Χειρόγραφα
Χειρόγραφα ορθογραφίας άμεμπτα.
Καλλιγραφία τσακισμένη
από τον Χρόνο, τον Πιεστικό.
Λάθη ορατά, νεκροζώντανα
κάτω από διάφανες μουτζούρες.
Βέλη, αστερίσκοι, τεθλασμένες.
Χειρόγραφα που θέλεις να ξεχάσεις
Που ξέχασες
Που σε ξέχασαν.
Εργάτες της μνήμης.
Φωτογραφίες της ψυχής μου.
Χάρτινες κραυγές
σε χωματερές κάποτε.
Ιδιογράφως ειδεχθή.
'Aλλοτε.
Αθέατη
Τα μπλε φωτάκια στα δέντρα της πόλης
που μόνη είδα τη νύχτα.
Το παγκάκι πλάι στο ποτάμι
που διάβαζα μόνη τ' απογεύματα.
Μια μουσική πλανόδια
στη πλατεία με τους ζογκλέρ
άκουσα μόνη στη γιορτή.
Με είδαν χιλιάδες μάτια
μα όχι τα δικά σου
τ' ανεκτίμητα.
Δεν είδες.
Ούτε εγώ δεν είδα.
Δεν άκουσες.
Ούτε εγώ δεν άκουσα.
Αθέατη ζω.
Ζωή που δεν την παρατηρείς.
Αβίωτη.
---------------------------------------------------------------------------------------
Το Δέντρο Και Το Σύννεφο
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα δέντρο. Ένα ψηλό, όμορφο, περήφανο δέντρο στην πλαγιά ενός βουνού, μόνο του. Είχε ξανθιά φυλλωσιά, πυκνή και στον ήλιο λαμπύριζε. Ήταν φορτωμένο γλυκούς καρπούς... Ο κορμός του έρεε μέλι, τα άνθη του απέπνεαν το μεθυστικό άρωμά τους, όλοι το αγαπούσαν, το φρόντιζαν και το καμάρωναν.
Οι άντρες ξαπόσταιναν στον ίσκιο του. Τα παιδιά τραμπαλίζονταν στα κλαδιά του, οι κοπέλες στόλιζαν τα μαλλιά τους με τα ανθάκια του, τα πουλιά χτίζανε χαρούμενες φωλιές στα κλαριά του, τα μικρά ζωάκια βρίσκανε καταφύγιο στον κορμό του, λογής-λογής έντομα γλυκαίνονταν με τους χυμούς του κι όλοι γεύονταν τους καρπούς του.
Το δέντρο χαμογελούσε με την ευτυχία που χάριζε...
Κι ένα βράδυ του καλοκαιριού, το δέντρο ξύπνησε από το διάβα ενός δυνατού αέρα, αναπάντεχου το δίχως άλλο. Κοίταξε μ' απορία γύρω του. Κανείς!
Ήταν μονάχα ο αέρας που πέρασε και χάθηκε.
Το δέντρο δεν κοιμήθηκε ξανά. Κοίταξε λυπημένο τις ρίζες του, πάντοτε στην ίδια θέση. Ένιωσε τα φύλλα του που ανεμίστηκαν κι άρχισε να σιγοκλαίει μες στη νύχτα. Πεθύμησε κι εκείνο να φύγει κι ας πάει μέχρι το χωριό. Μόνο να φύγει. Να πάει κάπου, κάπου αλλού. Κι αισθανόταν βαθιά τη θλίψη του, που η μοίρα του το κρατούσε εκεί ριζωμένο. Για πάντα.
Το δέντρο δεν ήπιε ξανά νερό. Δε χάρηκε τις αχτίδες του ήλιου, δεν χαμογέλασε ξανά. Παρά στεκόταν όρθιο, γεμάτο θλίψη και κοιτούσε πέρα τον άνεμο που πλανιόταν στη φύση... Σιγά-σιγά τα φυλλαράκια του κύλησαν στη γη και οι καρποί του πήραν να σαπίζουν, το δέντρο μαραινόταν... Κι εκείνο πιο πολύ απ' όλους ένιωθε το μαρασμό του και υπέφερε. Ήθελε μονάχα να φύγει.
Μα ήταν εκεί. Βαθιά ριζωμένο.
Μια μέρα που γύρω του είχε απλωθεί ένα χαρούμενο και ζωηρό μελίσσι ανθρώπων και ζώων και απολάμβαναν την ξεχωριστή ομορφιά του, το δέντρο δεν άντεξε την τόση χαρά. Τραντάχτηκε ολόκληρο, σείστηκε η γης, τα φύλλα και οι καρποί του σκορπίστηκαν χάμω, τα αδύναμα κλαριά του τσακίστηκαν, ο κορμός του ράγισε, κινδύνεψε στα δυο να σχιστεί. Κι όλοι τρόμαξαν, φύγανε τρέχοντας μακριά.
Το δέντρο απέμεινε μόνο κι έρημο να κλαίει απαρηγόρητο. Κανείς από τότε δεν ήρθε ξανά κοντά του. Μα και οι άνθρωποι σαν τύχαινε να περάσουν από τα μέρη του κρατούσαν απόσταση και το κοιτούσαν μ' απορία.
Μια μέρα που ένας ξυλοκόπος από ξένους τόπους ακούμπησε το τσεκούρι του στον κορμό του δέντρου, εκείνο άρπαξε το τσεκούρι και βάλθηκε να το χτυπάει δυνατά πάνω του. Ο ξυλοκόπος έτρεξε και πήρε το τσεκούρι από τα μανιασμένα χέρια του δέντρου αλλά το κορμί του είχε λαβωθεί και από τον πόνο λύγισε.Ο ξυλοκόπος έφυγε τρομαγμένος. Ποτέ ξανά δεν είχε δει δέντρο μόνο του να κόβεται.
Το δέντρο απέμεινε ολομόναχο κι απελπισμένο να θρηνεί τις ρίζες που το κρατούσαν πάντοτε εκεί. Σκυφτό, μόνο, κατάμονο μαράζωνε μέρα τη μέρα πιο πολύ.
Ένα σύννεφο πέρασε από πάνω του και στάθηκε. Το δέντρο ύψωσε τα μάτια του στον ουρανό και κοίταξε το σύννεφο με το πιο θλιμμένο βλέμμα του. Το σύννεφο το κοίταγε σιωπηλά, ήρεμο.
-«Σύννεφο, πόσο όμορφη είναι η ζωή σου εκεί ψηλά... Στο πουθενά και στο παντού να πλανιέσαι...» μίλησε το δέντρο κι είπε.
-«Τι έχεις δέντρο μου κι είσαι στεναχωρημένο;» ρώτησε το σύννεφο.
-«Δε βλέπεις; Η μοίρα μου με κρατά εδώ ριζωμένο, ακίνητο στην ίδια γη αιώνια. Κι εσύ φεύγεις και χάνεσαι, αλλάζεις μορφή κι όλο ταξιδεύεις...» αποκρίθηκε το δέντρο.
Το σύννεφο σιώπησε για μια στιγμή κι έπειτα είπε:
-«Δέντρο, εγώ είμαι ατμός. Δεν υπάρχω. Δεν έχω τόπο. Ο αγέρας μου δίνει την μορφή που εκείνος θέλει. Κι εγώ πηγαίνω, χωρίς να ξέρω, χωρίς να θέλω που.»
Το δέντρο στάθηκε και συλλογίστηκε τα λόγια του σύννεφου. Το σύννεφο κίνησε νά 'ρθει πιο κοντά στο δέντρο.
-«Μα εσύ σύννεφο είσαι ελεύθερο» παρατήρησε με θλίψη το δέντρο. Το σύννεφο πυκνώθηκε, γίνηκε γκρίζο κι ήρθε πολύ κοντά στο δέντρο, το τύλιξε σε μια αγκαλιά.
-«Αν ήμουν ελεύθερο θά 'χτιζα μια φωλιά στη γη. Μα δεν είμαι... Μόνο καπνός είμαι» και το σύννεφο άρχισε να κλαίει, να κλαίει, να κλαίει.
Το δέντρο παραδόθηκε με τους κλώνους του στην αγκαλιά και τα πικρά δάκρυα του σύννεφου και φύλλα κι ανθοί φύτρωσαν στην ερημιά του. Ένας ζηλιάρης άνεμος πέρασε με δύναμη κι έδιωξε το σύννεφο μακριά.
Το δέντρο και το σύννεφο χάθηκαν για πάντα.
...Tο Σύννεφο Επιστρέφει...
Ούτε μια φορά ούτε εναν καιρό. Σήμερα είπε το σύννεφο τη μαγική λέξη «επιστρέφω» και θα 'παιρνε τους ουράνιους δρόμους του για κάποιο γυρισμό. Υπάρχει αρχή για να επιστρέφεις; «Η ιδέα του είναι» ψιθύρισε ένα άλλο που περνούσε πλάι του και άκουσε τη σκέψη. «Να μη σε νοιάζει αφού δε νοιάζεσαι» γκρίζωσε το σύννεφο στον τυχαίο συνοδοιπόρο. Ο αέρας έδιωξε το άλλο πιο μακριά ακόμα και γύρισε στο δικό μας.
-Πού θα πας;
-Εκεί που θέλω.
-Πού;
-Εκεί.
-Καλή πλάνη. Χωρίς εμένα να ξέρεις.
-Χωρίς.
Μόνο του τώρα.
«Ήταν μια συντροφιά κι αυτός κι ας με έδιωχνε από παντού. Κάποτε έκανε καλά...» μονολογούσε και πήγαινε. Πια μόνο. Ήθελε ξανά και ξανά και ξανά να γυρίσει αλλά όλο κάτι ήταν που το κρατούσε. Όπως τότε που μπλέχτηκε σε μια τρελή γιορτή ανεξήγητης χαράς με κομφετί και κορδέλες και νύχτες καλοκαιρινές, φεγγαράδα και βαρκούλες και ακρογιαλιές και τι καλά και τι ωραία, που σε ποιον δεν αρέσουν αν έχει άλλο ένα ζευγάρι μάτια να τα βλέπει; Και μέσα στην παραζάλη φόρεσε κι εκείνο μια μάσκα και κράτησε ένα μπαλόνι που ξέφυγε από τα χέρια κάποιου παιδιού. Και πήγαινε για λίγο έτσι και ξεχάστηκε πίσω από μια μάσκα. Κάποιος που το 'δε το είπε «χαρούμενο σύννεφο», άλλος είπε «έτσι δε μοιάζεις πια σε σένα». Αλλά πολύ χαρά για το τίποτα. Και έφυγε. Και σκόνταψε, αν ποτέ σκοντάφτουν αλήθεια τα σύννεφα, σε έναν παράξενο τόπο. Πολύ ήσυχο. Όχι, ήρεμο. Δεν θα τό 'λεγα. Ήσυχο σαν... πώς να το πω; Οργανωμένο! Μόνο που σαν πλησίαζες πιο κοντά στη γη που ήταν χτισμένος άκουγες έναν ανατριχιαστικό ήχο που ερχόταν από τα κούφια από άλλη ουσία έγκατά του, σαν κάποια άγνωστα ύδατα να κοχλάζουν χρόνια και χρόνια και να θέλουν να ξεχυθούν και να κάψουν στο πέρασμά τους αυτό τον τόπο.
Το σύννεφο έμεινε καιρό, δικό του καιρό -μπορεί δική μας μια στιγμή- να κοιτάει αυτό τον αλλόκοτα τρομακτικό τόπο και να αναρωτιέται πώς δε καίγονται οι πατούσες τους... Περίμενε κάτι να γίνει. Τίποτα. Το ίδιο σκηνικό στημένο σ' αυτή τη ζωή εκεί. Ξεχάστηκε να κοιτάει περιμένοντας.
«Πάμε» ψιθύρισε ο αέρας και το πήρε τρυφερά πιο πέρα. Εκείνο γυρνούσε και κοιτούσε τον τόπο που πια χάνονταν από μπροστά του. Μήπως και κάτι αλλάξει... Έτσι περίμενε ως την τελευταία στιγμή. Μετά πάλι προχωρούσε ελεύθερο να διαγράφει τα σχήματά του στον ουράνιο χώρο, να δοκιμάζει πότε τούτο πότε εκείνο... 'Εσπαγε πλάκα, έτσι θα το πω αυτό που έκανε πολλές φορές. Σε άλλα κέφια γινόταν γκρίζο-γκρίζο και πυκνό και καλύτερα ήταν να μη βρισκόσουν κοντά του. Είχε κλεμμένους και κάτι κεραυνούς που όλο δήλωνε «πως τελειώσανε, δεν έχει άλλο» αλλά πώς γινόταν κι όλο κάποιον καινούργιο ξετρύπωνε όταν του χρειαζόταν...
Ναι, ήταν κάποια που δεν ήθελε να τα θυμάται. Όπως τότε που είχε δει κάποιον να ακονίζει την αυτοπεποίθησή του πάνω στον πόνο του άλλου που έκαιγε. Νόμισε πως ήταν το ίδιο που πονούσε. Μπορεί και να ήταν... Ήταν εκεί που βρέθηκε μόλις έφυγε από... Όμως είχε περάσει καιρός από τότε και το είχε στείλει στη λήθη μαζί με άλλα...
Σε άλλο καιρό είχε βρεθεί πάνω από ένα αληθινά πολύ όμορφο νησί. Τόπος που ήταν όμορφος και για δέντρα και πουλιά και σύννεφα και πολλά άλλα. Αλλά ζούσαν εκεί κάτι πολύχρωμες φιγούρες και μιλούσαν μια όμοια αλλά όχι την ίδια γλώσσα, όταν τη μιλούσαν. Και πήγαιναν εν-δυο εν-δυο μπρος-πίσω, πάνω-κάτω, δεξιά-αριστερά σα συντονισμένες από μια άλλη μεγάλη γλώσσα που δεν ήταν καθόλου ωραία. Αλλά ήταν πολύ μεγάλη. Σσσσς! Ησυχία τώρα.
Όμως ήταν όμορφο πολύ αυτό το νησί! «Θέλεις να μείνουμε εδώ;» ρώτησε με χαρούμενη τρυφερότητα τον άνεμο. Χαμόγελασε αυτός. «Εγώ σε έφερα μικρό μου. Ας μείνουμε όσο θες» του απάντησε με στοργή. «Θα ερχόμαστε να το βλέπουμε και να φεύγουμε;» ρώτησε με μικρή αγωνία το σύννεφο. Ο άνεμος έγνεψε καταφατικά κοιτώντας το με ένα συναίσθημα που έχει μαζί συμπόνοια και τρυφερότητα και κατανόηση και συμπαράσταση. Αλλά είναι ένα και καθρεφτίζεται αν θες να ξέρεις!
Είχαν γίνει πια φίλοι. Συνοδοιπόροι. Το σύννεφο τον είχε συγχωρήσει που το έδιωξε με βια μακριά, αλλού. Μπορεί και να το έκανε ψέματα για να το πηγαίνει ταξίδια αφού δε μπορούσε πια να είναι εκεί που ήθελε. Μπορεί κι αυτό το ατέλειωτο ταξίδι να είναι η μοίρα του. Έτσι σκεφτόταν καμιά φορά όταν δεν είχε κάτι να κοιτάει. Γιατί όλα πια του έκαναν εντύπωση και καθόταν και τα κοιτούσε και περνούσε έτσι ο καιρός. Κι άλλαζε και μορφή ανάλογα με το τι έβλεπε. Αλλά το ήξερε. Έσπαγε πλάκα όπως σας είπα.
«Όμως πια δε θέλω. Θέλω να κλάψω στην αγκαλιά του. Δεν έχω νιώσει από τότε. Και όλα είναι άδεια. Έχουν μόνο σχήμα χωρίς περιεχόμενο. Θέλω μόνο εκείνο. Μόνο.» Και ένα τόσο δα δάκρυ κύλησε στη γη και φύτρωσε ένα λουλουδάκι που κάποιοι το είδαν.
Έτσι συλλογιόταν στο δρόμο για το γυρισμό. Το συλλογισμό του άκουσαν δυο πουλιά και ήρθαν κοντά του μόνο για να του πουν πως μπορεί να μην είναι πια κανείς εκεί. Τρόμαξε. «Για το καλό σου», τιτίβισαν και χάθηκαν κι εκείνα.
Έγινε πιο σκεφτικό ακόμα... Πιο στεναχωρημένο. Ξέρεις τι χρώμα πήρε; Μωβ του δειλινού. Και μορφή ίδια με ένα ζωάκι κουλουριασμένο απο τον πόνο... «Θα είναι εκεί. Δε μπορεί να μην είναι. Όπου κι αν είναι τελοσπάντων σ' αυτή την πλάση θα το βρω!» είπε αποφασιστικά την άλλη μέρα και μόνο, χωρίς τον άνεμο, πολύ αργά προχωρούσε στα αιθέρια μονοπάτια του. Το σαράκι όμως της άγνοιας το έτρωγε...να μην ξέρεις κατά πού θα πας όσο κι αν νιώθεις καλά πού θες να πας... κι αν εκεί που θα βρεθείς θα είναι αυτό που χορεύει με τις προσδοκίες σου και στα όνειρά σου... Ή το φάντασμά του. Ή ούτε καν αυτό... Αν σου χτυπήσει μια νύχτα κανείς το παράθυρο κουνώντας κάποιο χάρτη, να τον πάρεις κι ας είναι καλός μόνο για να ανάψεις φωτιά αργότερα.
Κόμπαζε κάπου-κάπου πως εκείνο είναι ψηλά και έχει διαβεί τόσους τόπους και άρα τελικά δε θα κάνει λάθος! Θα βρει αυτό που ζητά η ψυχή του. Κι έτσι πιο θαρρετά συνέχισε το δρόμο του. Και του φαινόταν πως κάποια ωραία μορφή είχε πάρει ξαφνικά που άρχισε τα παιχνιδίσματα στα νερά μιας λίμνης. «Κι έτσι είμαι όμορφο και έτσι, ναι,ναι κι έτσι!» και δοκίμαζε ποια είναι η πιο καλή του εικόνα για να γοητεύσει το δέντρο...
Μόνο που δε σκέφτηκε πως κι αν ακόμα το δέντρο ήταν στον ίδιο τόπο μπορεί να το είχε πια ξεχάσει, να μην ήθελε να το ξαναδεί, να είχε ζευγαρώσει, να είχε θυμώσει, να μην ήθελε να θυμάται τα παλιά, να μην είχε πια την ίδια χαρά να το δει... κι άλλα τόσα που δε τα έβαζε ο νους του σύννεφου γιατί η μόνη έννοια που κυριαρχούσε μέσα του ήταν πως θα βρεθεί ξανά σιμά στο δέντρο...
Ώσπου συνάντησε ένα άλλο σύννεφο μισοδιαλυμένο σε καπνό βιολετί να ψελίζει πως «δεν αγαπούν τα σύννεφα». Και το δικό μας έσπευσε να το παρηγορήσει... «Αγαπούν, ξέρω τι σου λέω...» «...μα δε τα αγαπούν...» αυτό ήθελε να πει το άλλο αλλά δε χρειαζόταν πια. Διαλύθηκε.
Μετά; Έχεις δει πιο εφιαλτικό χορό απο αυτόν που στήνουν γύρω σου μαζί η μοναξιά, η απόγνωση, η απελπισία, η θλίψη, η ανημποριά και η μυρωδιά θανάτου; Νιώθεις πως δε θα τελειώσει ποτέ. Ποτέ. Αλλά κάποτε έφτασε κι αυτό στο τέρμα του. Συνήθως τυχαία. Για το σύννεφο ήταν η ανημποριά που άφησε το χορό και χάθηκαν όλες.
«Θα κάνω τα πάντα! Θα το κάνω να γελάσει, να ανθίσει, να θροϊσει, να συγκινηθεί, να σκιρτήσει! Θα κάνω ό,τι θέλει.» Στο μεταξύ συνάντησε μια μουσική αδέσποτη και την στειλε συμπαντικά στο δέντρο πως έρχεται κοντά του. Μα σε λίγο τη ξαναβρήκε μπροστά του μαραμένη. «Πιο καλά! Δε χρειάζονται μαντάτα...» σχολίασε και με αυτές τις αισιοδοξίες συνέχισε και συνέχισε. Μια στιγμή νόμισε πως το είδε. Δεν ήταν. Ήταν ένα που του έμοιαζε. Κι αυτό πολύ όμορφο. Για τα άλλα δε ξέρω να σας πω γιατί δεν το πλησίασε. Κάπου του ξέφυγαν οι κακές σκέψεις με όλα αυτά και με χαρά, λαχτάρα, θάρρος και λατρεία έφτασε χωρίς να το καταλάβει πάνω από το δέντρο! Ήταν εκεί πανέμορφο, δυνατό, μεγαλόψυχο, ανυπότακτο. Είχε πια ολοκληρωμένη όλη του την ομορφιά που ίχνη της διαφαινόταν όταν συναντήθηκαν κάποτε τα δυο τους...
Το δέντρο χαμογελούσε με κάποια παιδιά που παίζαν γύρω του κι αγνάντευε τη φύση όπως αγαπούσε να κάνει. Δεν ένιωσε την παρουσία του σύννεφου. Εκείνο κρεμόταν σαστισμένο πάνω από το δέντρο και το κοιτούσε, αν και δε το λένε κοιτώ αυτό που έκανε. Το ρουφούσε με τα μάτια του, το κατάπινε ως τα μύχια της ψυχής του. Χωρίς ανάσα. Χωρίς ανάσα. Το μόνο που άκουγε ήταν η καρδιά του που χτυπούσε σα καμπάνα μεγάλης τρέλας. Αυτή θα άκουσε και το δέντρο και έστρεψε το βλέμα του στον ουρανό. Σκιάχτηκε μια στιγμή σα να έβλεπε κάτι νεκρό και κατέβασε το βλέμα του στη γη καρφώνοντάς το εκεί. Στιγμές... που έχουν το δικό τους χρόνο. Το σύννεφο έγινε μια σταλιά. Ήρθε πιο κοντά με τόση δυσκολία σα να κουβαλούσε ξαφνικά το βάρος απο όλα τα ταξίδια της ζωής του σε μια τόση δα κίνηση που κατάφερε να κάνει. Το δέντρο άρχισε να τρέμει δυνατά, εσωτερικά, ίσα που φανερωνόταν το ρίγος του κι έπειτα γύρισε με όλη τη δύναμη του και κοίταξε προς τον ουρανό. Εκείνο ήταν. Εκείνο! Μετά από καιρούς κι άλλους καιρούς, ήρθε.
-«Τί θέλεις εδώ;» ρώτησε το δέντρο κοιτώντας με ένα βλέμα που παγώνει το κάθε πλάσμα... Φαντάσου ένα σύννεφο...
Πήγανε σε μια στιγμή χαμένες όλες οι αισιοδοξίες σου κι οι πρόβες στη λίμνη και οι συμπαντικές μουσικές... Καήμενο σύννεφο. Ψέλλισε κάτι ασυνάρτητες λέξεις με χαμηλωμένο το βλέμα και βούλιαξε σε μια παγωμένη σιωπή. Ακούστηκε ένας μελωδικός ήχος. Ήταν τα πουλιά που είχαν ακολουθήσει το σύννεφο σ' όλο το ταξίδι της επιστροφής μα κείνο ούτε που τα είχε αντιληφθεί χαμένο στις ονειροφαντασίες και τις θυελλώδεις σκέψεις του. Και τώρα του έψαλλαν της παρηγοριάς.
Όμως το σύννεφο φούσκωσε πολύ, μαύρισε, αγρίεψε όπως λέμε και τα διέταξε να σωπάσουν στη στιγμή. Αλαφιασμένα τράπηκαν σε φυγή. Το σύννεφο δυνάμωσε τη φωνή του να ακουστεί καλά κι είπε στο δέντρο πως ήρθε.
-«Το κατάλαβες; Είμαι εδώ! Ήρθα!» ακούστηκε σα κεραυνός. Το βλέμα του δέντρου πέτρωσε ακόμα πιο πολύ. Τα μάτια του ήταν καθρέφτης αληθινός της ψυχής του, μόνο που την ψυχή του πια δε μπορούσε να τη διαβάσει όπως κάποτε το σύννεφο. Έβλεπε κι αυτό με ψυχή τώρα. Μπορεί γι' αυτό. Τη σιωπή έσπασε το δέντρο:
-«Τί θέλεις στον τόπο μου; Εσύ δεν έφυγες; Τί θέλεις τώρα από μένα;» Δεν έμοιαζε να περίμενε απάντηση. Ήταν μάταιη έτσι με τον τρόπο που ρωτούσε σα να κρατούσε στα κλαριά του όλες τις απαντήσεις του κόσμου... Ένας άλλος θυμός έβαψε το σύννεφο σταχτί:
-«Αυτό έχεις να μου πεις τόσο καιρό μετά;» ρώτησε.
-«Τί θέλεις τώρα; Τ'ι θες; Εσύ έφυγες!» επανέλαβε το δέντρο μας.
Να αρχίσει να εξηγεί, να εξιστορεί, να λέει λόγια, λόγια, λόγια; Γιατί; Το δέντρο είχε ανθίσει, ήταν ολοζώντανο, υπέροχο κάτω από τη λιακάδα. Κι όσο για την ψυχή του, αυτή πια την φύλαγε από τα μάτια του σύννεφου. Και το πήραν τα δάκρυα, δάκρυα, δάκρυα... σαν ένα ποτάμι που έτρεχε από τον ουρανό. Γιατί όσο κι αν ήταν έτοιμο για το κακό ήταν άλλο απο αυτό που αντίκρυσε.
Το δέντρο στη γη δεν είχε χαρά. Δεν είχε λύπη. Δεν είχε ακριβώς θυμό. Ήταν πολύ αναστατωμένο. Και πιο πολύ από όλα, είχε σωθεί από την καταστροφή, που αυτό σε κάνει να γίνεσαι πιο πάνω από τα μέτρα δυνατός. Μετά δε πίστευε πια στο σύννεφο. Η μορφή του ήταν ίδια με της προδοσίας. Δεν είδε κανέναν αγέρα να το παίρνει μακριά, δεν είδε να γυρνάει αμέσως πίσω μετανιωμένο, δεν άκουσε αγάπης λόγια. Ένα φευγάτο σύννεφο από τη φύση του δραπέτης και μετά πού πήγε; Πού ήταν μετά; Γιατί ήρθε τώρα; Να φύγει, να φύγει, να φύγει, αυτό μόνο επιθυμούσε το δέντρο. Και το ξεστόμισε:
-«Να φύγεις!» και σα να μην έφτανε αυτό, πρόσθεσε «και να μην ξανάρθεις σε μένα» κι ούτε εκεί σταμάτησε μα είπε «μου κρύβεις τον ήλιο». Και γύρισε το βλέμμα του προς τη φύση πέρα, κινδυνεύοντας να εκραγεί από την ένταση μέσα του που ψήγματα μόνο ήταν αυτές οι λέξεις.
Εκεί ψηλά το σύννεφο είχε πάρει να διαλύεται στην παγωνιά και μικρές νιφάδες χιονιού έφταναν αργά αργά στη γη. Κάποιες βρήκαν τα κλαδιά του δέντρου. Τις άφησε να κυλήσουν πάνω του ώσπου να λιώσουν και να αισθανθεί πάλι κάτι από το σύννεφο. Κι άλλη, κι άλλη έφταναν σ' αυτό και κείνο της δεχόταν, τη μία μετά την άλλη. Γλύκανε η πλάση γύρω, μια ευωδιά έρωτα και φθινοπώρου απλώθηκε, χρώματα της συγχώρεσης και της θλιμμένης προσδοκίας τύλιξαν το ένα και το άλλο κι η μελωδία της ανάσας, της καρδιάς, των βλεφάρων, των χειλιών που πάλλονται και του έλα κοντά μου αγκάλιασε τα δυο μαζί και τα έφερε κοντά.
Αγαπήθηκαν ξανά και ξανά και ξανά παραδομένα σε μελωδίες, χρώματα κι αρώματα στη γη και σ' ουρανούς, ελεύθερα απο ό,τι τα χώριζε, δυο χαμένες ψυχές στο στερέωμα. Θα ζούσαν στον ουρανό και στη γη ανάμεσα στο καταφύγιο που έστειλε κάποιος που τα είδε να κάνουν έρωτα απελπισμένα στο χείλος του θανάτου.
Αν έχει τέλος με ρωτάς; Μάλλον δεν έχουν όλα τέλος όπως μας έμαθαν. Γιατί δεν έχουν ουτε αρχή. Δεν είναι όλα γραμμές, πώς να το πω; Ούτε κύκλοι. Ψυχές, ιστορίες, άνθρωποι σα δέντρα και σύννεφα. Ποιό τέλος ψάχνεις να βρεις πέρα από αν είναι η γέννηση κι ο θάνατος αυτά που ζητάς... Ποιό τέλος; Πέρασες καλά; Αυτό μετρά.