Kierkegaard Søren Aabye Φιλόσοφος Με Αξίες…

—–Ο Σέρεν Κίρκεγκωρ (Søren Aabye Kierkegaard), ήτανε Δανός θεολόγος, φιλόσοφος, ποιητής, κοινωνικός κριτικός και θρησκευτικός συγγραφέας που θεωρείται ευρέως ως ο 1ος υπαρξιστής φιλόσοφος. Έγραψε κριτικά κείμενα για την οργανωμένη θρησκεία, το Χριστιανισμό, την ηθική, τη πραότητα, τη ψυχολογία, την αγάπη και τη φιλοσοφία της θρησκείας, δείχνοντας αγάπη για τη μεταφορά, την ειρωνεία και τις παραβολές. Μεγάλο μέρος του φιλοσοφικού του έργου ασχολείται με τα ζητήματα του πώς ζει κανείς ως μεμονωμένο άτομο, τονίζοντας τη σημασία της αυθεντικότητας, της προσωπικής επιλογής και δέσμευσης και του καθήκοντος ν’ αγαπάς. Έδωσε προτεραιότητα στη συγκεκριμένη ανθρώπινη πραγματικότητα έναντι της αφηρημένης σκέψης.
—–Το θεολογικό έργο του Κίρκεγκωρ επικεντρώνεται στη Σωκρατική χριστιανική ηθική, στο θεσμό της Εκκλησίας, στις διαφορές μεταξύ των καθαρά αντικειμενικών αποδείξεων του Χριστιανισμού, στην άπειρη ποιοτική διάκριση μεταξύ ανθρώπου και Θεού και στην υποκειμενική σχέση του ατόμου με τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό, που προήλθε μέσω της πίστης. Μεγάλο μέρος του έργου του ασχολείται με τη χριστιανική αγάπη. Ήταν εξαιρετικά επικριτικός για το δόγμα και τη πρακτική του Χριστιανισμού ως κρατικά ελεγχόμενη θρησκεία (Καισαροπαπισμός) όπως η Εκκλησία της Δανίας. Το ψυχολογικό του έργο διερεύνησε τα αισθήματα και τα συναισθήματα των ατόμων όταν έρχονται αντιμέτωπα μ’ επιλογές ζωής. Σε αντίθεση με τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ και το παράδειγμα του αθεϊστικού υπαρξισμού, επικεντρώθηκε στο χριστιανικό υπαρξισμό.
—–Το πρώιμο έργο του γράφτηκε χρησιμοποιώντας ψευδώνυμα για να παρουσιάσει ξεχωριστές απόψεις που αλληλεπιδρούνε σε περίπλοκους διαλόγους. Διερεύνησε ιδιαίτερα πολύπλοκα προβλήματα από διαφορετικές οπτικές γωνίες, καθένα με διαφορετικό ψευδώνυμο. Έγραψε Εποικοδομητικές Ομιλίες με το όνομά του και τις αφιέρωσε στο μεμονωμένο άτομο που μπορεί να θέλει ν’ ανακαλύψει το νόημα των έργων του. Έγραψε: «Η γνώση κι η επιστήμη θέλουν να διδάξουν ότι το να γίνεις αντικειμενικός είναι ο τρόπος. Ο Χριστιανισμός διδάσκει ότι ο τρόπος είναι να γίνεις υποκειμενικός, να γίνεις υποκείμενο». Ενώ οι επιστήμονες μαθαίνουνε για τον κόσμο μέσω της παρατήρησης, ο Κίρκεγκωρ αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι η παρατήρηση από μόνη της θα μπορούσε ν’ αποκαλύψει τις εσωτερικές λειτουργίες του κόσμου του πνεύματος. Μερικές απ’ τις βασικές ιδέες του έχουνε και την έννοια της υποκειμενικής κι αντικειμενικής αλήθειας, τον ιππότη της πίστης, τη διχοτόμηση της ανάμνησης και της επανάληψης, την αγωνία, την άπειρη ποιοτική διάκριση, τη πίστη ως πάθος και τα 3 στάδια στο δρόμο της ζωής. Έγραψε στα δανικά κι η υποδοχή του έργου του περιορίστηκε αρχικά εκεί, αλλά στις αρχές του 20ου αι. τα γραπτά του μεταφράστηκαν στα γαλλικά, γερμανικά κι άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές γλώσσες. Μέχρι τα μέσα του 20ου αι., η σκέψη του άσκησε ουσιαστική επιρροή στη φιλοσοφία, τη θεολογία και το δυτικό πολιτισμό γενικότερα.

—–Γεννήθηκε 5 Μάη 1813 στη Κοπεγχάγη, σ’ εύπορη οικογένεια, το μικρότερο από 7 παιδιά. Η μητέρα του, Ane Sørensdatter Lund Kierkegaard (1768–1834), είχε υπηρετήσει ως υπηρέτρια στο σπίτι πριν παντρευτεί τον πατέρα του, Michael Pedersen Kierkegaard (1756–1838). Ήταν ανεπιτήδευτη φιγούρα: ήσυχη κι όχι επίσημα μορφωμένη. Η εγγονή της, Henriette Lund, έγραψε ότι «κρατούσε το σκήπτρο της μ’ ευχαρίστηση, τους περιποιήθηκε (τον Søren και τον αδελφό του Peter) και τους προστάτευσε σα κότα τους νεοσσούς της». Άσκησε επίσης επιρροή στα παιδιά της, έτσι ώστε μετά ο Πίτερ Κρίστιαν Κίρκεγκωρ είπε ότι ο αδελφός του διατήρησε πολλά απ’ τα λόγια της στα γραπτά του. Ο πατέρας του, ήταν ευκατάστατος έμπορος μαλλιού από τη Γιουτλάνδη. Ήτανε πολύ αυστηρός, κατά τα φαινόμενα στεγνός και πεζός, αλλά κάτω απ’ τη συμπεριφορά του ρουστίκ μανδύα έκρυβε ενεργή φαντασία που ούτε η μεγάλη του ηλικία δεν μπορούσε να αμβλύνει. Ενδιαφερόταν επίσης για τη φιλοσοφία και συχνά φιλοξενούσε διανοούμενους. Ήταν αφοσιωμένος στην ορθολογιστική φιλοσοφία του Christian Wolff και τελικά αποσύρθηκε εν μέρει για ν’ ακολουθήσει πιότερα απ’ τα γραπτά του. Ο Κίρκεγκωρ, που ακολούθησε τις πεποιθήσεις του πατέρα του ως παιδί, επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από την αφοσίωση του Μάικλ στον ορθολογισμό του Βόλφφ. Του άρεσαν επίσης οι κωμωδίες του Λούντβιγκ Χόλμπεργκ, τα γραπτά του Γιόχαν Γκέοργκ Χάμαν, του Γκότχολντ Εφραίμ Λέσινγκ, του Έντουαρντ Γιανγκ και του Πλάτωνα. Η φιγούρα του Σωκράτη, που συνάντησε στους διαλόγους του, θα αποδεικνυόταν εκπληκτική επιρροή στο μεταγενέστερο ενδιαφέρον του φιλοσόφου για την ειρωνεία, καθώς και στη συχνή ανάπτυξη της έμμεσης επικοινωνίας.
—–Ο Κίρκεγκωρ αγαπούσε να περπατά στους κακοτράχαλους δρόμους της Κοπεγχάγης του 19ου αι., όπου σπάνια πήγαιναν άμαξες. Το 1848, έγραψε: «Είχα πραγματική χριστιανική ικανοποίηση στη σκέψη ότι, αν δεν υπήρχε άλλος, υπήρχε σίγουρα ένας άνθρωπος στη Κοπεγχάγη που κάθε φτωχός μπορούσε ελεύθερα να πλησιάσει και να συνομιλήσει μαζί του στο δρόμο, αν δεν υπήρχε άλλος, υπήρχε ένας άνθρωπος που, όποια κι αν ήταν η κοινωνία που σύχναζε, δεν απέφευγε την επαφή με τους φτωχούς, αλλά χαιρετούσε κάθε υπηρέτρια που γνώριζε, κάθε υπηρέτη, κάθε κοινό εργάτη». Η εκκλησία της Παναγίας βρισκόταν στο άκρο της πόλης, όπου ο επίσκοπος Mynster κήρυξε το Ευαγγέλιο. Στην άλλη άκρη ήτανε το Βασιλικό Θέατρο όπου έπαιζε ο Φρου Χάιμπεργκ. Βασισμένοι σ’ υποθετική ερμηνεία ανέκδοτων στα αδημοσίευτα ημερολόγιά του, ειδικά σε πρόχειρο προσχέδιο ιστορίας με τίτλο Ο Μεγάλος Σεισμός, ορισμένοι πρώιμοι μελετητές του υποστήριξαν ότι ο πατέρας του πίστευε πως είχε κερδίσει την οργή του Θεού κι ότι κανέν απ’ τα παιδιά του δεν θα ζούσε πιότερο απ’ αυτόν. Λέγεται ότι πίστευε πως οι προσωπικές του αμαρτίες, ίσως αδιακρισίες όπως η κατάρα του ονόματος του Θεού στα νιάτα του ή η εγκυμοσύνη της Ane εκτός γάμου, απαιτούσαν αυτή τη τιμωρία. Αν και 5 από τα 7 παιδιά του πέθαναν πριν από αυτόν, τόσο ο Søren όσο κι ο αδελφός του Peter έζησαν περισσότερο. Ο Πέτρος, που ήταν 7 χρόνια μεγαλύτερος, έγινε μετά επίσκοπος στο Άαλμποργκ. Η Τζούλια Γουότκιν σκέφτηκε ότι το πρώιμο ενδιαφέρον του Μάικλ για την Εκκλησία της Μοραβίας θα μπορούσε να τον είχε οδηγήσει σε βαθειά αίσθηση των καταστροφικών συνεπειών της αμαρτίας.

—–Από το 1821 ως το 1830, φοίτησε στη Σχολή Πολιτικής Αρετής, στο Γυμνάσιο Østre Borgerdyd, όταν το σχολείο βρισκότανε στο Klarebodeme, έμαθε λατινικά, ελληνικά κι ιστορία, μεταξύ άλλων. Στη διάρκεια της παραμονής του εκεί περιγράφηκε ως πολύ συντηρητικός, κάποιος που θα τιμούσε το Βασιλιά, θ’ αγαπούσε την εκκλησία και θα σεβότανε την αστυνομία. Συχνά έμπλεκε σε καυγάδες με συμμαθητές του κι ήταν αμφίθυμος απέναντι στους δασκάλους του. Συνέχισε τις σπουδές στη θεολογία στο Πανεπιστήμιο Κοπεγχάγης. Είχε ελάχιστο ενδιαφέρον για ιστορικά έργα, η φιλοσοφία τονε δυσαρεστούσε και δε μπορούσε ν’ αφιερώνεται στην Εικασία. Είπε, «Αυτό που πραγματικά πρέπει να κάνω είναι να ξεκαθαρίσω τι πρέπει να κάνω, όχι τι πρέπει να ξέρω». Ήθελε να ζήσει εντελώς ανθρώπινη ζωή κι όχι απλώς ζωή γνώσης». Δεν ήθελε να ‘ναι φιλόσοφος με τη παραδοσιακή ή εγελιανή έννοια και δεν ήθελε να κηρύξει Χριστιανισμό και να ‘τανε ψευδαίσθηση. Αλλά είχε μάθει από τον πατέρα του ότι μπορεί κανείς να κάνει ό,τι θέλει κι η ζωή του πατέρα του δεν είχε απαξιώσει αυτή τη θεωρία.
—–Μία από τις πρώτες φυσικές περιγραφές του προέρχεται από παρευρισκόμενο, τον Χανς Μπρόχνερ, στο γαμήλιο πάρτι του αδελφού του Πίτερ το 1836: «Βρήκα την εμφάνισή του σχεδόν κωμική. Ήτανε τότε 23. Είχε κάτι αρκετά ακανόνιστο σ’ όλη του τη μορφή κι είχε περίεργη κόμμωση. Τα μαλλιά του σηκώνονταν σχεδόν 6 ίντσες πάνω απ’ το μέτωπό του σε ανακατεμένο λοφίο που του ‘δινε παράξενο, σαστισμένο βλέμμα». Άλλο προέρχεται απ’ την ανηψιά του, Ενριέττα Λουντ (1829–1909), που αφηγείται ότι σα μικρό αγόρι ήταν ελαφριάς και λεπτής εμφάνισης. Κυκλοφορούσε με παλτό στο χρώμα του κόκκινου λάχανου κι ο πατέρας του συνήθως τον αποκαλούσε «το πηρούνι», λόγω της πρόωρης τάσης του να κάνει σατιρικά σχόλια. Παρ’ όλο που υπήρχε σοβαρός, σχεδόν αυστηρός τόνος στο σπίτι, εξακολουθούσε να ‘χε την εντύπωση ότι υπήρχε χώρος για νεανική ζωντάνια, αν κι ίσως πιο νηφάλια, σπιτική από ό,τι συνηθίζεται σήμερα. Με τον ίδιο τρόπο ήταν ανοιχτό και το σπίτι, με παλιομοδίτικο είδος φιλοξενίας. Περιγράφηκε επίσης ως γραφικά ντυμένος, ελαφρύς και μικρόσωμος.
—–Η μητέρα του ήταν ωραία μικρόσωμη γυναίκα με ομοιόμορφη και χαρούμενη διάθεση, σύμφωνα με τη περιγραφή ενός εγγονιού. Δεν αναφέρθηκε ποτέ στα έργα του Κίρκεγκωρ. Η Ane πέθανε στις 31 Ιουλίου 1834, στα 66, πιθανόν από τύφο. Ο πατέρας του πέθανε το 1838, σε ηλικία 82 ετών. Στις 11 Αυγούστου, ο Κίρκεγκωρ έγραψε: «Ο πατέρας μου πέθανε τη Τετάρτη 8 Αυγούστου στις 2:00 π.μ. Ήθελα τόσο πολύ να ‘χε ζήσει μερικά χρόνια ακόμα. Αυτή τη στιγμή νιώθω πως υπάρχει μόνον ένα άτομο (E. Boesen) που μπορώ πραγματικά να μιλήσω γι’ αυτόν. Ήτανε πιστός φίλος». Ο Troels Frederik Lund, ο ανηψιός του, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη παροχή στους βιογράφους πολλών πληροφοριών σχετικά με τον Søren Kierkegaard. Ο Λουντ ήτανε καλός φίλος του Γκέοργκ Μπράντες και του Τζούλιους Λανγκ. Σύμφωνα με τον Σάμιουελ Ούγκο Μπέργκμαν, τα ημερολόγια του Κίρκεγκωρ είναι από τις πιο σημαντικές πηγές για τη κατανόηση της φιλοσοφίας του. Έγραψε πάνω από 7.000 σελίδες στα ημερολόγιά του για γεγονότα, σκέψεις, σκέψεις για τα έργα του και καθημερινές παρατηρήσεις. Ολόκληρη η συλλογή των δανικών περιοδικών (Journalen) επιμελήθηκε και δημοσιεύτηκε σε 13 τόμους που αποτελούνταν από 25 ξεχωριστές βιβλιοδεσίες. Τη 1η αγγλική έκδοση των περιοδικών επιμελήθηκε ο Alexander Dru το 1938. Το ύφος είναι λογοτεχνικό και ποιητικό σε τρόπο.

Το Σπίτι Του

—–Ο Κίρκεγκωρ ήθελε να ‘χει τη Regine, την αρραβωνιαστικιά του, ως έμπιστή του, αλλά θεώρησε αδύνατο να συμβεί αυτό, οπότε άφησε στον αναγνώστη, αυτό το μοναδικό άτομο να γίνει έμπιστός του. Η ερώτησή του ήταν αν μπορεί κανείς να ‘χει πνευματικό έμπιστο ή όχι. Έγραψε τα εξής στο Τελικό Υστερόγραφό του: “Όσον αφορά στην ουσιαστική αλήθεια, άμεση σχέση μεταξύ πνεύματος και νόησης είναι αδιανόητη. Αν υποτεθεί τέτοια σχέση, σημαίνει στη πραγματικότητα ότι το μέρος έχει πάψει να είναι πνεύμα“. Τα ημερολόγιά του ήτανε πηγή πολλών αφορισμών που αποδίδονται στο φιλόσοφο. Το ακόλουθο απόσπασμα, απ’ τη 1η Αυγούστου 1835, είναι ίσως ο πιο συχνά αναφερόμενος αφορισμός του και βασικό απόσπασμα για υπαρξιστικές μελέτες:

Αυτό που πραγματικά χρειάζομαι είναι να ξεκαθαρίσω τι πρέπει να κάνω, όχι τι πρέπει να ξέρω, εκτός από το βαθμό που η γνώση πρέπει να προηγείται κάθε πράξης. Αυτό που ‘χει σημασία είναι να βρω ένα σκοπό, να δω τι είναι πραγματικά αυτό που θέλει ο Θεός να κάνω. Το κρίσιμο είναι να βρω μια αλήθεια που να ‘ναι αλήθεια για μένα, να βρω την ιδέα που ‘μαι πρόθυμος να ζήσω και να πεθάνω“.

—–Αν και τα ημερολόγιά του διευκρινίζουν ορισμένες πτυχές του έργου και της ζωής του, φρόντισε να μην αποκαλύψει πολλά. Οι απότομες αλλαγές στη σκέψη, η επαναλαμβανόμενη γραφή κι οι ασυνήθιστες στροφές της φράσης είναι μερικές από τις πολλές τακτικές που χρησιμοποίησε για να βγάλει τους αναγνώστες εκτός τροχιάς. Κατά συνέπεια, υπάρχουνε πολλές διαφορετικές ερμηνείες των ημερολογίων του. Ποτέ δεν αμφέβαλλε για τη σημασία που θα ‘χανε τα ημερολόγιά του στο μέλλον. Δεκέμβρη του 1849, έγραψε: «Αν πέθαινα τώρα, το αποτέλεσμα της ζωής μου θα ‘ταν εξαιρετικό. Πολλά απ’ αυτά που απλώς σημείωσα απρόσεκτα στα Ημερολόγια θα ‘χανε μεγάλη σημασία και θα ‘χανε μεγάλη επίδραση, γιατί τότε οι άνθρωποι θα ‘χανε συμφιλιωθεί μαζί μου και θα μπορούσαν να μου παραχωρήσουν αυτό που ‘τανε κι είναι, δικαίωμά μου».
—–Σημαντική πτυχή της ζωής του -που γενικά θεωρείται πως είχε μεγάλη επιρροή στο έργο του-ήταν ο διαλυμένος αρραβώνας του με τη Ρετζίν Όλσεν (1822–1904). Συναντηθήκανε στις 8 Μάη 1837 κι αμέσως θέλξαν ο ένας την άλλη. Στα ημερολόγιά του έγραφε ιδεαλιστικά για την αγάπη του γι’ αυτήν. Αφού πέρασε τις θεολογικές του εξετάσεις τον Ιούλιο του 1840, έκανε επίσημη πρόταση γάμου στην Όλσεν στις 8 Σεπτέμβρη. Σύντομα ένιωσε απογοητευμένος από τις προοπτικές του. Διέλυσε τον αρραβώνα στις 11 Αυγούστου 1841, αν και γενικά πιστεύεται ότι οι δυο τους ήτανε βαθιά ερωτευμένοι. Στα ημερολόγιά του, αναφέρει τη πεποίθησή του ότι η μελαγχολία του τον έκανε ακατάλληλο για γάμο, αλλά το ακριβές κίνητρό του για τον τερματισμό του αρραβώνα παραμένει ασαφές.

—–Ήταν επίσης στη διάρκεια αυτής της περιόδου που αφιερώθηκε στη συγγραφή διατριβής. Στην υποβολή της Ιούνιο του 1841, επιτροπή καθηγητών έκρινε ότι το έργο του επέδειξε σημαντική διάνοια ενώ επέκρινε τον άτυπο τόνο του. Ωστόσο, έλαβε άδεια να προχωρήσει στην υπεράσπισή του. Υπερασπίστηκε την έννοια της ειρωνείας με συνεχή αναφορά στον Σωκράτη για 7,5 ώρες στις 29 Σεπτέμβρη 1841. Όπως υποδηλώνει ο τίτλος, η διατριβή ασχολήθηκε με την ειρωνεία και τον Σωκράτη. Η επιρροή του φίλου του Κίρκεγκωρ, Poul Martin Møller, που ‘χε πεθάνει το 1838, είναι εμφανής στο θέμα. Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο Κοπεγχάγης στις 20 Οκτώβρη 1841 με πτυχίο Magister στη φιλοσοφία. Η κληρονομιά του περίπου 31.000 rigsdaler του επέτρεψε να χρηματοδοτήσει την εργασία και τα έξοδα διαβίωσής του.
—–Δημοσίευσε μερικά από τα έργα του χρησιμοποιώντας ψευδώνυμα και γι’ άλλα υπέγραψε τ’ όνομά του ως συγγραφέας. Είτε δημοσιεύτηκε με ψευδώνυμο είτε όχι, το κεντρικό γραπτό του για τη θρησκεία ήταν το Φόβος & Τρόμος και το Είτε/Ή θεωρείται το magnum opus του. Τα ψευδώνυμα χρησιμοποιήθηκαν συχνά στις αρχές του 19ου αι. ως μέσον αντιπαράθεσης απόψεων διαφορετικών από του συγγραφέα. Ο Κίρκεγκωρ χρησιμοποίησε την ίδια τεχνική ως τρόπο παροχής παραδειγμάτων έμμεσης επικοινωνίας. Γράφοντας με διάφορα ψευδώνυμα για να εκφράσει μερικές φορές αντιφατικές θέσεις, επικρίνεται μερικές φορές ότι παίζει με διάφορες απόψεις χωρίς ποτέ να δεσμεύεται σε συγκεκριμένη. Έχει περιγραφεί από κείνους που αντιτίθενται στα γραπτά του ως απροσδιόριστος στη θέση του ως συγγραφέα, αν κι ο ίδιος έχει καταθέσει μαρτυρία για όλο το έργο του που προέρχεται από υπηρεσία στο Χριστιανισμό. Έγραψε το 1ο του βιβλίο με το ψευδώνυμο “Johannes Climacus” (από τον John Climacus) μεταξύ 1841-2. Το De omnibus dubitandum est (λατ: Όλα πρέπει ν’ αμφισβητηθούν) δε δημοσιεύτηκε παρά μόνο μετά το θάνατό του.
—–Το magnum opus του Κίρκεγκωρ Είτε/Ή δημοσιεύτηκε στις 20 Φλεβάρη 1843. Γράφτηκε κυρίως στη διάρκεια της παραμονής του στο Βερολίνο, όπου κρατούσε σημειώσεις για τη Φιλοσοφία της Αποκάλυψης του Σέλινγκ. Περιλαμβάνει δοκίμια λογοτεχνικής και μουσικής κριτικής και σύνολο ρομαντικών αφορισμών, ως μέρος του ευρύτερου θέματός του για την εξέταση της στοχαστικής και φιλοσοφικής δομής της πίστης. Επιμελημένο από τον «Βίκτωρα Ερημίτη», το βιβλίο περιείχε τα χαρτιά ενός άγνωστου Α και Β που ο ψευδώνυμος συγγραφέας ισχυρίστηκε ότι ανακάλυψε σε μυστικό συρτάρι της γραμματέως του. Ο Ερημίτης δυσκολεύτηκε να βάλει σε τάξη τα χαρτιά του Α γιατί δεν ήτανε ξεκάθαρα. Τα χαρτιά του Β ήτανε τακτοποιημένα με τάξη. Κι οι δύο αυτοί χαρακτήρες προσπαθούν να γίνουνε θρησκευόμενα άτομα. Έκαστος προσέγγισε την ιδέα της πρώτης αγάπης από αισθητική κι ηθική άποψη. Το βιβλίο είναι βασικά επιχείρημα για τη πίστη και το γάμο με σύντομη ομιλία στο τέλος που τους λέει ότι πρέπει να σταματήσουν να μαλώνουν. Ο Ερημίτης πιστεύει ότι ο Β, δικαστής, έχει το πιο νόημα. Τόνισε το πώς του Χριστιανισμού καθώς και το πώς της ανάγνωσης βιβλίων στα έργα του κι όχι το τι.

—–3 μήνες μετά τη δημοσίευση του Είτε/Ή, στις 16 Μάη 1843, δημοσίευσε το Two Upbuilding Discourses, 1843 και συνέχισε να δημοσιεύει ομιλίες μαζί με τα ψευδώνυμα βιβλία του. Αυτές οι ομιλίες δημοσιεύτηκαν με το όνομά του κι είναι διαθέσιμες ως Δεκαοκτώ Εποικοδομητικές Ομιλίες σήμερα. Ο David F. Swenson μετέφρασε 1η φορά τα έργα τη 10ετία του ’40 και τα ονόμασε Εποικοδομητικές Ομιλίες. Ωστόσο, το 1990, ο Χάουαρντ Β. κι η Έντνα Χ. Χονγκ μετέφρασαν ξανά τα έργα. Η λέξη «οικοδομή» ήτανε πιότερο σύμφωνη με τη σκέψη του Κίρκεγκωρ μετά το 1846, όταν έγραψε χριστιανικές συζητήσεις για τα Έργα Αγάπης. Εποικοδομητικός λόγος δεν είναι το ίδιο με κήρυγμα, επειδή κήρυγμα κηρύττεται σ’ εκκλησίασμα, ενώ ομιλία μπορεί να διεξαχθεί μεταξύ πολλών ανθρώπων ή ακόμα και με τον εαυτό του. Ο λόγος ή η συζήτηση πρέπει να είναι «εποικοδομητική», που σημαίνει ότι κάποιος θα οικοδομήσει το άλλο άτομο ή τον εαυτό του, αντί να γκρεμίσει για να χτίσει. Ο Κίρκεγκωρ είπε: «Αν κι αυτό το μικρό βιβλίο (που ονομάζεται «ομιλίες», όχι κηρύγματα, επειδή ο συγγραφέας του δεν έχει την εξουσία να κηρύττει, «εποικοδομητικές ομιλίες», όχι ομιλίες για εποικοδόμηση, επειδή ο ομιλητής σε καμμία περίπτωση δεν ισχυρίζεται ότι είναι δάσκαλος) επιθυμεί να είναι μόνο αυτό που είναι, ένα περιττό, και επιθυμεί μόνο να παραμείνει κρυμμένος».
—–16 Οκτώβρη 1843, δημοσίευσε άλλα 3 βιβλία για την αγάπη και τη πίστη κι αρκετές ακόμη ομιλίες. Το Fear & Trembling εκδόθηκε με το ψευδώνυμο Johannes de Silentio. Το Repetition είναι για νεαρό άνδρα (Søren Kierkegaard) που ‘χει άγχος και κατάθλιψη επειδή νιώθει ότι πρέπει να θυσιάσει την αγάπη του για ένα κορίτσι (Regine Olsen) στο Θεό. Προσπαθεί να δει αν η νέα επιστήμη της ψυχολογίας μπορεί να τον βοηθήσει να κατανοήσει τον εαυτό του. Ο Κωνσταντίνος Κωνστάντιος, που είναι ο ψευδώνυμος συγγραφέας αυτού του βιβλίου, είναι ο ψυχολόγος. Ταυτόχρονα, δημοσίευσε τις 3 Εποικοδομητικές Ομιλίες, το 1843 με τ’ όνομά του, που ασχολούνταν συγκεκριμένα με το πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί η αγάπη για να κρύψετε πράγματα από τον εαυτό σας ή τους άλλους. Αυτά τα 3 βιβλία, που εκδόθηκαν όλα την ίδια μέρα, αποτελούνε παράδειγμα της μεθόδου έμμεσης επικοινωνίας του Κίρκεγκωρ. Αμφισβήτησε αν άτομο μπορεί να γνωρίζει αν κάτι είναι καλό δώρο από το Θεό ή όχι και καταλήγει λέγοντας: «Δεν εξαρτάται, λοιπόν, μόνον απ’ αυτό που βλέπει κανείς, αλλ’ αυτό που βλέπει εξαρτάται απ’ το πώς βλέπει. Κάθε παρατήρηση δεν είναι απλώς λήψη, ανακάλυψη, αλλά και πρόκληση και στο βαθμό που είναι αυτό, το πώς συγκροτείται ο ίδιος ο παρατηρητής είναι πράγματι αποφασιστικό». Η αγάπη του Θεού μεταδίδεται έμμεσα όπως κι η δική μας μερικές φορές.
—–Στη διάρκεια του 1844, δημοσίευσε 2, 3 και 4 ακόμη εποικοδομητικές ομιλίες όπως έκανε και το 1843, αλλά εδώ εξέτασε πώς θα μπορούσε άτομο να γνωρίσει το Θεό. Θεολόγοι, φιλόσοφοι κι ιστορικοί ασχολήθηκαν όλοι με τη συζήτηση για την ύπαρξη του Θεού. Αυτή είναι η άμεση επικοινωνία κι ο Κίρκεγκωρ πιστεύει πως αυτό μπορεί να ‘ναι χρήσιμο για θεολόγους, φιλοσόφους κι ιστορικούς (ενώσεις) αλλά καθόλου χρήσιμο για το «μεμονωμένο άτομο» που ενδιαφέρεται να γίνει Χριστιανός. Ο Κίρκεγκωρ έγραφε πάντα γι’ αυτό το μοναδικό άτομο που με χαρά κι ευγνωμοσύνη αποκαλούσε αναγνώστη του. Το μεμονωμένο άτομο πρέπει να χρησιμοποιήσει αυτό που ‘ναι κατανοητό, διαφορετικά θα χαθεί. Ο προβληματισμός μπορεί να πάει το άτομο μόνο τόσο μακρυά πριν η φαντασία αρχίσει ν’ αλλάζει ολόκληρο το περιεχόμενο αυτού που σκεφτόταν. Η αγάπη κερδίζεται με το να ασκείται κι η πίστη κι η υπομονή.

Ρετζίνα Όλσεν

—–Έγραψε επίσης πολλά ακόμη ψευδώνυμα βιβλία το 1844: Φιλοσοφικά Θραύσματα, Πρόλογοι κι Η Έννοια του Άγχους και τελείωσε τη χρονιά με το Four Upbuilding Discourses, 1844. Χρησιμοποίησε έμμεση επικοινωνία στο 1ο κι άμεση στα υπόλοιπα. Δεν πιστεύει ότι το ερώτημα για την ύπαρξη του Θεού πρέπει να ‘ναι άποψη που ‘χει μια ομάδα και διαφορετική μια άλλη, ανεξάρτητα από το πόσες αποδείξεις γίνονται. Λέει πως εναπόκειται στο μεμονωμένο άτομο να κάνει τον καρπό του Αγίου Πνεύματος πραγματικό, επειδή η αγάπη κι η χαρά είναι πάντα απλά δυνατότητες. Ο Χριστιανικός κόσμος ήθελε να ορίσει τις ιδιότητες του Θεού για πάντα, αλλά ο Κίρκεγκωρ ήταν αντίθετος σ’ αυτό. Η αγάπη του για τη Regine ήτανε καταστροφή, αλλά τονε βοήθησε λόγω της άποψής του. Πίστευε ότι κάθε γενιά έχει το δικό της καθήκον και δεν χρειάζεται να ενοχλείται αδικαιολόγητα με το να είναι τα πάντα για τις προηγούμενες και τις επόμενες γενιές. Σε παλαιότερο βιβλίο είχε πει: «Σε κάποιο βαθμό κάθε γενιά και κάθε άτομο ξεκινά τη ζωή του από την αρχή.» και σε άλλο: «Καμμία γενιά δεν έχει μάθει ν’ αγαπά από άλλη, καμμία γενιά δε μπορεί να ξεκινήσει σε οποιοδήποτε άλλο σημείο εκτός από την αρχή, καμμία γενιά δεν μαθαίνει το ουσιαστικά ανθρώπινο από προηγούμενη». Και, τελικά, το 1850 έγραψε: «Κείνοι οι αληθινοί Χριστιανοί που σε κάθε γενιά ζούνε ζωή σύγχρονη με κείνη του Χριστού δεν έχουνε καμμία απολύτως σχέση με τους Χριστιανούς της προηγούμενης γενιάς, αλλ’ ακόμη πιότερο με τον σύγχρονό τους, το Χριστό. Η ζωή Του εδώ στη γη παρακολουθεί κάθε γενιά και κάθε γενιά ξεχωριστά, ως Ιερή Ιστορία…» Αλλά το 1848: «Ολόκληρη η γενιά και κάθε άτομο στη γενιά είναι συμμέτοχος στο να ‘χει κανείς πίστη».
—–Ήταν αντίθετος με την εγελιανή ιδέα της διαμεσολάβησης επειδή εισάγει 3ο όρο που μπαίνει μεταξύ του μεμονωμένου ατόμου και του αντικειμένου της επιθυμίας. Έγραψε το 1844: «Αν ένα άτομο μπορεί να ‘ναι βέβαιο για τη χάρη του Θεού χωρίς να χρειάζεται κοσμικές αποδείξεις ως μεσάζων ή ως οικονομία που τον συμφέρει ως μεσάζοντα, τότε είναι πράγματι προφανές σ’ αυτόν ότι η χάρη του Θεού είναι η πιο ένδοξη απ’ όλες». Ήτανε κατά της διαμεσολάβησης και κατέληξε στην επιλογή να ‘ναι ικανοποιημένος με τη χάρη του Θεού ή όχι. Είναι η επιλογή μεταξύ της δυνατότητας του πρόσκαιρου και του αιώνιου, δυσπιστίας και πίστης κι εξαπάτησης κι αλήθειας, υποκειμενικού κι αντικειμενικού. Αυτά είναι τα μεγέθη της επιλογής. Πάντα τόνιζε τη σκέψη και την επιλογή στα γραπτά του κι έγραφε ενάντια στη σύγκριση.

—–Ο Κίρκεγκωρ πίστευε ότι ο Θεός έρχεται σε κάθε άτομο μυστηριωδώς. Δημοσίευσε το Three Discourses on Imagined Occasions (που αρχικά ονομαζόταν Thoughts on Critical Situations in Human Life, στη μετάφραση του David F. Swenson το 1941) με τ’ όνομά του στις 29 Απρίλη και το Stages on Life’s Way που επιμελήθηκε ο Hilarius Bookbinder, 30 Απρίλη 1845. Τα Στάδια είναι μια συνέχεια του Είτε/Ή που ο Κίρκεγκωρ δεν πίστευε ότι είχε διαβαστεί επαρκώς από το κοινό και στα Στάδια προέβλεψε ότι τα 2/3 των αναγνωστών του βιβλίου θα τα παρατήσουνε πριν φτάσουνε στα μισά του δρόμου, από πλήξη θα πετάξουν το βιβλίο. Ήξερε πως έγραφε βιβλία, αλλά δεν είχε ιδέα ποιος τα διάβαζε. Οι πωλήσεις του ήτανε πενιχρές και δεν είχε δημοσιογράφο ή συντάκτη. Έγραφε στο σκοτάδι, ας πούμε. Πολλοί από τους αναγνώστες του ήτανε και συνεχίζουν να είναι στο σκοτάδι σχετικά με τις προθέσεις του. Εξήγησε ο ίδιος στο Ημερολόγιο του: «Αυτό που κατάλαβα ως καθήκον της συγγραφής έχει γίνει. Είναι μια ιδέα, αυτή η συνέχεια από το Είτε/Ή στην Αντι-Κλίμακο, η ιδέα της θρησκευτικότητας στον στοχασμό. Το έργο με έχει απασχολήσει ολοκληρωτικά, γιατί με έχει απασχολήσει θρησκευτικά. Έχω κατανοήσει την ολοκλήρωση αυτής της συγγραφής ως καθήκον μου, ως ευθύνη που βαρύνει εμένα». Συμβούλεψε τον αναγνώστη του να διαβάζει τα βιβλία του αργά κι επίσης να τα διαβάζει δυνατά, καθώς αυτό μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση. Χρησιμοποίησε έμμεση επικοινωνία στα γραπτά του, για παράδειγμα, αναφερόμενος στον θρησκευόμενο άνθρωπο ως τον ιππότη της κρυμμένης εσωτερικότητας που είναι διαφορετικός απ’ όλους τους άλλους, παρ’ όλο που μοιάζει με όλους τους άλλους, επειδή όλα είναι κρυμμένα μέσα του.
—–Ο Κίρκεγκωρ γνώριζε τα κρυμμένα βάθη μέσα σε κάθε άτομο. Η κρυμμένη εσωτερικότητα είναι εφευρετική στην εξαπάτηση ή την αποφυγή των άλλων. Μεγάλο μέρος του φοβάται να το δουν και να το αποκαλύψουν πλήρως. Φαντάστηκε την κρυμμένη εσωτερικότητα με διάφορους τρόπους το 1848. Έγραφε για την υποκειμενική εσωτερική φύση της συνάντησης του Θεού με το άτομο σε πολλά από τα βιβλία του και ο στόχος του ήταν να απομακρύνει το μεμονωμένο άτομο από όλες τις εικασίες που συνέβαιναν για τον Θεό και τον Χριστό. Η κερδοσκοπία δημιουργεί πολλούς τρόπους για να βρει κανείς τον Θεό και τα Αγαθά του, αλλά η εύρεση της πίστης στον Χριστό και η χρήση της κατανόησης σταματά κάθε εικασία, γιατί τότε αρχίζει κανείς να υπάρχει πραγματικά ως Χριστιανός ή με ηθικό/θρησκευτικό τρόπο. Ήταν εναντίον ενός ατόμου που περίμενε μέχρι να βεβαιωθεί για την αγάπη και τη σωτηρία του Θεού πριν αρχίσει να προσπαθεί να γίνει Χριστιανός. Το όρισε ως ειδικό τύπο θρησκευτικής σύγκρουσης που οι Γερμανοί αποκαλούν Anfechtung (αμφισβήτηση).

—–Πίστευε πως η Εκκλησία δεν πρέπει να προσπαθεί να αποδείξει το Χριστιανισμό ή ακόμη και να τον υπερασπιστεί. Θα πρέπει να βοηθήσει το μεμονωμένο άτομο να κάνει άλμα πίστης, τη πίστη ότι ο Θεός είναι αγάπη κι έχει καθήκον για το ίδιο άτομο. Προσδιόρισε το άλμα πίστης ως τη καλή απόφαση. Συζήτησε για τον ιππότη της πίστης στο Works of Love, 1847 χρησιμοποιώντας την ιστορία του Ιησού που θεράπευσε την αιμορραγούσα γυναίκα που ‘δειξε τη πρωτοτυπία της πίστης πιστεύοντας ότι αν άγγιζε τον χιτώνα του Ιησού θα θεραπευόταν. Κράτησε αυτό το μυστικό μέσα της. Έγραψε το Συμπερασματικό Αντιεπιστημονικό Υστερόγραφο σε Φιλοσοφικά Θραύσματα το 1846 κι εδώ προσπάθησε να εξηγήσει τη πρόθεση του 1ου μέρους της συγγραφής του. Είπε, «Ο Χριστιανισμός δεν θα αρκεστεί στο να είναι μια εξέλιξη μέσα στη συνολική κατηγορία της ανθρώπινης φύσης. Τέτοιος αρραβώνας είναι πολύ λίγος για να προσφερθεί σ’ ένα θεό. Ούτε θέλει καν να είναι το παράδοξο για τον πιστό και στη συνέχεια, κρυφά, σιγά-σιγά, να του παρέχει κατανόηση, γιατί το μαρτύριο της πίστης (να σταυρώσει κανείς την κατανόησή του) δεν είναι ένα μαρτύριο της στιγμής, αλλά το μαρτύριο της συνέχειας». Το 2ο μέρος της συγγραφής του συνοψίστηκε στη Πρακτική στον Χριστιανισμό.
—–Οι πρώτοι μελετητές του Κίρκεγκωρ, όπως ο Τέοντορ Αντόρνο κι ο Τόμας Χένρι Κρόξαλ, υποστηρίζουν ότι ολόκληρη η συγγραφή πρέπει να αντιμετωπίζεται ως προσωπικές και θρησκευτικές απόψεις του ίδιου. Αυτή η άποψη οδηγεί σε συγχύσεις και αντιφάσεις που τονε κάνουνε να φαίνεται φιλοσοφικά ασυνάρτητος. Μεταγενέστεροι μελετητές, όπως οι μετα-στρουκτουραλιστές, ερμήνευσαν το έργο του αποδίδοντας τα ψευδώνυμα κείμενα στους αντίστοιχους συγγραφείς τους. Οι μεταμοντέρνοι Χριστιανοί παρουσιάζουν μια διαφορετική ερμηνεία των έργων του. Χρησιμοποίησε τη κατηγορία του Ατόμου για να σταματήσει το ατελείωτο Είτε/Ή. Στις 22 Δεκέμβρη 1845, ο Peder Ludvig Møller, που σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Κοπεγχάγης ταυτόχρονα με τον Κίρκεγκωρ, δημοσίευσε άρθρο επικρίνοντας έμμεσα το Stages on Life’s Way. Το άρθρο επαίνεσε τον Κίρκεγκωρ για την εξυπνάδα και τη διάνοιά του, αλλά αμφισβήτησε αν θα μπορούσε ποτέ να κυριαρχήσει στο ταλέντο του και να γράψει συνεκτικά, ολοκληρωμένα έργα. Ο Møller ήταν επίσης συνεργάτης και συντάκτης του The Corsair, δανέζικης σατιρικής εφημερίδας που διακωμώδηζε όλους όσους είχαν αξιοσημείωτο κύρος. Ο Κίρκεγκωρ δημοσίευσε μια σαρκαστική απάντηση, κατηγορώντας ότι το άρθρο του Møller ήταν απλώς προσπάθεια να εντυπωσιάσει τη λογοτεχνική ελίτ της Κοπεγχάγης.

Φόβος & Τρόμος

—–Ο Κίρκεγκωρ έγραψε δύο μικρά κομμάτια ως απάντηση στον Møller, The Activity of a Traveling Esthetician και Dialectical Result of a Literary Police Action. Το 1ο επικεντρώθηκε στη προσβολή της ακεραιότητας του Møller, το 2ο ήτανε κατευθυνόμενη επίθεση στον Κουρσάρο, που ο Κίρκεγκωρ, αφού επέκρινε τη δημοσιογραφική ποιότητα και τη φήμη της εφημερίδας, ζήτησε ανοιχτά από τον Κουρσάρο να τον σατιρίσει. Η απάντηση του Κίρκεγκωρ προκάλεσε την οργή της εφημερίδας και του 2ου εκδότη της, επίσης διανοούμενου της ηλικίας του Κίρκεγκωρ, Meïr Aron Goldschmidt. Τους επόμενους μήνες, ο Κουρσάρος δέχτηκε την προσφορά του Κίρκεγκωρ να «κακοποιηθεί» κι εξαπέλυσε σειρά επιθέσεων κοροϊδεύοντας την εμφάνιση, τη φωνή και τις συνήθειες του Κίρκεγκωρ. Για μήνες, θεωρούσε τον εαυτό του θύμα παρενόχλησης στους δρόμους της Δανίας. Σε καταχώριση ημερολογίου με ημερομηνία 9 Μάρτη 1846, έκανε μακρά, λεπτομερή εξήγηση της επίθεσής του στον Μόλερ και τον Κουρσάρο κι εξήγησε επίσης ότι αυτή η επίθεση τον έκανε να ξανασκεφτεί τη στρατηγική της έμμεσης επικοινωνίας.
—–Υπήρξε πολλή συζήτηση στη Δανία για τους ψευδώνυμους συγγραφείς μέχρι τη δημοσίευση του Συμπεράσματος Αντιεπιστημονικού Υστερόγραφου σε Φιλοσοφικά Θραύσματα, 27 Φλεβάρη 1846, όπου παραδέχτηκε ανοιχτά ότι ήταν ο συγγραφέας των βιβλίων επειδή οι άνθρωποι άρχισαν να αναρωτιούνται αν ήταν, στην πραγματικότητα, Χριστιανός ή όχι. Αρκετές καταχωρήσεις ημερολογίου από εκείνη τη χρονιά ρίχνουν λίγο φως στο τι ήλπιζε να πετύχει ο Κίρκεγκωρ. Αυτό το βιβλίο εκδόθηκε με παλαιότερο ψευδώνυμο, Johannes Climacus. Στις 30 Μάρτη 1846 δημοσίευσε το Two Ages: A Literary Review, με το όνομά του. Κριτική του μυθιστορήματος Δύο Εποχές (σε ορισμένες μεταφράσεις Δύο Γενιές) που γράφτηκε από τη Thomasine Christine Gyllembourg-Ehrensvärd, έκανε αρκετές διορατικές παρατηρήσεις σχετικά με αυτό που θεωρούσε τη φύση της νεωτερικότητας και την απαθή στάση της απέναντι στη ζωή. Ο Κίρκεγκωρ γράφει ότι «η σημερινή εποχή είναι ουσιαστικά μια λογική εποχή, χωρίς πάθος… Η τάση σήμερα είναι προς την κατεύθυνση της μαθηματικής ισότητας, έτσι ώστε σε όλες τις τάξεις περίπου τόσοι και τόσοι ομοιόμορφα να κάνουν ένα άτομο». Σ’ αυτό, ο Κίρκεγκωρ επιτέθηκε στη συμμόρφωση και την αφομοίωση των ατόμων στο «πλήθος» που έγινε το πρότυπο για την αλήθεια, αφού ήταν η αριθμητική. Πώς μπορεί κανείς ν’ αγαπά τον πλησίον αν ο πλησίον θεωρείται πάντα πλούσιος ή φτωχός ή κουτσός;

—–Στο πλαίσιο της ανάλυσής του για το πλήθος, ο Κίρκεγκωρ κατηγόρησε τις εφημερίδες για παρακμή και κατάπτωση. Δήλωσε ότι ο Χριστιανικός κόσμος έχασε το δρόμο του αναγνωρίζοντας το πλήθος, όπως και τους πολλούς που συγκινούνται από τις ιστορίες των εφημερίδων, ως το δικαστήριο έσχατης ανάγκης σε σχέση με την αλήθεια. Η αλήθεια έρχεται σε ένα μόνο άτομο, όχι σε όλους τους ανθρώπους ταυτόχρονα. Ακριβώς όπως η αλήθεια έρχεται σε ένα άτομο κάθε φορά, έτσι έρχεται κι η αγάπη. Δεν αγαπά κανείς το πλήθος, αλλά αγαπά τον πλησίον του, που είναι μεμονωμένο άτομο. Λέει: Ποτέ δε διάβασα στις Άγιες Γραφές αυτή την εντολή: Θα αγαπάς το πλήθος. Ακόμη λιγότερο: Θα αναγνωρίσετε, ηθικο-θρησκευτικά, στο πλήθος το δικαστήριο έσχατης ανάγκης σε σχέση με την αλήθεια. Άρχισε να δημοσιεύει ξανά με τ’ όνομά του το 1847, το Τριμερείς Εποικοδομητικές Ομιλίες σε Διαφορετικά Πνεύματα. Η αγνότητα της καρδιάς είναι να θέλουμε ένα πράγμα, αυτό που μαθαίνουμε από τα κρίνα στο χωράφι κι από τα πουλιά στον αέρα και το Ευαγγέλιο των βασάνων. Ρώτησε: Τι σημαίνει να είσαι ένα άτομο που θέλει να κάνει το καλό; Τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος; Τι σημαίνει να ακολουθείς το Χριστό; Τώρα μετακινείται από τους εποικοδομητικούς λόγους στους «χριστιανικούς λόγους, ωστόσο, εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι δεν πρόκειται για κηρύγματα. Ένα κήρυγμα αφορά στον αγώνα με τον εαυτό του, τα καθήκοντα που του προσφέρει η ζωή και τη μετάνοια για τη μη ολοκλήρωση των εργασιών. Αργότερα, το 1849, έγραψε λατρευτικές ομιλίες και θεοσεβείς ομιλίες.
—–Το Works of Love ακολούθησε αυτές τις ομιλίες στις 29 Σεπτέμβρη 1847. Και τα 2 βιβλία γράφτηκαν με το όνομά του. Γράφτηκε με τα θέματα «Η αγάπη καλύπτει πλήθος αμαρτιών» και «Η αγάπη οικοδομεί». (1 Πέτρου 4:8 και 1 Κορινθίους 8:1). Ο Κίρκεγκωρ πίστευε ότι όλος ο ανθρώπινος λόγος, ακόμη κι ο θείος λόγος της Αγίας Γραφής, για το πνευματικό είναι ουσιαστικά μεταφορικός λόγος. Το «χτίζω» είναι μια μεταφορική έκφραση. Δεν μπορεί κανείς ποτέ να είναι όλος άνθρωπος ή όλο πνεύμα, πρέπει να είναι και τα δύο. Αργότερα, στο ίδιο βιβλίο, ασχολείται με το ζήτημα της αμαρτίας και της συγχώρεσης. Χρησιμοποιεί το ίδιο κείμενο που χρησιμοποίησε νωρίτερα στο Three Upbuilding Discourses, 1843, Η αγάπη κρύβει πλήθος αμαρτιών. (Α ́ Πέτρου 4:8). Ρωτά αν αυτός που λέει σφάλματα στους γείτονές του κρύβει ή αυξάνει το πλήθος των αμαρτιών. Το 1848, δημοσίευσε τις Χριστιανικές Ομιλίες με το όνομά του και Η Κρίση και μια Κρίση στη Ζωή μιας Ηθοποιού με το ψευδώνυμο Inter et Inter. Οι Χριστιανικές Ομιλίες πραγματεύονται το ίδιο θέμα με την Έννοια του Άγχους, το άγχος. Το κείμενο είναι το Ευαγγέλιο του Ματθαίου 6 στίχοι 24-34. Αυτό ήταν το ίδιο απόσπασμα που είχε χρησιμοποιήσει στο Τι μαθαίνουμε από τα κρίνα στο χωράφι και από τα πουλιά του αέρα του 1847.

—–Ο Κίρκεγκωρ προσπάθησε να εξηγήσει ξανά τη παραγωγική χρήση ψευδωνύμων στο The Point of View of My Work as an Author, την αυτοβιογραφική του εξήγηση για το στυλ γραφής του. Το βιβλίο ολοκληρώθηκε το 1848, αλλά δεν εκδόθηκε παρά μόνο μετά το θάνατό του από τον αδελφό του Πίτερ Κρίστιαν. Ο Walter Lowrie ανέφερε τη βαθειά θρησκευτική εμπειρία του Κίρκεγκωρ της Μεγάλης Εβδομάδας του 1848, ως σημείο καμπής από την έμμεση επικοινωνία στην άμεση σχετικά με τον Χριστιανισμό. Ωστόσο, ο Κίρκεγκωρ δήλωσε ότι ήτανε θρησκευτικός συγγραφέας σ’ όλα τα γραπτά του κι ότι στόχος του ήταν να συζητήσει το πρόβλημα του να γίνεις Χριστιανός, με άμεση πολεμική ενάντια στη τερατώδη ψευδαίσθηση που ονομάζουμε Χριστιανισμό. Εξέφρασε τη ψευδαίσθηση μ’ αυτό τον τρόπο στο Χριστιανικό Διάγγελμα του 1848, Σκέψεις που πίσω τους σε πληγώνουνε για την οικοδόμηση.
—–Έγραψε 3 ομιλίες με τ’ όνομά του κι ένα ψευδώνυμο βιβλίο το 1849. Έγραψε το The Lily of the Field και το Bird of the Air. 3 λατρευτικές ομιλίες, 3 ομιλίες στη Θεία Κοινωνία τις Παρασκευές και 2 ηθικά-θρησκευτικά δοκίμια. Το πρώτο που βρίσκει κάθε παιδί στη ζωή είναι ο εξωτερικός κόσμος της φύσης. Εκεί τοποθέτησε ο Θεός τους φυσικούς του δασκάλους. Έγραφε για την εξομολόγηση και τώρα γράφει ανοιχτά για τη Θεία Κοινωνία, που γενικά έπεται της εξομολόγησης. Αυτό το ξεκίνησε με τις εξομολογήσεις του εστέτ και του ηθικολόγου στο Είτε/Ή και την ύψιστη καλή ειρήνη στο λόγο του ίδιου βιβλίου. Στόχος του ήτανε πάντα να βοηθήσει τους ανθρώπους να γίνουν θρησκευόμενοι αλλά συγκεκριμένα χριστιανοί θρησκευόμενοι. Συνόψισε τη θέση του νωρίτερα στο βιβλίο του, The Point of View of My Work as an Author, αλλά αυτό δεν εκδόθηκε μέχρι το 1859. Η 2η έκδοση του Είτε/Ή δημοσιεύτηκε στις αρχές του 1849. Αργότερα την ίδια χρονιά δημοσίευσε το The Sickness unto Death, με το ψευδώνυμο Anti-Climacus. Είναι εναντίον του Johannes Climacus, που συνέχιζε να γράφει βιβλία για τη προσπάθεια κατανόησης του Χριστιανισμού. Εδώ λέει: «Αφήστε τους άλλους να θαυμάσουνε και να παινέσουνε το άτομο που προσποιείται ότι κατανοεί το Χριστιανισμό. Θεωρώ ότι είναι απλό ηθικό καθήκον -ίσως δεν απαιτεί λίγη αυταπάρνηση σ’ αυτούς τους θεωρητικούς καιρούς, όταν όλοι οι άλλοι είναι απασχολημένοι με τη κατανόηση- να παραδεχτούμε ότι κάποιος δεν είναι ούτε ικανός ούτε υποτίθεται ότι πρέπει να το κατανοήσει». Η αρρώστια μέχρι θανάτου ήτανε γνωστή φράση στα προηγούμενα γραπτά του. Αυτή η αρρώστια είναι απελπισία και για τον Κίρκεγκωρ η απελπισία είναι αμαρτία. Η απελπισία είναι η αδυναμία της δυνατότητας.

—–Στο Practice in Christianity, 25 Σεπτέμβρη 1850, το τελευταίο του ψευδώνυμο έργο, δήλωνε: «Σ’ αυτό το βιβλίο, που προέρχεται από το έτος 1848, η απαίτηση να ‘σαι Χριστιανός επιβάλλεται από τον ψευδώνυμο συγγραφέα σε υπέρτατη ιδεατότητα». Αυτό το έργο ονομάστηκε Εκπαίδευση στον Χριστιανισμό όταν το μετέφρασε ο Walter Lowrie το 1941. Τώρα αναφερόταν εύστοχα στο ανύπαντρο άτομο που ενεργούσε στις επόμενες 3 δημοσιεύσεις του. Για αυτοεξέταση, 2 ομιλίες στη Θεία Κοινωνία τις Παρασκευές, και το 1852 κρίνετε μόνοι σας!. Δημοσιεύτηκε μετά θάνατον το 1876. Το 1851 έγραψε τις Δύο Ομιλίες του που για άλλη μια φορά συζήτησε την αμαρτία, τη συγχώρεση και την εξουσία χρησιμοποιώντας το ίδιο εδάφιο από το 1 Πέτρου 4:8 που χρησιμοποίησε 2 φορές το 1843 με τις Τρεις Εποικοδομητικές Ομιλίες, 1843. Ξεκίνησε το βιβλίο του το 1843 Είτε/Ή με μια ερώτηση: «Είναι, λοιπόν, τα πάθη οι ειδωλολάτρες της ψυχής; Μόνο η λογική βαπτίστηκε;» Δεν ήθελε να αφοσιωθεί στη Σκέψη ή την Εικασία όπως έκανε ο Χέγκελ. Πίστη, ελπίδα, αγάπη, ειρήνη, υπομονή, χαρά, εγκράτεια, ματαιοδοξία, καλοσύνη, ταπεινοφροσύνη, θάρρος, δειλία, υπερηφάνεια, δόλος κι εγωισμός. Αυτά είναι τα εσωτερικά πάθη που η Σκέψη γνωρίζει ελάχιστα. Ο Χέγκελ ξεκινά τη διαδικασία της εκπαίδευσης με τη Σκέψη, αλλά ο Κίρκεγκωρ πιστεύει ότι θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε με πάθος, ή ισορροπία μεταξύ των 2, ισορροπία μεταξύ του Γκαίτε και του Χέγκελ. Ήταν ενάντια στον ατελείωτο προβληματισμό χωρίς πάθος. Ταυτόχρονα όμως δεν ήθελε να επιστήσει περισσότερη προσοχή στην εξωτερική εκδήλωση του πάθους αλλά στο εσωτερικό (κρυφό) πάθος του μεμονωμένου ατόμου. Διευκρίνισε πολύ καλά αυτή τη πρόθεση στα Ημερολόγιά του.
—–Ο Σέλινγκ έβαλε πρώτα τη Φύση και ο Χέγκελ τον Λόγο, αλλά ο Κίρκεγκωρ έβαλε πρώτα τον άνθρωπο και πρώτα την επιλογή στα γραπτά του. Επιχειρηματολογεί εναντίον της Φύσης εδώ κι επισημαίνει ότι τα περισσότερα μεμονωμένα άτομα ξεκινάνε τη ζωή τους ως θεατές του ορατού κόσμου κι εργάζονται προς τη γνώση του αόρατου κόσμου. Ο Νικολάι Μπερντιάεφ κάνει σχετικό επιχείρημα κατά της λογικής στο βιβλίο του The Divine and the Human (Το Θείο και ο Άνθρωπος) του 1945. Τα τελευταία χρόνια του Κίρκεγκωρ καταλήφθηκαν από συνεχή, ευθεία επίθεση στην Εκκλησία της Δανίας μέσω άρθρων εφημερίδων που δημοσιεύτηκαν στη Πατρίδα (Fædrelandet) και σειρά αυτοδημοσιευμένων φυλλαδίων με τίτλο Η Στιγμή (Øjeblikket), που μεταφράστηκε επίσης ως Η Στιγμή. Αυτά τα φυλλάδια περιλαμβάνονται τώρα στην Επίθεση κατά της Χριστιανοσύνης του Κίρκεγκωρ. Η Στιγμή μεταφράστηκε στα γερμανικά και σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες το 1861 και ξανά το 1896.

—–Ο Κίρκεγκωρ ανέλαβε δράση όταν ο καθηγητής (έγινε επίσκοπος) Hans Lassen Martensen έδωσε ομιλία στην εκκλησία που αποκάλεσε τον πρόσφατα αποθανόντα επίσκοπο Jacob Peter Mynster μάρτυρα της αλήθειας, από τους αυθεντικούς μάρτυρες της αλήθειας. Ο Κίρκεγκωρ εξήγησε, στο 1ο του άρθρο, ότι ο θάνατος του Μύνστερ του επέτρεψε -επιτέλους- να ‘ναι ειλικρινής σχετικά με τις απόψεις του. Μετά έγραψε πως όλη η προηγούμενη παραγωγή του ήτανε προετοιμασίες γι’ αυτή την αλλαγή, που αναβλήθηκε χρόνια περιμένοντας 2 προϋποθέσεις: 1) Ο πατέρας του κι ο επίσκοπος Mynster θα ‘πρεπε να είναι νεκροί πριν απ’ αυτή την αλλαγή και 2) ο ίδιος θα ‘πρεπε να ‘χε αποκτήσει όνομα ως διάσημος θεολογικός συγγραφέας. Ο πατέρας του Κίρκεγκωρ ήτανε στενός φίλος του Μύνστερ, αλλά ο Σέρεν είχε από καιρό καταλάβει ότι η αντίληψη του Μύνστερ για το Χριστιανισμό ήτο λανθασμένη, απαιτώντας πολύ λίγα από τους οπαδούς του. Ο Κίρκεγκωρ αντιτάχθηκε έντονα στην απεικόνιση του Μύνστερ ως μάρτυρα της αλήθειας. Περιέγραψε την ελπίδα που ‘χει ο μάρτυρας της αλήθειας, το 1847 και στα Ημερολόγιά του.
—--Τα φυλλάδια και τα πολεμικά βιβλία του Κίρκεγκωρ, συμπεριλαμβανομένου του The Moment, επέκριναν διάφορες πτυχές των εκκλησιαστικών τυπικοτήτων και της πολιτικής. Σύμφωνα με τον Κίρκεγκωρ, η ιδέα των εκκλησιών κρατά τα άτομα σαν παιδιά, καθώς οι Χριστιανοί δεν είναι διατεθειμένοι ν’ αναλάβουνε πρωτοβουλία, ν’ αναλάβουνε την ευθύνη για τη δική τους σχέση με τον Θεό. Τόνισε ότι ο Χριστιανισμός είναι το άτομο, εδώ, το μεμονωμένο άτομο. Επιπλέον, δεδομένου ότι η Εκκλησία ελεγχόταν από το κράτος, πίστευε ότι η γραφειοκρατική αποστολή του κράτους ήταν να αυξήσει τα μέλη και να επιβλέπει την ευημερία των μελών του. Περισσότερα μέλη θα σήμαιναν περισσότερη δύναμη για τους κληρικούς: διεφθαρμένο ιδανικό. Αυτή η αποστολή φαίνεται να ‘ρχεται σ’ αντίθεση με το αληθινό δόγμα του Χριστιανισμού, που ‘ναι να τονίζει τη σημασία του ατόμου, όχι του συνόλου. Έτσι η πολιτική δομή κράτους-εκκλησίας είναι προσβλητική κι επιζήμια για τα άτομα, αφού ο καθένας μπορεί να γίνει Χριστιανός χωρίς να ξέρει τι σημαίνει να είσαι Χριστιανός. Είναι επίσης επιζήμιο για την ίδια τη θρησκεία, καθώς υποβιβάζει το Χριστιανισμό σε απλή μοντέρνα παράδοση που τηρείται από άπιστους πιστούς, νοοτροπία αγέλης του πληθυσμού, ας πούμε. Ο Κίρκεγκωρ τόνιζε πάντα τη σημασία της συνείδησης και τη χρήση της. Ωστόσο, έδειξε αξιοσημείωτα στοιχεία σύγκλισης με τον μεσαιωνικό καθολικισμό. Παρ’ όλ’ αυτά, έχει περιγραφεί ως βαθιά Λουθηρανός. Πριν εκδοθεί το 10ο τεύχος του περιοδικού του The Moment, κατέρρευσε στο δρόμο. Έμεινε στο νοσοκομείο πάνω από μήνα κι αρνήθηκε να κοινωνήσει. Κείνη την εποχή θεωρούσε τους πάστορες ως απλούς πολιτικούς αξιωματούχους, θέση στη κοινωνία που σαφώς δεν ήταν αντιπροσωπευτική του θείου. Είπε στον Emil Boesen, φίλο απ’ τη παιδική του ηλικία, που κρατούσε αρχείο των συνομιλιών του με τον Κίρκεγκωρ, ότι η ζωή του ήτανε ζωή τεράστιων δεινών, που μπορεί να φαινόταν σαν ματαιοδοξία σε άλλους, αλλά δεν το πίστευε έτσι.

—–Ο Κίρκεγκωρ πέθανε στις 11 Νοέμβρη 1855, στο νοσοκομείο Φρέντερικς μετά από περισσότερο από ένα μήνα, πιθανώς από επιπλοκές από πτώση από δέντρο στα νιάτα του. Έχει προταθεί από τον καθηγητή Kaare Weismann και τον φιλόσοφο Jens Staubrand ότι πέθανε από τη Νόσο Pott, μορφή φυματίωσης. Ενταφιάστηκε στο Assistens Kirkegård στο τμήμα Nørrebro της Κοπεγχάγης. Στη κηδεία του, ο ανιψιός του Χένρικ Λουντ προκάλεσε αναστάτωση διαμαρτυρόμενος για τη ταφή από την επίσημη εκκλησία. Ο Λουντ υποστήριξε ότι δεν θα είχε εγκρίνει ποτέ, αν ζούσε, καθώς είχε καταγγείλει το θεσμό. Αργότερα του επιβλήθηκε πρόστιμο για διακοπή της κηδείας.
—–Η Φρέντρικα Μπρέμερ έγραψε για τον Κίρκεγκωρ το 1850: «Ενώ ο Μάρτενσεν με τον πλούτο της ιδιοφυΐας του ρίχνει φως από τη κεντρική του θέση σε κάθε σφαίρα της ύπαρξης, σε όλα τα φαινόμενα της ζωής, ο Σόρεν Κίρκεγκωρ στέκεται σαν άλλος Σίμων Στυλίτης, πάνω στη μοναχική του στήλη, με το μάτι του αμετάβλητα καρφωμένο σε ένα σημείο». Το 1855, η Εθνική Εκκλησία της Δανίας δημοσίευσε τη νεκρολογία του. Ο Κίρκεγκωρ είχε αντίκτυπο εκεί, κρίνοντας από το ακόλουθο απόσπασμα από το άρθρο τους: «Οι μοιραίοι καρποί που ο Δρ Κίρκεγκωρ δείχνει ότι προκύπτουν από την ένωση Εκκλησίας και Κράτους, έχουν ενισχύσει τους ενδοιασμούς πολλών από τους πιστούς λαϊκούς, που τώρα αισθάνονται ότι δεν μπορούν πλέον να παραμείνουν στην Εκκλησία, επειδή έτσι βρίσκονται σε κοινωνία με τους άπιστους. γιατί δεν υπάρχει εκκλησιαστική πειθαρχία». Αλλαγές συνέβησαν στη διοίκηση της Εκκλησίας κι αυτές συνδέθηκαν με τα γραπτά του. Η Εκκλησία σημείωσε ότι η διαφωνία ήτανε κάτι ξένο προς τον εθνικό νου. Στις 5 Απρίλη 1855, θέσπισε νέες πολιτικές: κάθε μέλος εκκλησίας είναι ελεύθερο να παρευρίσκεται στη διακονία οποιουδήποτε κληρικού και δε δεσμεύεται, όπως παλιότερα, με αυτόν που είναι ενορίτης. Τον Μάρτη του 1857 καταργήθηκε ο υποχρεωτικός νηπιοβαπτισμός. Ξέσπασαν συζητήσεις για τη θέση του Βασιλιά ως επικεφαλής της Εκκλησίας και για το αν θα υιοθετηθεί σύνταγμα. Η Grundtvig αντιτάχθηκε στην ύπαρξη γραπτών κανόνων. Αμέσως μετά απ’ αυτή την ανακοίνωση αναφέρθηκε η αναταραχή που προκάλεσε ο Κίρκεγκωρ, που κατηγορήθηκε για Βαϊγκελιανισμό και Δαρβινισμό, αλλά το άρθρο συνέχιζε να λέει: «Μεγάλη αλήθεια έχει γίνει εξέχουσα, δηλαδή (συγκεκριμένα): Ότι υπάρχει κοσμικός κλήρος, ότι πολλά πράγματα στην Εκκλησία είναι σάπια. Ότι όλοι χρειάζονται καθημερινή μετάνοια. ότι δεν πρέπει ποτέ να είναι κανείς ικανοποιημένος με την υπάρχουσα κατάσταση είτε της Εκκλησίας είτε των ποιμένων της».

—–Ο Χανς Λάσεν Μάρτενσεν ασχολήθηκε εκτενώς με τις ιδέες του Κίρκεγκωρ στη Χριστιανική Ηθική, που δημοσιεύτηκε το 1871. Ο Μάρτενσεν τονε κατηγόρησε -και τον Αλεξάντρ Βινέ– ότι δε δίνουνε στη κοινωνία αυτό που της αξίζει, λέγοντας ότι κι οι δύο βάζουνε το άτομο πάνω απ’ αυτή και μ’ αυτόν τον τρόπο, πάνω από την Εκκλησία. Άλλος πρώιμος επικριτής ήταν ο Magnús Eiríksson, που επέκρινε τον Martensen κι ήθελε τον Kierkegaard ως σύμμαχό του στον αγώνα του κατά της κερδοσκοπικής θεολογίας. Ο Στρίντμπεργκ επηρεάστηκε βαθιά από την ανάγνωσή του ενώ ήτανε φοιτητής στο Πανεπιστήμιο Ουψάλας. Ο Έντουιν Μπγιόρκμαν πίστωσε στον Κίρκεγκωρ, καθώς και στο Χένρι Τόμας Μπακλ και τον Έντουαρντ φον Χάρτμαν, τη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής μορφής του Στρίντμπεργκ μέχρι να γίνει αρκετά δυνατός για να σταθεί εντελώς στα πόδια του. Ο δραματουργός Χένρικ Ίψεν λέγεται ότι ενδιαφερότανε για τον Κίρκεγκωρ, καθώς και για τον Νορβηγό εθνικό συγγραφέα και ποιητή Bjørnstjerne Bjørnson. Ο Otto Pfleiderer, στο The Philosophy of Religion On the Basis of Its History (1887), ισχυρίστηκε ότι ο Κίρκεγκωρ παρουσίαζε μια αντι-ορθολογική άποψη του Χριστιανισμού. Λήμμα για τον Κίρκεγκωρ από λεξικό θρησκείας του 1889 παρουσιάζει ιδέα για το πώς τονε θεωρούσαν εκείνη την εποχή, δηλώνοντας: «Ήταν ο πιο πρωτότυπος στοχαστής και θεολογικός φιλόσοφος που ‘βγαλε ποτέ ο Βορράς. Η φήμη του αυξάνεται σταθερά μετά το θάνατό του και διεκδικεί δίκαια να γίνει το κορυφαίο θρησκευτικό-φιλοσοφικό φως της Γερμανίας. Όχι μόνο τα θεολογικά αλλά και τα αισθητικά του έργα έχουνε γίνει τελευταία αντικείμενο παγκόσμιας μελέτης στην Ευρώπη».
—–Αν και δεν αναφέρεται ρητά από τον ίδιο, η άποψη του Κίρκεγκωρ για τη πίστη θα επηρέαζε τον Νορβηγό θεολόγο Γκισλ Κρίστιαν Τζόνσον (1822–1894). Το σύστημα δογματικής θεολογίας του Τζόνσον που περιέχεται στο Grundrids af den Systematisk Theologi (που δημοσιεύτηκε μετά θάνατον το 1897) διέφερε έντονα από κείνα των συγχρόνων του στην ενσωμάτωση 3πλού παραδείγματος για τη θεώρηση της ουσίας της πίστης (Troens Væsen) ως εγωιστικής, νομικιστικής και χριστιανικής, που βρίσκεται στο 1ο μέρος του έργου (Pistiks), που με τη σειρά του χυτεύτηκε στο καλούπι του Νόμου/Ευαγγελίου του ομολογιακού Λουθηρανισμού. Το τελικό στάδιο χαρακτηρίζεται από την άποψη της ασυνέχειας και της ριζικής αλλαγής κι έτσι απαιτεί άλμα στη πίστη παρόμοιο μ’ αυτό του Κίρκεγκωρ, αυτό που ο Τζόνσον ονομάζει αδιάψευστο ισχυρισμό (uafviselig Fordring) ανώτερης ύπαρξης που συσχετίζεται με το Αληθινό Είναι (sande Væsen). Ομοίως, η ανάπτυξη της άπειρης ποιοτικής διάκρισης από την υποκειμενική πίστη από τον Gisle Johnson έχει διακριτές αποχρώσεις του Κίρκεγκωρ. Ο Τζόνσον θα ‘χε διαβάσει Κίρκεγκωρ τη 10ετία του 1840 στη διάρκεια των σπουδών του στην ηπειρωτική Ευρώπη, αναπτύσσοντας τα Pistiks του το 1853 μετά τον διορισμό του στη σχολή στο Πανεπιστήμιο Κristiana. Ως εκ τούτου, ο Svein Aage Christoffersen έχει ορίσει τον Johnson ως τον 1ο Kierkegaardian στη θεολογία, συγχωνεύοντας ομολογιακές, θεολογικές και βιωματικές κατηγορίες πίστης σ ενιαίο δογματικό σύστημα. Οι ευσεβιστικές εμφάσεις του Τζόνσον συγχωνεύτηκαν με τις έμφαση του ίδιου του Κίρκεγκωρ στη γνησιότητα της πίστης για να δημιουργήσουνε κίνημα αναζωπύρωσης που σάρωσε τη Νορβηγία, γνωστό ως Johnsonian Revivals.

—–Ο 1ος ακαδημαϊκός που επέστησε τη προσοχή στον Κίρκεγκωρ ήταν ο Δανός Γκέοργκ Μπράντες, που δημοσίευσε στα γερμανικά καθώς και στα δανικά. Ο Brandes έδωσε τις 1ες Επίσημες διαλέξεις για τον Κίρκεγκωρ στη Κοπεγχάγη και τονε βοήθησε να τραβήξει τη προσοχή της ευρωπαϊκής πνευματικής κοινότητας. Ο Brandes δημοσίευσε το 1ο βιβλίο για τη φιλοσοφία και τη ζωή του Κίρκεγκωρ, Søren Kierkegaard, ein literarisches Charakterbild (1879), που ο Adolf Hult είπε ότι ήτανε παρερμηνεία του έργου κι απέχει πολύ απ’ την αλήθεια. Ο Brandes τονε συνέκρινε με τον Hegel και τον Tycho Brahe στο Reminiscences of my Childhood and Youth (1906). Συζήτησε επίσης την υπόθεση Corsair στο ίδιο βιβλίο. Αντιτάχθηκε στις ιδέες του Kierkegaard στην έκδοση του 1911 της Britannica. Συνέκρινε τον Kierkegaard με τον Nietzsche επίσης. Ανέφερε επίσης εκτενώς τον Κίρκεγκωρ στον τόμο 2 του 6τομου έργου του, Main Currents in Nineteenth Century Literature (1872 στα γερμανικά και δανικά, 1906 αγγλικά). Ο Σουηδός συγγραφέας Waldemar Rudin δημοσίευσε το Sören Kierkegaards person och författarskap–ett försök το 1880. Στη διάρκεια της 10ετίας του 1890, οι Ιάπωνες φιλόσοφοι άρχισαν να διαδίδουνε τα έργα του Κίρκεγκωρ. Ο Tetsuro Watsuji ήταν από τους 1ους φιλοσόφους εκτός Σκανδιναβίας που ‘γραψε εισαγωγή για τη φιλοσοφία του, το 1915. Το έργο του Χάραλντ Χόφντινγκ επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τον Κίρκεγκωρ, αφού ο ίδιος δήλωσε ότι η σκέψη του τον ακολούθησε από τα νιάτα και καθόρισε τη κατεύθυνση της ζωής του. Ο Χόφντινγκ ήτανε φίλος του Αμερικανού φιλοσόφου Γουίλιαμ Τζέιμς και παρ’ όλο που δεν είχε διαβάσει τα έργα του Κίρκεγκωρ, καθώς δεν είχαν ακόμη μεταφραστεί στα αγγλικά, παρακολούθησε τις διαλέξεις για τον Κίρκεγκωρ από τον Χόφντινγκ και συμφώνησε με πολλές από αυτές τις διαλέξεις. Η αγαπημένη φράση του Τζέιμς από τον Κίρκεγκωρ προήλθε από τον Χόφντινγκ: Ζούμε μπροστά αλλά καταλαβαίνουμε πίσω.
—–Ο Φρίντριχ φον Χούγκελ έγραψε για τον Κίρκεγκωρ το 1913, λέγοντας: «Ο Κίρκεγκωρ, ο βαθύς, μελαγχολικός, επίπονος, εντελώς ασυμβίβαστος Δανός θρησκευόμενος, είναι πνευματικός αδελφός του μεγάλου Γάλλου, Μπλεζ Πασκάλ και του εντυπωσιακού Άγγλου Τρακταριανού, Χάρελ Φρούντε, που πέθανε νέος κι ακόμα γεμάτος ωμότητα, αλλά άφησε διαρκές σημάδι σ’ όλους όσους τον γνώριζαν καλά». Ο Τζον Τζορτζ Ρόμπερτσον έγραψε άρθρο με τίτλο Σόρεν Κίρκεγκωρ το 1914: «Παρά το γεγονός ότι κατά το τελευταίο τέταρτο του αιώνα, έχουμε αφιερώσει μεγάλη προσοχή στη λογοτεχνία του Βορρά, ο στοχαστής και άνθρωπος των γραμμάτων του οποίου το όνομα βρίσκεται στην κορυφή του παρόντος άρθρου είναι ελάχιστα γνωστός στον αγγλόφωνο κόσμο. Ο Κίρκεγκωρ, ο συγγραφέας που κρατά το απαραίτητο κλειδί για την πνευματική ζωή της Σκανδιναβίας, τον οποίο η Δανία ιδιαίτερα θεωρεί ως τον πιο αυθεντικό ιδιοφυή άνδρα της τον δέκατο ένατο αιώνα, τον έχουμε παραβλέψει εντελώς». Ο Ρόμπερτσον έγραψε προηγουμένως στο Cosmopolis (1898) για τον Κίρκεγκωρ και τον Νίτσε. Ο Theodor Haecker, μ’ έδρα το Μόναχο, δημοσίευσε δοκίμιο το 1913 με τίτλο Kierkegaard and the Philosophy of Inwardness κι η αντιμετώπιση της ζωής και των έργων του Kierkegaard από τον David F. Swenson δημοσιεύτηκε ως τεύχος του Scandinavian Studies and Notes το 1920. Ο Swenson δήλωσε: «Θα ήταν ενδιαφέρον να υποθέσουμε τη φήμη που θα μπορούσε να είχε αποκτήσει ο Κίρκεγκωρ και την έκταση της επιρροής που θα μπορούσε να ‘χε ασκήσει, αν είχε γράψει σε μια από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές γλώσσες, αντί στη γλώσσα μιας από τις μικρότερες χώρες στον κόσμο».

—–Ο Αυστριακός ψυχολόγος Βίλχελμ Στέκελ (1868-1940) αναφέρθηκε στον Κίρκεγκωρ ως το φανατικό οπαδό του Δον Ζουάν, ο ίδιος ο φιλόσοφος του Δον Ζουανισμού, στο βιβλίο του Μεταμφιέσεις Αγάπης. Ο Γερμανός ψυχίατρος και φιλόσοφος Karl Jaspers (1883-1969) δήλωσε ότι διάβαζε Κίρκεγκωρ από το 1914 και συνέκρινε τα γραπτά του με τη Φαινομενολογία του Νου του Χέγκελ και τα γραπτά του Νίτσε. Ο Γιάσπερς είδε τον Κίρκεγκωρ ως υπέρμαχο του Χριστιανισμού και τον Νίτσε ως υπέρμαχο του αθεϊσμού. Αργότερα, το 1935, ο Γιάσπερς τόνισε τη συνεχιζόμενη σημασία του Κίρκεγκωρ (και του Νίτσε) για τη σύγχρονη φιλοσοφία. Η 1η μετάφραση στα γερμανικά του έργου του Κίρκεγκωρ εμφανίστηκε το 1861, αλλά ήταν ο Άλμπερτ Μπέρτχολντ που ανέλαβε το 1ο ουσιαστικό πρόγραμμα μετάφρασης του Κίρκεγκωρ στα γερμανικά, ξεκινώντας το 1873. Ο Χέρμαν Γκότσε δημοσίευσε τα Ημερολόγια του Κίρκεγκωρ το 1905. Οι ακαδημαϊκοί χρειάστηκαν 50 χρόνια για να τακτοποιήσουν τα ημερολόγιά του. Τα κύρια έργα του μεταφράστηκαν στα γερμανικά από τον Κρίστοφ Σρεμπφ από το 1909 και μετά. Ο Emmanuel Hirsch κυκλοφόρησε γερμανική έκδοση των απάντων του απ’ το 1950 και μετά. Τα βιβλία του Χάραλντ Χόφντινγκ και του Σρεμπφ για τον Κίρκεγκωρ αξιολογήθηκαν το 1892.
—–Ο Lee M. Hollander, μελετητής της γερμανικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Ώστιν, δημοσίευσε τη 1η μετάφραση του Κίρκεγκωρ στα αγγλικά το 1923, αν κι η έκδοση έλαβε λίγη προσοχή. Στη 10ετία του 1930, εμφανίστηκαν κι άλλες αγγλικές μεταφράσεις από τους Douglas V. Steere, David F. Swenson, Walter Lowrie κι Alexander Dru, με τους 2 τελευταίους να εργάζονται υπό τις προσπάθειες του εκδότη του Oxford University Press Charles Williams, απ’ τα μέλη των Inklings. Ο Τόμας Χένρι Κρόξαλ, άλλος πρώιμος μεταφραστής, ο Λόουρι κι ο Ντρου ήλπιζαν ότι οι άνθρωποι δεν θα διάβαζαν απλώς για τον Κίρκεγκωρ αλλά θα διαβάζανε πραγματικά τα έργα του. Απ’ τη 10ετία του 1960 ως τη 10ετία του 1990, ο Howard V. Hong κι η Edna H. Hong μετέφρασαν τα έργα του περισσότερες από μία φορές. Ο 1ος τόμος της 1ης έκδοσης των Journals and Papers (Ιντιάνα, 1967–1978) κέρδισε το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου για Μετάφραση το 1968. Κι οι 2 αφιέρωσαν τη ζωή τους στη μελέτη του Σόρεν Κίρκεγκωρ και των έργων του, που διατηρούνται στη Βιβλιοθήκη Χάουαρντ Β. και Έντνα Χ. Χονγκ Κίρκεγκωρ. Ο Άλαστερ Χάνεϊ μετέφρασε μερικά από τα έργα του για τη Penguin Classics, ξεκινώντας το 1985 με το Fear and Trembling. Η επιρροή του στη πρώιμη θεολογία του Καρλ Μπαρτ είναι εμφανής στην Επιστολή προς Ρωμαίους 1918, 1921, 1933. Διάβασε τουλάχιστον 3 τόμους των έργων του: Πρακτική στον Χριστιανισμό, Η Στιγμή κι Ανθολογία από τα ημερολόγια και τις σημειώσεις του. Σχεδόν όλοι οι βασικοί όροι από τον Κίρκεγκωρ που ‘χανε σημαντικό ρόλο στην Επιστολή προς τους Ρωμαίους μπορούν να βρεθούν στην Πρακτική στον Χριστιανισμό. Η έννοια της έμμεσης επικοινωνίας, του παράδοξου και της στιγμής της Πρακτικής στον Χριστιανισμό, ειδικότερα, επιβεβαίωσε κι όξυνε τις ιδέες του Barth για τον σύγχρονο Χριστιανισμό και τη χριστιανική ζωή.
—–Ο Βίλχελμ Πάουκ έγραψε το 1931 (Καρλ Μπαρτ, Προφήτης ενός Νέου Χριστιανισμού) ότι η χρήση από τον Κίρκεγκωρ της λατινικής φράσης Finitum Non Capax Infiniti (το πεπερασμένο δεν (ή δεν μπορεί) να κατανοήσει το άπειρο) συνόψισε το σύστημα του Μπαρτ. Ο David G. Kingman κι ο Adolph Keller συζήτησαν ο καθένας τη σχέση του Barth με τον Kierkegaard στα βιβλία τους, The Religious Educational Values in Karl Barth’s Teachings (1934) και Karl Barth and Christian Unity (1933). Ο Keller σημειώνει τις διασπάσεις που συμβαίνουν όταν εισάγεται νέα διδασκαλία και ορισμένοι υποθέτουν υψηλότερη γνώση από ανώτερη πηγή από άλλους. Οι μαθητές του Κίρκεγκωρ έγιναν ομάδα δυσαρεστημένων, ενθουσιασμένων ριζοσπαστών όταν ήταν υπό τον Βαρθιανισμό. Ο Έντουαρντ Γκάισμαρ (1871-1939), που έδωσε διαλέξεις για τον Κίρκεγκωρ Μάρτη του 1936, δεν ήταν αρκετά ριζοσπαστικός γι’ αυτούς. Ο Βαρθιανισμός ήταν αντίθετος στην αντικειμενική αντιμετώπιση των θρησκευτικών ζητημάτων και στη κυριαρχία του ανθρώπου στην υπαρξιακή συνάντηση με τον υπερβατικό Θεό. Αλλά όπως οι μαθητές του Χέγκελ διασπάστηκαν σε Δεξιά κι Αριστερά, το ίδιο κάνανε κι οι Γερμανοί οπαδοί του Μπαρτ. Ο Μπαρτ υποστηρίζει το κύριο θέμα του Κίρκεγκωρ, αλλά επίσης αναδιοργανώνει το σχέδιο και μεταμορφώνει τις λεπτομέρειες. Επεκτείνει τη θεωρία της έμμεσης επικοινωνίας στο πεδίο της χριστιανικής ηθικής. εφαρμόζει την έννοια της αγνώριστης στη χριστιανική ζωή. Επινοεί την έννοια του παράδοξου της πίστης, καθώς η μορφή της πίστης συνεπάγεται αντιφατική συνάντηση Θεού κι ανθρώπων. Απεικόνισε επίσης τη συγχρονικότητα της στιγμής που σε κρίση ένας άνθρωπος αντιλαμβάνεται απεγνωσμένα τη συγχρονικότητα του Χριστού. Όσον αφορά την έννοια της έμμεσης επικοινωνίας, το παράδοξο και τη στιγμή, ο Κίρκεγκωρ του πρώιμου Μπαρτ είναι ένας παραγωγικός καταλύτης.

—–Ο Γουίλιαμ Χάμπεν συνέκρινε Κίρκεγκωρ με Ντοστογιέφσκι στο βιβλίο του Τέσσερις Προφήτες του Πεπρωμένου μας το 1952, με τίτλο Ντοστογιέφσκι, Κίρκεγκωρ, Νίτσε και Κάφκα. Ο Τζον Ντάνιελ Γουάιλντ σημείωσε το 1959 ότι τα έργα του Κίρκεγκωρ είχαν μεταφραστεί σχεδόν σε κάθε σημαντική ζωντανή γλώσσα, συμπεριλαμβανομένων των κινεζικών, των ιαπωνικών και των κορεατικών κι είναι πλέον δίκαιο να πούμε ότι οι ιδέες του είναι σχεδόν τόσο ευρέως γνωστές και με τόση επιρροή στον κόσμο όσο κείνες του μεγάλου αντιπάλου του Χέγκελ, που εξακολουθεί να είναι ο πιο ισχυρός από τους παγκόσμιους φιλοσόφους. Το 1964 το περιοδικό Life ανίχνευσε την ιστορία του υπαρξισμού από τον Ηράκλειτο (500 π.Χ.) και τον Παρμενίδη σχετικά με τη διαμάχη για τον Αμετάβλητο ως πραγματικό και τη κατάσταση της ροής ως πραγματική. Από εκεί στους Ψαλμούς της Παλαιάς Διαθήκης και μετά στον Ιησού κι αργότερα από τον Jacob Boehme (1575–1624) στον Descartes (1596–1650) και τον Blaise Pascal (1623–1662) και μετά στον Nietzsche και τον Paul Tillich. Ο Ντοστογιέφσκι κι ο Καμύ είναι απόπειρες να ξαναγράψουνε τον Ντεκάρτ σύμφωνα με τα δικά τους φώτα κι ο Ντεκάρτ είναι προπάτωρ του Σαρτρ μέσω του γεγονότος ότι κι οι 2 χρησιμοποιήσανε λογοτεχνικόν ύφος.
—–Η συγκριτικά πρώιμη και πολύπλευρη φιλοσοφική και θεολογική πρόσληψη του Κίρκεγκωρ στη Γερμανία ήταν από τους καθοριστικούς παράγοντες για την επέκταση της επιρροής και του αναγνωστικού κοινού των έργων του σε όλο τον κόσμο. Σημαντική για τη 1η φάση της υποδοχής του στη Γερμανία ήταν η ίδρυση του περιοδικού Zwischen den Zeiten (Μεταξύ των Αιώνων) το 1922 από ετερογενή κύκλο Προτεσταντών θεολόγων: Karl Barth, Emil Brunner, Rudolf Bultmann και Friedrich Gogarten. Η σκέψη τους σύντομα θα αναφερόταν ως διαλεκτική θεολογία. Περίπου την ίδια εποχή, ο Κίρκεγκωρ ανακαλύφθηκε από αρκετούς υποστηρικτές της εβραιοχριστιανικής φιλοσοφίας του διαλόγου στη Γερμανία, συγκεκριμένα από τους Martin Buber, Ferdinand Ebner και Franz Rosenzweig. Εκτός απ’ τη φιλοσοφία του διαλόγου, η υπαρξιακή έχει προέλευσή της στον Κίρκεγκωρ και την αντίληψή του για την ατομικότητα. Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ αναφέρεται αραιά στον Κίρκεγκωρ στο Είναι και Χρόνος (1927), αποκρύπτοντας πόσα του χρωστά. Ο Βάλτερ Κάουφμαν συζήτησε για τον Σαρτρ, τον Γιάσπερς και τον Χάιντεγκερ σε σχέση με τον Κίρκεγκωρ και τον Κίρκεγκωρ σε σχέση με τη κρίση της θρησκείας στη 10ετία του 1960. Αργότερα, ο Φόβος κι ο Τρόμος του Κίρκεγκωρ (Σειρά 2) κι Ο Φόβος Θανάτου (Σειρά 3) συμπεριλήφθηκαν στη σειρά Penguin Great Ideas (2 & 3). Ο Κίρκεγκωρ έχει ονομαστεί φιλόσοφος, θεολόγος, ο πατέρας του υπαρξισμού, θεϊστικές κι αθεϊστικές παραλλαγές, κριτικός λογοτεχνίας, κοινωνικός θεωρητικός, χιουμορίστας, ψυχολόγος και ποιητής. 2 απ’ τις σημαντικές ιδέες του είναι η υποκειμενικότητα κι η έννοια που ευρέως αναφέρεται ως άλμα πίστης. Ωστόσο, το δανικό ισοδύναμο της αγγλικής φράσης “leap of faith” δεν εμφανίζεται στο πρωτότυπο δανικό ούτε η αγγλική φράση βρίσκεται στις τρέχουσες αγγλικές μεταφράσεις των έργων του. Αναφέρει τις έννοιες της πίστης και του άλματος μαζί πολλές φορές στα έργα του.

—–Το άλμα πίστης είναι η αντίληψή του για το πώς άτομο θα πίστευε στο Θεό ή πώς θα ενεργούσε με αγάπη. Η πίστη δεν είναι απόφαση που βασίζεται σε αποδείξεις ότι, ας πούμε, ορισμένες πεποιθήσεις για το Θεό είναι αληθινές ή συγκεκριμένο άτομο είναι άξιο αγάπης. Καμμία τέτοια απόδειξη δεν θα μπορούσε ποτέ να ‘ναι αρκετή για να δικαιολογήσει πλήρως το είδος της απόλυτης δέσμευσης που περιλαμβάνει η αληθινή θρησκευτική πίστη ή η ρομαντική αγάπη. Η πίστη περιλαμβάνει την ανάληψη αυτής της δέσμευσης ούτως ή άλλως. Ο Κίρκεγκωρ πίστευε ότι το να ‘χεις πίστη σημαίνει ταυτόχρονα να ‘χεις αμφιβολίες. Έτσι, πχ, για να ‘χει κανείς αληθινή πίστη στο Θεό, θα πρέπει επίσης ν’ αμφιβάλλει για τις πεποιθήσεις του για τον Θεό. Η αμφιβολία είναι το λογικό μέρος της σκέψης ενός ατόμου που εμπλέκεται στη στάθμιση των αποδεικτικών στοιχείων, που δίχως τους η πίστη δεν θα ‘χε πραγματική ουσία. Κάποιος που δε συνειδητοποιεί ότι το χριστιανικό δόγμα είναι εγγενώς αμφίβολο κι ότι δε μπορεί να υπάρξει αντικειμενική βεβαιότητα για την αλήθεια του, δεν έχει πίστη αλλά είναι απλώς εύπιστος. Πχ, δεν χρειάζεται πίστη για να πιστέψει κανείς ότι υπάρχει μολύβι ή τραπέζι, όταν το κοιτά και το αγγίζει. Με τον ίδιο τρόπο, το να πιστεύει κανείς ή να ‘χει πίστη στο Θεό σημαίνει να γνωρίζει ότι δεν έχει αντιληπτική ή οποιαδήποτε άλλη πρόσβαση στο Θεό κι όμως εξακολουθεί να ‘χει πίστη. Ο Κίρκεγκωρ γράφει, «η αμφιβολία νικιέται με την πίστη, όπως ακριβώς είναι η πίστη που ‘χει φέρει την αμφιβολία στον κόσμο».
—–Τονίζει επίσης τη σημασία του εαυτού και της σχέσης του εαυτού με τον κόσμο, ως θεμελιωμένη στον αυτοστοχασμό και την ενδοσκόπηση. Υποστήριξε στο Συμπέρασμα Αντιεπιστημονικό Υστερόγραφο σε Φιλοσοφικά Θραύσματα ότι η υποκειμενικότητα είναι αλήθεια κι η αλήθεια είναι υποκειμενικότητα. Αυτό έχει να κάνει με τη διάκριση μεταξύ του τι είναι αντικειμενικά αληθινό και της υποκειμενικής σχέσης ατόμου (όπως αδιαφορία ή δέσμευση) μ’ αυτή την αλήθεια. Οι άνθρωποι που κατά κάποιο τρόπο πιστεύουνε τα ίδια πράγματα μπορεί να σχετίζονται με αυτές τις πεποιθήσεις αρκετά διαφορετικά. 2 άτομα μπορεί να πιστεύουν ότι πολλοί από τους γύρω τους είναι φτωχοί κι αξίζουν βοήθεια, αλλά αυτή η γνώση μπορεί να οδηγήσει μόνο έναν απ’ αυτούς ν’ αποφασίσει να βοηθήσει πραγματικά τους φτωχούς. Να πώς το ‘θεσε ο Κίρκεγκωρ: «Τι ανεκτίμητη εφεύρεση είναι οι στατιστικές, τι ένδοξος καρπός του πολιτισμού, τι χαρακτηριστικό αντίστοιχο του de te narratur fabula [το παραμύθι λέγεται για σένα] της αρχαιότητας. Ο Schleiermacher δηλώνει με τόσο ενθουσιασμό ότι η γνώση δεν διαταράσσει τη θρησκευτικότητα και ότι το θρησκευόμενο άτομο δεν κάθεται προστατευμένο από αλεξικέραυνο και χλευάζει το Θεό. Ωστόσο, με τη βοήθεια στατιστικών πινάκων γελάει κανείς με όλη τη ζωή». Με άλλα λόγια, λέει: «Ποιος έχει το πιο δύσκολο έργο: ο δάσκαλος που δίνει διαλέξεις για σοβαρά πράγματα σε απόσταση ενός μετεωρίτη από την καθημερινή ζωή, ή ο μαθητής που πρέπει να το χρησιμοποιήσει;». Συζητά κυρίως την υποκειμενικότητα σε σχέση με θρησκευτικά ζητήματα. Όπως έχει ήδη σημειωθεί, υποστηρίζει ότι η αμφιβολία είναι στοιχείο της πίστης και πως είναι αδύνατο ν’ αποκτηθεί οποιαδήποτε αντικειμενική βεβαιότητα σχετικά με θρησκευτικά δόγματα όπως η ύπαρξη του Θεού ή η ζωή του Χριστού. Το περισσότερο που θα μπορούσε κανείς να ελπίζει θα ήτανε το συμπέρασμα πως είναι πιθανό ότι τα χριστιανικά δόγματα είναι αληθινά, αλλά αν άτομο πίστευε τέτοια δόγματα μόνο στο βαθμό που φαινότανε πιθανό να ‘ναι αληθινά, δεν θα ‘τανε καθόλου γνήσια θρησκευόμενος. Η πίστη συνίσταται σε υποκειμενική σχέση απόλυτης δέσμευσης σε αυτά τα δόγματα.

—–Οι διάσημοι φιλοσοφικοί κριτικοί του Κίρκεγκωρ του 20ού αι. είναι οι: Τέοντορ Αντόρνο κι Εμανουέλ Λεβινάς. Μη θρησκευόμενοι φιλόσοφοι όπως ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ κι ο Μάρτιν Χάιντεγκερ υποστήριξαν πολλές πτυχές των φιλοσοφικών απόψεων του Κίρκεγκωρ, αλλ’ απέρριψαν ορισμένες από τις θρησκευτικές του απόψεις. Κριτικός έγραψε ότι το βιβλίο του Αντόρνο Κίρκεγκωρ: Κατασκευή της Αισθητικής είναι το πιο ανεύθυνο βιβλίο που γράφτηκε ποτέ για τον Κίρκεγκωρ επειδή παίρνει τα ψευδώνυμα του Κίρκεγκωρ κυριολεκτικά και κατασκευάζει φιλοσοφία που τονε κάνει να φαίνεται ασυνάρτητος κι ακατανόητος. Άλλος κριτικός λέει ότι ο Αντόρνο απέχει πολύ από τις πιο αξιόπιστες μεταφράσεις κι ερμηνείες των Απάντων του Κίρκεγκωρ που έχουμε σήμερα. Η κύρια επίθεση του Λεβινάς στον Κίρκεγκωρ επικεντρώθηκε στα ηθικά και θρησκευτικά του στάδια, ειδικά στο Φόβος και τρόμος. Ο Λεβινάς επικρίνει το άλμα της πίστης λέγοντας ότι αυτή η αναστολή του ηθικού και το άλμα στο θρησκευτικό είναι είδος βίας. Δηλώνει: «Η βία του Κίρκεγκωρ ξεκινά όταν η ύπαρξη αναγκάζεται να εγκαταλείψει το ηθικό στάδιο για να εισέλθει στη θρησκευτική σκηνή, τον τομέα της πίστης. Αλλά η πίστη δεν αναζητούσε πλέον εξωτερική αιτιολόγηση. Ακόμη κι εσωτερικά, συνδύαζε την επικοινωνία και την απομόνωση κι ως εκ τούτου τη βία και το πάθος. Αυτή είναι η προέλευση του υποβιβασμού των ηθικών φαινομένων σε δευτερεύουσα θέση και της περιφρόνησης του ηθικού θεμελίου της ύπαρξης που οδήγησε, μέσω του Νίτσε, στον αμοραλισμό των πρόσφατων φιλοσοφιών».
—–Ο Λεβινάς επεσήμανε την ιουδαιοχριστιανική πεποίθηση ότι ήταν ο Θεός που διέταξε 1ος τον Αβραάμ να θυσιάσει τον Ισαάκ κι ότι ένας άγγελος διέταξε τον Αβραάμ να σταματήσει. Αν ο Αβραάμ βρισκόταν πραγματικά στο θρησκευτικό βασίλειο, δεν θα ‘χε ακούσει την εντολή του αγγέλου και θα ‘πρεπε να συνεχίσει να σκοτώσει τον Ισαάκ. Για τον Λεβινάς, η υπέρβαση της ηθικής φαίνεται σα παραθυράκι για να δικαιολογήσει τους επίδοξους δολοφόνους απ’ το έγκλημά τους κι επομένως είναι απαράδεκτη. Ενδιαφέρουσα συνέπεια της κριτικής του είναι ότι φάνηκε ν’ αποκαλύπτει ότι έβλεπε το Θεό σα προβολή της εσωτερικής ηθικής επιθυμίας κι όχι ως απόλυτο ηθικό παράγοντα. Ωστόσο, απ’ τα κεντρικά σημεία του Κίρκεγκωρ στο Φόβος και Τρόμος ήταν ότι η θρησκευτική σφαίρα συνεπάγεται την ηθική σφαίρα. Ο Αβραάμ πίστευε ότι ο Θεός έχει πάντα ηθικά δίκιο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ακόμα κι όταν διατάζει κάποιον να σκοτώσει. Επομένως, βαθιά μέσα του, ο Αβραάμ πίστευε ότι ο Θεός, ως απόλυτη ηθική εξουσία, δεν θα του επέτρεπε ποτέ στο τέλος να κάνει κάτι τόσο ηθικά αποτρόπαιο όσο να δολοφονήσει το ίδιο του το παιδί κι έτσι πέρασε τη δοκιμασία της τυφλής υπακοής έναντι της ηθικής επιλογής. Έλεγε ότι ο Θεός, όπως κι ο Θεάνθρωπος Χριστός, δεν τα λέει όλα στους ανθρώπους όταν τους στέλνει σε ιεραποστολή και το επανέλαβε στα Στάδια της Οδού της Ζωής. Ο Σαρτρ αντιτάχθηκε στην ύπαρξη του Θεού: Αν η ύπαρξη προηγείται της ουσίας, προκύπτει από την έννοια του όρου αισθανόμενο ότι αισθανόμενο ον δεν μπορεί να είναι πλήρες ή τέλειο. Στο Είναι και Τίποτα, η διατύπωση του Σαρτρ είναι ότι ο Θεός θα ήταν ένα pour-soi (ένα είναι-για-τον-εαυτό του, μια συνείδηση) που είναι επίσης ένα en-soi (ένα είναι-καθ’ εαυτό, ένα πράγμα) που είναι αντίφαση στους όρους. Οι επικριτές του Σαρτρ αντέκρουσαν αυτή την αντίρρηση δηλώνοντας ότι βασίζεται σε ψευδή διχοτόμηση και μια παρανόηση της παραδοσιακής χριστιανικής άποψης για τον Θεό. Ο Κίρκεγκωρ βάζει τον δικαστή Βίλχελμ να εκφράσει τη χριστιανική ελπίδα με αυτόν τον τρόπο στο Είτε/Ή.

—–Ο Σαρτρ συμφώνησε με την ανάλυση του Κίρκεγκωρ ότι ο Αβραάμ υπέφερε από άγχος (ο Σαρτρ το αποκαλεί αγωνία), αλλά ισχυρίστηκε πως ο Θεός είπε στον Αβραάμ να το κάνει. Στη διάλεξή του, Ο Υπαρξισμός είναι ένας Ανθρωπισμός, αναρωτήθηκε αν ο Αβραάμ έπρεπε ν’ αμφιβάλλει αν ο Θεός του μίλησε πραγματικά. Κατά την άποψη του Κίρκεγκωρ, η βεβαιότητα του Αβραάμ είχε προέλευση σε κείνη την εσωτερική φωνή που δεν μπορεί να επιδειχθεί ή να παρουσιαστεί σε άλλον («Το πρόβλημα έρχεται μόλις ο Αβραάμ θέλει να γίνει κατανοητός»). Για τον Κίρκεγκωρ, κάθε εξωτερική απόδειξη ή αιτιολόγηση είναι απλώς εξωτερικά κι εξωτερικά του θέματος. Η απόδειξη του Κίρκεγκωρ για την αθανασία της ψυχής, πχ, έχει τις ρίζες της στον βαθμό που κάποιος επιθυμεί να ζήσει για πάντα. Η πίστη ήταν κάτι με το οποίο ο Κίρκεγκωρ πάλευε συχνά σε όλη τη συγγραφική του καρριέρα. Τόσο με το πραγματικό του όνομα όσο και πίσω από ψευδώνυμα, εξερεύνησε πολλές διαφορετικές πτυχές της πίστης. Αυτές οι διάφορες πτυχές περιλαμβάνουν την πίστη ως πνευματικό στόχο, τον ιστορικό προσανατολισμό της πίστης (ιδιαίτερα προς τον Ιησού Χριστό), την πίστη ως δώρο από τον Θεό, την πίστη ως εξάρτηση από ένα ιστορικό αντικείμενο, την πίστη ως πάθος και την πίστη ως λύση στην προσωπική απόγνωση. Ακόμα κι έτσι, έχει υποστηριχθεί ότι ο Κίρκεγκωρ δεν προσφέρει ποτέ μια πλήρη, ρητή και συστηματική περιγραφή του τι είναι πίστη. Είτε/Ή δημοσιεύτηκε στις 20 Φλεβάρη 1843. Γράφτηκε κυρίως στη διάρκεια της παραμονής του στο Βερολίνο, όπου κρατούσε σημειώσεις για τη Φιλοσοφία της Αποκάλυψης του Σέλινγκ. Σύμφωνα με το Routledge Companion to Philosophy and Religion, το Either/Or (τόμος 1) αποτελείται από δοκίμια λογοτεχνικής και μουσικής κριτικής, σύνολο ρομαντικών αφορισμών, ένα ιδιότροπο δοκίμιο για το πώς να αποφύγετε την πλήξη, έναν πανηγυρικό για τον πιο δυστυχισμένο άνθρωπο, ένα ημερολόγιο που αφηγείται μια υποτιθέμενη αποπλάνηση και (τόμος II) δύο τεράστιες διδακτικές και προτρεπτικές ηθικές επιστολές και ένα κήρυγμα. Αυτή η γνώμη είναι μια υπενθύμιση του είδους της διαμάχης που προσπάθησε να ενθαρρύνει ο Κίρκεγκωρ σε πολλά από τα γραπτά του τόσο για τους αναγνώστες της δικής του γενιάς όσο και για τις επόμενες γενιές.
—–Σ’ όλες τις αναδρομικές αναλύσεις ο Κίρκεγκωρ έχει θεωρηθεί ως απολιτικός φιλόσοφος. Παρ’ όλ’ αυτά, δημοσίευσε έργα πολιτικής φύσης. Αυτό περιλαμβάνει το πρώτο του δημοσιευμένο δοκίμιο, επικρίνοντας το κίνημα για την απελευθέρωση των γυναικών. Αν και τα προηγούμενα έργα του μπορεί να περιλαμβάνουν κάποιες μισογυνιστικές δηλώσεις, αρνητική άποψη για τις γυναίκες δεν βρίσκεται στα μεταγενέστερα έργα του. Σε αυτά τα μεταγενέστερα έργα, εξέφρασε ότι οι άνδρες και οι γυναίκες είναι ίσοι ενώπιον του Θεού, έδειξε μεγάλο σεβασμό για ορισμένες γυναίκες και πίστευε ότι οι γυναίκες είναι επίσης ικανές να είναι πιστές. Επιτέθηκε στον εγελιανισμό μέσω περίτεχνης παρωδίας σε όλα τα έργα του από το Είτε/Ή ως το Συμπερασματικό Αντιεπιστημονικό Υστερόγραφο. Παρά τις αντιρρήσεις του για τον εγελιανισμό, εξέφρασε τον θαυμασμό του για τον Χέγκελ προσωπικά και θα ‘βλεπε ακόμη και ευνοϊκά το σύστημά του αν προταθεί ως πείραμα σκέψης.

—–Ο Κίρκεγκωρ έκλινε προς τον συντηρητισμό, όντας προσωπικός φίλος του Δανού βασιλιά Χριστιανού Η’, που τονε θεωρούσε ηθικά ανώτερο από κάθε Δανό άνδρα, γυναίκα και παιδί. Επιχειρηματολόγησε κατά της δημοκρατίας, αποκαλώντας την «την πιο τυραννική μορφή διακυβέρνησης», επιχειρηματολογώντας υπέρ της μοναρχίας λέγοντας «Είναι τυραννία όταν ένα άτομο θέλει να κυβερνήσει αφήνοντας τους υπόλοιπους από εμάς τους άλλους έξω; Όχι, αλλά είναι τυραννία όταν όλοι θέλουν να κυβερνήσουν». Περιφρονούσε έντονα τα μέσα ενημέρωσης, περιγράφοντάς τα ως «την πιο άθλια, την πιο περιφρονητική από όλες τις τυραννίες». Ήταν επικριτικός για το δανικό κοινό εκείνη την εποχή, χαρακτηρίζοντάς το ως «την πιο επικίνδυνη από όλες τις δυνάμεις και την πιο ανούσια», γράφοντας περαιτέρω στο Two Ages: A Literary Review ότι:

Κάποιοι ερμηνεύουν τη σκέψη του Κίρκεγκωρ ότι υπονοεί ότι όσον αφορά την υπηρεσία του Θεού, η σεξουαλικότητα είναι άσχετη «ενώπιον του Θεού όχι μόνο για τους άνδρες και τις γυναίκες, αλλά και για τους ομοφυλόφιλους και τους ετεροφυλόφιλους“.

—–Η πολιτική φιλοσοφία του έχει παρομοιαστεί με την αντικαθεστωτική σκέψη και έχει περιγραφεί ως αφετηρία για τις σύγχρονες πολιτικές θεωρίες. Πολλοί φιλόσοφοι του 20ου αι., τόσο θεϊστές όσο κι άθεοι και θεολόγοι άντλησαν έννοιες από τον Κίρκεγκωρ, συμπεριλαμβανομένων των εννοιών του άγχους, της απελπισίας και της σημασίας του ατόμου. Η φήμη του ως φιλοσόφου αυξήθηκε τρομερά τη 10ετία του 1930, σε μεγάλο βαθμό επειδή το ανερχόμενο υπαρξιστικό κίνημα τον έδειξε ως πρόδρομο, αν και μεταγενέστεροι συγγραφείς τον εξύμνησαν ως εξαιρετικά σημαντικό κι επιδραστικό στοχαστή από μόνο του. Ο ιστορικός φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης Τζον Στιούαρτ έχει γράψει εκτενώς για τη σκέψη του Κίρκεγκωρ κι έχει επιμεληθεί μνημειώδη σειρά τόμων για τη παγκόσμια υποδοχή και τον αντίκτυπό του. Δεδομένου ότι ανατράφηκε ως Λουθηρανός, τιμήθηκε ως δάσκαλος στο Ημερολόγιο των Αγίων της Λουθηρανικής Εκκλησίας στις 11 Νοέμβρη. Οι φιλόσοφοι και οι θεολόγοι που επηρεάστηκαν από τον Κίρκεγκωρ είναι πολυάριθμοι και περιλαμβάνουν σημαντικούς θεολόγους και φιλοσόφους του εικοστού αιώνα. Ο επιστημολογικός αναρχισμός του Πωλ Φεγεράμπεντ στη φιλοσοφία της επιστήμης εμπνεύστηκε από την ιδέα του Κίρκεγκωρ για την υποκειμενικότητα ως αλήθεια. Ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν επηρεάστηκε πάρα πολύ και ταπεινώθηκε από τον Κίρκεγκωρ, υποστηρίζοντας ότι ο Κίρκεγκωρ είναι πολύ βαθύς για μένα, ούτως ή άλλως. Με μπερδεύει χωρίς να κάνει τα καλά αποτελέσματα που θα έκανε σε βαθύτερες ψυχές. Ο Καρλ Πόπερ αναφέρθηκε στον Κίρκεγκωρ ως τον μεγάλο μεταρρυθμιστή της χριστιανικής ηθικής, που εξέθεσε την επίσημη χριστιανική ηθική της εποχής του ως αντιχριστιανική και αντιανθρωπιστική υποκρισία. Η Χίλαρι Πούτναμ θαύμαζε τον Κίρκεγκωρ, για την επιμονή του στη προτεραιότητα του ερωτήματος, Πώς πρέπει να ζήσω; Στις αρχές της 10ετίας του 1930, οι 3 κύριες πηγές έμπνευσης του Ζακ Ελούλ ήταν ο Μαρξ, ο Κίρκεγκωρ κι ο Καρλ Μπαρτ. Σύμφωνα με τον Ellul, ο Μαρξ κι ο Κίρκεγκωρ ήταν οι 2 μεγαλύτερες επιρροές του κι οι μόνοι 2 συγγραφείς που διάβασε όλο το έργο τους. Ο Χέρμπερτ Ριντ έγραψε το 1945 «Η ζωή του Κίρκεγκωρ ήταν από κάθε άποψη αυτή ενός αγίου. Είναι ίσως ο πιο πραγματικός άγιος της σύγχρονης εποχής».

—–Ο Κίρκεγκωρ είχε επίσης σημαντική επιρροή στη λογοτεχνία του 20ού αι. Οι προσωπικότητες που επηρεάστηκαν βαθιά από το έργο του είναι οι: W. H. Auden, Jorge Luis Borges, Don DeLillo, Hermann Hesse, Franz Kafka, David Lodge, Flannery O’Connor, Walker Percy, Rainer Maria Rilke, J.D. Salinger και John Updike. Αυτό που έγραψε ο Τζορτζ Χένρι Πράις στο βιβλίο του The Narrow Pass 1963, σχετικά με το ποιος και το τι του Κίρκεγκωρ φαίνεται να ισχύει ακόμα και σήμερα: «Ο Κίρκεγκωρ ήταν ο πιο λογικός άνθρωπος της γενιάς του…. Ο Κίρκεγκωρ ήταν σχιζοφρενής…. Ο Κίρκεγκωρ ήταν ο μεγαλύτερος Δανός…. ο δύσκολος Δανός…. ο ζοφερός Δανός… Ο Κίρκεγκωρ ήταν ο μεγαλύτερος Χριστιανός του αιώνα…. Ο στόχος του Κίρκεγκωρ ήταν η καταστροφή της ιστορικής χριστιανικής πίστης…. Δεν επιτέθηκε στη φιλοσοφία ως τέτοια…. Αρνήθηκε τη λογική…. Ήταν εθελοντής…. Ο Κίρκεγκωρ ήταν ο Ιππότης της Πίστης…. Ο Κίρκεγκωρ δεν βρήκε ποτέ πίστη… Ο Κίρκεγκωρ κατείχε την αλήθεια… Ο Κίρκεγκωρ ήταν ένας από τους καταραμένους».
—–Είχε βαθειά επιρροή στη ψυχολογία. Θεωρείται ευρέως ως ο ιδρυτής της χριστιανικής ψυχολογίας και της υπαρξιακής ψυχολογίας και της θεραπείας. Οι υπαρξιστές (συχνά αποκαλούμενοι ανθρωπιστές) ψυχολόγοι και θεραπευτές είναι οι: Ludwig Binswanger, Viktor Frankl, Erich Fromm, Carl Rogers και Rollo May. Ο May βάσισε το The Meaning of Anxiety στο The Concept of Anxiety του Kierkegaard. Το κοινωνιολογικό έργο του Κίρκεγκωρ Δύο Εποχές: Η Εποχή της Επανάστασης κι η Σημερινή Εποχή ασκεί κριτική στη νεωτερικότητα. Ο Έρνεστ Μπέκερ βάσισε το βιβλίο του για το Βραβείο Πούλιτζερ του 1974 The Denial of Death στα γραπτά του Κίρκεγκωρ, του Φρόιντ και του Ότο Ρανκ. Ο Κίρκεγκωρ θεωρείται επίσης σημαντικός πρόδρομος του μεταμοντερνισμού. Ο Δανός ιερέας Johannes Møllehave έχει δώσει διάλεξη για τον Κίρκεγκωρ. Στη λαϊκή κουλτούρα, ήταν αντικείμενο σοβαρών τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών προγραμμάτων. Το 1984, ένα ντοκιμανταίρ 6 επεισοδίων, Sea of Faith, που παρουσιάστηκε από τον Don Cupitt, παρουσίασε επεισόδιο για τον Κίρκεγκωρ, ενώ τη Μεγάλη Πέμπτη του 2008, ο Κίρκεγκωρ ήτανε το θέμα μιας συζήτησης στο πρόγραμμα του BBC Radio 4 που παρουσίαζε ο Μέλβιν Μπραγκ, In Our Time, που στη διάρκειά της προτάθηκε ότι ο Κίρκεγκωρ διασχίζει το χάσμα αναλυτικού/ηπειρωτικού. Η Google τονε τίμησε με ένα Google Doodle για την 200η επέτειό του. Το μυθιστόρημα Therapy του David Lodge περιγράφει λεπτομερώς άνδρα που βιώνει κρίση μέσης ηλικίας κι αποκτά εμμονή με τα έργα του Kierkegaard. Θεωρείται επίσης από ορισμένους σύγχρονους θεολόγους ως ο πατέρας του υπαρξισμού. Λόγω της επιρροής του (και παρά την επιρροή του), άλλοι θεωρούν μόνο είτε τον Μάρτιν Χάιντεγκερ είτε τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ ως τον πραγματικό πατέρα του υπαρξισμού. Ο Κίρκεγκωρ προέβλεψε τη μεταθανάτια φήμη του και προέβλεψε ότι το έργο του θα γινόταν αντικείμενο έντονης μελέτης κι έρευνας.

Ψευδώνυμα:

—–Τα πιο σημαντικά ψευδώνυμα του Κίρκεγκωρ, με χρονολογική σειρά, ήταν:

Victor Eremita, συντάκτης του Either/Or
Α, συγγραφέας πολλών άρθρων στο Either/Or
Ο δικαστής William, συγγραφέας των αντικρούσεων στο A στο Either/Or
Johannes de Silentio, συγγραφέας του Fear and Trembling
Κωνσταντίνος Κωνστάντιος, συγγραφέας του πρώτου μισού της Επανάληψης
Νεαρός άνδρας, συγγραφέας του δεύτερου μισού της Επανάληψης
Vigilius Haufniensis, συγγραφέας του The Concept of Anxiety
Nicolaus Notabene, συγγραφέας των Προλόγων
Hilarius Bookbinder, εκδότης του Stages on Life’s Way
Johannes Climacus, συγγραφέας του Philosophical Fragments and Finishing Unscientific Postscript to Philosophical Fragments
Inter et Inter, συγγραφέας του The Crisis and a Crisis in the Life of an Actress
H.H., συγγραφέας του Two Minor Ethical-Religious Essays
Anti-Climacus, συγγραφέας του The Sickness unto Death and Practice in Christianity

—–Όλα αυτά τα γραπτά αναλύουν την έννοια της πίστης, με την υπόθεση ότι αν οι άνθρωποι είναι μπερδεμένοι σχετικά με την πίστη, όπως νόμιζε ο Κίρκεγκωρ ότι ήταν οι κάτοικοι της Χριστιανοσύνης, δεν θα είναι σε θέση να αναπτύξουν την αρετή. Η πίστη είναι θέμα προβληματισμού με την έννοια ότι κάποιος δεν μπορεί να έχει την αρετή αν δεν έχει την έννοια της αρετής – ή εν πάση περιπτώσει τις έννοιες που διέπουν την κατανόηση της πίστης για τον εαυτό, τον κόσμο και τον Θεό.

ΕΡΓΑ:

(1841) Περί της έννοιας της ειρωνείας με συνεχή αναφορά στον Σωκράτη (Om Begrebet Ironi med stadigt Hensyn til Socrates; Διατριβή)
(1843) Είτε/Ή (Enten-eller)
(1843) 2 εποικοδομητικές ομιλίες (To opbyggelige Taler)
(1843) Φόβος & τρόμος (Frygt og Bæven)
(1843) Τρεις εποικοδομητικές ομιλίες (Tre opbyggelige Taler)
(1843) Επανάληψη (Gjentagelsen)
(1843) 4 εποικοδομητικές ομιλίες (Fire opbyggelige Taler)
(1844) 2 εποικοδομητικές ομιλίες (To opbyggelige Taler)
(1844) Τρεις εποικοδομητικές ομιλίες (Tre opbyggelige Taler)
(1844) Φιλοσοφικά θραύσματα (Philosophiske Smuler)
(1844) Η έννοια του άγχους (Begrebet Angest)
(1844) 4 εποικοδομητικές ομιλίες (Fire opbyggelige Taler)
(1845) 3 ομιλίες σε φανταστικές περιστάσεις (Tre Taler ved tænkte Leiligheder)
(1845) Στάδια στο δρόμο της ζωής (Stadier paa Livets Vei)
(1846) Καταληκτικό αντιεπιστημονικό υστερόγραφο σε φιλοσοφικά θραύσματα (Afsluttende uvidenskabelig efterskrift)
(1846) 2 Εποχές: Λογοτεχνική Επιθεώρηση (En literair Anmeldelse af S. Kierkegaard)
(1847) Εποικοδομητικές Ομιλίες σε Διαφορετικά Πνεύματα (Opbyggelige Taler i forskjellig Aand)
(1847) Έργα αγάπης (Kjerlighedens Gjerninger)
(1848) Χριστιανικοί Λόγοι (Christelige Taler)
(1848) Η άποψη της δουλειάς μου ως συγγραφέα “as good as finished” (IX A 293) (Synspunktet για min Forfatter-Virksomhed. En ligefrem Meddelelse, Rapport til Historien)
(1849) Η αρρώστια μέχρι θανάτου (Sygdommen til Døden)
(1849) 3 ομιλίες στη Θεία Κοινωνία Παρασκευές (“Ypperstepræsten”-“Tolderen”-“Synderinden”, tre Taler ved Altergangen om Fredagen)
(1850) Πρακτική στο Χριστιανισμό (Indøvelse i Christendom)

ΡΗΤΑ:

Ο λόγος που δεν μπορώ πραγματικά να πω ότι απολαμβάνω θετικά τη φύση είναι ότι δεν συνειδητοποιώ ακριβώς τι είναι αυτό που απολαμβάνω. Ένα έργο τέχνης, από την άλλη πλευρά, μπορώ να το καταλάβω. Μπορώ — αν μπορώ να το θέσω έτσι — να βρω αυτό το Αρχιμήδειο σημείο, και μόλις το βρω, όλα είναι εύκολα ξεκάθαρα για μένα. Τότε είμαι σε θέση να ακολουθήσω αυτή τη μία κύρια ιδέα και να δω πώς όλες οι λεπτομέρειες χρησιμεύουν για να τη φωτίσουν.

Θα είναι εύκολο για εμάς μόλις λάβουμε το κουβάρι του νήματος από την Αριάδνη (αγάπη) και μετά περάσουμε από όλους τους λαβύρινθους του λαβύρινθου (ζωή) και σκοτώσουμε το τέρας. Αλλά πόσοι είναι αυτοί που βυθίζονται στη ζωή (τον λαβύρινθο) χωρίς να λάβουν αυτή την προφύλαξη;

Αυτό που πραγματικά χρειάζομαι είναι να ξεκαθαρίσω τι πρέπει να κάνω, όχι τι πρέπει να ξέρω, εκτός από το βαθμό που η γνώση πρέπει να προηγείται κάθε πράξης. Αυτό που έχει σημασία είναι να βρω έναν σκοπό, να δω τι είναι πραγματικά αυτό που θέλει ο Θεός να κάνω. Το κρίσιμο είναι να βρω μια αλήθεια που είναι αλήθεια για μένα, να βρω την ιδέα για την οποία είμαι πρόθυμος να ζήσω και να πεθάνω.

Πόσο κοντά οι άντρες, παρ’ όλες τις γνώσεις τους, ζουν συνήθως στην τρέλα; Τι είναι αλήθεια παρά να ζεις για μια ιδέα; Σε τελική ανάλυση, όλα βασίζονται σε ένα αξίωμα. Αλλά μόνο όταν δεν στέκεται πλέον εξωτερικά, ούτε μέχρι να ζήσει κανείς μέσα σε αυτό, παύει να είναι αξίωμα.

Θα μπορούσε κανείς να ερμηνεύσει τη ζωή του ανθρώπου ως έναν μεγάλο λόγο στον οποίο οι διάφοροι άνθρωποι αντιπροσωπεύουν διαφορετικά μέρη του λόγου (το ίδιο μπορεί να ισχύει και για τα κράτη). Πόσοι άνθρωποι είναι απλώς επίθετα, επιφωνήματα, σύνδεσμοι, επιρρήματα; Πόσα είναι τα ουσιαστικά, τα ενεργητικά ρήματα, πόσα είναι τα copulas; Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι σαν τα ανώμαλα ρήματα σε πολλές γλώσσες όπου σχεδόν όλα τα ρήματα είναι ανώμαλα.

Μόλις τώρα ήρθα από ένα κόμμα όπου ήμουν η ζωή και η ψυχή του. Πνευματισμοί έβγαιναν από τα χείλη μου, όλοι γέλασαν και με θαύμασαν, αλλά έφυγα -ναι, η παύλα πρέπει να είναι τόσο μεγάλη όσο ——————————— η ακτίνα της τροχιάς της γης και ήθελα να πυροβολήσω τον εαυτό μου.

Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που καταλήγουν στα συμπεράσματά τους για τη ζωή σαν σχολιαρόπαιδα. Εξαπατούν τον κύριό τους αντιγράφοντας την απάντηση από ένα βιβλίο χωρίς να έχουν υπολογίσει το ποσό για τον εαυτό τους.

Ο Θεός δημιουργεί από το τίποτα. Υπέροχο λες. Ναι, σίγουρα, αλλά κάνει αυτό που είναι ακόμα πιο υπέροχο: Κάνει αγίους από τους αμαρτωλούς.

Αν κάποιος εξηγούσε ότι η ευσέβεια πρέπει να ανήκει στην παιδική ηλικία με την προσωρινή έννοια και έτσι να λιγοστεύει και να πεθαίνει με τα χρόνια όπως η παιδική ηλικία, είναι να είναι μια ευτυχισμένη ψυχική κατάσταση που δεν μπορεί να διατηρηθεί αλλά μόνο σα μνήμη. Αν κάποιος εξηγούσε ότι η μετάνοια ως αδυναμία των γηρατειών συνοδεύει την παρακμή των δυνάμεών του, όταν οι αισθήσεις αμβλύνονται, όταν ο ύπνος δεν δυναμώνει πλέον, αλλά αυξάνει τον λήθαργο, αυτό θα ήταν ασέβεια και ανοησία.

Η γνώση μπορεί εν μέρει να παραμεριστεί, και στη συνέχεια μπορεί κανείς να προχωρήσει περισσότερο για να συλλέξει νέα. Ο φυσικός επιστήμονας μπορεί να παραμερίσει τα έντομα και τα λουλούδια και μετά να προχωρήσει παραπέρα, αλλά αν το υπάρχον άτομο παραμερίσει την απόφαση που υπάρχει, χάνεται ipso και αλλάζει.

Αναζητήστε πρώτα τη Βασιλεία του Θεού, δηλαδή, γίνετε σαν τα κρίνα και τα πουλιά, γίνετε τελείως σιωπηλοί – τότε τα υπόλοιπα θα σας προστεθούν.

Ανήκει στην ατέλεια κάθε τι ανθρώπινου ότι ο άνθρωπος μπορεί να επιτύχει την επιθυμία του μόνο περνώντας από το αντίθετό της.

Το να στέκεσαι στο ένα πόδι και να αποδεικνύεις την ύπαρξη του Θεού είναι πολύ διαφορετικό πράγμα από το να γονατίζεις και να Τον ευχαριστείς.

Είναι απολύτως αληθές, όπως λένε οι φιλόσοφοι, ότι η ζωή πρέπει να κατανοηθεί ανάποδα. Αλλά ξεχνούν την άλλη πρόταση, ότι πρέπει να βιωθεί προς τα εμπρός.

Η ζωή μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο προς τα πίσω. αλλά πρέπει να το ζήσουμε προς τα εμπρός.

Ο θάνατος δεν μπορεί να εξηγήσει τον εαυτό του. Η σοβαρότητα συνίσταται ακριβώς σε αυτό, ότι ο παρατηρητής πρέπει να το εξηγήσει στον εαυτό του.

Από την πρώιμη παιδική μου ηλικία μια ακίδα θλίψης έχει φωλιάσει στην καρδιά μου. Όσο μένει είμαι ειρωνικός — αν τραβηχτεί έξω θα πεθάνω.

Ο τύραννος πεθαίνει και η κυριαρχία του τελειώνει. Ο μάρτυρας πεθαίνει και αρχίζει η διακυβέρνησή του.

Ο Ιώβ άντεξε τα πάντα — μέχρι που ήρθαν οι φίλοι του να τον παρηγορήσουν, τότε έγινε ανυπόμονος.

Ο Σοφιστής αποδεικνύει ότι όλα είναι αληθινά και τίποτα δεν είναι αληθινό.

Ο κόσμος αναζωογονείται, αλλά όπως τόσο πνευματωδώς παρατήρησε ο Χάινε, αναζωογονήθηκε από τον ρομαντισμό σε τέτοιο βαθμό που έγινε ξανά μωρό.

Οι έννοιες, όπως και τα άτομα, έχουν τις ιστορίες τους και είναι εξίσου ανίκανες να αντέξουν τη φθορά του χρόνου όπως και τα άτομα.

Η ειρωνεία είναι προσόν της υποκειμενικότητας. Περιορίζει, φινίρει κι οριοθετεί κι έτσι αποδίδει αλήθεια, πραγματικότητα, περιεχόμενο. Πειθαρχεί και τιμωρεί κι έτσι αποδίδει ισορροπία και συνέπεια.

Πόσο απίθανοι είναι οι άνθρωποι! Δεν κάνουν ποτέ χρήση των ελευθεριών που κατέχουν, αλλά διεκδικούν εκείνες που δεν κατέχουν.

Αλίμονο, η θύρα της ευτυχίας δεν ανοίγει προς τα μέσα, και σε τίποτα δεν ωφελεί να πέσει κανείς πάνω της για να την παραβιάσει· ανοίγει προς τα έξω. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε.

Αγαπώ έναν άλλον άνθρωπο σημαίνει τον βοηθώ να αγαπήσει το Θεό.

==========================================

—————————————-Φόβος & Τρόμος

Εισαγωγή
(αποσπ.)

—–Όχι μόνο στον κόσμο του εμπορίου αλλά και στον κόσμο των ιδεών η εποχή μας έχει κανονίσει μια τακτική εκκαθάριση-πώληση. Όλα μπορούν να αγοραστούν σε τόσο παράλογα χαμηλές τιμές που πολύ σύντομα θα προκύψει το ερώτημα αν κάποιος ενδιαφέρεται να υποβάλει προσφορά. Κάθε σερβιτόρος με κερδοσκοπική στροφή που σημειώνει προσεκτικά τη σημαντική πρόοδο της σύγχρονης φιλοσοφίας, κάθε λέκτορας φιλοσοφίας, κάθε δάσκαλος, φοιτητής, κάθε αυτοκόλλητος και παραιτημένος από τη φιλοσοφία -δεν αρκούνται στο να αμφισβητούν τα πάντα, αλλά «προχωρούν». Θα μπορούσε, ενδεχομένως, να είναι άκαιρο και άκαιρο να τους ρωτήσουμε πού είναι δεμένοι. Αλλά είναι αναμφίβολα ευγενικό και σεμνό να θεωρούμε δεδομένο ότι έχουν αμφισβητήσει τα πάντα – αλλιώς θα ήταν μια περίεργη δήλωση για αυτούς, ότι προχωρούσαν. Έτσι, όλοι τους, ολοκλήρωσαν αυτή την προκαταρκτική επιχείρηση και, όπως φαίνεται, με τόση ευκολία που δεν θεωρούν απαραίτητο να σπαταλήσουν λέξη για το πώς το έκαναν. Το γεγονός είναι ότι ούτε αυτός που έψαχνε με αγωνία και με ταραγμένο πνεύμα για κάποια μικρή πληροφορία, δεν βρήκε ποτέ, ούτε καμία οδηγία, ούτε καν κάποια μικρή διαιτητική συνταγή, για το πώς μπορεί κανείς να ολοκληρώσει αυτό το τεράστιο έργο. «Αλλά ο Ντεκάρτ δεν προχώρησε με αυτόν τον τρόπο;» Ντεκάρτ, πράγματι! Αυτός ο σεβάσμιος, ταπεινός, έντιμος στοχαστής του οποίου τα γραπτά σίγουρα κανείς δεν μπορεί να διαβάσει χωρίς βαθιά συγκίνηση – ο Ντεκάρτ έκανε ό,τι έλεγε και έλεγε ό,τι έκανε. Αλίμονο, αλίμονο! Αυτό είναι ένα πολύ σπάνιο πράγμα στην εποχή μας! Αλλά ο Ντεκάρτ, όπως λέει αρκετά συχνά, ποτέ δεν εξέφρασε αμφιβολίες σχετικά με την πίστη του.
—–Στην εποχή μας, όπως παρατηρήθηκε, κανείς δεν είναι ικανοποιημένος με την πίστη, αλλά «προχωρεί». Το ερώτημα για το πού προχωρούν μπορεί να είναι ένα ανόητο ερώτημα. ενώ είναι σημάδι αστικότητας και πολιτισμού να υποθέσουμε ότι όλοι έχουν πίστη, κατ’ αρχάς, γιατί διαφορετικά θα ήταν μια περίεργη δήλωση για αυτούς, ότι προχωρούν παραπέρα. Τον παλιό καιρό ήταν διαφορετικά. Τότε, η πίστη ήταν ένα έργο για μια ολόκληρη ζωή, επειδή υποστηρίχθηκε ότι η επάρκεια στην πίστη δεν έπρεπε να κερδηθεί μέσα σε λίγες μέρες ή εβδομάδες. Ως εκ τούτου, όταν ο δοκιμασμένος πατριάρχης ένιωσε το τέλος του να πλησιάζει, αφού έδωσε τις μάχες του και διατήρησε την πίστη του, ήταν ακόμα αρκετά νέος στην καρδιά ώστε να μην έχει ξεχάσει τον φόβο και το τρέμουλο που διαπαιδαγώγησε τη νεότητά του και που ο ώριμος άνθρωπος έχει υπό έλεγχο, αλλά που κανείς δεν ξεπερνά εντελώς – εκτός από το βαθμό που καταφέρνει να «συνεχίσει» όσο το δυνατόν νωρίτερα. Ο στόχος στον οποίο έφτασαν τελικά εκείνοι οι σεβάσμιοι άνδρες – σε αυτό το σημείο ο καθένας ξεκινά, στην εποχή μας, για να «προχωρήσει περαιτέρω».

Προετοιμασία

—–Ζούσε ένας άντρας που, όταν ήταν παιδί, είχε ακούσει την όμορφη Βιβλική ιστορία για το πώς ο Θεός έβαλε σε πειρασμό τον Αβραάμ και πώς άντεξε στη δοκιμασία, πώς διατήρησε την πίστη του και, παρά τις προσδοκίες του, δέχτηκε ξανά τον γιο του. Καθώς αυτός ο άντρας μεγάλωνε, διάβαζε την ίδια ιστορία με όλο και μεγαλύτερο θαυμασμό. Γιατί τώρα η ζωή είχε χωρίσει ό,τι είχε ενωθεί με την ευλαβική απλότητα του παιδιού. Και όσο μεγάλωνε, τόσο πιο συχνά οι σκέψεις του επέστρεφαν σε αυτή την ιστορία. Ο ενθουσιασμός του γινόταν όλο και πιο δυνατός, και όμως η ιστορία γινόταν όλο και λιγότερο ξεκάθαρη γι’ αυτόν. Τελικά ξέχασε όλα τα άλλα στη σκέψη του, και η ψυχή του δεν περιείχε παρά μόνο μια επιθυμία, που ήταν να δει τον Αβραάμ: και μόνο μια λαχτάρα, που ήταν, να γίνει μάρτυρας αυτού του γεγονότος. Η επιθυμία του ήταν, όχι να δει τις όμορφες χώρες της Ανατολής, και όχι τη λαμπρότητα της Γης της Επαγγελίας, και όχι το ευλαβικό ζευγάρι του οποίου τα γηρατειά ο Κύριος είχε ευλογήσει με παιδιά, και όχι τη σεβάσμια μορφή του ηλικιωμένου πατριάρχη, και όχι τη θεόδοτη σφριγηλή νεολαία του Ισαάκ -θα ήταν το ίδιο γι’ αυτόν αν το γεγονός είχε έρθει για να περάσει κάποιο άγονο ρείκι. Αλλά η επιθυμία του ήταν να ήταν με τον Αβραάμ στο ταξίδι των τριών ημερών, όταν ίππευε με θλίψη μπροστά του και με τον Ισαάκ στο πλευρό του. Η επιθυμία του ήταν να ήταν παρών τη στιγμή που ο Αβραάμ σήκωσε τα μάτια του και είδε το όρος Μοριά από μακριά. Να ήταν παρών τη στιγμή που άφησε πίσω τα γαϊδούρια του και ανέβηκε στο βουνό μόνος με τον Ισαάκ. Γιατί ο νους αυτού του ανθρώπου ήταν απασχολημένος, όχι με τις λεπτές αλαζονείες της φαντασίας, αλλά μάλλον με την ανατριχιαστική σκέψη του.
—–Ο άνθρωπος για τον οποίο μιλάμε δεν ήταν στοχαστής, δεν ένιωθε καμία επιθυμία να προχωρήσει πέρα από την πίστη του: του φαινόταν η πιο ένδοξη μοίρα να τον θυμούνται ως τον Πατέρα της Πίστης, και η πιο αξιοζήλευτη μοίρα να κατέχει αυτή την πίστη, ακόμα κι αν κανείς δεν την ήξερε.
—–Ο άνθρωπος για τον οποίο μιλάμε δεν ήταν μορφωμένος ερμηνευτής, δεν καταλάβαινε καν εβραϊκά – ποιος ξέρει, αλλά η γνώση των εβραϊκών μπορεί να τον είχε βοηθήσει να καταλάβει εύκολα τόσο την ιστορία όσο και τον Αβραάμ.

I.
—–Και ο Θεός πείραξε τον Αβραάμ και του είπε: Πάρε Ισαάκ, το μοναχογιό σου, που αγάπησες και πήγαινε στη όρος Μοριά και να τον θυσιάσεις εκεί σε ένα βράχο που θα σου δείξω.
—–Ήταν νωρίς το πρωί, ο Αβραάμ σηκώθηκε μερικές φορές κι είχε σελώσει τα γαϊδούρια του. Αναχώρησε από τη σκηνή του και Ο Ισαάκ μαζί του. αλλά η Σάρα κοίταξε έξω από το παράθυρο μετά τους μέχρι να χαθούν από τα μάτια τους. Σιωπηλά ίππευαν για τρεις μέρες? αλλά το τέταρτο πρωί ο Αβραάμ δεν είπε αλλά σήκωσε τα μάτια του και είδε το όρος Μοριά στο απόσταση. Άφησε πίσω τους υπηρέτες του και, οδηγώντας τον Ισαάκ Από το χέρι, πλησίασε το βουνό. Αλλά ο Αβραάμ είπε στον εαυτό του: «Σίγουρα θα κρύψω από τον Ισαάκ όπου κι αν Φεύγει». Στάθηκε ακίνητος, έβαλε το χέρι του στο χέρι του Ισαάκ κεφάλι για να τον ευλογήσει, και ο Ισαάκ έσκυψε για να λάβει το δικό του ευλογία. Και η όψη του Αβραάμ ήταν πατρική, το βλέμμα του ήταν ήπιο, η ομιλία του νουθετητική. Αλλά ο Ισαάκ κατάλαβε Όχι, η ψυχή του δεν θα ανέβαινε σε αυτόν. Αγκάλιασε Τα γόνατα του Αβραάμ, τον ικέτευε στα πόδια του, ικέτευε για τα δικά του νεαρή ζωή, για τις όμορφες ελπίδες του, θυμήθηκε τη χαρά στο Το σπίτι του Αβραάμ όταν γεννήθηκε, του θύμισε το Η θλίψη και η μοναξιά που θα τον κυνηγούσε. Τότε μήπως ο Αβραάμ ανέστησε τον νεαρό και τον οδήγησε με το χέρι του, και τα λόγια του ήταν γεμάτα παρηγοριά και νουθεσία. Αλλά ο Ισαάκ δεν τον κατάλαβε. Ανέβηκε στο όρος Μοριά, αλλά ο Ισαάκ δεν τον κατάλαβε. Τότε ο Αβραάμ απέτρεψε το πρόσωπο για μια στιγμή. αλλά όταν ο Ισαάκ κοίταξε ξανά, Η όψη του πατέρα άλλαξε, το βλέμμα του άγριο, το δικό του όψη τρομερή, άρπαξε τον Ισαάκ και τον έριξε στο έδαφος και είπε: «Ανόητο παλικάρι, πιστεύεις ότι είμαι ο πατέρας σου; Ειδωλολάτρης είμαι. Πιστεύεις ότι είναι του Θεού εντολή; Όχι, αλλά ευχαρίστησή μου». Τότε ο Ισαάκ έτρεμε και φώναξε από φόβο: «Θεέ στον ουρανό, λυπήσου με, Θεέ του Αβραάμ, ελέησέ με, δεν έχω πατέρα στη γη, Γίνε λοιπόν πατέρας μου!» Αλλά ο Αβραάμ είπε απαλά ο ίδιος: «Πατέρα στους ουρανούς, σε ευχαριστώ. Καλύτερα είναι ότι Με πιστεύει απάνθρωπο παρά να χάσει την πίστη του σε σένα».
—–Όταν το παιδί πρόκειται να απογαλακτιστεί, η μητέρα του μαυρίζει το στήθος της ; γιατί ήταν κρίμα αν το στήθος της φαινόταν γλυκό σε αυτόν όταν δεν πρόκειται να το έχει. Τότε το παιδί πιστεύει ότι το στήθος της έχει αλλάξει. αλλά η μητέρα του είναι πάντα η Το ίδιο, το βλέμμα της είναι γεμάτο αγάπη και τόσο τρυφερό όσο ποτέ. Ευτυχισμένος αυτός που δεν χρειαζόταν χειρότερα μέσα για να απογαλακτίσει το παιδί του!

ΙΙ.
—–Ήταν νωρίς το πρωί. Ο Αβραάμ σηκώθηκε μερικές φορές και αγκάλιασε τη Σάρρα, τη νύφη των γηρατειών του. Και η Σάρρα φίλησε τον Ισαάκ που της είχε πάρει την ντροπή – τον Ισαάκ, Η περηφάνια της, η ελπίδα της για όλες τις επόμενες γενιές. Στη συνέχεια, το Οι δύο ίππευαν σιωπηλά στο δρόμο τους, και το βλέμμα του Αβραάμ ήταν δεμένος στο έδαφος μπροστά του. μέχρι την τέταρτη ημέρα, όταν σήκωσε τα μάτια του και είδε το όρος Μοριά στο βάθος; Αλλά τότε τα μάτια του έψαξαν ξανά το έδαφος. Χωρίς λέξη έβαλε σε τάξη τα φαγώτα και έδεσε τον Ισαάκ, και χωρίς λέξη έβγαλε το μαχαίρι του. Τότε είδε το κριάρι που είχε διαλέξει ο Θεός, και το θυσίασε, και πήρε το δρόμο για το σπίτι του. … Από εκείνη την ημέρα ο Αβραάμ μεγάλωσε παλιά. Δεν μπορούσε να ξεχάσει ότι ο Θεός το είχε απαιτήσει αυτό από τον αυτόν. Ο Ισαάκ άκμασε όπως πριν, αλλά το μάτι του Αβραάμ ήταν σκοτείνιασμένο, δεν έβλεπε πια ευτυχία.
—–Όταν το παιδί μεγαλώσει και πρόκειται να απογαλακτιστεί, η μητέρα του θα κρύψει με παρθενικό τρόπο το στήθος της. Τότε το παιδί δεν έχει πια μητέρα. Ευτυχισμένο το παιδί που δεν έχασε τη δική του Μητέρα με οποιαδήποτε άλλη έννοια!

ΙΙΙ.
—–Ήταν νωρίς το πρωί. Ο Αβραάμ σηκώθηκε μερικές φορές. Φίλησε τη Σάρρα, τη νεαρή μητέρα, και η Σάρρα φίλησε τον Ισαάκ, Η χαρά της, η απόλαυσή της για όλες τις εποχές. Και ο Αβραάμ προχώρησε Ο δρόμος του, χαμένος στις σκέψεις του -σκεφτόταν την Άγαρ και αυτήν γιος που είχε διώξει στην έρημο. Ανέβηκε στο όρος Μοριά και τράβηξε το μαχαίρι.
—–Ήταν ένα ήρεμο βράδυ όταν ο Αβραάμ βγήκε μόνος του, και πήγε στο όρος Μοριά. Εκεί έπεσε κάτω στο πρόσωπό του και προσευχήθηκε στον Θεό να του συγχωρήσει την αμαρτία του ότι ήταν έτοιμος να θυσιάσει τον γιο του Ισαάκ, και ότι ο πατέρας είχε ξεχάσει το καθήκον του απέναντι στον γιο του. και Ωστόσο, πιο συχνά οδηγούσε στο μοναχικό του δρόμο, αλλά δεν έβρισκε ανάπαυση. Δεν μπορούσε να καταλάβει ότι ήταν αμαρτία που ήθελε να θυσιάσει στον Θεό το πιο πολύτιμο απόκτημά του, για τον οποίο ευχαρίστως θα είχε πεθάνει πολλές φορές. Αλλά, αν ήταν αμαρτία, αν δεν είχε αγαπήσει έτσι τον Ισαάκ, τότε δεν θα μπορούσε να συλλάβει την πιθανότητα ότι θα μπορούσε να συγχωρεθεί: για ποια αμαρτία πιο τρομερή;
—–Όταν το παιδί πρόκειται να απογαλακτιστεί, η μητέρα δεν είναι χωρίς θλίψη που αυτή και το παιδί της θα χωρίζονται όλο και περισσότερο, που το παιδί που πρώτα είχε ξαπλώσει κάτω από την καρδιά της, και μετά εν πάση περιπτώσει αναπαύθηκε στο στήθος της, δεν θα είναι πια τόσο κοντά της. Έτσι λυπούνται μαζί για αυτό το σύντομο χρονικό διάστημα. Ευτυχισμένος αυτός που κράτησε το παιδί του τόσο κοντά του και δεν χρειαζόταν να λυπηθεί περισσότερο!

ΙV.
—–Ήταν νωρίς το πρωί. Όλα ήταν έτοιμα για το ταξίδι στο σπίτι του Αβραάμ. Αποχαιρέτησε τη Σάρα κι ο Ελιέζερ, ο πιστός υπηρέτης του, τον συνόδευσε στο δρόμο για λίγο. Ταξίδεψαν μαζί ειρηνικά, ο Αβραάμ και ο Ισαάκ, μέχρι που έφτασαν στο όρος Μοριά. Και ο Αβραάμ ετοίμασε τα πάντα για τη θυσία, ήρεμα και πράα. Αλλά όταν ο πατέρας του γύρισε στην άκρη για να βγάλει το μαχαίρι του, ο Ισαάκ είδε ότι το αριστερό χέρι του Αβραάμ ήταν πλεγμένο από απελπισία και ότι ένα τρέμουλο τράνταξε το σώμα του – αλλά ο Αβραάμ τράβηξε το μαχαίρι.
—–Μετά επέστρεψαν ξανά στο σπίτι και η Σάρα έσπευσε να τους συναντήσει. αλλά ο Ισαάκ είχε χάσει την πίστη του. Κανείς σε όλο τον κόσμο δεν είπε ποτέ λέξη γι’ αυτό, ούτε ο Ισαάκ μίλησε σε κανέναν σχετικά με αυτό που είχε δει κι ο Αβραάμ δεν υποψιάστηκε ότι το είχε δει κανείς.
—–Όταν το παιδί πρόκειται να απογαλακτιστεί, η μητέρα του έχει έτοιμη την ισχυρότερη τροφή για να μην χαθεί το παιδί. Ευτυχισμένος αυτός που έχει έτοιμο αυτό το πιο δυνατό φαγητό!
—–Έτσι, και με πολλούς παρόμοιους τρόπους, σκέφτηκε ο άνθρωπος που ανέφερα για αυτό το γεγονός. Και κάθε φορά που επέστρεφε, μετά από ένα προσκύνημα στο όρος Μοριά, βυθιζόταν στην κούραση, σταυρώνοντας τα χέρια του και λέγοντας: «Κανείς, στην πραγματικότητα, δεν ήταν μεγάλος όσο ο Αβραάμ και ποιος μπορεί να τον καταλάβει;»

Πανηγυρικός για τον Αβραάμ

—–Αν η συνείδηση του αιώνιου δεν εμφυτεύτηκε στον άνθρωπο. Αν η βάση όλων όσων υπάρχουν δεν ήταν παρά ένα συγκεχυμένο στοιχείο ζύμωσης που, συγκλονισμένο από σκοτεινά πάθη, παρήγαγε τα πάντα, τόσο τα μεγάλα όσο και τα ασήμαντα. Αν κάτω από όλα υπήρχε ένα απύθμενο κενό που δεν έπρεπε ποτέ να γεμίσει -τι άλλο ήταν η ζωή εκτός από την απελπισία; Αν ήταν έτσι, και αν δεν υπήρχαν ιεροί δεσμοί μεταξύ ανθρώπων. Αν η μια γενιά προέκυπτε μετά την άλλη, όπως στο δάσος τα φύλλα μιας εποχής διαδέχονται τα φύλλα μιας άλλης, ή όπως τα τραγούδια των πουλιών που μαζεύονται το ένα μετά το άλλο. αν οι γενιές των ανθρώπων περνούσαν από τον κόσμο σαν ένα πλοίο που περνά μέσα από τη θάλασσα και τον άνεμο πάνω από την έρημο – μια άκαρπη Και μάταιο πράγμα, αν η αιώνια λήθη ήταν ποτέ άπληστα πρόσεχε τη λεία του και δεν υπήρχε δύναμη ισχυρή αρκετά για να το αποσπάσουν από τα νύχια του -πόσο άδεια ήταν η ζωή τότε, και πόσο θλιβερό! Και επομένως δεν είναι έτσι. αλλά, όπως ο Θεός δημιούργησε τον άνδρα και τη γυναίκα, κάλεσε επίσης να είσαι ο ήρωας και ο ποιητής ή ο ρήτορας. Η τελευταία δεν μπορεί να να κάνει τις πράξεις του ήρωα -μπορεί μόνο να θαυμάσει και να αγαπήσει και να χαίρεστε σε αυτόν. Κι όμως είναι κι αυτός ευτυχισμένος και όχι λιγότερο; γιατί ο ήρωας είναι, σαν να λέγαμε, ο καλύτερος εαυτός του με τον οποίο Έχει ερωτευτεί και χαίρεται που δεν είναι ο ίδιος ο ήρωα, ώστε η αγάπη του να εκφραστεί με θαυμασμό.
—–Ο ποιητής είναι η ιδιοφυΐα της μνήμης και δεν κάνει τίποτα άλλο από το να να θυμούνται τι έχει γίνει, δεν μπορούν παρά να θαυμάζουν αυτό που έχει γίνει. Δεν προσθέτει τίποτα δικό του, αλλά είναι γελοίος- των όσων του έχουν ανατεθεί. Υπακούει στην επιλογή της καρδιάς του. αλλά μόλις βρει αυτό που ήταν ψάχνοντας, επισκέπτεται την πόρτα κάθε ανθρώπου με το τραγούδι του και με την ομιλία του, ώστε όλοι να θαυμάζουν τον ήρωα όπως αυτός, και Να είστε περήφανοι για τον ήρωα όπως είναι. Αυτό είναι το επίτευγμά του, το δικό του ταπεινό έργο, αυτή είναι η πιστή υπηρεσία του στον οίκο του ήρωας. Αν έτσι, πιστός στην αγάπη του, μάχεται μέρα και νύχτα ενάντια στην πονηριά της λήθης που θέλει να δελεάσει τον ήρωα από αυτόν, τότε έχει ολοκληρώσει το έργο του, τότε είναι συγκεντρώθηκε στον ήρωά του που τον αγαπά τόσο πιστά. Για το Ο ποιητής είναι σε αυτό αν ο καλύτερος εαυτός του ήρωα, ανυπόστατος, να είναι Σίγουρα, σαν μια απλή ανάμνηση, αλλά και μεταμορφωμένη όπως είναι μια μνήμη. Επομένως, κανείς δεν θα ξεχαστεί που έχει κάνει μεγάλες πράξεις. και ακόμη και αν υπάρξει καθυστέρηση, ακόμη και αν το σύννεφο παρανόηση κρύβει τον ήρωα από το όραμά μας, ακόμα Ο εραστής του θα έρθει κάποια στιγμή. και όσο περισσότερος καιρός έχει περάσει, τόσο πιο πιστά θα προσκολληθεί σ’ αυτόν.
—–Όχι, κανείς δεν θα ξεχαστεί που ήταν μεγάλος σε αυτόν τον κόσμο. Αλλά κάθε ήρωας ήταν σπουδαίος με τον δικό του τρόπο, και ο καθένας ήταν εξέχουσα αναλογικά με τα σπουδαία πράγματα που αγαπούσε. Γιατί αυτός που αγάπησε τον εαυτό του έγινε μεγάλος μέσω του εαυτού του, και αυτός που αγαπούσε τους άλλους έγινε μεγάλος με την αφοσίωσή του, αλλά αυτός που αγαπούσε τον Θεό έγινε μεγαλύτερος από όλους αυτούς. Όλοι τους θα θυμούνται, αλλά ο καθένας έγινε μεγάλος ανάλογα με την εμπιστοσύνη του. Ο ένας έγινε σπουδαίος από ελπίζοντας για το δυνατό. Ένας άλλος, ελπίζοντας για το αιώνιο. αλλά αυτός που ήλπιζε στο αδύνατο, έγινε μεγαλύτερος από όλα αυτά. Όλοι θα θυμούνται. αλλά το καθένα ήταν μεγάλη σε αναλογία με τη δύναμη με την οποία αγωνιζόταν. Γιατί αυτός που αγωνίστηκε με τον κόσμο έγινε μεγάλος υπερ-ερχόμενος ο ίδιος. αλλά αυτός που αγωνίστηκε με τον Θεό, έγινε ο μεγαλύτερο από όλα. Έτσι, υπήρξαν αγώνες στο Ο κόσμος, άνθρωπος εναντίον ανθρώπου, ένας εναντίον χιλίων. αλλά αυτός που πάλευε με τον Θεό, έγινε μεγαλύτερος από όλους. Έτσι γίνονταν μάχες σε αυτή τη γη, και ήταν αυτός που κατέκτησε τα πάντα με τη δύναμή του, και ήταν αυτός που νίκησε τον Θεό με την αδυναμία του. Ήταν αυτός που, εμπιστευόμενος- μέσα του, κέρδισε τα πάντα. Και ήταν αυτός που, εμπιστευόμενος Στη δύναμή του θυσίασε τα πάντα. αλλά αυτός που πίστευε Ο Θεός ήταν μεγαλύτερος από όλους αυτούς. Ήταν αυτός* που ήταν μεγάλος από τη δύναμή του, και αυτός που ήταν μεγάλος μέσω τη σοφία του, και αυτός που ήταν μεγάλος με τις ελπίδες του, και που ήταν μεγάλος μέσω της αγάπης του. αλλά ο Αβραάμ ήταν μεγαλύτερος από όλα αυτά – μεγάλα μέσα από τη δύναμη της οποίας η δύναμη είναι αδυναμία, μεγάλη μέσω της σοφίας που το μυστικό της είναι η ανοησία, μεγάλη μέσα από την ελπίδα που η έκφρασή της είναι τρέλα, μεγάλη μέσα από την αγάπη που είναι το μίσος για τον εαυτό μας.
—–Με τη παρότρυνση της πίστης του ο Αβραάμ έφυγε από τη γη των προγόνων του και έγινε ξένος στη γη των υπόσχεση. Άφησε ένα πράγμα πίσω του και πήρε ένα πράγμα μαζί: Άφησε πίσω του την κοσμική σοφία και πήρε μαζί του την πίστη. Γιατί αλλιώς δεν θα άφηνε τη γη των πατέρων του, αλλά θα το θεωρούσε παράλογη απαίτηση. Μέσω Η πίστη του έγινε ξένος στη γη της επαγγελίας, όπου δεν υπήρχε τίποτα που να του θυμίζει όλα όσα είχαν αγαπητό σε αυτόν, αλλά όπου όλα με το καινούργιό τους δελέαζαν Η ψυχή του στη λαχτάρα. Και όμως ήταν εκλεκτός του Θεού, στους οποίους ευαρεστήθηκε ο Κύριος! Πράγματι, αν ήταν ένας από τους εκδιωχθεί από το έλεος του Θεού, τότε θα μπορούσε να Το κατάλαβα. αλλά τώρα φαινόταν σαν κοροϊδία του και της πίστης του. Υπήρξαν και άλλοι που έζησαν στην εξορία από την πατρίδα που αγαπούσαν. Δεν είναι για- Δεν έχει ξεχαστεί ούτε το τραγούδι του θρήνου στο οποίο αναζήτησαν και βρήκαν πένθιμα αυτό που είχαν χάσει. Του Aβραάμ δεν υπάρχει τραγούδι θρήνου. Είναι ανθρώπινο να παραπονιέστε, είναι ανθρώπινο να κλαίτε με το κλάμα. Αλλά είναι μεγαλύτερο να πιστεύεις και πιο ευλογημένο να σκέφτεσαι αυτόν που έχει πίστη.
—–Μέσω της πίστης του ο Αβραάμ έλαβε την υπόσχεση ότι Το σπέρμα του επρόκειτο να ευλογηθεί από όλες τις φυλές της ανθρωπότητας. Χρόνος πέρασε, υπήρχε ακόμα η πιθανότητα και ο Αβραάμ είχε πίστη. Υπήρχε ένας άλλος άντρας που ζούσε επίσης με ελπίδες. Η ώρα περνούσε, το βράδυ της ζωής του πλησίαζε. Ούτε ήταν αρκετά ασήμαντος για να ξεχάσει τις ελπίδες του: ούτε θα ξεχαστεί από εμάς! Τότε λυπήθηκε, και Η λύπη του δεν τον ξεγέλασε, όπως είχε κάνει η ζωή, αλλά έδωσε Του έκανε ό,τι μπορούσε. γιατί μέσα στη γλυκύτητα της λύπης έγινε διακατεχόμενος από τις διαψευσμένες ελπίδες του. Είναι ανθρώπινο να Κωπηλατική, είναι ανθρώπινο να λυπάσαι με τη θλίψη. Αλλά είναι μεγαλύτερο να έχει πίστη, και πιο ευλογημένο να σκέφτεται αυτόν που έχει πίστη.
—–Κανένα τραγούδι θρήνου δεν έχει φτάσει σ’ εμάς από τον Αβραάμ. Δεν μέτρησε δυστυχώς τις μέρες καθώς περνούσε ο καιρός. Αυτός κοίταξε τη Σάρα με καχύποπτα μάτια, αν ήταν γερνάω ; δεν σταμάτησε την πορεία του ήλιου για να μην εμποδίσει τη Σάρρα Θα γεράσει και η ελπίδα του μαζί της. Δεν την καθησύχασε με τα τραγούδια του θρήνου. Ο Αβραάμ γέρασε, και Η Σάρα έγινε περίγελος για τους ανθρώπους. και όμως ήταν Ο Θεός είναι εκλεκτός και κληρονόμος της υπόσχεσης ότι στο σπέρμα του έπρεπε να ευλογηθούν όλες οι φυλές της ανθρωπότητας. Αν, λοιπόν, Δεν ήταν καλύτερα αν δεν ήταν ο εκλεκτός του Θεού; Για ό,τι είναι να είναι ο εκλεκτός του Θεού; Είναι να έχεις αρνηθεί σε κάποιον νεολαία όλες τις επιθυμίες της νεολαίας για να τις εκπληρώσει μετά από μεγάλο κόπο στα γηρατειά;
—–Αλλά ο Αβραάμ είχε πίστη και ζούσε σταθερά με ελπίδα. Αν ο Αβραάμ ήταν λιγότερο σταθερός στην εμπιστοσύνη του, τότε θα το έκανε έχουν εγκαταλείψει αυτή την ελπίδα. Θα έλεγε στον Θεό: «Έτσι, ίσως, δεν είναι το θέλημά Σου, τελικά, να γίνει αυτό να πραγματοποιηθεί. Θα παραδώσω την ελπίδα μου. Ήταν η μόνη μου Πρώτον, ήταν η ευτυχία μου. Είμαι ειλικρινής, δεν κρύβω κανένα μυστικό Μνησικακία γι’ αυτό μου το αρνήθηκες». Δεν θα το έκανε είχαν μείνει ξεχασμένα, το παράδειγμά του θα είχε σώσει πολλούς. αλλά δεν θα είχε γίνει ο Πατέρας του Πίστη. Γιατί είναι μεγάλο να παραδίδει κανείς την ελπίδα του, αλλά μεγαλύτερο να το τηρήσει σταθερά αφού το παράδωσε. γιατί είναι μεγάλο να αρπάξει κανείς την αιώνια ελπίδα, αλλά μεγαλύτερο να μένει σταθερά στις εγκόσμιες ελπίδες του, αφού έχει τα παρέδωσε.
—–Μετά ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Αν ο Αβραάμ δεν είχε πίστη, τότε η Σάρα πιθανότατα θα είχε πεθάνει από θλίψη, και Ο Αβραάμ, θαμπωμένος από τη θλίψη του, δεν θα είχε καταλάβει την εκπλήρωση, αλλά θα χαμογελούσε γι’ αυτό σαν ένα όνειρο τα νιάτα του. Αλλά ο Αβραάμ είχε πίστη, και γι’ αυτό ξαναγύρισε- κυρίως νέοι? Γιατί αυτός που πάντα ελπίζει για το καλύτερο, αυτός Η ζωή θα εξαπατήσει και θα γεράσει. και αυτός που είναι πάντα προετοιμασμένος για το χειρότερο, σύντομα θα γεράσει. αλλά αυτός που έχει πίστη, θα διατηρήσει την αιώνια νεότητα. Έπαινος, λοιπόν, σε αυτή την ιστορία! Γιατί η Σάρρα, αν και προχωρημένη σε ηλικία, ήταν αρκετά νέος για να εύχεται τις απολαύσεις μιας μητέρας, και Ο Αβραάμ, αν και γκρίζος στα μαλλιά, ήταν αρκετά νέος για να ευχηθεί να γίνει πατέρας. Με μια επιφανειακή έννοια μπορεί να είναι θεωρούσαν θαυματουργό ότι αυτό που επιθυμούσαν έγινε, αλλά με μια βαθύτερη έννοια το θαύμα της πίστης μπορεί να φανεί σε Ο Αβραάμ και η Σάρα είναι αρκετά νέοι για να ευχηθούν, και Η πίστη τους διατήρησε την επιθυμία τους και νεολαία. Η υπόσχεση που είχε λάβει εκπληρώθηκε και το δέχτηκε με πίστη, και έγινε σύμφωνα με το Η υπόσχεση και η πίστη του. ενώ ο Μωυσής χτύπησε τη πέτρα με Το προσωπικό του αλλά δεν πίστευε.
—–Υπήρχε χαρά στο σπίτι του Αβραάμ όταν η Σάρρα γιόρταζε τη μέρα του Χρυσού Γάμου της. Αλλά δεν επρόκειτο να παραμείνει έτσι, γιατί για άλλη μια φορά ήταν ο Αβραάμ να μπει στον πειρασμό. Είχε παλέψει με αυτή την πονηριά δύναμη για την οποία τίποτα δεν είναι αδύνατο, με αυτό το πάντα ρολόι- εχθρός που δεν κοιμάται ποτέ, με αυτόν τον γέρο που ζει περισσότερο όλα -είχε παλέψει με τον Χρόνο και είχε διατηρήσει το δικό του πίστη. Και τώρα όλος ο τρόμος εκείνης της μάχης ήταν συγκεντρωμένος σε μια στιγμή. «Και ο Θεός πείραξε τον Αβραάμ, λέγοντας αυτόν: πάρε τώρα τον μονογενή σου γιο Ισαάκ, τον οποίο αγάπησες, και Πήγαινε στη γη του Μοριά. και πρόσφερέ τον εκεί για ολοκαύτωμα πάνω σε ένα από τα βουνά, για τα οποία θα σου μιλήσω».
—–Όλα χάθηκαν, λοιπόν, και πιο τρομερά από ό,τι αν δεν του είχαν δώσει ποτέ γιο! Ο Κύριος είχε μόνο κοροϊδέψει τον Αβραάμ, τότε! Ως εκ θαύματος είχε πραγματοποιήσει τις παράλογες ελπίδες του Αβραάμ. Και τώρα ήθελε να πάρει αυτό που είχε δώσει, Μια ανόητη ελπίδα ήταν, αλλά ο Αβραάμ δεν είχε γελάσει όταν του είχε δοθεί η υπόσχεση. Τώρα όλα είχαν χαθεί -η έμπιστη ελπίδα εβδομήντα ετών, η σύντομη χαρά για την εκπλήρωση των ελπίδων του. Ποιος, λοιπόν, είναι αυτός που αρπάζει το ραβδί του γέρου, ποιος απαιτεί από τον ίδιο να το σπάσει στα δύο; Ποιος είναι αυτός που κάνει απαρηγόρητα τα γκρίζα μαλλιά των γηρατειών, ποιος είναι αυτός που απαιτεί να το κάνει ο ίδιος; Δεν υπάρχει οίκτος για τον σεβάσμιο γέροντα και κανένας για το αθώο παιδί; Και όμως ο Αβραάμ ήταν ο εκλεκτός του Θεού, και όμως ήταν ο Κύριος που τον έβαλε σε πειρασμό. Και τώρα όλα επρόκειτο να χαθούν! Η ένδοξη ανάμνησή του από μια ολόκληρη φυλή, η υπόσχεση του σπέρματος του Αβραάμ — όλα αυτά δεν ήταν παρά μια ιδιοτροπία, μια παροδική φαντασία του Κυρίου, την οποία ο Αβραάμ επρόκειτο τώρα να καταστρέψει για πάντα! Αυτός ο ένδοξος θησαυρός, τόσο παλιός όσο η πίστη στην καρδιά του Αβραάμ, και πολλά, πολλά χρόνια παλαιότερος από τον Ισαάκ, ο καρπός της ζωής του Αβραάμ, αγιασμένος με προσευχές, ωρίμασε σε αγώνες — η ευλογία στα χείλη του Αβραάμ: αυτός ο καρπός έπρεπε τώρα να μαδηθεί πριν από τον καθορισμένο χρόνο και να παραμείνει χωρίς σημασία. γιατί τι σημασία είχε αν επρόκειτο να θυσιαστεί ο Ισαάκ; Εκείνη η θλιβερή και συνάμα ευλογημένη ώρα που ο Αβραάμ θα έφευγε από όλα όσα του ήταν αγαπητά, η ώρα που θα σήκωνε για άλλη μια φορά το σεβάσμιο κεφάλι του, που το πρόσωπό του θα έλαμπε σαν το πρόσωπο του Κυρίου, η ώρα που θα συγκέντρωνε όλη του την ψυχή για μια ευλογία αρκετά δυνατή ώστε να κάνει τον Ισαάκ ευλογημένο όλες τις ημέρες της ζωής του — αυτή η ώρα δεν επρόκειτο να έρθει! Έπρεπε να αποχαιρετήσει τον Ισαάκ, σίγουρα, αλλά με τέτοιο τρόπο που ο ίδιος έπρεπε να μείνει πίσω. Ο θάνατος επρόκειτο να τους χωρίσει, αλλά με τέτοιο τρόπο που ο Ισαάκ επρόκειτο να πεθάνει. Ο γέρος δεν ήταν χαρούμενος να βάλει το χέρι του στο κεφάλι του Ισαάκ όταν ήρθε η ώρα του θανάτου, αλλά, κουρασμένος από τη ζωή, να βάλει βίαια χέρια στον Ισαάκ. Και ήταν ο Θεός που τον έβαλε σε πειρασμό. Αλίμονο, αλίμονο στον αγγελιοφόρο που θα ερχόταν μπροστά στον Αβραάμ με τέτοια εντολή! Ποιος θα τολμούσε να είναι ο αγγελιοφόρος τέτοιων τρομακτικών ειδήσεων; Αλλά ήταν ο Θεός που έβαλε σε πειρασμό τον Αβραάμ.
—–Αλλά ο Αβραάμ είχε πίστη κι είχε πίστη για αυτή τη ζωή. Πράγματι, αν η πίστη του ήταν μόνο για την επόμενη ζωή, τότε θα μπορούσε πιο εύκολα να τα είχε απορρίψει όλα, για να βγει βιαστικά από αυτόν τον κόσμο που δεν ήταν δικός του. Αλλά ο Αβραάμ είχε πίστη και δεν αμφέβαλλε, αλλά πίστευε ότι το απίθανο θα γινόταν. Αν ο Αβραάμ είχε αμφιβάλλει, τότε θα είχε αναλάβει κάτι άλλο, κάτι μεγάλο και ευγενές. γιατί τι θα μπορούσε να είχε αναλάβει ο Αβραάμ παρά να ήταν μεγάλος και ευγενής! Θα είχε προχωρήσει στο όρος Μοριά, θα είχε σκίσει τα ξύλα, θα τα είχε πυροβολήσει και θα έβγαζε το μαχαίρι του από τη θήκη -θα φώναζε στον Θεό: «Μη περιφρονείς αυτή τη θυσία. Δεν είναι, πράγματι, το καλύτερο που έχω. Γιατί τι είναι ένας γέρος εναντίον ενός παιδιού που προειπώθηκε από τον Θεό; αλλά είναι το καλύτερο που μπορώ να σου δώσω. Ας μην μάθει ποτέ ο Ισαάκ ότι πρέπει να βρει παρηγοριά στα νιάτα του». Θα είχε βυθίσει το ατσάλι στο στήθος του. Και θα τον θαύμαζαν σε όλο τον κόσμο και το όνομά του δεν θα είχε ξεχαστεί. Αλλά είναι άλλο πράγμα να σε θαυμάζουν και άλλο, να είσαι ένα αστέρι που καθοδηγεί κάποιον ταραγμένο στο μυαλό. Αλλά ο Αβραάμ είχε πίστη. Δεν προσευχήθηκε για έλεος και για να επικρατήσει στον Κύριο: μόνο όταν επρόκειτο να γίνει δίκαιη τιμωρία στα Σόδομα και τα Γόμορρα, ο Αβραάμ τόλμησε να Τον ικετεύσει για έλεος.
—–Διαβάζουμε στη Γραφή: «Και ο Θεός πείραξε τον Αβραάμ, και του είπε: Αβραάμ· και είπε: Ιδού, εδώ είμαι». Εσύ, στον οποίο απευθύνομαι τώρα, έκανες το ίδιο; Όταν είδατε τις τρομερές οικονομίες της Πρόνοιας να πλησιάζουν απειλητικά, δεν είπατε τότε στα βουνά: Πέστε πάνω μου; και στους λόφους, σκέπασέ με; Ή, αν ήσασταν πιο δυνατοί στην πίστη, το βήμα σας δεν καθυστέρησε στο δρόμο, λαχταρώντας τα παλιά συνηθισμένα μονοπάτια, σαν να λέγαμε; Και όταν σε κάλεσε η φωνή, απάντησες, τότε, ή όχι στο Όλα, και αν το έκανες, μήπως χαμηλόφωνα ή ψιθυριστά; Όχι έτσι ο Αβραάμ, αλλά με χαρά και χαρά και εμπιστοσύνη- και με ηχηρή φωνή απάντησε: «Εδώ είμαι». Και διαβάζουμε περαιτέρω: «Και ο Αβραάμ σηκώθηκε νωρίς το πρωί». Βιάστηκε σαν να ήθελε να χαρεί- περίσταση, και νωρίς το πρωί βρισκόταν στο σημείο σημείο, στο όρος Μοριά. Δεν είπε τίποτα στη Σάρα, τίποτα στον Ελιέζερ, τον οικονόμο του. Γιατί ποιος θα είχε υπο- τον άντεξε; Ο πειρασμός του από την ίδια του τη φύση δεν Θα του δοθεί ο όρκος της σιωπής; «Έβαλε το ξύλο μέσα και έδεσε τον Ισαάκ τον γιο του, και τον έβαλε στο θυσιαστήριο πάνω στο ξύλο. Και εξετεινεν ο Αβρααμ την χειρα αυτου, και πήρε το μαχαίρι για να σκοτώσει τον γιο του». Ο ακροατής μου! Πολλά Υπήρξε ένας πατέρας που νόμιζε ότι με το παιδί του έχασε το πιο αγαπημένο από όλα όσα υπήρχαν στον κόσμο γι’ αυτόν. ακόμα Σίγουρα κανένα παιδί δεν ήταν ποτέ με αυτή την έννοια υπόσχεση του Θεού ως ήταν ο Ισαάκ στον Αβραάμ. Πολλοί πατέρες υπήρξαν που έχασε το παιδί του. αλλά τότε ήταν ο Θεός, ο αμετάβλητος και ανεξιχνίαστο θέλημα του Παντοδύναμου και το χέρι Του που πήρε το. Όχι έτσι με τον Αβραάμ. Γι’ αυτόν επιφυλάχθηκε μια πιο σκληρή δοκιμασία και η μοίρα του Ισαάκ τέθηκε στα χέρια του Αβραάμ μαζί με το μαχαίρι. Και εκεί στάθηκε, ο γέρος, με τη μόνη του ελπίδα! Ωστόσο, δεν αμφέβαλλε, ούτε κοίταζε ανήσυχος. αριστερά ή δεξιά, ούτε να προκαλέσει τον Ουρανό με το δικό του προσευχές. Ήξερε ότι ήταν ο Παντοδύναμος Θεός που τώρα έβαλε τον στη δοκιμασία? ήξερε ότι ήταν η μεγαλύτερη θυσία που θα μπορούσε να απαιτηθεί από αυτόν. αλλά ήξερε επίσης ότι καμία θυσία ήταν πολύ μεγάλο αυτό που απαιτούσε ο Θεός – και έβγαλε το δικό του μαχαίρι.
—–Που ενίσχυσε το χέρι του Αβραάμ, που στήριξε δεξί χέρι που έπεσε όχι ανίσχυρο; Γιατί αυτός που σκέφτεται πρότυπα αυτή η σκηνή είναι εκνευριστική. Ποιος ενίσχυσε τον Άμπρα- την ψυχή του Χαμ έτσι ώστε τα μάτια του να μην θαμπώνουν πολύ για να δουν Ισαάκ ή το κριάρι; Γιατί αυτός που συλλογίζεται αυτή τη σκηνή θα χτυπηθεί με τύφλωση. Κι όμως, είναι αρκετά σπάνιο ότι κάποιος είναι νευρικός ή έχει χτυπηθεί από τύφλωση, και ακόμα Πιο σπάνιο είναι να αφηγηθεί κανείς επάξια τι συνέβη μεταξύ πατέρα και γιου. Σίγουρα, ξέρουμε καλά. Αρκετά -δεν ήταν παρά μια δοκιμασία!
—–Αν ο Αβραάμ είχε αμφιβάλλει, όταν στεκόταν στο όρος Μοριά ; Αν είχε κοιτάξει γύρω του με απορία. αν είχε ανακάλυψε κατά λάθος το κριάρι πριν τραβήξει το μαχαίρι του. αν ο Θεός του είχε επιτρέψει να το θυσιάσει αντί για τον Ισαάκ -τότε θα επέστρεφε στο σπίτι, και όλα θα είχαν τελειώσει όπως και πριν, θα είχε τη Σάρα και θα είχε κρατήσει Ισαάκ; Και όμως πόσο διαφορετικά θα ήταν όλα! Για τότε η επιστροφή του ήταν μια φυγή, η σωτηρία του ένα ατύχημα, Η ανταμοιβή του ντροπή, το μέλλον του, ίσως, η απώλεια. Τότε δεν θα είχε δώσει μαρτυρία ούτε για την πίστη του ούτε για την Το έλεος του Θεού, αλλά θα είχε μαρτυρήσει μόνο για τον τρόμο να πάω στο όρος Μοριά. Τότε ο Αβραάμ δεν θα είχε ξεχαστεί, ούτε το όρος Μοριά. Θα ήταν άνδρες- όχι, λοιπόν, όπως είναι το όρος Αραράτ στο οποίο η Κιβωτός αποβιβάστηκαν, αλλά ως ένδειξη τρόμου, γιατί εκεί ήταν ο Αβραάμ αμφέβαλλε.
—–Σεβάσμιε πατριάρχη Αβραάμ! Όταν επέστρεψες σπίτι από το όρος Μοριά δεν χρειαζόσουν εγκώμια για να παρηγορήσεις Εσύ για ό,τι είχες χάσει. Γιατί, πράγματι, τα κέρδισες όλα και κράτησε ακόμα τον Ισαάκ, όπως όλοι γνωρίζουμε. Και ο Κύριος δεν έκανε πια πάρε τον από το πλευρό σου, αλλά κάθισες ευχαρίστως στο τραπέζι με Αυτόν στη σκηνή σου όπως και στην επόμενη ζωή, θα τον θέλεις, για πάντα. Σεβάσμιε πατριάρχη Αβραάμ! Χιλιάδες χρόνια έχουν πέρασε από τότε, αλλά και πάλι δεν χρειάζεσαι αργοπορημένο εραστή να αρπάξει τη μνήμη σου από τη δύναμη της λήθης, για κάθε Η γλώσσα σε θυμάται -κι όμως ανταμείβεις τον εραστή σου πιο ένδοξα από οποιονδήποτε, καθιστώντας τον ευλογημένο στην Ουρ, στήθος κι αιχμαλωτίζοντας την καρδιά και τα μάτια από το θαύμα του Η πράξη σου. Σεβάσμιε πατριάρχη Αβραάμ! Δεύτερος πατέρας του αγώνα! Εσύ που πρώτος αντιλήφθηκες και έγινες μάρτυρας αυτό το απεριόριστο πάθος που δεν έχει παρά περιφρόνηση για το τρομερό Πολεμήστε με τα μανιασμένα στοιχεία και τη δύναμη του Brute δημιουργία, για να παλέψουμε με τον Θεό. εσύ που ένιωσες πρώτος αυτό το ύψιστο από όλα τα πάθη, εσύ που βρήκες το άγιο, αγνό, ταπεινή έκφραση για τη θεϊκή τρέλα που ήταν μια θαυμάστε τους ειδωλολάτρες -συγχωρέστε αυτόν που θα μιλούσε Τον έπαινο σας, σε περίπτωση που δεν το έκανε σωστά. Μίλησε ταπεινά. σαν να αφορούσε την επιθυμία της καρδιάς του. Μίλησε εν συντομία, Όπως φαίνεται. αλλά δεν θα ξεχάσει ποτέ ότι χρειαζόσουν ένα εκατό χρόνια για να αποκτήσεις γιο από τα γηρατειά σου, ενάντια σε όλους προσδοκίες, ότι έπρεπε να τραβήξεις το μαχαίρι πριν γίνεις επιτρέπεται να κρατήσει τον Ισαάκ. Δεν θα ξεχάσει ποτέ ότι σε εκατό Τριάντα χρόνια δεν έφτασες ποτέ πιο μακριά από την πίστη.

ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΉ ΑΠΌΧΡΕΜΨΗ

—–Ένα παλιό ρητό, που προέρχεται από τον κόσμο της εμπειρίας, έχει ότι «αυτός που δεν θέλει να εργαστεί δεν θα φάει. Αλλά, παράξενο Για να πούμε, αυτό δεν ισχύει στον κόσμο όπου θεωρείται εφαρμόσιμο. Γιατί στον κόσμο της ύλης επικρατεί ο νόμος της ατέλειας, και βλέπουμε, ξανά και ξανά, ότι και αυτός που δεν θέλει να εργαστεί έχει ψωμί να φάει -πράγματι, ότι αυτός που κοιμάται έχει μεγαλύτερη αφθονία από αυτόν που εργάζεται. Στον κόσμο της ύλης τα πάντα ανήκουν σε όποιον τυχαίνει να τα κατέχει. είναι δέσμια του νόμου της αδιαφορίας. Και αυτός που τυχαίνει να κατέχει το Δαχτυλίδι έχει επίσης το Πνεύμα του Δαχτυλιδιού στη διάθεσή του, είτε τώρα είναι ο Νουρεντίν είτε ο Αλαντίν κι αυτός που ελέγχει τους θησαυρούς αυτού του κόσμου, τους ελέγχει, όπως κι αν το κατάφερε. Είναι διαφορετικά στον κόσμο του πνεύματος. Εκεί, επικρατεί μια αιώνια και θεϊκή τάξη, εκεί η βροχή δεν πέφτει στους δίκαιους και τους άδικους εξίσου, ούτε ο ήλιος λάμπει στους καλούς και στους κακούς εξίσου. Αλλά εκεί ισχύει το ρητό ότι αυτός που δεν θέλει να εργαστεί δεν θα φάει, και μόνο αυτός που ήταν ταραγμένος θα βρει ανάπαυση, και μόνο αυτός που κατεβαίνει στον κάτω κόσμο θα σώσει την αγαπημένη του, και μόνο αυτός που θα βγάλει το μαχαίρι του θα ξαναδοθεί ο Ισαάκ. Εκεί, αυτός που δεν θα εργαστεί δεν θα φάει, αλλά θα εξαπατηθεί, όπως οι θεοί εξαπάτησαν τον Ορφέα με μια άυλη μορφή αντί της αγαπημένης του Ευρυδίκης, τον εξαπάτησαν επειδή ήταν ερωτοχτυπημένος και όχι θαρραλέος, τον εξαπάτησαν επειδή ήταν παίκτης στην κιθάρα παρά άνθρωπος. Εκεί, ωφελεί να μην έχει κανείς έναν Αβραάμ για πατέρα του ή να έχει δεκαεπτά προγόνους. Αλλά σε εκείνον τον κόσμο ο λόγος για τις παρθένες του Ισραήλ θα ισχύει για αυτόν που δεν θα εργαστεί: αυτός θα φέρει άνεμο. Αλλ’ οστις θελη να εργασθη, θελει γεννησει τον εαυτον πατερα.
—–Υπάρχει ένα είδος μάθησης που θα εισήγαγε αλαζονικά στον κόσμο του πνεύματος τον ίδιο νόμο της αδιαφορίας κάτω από τον οποίο στενάζει ο κόσμος της ύλης. Πιστεύεται ότι το να γνωρίζεις για σπουδαίους άνδρες και μεγάλες πράξεις είναι αρκετά αρκετό και ότι δεν χρειάζεται άλλη προσπάθεια. Και επομένως αυτή η μάθηση δεν θα φάει, αλλά θα χαθεί από την πείνα βλέποντας όλα τα πράγματα να μεταμορφώνονται σε χρυσό με το άγγιγμά της. Και τι, ευτυχώς, γνωρίζει πραγματικά αυτή η μάθηση; Υπήρχαν πολλές χιλιάδες σύγχρονοι, και αμέτρητοι άνδρες σε μεταγενέστερους καιρούς, που γνώριζαν τα πάντα για τους θριάμβους του Μιλτιάδη. αλλά υπήρχε μόνο ένας που τον άφησαν άυπνο. Υπήρξαν αμέτρητες γενιές που γνώριζαν απ’ έξω, λέξη προς λέξη, την ιστορία του Αβραάμ. αλλά πόσους έχει κάνει άυπνους;
—–Τώρα η ιστορία του Αβραάμ έχει την αξιοσημείωτη ιδιότητα να είναι πάντα ένδοξη, με την περιορισμένη έννοια που γίνεται κατανοητή. Ωστόσο, και εδώ το θέμα είναι αν κάποιος εννοεί να κοπιάσει και να αγωνιστεί. Τώρα οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται να εργαστούν και να αγωνιστούν, αλλά επιθυμούν ωστόσο να κατανοήσουν την ιστορία. Εξυμνούν τον Αβραάμ, αλλά πώς; Εκφράζοντας το ζήτημα με τους πιο γενικούς όρους και λέγοντας: «το σπουδαίο σε αυτόν ήταν ότι αγαπούσε τον Θεό τόσο ένθερμα ώστε ήταν πρόθυμος να θυσιάσει σε Αυτόν το πιο πολύτιμο απόκτημά του». Αυτό είναι πολύ αλήθεια. αλλά «το πολυτιμότερο απόκτημα» είναι μια αόριστη έκφραση. Καθώς οι σκέψεις και το στόμα κάποιου τρέχουν πάνω του, υποθέτει, με πολύ εύκολο τρόπο, την ταυτότητα του Ισαάκ και «το πιο πολύτιμο απόκτημα» -κι εν τω μεταξύ αυτός που διαλογίζεται μπορεί να καπνίσει την πίπα του και το κοινό του να τεντώσει άνετα τα πόδια του. Αν ο πλούσιος νέος που συνάντησε ο Χριστός στο δρόμο του είχε πουλήσει όλα τα υπάρχοντά του και τα είχε δώσει όλα στους φτωχούς, θα τον δοξάζαμε όπως εξυμνούμε όλα όσα είναι μεγάλα -ναι, δεν θα καταλαβαίναμε ούτε αυτόν χωρίς κόπο. Και όμως δεν θα είχε γίνει ποτέ Αβραάμ, παρά το γεγονός ότι θυσίασε τα πιο πολύτιμα υπάρχοντα που είχε. Αυτό που οι άνθρωποι γενικά ξεχνούν στην ιστορία του Αβραάμ είναι ο φόβος και η ανησυχία του. Γιατί όσον αφορά τα χρήματα, δεν είναι κανείς ηθικά υπεύθυνος γι’ αυτά, ενώ για τον γιο του ο πατέρας έχει την υψηλότερη και πιο ιερή ευθύνη. Ωστόσο, ο φόβος είναι τρομερό πράγμα για τα δειλά πνεύματα, γι’ αυτό τον παραλείπουν. Και όμως θέλουν να μιλήσουν για τον Αβραάμ.
—–Έτσι συνεχίζουν να μιλούν, και στην πορεία της ομιλίας τους οι δύο όροι Ισαάκ και «το πολυτιμότερο» χρησιμοποιούνται εναλλάξ, και όλα είναι στην καλύτερη σειρά. Αλλά τώρα ας υποθέσουμε ότι ανάμεσα στο κοινό υπήρχε ένας άνθρωπος που υπέφερε από αϋπνία =και τότε η πιο τρομερή και βαθιά, η πιο τραγική και ταυτόχρονα η πιο κωμική παρεξήγηση είναι εντός του εύρους της πιθανότητας. Δηλαδή, ας υποθέσουμε ότι αυτός ο άνθρωπος πηγαίνει σπίτι και θέλει να κάνει όπως έκανε ο Αβραάμ. γιατί ο γιος του είναι το πολυτιμότερο απόκτημά του. Αν κάποιος ιεροκήρυκας το μάθαινε αυτό, ίσως πήγαινε κοντά του, μάζευε όλη του την πνευματική αξιοπρέπεια και αναφωνούσε: «Αποτρόπαιο πλάσμα, αποβράσματα της ανθρωπότητας, τι διάβολος σε κατείχε για να θέλεις να σκοτώσεις Ο γιος σου;» Και αυτός ο ιεροκήρυκας, που δεν είχε νιώσει καμία συμμετοχή. ζεστασιά, ούτε ίδρωσε ενώ μιλούσε για την Aβραάμ, αυτός ο ιεροκήρυκας θα έμενε έκπληκτος και ο ίδιος με το κέρδος- οργή με την οποία έχυσε τους κεραυνούς του εναντίον Αυτός ο καημένος ο φουκαράς. Πράγματι, θα χαιρόταν για τον εαυτό του, γιατί ποτέ δεν είχε μιλήσει με τόση δύναμη και χρίσμα, και θα έλεγε στη γυναίκα του: «Είμαι ρήτορας, το μόνο πράγμα που Μου έλειπε μέχρι στιγμής ήταν η ευκαιρία. Την περασμένη Κυριακή, όταν μιλώντας για τον Αβραάμ, δεν ένιωσα καθόλου ενθουσιασμένος». Τώρα, αν αυτός ο ίδιος ρήτορας είχε λίγη λογική να διαθέσει, Πιστεύω ότι θα τα έχανε αν ο αμαρτωλός απαντούσε, μ ήσυχα και αξιοπρεπή τρόπο: «Μα, ήταν στο ίδιο ακριβώς χαλί- Κήρυξες την περασμένη Κυριακή!» Ωστόσο, θα μπορούσε η ιεροκήρυκας έχουν κάνει τέτοιες σκέψεις; Ωστόσο, αυτό ήταν την υπόθεση, και το λάθος του ιεροκήρυκα ήταν απλώς ότι δεν γνώριζε- για τι πράγμα μιλούσε. Αχ, θα μπορούσε κάποιος ποιητής θα μπορούσε να δει τον δρόμο του ελεύθερο για να προτιμήσει μια τέτοια κατάσταση από τον πράγματα και ανοησίες από τα οποία είναι γεμάτα μυθιστορήματα και κωμωδίες! Γιατί το κωμικό και το τραγικό εδώ τρέχουν παράλληλα με το άπειρο. Το κήρυγμα ήταν μάλλον αρκετά γελοίο από μόνο του, αλλά έγινε απείρως γελοίο μέσω της πολύ φυσικής συνέπειας Ως εκ τούτου, είχε. Ή, ας υποθέσουμε ότι τώρα ο αμαρτωλός μεταστράφηκε με αυτή τη διάλεξη χωρίς να τολμήσω να προβάλω καμία αντίρρηση, και Αυτός ο ζηλωτής θείος πήγε τώρα στο σπίτι του ενθουσιασμένος, χαρούμενος για την αποτελεσματικότητα, όχι μόνο στον άμβωνα, αλλά και κυρίως, και με ακαταμάχητη δύναμη, ως πνευματικός οδηγός, εμπνέοντας το ποίμνιό του την Κυριακή, ενώ τη Δευτέρα θα τοποθετούσε τον εαυτό του σαν χερουβείμ με φλεγόμενο σπαθί πριν Ο άνθρωπος που με τις πράξεις του προσπάθησε να πει ψέματα στους ηλικιωμένους λέγοντας ότι «η πορεία του κόσμου δεν ακολουθεί την πορεία του ιερέα λέξη»…

(τέλος αποσπ.)

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *