψης των ψευδαισθσεων και νομζω πως η κατρριψη των ψευδαισθσεων ανογει οπωσδποτε το δρμο για την αναγνριση του τραματος του λλου.
   "να ακμα ζτημα που πρπει κι αυτ να το κνω καθαρ -να μην χεις στραβς σκψεις. Εναι το ζτημα της επιστροφς μου στην Ελλδα. Φυσικ, φυσικτατα θλω να γυρσω στη Πατρδα. Αλλ καθλου δεν εμαι εκνευρισμνος εξ αιτας του ζητματος αυτο. Στην Ελλδα θλω να γυρσω και πρπει να γυρσω σο το δυνατ γρηγορτερα γιατ αν δεν γυρσω, σα συγγραφας εμαι χαμνος. (Δε μπορ ββαια να γνω -τσι εναι με αυτ το συγγραφιλκι- στα καλ καθομενα ογγρος γερμανς συγγραφας -μνον λληνας συγγραφας μπορ να εμαι, αλλ 20 τη μακρυ απ την Ελλδα, δε μπορ πια να 'μαι λληνας συγγραφας). Αυτ εναι το ζτημα. Αλλοις -αν μουνα γιατρς, μηχανικς, τορναδρος καστανς (χει κι εδ καστανδες στο δρμο!), θα με φτανε να 'ρχομαι καμμι φορ να σας βλπω και δε θα μου χρειαζτανε και πολ να γυρσω στην Ελλδα. Μπορ εγ να ζσω κι ξω -και με το κλμα και με τη κοινωνα των ξνων δεν τα πω σχημα, θα μποροσα να ζσω, πως ζησαν εκατομμρια ξενητεμνοι λληνες. Αλλ ξενητεμνος συγγραφας δεν ξρω να υπρξε -μνον απ τη ρζα σου μπορες να τρφεσαι. Γι’ αυτ και μνο γι’ αυτ θλω να γυρσω. Και μην ανησυχες καθλου -εγ θα γυρσω. Γι’ αυτ ακριβς προτιμ να επιβλω το γυρισμ μου -γυρισμ ενς συγγραφα που 'χει αξα- παρ να στενοχωριμαι με νοσταλγες ν' ανυπομον και να ταπειννομαι με παρακλια. Εσ Λτσα μου, ξρεις πριν απ 30 τη ναν αδνατο, καλκαρδο -κι αρκετ τακτο- αδερφ. Αυτς που σου γρφει εδ εναι νας σκληρς κι επμονος νθρωπος".



============================


                                                 Ανυπερσπιστοι

     Επεισδιο απ τον Εμφλιο Πλεμο του 1947-1949 στην Ελλδα.
     Η κρια δναμη των ανταρτν εχε συντριβε στη Ρομελη. Κυκλνοντας τα βουν, ο κυβερνητικς στρατς τραβοσε τρα σιγ και μεθοδικ την εκκαθριση, χτενζοντας λη τη περιοχ κι εξοντνοντας τις τελευταες δυνμεις τους, τσακισμνες και σκορπισμνες. Παραπνω, στη Μακεδονα και την πειρο, ο πλεμος δεν εχε κριθε, συνεχιζταν μ’ λο το πεσμα μιας τελικς αναμτρησης που θα γινταν σε λγο.
     Η μικρ ομδα των αναρτν, δεκατισμνη και ξεκομμνη, νοιωθε πια τον κλοι και την σφιγγε -κλεινε, μκραινε γρω της με θανσιμη σταθερτητα. Η ξαφνικ παγωνι στο τλος του Απρλη -ακμα νας θνατος πνω σε κενα τ’ αγριοβονια. Μια τελευταα δυναττητα εκλογς, να πνε να χτυπηθονε- πλι θνατος. Να μενουν εκε σο να ’ρθουν να τους πισουν αργ και γι’ αυτ -τους σκοτνανε πια τους αιχμαλτους, τους τραυματες που πφτανε στα χρια τους. Οι προθεσμες για την παρδοση εχαν περσει -τους σκοτνανε και τους αυτμολους.
     Εχανε κνει και τη τελευταα προσπθεια που μποροσαν να κνουνε. Τραβξανε δεξι, μες απ' το δσος, να τον σπζανε τον κλοι, μπορε να βρσκανε δικ τους τμματα. Πσανε πνω σε φυλκια με πολυβλα, τους δεχτκανε με πυκν πυρ. νας τους πεσε πινοντας τη κοιλι του -θερισμνη απ ριπ. Δεν μποροσαν να τον προυν, να τον βοηθσουνε, τποτα δεν μποροσανε να του κνουνε. Τον σκοτσανε να μη βασανζεται -μεινε εκε. Οι λλοι γυρσανε πσω και ξαναμπκανε στη τρπα που τους απμεινε.
     Τρεις μρες βρισκνταν εκε και δεν κνανε τποτα -μνο τρμαν απ το κρο. Φωτι δεν ανβανε, φοβντανε τον καπν. Ξαναμετρσανε τα τελευταα τους εφδια, τα πυρομαχικ και τα τρφιμα. Δεν τανε πολλ, δεν τανε για πολ. Αναμετρσανε και τις δυνμεις που τους απομνανε- δεν τανε κι αυτς για πολ. Απ τη μρα που δοκμασαν να περσουνε, πρπει να τους ξρανε πως κρυβντανε σε κενο το μρος του δσους, να τους εχαν επισημνει. Αριο, μεθαριο το πολ, θ’ αρχζανε να τους ψχνουν, ορισμνα, σημαδεμνα γι’ αυτος. Να μενουν εκε, να μενουν ακμα -πλι θνατος. Μονχα θνατος. Ολοθε. Απ’ ολοθε.
     Τα μεσνυχτα εχαν περσει. Χινιζε συνχεια.
     Το πρω θα ’ρθουνε πια, επε κποιος.
     Καννας δε μλησε.
     Τι δε σκοτωνμαστε, βρε παιδι, μεταξ μας; επε σε λγο ο Σατλης. Ο τελευταος κρατ μια σφαρα… Και πεθανουμε λετεροι… Ο Σατλης τανε κομμουνιστς απ την Αθνα. Φοιτητς. γραφε και ποιματα, λγαν.
 σε τα αυτ τα δικ σου, να ζσεις, επεν συχα ο διμοιρτης ο Γρβας. Στα βιβλα γνονται, Σατλη.
     Ο διμοιρτης τανε λοχας στην Αλβανα. Πολμησε στερα στον ΕΛΑΣ. Και πολεμοσε τρα -κπου δκα χρνια. Χωρς ξαρση και χωρς φρκη για τον πλεμο.
 Φοβσαι τρα, Σατλη; επε κποιος μσα στο σκοτδι.
 Ντρπομαι, επε αυτς.
 Δεν αυτοκτονον οι επανασττες, Σατλη, επε επσημα ο Λλης. Οτε ντρπονται για τις δυσκολες.
     Ο Λλης ταν ο πολιτικς επτροπος του λχου τους. Στις μχες βρθηκε να ’ναι στη διμοιρα τους, ξεκοπκαν απ τους λλους -μεινε μαζ τους. Τα λγια του τανε πντα παρμνα απ κομματικς αποφσεις και μαθματα πολυγραφημνα.
 Μα προς τι; ακοστηκε πλι ο Σατλης. Επανσταση το λες ακμα; Να μας κυνηγονε πνω στον πγο; Σα λκους;
     Σπασαν λοι -κι ο Λλης. Σκεφτταν τα λγια του- την επανσταση, τη ντροπ. Και σκεφττανε και τους λκους. Τις τελευταες μρες, καθς αραωσαν τα πυρ, αρχσαν να ουρλιζουνε γρω τους -ακμα νας θνατος.
 Να πμε εμες να τους βρομε, επε ο Στρμος. Ελπδα δεν χει, δεν χει επτροπε, κατλαβ το… Πεθανεις μως ορθς… Και ζωντανς, σαν ντρας.
     Ο Στρμος δεν τανε κομμουνιστς, τποτα δεν τανε. Βρθηκε να ’ναι μαζ τους μνο γιατ ’ταν αντρτες. Και δεν φυγε ταν το μετνιωσε -να μη πονε πως δελιασε.
 Εγ δεν πω πουθεν, επε ο Φαρμκης. Οτε αυτ που λει ο Σατλης -παλαβομρες δικς του. Καθστε εδ, να παραδοθομε.
     Ο Φαρμκης θελε να παραδοθε. Το ’θελε απ καιρ, μα φοβθηκε να το κνει. Κρατοσε ακμα μια ελπδα, δε θα τους σκτωναν, τουλχιστον αυτν.
 Πμε που σας λω γω, ξανπε ο Στρμος.
 Ο Σατλης σκοτνεται κει μοναχς του, εσ παραδνεσαι…
ευχαριστημνος κι ο επτροπος -δεν αυτοκτονσαμε, επε ο Βερβρης. Σηκθηκε, χτυποσε τα πδια του κτω, χοροπηδοσε.
 Τρελλθηκες; επε συχα ο διμοιρτης.
 Κρυνω, επε αυτς. Μονχα κρυνω…
     Ο Βερβρης τα μοραζε λα: φανλες, τα τσιγρα, τις σφαρες του. Τρα εχε μενει ο γυμντερος απ’ λους.
 Να μη πεθνουμε ακμα, παιδι, ακοστηκε σε λγο σρνοντας τα λγια του ο Βασλης ο Μουλαρς.
     Ο Βασλης ο Μουλαρς ταν νθρωπος του βουνο κι απ κενα τα μρη. Μια φορ το χρνο μιλοσε. Γρισαν λοι τα μτια τους καταπνω του -να μποροσαν να τον βλπαν κενη την ρα.
 Τη κορφ του βουνο, τους επε, σρνοντας πλι κθε του λξη, δεν μπορε να την χουν πιασμνη. Πμε απ κει, να φγουμε.
     Κανες δε μλησε. λοι τους εχανε σκεφτε γι’ αυτ τη κορφ, να φγουνε και μνο γι’ αυτ δεν επανε τποτα. Η διαταγ τους ταν ρχισε η επθεση ταν αυστηρ, να μη φγουν, να μην αφσουνε το βουν, να κρατηθον ως την τελευταα τους σφαρα, σο να ’ρθουν ενισχσεις κι εχανε δσει στις συνελεσεις που γνανε, το λγο της επαναστατικς τους τιμς. Τρα πια δεν ξρανε τποτα για το λχο τους, για τις λλες δυνμεις, για λον τον πλεμο. Τα πυρ εχαν αραισει πρα πολ, φαινντανε κποτε να ’χουν ολτελα σταματσει -η σιωπ του τλους. Οι φωτοβολδες που πφταν εχανε μενει ο τελευταος τους δεσμς με τον κσμο -μετροσανε μ' αυτς απ νχτα σε νχτα πσο κονττερα φτσανε τα φυλκια του στρατο που τους ζνανε.
 Μπροστ μας βρσκονται ωστσο, επε κποιος σε λγο. χουνε φυλκια ψηλτερα απ μας.
 Δυο μλιστα, επε νας λλος.
 χουν επε ο διμοιρτης. Το ’να βρσκεται δω, χαμηλ, πολ κοντ μας. Το μαρκρισα εγ, σας περνω απ δπλα.
 Τ’ λλο βρσκεται ψηλτερα, στα μισ του βουνο, επε ο Βασλης. Εναι κανα δυο καλβια, αυτ θα 'χουν πισει. Σας περνω εγ μσα απ’ το δσος.
 Η διαταγ μας εναι να μενουμε εδ, επε ο Λλης.
 τανε, σντροφε επτροπε, επε ο διμοιρτης.
 Οι κομμουνιστς δεν αυτοκτονον, σντροφε επτροπε, επε νας λλος. Εσ δεν το ’πες;
 Μα πο θλετε να πτε; ξανπε ο Λλης.
 Σωπσαν. Στ’ αλθεια, δεν ξραν που θλουν να πνε.
 Καλ, επε σε λγο ο Φαρμκης, το περσαμε αυτ το φυλκιο το κτω. Και περσαμε, ας πομε και τ’ λλο. στερα;
 στερα, επε ο Βασλης, ξρω το μονοπτι του γκρεμο, που περν στη κορφ. Δεν το ’χουν ακμα πιασμνο, δε γνεται να το πισαν. Μτε το ξρουνε. Και να το ξρανε, δεν προφτανανε να το πισουν =κι εναι κι αυτς ο καιρς…
 Σα να λμε, δηλαδ, να φγουμε πια, επε ο Λλης. Πς το μπορετε;
 Πσος δρμος εναι ως εκε; ρτησε ο διμοιρτης σα να μη τον κουσε.
 Ως τον γκρεμ;
 Ναι, ως τον γκρεμ.
 Απ τρα ως το βρδυ, χωρς στση.
 Κι απ κει στη κορφ; ρτησε κποιος.
 Η κορφ εναι στην λλη κρη απ’ το πρασμα του γκρεμο. Φτσαμε στο γκρεμ, φτσαμε πια στη κορφ, τους εξγησε ο Βασλης.
 Δηλαδ, σα να λμε, 12-14 ρες…
 Τσο.
 Καλ… Πες εσ τις κναμε αυτς τις δεκατσσερις ρες. Και τα περσαμε τα φυλκια. Και πες πως βγκαμε στη κορφ. στερα;
 στερα πφτουμε πσω…
 Και πσω; Τι λες εσ; δεν το ’χουνε πισει;
 Απ’ την λλη πλευρ του βουνο; Δεν πιστεω να πρφτασαν. Εναι μεγλα τα δση, τι να φυλξουνε; Δεν μπορε να τα πισαν ακμα, μτε πινονται  αυτ,  ττοια δση, τα περσματα θα ’χουνε πισει.
 Και λοιπν, τα μεγλα δση, επε κποιος. Δηλαδ πλι κλεισμνοι.
 χι, επε ο Βασλης. Απ κει περνομε στον Πνδο. Γλιτσαμε.
 Γλιτσαμε, επε ο Φαρμκης. Και ποιος σου λει πως δεν τον πρανε και τον Πνδο;
 χι, χι, επε ο Λλης. Οι δικο μας εναι κει. Τον κρατνε τον Πνδο.
 Ττε τι μας λες εσ να κτσουμε δω; ρτησε κποιος.
 Να κρατσουμε και μεις εδ. Αυτ.
 Κι εγ σου λω πως τον πρανε και τον Πνδο, μουρμορισε κποιος. κουσ την αυτ την ησυχα τριγρω μας… Τλειωσε ο πλεμος. Μνο μες απομεναμε…
 Δεν ξρω, μπορε κι αυτ, επε ο Βασλης. Μ’ αν τη περσουμε μεις αυτ τη κορφ και πσουμε πσω στα δση, στερα, αν τλειωσαν λα, σκορπζουμε… Εναι και τα χωρι… Τι να σας πω;..
 Και πς μπορομε εμες να τη περσουμε ττοια κορφ; Με ττοιο κρο; Μ’ αυτ τα πδια; κανε μια τελευταα προσπθεια ο Φαρμκης. χι, δεν το μπορομε…
 σο μπορομε, σοι μπορομε, επε ο Στρμος και σηκθηκε. Τι τα ψιλολογτε δω πρα;
 Τι χουμε να χσουμε; επε ο Βερβρης και σηκθηκε κι αυτς. Αν περσουμε, αν ζσουμε, πμε στον Πνδο, τους βρσκουμε…
 Και μας περννε στρατοδικεο, επε κποιος.
 Μνον εμνα. Εγ την δωσα τη διαταγ, επε ο διμοιρτης και σηκθηκε. Ξεκινμε.
     Σηκθηκαν λοι, κι ο Φαρμκης. Κι ο Λλης σηκθηκε, δεν επε τποτα, δεν κανε τποτα. Φορτωθκανε τα πλα τους, τους δειους γυλιος, τα λγα τρφιμα που τους μειναν, συμμζεψαν πνω στο σμα τους τα κουρλια τους, χτυποσανε στο χμα τα πδια τους, αραωσαν. Μερικο κνανε το σταυρ τους μσα στο σκοτδι. Ο Βασλης μπρος τους οδηγοσε μες απ' το δσος. φησε το μονοπτι, κοψε ψηλτερα, πιασε τον ανφορο, ευθεα. Κθε λγο σταματοσε, κοταζε γρω, σα να ’βλεπε μες στο σκοτδι, σκυβε κτω, σα να μυριζταν τον τπο -σταματοσανε λοι. Κινοσε πλι -κινοσανε πσω του. Μες απ τα τρπια ποδματα που φοροσαν, λλοι κουρλια δεμνα με σπγκους, τα δχτυλα των ποδιν τους ξυλιζανε. Ο αγρας περνοσε μες απ' τις τριμμνες τους χλανες. νας ξεπγιασε. Σταθκανε λγο μπρος του, του κλεσανε τα μτια, στερα πρανε το γυλι του, ξεκνησαν πλι. Πνω απ' τα δντρα ξημρωνε να φως σκοτωμνο. Ο Βασλης σταμτησε, στθηκαν λοι, μαζετηκαν γρω του.
 Το φυλκιο, τους επε, τ’ αφσαμε δεξι. Πει αυτ…
 Δρμο τρα για τ’ λλο, επε ο διμοιρτης.
 Και πτε λες να το φτσουμε; ρτησε κποιος.
 Τα βλπετε; Τρα βιζεστε κιλας, επε κποιος και γλασαν λγο.
 Μιλτε  σιγ,  επε  ο  διμοιρτης.  καλτερα  μη  μιλτε ακμα…
     Ξεκινσανε πλι, περπατοσαν αμλητοι. λο το πρω. Πριν απ το μεσημρι φτσανε στην κρη του δσους. Στθηκαν εκε, φγαν ρθιοι λγο ψωμ, ξεκνησανε πλι. Εχανε τρα μια πλαγι ν’ ανεβονε, γυμν κι απτομη, πνιγμνη στο χινι -κι πεφτε ακμα, κενο το χινι το πυκν, το παχ, που πφτει βουβ. Πηγανανε με τα χρια και με  τα πδια. Κθε  βμα γιντανε βαρτερο, δυσκολτερο. Κθε λγο σταματοσανε, βοηθοσανε, τραβοσανε κποιον.
 Αχ, ας μενουμε λγο, επε η Κατνα.
     ταν η τελευταα γυνακα της διμοιρας τους π’ απμεινε ζωνταν. Βραδυποροσανε στην ουρ της  φλαγγας με  το Σατλη -πντα με το Σατλη. Παλιτερα τους εχανε κατηγορσει στη συνλευση του λχου  -ερωτοτροπες και μικροαστικ υπολεμματα. Τρα της πρανε το γυλι, κποιος λλος φορτθηκε τη κουβρτα της.
 Δω μου το πλο σου, της επε ο Σατλης. Εδ, στον ανφορο λγο.
     Στθηκαν. Σκωσε τα δυο της τα χρια και του τρβηξε τη μλλινη κουκολα, που του σκπαζε λο το πρσωπο, αργ και την  σιαζε.  Χαμογλασαν  ο  νας  στον  λλο.  Του  ’δωσε  το ντουφκι της. Πιστηκαν απ το χρι και κνησαν να φτσουν τη φλαγγα. Δε χρειστηκε να το κουβαλ πολ. Σε λγο στθηκε, ακουμπντας τη πλτη του σ’ να βρχο. στερα κθισε κτω με τη πλτη, το κεφλι του ακουμπισμνο στο βρχο. Η Κατνα βαλε τις φωνς, σταμτησαν λοι.
 Σκω πνω, θα ξεπαγισεις, πρσταξε ο διμοιρτης.
     Ο Σατλης χαμογελοσε.
 χω μια ζστη, επε. Εναι καλ…
     Ο Βασλης ο Μουλαρς, τρεξε κοντ του. Τον ρπαξε απ τα χρια, τον τναξε.
 Φτνουμε στο φυλκιο… Στο φυλκιο.. Κστα…
     Ο Σατλης τονε κοιτοσε, δεν σηκωντανε. Χαμογελοσε πντα, εχε μια ζστη και τα μτια του βασιλεανε μακρυ, σα να νσταζε. Ο Βασλης την ξερε αυτ τη ζστα κι αυτ τη νστα πριν το ξεπγιασμα -λοι τη ξρανε πια. Τ’ φησε τα χρια, του ’δωσε να μπτσο, δετερο, μταια.  Ο Σατλης γειρε δπλα. Τον ρπαξε ττε στην αγκαλι του, κλλησε τα χελη του στο στμα του. Τα χρια του Σατλη κρεμαστκανε κτω. Τον ακομπησε στο χμα σιγ, σα να τον ξπλωνε, του ’κλεισε τα μτια, το δικ του το πρσωπο τανε λουσμνο στα δκρυα -τραβχτηκε παραπρα να μη τονε βλπουν. Η κραυγ της Κατνας ξσκισε την ερημι του τπου. Στθηκαν λοι, κπως περισστερο, μπρος στον Σατλη το φοιτητ, με τα βιβλα και τα ποιματα, την επανσταση, τη Κατνα και τα μικροαστικ υπολεμματα -τονε κοιτοσανε που τονε σκπαζε το χινι, κτω απ κενο τον ολγυμνο βρχο. στερα, κποιος σκυψε, τον γρισε, του ’βγαλε το πουλβερ – το δσανε στο Βερβρη, το φρεσε. Ψξανε στις τσπες του – τα δσαν λα σ’ αυτν. Κποιος του ’βγαλε και τη κουκολα, της τη δσαν αυτηνς, τη φρεσε με το ζρι. Πραν απ το γυλι του το λγο ψωμ και τις σφαρες, ο Βασλης μπκε μπρος, ο διμοιρτης μεινε πσω, κινσανε πλι. Η Κατνα κλαιγε και τα δκρυ της τρχανε μσα στη κουκολα του Σατλη. Και περπατοσανε πλι. λο το μεσημρι. Με τα χρια και με τα πδια σ' αυτ τη πλαγι, σπου φτσανε πλι σε δασωμνο  μρος.  Πσανε ττε ξπνοοι πνω στα δντρα, ακουμποσανε τις πλτες τους στους κορμος, τους αγκλιαζαν να σταθον ορθο.
 Μη στκεστε δω, επε ο Βασλης. Φτσαμε στο φυλκιο.
 Κουργιο, παιδι, επε κι ο διμοιρτης. Να το περσουμε γργορα. Αραιωθετε. Γργορα. Αμλητοι.
 Σταθετε, επε ο Λλης και βγκε μπροστ. Στθηκε, γρισε το κεφλι του, τους κοταξε λους. Σντροφοι… θα το χτυπσουμε αυτ το φυλκιο.
     ταν τοιμος να τους θυμσει το λγο της επαναστατικς τους τιμς να μην αφσουνε το βουν. ταν τοιμος γι’ αυτ τη μχη. Απ τα μεσνυχτα που ξεκνησαν και δεν ξαναμλησε, τη σχεδαζε μσα στο νου αυτ τη μχη, μια νκη, να στσουν φυλκιο εκε, να σταθον, να ξαναρχσουν εκε, να τον ξαναρχσουν απ κει τον πλεμο σ’ αυτ το βουν, με τα εφδια που θα παρναν, με τα σκορπισμνα τμματα που θα μαζεονταν, με τις ενισχσεις που θα φτναν σε λγο – θα φτναν σε λγο. Τα δανεισμνα λγια εχαν τελεισει, δεν εχε καθλου λγια. νοιξε τα χρια του σα να τους αγκλιαζε, το πρσωπ του ακριο γνηκε φως.
 Θα το χτυπσουμε, σντροφοι… Σντροφοι…
     Ο μικρς του στρατς στεκτανε μπρος του, ασλευτος, απρθυμος. Τον εχανε κνει τον περισστερο δρμο, κοντεανε πια στη κορφ της σωτηρας. Κανες δε μλησε, μναν λοι με τα μτια σκυμμνα. στερα, σαν λοι μαζ, τα σηκσανε, ζητοσανε του Βασλη τα μτια. Σκωσε το κεφλι του, γρισε, κοιτοσε το διμοιρτη -λα τα μτια καρφθηκανε πνω του. Στεκτανε δπλα στο Λλη και κενη η βαθει χαρακι του στα φρδια φαιντανε ν' αυλκωνε λο το μτωπο. Η σιωπ φαιντανε να ’πηξε, σα να πγωσε γρω τους.
 Ξεκινμε, επε ο διμοιρτης σε λγο.
 Το φυλκιο, επε ο Λλης. Και θα το προυμε… κανε να βμα μπρος.
 Ο διμοιρτης κανε να βμα προς τα πσω. Γργορα, δυνατ, ζυγιασμνα, τονε χτπησε πσω στο κεφλι με τη λαβ του πιστολιο του. Ο Λλης γειρε μπρος, δετερο χτπημα κι πεσε.
 Εμπρς… Στη γραμμ… Προχωρετε, επε ο διμοιρτης.
     Η ομδα στεκταν ακμα, ασλευτη σα μαζωμνη, με τον επτροπο μπρος στα πδια της. Ο Βασλης κνησε πρτος, μπκε μπρος, οι λλοι πγανε πσω του, ο διμοιρτης μεινε τελευταος. Ο Βερβρης πγε, στθηκε δπλα του. Κοιταχτκανε στα μτια.
 Πες πως  το ’κανα γω, επε ο Βερβρης -αυτς που τα ’δινε λα.
     Ο διμοιρτης πλωσε το χρι του στον μο του, πγαν τσι κοντ στους λλους. Ξεκνησαν. Περπατοσανε τρα με το κεφλι σκυμμνο – ο νεκρς επτροπος βραινε πνω στις πλτες τους. Μσα στο μρος το δασωμνο, που βρσκονταν ακμα, τανε λγο καλτερα -δεν εχαν εκενο το χινι που τους κουκολωνε και τους πνιγε. Σε λγο περνοσαν ψηλτερα απ’ το φυλκιο, ξω απ’ τον κλοι του στρατο. Το κρο δυνμωνε. Σηκσανε τα κεφλια τους, πετξανε τους νεκρος που τους βραιναν, να λευτερσουνε τις πλτες τους, να γρηγορψουνε το περπτημα, να φτσουνε.
 Ως το βρδυ θα πεθνω κι εγ, επε η Κατνα και στθηκε.
     Σταθκανε, την αρπξανε, τη τρβηξανε, ξεκνησαν πλι. Κθε λγο πρεπε τρα να σταματνε, να μαζεουνε τη μικρ τους φλαγγα που 'σπαζε, να χαστουκζουνε, να σηκνουνε κποιον που καθτανε κτω. λο τ' απγεμα. Κατ την ρα που πρε και βρδιαζε, τα δντρα αρχσανε κι αραωνανε.
 Παιδι, βγκαμε πνω… Μπανουμε τρα στο μονοπτι, ακοσανε μπρος τη φων του Βασλη.
     Περπατσανε λγο, βγκαν απ' τα δντρα, να το δονε το μονοπτι. Καννα μονοπτι δεν τανε, καμμι κορφ της σωτηρας. Δε χινιζε εκε. νας τπος ολγυμνος απλωντανε μπρος τους, σιος πρα για πρα και λυσσασμνος αγρας τον δερνε, σκωνε σκνη το χινι και το ’παιζε. Το σνορ του απ’ την λλη μερι χαντανε, δε βλπανε σνορο, δε φαιντανε καννα σνορο σ' αυτν τον τπο, τποτα δε φαιντανε, να χος μνο μπρος τους και το χινι που σκωνε ο αγρας και το ’παιζε. Το τρμαξαν λοι αυτ το τποτα π' απλωντανε μπρος τους, κνανε πσω, να ξαναμπονε στα δντρα.
  Προχωρετε, ακοστηκε πσω ο διμοιρτης μ' ση φων του ’χε μενει.
     Προχωρσανε. Το δσος χθηκε πσω τους, ξφνου, σα να ρουφχτηκε. Τους τλιξε η καταχνι. Βρισκντανε τρα πνω σε κενη την πλα, πσω και μπρος τους δεν τανε τποτα και κθε βμα που κναν λο και βολιαζαν μσα στο χος της. Ξεχυθκανε μπρος, σαν να κοπδι λαχταρισμνα ζα. Σρνονταν λοι, σρνοντας ο νας τον λλον. Δεν πηγανανε πια πουθεν. Ο κσμος, επανσταση, διαταγς, πλεμος, ο στρατς, τα φυλκια, κορφ, σωτηρα, λα εχανε τελεισει στην κρη εκενου του δσους που βολιαζε. Ουρλιζοντας πσω τους, νας σπρος θνατος τους κυνγαγε…
 Εγ θα πεθνω ως το βρδυ, επε ο επιλοχας, ο Κρκας. καμε λγο να σηκωθε, κοταξε γρω του με τα σβησμνα του μτια κι πεσε πλι.
     Ο Κρκας ταν μνιμος στο στρατ. Και τον αγαποσε -λα του τ' αγαποσε, τη πειθαρχα, τη τξη, τον κανονισμ, τις γυαλισμνες αρβλες, τα στρατιωτκια, τους λοχαγος, την αναφορ το πρω. Και τρα πως θα πεθνει ως το βρδυ, για τη τξη τους το επε, σα να ’δινε την αναφορ του.
 λοι θα ψοφσουμε δω… Απψε κι εμες, επε ο λοχας, ο Δημκης.
     Κι ο Δημκης μνιμος τανε. Λωποδτης, αγαπητικς, τραννος στο στρατνα, εχε τρα δυο παρσημα στον εμφλιο πλεμο και τα δυο προκινδυνεοντας για τους ντρες της διμοιρας του. Πγε κοντ στον Κρκα, γοντισε δπλα του. τανε πλι μοσκεμα στον ιδρτα, κτω απ' τις κουβρτες του τρεμε ολκληρος. Του σκοπισε το μτωπο με τη πετστα που ’τανε πεταγμνη δπλα, του σιαξε τις κουβρτες, σκυψε πνω του.
 Θλεις τποτα; Επιλοχα…
     Ο Κρκας δεν αποκρθηκε. πεφτε πλι σε βθος. Ο Δημκης σηκθηκε, κοταξε γρω τους στρατιτες μες στη σκην.
 Τλειωσε το κονικ; ρτησε κποιος.
     Το κονικ το ’χανε τελεισει με τη διανομ της περασμνης μρας. Ο Δημκης σκυψε, πρε το δικ του παγορι, πγε πλι  κοντ στον  Κρκα,  τ’  αναποδογρισε  στο στμα  του. Σηκθηκε, τους κοταξε πλι, τναξε το παγορι του ανποδα, το πταξε στην κρη.
 Μη τον αφνετε μνο του, τους επε βγανοντας.
 Πει ο Κρκας… Ο καλς ο Κρκας, μουρμορισε νας και κουλουριστηκε στις κουβρτες του.
     Ο Δημκης μπκε στην λλη σκην. τανε κι εκε μερικο και τουρτουρζανε.
 Τι δε δοκιμζεις πλι, μωρ Γιαννολη, επε κποιος.
 Τι να δοκιμσω, μωρ; Δεν χω ασρματο. Απ χτες ακμα. Πρτε το απφαση.
     Ο ασυρματιστς Γιαννολης εχε περσει τον εμφλιο σε ζεστος καταυλισμος, κοντ σ’ εφοδιασμος και σε διοικσεις. Το ’χε σγουρο πως θα πγαινε τσι σαμε το τλος. Η απστευτη περιπτεια να βρσκεται τρα δω πνω, τονε τρλλαινε, χειρτερα απ’ το κρο.
 Δε γνεται τποτα; τον ρτησε κι ο Δημκης.
 Δε γνεται τποτα, λοχα, επε ο Γιαννολης. πρεπε να μ’ αφνατε χτες να κατβω. Τρα κλειστκαμε δω…
 Ρξε μια φωτοβολδα, επε νας στρατιτης.
 Απαγορεεται φωτοβολδες, επε ο Δημκης.
 Θα πεθνουμε, λοιπν…

     ταν η 3η μρα που το μκρ τμμα του κυβερνητικο στρατο βρισκτανε πνω σε κενο το πρασμα της κορφς. Δυο στοιχεα πολυβλου , δυο στοιχεα πεζικο, νας ασρματος. Ο λοχαγς τους τανε κι αυτς απ κενα τα μρη, πως ο Βασλης ο Μουλαρς -και τα ’ξερε, το ’ξερε κι αυτς πως χει να ττοιο μονοπτι στη κορφ του βουνο, πνω στο γκρεμ το ’χε ακοσει μικρς μσα σε παλις ιστορες για καραβνια, αγωγιτες, κλφτες και δρκους. ψαξε, το βρκε πνω στο χρτη, το σημεωσε καλ, πρε το χρτη, σηκθηκε και πγε στη διοκηση του τγματος -να το πισουν αυτ το πρασμα, πριν ακμα τελεισουν οι μχες στα χαμηλματα του βουνο. Μνον απ κει μπορονε να πνε... Ο λοχαγς ταν νος και μισοσε τους κομμουνιστς -δικ του μσος. φεδρος, πρτη φορ πολεμοσε -και πολεμοσε σαν λος ο πλεμος να κρινταν απ’ αυτν, απ το δικ του το μσος.
 Και δεν πνε; επε συχα ο ταγματρχης κι οτε κοταξε το χρτη που του ’δειχνε. Πο θα πνε; Θα πεθνουν απ το κρο.
     Ο ταγματρχης ταν μνιμος. Γερασμνος μες στους πολλος πολμους της γενις του, δεν τους βρισκε καμι νοστιμι -νικητς, νικημνοι, οι  νεκρο που πεθανουν, οι ζωντανο  που ξεχννε και πλι τα δια. Ετοτος ταν ο τελευταμος του πλεμος πριν απ τη σνταξη.
 Το κρο, μλιστα, επε κι ο λοχαγς. Μα δεν εναι ββαιο πως θα ψοφσουν λοι τους απ’ το κρο…
 Κι οι δικο σου που θλεις να στελεις; Δεν παγνουν αυτο;
 Ο λοχαγς τρβηξε λγο τις πλτες…
 Σωστ κι αυτ, μα τη θση, θ
α βαστξουν, επε. Σμερα, αριο, μια-δυο μρες, σο που να πμε και μεις -θα βαστξουν.
 Λογριασε τις διπλς, τις τριπλς, επε ο ταγματρχης. Πντα τις διπλς λογριαζε…
     Ο λοχαγς πλι τις πλτες:
 Κι αυτ σωστ, μα τη θση...
Θα διαλξω καλος, ψωμωμνους, επε. Και τον ξρετε, τον επιλοχα τον Κρκα.
 Πλι τον Κρκα, μωρ παιδ μου;
 Δεν χω καλτερον.
 Καλτερον… Αυτο οι καλτεροι χνονται πντοτε στον πλεμο απ τον καιρ του Φιλοκττη, σ’ λους τους πολμους, αυτο, λοχαγ… Μα δεν εναι ντιμο να τους σκοτνουμε μεις, με τα χρια μας… επειδς εναι καλτεροι…
     Ο λοχαγς δεν ξερε ποιος ταν αυτς ο Φιλοκττης. Τρβηξε πλι τις πλτες του, νοιξε λγο τα χρια -τη θση. Σωπσαν. Ο λοχαγς στεκταν ορθς με το χρτη στα χρια -θελε να πισουν αυτ τη θση. Κι θελε να στελει τον Κρκα. Ο ταγματρχης σκωσε τα μτια, τονε κοταξε μια φορ, σαν να τον μετροσε. Ξανσκυψε το κεφλι με τ’ σπρα μαλλι. Ο λοχαγς εχε δκιο. Και για τη θση και για τον Κρκα -ξανασκωσε το κεφλι του και τονε κοταξε
 Να τη πισεις τη θση, επε. Στελε τους. Και τον Κρκα.
 Κι ναν ασρματο; επε ο λοχαγς;
 Ασρματο;
 Μλιστα. Να μη ρξουν απ κει φωτοβολδες.
     Ο ταγματρχης σηκθηκε.
 Σωστ, λοχαγ. Το Γιαννολη θα στελεις.
 Νομζετε; Αυτ το μμολο;
     Ο ταγματρχης ξερε πως αυτς ο Γιαννολης τανε σπιονος του λοχαγο. ριξε στο τραπζι το μολβι που κρατοσε στα χρια του. Το χελι του τρεμε λγο.
 Δε νομζω τποτα, επε. Διαταγ του τγματος -κι η φων του ταν εχθρικ, σμπως να 'τανε να ξεπληρσει τον Κρκα, μ’ αυτ την πρξη δικαιοσνης για το Γιαννολη.
     Την δια μρα η μικρ δναμη του κυβερνητικο στρατο φυγε για τη κορφ. Ο Κρκας δε θλησε να το πει πως ταν ρρωστος -κρυωμνος. Ο Δημκης το ’ξερε, πγε πλι μαζ του.
 Πρτε μπλικο κονικ, τους εχε πει ο λοχαγς. Για δυο μρες, για τρεις.
     Πρανε για τσσερις μρες, για πντε, σο μποροσαν να κουβαλσουνε. Με τη ξαφνικ παγωνι τη δετερη μρα το 'χανε τελεισει.
 Και σπρτο να πρετε.
     Και σπρτο πρανε, πολ. Το ξοδψανε για τους πρησμνους, τλειωσε κι αυτ.
 Επιμελητεα μη περιμνεις εκε πνω, επιλοχα, σο να 'ρθουμε. Πρε φα, λιπαρ, σοκολτα.
     Πρε. Δε βοηθσανε σε τποτα.
 Τα σκαπανικ τα πρες;
     λα τα ’χε πρει ο Κρκας. Περσανε μια νχτα στο μικρ καταυλισμ στο τελευταο φυλκιο, ζεσταθκανε στα καλβια, ξεκουρστηκαν. Την λλη μρα φτασε πνω με τη μικρ του δναμη. δωσε το σμα με τον ασρματο που λειτουργοσε ακμα, στησε τα πολυβλα του ακριβς απνω στο πρασμα, οργνωσε τις θσεις, βγαλε σκοπις απνω στο πλτωμα ως εκε π’ αρχζαν τα δντρα. Τα ’κανε λα σωστ και με τξη, πως εναι στον κανονισμ. Τη νχτα ρθε το κρο, του τα χλασε λα. Οι στρατιτες ξυλισανε μσα στις σκηνς, οι μικρς φωτις μσα στα κρνη δε βοηθοσαν σε τποτα, οι περιπολες δεν ξεμτισαν πρα απ’ το μονοπτι, τρεις σκοπο του πθαν κρυοπαγματα. Το πρω τα πλα, τα πολυβλα βρεθκαν κοκαλωμνα, τα λδια πξανε μσα, ο πγος εχε σκεπσει τα οργματα. Χωρς βλαστμιες, χωρς βιασνη, επμονα, μερα, χωριτικα αυτς ξανρχισε με ψηλ πυρετ.
 Πτρο, εσαι σχημα, επε ο Δημκης. Να σε κατεβζαμε στο φυλκιο;
 Κνε τη δουλει σου, λοχα, επε αυτς.
     Το μεσημρι ο πυρετς του ανβηκε στα σαρντα, στθηκε ορθς ως το βρδυ, στειλε μια ομδα, φρανε ξλα, ανψαν φωτις -δε βοηθοσαν. Επιθερησε τις σκηνς, τις σκοπις, τους πρησμνους, τους δωσε λο το σπρτο. Μοιρσανε το τελευταο κονικ, πιε το δικ του μονοροφι, κοιμθηκε αμσως, παραμιλοσε λη τη νχτα. Το πρω της τρτης μρας κανε να σηκωθε, βγκε ως τ’ νοιγμα της σκηνς -πεσε πια. Φναξε το Δημκη.
 Πρε τη διοκηση, Σωτρη, μπρεσε κι επε. Κρτα τη θση… σο να ’ρθουνε… Και τα παιδι… Σωτρη.
     Δεν ξαννοιξε το στμα του ως το μεσημρι που τους επε πως θα πθαινε. Η μικρ μονδα εχε ολτελα παραλσει. Οι στρατιτες γυρνοσανε σαν τρελλο, μπανανε στις σκηνς, κουκουλωννταν με τις κουβρτες τους, τα κκκαλ τους αρχζανε και πονοσανε, ττε κνανε να βγονε, ξεπαγιζανε, ξαναμπανανε μσα, πονοσανε πλι τα κκκαλ τους.
 Ας κνουμε κτι, επε νας στρατιτης. Να μην πεθνουμε τσι.
 Τι να κνουμε, μωρ παιδ μου; επε ο Δημκης.
 Να κατεβζαμε τουλχιστο τον επιλοχα στο φυλκιο. Να μη μας πεθνει εδ, επε ο Σαββπουλος.
     Ο Σαββπουλος τανε τερστιος, νας γγαντας που ’τρεμε τρα. Μποροσε να το ’χει για σγουρο -θα τονε βζανε στη μεταφορ και περνοσε στο φυλκιο τη νχτα.
 Θα σας μενει στο δρμο. Μην κνετε ττοια πρματα, επε ο Κρκελος.
     τανε ξερακιανς, λειψανβατος -μποροσε να το 'χει για σγουρο, δεν τον βζανε αυτνε στη μεταφορ. Ο Δημκης πγε να χαμογελσει  στραβνοντας λγο τα χελια.
 τσι κι αλλις θα πεθνει, επε κποιος. Εμες τι κνουμε, να τη βγλουμε αυτ τη νχτα…
 Πμε κτω στο φυλκιο, επε κποιος.
 Στρατοδικεο.
 Στρατοδικεο, ναι… Μα θα λυπηθονε -δεν μπορε.
     ταν να στρατιωτκι, ο μικρτερος απ’ λους, να παιδ. Ο Δημκης γρισε και το κοταξε -το λυπθηκε πολ. Ο Βαλκης ο δεκανας βγκε μπρος.
 Ν’ αφσουμε τη θση, λοχα. Να κατεβομε πιο κτω, απ’ την λλη μερι. Το πρω ξαναρχμαστε.
     Ο Βαλκης τανε δσκαλος. Βαρς νθρωπος, δσκολος, σιος. λοι το ’χανε σκεφτε -κανες δεν το 'πε. Η σιωπ φαιντανε να 'πηξε, σα να πγωσε γρω τους.
 Θα μας μαρτυρσει  αυτς ο Γιαννολης, επε  σε λγο ο ανσωτος, εκενος ο Κρκελος.
 Κμε το λοχα, επε ο Βαλκης, σα να μην κουσε. Τσες ψυχς εδ στο λαιμ σου…
     Γρισε κι φυγε -οι λλοι σκορπσαν. Ο Δημκης μεινε κει με το κεφλι σκυμμνο. στερα τυλχτηκε στη μαντα του, τον εδαν που πρε το μονοπτι. Τρβηξε ως την κρη -κατβαινε. Στθηκε κει μια στιγμ, κοταξε γρω του, πσω του, σα να τον μτραγε αυτν τον κατφορο -στερα ρχισε και κατβαινε απ' την λλη μερι του βουνο. Κατβηκε πιο κτω, προχρησε ακμα. Πνω στη κορφ ακουγταν ο αγρας που ’χε αρχσει και λσσαζε. Εδ ταν να βαθολωμα, ο αγρας κοβταν, τα βρχια απ πνω το σκεπζανε. Γρισε, κοταξε λο το μρος-τανε στ' αλθεια ημερτερο λγο.
     Ο Βαλκης μπκε στη σκην του Γιαννολη. τανε πντα πεσμνος στην κρη, κουκουλωμνος με τη χλανη και τις κουβρτες του. Καννας λλος δεν τανε μσα. Ο Βαλκης πγε κοντ του, γοντισε δπλα του. Ο Γιαννολης ανασηκθηκε λγο, τον κοταξε – πγε κτι να πει. Εδε τον λλο που γρισε το κεφλι του κατ το νοιγμα της σκηνς νας τρμος πρασε μσ’ απ’ τα μτια του.
 Εσ τον χλασες τον ασρματο; επε ο δσκαλος.
     Δεν αρνθηκε, δεν επε τποτα, εχε παραλσει. Ο Βαλκης σκυψε πνω του, πλωσε τα χρια του και του ’πιασε το λαιμ. Τα ’σφιξε, δυνατ, δυναττερα. Ττε τρβηξε τις κουβρτες, τον ξανασκπασε και σηκθηκε τινζοντας τα χρια του σα να ’τανε σκονισμνα.  ξω ακουγταν η σφυρχτρα του Δημκη -οι στρατιτες μαζευντανε γρω του. Πγε κι αυτς. Ο Δημκης ξανασφριξε δυναττερα, μαζετηκαν λοι.
 Μαζετε τις σκηνς, τους επε. Και τα πρματ σας… Οι στρατιτες τον κοταζαν, κοιταζντανε.
 Τις σκηνς σας, επα, μαζετε τις. Μαρς.
     Σκορπσανε γρω, ξηλνανε τις σκηνς, τις διπλναν, μαζεαν τα πλα τους, τους γυλιος, τις κουβρτες. Απ τη σκην του Γιαννολη τρξανε κι επαν, τονε βρκανε μσα ξεπαγιασμνον.
 Αφστε τον εκε, επε ο Δημκης. Το πρω τον θβουμε.
 Τα πολυβλα;
 Το πρω.
     Ετοιμαστκανε. Ο Δημκης μπκε μπροστ, περσαν το πρασμα, κατεβκαν λοι, προχωρσαν απ την λλη μερι του βουνο, φτσανε σ’ αυτ το βαθολωμα. Στσαν εκε μια σκην, στρσανε κτω τις λλες. Ο Σαββπουλος κι λλοι δυο κουβαλσαν τον Κρκα, τον απιθσανε κοντ στο βρχο, τον σκεπσανε καλ, βοηθσανε και τους λλους τρεις με τα πρησμνα πδια να κατεβονε. Μαζευτκαν λοι μσα στη σκην τανε λγο καλτερα. Βρδιαζε ξω, μσα σκοτενιαζε. Ο Δημκης πγε και κθισε δπλα στον Κρκα. 
 Και να το ξρετε, επε, εγ τρα πω επ εγκαταλεψει…
 λοι θα πμε, επε ο Σαββπουλος. Μη φοβσαι, λοχα. ντρες εμαστε…
 Τρχες, Σαββπουλε, επε ο Δημκης.
 Κανες δεν πει στρατοδικεο, επε ο Κρκελος, ο ξερακιανς. Ο Κρκας δωσε τη διαταγ. Τον κουσα εγ με τ' αυτι μου…
 Ψμματα, ρουφινε, Κρκελε, επε ο Δημκης. Μη τονε βνεις τον Κρκα στο δικ σου το στμα…
 Μα γιατ, επε ο μικρς. Ο Γιαννολης που θα μαρτυροσε…
     Δεν ξαναμλησαν. Μερικο κνανε το σταυρ τους, μαζετηκαν λοι, κολλσαν ο νας δπλα στον λλο, κουκουλωθκανε με τις κουβρτες τους. Σκοτενιασε ολτελα μσα. Μερικο βγκαν ξω, πολεμοσαν ν' ανψουνε φωτι -χαμνος κπος και τα παρτησαν, ξαναγυρσανε μσα με δντια  που  χτπαγανε, γνατα που πονοσαν, ξαναπσανε δπλα στους λλους. Ο Κρκας κθε λγο παραμιλοσε -το
Δημκη φναζε. Οι λλοι τρεις με τα κρυοπαγματα βογκοσαν. λοι νιθανε τους αρμος του κορμιο τους, ξεκλειδωνντανε και πονοσαν. Δε σαλεανε πια. Λγο αργτερα, την δια ρα που οι αντρτες χαροπαλεανε πνω σε κενο το πλτωμα, τανε κι αυτο πρα για πρα ανκανοι ν’ αντισταθον στο ξεπγιασμα, να το πολεμσουν. Η θανσιμη νστα του εχε αρχσει και τους κυρευε.
     Οι αντρτες περσανε τ’ σπρο πλτωμα. Σε λγο νισανε τα πδια τους να κατηφορζουν. τανε το πρασμα, το μονοπτι του γκρεμο. Περσανε μπρος στ' αφημνα πολυβλα -δεν τα 'δανε. Μ’ ση ζω τους απμεινε αφεθκαν και ροβολοσαν, κατρακυλντας απ την λλη μερι του βουνο, κυνηγημνοι ακμα απ κενο το φβο του χους. Κατεβαναν πως τους πγαινε αυτς ο κατφορος. Η σκην των στρατιωτν βρισκταν πιο κτω, μσα στο γοβωμα -δεν τη εδανε, δεν βλπανε πια. ταν φτσανε μπρος της, ττε σταματσανε. Πσανε πνω της, πασπατεοντας  βρκανε  τ' νοιγμα, μπκανε μσα.
     Για μια στιγμ οι στρατιτες σα να ξυπνοσανε, κνανε κπως να σηκωθονε. Οι λλοι στκαν ασλευτοι, δε λγανε, δεν κνανε τποτα, δεν προστξανε τποτα. Ττε το ’νιωσαν πως ταν αντρτες, δεν ταν ο λχος τους που τρομξανε. Μια φων πνιγμνη, σαν μογκρισμα ζου, ακοστηκε μνο και ξαναπσαν εκε που βρισκνταν. 
 Μη βαρτε εσες, μπρεσε κι επε ο Βαλκης.
     Για μια στιγμ οι αντρτες, σα να ξυπνοσανε τρα, να βγαναν απ το χος, πγαν να κνουνε πσω. Οι λλοι δεν εχανε σαλψει να τους δεχτονε, να τους χτυπσουνε -ττε ξρανε πως δεν εχανε πσει σε δικ τους τμματα, που τρομξαν. λλη μια φων πνιγμνη, πλι σα μογκρισμα ζου, ακοστηκε μνο. 
 Αντρτες εμαστε… Μη βαρτε, μπρεσε κι επε ο Βασλης.
     στερα λοι μαζ πσανε δπλα στους στρατιτες. Δε βλπανε τποτα, δεν κνανε τποτα, καννας δεν επε τποτα. Ακουγτανε μνο το βγκημα αυτν που πονοσαν, λοι πονοσαν, λοι βογκοσαν. Ο αγρας λσσαζε στην κορφ. Το κρο δυνμωνε.
     Σε λγο αρχσαν και σαλεανε, κποιοι ζωντνευαν -λοι ζωντανεανε λγο. Στριμωχνταν ο νας κοντ στον λλον που 'τανε δπλα του να χωρσουνε -δε βλπανε, δεν ξρανε ποιος τανε, στρατιτης αντρτης. Πφτανε πλτη με πλτη, αγκαλιζονταν, μπλκανε τα σκλια τους, να ζεσταθονε κοντ του. Ο Βασλης σκοντησε αυτν που 'τανε δπλα του. Δε σλεψε, μεινε πως τανε, μπρομυτα πεσμνος. πλωσε το χρι του, το 'νιωσε απ' τη χλανη του πως τανε στρατιτης, τον πιασε απ το σβρκο, τον σφιγγε σο μποροσε, ζεσταιντανε κι αυτς με το σφξιμο. Ο στρατιτης σλεψε λγο γρισε απ' το πλευρ, νοιξε τη κουβρτα του, τον πρε μσα. Ο μικρς τανε. Κουκουλωθκαν μαζ, γινε λγο ζεσττερα.
 Μη κοιμσαι, του 'πε ο Βασλης.
 Μη κοιμηθες, επε κι ο μικρς.
     Η Κατνα κρωνε ακμα πολ. Εχε πσει κοντ στον Κρκα. Απ το λλο του πλευρ τανε πεσμνος ο Δημκης. Αυτ τρεμε ακμα, τρεμε ολκληρη. Τραβχτηκε κοντ στον Κρκα, πολ κοντ του. Ο ψηλς πυρετς του αναδιντανε γρω του, τον νιωθε. Παραμιλοσε ακμα -πντα με το Δημκη. πλωσε τα χρια της στα σκοτειν και του σκοπισε το μτωπο, μουσκεμνο στον δρωτα. φησε κει τη παγωμνη παλμη της και το δρσιζε, το χρι της ζεσταιντανε. Το ξαναπρε, το 'βαλε πλι και πλι. Το παραμλημα σε λγο σταμτησε. Η ανσα του ακουγτανε μσα, ξεχριζε, βαρει, κομμνη, δυσκολεμνη. στερα ακοστηκε η φων της Κατνας -σαν εκενη μες στο δσος.
 Κρκα μου, ακοστηκε απ δπλα κι η φων του Δημκη.
     Το κρο δυνμωσε μονομις. Απ κενη τη γωνι που κετεται ο Κρκας ανεβανει κι απλνεται, περν τις κουβρτες, τις χλανες και μπανει μες στα κκαλα. Σφγγονται λοι κοντ στους λλους, κονττερα, να ζεσταθον, να τ’ αποδιξουν. Δε λνε τποτα, σφγγονται μνο κοντ στον λλον, να ζεσταθονε, να τον ζεστνουνε, τα χρια κποτε τρομαγμνα τονε πασπατεουν -εναι ζεστς ακμα, αυτς ο δικς τους.
     Κοντεουνε τα μεσνυχτα.
     Το κορμ τους ζεστθηκε λγο μ’ αυτ τ’ αγκλιασμα -αρχζει ττε κι ο νους και ξυπνει. Ξυπνει λγο -φοβονται αμσως. Οι αντρτες θλουνε ττε να σηκωθον να φγουν, να τραβξουνε το δρμο τους μσα στο δσος, να μην εναι δω το πρω με το φως. Οι στρατιτες ζεσταθκανε λγο, θλουνε τρα να φγουν, να ξαναγυρσουν στ’ αφημνα πολυβλα, να τη προυν απ δω τη σκην, να μη μενει τποτα το πρω απ’ αυτ τη νχτα της προδοσας. Σαλεουν λοι, ανασηκνονται λγο, να το ξεφγουν αυτ τ’ αγκλιασμα, να τελεισουν. τσι που πσαν ανκατοι δεν ξρουνε τους δικος τους πο βρσκονται, εναι επικνδυνο ν’ αρχσουνe τρα να τους φωνζουν. Η τξη χλασε μσα, ξεσκεπαστκανε, κρυνουνε πλι. Φοβονται και σφγγονται πλι δπλα στον λλο. Λουφζουνε. Το πρω θα βρεθον εκε, θα βρεθον τσι. Οι στρατιτες θα ξαναγνουνε στρατιτες, αυτο οι αντρτες θα γνουν αντρτες. Ο λχος, το πρασμα, τα πολυβλα, τα τμματα, ο σκοτωμνος επτροπος -τα φοβονται. Οι περισστεροι και πιο δυνατο θα τους σκοτσουνε το πρω τους λλους, τους λιγτερους και λιγτερο δυνατος -το φοβονται αυτ που βρσκεται δπλα τους. Τα χρια σαλεουν μες στο σκοτδι, ψχνουνε τα πλα τους, να ζεστνουνε τη σκανδλη τους, να ξεπαγσουνε τις θαλμες με τα χρια τους που ζεσταθκανε λγο, τα πασπατεουνε, τα σιγουρεουνε δπλα τους. Ακογονται που τα σρνουνε κοντ τους -να χτπημα σε κουμπι, σε ζωστρα, να κρακ μιας ασφλειας-κποιος την νοιξε. Το κορμ κρυνει ξαν, οι αρμο τους αρχζουνε ξαν να ποννε, στη κορφ ακογεται κενος ο αγρας, απ τη γωνι που κετεται ο Κρκας ανεβανει κενο το κρο και μπανει στα κκαλα. Και ττε πλι φοβονται και σφγγονται πλι κοντ στον λλον που βρσκεται δπλα τους. Μικρς γροθις ακογονται βιαστικς σε μια πλτη, μια κουβρτα που τραβιται, να χρι που τρβεται κπου, να βγκημα -η νοχη φων σρνεται πλι μες στη σκην, χαμηλ, μητρικ:
 Μη κοιμσαι…

                                                            ΕΠΙΛΟΓΟΣ

     Το πρω ο καιρς μαλκωσε κπως, ο αγρας πεσε, χινιζε πλι. Μλις εχε ξημερσει ταν απ το προχωρημνο φυλκιο δσανε στη διοκηση του λχου να σμα με τον ασρματο: Στη κορυφ του βουνο ακουστκανε πριν απ λγο πυκν πυρ, ησυχα στερα απλυτη. Κοντ στο φυλκιο βρκανε παγωμνον ναν αξιωματικ των ανταρτν, προφανς επτροπος, σκοτωμνος απ τους δικος του και περιμνουνε διαταγς. Ο λοχαγς ριξε στη πλτη τη χλανη του κι τρεξε στη διοκηση του τγματος με το πολτιμο σμα. Ο ταγματρχης το πρε, το διβασε, του το ’δωσε πσω.
Σκωσε τα μτια του και τονε κοταξε -λαμποκοποσε ακριος.

 Εχαμε δκιο, επε αυτς, χαρζοντς του το μισ του θραμβο, που τη πισαμε αυτ τη θση.
 Ναι, επε συχα ο ταγματρχης. Δεν παγσανε, λοιπν. Σκοτωθκαν εκε πνω. Εχες δκιο λοχαγ… Μονχα εσ… Εσ -κι αυτς ο επτροπος ββαια που τον σκτωσαν οι δικο του… Πρε τσι… σο να μθουμε τι απγινε εκε.
 Θα μετακινσω αμσως το φυλκιο στη κορφ, επε  ο λοχαγς, γεμζοντας να τσι.
 Φυσικ… Ο πλεμος συνεχζεται…


 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers