Ogawa Yōko Απαλά Περιγράφει Σκληρά…

—–Η Γιόκο Ογκάουα (Ogawa Yōko) είναι Ιάπων συγγραφέας. Το έργο της έχει κερδίσει όλα τα σημαντικά ιαπωνικά λογοτεχνικά βραβεία, συμπεριλαμβανομένου του Bραβείου Akutagawa και του Bραβείου Yomiuri. Διεθνώς, έχει λάβει το Bραβείο Shirley Jackson και το American Book Award. Η Αστυνομία Μνήμης ήταν επίσης στη βραχεία λίστα για το Διεθνές Βραβείο Μπούκερ το 2020. Μερικά από τα πιο γνωστά έργα της είναι τα The Memory Police, The Housekeeper and the Professor, The Diving Pool και Hotel Iris.
—–Γεννήθηκε 30 Μάρτη 1962 στην Οκαγιάμα του νομού Οκαγιάμα. Μεγαλώνοντας σε οικογένεια που ακολουθούσε τη θρησκεία Konkōkyō, επηρεάστηκε από την ανατροφή της σε νοικοκυριό με βαθειές θρησκευτικές κι εκπαιδευτικές αξίες. Αποφοίτησε με πτυχίο φιλολογίας από το Πανεπιστήμιο Waseda του Τόκιο. Όταν παντρεύτηκε τον μηχανικό χαλυβουργίας, παράτησε τη δουλειά της ως γραμματέας ιατρικού πανεπιστημίου κι έγραφε ενώ ο σύζυγος ήταν στη δουλειά. Αρχικά, έγραφε μόνο ως χόμπι κι ο σύζυγός της δεν συνειδητοποίησε ότι ήτανε συγγραφέας μέχρι που το ντεμπούτο της μυθιστόρημα, The Breaking of the Butterfly, έλαβε λογοτεχνικό βραβείο. Η νουβέλα της Ημερολόγιο Εγκυμοσύνης, γραμμένη σε σύντομα διαστήματα όταν ο γιος της ήταν νήπιο, κέρδισε το διάσημο βραβείο λογοτεχνίας Akutagawa, εδραιώνοντας έτσι τη φήμη της στην Ιαπωνία. Σήμερα ζει στην Ashiya στην Ιαπωνία.

—–Από το 1988, έχει δημοσιεύσει περισσότερα από 50 έργα μυθοπλασίας και μη. Μεγάλο μέρος της δουλειάς της δεν έχει ακόμη μεταφραστεί στα αγγλικά. Το 2006, συνεργάστηκε με τον μαθηματικό Masahiko Fujiwara για να γράψει το An Introduction to the World’s Most Elegant Mathematics, διάλογο για την εξαιρετική ομορφιά των αριθμών. Η δουλειά της έχει δημοσιευτεί στο New Yorker, στο A Public Space και στο Zoetrope.
—–Η Ogawa διάβαζε παιδική λογοτεχνία από όλο τον κόσμο από τα χρόνια του δημοτικού σχολείου και μετά και το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ είχε απήχηση στο γυμνάσιο. Τελικά, άρχισε να διαβάζει ευρέως την ιαπωνική λογοτεχνία και στο Πανεπιστήμιο Waseda επηρεάστηκε από συγγραφείς όπως ο Kanai Mieko, ο Ōe Kenzaburō κι ο Murakami Haruki. Στη συνέχεια, οι μεταφράσεις του Μουρακάμι και της λογοτέχνιδας Shibata Motoyuki αναζωπύρωσαν το ενδιαφέρον της για τη ξένη γραφή. Λέει ότι ο Αμερικανός συγγραφέας Paul Auster είχε ιδιαίτερη επίδραση πάνω της. «Ο Όστερ γράφει μια προφορική λογοτεχνία -νιώθεις σαν να έχει γράψει μια ιστορία που του είπε κάποιος, αντί να τη δημιουργήσει ο ίδιος. Η μετάφραση του Shibata ήταν επίσης πολύ σημαντική, αλλά όταν διάβασα το Moon Palace σκέφτηκα «Έτσι θα ήθελα να γράψω». Σαν να είμαι απλώς ένα μέσο για να μεταφέρω μια ιστορία από τον έξω κόσμο».

—–Υπήρξε περίοδος στα νιάτα της, λέει η Ogawa, που ‘θελε να μεταφέρει την εσωτερική της φωνή, αλλά θυμάται σταδιακή μετατόπιση του ενδιαφέροντος σε άλλους ανθρώπους. «Υπήρχανε πολλές ιστορίες έξω από μένα που ‘πρεπε να εκφράσω με λόγια και να πω στον κόσμο. Ακόμη και χωρίς να ξέρω τι έκανα, αποκρυπτογραφούσα αυτές τις ιστορίες που ήταν θαμμένες σαν απολιθώματα -συνειδητοποίησα ότι μπορούσα να γράψω φυσικά με αυτόν τον τρόπο».
—–Μερικά χρόνια αφότου έκανε το ντεμπούτο της ως μυθιστοριογράφος, ένιωθε ότι όλοι οι χαρακτήρες των βιβλίων της ήταν νεκροί κατά κάποιο τρόπο. Ακόμα κι αν είναι πολύ σοκαρισμένοι ή τους φέρονται εξωφρενικά, δεν μπορούν να το περιγράψουν με λόγια. Για παράδειγμα, όταν οι άνθρωποι δεν μπορούν να εκφράσουν μια σκέψη όπως «Γιατί έπρεπε να πεθάνει το παιδί μου;» θα μπορούσατε να πείτε ότι εργάζομαι για να τους δώσω λέξεις μέσα από την ιστορία μου. Φυσικά, υπάρχει και φυσικός θάνατος, αλλ’ αυτοί οι χαρακτήρες είναι νεκροί με την έννοια ότι έχουνε χάσει τα λόγια τους σε ένα κόσμο που αποτελείται απ’ αυτούς.

