-

Dali &

-


-








.

--.


.

./.


 
 

 

:

                                    Βιογραφικ

     Η Αικατερνη Γκριτζπη γεννθηκε στην Αθνα με ρζες απ το Καρπενσι (μητρα) και τη Λειβαδι (πατρας), ζει κι εργζεται στο κλεινν στυ και γρφει για χμπυ. Αλλ' ας την αφσουμε να μας μιλσει η δια για τον εαυτ της:

   ...Μια φορ κι να καιρ ταν να μικρ κοριτσκι. ταν σαν γγελος. Ξανθ γλυκ με κτι τερστια μπλε μτια. Ο θεολης το στειλε στη γη για να δει να μθει και να γνει μλλον καλς νθρωπος. Αλλ δεν του το επε. Το στειλε χοντας σβσει τις μνμες του απ το αρατο. Το κοριτσκι μεγλωνε και μλιστα κτω απ δσκολες συνθκες γιατ πρεπε να βισει πργματα απ αυτ τη ζω αλλ βαθι μσα του νοιωθε τι εναι να διαφορετικ πλσμα. Χωρς να ξρει το γιατ. βλεπε την καλοσνη αλλ και την κακα των ανθρπων. Τη διαφορετικτητα του καθενς και τη δικι του και πως αυτ επηρεζει τις ζως των λλων. Πσον αλληλνδετα εναι λα. Πρασε ο καιρς και το κοριτσκι γινε μια γλυκει μελαχροιν πια κοπλα (μλλον τα ξανθ της τα μαλλκια ρχισαν να σκουρανουν σο ξεθριαζε η αθοτητα που εχε ταν ρθε στη γη) η οποα παρλο που ζησε τσα σκληρ πργματα δεν το βαζε κτω. ξερε τι χει να σκοπ κι ψαχνε να τον βρει. Σμερα που μιλμε χει χσει πολλ, χει κερδσει λλα τσα και νομζει τι τα καταφρνει αρκετ καλ, αλλ θλει ακμη πολλ δουλει και προσπθεια για να γνει ρτιος και καθαρς νθρωπος στε να μπορσει ταν ρθει η ρα, να επιστρψει απαστρπτουσα εκε που ανκει...


======================


                                                    Aλξης

     Κποια στιγμ "κουρζεσαι" απ τις εντυπσεις που αφνει πνω σου ο χρνος. Κι ρχεται η στιγμ που πρπει να αποχωριστες πργματα αγαπημνα. Πργματα αγαπημνα πως αυτ το σπτι που σου χει δσει τσες ευτυχισμνες στιγμς. ταν το καταφγιο της λα αυτ τα χρνια της δυστυχας της. Αυτ η φωλι την εχε βοηθσει να ανταπεξλθει στις τσο δσκολες στιγμς της ζως της. Αλλ γιαυτν τα πντα. Του το χρωστοσε.
     ταν Σββατο πρω. να συνηθισμνο ανοιξιτικο πρωιν το οποο της ξυπνοσε παρλα αυτ, φοβερ ντονες αναμνσεις τις οποες εχε φροντσει τσα χρνια να κρψει καλ. λα αυτ τα γεγοντα μως την εχαν αναστατσει κι φεραν στην επιφνεια λα αυτ τα ξεχασμνα (νμιζε) συναισθματα. φησε το βλμμα της να ατενσει στις δροσοσταλδες που κρμονταν στις βελνες του πεκου που στλιζε το μπαλκνι της και το μυαλ της να γυρσει 10 χρνια πσω. Πσω στα πιο ευτυχισμνα χρνια της ζως της. Στη ξγνοιαστη ηλικα των 25 χρνων. Ξγνοιαστη ναι. Δεν πρναγε ποτ απ το μυαλ της τι της επιφλασσε το μλλον. να μλλον λαμπρ σμφωνα με τα μχρι ττε δεδομνα. Ττε ταν που εμφανστηκε στη ζω της ο Αλξης.
     Η Κρκυρα ττε μπορε να εχε πολ κσμο, ξνο κσμο, τουρισμ αλλ για τους ντπιους δεν ταν παρ να χωρι. Μια μικρ κοινωνα που λοι ταν μια οικογνεια και τα να διαδδονταν γργορα. Ο Αλξης νος 30 ετν, ντρας ωριμτατος για την ηλικα του αλλ κυρως πολ μορφωμνος. Ο ιδανικς γαμπρς τουλχιστον για τις μανδες που εχαν κορτσια της "παντρεις". Τον εχαν στο μτι τα μισ σπτια του χωριο. Η Μαριννα εκτς απ το γεγονς τι εχε πολ προοδευτικ μυαλ για την ηλικα της εχε θσει κι λλες προτεραιτητες στη ζω της. Εκτς απ λα αυτ θεωροσε τι γινταν πολ χαμς για το τποτα. "Σιγ, ποις εναι εξλλου αυτς ο κριος Αλξης απ την Αθνα που ρθε να αναστατσει τη συχη ζω του χωριο μας;" σκφτηκε.
     λα αυτ μως μχρι που ρθαν πρσωπο με πρσωπο. Μλις τον αντκρυσε λες και χθηκε λος ο κσμος απ μπροστ της. Στεκταν απναντι του σα χαζ χοντας χσει τα λγια της και το χρμα της. Δεν περμενε ποτ τι θα χανε τα μυαλ της κι οτε περμενε τι θα γριζε αυτς ποτ ποιος και να ταν να την κοιτξει. Μετ που το καλοσκφτηκε τι εχε πει στον εαυτ της μχρι ττε, εχε και μια δση κακας λγω ζλειας απναντι στις λλες κοπλες. Να μως που τρα αυτς στεκταν απναντι της. Της μλησε. Αλλ κυρως τη διαπρασε με το βλμμα του. Αυτ το βλμμα που ακμα και σμερα ταν το σκφτεται την πινει να ργος. Κποια στιγμ κατφερε να αρθρσει κποιες κουβντες πολ απρσωπες θλοντας να ανοξει η γη να την καταπιε και κοταξε να απομακρυνθε σο πιο γργορα γιντανε με σκοπ μως να επανλθει πιο θαρραλα.
     Ξανασυναντηθκανε μια εβδομδα αργτερα στο πρτυ της εξαδλφης της η οποα εχε βλει τον Αλξη στο μτι και της εκθεαζε τα προσντα του, χι μνο της εκπαδευσης αλλ και τα σωματικ:
 -"Τι να σου πω Μαριννα μου;  Ψηλς, μελαχροινς, αθλητικς κι αυτ τα μτια του… τα πρσεξες τα μτια του";
 -"Ε.. χι..." απντησε αδιφορα αντιλαμβανμενη τη ψετικη αδιαφορα που δειξε αλλ και το ταυτχρονο φοντωμα που νοιωσε μλις το θυμθηκε.
     Το διο βρδυ προσπθησε να του αντισταθε ταν ρθε να τη χαιρετσει αλλ παρλα αυτ την υπντισε. Μπρεσε μως να ξεφγει πιο εκολα αυτ τη φορ και να πρει λγο το πνω χρι. Αυτ που ανακλυπτε με κπληξη ταν τι εχαν πσει πνω του λες σαν τα κορκια. λες οι κοπλες του χωριο. Αλλ αυτς για να ανεξγητο λγο, εχε αποφασσει να πολιορκσει εκενη, τη Μαριννα. Το εχε η τχη της. Οι μρες περνοσαν κι ο Αλξης την πολιορκοσε με να τρπο τσο ευγενικ, τσο λεπτ, χωρς να δνει δικαιματα σε καννα και χωρς να αφνει καμμα μνα απογοητευμνη για τη μοναχοκρη της στε να της επιτρψει να χσει το φαρμκι της απ ζλεια για τη Μαριννα. Η αντσταση της λγο-λγο με τον καιρ μαλκωνε σπου τελικ ενδωσε στη γοητεα του, ενκυψε στη θληση του ξεχνντας τι η μνα της την εχε τξει σε μεγαλμπορα.
     ζησε με τον Αλξη τις πιο ευτυχισμνες μρες της ζως της. Αυτ εναι το μνο σγουρο. Ναι! τις πιο ευτυχισμνες μρες της ζως της. Αυτ χει να το λεει. Δεν εχε δει λλη ευτυχα στη ζω της μχρι σμερα που τον ξανασυνντησε για να τις ξυπνσει λες αυτς τις ξεχασμνες μνμες. Θυμται τι εχε γνει ταν ο Αλξης ρθε να τη ζητσει σε γμο κι η μνα της του πταξε κατμουτρα πως η Μαριννα εναι ταγμνη αλλο. Ακος εκε ταγμνη αλλο!!! Λες κι ταν καννα αντικεμενο τμα στην Παναγα της Τνου. ξαλλος γινε και οι τρποι του δεν του επιτρπανε να φερθε κι αναλγως για να ξεσπσει. Φυσικ ταν η κυρ-Σολα επσπευσε τους γμους της Μαριννας με το χοντρ γρο της αρεσκεας της και βλποντς τη να μαραζνει μρα τη μρα, πρε τη μεγλη απφαση για το χατρι και των δο.
     ταν η Μαριννα μαθε τους αρραβνες του Αλξη με την εξαδλφη της μεινε φωνη. Στην αρχ εκτς απ τις λιποθυμες, τις ανορεξες και το γεγονς του τι κανε να τη δει ο ξω κσμος καμμι βδομδα νοιωθε φοβερ προδομνη. Παρλο που ο Αλξης κανε τι πρναγε απ το χρι του, διακριτικ πντα, για να τη συναντσει δεν τα κατφερε. Ο χρνος μως κατφερε να τις φρει λογικς σκψεις στο μυαλ. "Στο κτω-κτω της γραφς τ φταιει ο Αλξης αν η μνα μου εναι ξεροκφαλη κι εγ δεν εχα το σθνος να αντισταθ στη θληση της";
     Η μοιραα μρα φτασε: Ο γμος της εξαδλφης. φτασε στην εκκλησα με κομμνα τα πδια. Οτε η δια δεν ξρει πως τα κατφερε να κρατηθε στη διρκεια του μυστηρου και να μη καταρρεσει, να γνει ρεζλι. Μετ το γμο στο σπτι την πλησασε ο Αλξης και μη μπορντας να τον αποφγει, χι για λγους κακας αυτ τη φορ, αλλ γιατ δεν μποροσε πως πντα να του αντισταθε, αρχσανε να μιλνε. Εκε της πφτει η κεραμδα:
 -"ταν ο μνος τρπος Μαριννα για να τα καταφρω να εμαι κοντ σου. Να εμαι δπλα σου χωρς να δημιουργηθε σκνδαλο. Να αναπνω τον αρα που αναπνεις. Να μπορ να σε βλπω. Δεν θα το ντεχα να σε χσω".
 -"Μα Αλξη..." κατφερε να αρθρσει κατχλωμη "με χασες ταν η μνα μου αρνθηκε να γνω δικ σου κι εγ δεν αντιστθηκα στη θληση της".
 -"Μα τ μποροσες να κνεις Μαριννα; Να λερσεις την τιμ σου και να εσαι διωγμνη απ την κοιν γνμη του τπου που μεγλωσες; Δεν θα μποροσες να το αντξεις αυτ κι οτε εγ θα μποροσα να το επιτρψω".
 -"Αντο Αλξη"!
 -"Αντο Μαριννα"!
     Αυτ το αντο κρτησε 10 ολκληρα μαρτυρικ χρνια για τη Μαριννα. να αντο χωρς να επικοινωνσουν οτε μια φορ. Αλλ η σκψη του και μνο την φηνε πολλς νχτες γρυπνη. Η σκψη του Αλξη κι η σκψη του γουρουνιο που εχε πρει για ντρα της. Δεν τον ντεχε. σο πρναγαν τα χρνια η ζω της γινταν λο και πιο ανυπφορη. Ευτυχς μετ απ 6 χρνια ενς θλιου γμου ο ντρας της κανε το μνο καλ που της εχε κνει μχρι τρα. Την φησε χρα. Προσευχθηκε στο Θε να τη συγχωρσει γιατ δεν νοιωθε παρ μνον ευτυχα ταν πθανε. Και μλιστα χι ευτυχα, ανακοφιση!
     Μετ απ 4 χρνια κατφερε να ορθοποδσει. Συναισθηματικ, ψυχολογικ κι οικονομικ. Ττε ταν που ξαφνικ μετ απ τσα χρνια εμφανστηκε ο Αλξης. Δεν ξερε γι' αυτν τσα χρνια που εναι, τι κνει. Δεν εχε προσπαθσει να μθει γιατ δεν εχε εμπιστοσνη στον εαυτ της αν θα καταφρει να χαλιναγωγσει τα συναισθματα της. Και τρα ξαφνικ μετ τσο καιρ πλι μπροστ της, ακριβς την κατλληλη στιγμ. Στεκταν εκε μπροστ της πως την πρτη φορ πριν απ τσα χρνια. Την κατακλσαν ακριβς τα δια συναισθματα πως την πρτη φορ. νοιωσε κοριτσκι πλι κοκκινζοντας μπροστ του. Μλις πρασε η πρτη κπληξη τον παρατρησε καλ. ταν το διο μορφος, πολ πιο ριμος κριος πια, αλλ το βλμμα του εχε μια θλψη που πιθανν την κουβαλοσε μαζ του λα αυτ τα χρνια κι η εξαδλφη της παρλο που τον ποθοσε τσο δεν κατφερε να τη γιατρψει κι απ τι μαθε αργτερα οτε να τον κρατσει κοντ της. Δεν ταν καθλου δυσαρεστημνη απ τη ζω που της πρσφερε ο Αλξης. Την πρσεχε και με το παραπνω αλλ αυτς δεν ζοσε παρ μνο για τη στιγμ που θα μποροσε να ξαναβρεθε κοντ στη Μαριννα.
 -"ρθα και δεν πρκειται να ξαναφγω απ κοντ σου ποτ".
 -"Οτε εγ πρκειται να σε ξαναχσω για τποτα στον κσμο. Δεν θα ξανκανα ποτ το διο λθος", του επε και τον αγκλιασε σφιχτ σαν να προσπαθοσε σε μια στιγμ να του δσει λες τις αγκαλις που δεν μπρεσε τσα χρνια φοβομενη τι λα ταν να νειρο και ξαφνικ θα ξπναγε απ αυτ.
     Τρα στο μπαλκνι αναπλησε λα αυτ τα χρνια. λες αυτς τις φριχτς στιγμς που πρασε μακρυ του αλλ ατενζει και στο μλλον. να μλλον που πως ττε, φανεται λαμπρ αλλ αυτ τη φορ εναι στα δικ τους χρια και στηριγμνο σε γερς βσεις. Βσεις που κτι την κανε να πιστεει πως σο θα περνον τα χρνια τσο θα δυναμνουν και θα μπορσει εκε να στηρξει τον κσμο λο.
............

                                  Το Aγρι Kαι Tο Δελφνι

Μια φορ και να καιρ ταν να μικρ αγρι, πολ μοναχικ.
Μια μρα εχε πει στη θλασσα, να χαζψει τα σννεφα και τα κματα, καθς ταν τα μνα με τα οποα μποροσε να κνει ευχριστα παρα. Εκε που παιζε με την μμο και χζευε τα σχματα που παρνανε τα σννεφα και τα κματα της θλασσας εμφανστηκε να δελφνι.
-Γιατ εσαι τσο θλιμμνος; Τον ρτησε.
Το αγρι κοταξε το δελφνι και απρησε...
-Μα; Μιλνε τα δελφνια;
Μιλνε, επε το δελφνι αλλ μπορον να ακοσουν μνον σοι χουν αγν καρδι. πως τα παιδι. Λοιπν θα μου πεις γιατ εσαι τσο θλιμμνος;
Γιατ δεν χω φλους αποκρθηκε το αγρι. Τα λλα παιδι δε με καταλαβανουν.
-Θλεις να πμε μια βλτα;
-Μα πως;
-λα και θα δεις.
Το αγρι ανβηκε στη ρχη του δελφινιο και αυτ με μα βουτι βρθηκε στο βυθ της θλασσας.
Το αγρι τρμαξε κι κλεισε για μια στιγμ τα μτια του. Αλλ νοιωθε ρεμο και ασφαλς. ταν τα νοιξε πλι δεν πστευε σε αυτ που βλεπε.
Μια πανδαισα χρωμτων.
Κορλλια, κοχλια, ψρια πολχρωμα, ανεμνες, και χρματα πολλ χρματα. Ο λιος παιζε με το νερ. Οι ακτνες του διναν χιλιδες αποχρσεις πως πεφταν πνω στο νερ και το φτιζαν.
-Που εμαστε;
-Σε να κσμο μαγικ. Στο δικ σου κσμο. τσι πως εσ θα θελες να εναι.
Το αγρι δεν πστευε στα μτια του.
Ξαφνικ μπκαν σε μα σπηλι. Το φως του λιου κι εδ κανε τα πντα να λαμπυρζουν. Εχε τσες σταγνες που λα φανονταν χρυσ. ταν τσο ρεμα μσα σ’ αυτ τη σπηλι. Το δελφνι πλησασε κοντ σε να βρχο και το αγρι κατβηκε.
Μπορες να ξεκουραστες λγο του επε, γιατ χουμε δρμο μπροστ μας. Και πριν προλβει το αγρι να μιλσει, δωσε μια και βοτηξε πλι στα βαθι νερ.
-Ε! Που πας; φναξε το αγρι. Το δελφνι μως εχε δη χαθε.
Κοταξε γρω του να δει το χρο που βρσκεται θαυμζοντας τους σταλακττες και τους σταλαγμτες.
Εκε που κοιτοσε ξεχασμνο εμφανστηκε μπροστ του μια γοργνα.
-Μα; λει πλι το αγρι... Οτε γοργνες υπρχουν. Πως εναι δυνατν;
-Εναι. Του απντησε γλυκ η γοργνα. Γιατ μη ξεχνς τρα εσαι στο δικ σου μαγικ κσμο. Τα πντα μπορον να συμβον.
-Εσαι τσο μορφη, της επε το αγρι.
-Επειδ με βλπεις με τα μτια της ψυχς σου κι χεις καλ ψυχ, του επε η γοργνα. Γι' αυτ να προσχεις. Να μη την πληγσεις.
-Μα πως να το κνω αυτ; Ρτησε το αγρι.
-Μεγαλνοντας να κρατσεις την καλωσνη σου και να εσαι δκαιος του επε και του ξαναχαμογλασε.
Πριν προλβει να ρωτσει τι εννοε, δνει μια η γοργνα κι εξαφανζεται κι αυτ στο νερ πως πριν απ λγο το δελφνι. Το μνο που μεινε ταν τα κυκλκια που σχημτισε η ουρ της πριν βυθιστε κι αυτ τελεως στο νερ.
Το αγρι κοταζε τους κκλους που σχηματζονταν στο νερ σαν μαγεμνο.
Πλι μνος μεινα σκφτηκε. Αλλ πριν ολοκληρσει τη σκψη του εμφανστηκε πλι το δελφνι.
-Εσαι τοιμος να συνεχσουμε του λει;
Το αγρι κονησε καταφατικ το κεφλι του κι ανβηκε πλι στη ρχη του δελφινιο.
-Εδα μια γοργνα, επε στο δελφνι και του φνηκε τι αυτ χαμογλασε. Που πμε τρα; Ρτησε πλι το αγρι.
-Νχτωσε. ρα να δομε τ’ στρα του λει το δελφνι και με μια βουτι πλι βρθηκε απ το βυθ της θλασσας να πετει στον ουραν ανμεσα σε χιλιδες αστρια που λαμπιρζανε.
Το αγρι μαγεμνο πλωσε το χρι του και αστερσκονη ρχισε να σκορπζεται παντο και να πφτει σαν ασημνια βροχ. Δε μποροσε να το πιστψει. λα αυτ που ονειρευταν τρα τα ζοσε.
ταν τσο μορφα εκε ψηλ. Διαφορετικ απ το βυθ μα μια λλη εξσου μως ομορφι. Χζευε και θελε να μην τελεισουν ποτ ετοτες οι μορφες στιγμς. Και πως γρισε το κεφλι του εδε το φεγγρι. ταν μισ. τσι πως το λουζε το φως των αστεριν το ασημ του χρμα λαμπριζε παιχνιδιρικα. πλωσε πλι του χρι του αλλ πριν προλβει να το ακουμπσει του μλησε το δελφνι.
-Κτσε λγο εδ. χει ωραα θα. Και τον ακομπησε πνω στο μισογεμισμνο φεγγρι.
Το αγρι δε μποροσε να χορτσει λα αυτ που βλεπε. Κοιτοσε γρω του και ευχθηκε δυνατ να μην τελεισει αυτ το νειρο ποτ.
-Μα τα νειρα κι ο μαγικς μας κσμος δεν τελεινει ποτ. Πντα υπρχουν μσα μας. Μαζ με την παιδικτητα και την αθωτητα μας. Απλ μεγαλνοντας το ξεχνμε. Αν τα θες απλ κρτησε τα ζωνταν. Του επε το φεγγρι. Και το αγρι αυτ τη φορ δε ρτησε γιατ το φεγγρι μιλει.
Σηκθηκε μως ρθιο πνω στο φεγγρι να σκεφτε τι θλει πλι να πει.
τσι μως πως σηκθηκε απτομα στραβοπτησε και πεσε πνω απτο φεγγρι μσα στον ουραν. Πρασε ανμεσα απ’ τα χιλιδες στρα κρατντας πλι τα μτια του κλειστ. Και ταν νοιωσε να ακουμπει κπου μαλακ τα νοιξε.
Μια μορφη κοπλα του χαμογελοσε γλυκ πως η γοργνα στη σπηλι.
-Αγπη μου, σε πρε ο πνος στην μμο κοιτζοντας τα αστρια. Αλλ κοιμσουν τσο γλυκ που λυπθηκα να σε ξυπνσω, του επε και ξπλωσε δπλα του.
Και το αγρι ταν πλον ντρας δεν ταν παιδ. Την κοταξε και της επε:
-Τρα κατλαβα τι εννοοσαν το δελφνι, η γοργνα και το φεγγρι.
-Ποιο δελφνι; Ποι γοργνα; Το φεγγρι;
-Τποτα. Της επε και την πρε τρυφερ αγκαλι. Κοτα πως λαμπυρζουν τ’ στρα; Της χαμογλασε...
...............

                         Μια Φορ Κι να Καιρ ταν Ο νθρωπος…

... που δεν ξερε ποια εναι η καταγωγ του.
Γνριζε για πατρα του τον Θε Πατρα Παντοκρτορα και για μητρα του τη Μνα Γη. Στην αρχ εχε διφορες αναζητσεις αλλ λες αυτς οι αναζητσεις πηγζανε κυρως απ την παρατηρηση του πρωτγνωρου δηλαδ της διας της ζως. Παρατηροσε τα πντα γρω του αλλ και τον νδιο του τον εαυτ. Το σμα του, τη συμπεριφορ του και γενικτερα λες του τις αντιδρσεις που τον ξφνιαζαν. χοντας γνση του απολτου τποτα λα φνταζαν περεργα. Ακμα και το χασμουρητ του το φρρνισμα του. Παρατηροσε με μεγαλτερη περιργεια τα πντα γρω του. Τη φση δηλαδ γιατ ττε δεν υπρχε κτι λλο προς παρατρηση. Τα ζα, τα πουλι, τα δντρα , τα φυτ. Και απ λη αυτ την αυτοπαρατρηση και την παρατρηση της φσης βγαζε τα πρωτγονα συμπερσματα του και ρχισε να προοδεει.
Η αρχικ προδος φυσικ τα αργ και σταδιακ. Παραδεγματος χριν εδε τι ταν πονει το στομχι του μπορε κτι να τον χει ενοχλσει να πεινει. ρα δεν πρεπε να ξαναφει αυτ που τον περαξε να ζεστανει το σμα του και να τρει τι επιθυμε για να επιβισει. λα βασισμνα στο νστικτο της αυτοσυντρησης. Εδε τι κποια πργματα του ταν δυσρεστα ευχριστα. Παραδεγματος χρις κποιες οσμς, το κρο, το φως. πως επσης στο πρασμα του χρνου ρχισε να βλπει τι χει την δυναττητα επιλογς. Του αρσε το σπρο και χι το μαρο, του ρεσε το βουν και χι η θλασσα κλπ. Του αρσουν τα πουλι και χι τα ερπετ, τα δντρα και χι τα λουλοδια κλπ. τσι ρχισε να χτζει τον προσωπικ του κδικα συμπεριφορς καθς και μσα απ την παρατρηση της φσης να υιοθετε συμπεριφορς αλλ και να τις μεταλλσει. Η φση λλωστε ταν ο μοναδικς παιδαγωγς του και τα ζα χουν ανεπτυγμνο το νστικτο γενικ αλλ κυρως το νστικτο της αυτοσυντρησης. τσι μαζ με λα τα μφυτα χαρακτηριστικ του, την υιοθεσα συμπεριφορν και την παρατρηση προχωροσε μσα στους αινες.
Στην αρχ ταν γυμνς και απροσττευτος και δεν εχε καν ομιλα. Μετ ρχισε να προστατεεται και να αμνεται. Να μιμεται τις κραυγς των ζων αλλ και να προστατεει και το σμα του. ρχισε να ντνεται. Να φτιχνει καλβες. Να επιλγει την τροφ του αλλ και το σημαντικ να μην εναι πλον μνο μονδα αλλ να δημιουργε δεσμος, οικογνεια με την ττε ννοια και να αναπτσσει συναισθματα. Σταμτησε να χει τις αρχικς πρωτγονες εκδηλσεις. ρχισε να μιλει και να ανακαλπτει τη δναμη του μυαλο του. Αρχικ με τυχαες εφευρσεις που του κνανε τη ζω πιο εκολη και αργτερα σκεπτμενος πως θα διευκολνει τη ζω του η οποα φυσικ σο προχωροσε και προδευε γινταν στην ουσα πιο πολπλοκη. Το δικαωμα της επιλογς τον ανγκαζε να κνει πιο πολπλοκες σκψεις και να βρσκει πιο περεργες λσεις. Κι ταν ρχισε να αναπτσσεται λοιπν και να δημιουργε μικρς ομδες ξαφνικ κανε και την εμφνιση του του ασθημα της ιδιοκτησας.
κανε και την εμφνιση του στην ουσα ο πλεμος του καλο και του κακο μσα απ το αγν και το πονηρ. Ττε ρχισαν λα τα προβλματα της ανθρωπτητας μον που δεν ταν σε θση να το δει. Και σο περνοσαν πως επαμε τα χρνια και τον συνπαιρνε η ανακλυψη τι εχε και μυαλ τσο εστιζει στο να κνει λο και περισστερα πργματα. Μνο που τποτα δεν γνεται χωρς κστος σε αυτ τη ζω. Παρλο που ο νθρωπος δεν ταν σε θση αν το δει. Διτι ο νθρωπος εναι το πιο αχριστο ον που υπρχει πνω στον πλαντη μας. Ο Θες του χρισε τον παρδεισο κι αυτς προσπθησε να δημιουργσει την κλαση και να ζει μσα σε αυτ και μετ να διαμαρτρεται τι δεν του αρσει και να προσπαθε να βρει νες λσεις στε να δημιουργσει πλι τον παρδεισο.
Υπρχει λοιπν κποιο ον πνω στον πλαντη μας που εναι πιο χαζ και να νομζει τι εναι πιο εξπνο; Να χει τις πιο μαζοχιστικς τσεις και να νομζει τι λα εναι τλεια και να εθελοτυφλε για τα πντα και να νομζει τι αυτ ειναι το ιδανικ; Δεν υπρχει γιατ δυστυχς ταν σου χαρζουν κτι δεν το εκτιμς. Και συνθως λνε πως ταν χσεις κτι ττε θα το εκτιμσεις. Ο νθρωπος απ την απληστα του και την αχαριστα του λοιπν δεν ταν σε θση να το δει οτε αυτ. Εχε τον Παρδεισο και τον χασε μσα απ τα χρια του.
Σταμτησε να σβεται τα πντα και προπντων τον διο του τον εαυτ.
ρα καλς δεν τραβει αυτ που τραβει σμερα;
................


              Η ΦΕΥΓΑΛΑ ΕΙΚΝΑ ΜΙΣ ΕΚΔΡΟΜΣ

Εισαγωγ: Κιτρινισμνες, σκρπιες σελδες-σκψεις:

χει σουρουπσει, κνει ζστη κι χω κτσει στη βερντα ακογοντας τη βου της πλης. Μλις ξπνησα και συνρχομαι απ να πονοκφαλο (που μλλον μου προκλεσε το κρασ που πια το μεσημρι). Εχω κτσει λοιπν με τις ζωτικς και νοητικς μου λειτουργες στο ρελαντ και βζω σε μια τξη τα πργματα. H σημεριν ρο μου εναι σαν να εμαι εγ η Τνκερ Μπελ κι εσ ο Πτερ Παν κι χουμε την ευχρεια να εμαστε στη χρα της φαντασας και να χουμε την ελευθερα να πετμε απ 'δω κι απ 'κει και να δοκιμζουμε συναισθματα (τσι θα μπορσεις και να μου δικαιολογσεις το πσο ξεφεγω ταν φαντζομαι και τις εναλλαγς της συναισθηματικς μου κατστασης). Ετοιμσου σως για να ταξδι στη χρα του ποτ. Πρπει να μολογσω τι αν σως εχα επιλογ θα διλεγα ανλογα τη διθεση και διαφορετικ εποχ για να ζσω. Οπτε ελπζω να απολασεις λες τις πτυχς του ταξιδιο και να σε αποζημισει η μοναχικ διαμον στο μορφο αυτ νησ.

Η θα απ το μπαλκνι εναι ρεμη στο σορουπο. Βλπω απναντι το βουν και το Τρα-Πτρα φωτισμνο και σκφτομαι τι θα 'θελα να μουν αυτ τη στιγμ συγγραφας στο δσος της Βουλνης την εποχ του Μεσαωνα (λατρεω για κποιο λγο αυτ την εποχ χωρς τα αρνητικ της, το ντσιμο των γυναικν, τα κτρια, τον ερωτισμ, την ελευθερια) σ' να σπτι με κεραμδια μσα σ' να δσος στη Σκωτα, να κθομαι υπ το φως των κεριν σ' να γραφεο ξλινο με μια πννα στο χρι και μπρος μου να 'χω κτρινο χαρτ που να λαχταρ να το ακουμπσει η πννα και να το γεμσει εμπειρες, ξω ν' ακογονται οι χοι της φσης, ρυκι, πουλι... Αντ' αυτο ββαια χω την πλη που ποτ δεν κοιμται αλλ αγαπ τους χους της μερικς φορς ειδικ τα βρδυα του Αυγοστου...

     ταν αυτς την κοιτ και τη διαπερν με το βλμμα, ταν αυτ τον κοιτ στα μτια και δεν χρειζεται να μιλσει... ττε ξρουνε κι οι δυο τι τα λγια εναι περιττ! ταν τα χελη σμξουνε, τα δχτυλα μπλξουνε και τα σματα διαπεραστον απ να ηλεκτρικ ρεμα που θα τα ανατριχισει. οι δυο ψυχς γνονται μια. Οι δο αρες γνονται τσον ντονες και τενουν να ενωθον. ταν αυτς κατβει να τη φιλσει πσω απ' το αυτ στον αλαβστρινο λαιμ της ττε της κβονται τα γνατα που νοιθει τη ζεστ του ανσα στο δρμα της. ταν τα χρια του αρχζουνε και χαδεουνε το κορμ της κι αυτ ανταποκρνεται στο κλεσμα του, ττε ξρει τι εναι τοιμη να τον δεχτε. ταν αγγξει το στθος της και νοιθει τι αγγζει το πιο πολτιμο πργμα, ττε αυτς εναι τοιμος να της δοθε. Ττε εναι που τα δυο σματα μπορον να γνουν να. ταν ο κλπος της αρχζει να συσπται και να δνει τους καρπος της ττε εναι που η δικ του εσοδος εναι εφικτ. ταν αυτς αρχζει να βυθζεται και να νοιθει τι μνο εκε εναι η θση του στη ζστη της φωλι, ττε εναι που οι δυο σρκες σονται εις μια. ταν καθ' λη τη διρκεια μπορον να κοιτζονται στα μτια και να μη χρειζονται να ειπωθε τποτα γιατ τα βλμματα λνε τσα σα δεν θα λγανε χλιες λξεις, ταν τα σματα και τα χρια μπανουν σ' να μαγικ χορ, οι δυο αρες χουνε γνει μια πρινη πλη που τους προστατεει. ταν ρχεται η κορφωση και νοιθουν τι νας δνει στον λλο τους καρπος του... ττε αυτ εναι ρωτας!

ταν τελεισει αυτ το μακρ ταξδι. ταν μπορσεις να ακοσεις πλι τη φων του πθου σου μη φοβηθες. Και μη ξεχσεις στο ταξδι αυτ την παλι σας αγπη κι ταν κνεις μικρ διαλεμματα ανπαυλας πρσφερε να ποτρι κρασ για να μεθσετε. Κι ταν σας σκεπζει η νχτα, κανα ευχ, το φεγγρι να σας οδηγε να δετε τα ξεχασμνα μονοπτια σας. Να δετε τις ξεχασμνες με προσμον ανσες σας. Την πρτα που χτυπς για παρηγορι να μην χεις την ανγκη της να σε ζεστανει. Να βρσκεις παρηγορι στη δικ της αγκαλι. Μη φοβσαι. Βοθησε με μνο να σε βοηθσω ν' ανεβες ψηλ. Βοθα με μνο να μπορ να σου δεχνω το δρμο για την αγπη που διλεξες. Βοθα με μνο να σου θυμζω...

                                Η Εκδρομ

Η ζω εναι να θαμα.
Η φση μας το αποδεικνει καθημεριν. Μας δεχνει απλχερα το μεγαλεο της ζως και τον κκλο της. Τη γννηση, την πορεα, το θνατο. Την εξυγανση, την ανανωση. Τον τρπο να χειριζμαστε τα πντα. Μνο που εμες χαμνοι στην καθημεριντητα μας δεν εμαστε πντα σε θση να το δομε. τσι περν ο καιρς κι αφνουμε το πολυτιμτερο πργμα που χουμε, τη ζω μας, να κυλ σαν νερκι μσα απ τα χρια μας.
Ετε γιατ μας παρασρει η καθημεριντητα, ετε γιατ δεν μπορομε να ξεφγουμε απ τα πρπει μας, ετε γιατ απλ δεν χουμε τη δναμη να αντιμετωπσουμε τα πργματα και πολ περισστερο τον διο μας τον εαυτ. Θλει δναμη να πιστψουμε σε μας. Θλει δναμη να βγομε απ το κουκολι μας και να ξεδιπλωθομε και να εκτεθομε. Να αποτινξουμε τις συνθειες και τα πρπει που λοι μχρι την ενηλικωση μας (η οποα δεν ρχεται πως γνωρζετε λοι πντα στα 18) πασχζουν να βλουν στο σακουλκι μας φροντζοντας, κατ τη δικ τους απψη, για το καλ μας. Μη γνωρζοντας το πσο κακ μπορε να μας κνουν εν αγνοα τους. Μετατοπζοντας πνω μας τα δικ τους θλω τα δικ τους βρη. ραγε να σκφτηκε ποτ κανες τους, τι οι νοι αντχουν περισστερο, και να το κνουν αυτ; απλ πετον απ πνω τους τα σακκι με την μμο γιατ το αερστατο χει αρχσει να χνει ψος;
Αυτ σκεφτταν η ηρωδα μας η Ισμνη ταν αποφσισε να οργανσει γι' λλη μια φορ τη ζωη της και να βρει το κουργιο να συνεχσει. Να συνεχσει να ζει πραγματικ αυτ τη φορ κι σο γνεται πιο συνειδητ κι ευχαριστντας για τις πολλαπλς ευκαιρες που της δνονται παρλο που τις πταγε μχρι σμερα με τα επαναλαμβανμενα λθη της. Κτι θελε να της δεξει η ζω κι αυτ που την κανε να θυμνει με τον εαυτ της, ταν τι τι δεν μποροσε να το δει. ταν πολ αυστηρ με τον εαυτ της για να δεχτε τι δεν ταν ικαν, χι ακμα τουλχιστον, να δει. Φυσικ και πολ εγωστρια για να δεχτε κποια πργματα. τσι πγαινε πντα απ το δσκολο δρμο. σως να μην ρθε ακμη η ρα μου, σκφτηκε και τναξε το κεφλι σαν να 'θελε να φγουν λες αυτς οι σκψεις γατι ρχισαν να γνονται πολλς και βαρεις. τσι αποφσισε να τινξει απ πνω της και το παρελθν της για να στρσει γερς βσεις για να υγις μλλον και ν' αγαπσει επιτλους τον εαυτ της που τσο αρνιταν τσο καιρ. Με την ελπδα (που πντα πεθανει τελευταα) να τη συνοδεει στην να αυτ πορεα που αποφσισε να χαρξει. Και το βιβλο, αγπησε τον εαυτ σου, η ζω θα σε αγαπσει που αποφσισε να κνει δρο στον εαυτ της σαν να καρτο για την δια, να πετχει το στχο της. μλλον ακμα καλλτερα σαν οδηγ για να μην ξεφεγει απ αυτν.
λλωστε ακμα κι αν δεν πετχει τον τελικ προορισμ, αυτ που 'χει σημασα εναι το ταξδι κι η προσπθεια. Καλλτερα να 'χεις προσπαθσει για κτι παρ να μενεις με το απωθημνο. χι λλα απωθημνα.
Αυτ σκφτηκε και χαμογλασε για να συνεχσει...
... να συνεχσει με λλες προοπτικς κι λλα πλα. Και τις μχρι σμερα εμπειρες ποιες κι αν εναι αυτς.

Εχαν πει λοι μαζ να περσουν να Σαββατοκριακο μνοι τους η παλι παρα, μακρυ απ' λ' αυτ που τους κρατοσανε χωριστ. Να νοισουν και να ζσουν την υπεροχ και την ανεμελι που εχαν πριν 10 χρνια. Η ιδιομορφα ταν τι η σσταση της παρας ταν περεργη. Απαρτιζταν και απ κολλητος κολλητς που εχαν και ξω απ τον κκλο ΤΗΣ παρας. Η Ισμνη εχε φρει τον κολλητ της το Κωστ απ τα παιδικ της χρνια (θυμθηκε και χαμογλασε που η γιαγι του θελε να τους παντρψει). Ο Μιχλης πως πντα μνος και μοναχικς και εκε για λους αυτ τη φορ και με την αδελφ του, ο Γερσιμος το ουδτερο παιδ μαζ με μα φλη και ο Ορστης ο πντα εντς και πντα εκτς.
λη μρα γυρνοσαν στους δρμους, μιλοσαν, παζανε, φιλοσοφοσαν, διαφωνοσαν, συμφωνοσαν, γεμζανε νες εντυπσεις (μλλον η ανγκη τους να χουν και κτι για ταν το παραμθι τελεισει). Εχαν λοι ξανανοισει με τα γλια, τις χαρς, τα πειργματα, την φιλικ αλλ και ερωτικ ατμσφαιρα που μνοι τους δημιουργοσαν και κρατοσαν σε απσταση. Σε απσταση; χι λοι...
Η Ισμνη κι ο Ορστης δεν ταν σγουροι αν παιζανε ξαν με τη φωτι. Δεν ταν σγουροι πσο δυνατο ταν οι σημερινο δεσμο τους για να μπορσουν να τους κρατσουν μακρυ. Κι αν χι μακρυ, πσο δυνατο ταν για να μην επηρεαστον ουσιαστικ κι αμετβλητα απ' αυτ τη συνντηση. Περισστερο η Ισμνη, σως αυτς ταν κι ο λγος που αντ να 'ρθει με την αδελφ της, ρθε με τον Κωστ, να την κρατσει σε περπτωση παρκλισης.
Αφο γυρσαν σο μποροσαν, το σορουπο τους βρκε αποκαμωμνους ξω απ το σοπερ μρκετ της μικρς πλης που εχαν επιλξει να μενουν.
Αποφσισαν να προυν εφδια για το βρδυ. Μερικ μπουκλια καλ κρασ γιατ η νχτα σως και να ταν μεγλη. Ο Ορστης ευτυχς κρατοσε τις αποστσεις για τις οποες τον πειρζαν οι πιο κολλητο κι η Ισμνη κρατοσε τα βλη της ειρωνας της μακρυ που τσο εκολα κι εστοχα μποροσε να του πετξει.
Φτνοντας σπτι εχε ενα γλυκ φως το φεγγρι, που τους κανε ακμα πιο εθραστη την ισορροπα κι δινε τροφ για τη ψιλ κουβντα που θα επακολουθοσε υπ το φως των κεριν στο πτωμα του σπιτιο. Μπανοντας, ο καθνας ανασκουμπθηκε να κνει τα δικ του για να μπορσουν με την ησυχα τους ν' απολασουν τη βραδυ. Η Μριαμ, η αδελφ του Μιχλη σαν πιο μικρ και πιο μακρυ αλλ και καλς παρατηρητς χρνια της παρας, αποφσισε να τους τασει μχρι να μαζευτον λοι πσω στο σαλνι.
Βλαν λοι κρασ και πισανε ψιλοκουβντα μχρι να φρει η Μριαμ τις λιχουδις της που ταν ρθαν τις τιμσαν λοι δεντως. Κι εκε που λοι βολετηκαν κι ρχισαν να χαλαρνουν ο Ορστης ανακοιννει τι δεν θα μενει κι τι πρπει να γυρσει πσω. Τον κοιτξαν λοι κι ρχισαν να κνουν διφορα σχλια, πλην της Ισμνης που κρατιταν να μη του πετξει πως επιτλους για μια φορ στη ζω του ας κανε αυτ που θελε αυτς κι χι τι θλανε οι λλοι. Να 'ναι καλ ο Μιχλης που του εχε και πιο πολ θρρος (φλοι σχολικο), που του το πταξε σαν τσιμεντλιθο. Ευτυχς, σκφτηκε η Ισμνη, γιατ εγ θα μουν η κακι, σε που δεν μουν σγουρη για την υποκειμενικτητα της σκψης μου. Ο Ορστης ταλαντετηκε για λγο αλλ η Ισμνη τον ξερε πολ καλ, πιστηκε πολ δεν ταν σγουρη αν θα υποκψει στη δναμη της παρας στην αδυναμα του. Τον κοταξε με αγωνα σως πρτη φορ τσο ντονα απ την ρα που συναντηθκανε. σως ταν η πρτη φορ που την κοταξε κι αυτς στα μτια απ την ρα που την συνντησε κι αποφασιστικ επε πως θα μενει. Μη ξροντας κανες απ τους δυο αν τους φυγε να βρος αν σφχτηκε το στομχι τους πιο πολ για τη κβαση της βραδυς...
Αρκετ ρα επικρτησε σιγ, ταν τα συναισθματα που προσπαθοσαν να βολευτον πριν εκδηλωθον, ταν η κοραση της ημρας που τους κανε να προσπαθον να χαλαρσουν, ταν το φως των κεριν που δημιουργοσε ατμσφαιρα. Σιγ-σιγ αρχσαν να ξεμουδιζουν. Η Μριαμ σηκθηκε κι ρχισε να μαζεει τα πιτα, η Ισμνη προσφρθηκε να τη βοηθσει γιατ δεν ξερε πως να καταπολεμσει τη νευρικτητα της που δεν θελε να φανε. Τα αγρια ρχισαν να μιλνε για διφορα αδιφορα θματα...
Η Μριαμ στην κουζνα πλενε σιωπηλ τα πιτα κοιτντας κλεφτ την Ισμνη λες και περμενε κποιο ξσπασμα. Η Ισμνη σιωπηλ τη βοθησε μχρι να τελεισουν προσπαθντας να συγκρατσει αυτ το κμα που θελε να βγει απ την ψυχ της προς τα ξω. Τελεωσαν και γρισαν μαζ με τους λλους στο σαλνι. Ψξανε κι οι δυο γωνις να βολευτον. Σαν τα γατκια που θλουν να κουρνισουν. Η Μριαμ πγε και χθηκε δπλα στο Γερσιμο. Η Ισμνη παρλο που διακας θελε να κτσει κοντ στον Ορστη προτμησε την ασφαλ αγκαλι του Μιχλη. Με το Μιχλη εχαν μια επαφ ψυχικ πολ προσωπικ. Αρκοσε να κοιταχτον. Με το που τον κοταξε η Ισμνη, κανε χρο και την προσκλεσε να καθσει. Της βαλε να ποτρι κρασ και την ρα που της το δινε την κοταξε με αυτ το φος που λεγε: "μην ανησυχες, λα θα πνε καλ".
Για κανα δωρο ακογαν μουσικ και μιλοσαν χαμηλφωνα σχετικ. λλες φορς σε πηγαδκια των δυο, λλες φορς λοι μαζ. Ο Ορστης μιλοσε αδιφορα αλλ ταν την κοιτοσε το βλμμα του δεν ταν καθλου αδιφορο. Κποια στιγμ αποφσισαν να πνε για πνο γιατ δεν θλανε να χσουν λη την Κυριακ στο κρεβτι. ρχισαν να σηκνονται. Θλανε να απολασουν και την αυριαν μρα. Να κρατσουν τι μποροσαν απ αυτ τη συνντηση.
Ο Μιχλης με τον Ορστη στο διο δωμτιο κι ο Γερσιμος με τον Κστα σε να δετερο. Τα κορτσια μαζ. Το σπτι ρχισε να ηρεμε χι μως κι η Ισμνη. Αντ να ηρεμε νοιωθε να πλκωμα. Αυτ του, δε ξρω τι θλω. Κοταξε τη μικρ δπλα της. Κοιμταν σαν αγγελοδι. Αποφσισε να βγει για να τσιγρο στο μπαλκνι. νοιξε σιγ την πρτα να μην ανησυχσει τους υπλοιπους και κατβηκε στο σαλνι. νοιξε την μπαλκονπορτα κι να γλυκ αερκι της δρσισε το πρσωπο. ναψε το τσιγρο και τρβηξε την πρτη ρουφιξι με κλειστ μτια και της φυγε νας βαρς αναστεναγμς σαν λυγμς.
Κλας; κουσε τη φων του Ορστη πσω της κι αναπδησε ξαφνιασμνη. Συγγνμη, της επε, δεν θελα να σε τρομξω. Κατβηκα να κνω να τσιγρο. Τον κοταξε λγοντας μνο να, κι εγ.
Κρυνεις; τη ρτησε και την αγκλιασε τρυφερ απ τους μους.
Επε να ξεψυχισμνο χι, γιατ η ανατριχλα που νοιωσε δεν ταν απ το κρο αλλ απ την ανσα του δπλα στο λαιμ της, ελπζοντας να την αφσει. Επαμε... κι οι αντιστσεις χουν τα ρια τους.
Γιατ δεν κοιμσαι, της λει και της χιδεψε τρυφερ την πλτη.
Δεν μποροσα κι επα να κνω να τσιγρο, του απντησε μετρντας τα πλακκια στο πτωμα.
Της σκωσε το κεφλι πινοντας την απαλ απ το πηγονι και την κοταξε στα μτια ρωτντας γιατ δεν μποροσε να κοιμηθε.
Δεν μπρεσε να απαντσει... σπασε κθε της αντσταση και τα μτια της ρχισαν να τρχουν ποτμια κι νοιωθε μια αγωνα γιατ αν τη ρωτοσες γιατ κλαει τρα, δεν θα 'ξερε ν' απαντσει. Λγο η εικονικ κατσταση που εχε δημιουργηθε, λγο λα σα ξθαψε κι ανσυρε στη μνμη της, λγο η αγωνα της αν πρεπε να νοιθει τσι, λγο οι ενοχς, λγο απ λα...
Ευτυχς ο Ορστης δεν τη ρτησε. Απλ σκοπισε τα δκρυα της και της δωσε το τσιγρο του να τραβξει μια ρουφηξι. φησε λλον να βαθ αναστεναγμ επε ευχαριστ και γρισε να φγει. Την πιασε απ το χρι την τρβηξε και τη φλησε τρυφερ. Εγ σε ευχαριστ, της επε και γυρσανε στα δωμτια.
Η μρα που ξημρωνε ταν αυτ της αποχρησης. Πσω πλι στην πλη. Στους ρυθμος τους καθημερινος. Υπρχε μια περεργη ατμσφαιρα. Γλυκπικρη. Αυτ η ασθηση του, αφνω πσω κτι μορφο για να γυρσω στη ρουτνα την οποα μως και δεν μπορ να αποφγω. λλωστε πντα οι αποχωρισμο δεν ταν ευχριστοι. ρχισαν να ξυπνον λοι σιγ-σιγ και να σπει η ησυχα που επικρατοσε στο σπτι.
Πρτη σηκθηκε η Ισμνη. πρεπε εκτς απ τα πργματα της να τακτοποισει κι αυτ την δια. Να βλει σε μια τξη τις σκψεις της και τον συναισθηματικ της κσμο. φτιαξε μια κοπα αχνιστ καφ κι κατσε διπλωμνη και κουκουλωμνη δπλα στο παρθυρο σκεπασμνη με μια κουβρτα κρατντας τον καφ ανμεσα στις παλμες και κοταζε ξω το θαμα της φσης. Την ανατολ. κανε μια απεγνωσμνη προσπθεια με τη ζστη που βγαζε ο καφς στις παλμες της σε συνδυασμ με τις ακτνες του λιου που ρχισαν να ξεπροβλλουν δειλ-δειλ στον ορζοντα σα φοβισμνο ζωκι σε απραντο κι γνωστο λιβδι που δεν ξρει τι θα αντιμετωπσει, να ζεστνει και την τερστια παγωμρα που εχε απλωθε στη ψυχ της. Το εχε τερστια ανγκη. νοιωθε τι μσα της υπρχε νας διφανος κρυστλλινος πγος που εχε αρχσει να ραγζει επικνδυνα κι αν δεν ερχταν κτι να το ζεστνει και να λυσει ομαλ, θα 'σπαγε σε χιλιδες κομμτια που δεν θα μποροσε μετ με τποτα να επαναφρει. Κι δη εχε αρχσει να ακοει τις ρωγμς να μεγαλνουν επικνδυνα...
νοιωθε αυτ την παγωμρα να απλνεται με γργορους ρυθμος σε λο της το κορμ σαν ασθνεια. Μνο με την ιδα τρομοκρατθηκε κι ανατρχιασε. Αισθνθηκε τι σε λγο θα μοιαζε σαν τη βασλισσα του χιονιο. Απ παιδ, ταν το μνο παραμθι που την τρμαζε. Κοταζε στο παραμθι το παγωμνο κι δειο απο συναισθματα βλμμα της και για το μνο που ταν σγουρη ταν τι δεν θα θελε ποτ να της μοισει. Εχε μπει μχρι και στη διαδικασα να τη λυπται επειδ δεν μποροσε να νοισει. Θεωροσε τι δεν υπρχει πιο μορφο απ τα συναισθματα και πσω μλλον την εκδλωση τους. Μνο που η πορεα της ζως της την κανε να πιστεει πως αυτ ταν να μεγλο ψμμα.
Αισθανταν τι η μορα της παιζε κποιο παιχνδι. Γιατ να μην εναι τα πργματα πιο απλ. Δεν εχε ζητσει ποτ τποτα ιδιατερο στη ζω της. Δεν εχε ποτ πρθεση να βλψει κανναν κι εχε πντα τις καλλτερες προθσεις για λο τον κσμο. Αλλ χι οι λλοι γι' αυτν. Κι αναρωτιταν γιατ σ’ αυτν. Γιατ; Τ εχε κνει κι πρεπε να πληρνει τη ζω της με τση πκρα. Λνε πως ,τι κνεις σου ρχεται διπλ πσω. Τ εχε κνει τσο κακ, για να της χαρζει η ζω μνο πκρα; ποια στιγμ της ζως της νοιωθε λγη χαρ πντα θα συνοδευταν με πολ πνο και πολ πκρα. Φοβταν πλον να χαρε. Και τις λγες στιγμς που ξεχνιταν μετ δεν μποροσε να ησυχσει γιατ περιμνε με αγωνα τι κακ θα συμβε. Εχε αρχσει να μην αντχει λλο αυτ το μαρτριο.


                                           Τ  Ε  Λ  Ο  Σ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers