Κάθε χέρι πετά μια πέτρα
Από αυτό τον καλοχαραγμένο
δρόμο που πορευόμαστε,
Κι όλος ο κόσμος
είναι άγριος και ξένος·
Φάντασμα και βρυκόλακας
Και τζίνι και δαιμόνιο
Θα μας κρατήσουν απόψε συντροφιά,
Γιατί έχουμε φτάσει
στη Γηραιότερη Χώρα
Όπου απλώνονται
οι Δυνάμεις του Σκότους.
Από το Σούρουπο στην Αυγή
Το σπίτι του Σουντχού, κοντά στη Πύλη Τακσαλί, είναι διώροφο, έχει τέσσερα σκαλιστά παράθυρα από καστανόχρωμο ξύλο κι επίπεδη στέγη. Μπορείς να το αναγνωρίσεις από τα πέντε κόκκινα αποτυπώματα χεριών πάνω στον ασβεστωμένο τοίχο, ανάμεσα στα ψηλότερα παράθυρα. Τα αποτυπώματα διατάσσονται όπως τα Πέντε Διαμάντια στο ινδικό τραπουλόχαρτο. Στον κάτω όροφο ζουν, μαζί μ' ένα τσούρμο από συζύγους, υπηρέτες, φίλους κι ακολούθους, ο Μπχαγκβάν Ντας, ο έμπορος κι ένας άνθρωπος που λέει ότι βγάζει το ψωμί του κατασκευάζοντας σφραγίδες. Στα δυο δωμάτια του πάνω ορόφου ζουν η Τζανού, η Αζιζούν κι ένα μικρό καφέ-μαύρο τεριέ, κλεμμένο από το σπίτι ενός Άγγλου, που έδωσε στη Τζανού ένας στρατιώτης. Σήμερα στα πάνω δωμάτια μένει μόνον η Τζανού.
Ο Σουντχού κοιμάται γενικά στη στέγη, εκτός όταν κοιμάται στο δρόμο. Όταν έκανε κρύο, συνήθιζε να πηγαίνει στη Πεσσαβάρ, για να επισκεφτεί το γιο του, που είναι μικροπωλητής κοντά στη Πύλη Έντουαρντς. Τότε, κοιμόταν κάτω από μια πραγματική στέγη από λάσπη. Ο Σουντχού είναι καλός μου φίλος, μιας κι ο ξάδελφός του είχε ένα γιο που, χάρη στις δικές μου συστάσεις, μπόρεσε να πάρει τη θέση του υπεύθυνου ταχυδρόμου σε μια μεγάλη εταιρεία στο σταθμό. Ο Σουντχού λέει πως ο Θεός θα με κάνει βοηθό κυβερνήτη μια από αυτές τις μέρες. Τολμώ να πω πως η προφητεία του θα βγει αληθινή. Είναι σε βαθιά γεράματα, με άσπρα μαλλιά, ξεδοντιάρης κι έχει σχεδόν ξεκουτιάνει -έχει χάσει περίπου τα πάντα, εκτός από την αγάπη και τη στοργή για το γιο του στη Πεσσαβάρ. Η Τζανού κι η Αζιζούν είναι από το Κασμίρ, κυρίες της πόλης και το επάγγελμά τους είναι ένα αρχαίο και λίγο ως πολύ έντιμο, όμως η Αζιζούν παντρεύτηκε ένα φοιτητή Ιατρικής από τα βορειοδυτικά κι έχει πια μια καθ' όλα αξιοσέβαστη ζωή κάπου κοντά στο Μπαρεΐλλι.
Ο Μπχαγκβάν Ντας είναι ένας άπληστος άνθρωπος, βουτηγμένος στις παρανομίες. Είναι πάμπλουτος. Ο άλλος, που υποτίθεται ότι βγάζει το μεροκάματό του κατασκευάζοντας σφραγίδες, προσποιείται πως είναι πολύ φτωχός. Αυτά είναι όσα πρέπει να ξέρετε για τους τέσσερις βασικούς ενοίκους του σπιτιού του Σουντχού. Υπάρχω βέβαια κι εγώ, αλλά είμαι απλώς η φωνή που ακούγεται στο τέλος για να εξηγήσει τα πράγματα. Έτσι λοιπόν δεν μετράω.
Ο Σουντχού δεν ήταν έξυπνος. Ο άντρας που προσποιούνταν πως έφτιαχνε σφραγίδες ήταν ο πιο έξυπνος απ' όλους -το μόνο που ήξερε ο Μπχαγκβάν Ντας ήταν να λέει ψέμματα, σε όλους εκτός από την Τζανού. Η Τζανού ήταν επίσης πολύ όμορφη, αλλά αυτό ήταν δική της δουλειά. Ο γιος του Σουντχού στη Πεσσαβάρ αρρώστησε με πλευρίτιδα κι ο γερο-Σουντχού ήτανε προβληματισμένος. Ο σφραγιδοποιός έμαθε τι βασάνιζε τον Σουντχού και το εκμεταλλεύτηκε. Ήταν μέσα στο κλίμα της εποχής του. Έβαλε κάποιον γνωστό του στη Πεσσαβάρ να τηλεγραφεί καθημερινές αναφορές σχετικά με την υγεία του γιου. Στο σημείο αυτό ξεκινά η ιστορία.
Ο γιος του ξαδέλφου του Σουντχού μου 'πε ένα βράδυ πως ο Σουντχού ήθελε να με δει· πρόσθεσε πως ήτανε πολύ γέρος κι αδύναμος για να 'ρθει ο ίδιος κι ότι θα 'κανα τεράστια χάρη στον Οίκο των Σουντχού αν πήγαινα να τον δω. Πήγα, αφού όμως είδα πόσον ευκατάστατος ήτανε, σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να 'χει στείλει κάτι καλλίτερο από ένα έκκα (ινδικό αμαξίδιο που το οδηγεί άνθρωπος), που κλυδωνιζόταν επικίνδυνα σ' όλη τη διαδρομή, να μεταφέρει έναν μελλοντικό βοηθό κυβερνήτη στη πόλη κείνο το αποπνικτικό βράδυ του Απρίλη, και πήγαινε κι αργά.
Είχε σκοτεινιάσει εντελώς όταν σταθήκαμε αντίκρυ στην είσοδο του τάφου του Ρανζίτ Σiνγκχ, κοντά στη κεντρική πύλη του φρουρίου. Εκεί βρισκόταν ο Σουντχού, που είπε ότι, τόσο συγκαταβατικός που είμαι, σίγουρα θα έπρεπε να γίνω βοηθός κυβερνήτη πριν γεράσω. Έπειτα, μιλήσαμε για δεκαπέντε λεπτά στο Χουζούρι Μπάγκχ, κάτω από τ' άστρα, για τον καιρό, την υγεία μου και τις σοδειές του σιταριού. Όταν μπήκε επιτέλους στο θέμα, είπε πως η Τζανού του 'χε αναφέρει πως υπήρχε ένα κυβερνητικό διάταγμα κατά της μαγείας, επειδή ήταν διάχυτος ο φόβος ότι κάποια μέρα η μαγεία θα σκότωνε την αυτοκράτειρα της Ινδίας. Δεν γνώριζα τι σήμαινε αυτό νομικά, όμως με διασκέδαζε η ιδέα ότι κάτι ενδιαφέρον θα συνέβαινε. Αποκρίθηκα ότι, αν κι η κυβέρνηση αποδοκίμαζε τη μαγεία, την ίδια στιγμή η μαγεία επιδοκιμαζόταν ως πρακτική.
Οι ίδιοι οι σημαντικότεροι κρατικοί υπάλληλοι εξασκούσανε πρακτικές μαγείας. Αν η Έκθεση του υπουργείου Οικονομικών δεν είναι μαγεία, τότε τι είναι; Στη συνέχεια για να τον ενθαρρύνω ακόμη περισσότερο, είπα ότι, αν κάποιο ζαντού (πρακτική μαyεiας) ήτανε στα σκαριά, δεν θα 'χα τη παραμικρή αντίρρηση να το στηρίξω, να το εγκρίνω και ν' αναγνωρίσω πως ήτανε καθαρή, λευκή μαγεία, που διαχωρίζεται από τη μαύρη, που σκοτώνει το λαό. Πέρασε αρκετή ώρα για να παραδεχτεί ο Σουντχού ότι γι' αυτόν ακριβώς το λόγο μ' είχε καλέσει. Κατόπιν, μου 'πε, παραληρώντας και τρέμοντας, ότι ο άντρας που 'λεγε ότι κατασκεύαζε σφραγίδες ήταν μάγος, από τους πιο καθαρούς του είδους, ότι κάθε μέρα έδινε στον Σουντχού νέα από τον άρρωστο γιο του στη Πεσσαβάρ πιo γρήγορα απ' ό,τι μπορούσε να ταξιδέψει το φως κι ότι αυτά τα νέα επιβεβαιώνονταν πάντα από γράμματα που ακολουθούσαν. Επιπλέον, είχε πει στον Σουντχού πως ένας μεγάλος κίνδυνος απειλούσε το γιο του, ένας κίνδυνος που θα μπορούσε να απομακρυνθεί με καθαρή μαγεία και, βεβαίως, με αδρή αμοιβή. Άρχισα λοιπόν να αντιλαμβάνομαι ακριβώς, πώς είχε η κατάσταση κι είπα στον Σουντχού ότι κι εγώ καταλάβαινα λίγο από λευκή μαγεία, όπως τη ξέρουμε στη Δύση κι ότι θα πήγαινα στο σπίτι του για να δω πως όλα είχανε γίνει όπως έπρεπε.
Ξεκινήσαμε μαζί, στη διαδρομή ο Σουντχού μου 'πε πως είχε ήδη δώσει στο σφραγιδοποιό κάπου εκατό με διακόσιες ρουπίες κι ότι το ζαντού εκείνης της βραδιάς θα του κόστιζε διακόσιες ρουπίες επιπλέον. Ποσό μικρό, είπε, για το μεγάλο κίνδυνο που διέτρεχε ο γιος του, δεν νομίζω όμως ότι το εννοούσε. Όταν φτάσαμε, όλα τα φώτα στο μπροστινό μέρος του σπιτιού ήταν καλυμμένα. Ξεχώριζα φοβισμένες φωνές πίσω από τη πρόσοψη του μαγαζιού του σφραγιδοποιού, σαν κάποιος να ψυχορραγούσε. Ο Σουντχού ανατρίχιασε σύγκορμος κι ενώ βάδιζε ψηλαφιστά προς τον επάνω όροφο, μου είπε ότι το ζαντού είχε ξεκινήσει. Η Τζανού κι η Αζιζούν μας συναντήσανε στο κεφαλόσκαλο και μας είπαν ότι το ζαντού γινότανε στα δωμάτιά τους, γιατί εκεί υπήρχε περισσότερος χώρος. Η Τζανού είναι μια ανοιχτόμυαλη γυναίκα. Ψιθύρισε ότι το ζαντού ήταν ένα κόλπο για να παίρνει ο σφραγιδοποιός λεφτά από τον Σουντχού κι ότι όταν ο σφραγιδοποιός πεθάνει θα πάει σε ένα πολύ ζεστό μέρος. Ο Σουντχού σχεδόν έκλαιγε από το φόβο και τα γεράματα. Βημάτιζε διαρκώς πάνω-κάτω στο δωμάτιο μέσα στο ημίφως, επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά το όνομα του γιου του και ρωτώντας την Αζιζούν αν ο σφραγιδοποιός θα 'πρεπε να του κάνει κάποια έκπτωση αφού ήταν ο σπιτονοικοκύρης του. Η Τζανού με τράβηξε παράμερα στη σκιά, στην εσοχή που δημιουργούσαν τα σκαλιστά, τοξωτά παράθυρα. Τα παντζούρια ήταν ανοιχτά και τα δωμάτια φωτίζονταν μόνο από μια μικρή λάμπα λαδιού. Δεν υπήρχε περίπτωση να με δουν αν έμενα ακίνητος. Για την ώρα, τα βογγητά από κάτω σταμάτησαν κι ακούσαμε βήματα στη σκάλα. Ήταν ο σφραγιδοποιός.
Σταμάτησε έξω από τη πόρτα, από τα γρυλίσματα του τεριέ. Η Αζιζούν ψαχούλεψε την αλυσίδα του σκύλου κι είπε στον Σουντχού να σβήσει τη λάμπα. Έτσι, το μέρος σκοτείνιασε εντελώς. Το μόνο που έφεγγε ήταν η καύτρα από τις πίπες της Τζανού και της Αζιζούν. Ο σφραγιδοποιός μπήκε μέσα κι άκουσα τον Σουντχού να πέφτει κάτω στο πάτωμα και να βογγά. Η Αζιζούν κράτησε την ανάσα της κι η Τζανού ανατρίχιασε κι οπισθοχώρησε σ' ένα από τα κρεβάτια. Ακούστηκε ένα μεταλλικό κλικ, που συνοδεύτηκε από την ανάφλεξη μιας μπλε-πράσινης φλόγας κοντά στο πάτωμα. Στο λιγοστό φως διακρινόταν η Αζιζούν, στριμωγμένη σε μια γωνία του δωματίου, με το τεριέ ανάμεσα στα πόδια της, η Τζανού, με τα χέρια της σφιχτοδεμένα, έγειρε μπρος για να κάτσει στο κρεβάτι, ο Σουντχού, με το κεφάλι κάτω, τρέμοντας κι ο σφραγιδοποιός.
Εύχομαι να μην αξιωθώ να ξαναδώ ποτέ μου άλλον άνθρωπο σαν αυτό το σφραγιδοποιό. Ήτανε γυμνός μέχρι τη μέση, μ' ένα στεφάνι από λευκό γιασεμί, χοντρό όσο ο καρπός μου, γύρω από το μέτωπό του, ένα κίτρινο-ροζ πανί που κάλυπτε τα γεννητικά του όργανα και τυλιγότανε στη μέση του κι ένα βραχιόλι στο κάθε μπράτσο. Δεν ήταν η περιβολή που προκαλούσε δέος, ήτανε το πρόσωπο του άντρα που με πάγωσε. Αρχικά, ήτανε μπλε σκούρο. Μετά τα μάτια γύρισαν ανάποδα, μέχρι που φαινόταν μόνο το λευκό τους, στο τέλος το πρόσωπο πήρε τη μορφή ενός δαίμονα -ενός βρυκόλακα, ενός πλάσματος εντελώς άλλου από κείνου του λιγδερού σατανά που τη μέρα δούλευε στον τόρνο του στο κάτω πάτωμα. Κειτότανε πάνω στο στομάχι του, με τα χέρια γυρισμένα και σταυρωμένα πίσω, σαν ένα περιστρεφόμενο πηνίο που κάποιος είχε ρίξει κάτω. Ο λαιμός και το κεφάλι ήτανε τα μόνα μέρη του σώματός του που δεν ακουμπούσανε στο πάτωμα. Ήτανε περίπου σ' ορθή γωνία με το υπόλοιπο σώμα, όπως το κεφάλι της κόμπρας την άνοιξη. Η εικόνα ήταν αποτρόπαιη.
Στο κέντρο του δωματίου, στο γυμνό χωμάτινο πάτωμα, βρισκόταν μια μεγάλη, βαθειά, μπρούντζινη λεκάνη, μ' έν απαλό μπλε-πράσινο φως να λικνίζεται στο κέντρο της, σα νυχτερινό αντιφέγγισμα. Γύρω απ' αυτή τη λεκάνη, ο άνθρωπος που κειτότανε καταγής, στριφογύρισε γύρω από τον εαυτό του τρεις φορές. Δεν ξέρω πώς το έκανε. Μπορούσα να διακρίνω τους μύες στη σπονδυλική του στήλη ν' ανασηκώνονται και να πέφτουνε ξανά ήρεμα, δεν μπορούσα όμως να δω κάποια άλλη κίνηση. Το μόνο που φαινότανε ζωντανό πάνω του ήτανε το κεφάλι και το αργό καμπύλωμα κι ίσιωμα των μυών στο πίσω μέρος του κορμιού του, που δούλευαν με μεγάλη προσπάθεια. Οι παλμοί της Τζανού από το κρεβάτι είχανε φτάσει τους εβδομήντα το λεπτό, η Αζιζούν έκρυβε τα μάτια της με τα χέρια κι ο γερο-Σουντχού, ψηλαφίζοντας τη βρωμιά που 'χε πιάσει η άσπρη του γενειάδα, έκλαιγε σιωπηλά. Το τρομερό ήτανε πως αυτό το αποκρουστικό, ερπετό πλάσμα δεν έβγαζε κανέναν ήχο, μόνο σερνότανε. Και σκεφτείτε πως αυτό διήρκεσε δέκα ολάκερα λεπτά, ενώ το τεριέ κλαψούριζε, η Αζιζούν έτρεμε, η Τζανού ανέπνεε με δυσκολία κι ο Σουντχού έκλαιγε.
Ένιωσα τις τρίχες στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου να σηκώνονται και τη καρδιά μου να χτυπά σαν ταμπούρλο. Ευτυχώς ο σφραγιδοποιός προδόθηκε από το πιο εντυπωσιακό του κόλπο, κάτι που με έκανε ν' ανακτήσω την ηρεμία μου. Αφού ολοκλήρωσε κείνη τη φοβερή ανατριχίλα έρποντας, τέντωσε το κεφάλι όσο μπορούσε πιο ψηλά από το πάτωμα και ξεφύσηξε φλόγες από τα ρουθούνια. Ήξερα πια πώς γίνεται το κόλπο με τη φωτιά που αναβλύζει -μπορώ να το κάνω κι εγώ ο ίδιος- κι έτσι ένιωσα άνετα. Όλα αυτά ήταν μια απάτη. Αν είχε περιοριστεί στο να σέρνεται, χωρίς να προσπαθήσει να προκαλέσει περισσότερες εντυπώσεις, ένας Θεός ξέρει τι θα μπορούσα να μην είχα σκεφτεί. Κι οι δύο κοπέλες στρίγκλισαν όταν είδανε τον άντρα να εκτοξεύει φωτιά και το κεφάλι του, με το πηγούνι προς τα κάτω, να πέφτει με γδούπο στο πάτωμα, όλο το σώμα κείτονταν σαν πτώμα με τα χέρια δεμένα σφιχτά. Ακολούθησε σιωπή πέντε γεμάτων λεπτών κι η μπλε-πράσινη φλόγα έσβησε. Η Τζανού έσκυψε να φτιάξει έν από τα βραχιόλια του ποδιού της, ενώ η Αζιζούν γύρισε το πρόσωπο προς τον τοίχο και πήρε το τεριέ αγκαλιά. Ο Σουντχού άπλωσε το χέρι του μηχανικά προς τη πίπα της Τζανού κι εκείνη την έσυρε στο πάτωμα με το πόδι.
Ακριβώς πάνω απ' το σώμα στον τοίχο, βρίσκονταν δυο φωτογραφίες του βασιλιά και της βασίλισσας της Ουαλλίας, σε χάρτινα τυπωμένα πλαίσια. Κοιτούσανε περιφρονητικά τη παράσταση και μου φαινότανε σαν να τονίζανε το κωμικοτραγικό του πράγματος. Κι ενώ η ησυχία είχε αρχίσει να γίνεται ανυπόφορη, το σώμα άλλαξε πλευρά και σύρθηκε μακρυά από τη λεκάνη, στην άκρη του δωματίου, όπου παρέμεινε ξαπλωμένο ανάσκελα. Από τη λεκάνη ακούστηκε ένα ελαφρύ πλαφ -ακριβώς όπως ο ήχος που κάνει το ψάρι όταν αναπηδά- και το πράσινο φως στο κέντρο του δωματίου ξαναζωντάνεψε. Κοίταξα τη λεκάνη κι είδα να ξεπηδάει απ' το νερό το στεγνό, συρρικνωμένο μαύρο κεφάλι ενός ιθαγενούς μωρού με ανοιχτά μάτια, ανοιχτό στόμα και ξυρισμένο κρανίο. Το θέαμα ήτανε χειρότερο από το προηγούμενο με το σύρσιμο, επειδή ήτανε τόσο αναπάντεχο.
Δεν προλάβαμε να πούμε τiποτε και το κεφάλι άρχισε να μιλά. Και να 'χεις διαβάσει την αφήγηση του Πόε για τη φωνή που 'βγαινε από τον υπνωτισμένο άντρα που πεθαίνει, πάλι δεν θα αντιληφθείς ούτε στο μισό τη φρίκη της φωνής που 'βγαινε απ' αυτό το κεφάλι. Έπειτα από κάθε λέξη επικρατούσε παύση ενός ή δύο λεπτών και στον απόηχο των λέξεων ακουγότανε κάτι σαν νταν, νταν, νταν, όπως ο ήχος της καμπάνας. Αντήχησε αργά, σα να μιλούσε στον εαυτό του, αρκετές φορές μέχρι ν' απαλλαγώ από τον κρύο ιδρώτα που μ' είχε λούσει. Τότε βρήκα τη πολυπόθητη λύση του αινίγματος. Κοίταξα το σώμα που κειτότανε πλάι στην εξώπορτα και παρατήρησα ένα μυ, στο σημείο ακριβώς που ο λαιμός συναντά τους ώμους, που δεν είχε καμμία σχέση με τους μύες που διαγράφονται όταν ανασαίνει κάποιος κανονικά, που συσπώτανε σταθερά. Τ' όλο σκηνικό θύμιζε προσεκτική απομίμηση του αιγυπτιακού ειδώλου του θεραπευτή, που διαβάζει κανείς κατά καιρούς κι η φωνή ήταν από τις πιο έξυπνες και τρομακτικές εγγαστρίμυθες φωνές που θα μπορούσε κανείς ν' ακούσει ποτέ.
Όλο αυτό το διάστημα το κεφάλι πλατάγιζε στην άκρη της λεκάνης, μιλώντας. Είπε στον Σουντχού, που εξακολουθούσε να κλαψουρίζει, για την αρρώστια του γιου του και για τη κατάσταση του μέχρι κείνη τη στιγμή. Παραδέχομαι και σέβομαι απεριόριστα το σφραγιδοποιό για τη τακτικότητα που φρόντιζε την ώρα που θα φτάνανε τα τηλεγραφήματα από τη Πεσσαβάρ. Το κεφάλι στη λεκάνη συνέχισε λέγοντας ότι έμπειροι γιατροί παρακολουθούσαν νυχθημερόν την υγεία του κι ότι θ' ανάρρωνε τελικά αν η αμοιβή του πανίσχυρου μάγου, τον οποίο υπηρετούσε, διπλασιαζόταν. Εδώ ακριβώς έγινε ένα λάθος καλλιτεχνικής φύσης. Το να ζητάς να διπλασιαστεί η προκαθορισμένη αμοιβή με φωνή σαν του αναστημένου Λάζαρου είναι παράλογο. Την ίδια παρατήρηση κάναμε ταυτόχρονα εγώ κι η Τζανού, που 'ναι πράγματι γυναίκα με αντρική ευφυΐα. Την άκουσα να λέει ασθμαίνοντας με καταφρόνια:
-"Ας ναχiμ! Φαράιμπ!" και μόλις το 'πε, το φως στη λεκάνη έσβησε, το κεφάλι σταμάτησε να μιλά κι ακούσαμε να τρίζουν οι μεντεσέδες της πόρτας. Τότε, η Τζανού πήρε ένα σπίρτο, άναψε τη λάμπα κι είδαμε ότι το κεφάλι, η λεκάνη κι ο σφραγιδοποιόc; είχαν εξαφανιστεί. Ο Σουντχού έσφιγγε τα χέρια του κι εξηγούσε, σ' όποιον ήθελε ν' ακούσει, ότι δεν θα μπορούσε να μαζέψει άλλες διακόσιες ρουπίες, ακόμα κι αν εξαρτιόταν απ' αυτό η ευκαιρία του για αιώνια σωτηρία. Η Αζιζούν βρισκότανε στη γωνία σε ημι-υστερική κατάσταση, ενώ η Τζανού κάθισε ανακουφισμένη σ' ένα απ' τα κρεβάτια για να συζητήσει τις πιθανότητες το όλο πράγμα να 'τανε στημένο. Εξήγησα ό,τι σχετικό ήξερα για τον τρόπο που ο σφραγιδοποιός είχε εκτελέσει το ζαντού του, όμως το δικό της επιχείρημα ήταν απλούστερο:
-"Μαγεία που απαιτεί διαρκώς δώρα δεν είναι αληθινή μαγεία", είπε. "Η μητέρα μου μου 'χε πει ότι τα μόνα αποτελεσματικά ερωτικά ξόρκια είναι κείνα που λέγονται από έρωτα. Αυτός ο σφραγιδοποιός είναι ψεύτης, ένας διαβολικός άνθρωπος. Δεν τολμώ να πω ή να κάνω κάτι ή να βάλω να κάνουνε τίποτε, γιατί έχω χρεωθεί στον Μπχαγκβάν Ντας τον έμπορο δυο χρυσά δαχτυλίδια κι ένα βαρύ βραχιόλι του ποδιού. Πρέπει ν' αγοράζω το φαγητό μου απ' το μαγαζί του. Ο σφραγιδοποιός είναι φίλος του Μπχαγκβάν Ντας και μπορεί να δηλητηριάσει το φαγητό μου. Το ζαντού ενός ανόητου κρατά εδώ και 10 μέρες κι έχει κοστίσει στον Σουντχού πολλές ρουπίες κάθε βράδυ. Ο σφραγιδοποιός μέχρι τώρα χρησιμοποιούσε μαύρες χέννες και λεμόνια και μάντρας. Ποτέ μέχρι σήμερα δεν μας είχε δείξει κάτι τέτοιο όπως το σημερινό. Η Αζιζούν είναι ανόητη και σύντομα θα γίνει κοινωνικά αποκλεισμένη (Purdhannasim ονομάζονται οι κοινωνικά αποκλεισμένες γυναίκες στην Ινδία, που μέχρι το 1904 δεν είχανε στοιχειώδη νομικά δικαιώματα). Ο Σουντχού έχει χάσει τη δύναμη και την ευφυΐα του. Κοίτα να δεις τώρα! Ήλπιζα να πάρω πολλές ρουπίες από τον Σουντχού, όσο θα ζούσε και πολύ περισσότερες μετά το θάνατό του και τα δίνει όλα σ' αυτό το διαβολάνθρωπο, σ' αυτό το γαϊδούρι, το σφραγιδοποιό"!
Στο σημείο αυτό, είπα:
-"Μα τι ήταν αυτό που έκανε τον Σουντχού να με μπλέξει σ' αυτή την ιστορία; Βέβαια μπορώ να μιλήσω στο σφραγιδοποιό κι εκείνος θα επιστρέψει τα χρήματα. Η όλη υπόθεση είναι παιδιάστικη, ξεδιάντροπη κι ανούσια".
-"Ο Σουντχού είναι ένα μεγάλο παιδί" είπε η Τζανού. "Έζησε εβδομήντα χρόνια στις στέγες κι έχει τόσο μυαλό όσο μια κατσίκα. Σ' έφερε εδώ για να βεβαιωθεί ότι δεν παραβιάζει κανένα νόμο της κυβέρνησης, που με το αλάτι της τρέφεται εδώ και πολλά χρόνια. Λατρεύει μέχρι και τη σκόνη από τα πόδια του σφραγιδοποιού κι αυτό το αδηφάγο μοσχάρι του απαγόρευσε να πάει και να δει το γιο του. Τί καταλαβαίνει ο Σουντχού από νόμους; Είμαι υποχρεωμένη να βλέπω τα χρήματά του να πηγαίνουνε καθημερινά σ' αυτό το κτήνος που κείτεται κάτω".
Η Τζανού χτύπησε το πόδι στο πάτωμα και σχεδόν έκλαψε με οργή, ενώ ο Σουντχού κλαψούριζε κάτω από μια κουβέρτα στη γωνία κι η Αζιζούν προσπαθούσε να βάλει τη πίπα στο χαζό, γέρικο στόμα του.
* * *
Έτσι έχει λοιπόν η κατάσταση. Χωρίς να το σκεφτώ, αφέθηκα να κατηγορηθώ ότι βοήθησα και συνεργάστηκα με το σφραγιδοποιό, προκειμένου αυτός ν' αποκτήσει χρήματα με δόλο, κάτι που απαγορεύεται από το Άρθρο 420 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα. Γι' αυτούς λοιπόν τους λόγους ήμουν αβοήθητος, δεν μπορούσα να ενημερώσω την αστυνομία. Ποιοί μάρτυρες θα υποστηρίζανε τη κατάθεσή μου; Η Τζανού αρνιότανε πεισματικά κι η Αζιζούν είναι μια γυναίκα με μαντήλα κάπου κοντά στο Μπαρεΐλλι -χαμένη στη μεγάλη, δική μας Ινδία. Δεν τολμώ να ξαναπάρω το νόμο στα χέρια μου και να μιλήσω στο σφραγιδοποιό, γιατί είμαι σίγουρος ότι όχι μόνον ο Σουντχού θ' αρνηθεί, αλλά ότι μια τέτοια κίνηση θα 'χε σαν αποτέλεσμα να δηλητηριαστεί η Τζανού, που 'ναι χειροπόδαρα δεμένη εξ αιτίας του χρέους της στον έμπορο.
Ο Σουντχού είναι ένας γεροξεκούτης -όποτε συναντιόμαστε, μουρμουρίζει μπερδεμένα το ηλίθιο αστείο μου ότι μάλλον η κυβέρνηση πατρονάρει τη Μαύρη Μαγεία παρά το αντίστροφο. Ο γιος του είναι καλά τώρα, ο Σουντχού όμως είναι κάτω από την απόλυτη επιρροή του σφραγιδοποιού και κανονίζει τη ζωή του με βάση τις συμβουλές του. Η Τζανού παρακολουθεί καθημερινά το σφραγιδοποιό ν' απομυζά τα χρήματα, που ήλπιζε ν' αποσπάσει αυτή καλοπιάνοντάς τον και μέρα τη μέρα γίνεται όλο και πιο βαρύθυμη κι έξω φρενών. Δεν θα το μολογήσει ποτέ, γιατί δεν τολμά, όμως αν δεν γίνει κάτι να την αποτρέψει, πολύ φοβάμαι πως ο σφραγιδοποιός θα πεθάνει από χολέρα -απ' τη χολέρα του λευκού αρσενικού- προς τα μέσα Μάη. Κι έτσι θα πρέπει να εμπλακώ σ' ένα φόνο στο σπίτι του Σουντχού.