«Όταν απεικονίζω τους χαρακτήρες, ο ρόλος του αφηγητή είναι σημαντικός. Αν δεν μπορώ ν’ αποφασίσω ποιος είναι ο αφηγητής ή την άποψη που ‘χει αυτό το άτομο, οι φωνές των νεκρών δεν θα περάσουν στον αναγνώστη. Η αφηγήτρια του The Memory Police είναι απ’ αυτές που της έχουν αφαιρέσει τις αναμνήσεις. Στο Little Boxes, η θεματοφύλακας των κουτιών δεν έχει χάσει παιδί κι αυτό δημιουργεί απόσταση. Σκέφτηκα ότι το να την απομακρύνω κάπως θα μου επέτρεπε να τη κάνω πιο αντικειμενική παρατηρήτρια».

—–Για την Ogawa, όταν ξεκινά ένα μυθιστόρημα, οι εικόνες κι η αίσθηση του τόπου είναι πιο σημαντικά από τη πλοκή. «Αν το καλοσκεφτώ, πάντα έγραφα ιστορίες για ανθρώπους κλεισμένους σε μικρούς χώρους. Κλειστές τοποθεσίες όπως δωμάτια νοσοκομείων, μουσεία και βιβλιοθήκες παίζουν σημαντικό ρόλο στα έργα της. Αυτό μπορεί να συνδέεται με την Άννα, αλλά έχω την αίσθηση ότι οι μικροί χώροι είναι ασφαλείς. Το τελευταίο μου μυθιστόρημα βασίζεται στην ιδέα ότι οι ψυχές δεν μπορούν να βλάψουν αν κρατηθούν μέσα στα όρια ενός κουτιού».
—–Δημοσιεύτηκε στην Ιαπωνία το 2019, το Kobako (Little Boxes) διαδραματίζεται σ’ ένα κόσμο που δεν υπάρχουν άλλα παιδιά. Ο αφηγητής ζει σε ένα πρώην νηπιαγωγείο. Στην κεντρική αίθουσα, σειρές από μικρά γυάλινα κουτιά γεμίζουν με αντικείμενα από γονείς που αντιστοιχούν στο πόσο έχουν μεγαλώσει τα παιδιά τους. Αυτά κυμαίνονται από βελούδινα παιχνίδια, καραμέλες και βιβλία μελέτης kanji μέχρι προϊόντα ακμής, ακόμη κι αλκοόλ. Την εποχή που φυσά δυτικός άνεμος, οι ενήλικες φοράνε σκουλαρίκια με μικρά όργανα, όπως άρπες με τα μαλλιά των παιδιών ή κουδούνια που περιέχουνε καρφιά και βρεφικά δόντια και σκαρφαλώνουνε σε ψηλό έδαφος όπου ο άνεμος είναι πιο δυνατός. Εκεί συγκινούνται ο καθένας από τη μοναχική μουσική τους.

—–Αυτό το μοτίβο προέρχεται από τοπική παράδοση που παρατήρησε η Ogawa στη διάρκεια ταξιδιού στο Tōhoku το 2013, που οι γονείς αφιερώνουν ema (ξύλινες αναθηματικές πλάκες) με σκηνές γάμου ή γυάλινες θήκες με κούκλες που αντιπροσωπεύουν τη νύφη και τον γαμπρό σε ναούς, έτσι ώστε τα νεκρά παιδιά τους να μπορούν να παντρευτούν στη μετά θάνατον ζωή. Είδε επίσης γυάλινες θήκες με παιχνίδια και χαρτικά. Στο παρελθόν, πολλοί γονείς αφιέρωναν ema για λογαριασμό των γιων που είχανε πεθάνει στον πόλεμο, ενώ πρόσφατα χρησιμοποιούνται συχνά για παιδιά που έχουνε πεθάνει από ατυχήματα, ασθένειες ή καταστροφές όπως το τσουνάμι του 2011.
—–Η γαλλική ταινία του 2005 L’Annulaire (Το δαχτυλίδι) βασίστηκε εν μέρει στο Kusuriyubi no hyōhon της. Το μυθιστόρημά της The Housekeeper and the Professor διασκευάστηκε στην ταινία The Professor’s Beloved Equation (!!!!!). Σε συνεργασία με τα στούντιο της Amazon, ο Reed Morano κι ο Charlie Kaufman πρόκειται να διασκευάσουν το The Memory Police.
—–Ο Kenzaburō Ōe έχει πει: «Η Yoko Ogawa είναι σε θέση να εκφράσει τις πιο λεπτές λειτουργίες της ανθρώπινης ψυχολογίας σε πεζογραφία που ‘ναι απαλή αλλά διεισδυτική». Ο μεταφραστής της στα αγγλικά, Stephen Snyder, έχει πει ότι «Υπάρχει φυσικότητα σ’ αυτά που γράφει, οπότε δεν αισθάνεται ποτέ αναγκασμένος. Η αφήγησή της φαίνεται να ρέει από πηγή που είναι δύσκολο να εντοπιστεί».

—–Συχνά, εξερευνά το θέμα της μνήμης στα έργα της. Π.χ., το The Housekeeper and the Professor ακολουθεί καθηγητή μαθηματικών που δεν μπορεί να θυμηθεί τίποτα για περισσότερο από 80 λεπτά και το The Memory Police είναι για ομάδα νησιωτών που σταδιακά ξεχνάνε την ύπαρξη ορισμένων πραγμάτων, όπως πουλιά ή λουλούδια. Η ανθρώπινη σκληρότητα εμφανίζεται ως άλλο εξέχον θέμα στο έργο της, καθώς ενδιαφέρεται να εξερευνήσει τι ωθεί τους ανθρώπους να διαπράττουνε πράξεις σωματικής ή συναισθηματικής βίας. Γράφει συχνά για τα γυναικεία σώματα και το ρόλο της γυναίκας σε οικογένεια, κάτι που έχει οδηγήσει πολλούς να τη χαρακτηρίσουν ως φεμινίστρια συγγραφέα. Η Ogawa διστάζει σχετικά με αυτήν την ετικέτα, δηλώνοντας αντ’ αυτού ότι απλώς κοίταξε τον κόσμο των χαρακτήρων της και κράτησε σημειώσεις από αυτό που έκαναν.
—–Το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ υπήρξε σημαντική πηγή έμπνευσης για κείνη σε όλη τη διάρκεια της καρριέρας της. Συνάντησε 1η φορά το ημερολόγιο ως έφηβη κι εμπνεύστηκε να ξεκινήσει δικό της, γράφοντας στην Άννα σαν να ‘τανε φίλοι. Σημειώνει πώς η καρδιά και το μυαλό της Άννας ήταν τόσο πλούσια κι ότι το ημερολόγιό της απέδειξε ότι οι άνθρωποι μπορούν να αναπτυχθούν ακόμη και σε τόσο περιορισμένη κατάσταση. Και το γράψιμο θα μπορούσε να δώσει στους ανθρώπους ελευθερία. Δεδομένων των θεμάτων της δίωξης και του εγκλεισμού, το The Memory Police ειδικότερα είναι η απάντηση στο ημερολόγιο της Anne και στο Ολοκαύτωμα γενικότερα.

—–Ενώ ήταν στο Πανεπιστήμιο Waseda, επηρεάστηκε από συναδέλφους της Ιάπωνες συγγραφείς όπως η Mieko Kanai, ο Kenzaburō Ōe κι ο Haruki Murakami. Ένιωσε επίσης επηρεασμένη από τον Αμερικανό συγγραφέα Πολ Όστερ, που πιστεύει ότι γράφει μια προφορική λογοτεχνία -νιώθει σαν να έχει γράψει ιστορία που του είπε κάποιος, αντί να τη δημιουργεί ο ίδιος. Η μετάφραση της Shibata ήταν επίσης πολύ σημαντική, αλλά όταν διάβασε το Moon Palace σκέφτηκε ότι έτσι θα ‘θελε να γράψει. Σαν να είναι απλώς μέσο για να μεταφέρεο μια ιστορία από τον έξω κόσμο.
—–Το The Memory Police, μετάφραση του 2019 του μυθιστορήματος της Ogawa Yōko που γράφτηκε 1η φορά 25 χρόνια πριν, έφερε νέα προσοχή σε ένα βιβλίο που, ίσως παραδόξως, θεωρείται ότι μιλά ιδιαίτερα για την εποχή του 21ου α. Η εκδοχή του Stephen Snyder για το Hisoyaka na kesshō της Ogawa το 1994 ήτανε φιναλίστ για το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου Μεταφρασμένης Λογοτεχνίας κι έχει φτάσει στο στάδιο της μακράς λίστας του Διεθνούς Βραβείου Booker. Έχει κερδίσει νέους αναγνώστες ως παγκόσμια ιστορία μνήμης κι απώλειας, ενώ ερμηνεύεται επίσης στο πλαίσιο της τάσης για δυστοπική μυθοπλασία στον αγγλόφωνο κόσμο.

—–Αφηγούμενη την εμπειρία της σε συνεντεύξεις στα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, η Ogawa λέει ότι ενώ ένιωθε ότι η ουσία του έργου είχε μεταφερθεί διεξοδικά μέσω της μετάφρασης, εξεπλάγη από τους συνδέσμους που έκαναν οι δημοσιογράφοι με τη τρέχουσα πολιτική κατάσταση των ΗΠΑ. «Μου έκαναν πολιτικές ερωτήσεις που κανείς δεν έκανε πριν από 25 χρόνια. Δεν είχα καμμία πρόθεση να απεικονίσω σκηνικό του εγγύς μέλλοντος ως πολιτική δήλωση -προοριζόταν να μοιάζει πιότερο με το παρελθόν, πριν γεννηθώ. Αλλά όταν ξαναδιάβασα το βιβλίο 1η φορά μετά από πολύ καιρό, σοκαρίστηκα που είχα συμπεριλάβει το τσουνάμι κι είναι τρομακτικό να σκέφτομαι ότι αντί να απομακρυνθώ περισσότερο από τον κόσμο που δημιούργησα στο βιβλίο, οι σύγχρονοι αναγνώστες το συνδέουν με το εγγύς μέλλον».
—–Η Αστυνομία Μνήμης διαδραματίζεται σε νησί που ταλανίζεται από την αθόρυβη εξαφάνιση από τη μνήμη των ανθρώπων για τα πάντα, από πουλιά και λουλούδια μέχρι φωτογραφίες κι ημερολόγια. Οι εξαφανίσεις συνδυάζονται με αλλαγές στον φυσικό κόσμο κι η μυστική αστυνομία καταστρέφει όσα αντικείμενα έχουν απομείνει. Μόλις φύγουν, οι περισσότεροι από τους νησιώτες δεν γνωρίζουνε καν τι έχουνε χάσει, αλλά όσοι κάτοικοι θυμούνται κυνηγούνται από την αστυνομία κι απομακρύνονται. Μια μέρα η αφηγήτρια, μια συγγραφέας, κρύβει τον εκδότη της σε ένα υπόγειο δωμάτιο.

—–Το The Memory Police εκδόθηκε στα ιαπωνικά το 1994. Το επόμενο έτος ο μεγάλος σεισμός Hanshin-Awaji προκάλεσε περισσότερους από 6.000 θανάτους κι η αίρεση Aum Shinrikyō εξαπέλυσε συγκλονιστική επίθεση με αέρια στις γραμμές του μετρό του Τόκιο. Το 2001, οι τρομοκρατικές επιθέσεις της 11 Σεπτέμβρη εκτόξευσαν τις παγκόσμιες εντάσεις στα ύψη. Στη συνέχεια, ο μεγάλος σεισμός της Ανατολικής Ιαπωνίας το 2011 σκότωσε περισσότερους από 18.000 ανθρώπους κι οδήγησε σε μεγάλο πυρηνικό ατύχημα στον πυρηνικό σταθμό Φουκουσίμα Νταϊίτσι. Η Ogawa λέει ότι τα τελευταία 25 χρόνια της έδειξαν την ευπάθεια του καθημερινού κόσμου, οδηγώντας τη στη πεποίθηση ότι ο θάνατος δεν σημαίνει διακοπή των δεσμών με τα αγαπημένα της πρόσωπα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο επέλεξε να γράψει για πενθούντες γονείς που περνάνε κάθε μέρα πιστεύοντας ότι τα παιδιά τους συνεχίζουν να μεγαλώνουν μετά το θάνατό τους.
—–Η ιστορία είναι πράγματι σχετική με τις σημερινές ανησυχίες για τη κοινωνία της επιτήρησης, τη χειραγώγηση των μέσων ενημέρωσης και τον αυταρχισμό. Όταν το έγραφε, ωστόσο, η Ogawa ένιωθε ότι απέτιε φόρο τιμής στο The Diary of a Young Girl της Άννας Φρανκ, που της έκανε έντονη εντύπωση όταν το διάβασε ως έφηβη. Ένα πράγμα που της δίδαξε ήταν ότι της είχε δοθεί η ελευθερία να εκφράσει με λόγια αυτό που ‘νιωθε μέσα της.

«Για μένα, η ανάγνωση του Ημερολογίου ενός νεαρού κοριτσιού ήταν ο λόγος που ‘γινα συγγραφέας. Τη μέρα που η συγγραφέας μετακομίζει στο μυστικό δωμάτιο, βρέχει πολύ. Το ίδιο ίσχυε και για την Άννα Φρανκ και την οικογένειά της. Καθώς όλοι χαμήλωσαν τα κεφάλια τους και περνούσανε βιαστικά μέσα από τη νεροποντή, κανείς δεν αμφισβήτησε τον γρήγορο ρυθμό τους προς τη κρυψώνα. Η σκηνή μου είχε σκοπό ν’ αποτίσει φόρο τιμής στην Άννα».

—–Η Ogawa ήθελε να βάλει την εμπειρία της Frank στη δική της ιστορία. Γράφοντας για κάποιον που της πήρανε τόσα πολλά πράγματα χωρίς καλό λόγο, σκέφτηκε ότι η καταπιεστική φύση της κοινωνίας θα αποκαλυπτόταν φυσικά. Ταυτόχρονα, ήθελε να γράψει για χαμένες αναμνήσεις. Αρχικά αυτές ήταν ξεχωριστές ιδέες, αλλά κάποια στιγμή συνδέθηκαν και αποφάσισε να δημιουργήσει μια ιστορία με σκηνικό νησί.

«Στην ιστορία, οι εξαφανίσεις οδηγούν σε απόγνωση, αλλά ως συγγραφέας βρήκα ικανοποίηση γράφοντας αυτές τις σκηνές – για παράδειγμα, όταν τα πουλιά πετούν μακριά ή όταν το ποτάμι καλύπτεται με πεσμένα ροδοπέταλα. Αυτές οι στιγμές εξαφάνισης μου ήρθαν έντονα κι η απόλαυση να τις αφήσω κάτω με βοήθησε να συνεχίσω να γράφω μέχρι το τέλος του βιβλίου».

—–Πολλοί από τους χαρακτήρες του Ogawa υπάρχουν σε ήσυχες γωνιές της κοινωνίας. Το ενδιαφέρον της για αυτού του είδους τους ανθρώπους χρονολογείται από την παιδική της ηλικία. Το σπίτι της οικογένειας του πατέρα της στην επαρχία Οκαγιάμα ήταν μια εκκλησία για το Konkōkyō, μια αίρεση Shintō, και γεννήθηκε και μεγάλωσε εκεί. «Η εκκλησία ήταν ένας τόπος συγκέντρωσης για κάθε είδους ανθρώπους χωρίς κοινωνική θέση, σε μια σειρά από διαφορετικές περιστάσεις. Οι άνθρωποι θεωρούνταν ίσοι εκεί. Στα μυθιστορήματά μου, υπάρχουν πολλοί χαρακτήρες που δυσκολεύονται να ζήσουν στην κοινωνία λόγω κάτι που τους λείπει. Ίσως επηρεάστηκα από το γεγονός ότι συνάντησα τόσους πολλούς τέτοιους ανθρώπους όταν ήμουν παιδί. Έχουν παρασυρθεί σε μια γωνία, όπου φαίνεται να ζουν στα πρόθυρα να τους καταπιεί το σκοτάδι».

—–Το Little Boxes είναι για γονείς που έχουν χάσει τα παιδιά τους, ενώ ένα παλαιότερο μυθιστόρημα, το Kotori (Little Birds), αφηγείται την ιστορία 2 αδελφών που μπορούν να επικοινωνήσουν μόνο με πουλιά. Στο μπεστ-σέλλερ της Hakase no aishita sūshiki (μτφρ. Η οικονόμος και ο καθηγητής), ο καθηγητής μπορεί να θυμηθεί μόνο τα τελευταία 80 λεπτά. Η μνήμη είναι τακτική ανησυχία για την Ogawa στα γραπτά της. «Στο Little Boxes έχει χαρακτήρες που έχουν εμμονή με τις αναμνήσεις, αλλά είναι αναπόφευκτο θέμα όταν απεικονίζουν ανθρώπους. Θα μπορούσατε να πείτε ότι οι άνθρωποι αποτελούνται από αναμνήσεις. Η περιορισμένη μνήμη του καθηγητή έφερε σε ανακούφιση την ανθρωπιά του και τις αλληλεπιδράσεις του με τους ανθρώπους γύρω του: την οικονόμο και τον γιο της». Τα μαθηματικά, άλλο βασικό στοιχείο της ιστορίας, δημιουργήθηκαν όταν η Ogawa έκανε σύνδεση μεταξύ της διαταραχής μνήμης και των μαθηματικών, λέει.

«Στη συνέχεια θα ήθελα να γράψω ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται σε ένα θέατρο».

—–Εκτός από την απόλαυση των θεατρικών έργων, η Ogawa σημειώνει ότι στη βιομηχανία ένα θέατρο είναι γνωστό ως hako, ή «κουτί», κι είναι απομονωμένο από τον έξω κόσμο χωρίς κίνηση μεταξύ της σκηνής και του κοινού. «Στο τέλος, φαντάζομαι πάντα το ίδιο μέρος. Μπορώ να γράψω με μια αίσθηση σιγουριάς για έναν χώρο με σαφές περίγραμμα. Δεν μπορώ να γράψω μια περιπέτεια όπου οι χαρακτήρες ξεσπούν πέρα από αυτό».

—–Ενώ η αντίσταση είναι επαναλαμβανόμενο στοιχείο στο The Memory Police, στο Little Boxes υπάρχει συντριπτική αίσθηση παραίτησης. «Όταν οι άνθρωποι χάνουν κάτι πολύτιμο για αυτούς με φυσικά μέσα, νομίζω ότι είναι σε θέση να το αποδεχτούν. Ακόμη και η απώλεια παιδιών είναι μέρος μιας φυσικής πρόνοιας, η οποία περιλαμβάνει τον θάνατο. Αφιερώνοντας διάφορα πράγματα στα κουτιά στις ψυχές των παιδιών τους και επικοινωνώντας μαζί τους μέσω της μουσικής που ακούν, προσπαθούν να ζήσουν με αυτή την πρόνοια. Μπορεί οι τεχνητές, πολιτικές εξαφανίσεις στον κόσμο του The Memory Police να δημιουργούν μια εντελώς διαφορετική αίσθηση απώλειας από αυτή στο Little Boxes».

ΒΡΑΒΕΊΑ:

1988: Λογοτεχνικό Βραβείο Kaien (Benesse) ντεμπούτο The Breaking of the Butterfly (Agehacho ga kowareru toki, 揚羽蝶が壊れる時)
1990: Βραβείο Akutagawa για το Ημερολόγιο Εγκυμοσύνης (Ninshin karendaa, 妊娠 カレンダー)
2004: Βραβείο Yomiuri, Βραβείο Βιβλιοπώλη για την Αγαπημένη Εξίσωση του Καθηγητή (Hakase no aishita sūshiki, 博士の愛した数式, μεταφρασμένο ως Η οικονόμος και ο καθηγητής)
2004: Βραβείο Izumi Kyōka για το Burafuman no maisō, ブラフマンの埋葬
2006: Βραβείο Τανιζάκι για το Σπιρτόκουτο της Μίνα (Mīna no kōshin, ミーナの行進)
2008: Βραβείο Shirley Jackson για το The Diving Pool
2014: Σύντομη λίστα του Βραβείου Ανεξάρτητης Ξένης Μυθοπλασίας για το Revenge: Eleven Dark Tales (Ιαπωνικά, μτφρ. Stephen Snyder)
2020: Αμερικανικό Βραβείο Βιβλίου για το The Memory Police (Ιαπωνικά, μτφρ. Stephen Snyder)
2021: Μετάλλιο με Μωβ Κορδέλα
2022: Διεθνής Συγγραφέας της Βασιλικής Εταιρείας Λογοτεχνίας

ΕΡΓΑ:

Μυθιστορήματα Νουβέλλες (αγγ. μτφρ.)
Η πισίνα καταδύσεων (Daibingu puru, ダイヴィング・プール, 1990; Ninshin karendā, 妊娠カレンダー, 1991; Dormitory, ドミトリイ, 1991); μετ. Stephen Snyder, Νέα Υόρκη: Picador, 2008
The Memory Police (Hisoyaka na kesshō, 密やかな結晶, 1994), μετ. Stephen Snyder,
Hotel Iris (Hoteru Airisu, ホテル・アイリス, 1996), μετ. Stephen Snyder.
Η οικονόμος κι ο καθηγητής (Hakase no ai shita sūshiki, 博士の愛した数式, 2003); μετ. Stephen Snyder,
Το σπιρτόκουτο της Μίνα (Mīna no kōshin, ミーナの行進, 2006); μετ. Stephen Snyder

Διηγήματα & συλλογές
“Ημερολόγιο εγκυμοσύνης” (Ninshin karendā, 妊娠カレンダー, 1991); μετ. Stephen Snyder,
“The Cafeteria in the Evening and a Pool in the Rain” (Yūgure no kyūshoku shitsu to ame no pūru, 夕暮れの給食室と雨のプール, 1991); μετ. Stephen Snyder,
“Transit” (Toranjitto, トランジット, 1996); μετ. Alisa Freedman, Japanese Art: The Scholarship and Legacy of Chino Kaori, ειδικό τεύχος του Review of Japanese Culture and Society, Vol. XV (Κέντρο Διαπολιτισμικών Σπουδών και Εκπαίδευσης, Πανεπιστήμιο Josai,
“The Man Who Sold Braces” (Gibusu o uru hito, ギブスを売る人, 1998); μετ. Motoyuki Shibata
Revenge: Eleven Dark Tales (Kamoku na shigai, midara na tomurai, 寡黙な死骸みだらな弔い,1998) Μετ. Stephen Snyder.

Άλλα
Agehachō ga kowareru toki, 揚羽蝶が壊れる時, 1989, Βραβείο Kaien
Kanpeki na byōshitsu, 完璧な病室, 1989
Same nai kōcha, 冷めない紅茶, 1990
Shugā taimu, シュガータイム, 1991
Yohaku no ai, 余白の愛, 1992
Angelina Sano Motoharu to 10 no tanpen, アンジェリーナ―佐野元春と10の短編, 1993
Yōsei ga mai oriru yoru, 妖精が舞い下りる夜, 1993
Hisoyaka na kesshō, 密やかな結晶, 1994
Kusuriyubi no hyōhon, 薬指の標本, 1994
Rokukakukei no shō heya, 六角形の小部屋, 1994
Anne Furanku no kioku, アンネ・フランクの記憶, 1995
Shishū suru shōjo, 刺繍する少女, 1996
Yasashī uttae, やさしい訴え, 1996
Kamoku na shigai, midara na tomurai, 寡黙な死骸みだらな弔い, 1998
Kōritsui ta kaori, 凍りついた香り, 1998
Fukaki kokoro no soko yori, 深き心の底より, 1999
Gūzen no shukufuku, 偶然の祝福, 2000
Chinmoku hakubutsukan, 沈黙博物館, 2000
Mabuta, まぶた, 2001
Kifujin A no sosei, 貴婦人Aの蘇生, 2002
Burafuman no maisō, ブラフマンの埋葬, 2004, Βραβείο Izumi Kyōka
Yo ni mo utsukushī sūgaku nyūmon, 世にも美しい数学入門, 2005 (Εισαγωγή στα πιο κομψά μαθηματικά του κόσμου)
Inu no shippo o nade nagara, 犬のしっぽを撫でながら, 2006
Otogibanashi no wasuremono, おとぎ話の忘れ物, 2006 (εικονογραφημένο)
Ούμι, 海 2006

Hajimete no bungaku Ogawa Yōko, はじめての文学 小川洋子 2007
Hakase no hondana, 博士の本棚, 2007
Monogatari no yakuwari, 物語の役割, 2007
Ogawa Yōko taiwa shū, 小川洋子 対話集, 2007 (συνομιλίες)
Yoake no fuchi wo samayou hitobito, 夜明けの縁をさ迷う人々, 2007
Kagaku no tobira wo nokku suru, 科学の扉をノックする, 2008
Karā hiyoko to kōhīmame, カラーひよことコーヒー豆, 2009
Kokoro to hibikiau dokusho annai, 心と響き合う読書案内, 2009
Neko wo daite zou to oyogu, 猫を抱いて象と泳ぐ, 2009
Genkou reimai nikki, 原稿零枚日記, 2010
Moso kibun, 妄想気分, 2011
Hitojichi no roudokukai, 人質の朗読会, 2011
Tonikaku sanpo itashimasho, とにかく散歩いたしましょう, 2012
Kotori, ことり, 2012
Saihate ākēdo, 最果てアーケード, 2012
Itsumo karera wa dokoka ni, いつも彼らはどこかに, 2013
Kohaku no matataki, 琥珀のまたたき, 2015
Fujichaku suru ryūsei tachi, 不時着する流星たち, 2017
Kuchibue no jōzu na shirayukihime, 口笛の上手な白雪姫, 2018
Kobako, 小箱, 2019
Yakusoku sareta idō, 約束された移動, 2019

Στα Ελληνικά
Άρωμα πάγου. 2021
Η αστυνομία της μνήμης. 2020
Ο αγαπημένος μαθηματικός τύπος του καθηγητή. 2010
Ξενοδοχείο Ίρις. 2004
Η πισίνα των καταδύσεων. Ο κοιτώνας. Ημερολόγιο εγκυμοσύνης. 2002
Ο παράμεσος. 2000

==============================================================

——————————————–Η Αστυνομία Μνήμης

(αποσπ.)

1
—–Μερικές φορές αναρωτιέμαι τι απ’ όλα όσα χάθηκαν στο νησί εξαφανίστηκε πρώτο.
«Τα παλιά χρόνια, πριν γεννηθείς, υπήρχαν πολύ περισσότερα πράγματα εδώ» μου έλεγε συχνά η μητέρα μου όταν ήμουν παιδί. «Διαφανή πράγματα, ευωδιαστά πράγματα… παλλόμενα, λαμπερά… υπέροχα πράγματα που δεν μπορείς καν να τα φανταστείς. Είναι κρίμα να ζουν εδώ άνθρωποι που δεν μπόρεσαν να φυλάξουν τέτοια θαυμάσια πράγματα στην καρδιά και το μυαλό τους, αλλά έτσι είναι η κατάσταση σ’ αυτό το νησί. Συνεχίζουν να εξαφανίζονται πράγματα, το ένα μετά το άλλο. Δε θα αργήσει να συμβεί ξανά» πρόσθεσε. «Θα το δεις και η ίδια. Κάτι θα εξαφανιστεί από τη ζωή σου».
«Είναι τρομακτικό;» τη ρώτησα αγχωμένη ξαφνικά.
«Όχι, μην ανησυχείς. Δεν πονάει και δε θα νιώσεις ιδιαίτερη θλίψη. Ένα πρωί απλώς θα ξυπνήσεις και κάτι θα έχει τελειώσει πριν καν το συνειδητοποιήσεις. Ξαπλωμένη, ακίνητη, με τα μάτια κλειστά, τ’ αυτιά τεντωμένα, προσπαθώντας να νιώσεις τη ροή του πρωινού αέρα, θα αισθανθείς πως κάτι έχει αλλάξει από το προηγούμενο βράδυ και θα καταλάβεις ότι κάτι έχασες, ότι κάτι εξαφανίστηκε από το νησί».
—–Η μητέρα μου μιλούσε έτσι μόνο όταν ήμασταν στο στούντιό της στο υπόγειο. Ήταν ένα μεγάλο, βρώμικο δωμάτιο με ανώμαλο πάτωμα, χτισμένο στη βόρεια μεριά του σπιτιού, τόσο κοντά στο ποτάμι, που ο ήχος του ρέματος ακουγόταν καθαρά. Καθόμουν σ’ ένα μικρό σκαμπό προορισμένο ειδικά για μένα, καθώς η μητέρα μου, η οποία ήταν γλύπτρια, ακόνιζε μια σμίλη ή γυάλιζε μια πέτρα με τη ράσπα της και μιλούσε με την ήρεμη φωνή της.
«Το νησί ξεσηκώνεται μετά από κάθε εξαφάνιση. Οι άνθρωποι μαζεύονται παρέες παρέες στον δρόμο και μιλούν για τις αναμνήσεις τους από το πράγμα που χάθηκε. Υπάρχει θλίψη και κάποια πίκρα, προσπαθούμε να παρηγορήσουμε ο ένας τον άλλο. Όταν το αντικείμενο που έχει εξαφανιστεί είναι υλικό, συγκεντρώνουμε τα ενθύμια για να τα κάψουμε, να τα θάψουμε ή να τα ρίξουμε στο ποτάμι. Καθώς όμως δε γίνεται κανένας μεγάλος σαματάς, η όλη υπόθεση τελειώνει σε λίγες μέρες. Πολύ σύντομα τα πάντα επανέρχονται στη φυσιολογική τους κατάσταση, σα να μη συνέβη τίποτα, και κανείς δεν μπορεί πια να θυμηθεί τι ήταν αυτό που εξαφανίστηκε».
—–Ύστερα έκανε ένα διάλειμμα από τη δουλειά της και με οδηγούσε πίσω από το κλιμακοστάσιο, σ’ ένα παλιό ερμάρι με πολλές σειρές από μικρά συρτάρια.
«Εμπρός, άνοιξε όποιο θέλεις».
—–Για μια στιγμή συλλογιζόμουν τι να διαλέξω, εξετάζοντας τα σκουριασμένα οβάλ χερούλια. Πάντοτε δίσταζα επειδή ήξερα τι είδους περίεργα και συναρπαστικά αντικείμενα υπήρχαν μέσα. Εκεί, σ’ αυτό το μυστικό μέρος, η μητέρα μου έκρυβε πολλά από τα πράγματα που είχαν εξαφανιστεί από το νησί στο παρελθόν. Όταν τελικά έκανα την επιλογή μου κι άνοιγα ένα συρτάρι, κείνη χαμογελούσε κι ακουμπούσε το περιεχόμενο στην απλωμένη μου παλάμη.
«Αυτό είναι ένα κομμάτι ύφασμα που λεγόταν “κορδέλα” κι εξαφανίστηκε όταν εγώ ήμουν επτά. Το χρησιμοποιούσες για να δέσεις τα μαλλιά σου ή για να στολίσεις μια φούστα. Κι αυτό λεγόταν κουδουνάκι. Κούνησέ το λίγο, βγάζει όμορφο ήχο. Α, διάλεξες ωραίο συρτάρι σήμερα. Αυτό ονομάζεται σμαράγδι κι είναι το πιο πολύτιμο πράγμα που έχω εδώ. Είναι ενθύμιο από τη γιαγιά μου. Τα σμαράγδια είναι όμορφα και τρομερά πολύτιμα και κάποια εποχή ήταν τα ακριβότερα πετράδια στο νησί. Αλλά η ομορφιά τους έχει πλέον ξεχαστεί. Αυτό εδώ είναι λεπτό και μικρό, αλλά είναι σημαντικό. Όταν ήθελες να πεις κάτι σε κάποιον, το έγραφες σ’ ένα χαρτί και κολλούσες αυτό το γραμματόσημο πάνω του. Στη συνέχεια το παρέδιδαν εκ μέρους σου οπουδήποτε ήθελες. Αλλά αυτό συνέβαινε πριν από πάρα πολύ καιρό…»
—–Κορδέλα, κουδουνάκι, σμαράγδι, γραμματόσημο. Οι λέξεις που βγαίναν από το στόμα της μητέρας μου με συνάρπαζαν, σαν να ήταν ονόματα μικρών κοριτσιών από μακρινές χώρες ή καινούρια είδη φυτών. Καθώς την άκουγα να μιλάει, απολάμβανα με τη φαντασία μου μια εποχή όπου όλα αυτά τα πράγματα είχαν μια θέση στο νησί. Εντούτοις αυτό ήταν κι αρκετά δύσκολο συγχρόνως. Τα αντικείμενα στην παλάμη μου έμοιαζαν να ζαρώνουν, τελείως ακίνητα, σαν ζωάκια σε χειμερία νάρκη, δε μου έστελναν κανένα σήμα. Συνήθως μου άφηναν μια αίσθηση αβεβαιότητας, λες και προσπαθούσα να φτιάξω πήλινα αντίγραφα των νεφών που υπήρχαν στον ουρανό.
—–Όταν στεκόμουν μπρος στα μυστικά συρτάρια, ένιωθα ότι έπρεπε να συγκεντρωθώ σε κάθε λέξη που έλεγε η μητέρα μου. Η αγαπημένη μου ιστορία ήταν για το άρωμα, ένα διαυγές υγρό σε ένα γυάλινο μπουκαλάκι. Την πρώτη φορά που η μητέρα μου το ακούμπησε στο χέρι μου, νόμισα πως ήταν κάτι σαν ζαχαρόνερο και πήγα να το βάλω στο στόμα μου.
«Όχι, δεν πίνεται αυτό» φώναξε η μητέρα μου γελώντας. «Βάζεις απλώς μια σταγόνα στον λαιμό σου, έτσι». Ύστερα πίεσε προσεκτικά το μπουκαλάκι πίσω από το αυτί της.
«Μα γιατί να το κάνεις αυτό;» ρώτησα εντελώς σαστισμένη.
«Το άρωμα είναι αθέατο στο μάτι, αλλά αυτό το μπουκαλάκι περιέχει κάτι αρκετά δυνατό» είπε. Το σήκωσα ψηλά και το εξέτασα. «Όταν το βάζεις πάνω σου, έχει υπέροχη μυρωδιά. Είναι ένας τρόπος να σαγηνεύσεις κάποιον. Στα νιάτα μου το χρησιμοποιούσα πριν βγούμε ραντεβού με ένα αγόρι. Η επιλογή του κατάλληλου αρώματος ήταν εξίσου σημαντική με την επιλογή κατάλληλου φορέματος και τα δύο θέλαμε να αρέσουν στο αγόρι. Αυτό το άρωμα το φορούσα τον καιρό που φλέρταρα με τον πατέρα σου. Συναντιόμασταν συνήθως σ’ έναν ροδώνα στον λόφο νότια της πόλης, κι εγώ δυσκολευόμουν πολύ να βρω μια ευωδιά που δε θα την έπνιγαν τα λουλούδια. Όταν το αεράκι ανακάτευε τα μαλλιά μου, του έριχνα μια ματιά σαν να τον ρωτούσα αν είχε προσέξει το άρωμά μου».
—–Η μητέρα μου ήταν πολύ κεφάτη όποτε μιλούσε γι’ αυτό το μπουκαλάκι.
«Εκείνα τα χρόνια όλοι μπορούσαν να μυρίσουν ένα άρωμα. Όλοι ήξεραν πόσο υπέροχο είναι. Αλλά δεν είναι έτσι πια. Δεν πουλιέται πουθενά και κανείς δεν το θέλει. Εξαφανίστηκε το φθινόπωρο της χρονιάς που παντρευτήκαμε ο πατέρας σου κι εγώ. Συγκεντρωθήκαμε στις όχθες του ποταμού με τα αρώματά μας. Μετά ανοίξαμε τα μπουκαλάκια και χύσαμε το περιεχόμενό τους, παρατηρώντας τα αρώματα να διαλύονται στο νερό λες και ήταν κάποια άχρηστα υγρά. Μερικές κοπέλες έφεραν τα μπουκαλάκια στη μύτη τους για μία τελευταία φορά, αλλά η ικανότητα να μυρίζουμε το άρωμα είχε σβήσει ήδη μαζί και με όλες τις αναμνήσεις της σημασίας του. Μετά απ’ αυτό το γεγονός ο ποταμός μύριζε έντονα για δυο-τρεις μέρες και μερικά ψάρια μάλιστα είχαν ψοφήσει. Αλλά κανείς δε φάνηκε να το προσέχει. Βλέπεις, η ίδια η ιδέα του αρώματος είχε εξαφανιστεί από το μυαλό των ανθρώπων».
—–Τελειώνοντας αυτό που έλεγε, μου φάνηκε θλιμμένη. Μετά με σήκωσε στην αγκαλιά της και μου είπε να μυρίσω το άρωμα στον λαιμό της.
«Λοιπόν;» ρώτησε.
—–Δεν είχα όμως ιδέα τι να απαντήσω. Καταλάβαινα ότι υπήρχε κάποιο είδος ευωδιάς εκεί –σαν τη μυρωδιά του φρυγανισμένου ψωμιού ή του χλωρίου της πισίνας, διαφορετική όμως-, αλλά όσο κι αν προσπάθησα, καμμιά άλλη σκέψη δε μου ήρθε στο μυαλό. Η μητέρα μου περίμενε, αλλά αφού δεν είπα τίποτα, αναστέναξε σιγανά.
«Δεν πειράζει» είπε. «Για σένα το άρωμα δεν είναι παρά λίγες σταγόνες νερό. Δε γίνεται αλλιώς. Είναι εντελώς αδύνατον να θυμηθούμε τα πράγματα που χάσαμε στο νησί αφότου εξαφανιστούν». Και μ’ αυτό επέστρεψε το μπουκαλάκι στο συρτάρι του.
—–Όταν το ρολόι στην κολόνα του στούντιό της χτύπησε εννέα, ανέβηκα στο δωμάτιό μου για να κοιμηθώ. Η μητέρα μου επέστρεψε στη δουλειά με το σφυρί της και τη σμίλη, ενώ το μισοφέγγαρο λαμποκοπούσε στο μεγάλο παράθυρο. Την ώρα που με καληνύχτιζε μ’ ένα φιλί, έκανα τελικά την ερώτηση που με προβλημάτιζε αρκετό καιρό.
«Μαμά, γιατί θυμάσαι όλα τα πράγματα που έχουν εξαφανιστεί; Γιατί μπορείς να μυρίσεις ακόμα το άρωμα που όλοι οι άλλοι έχουν ξεχάσει;»
—–Κοίταξε έξω από το παράθυρο για μια στιγμή ατενίζοντας το φεγγάρι κι ύστερα τίναξε λίγη σκόνη από την ποδιά της.
«Μάλλον επειδή τα σκέφτομαι συνεχώς» είπε με φωνή κάπως βραχνή.
«Ναι, αλλά δεν καταλαβαίνω» είπα. «Γιατί είσαι η μοναδική που δεν έχασε τίποτα; Τα θυμάσαι όλα; Για πάντα;»
—–Χαμήλωσε το βλέμμα της, λες κι αυτό ήταν κάτι θλιβερό, κι εγώ τη φίλησα ξανά για να την κάνω να νιώσει καλύτερα.

2
—–Η μητέρα μου πέθανε και μετά πέθανε ο πατέρας μου· έκτοτε ζω ολομόναχη στο σπίτι αυτό. Πριν από δύο χρόνια η παραμάνα που με φρόντιζε όταν ήμουν μικρούλα πέθανε επίσης, από καρδιακή προσβολή. Πρέπει να έχω κάτι ξαδέλφια που ζουν σ’ ένα χωριό κοντά στις πηγές του ποταμού στην πιο απόμακρη πλαγιά των βουνών, προς βορρά, αλλά δεν τα έχω συναντήσει ποτέ. Τις βουνοπλαγιές καλύπτουν αγκαθωτά δέντρα και οι κορυφές είναι μονίμως σκεπασμένες από ομίχλη κι έτσι κανείς ποτέ δε δοκιμάζει να τις διασχίσει. Και καθώς δεν υπάρχει χάρτης του νησιού, οι χάρτες έχουν εξαφανιστεί εδώ και χρόνια, κανείς δεν ξέρει το ακριβές σχήμα του ή τι ακριβώς βρίσκεται από την άλλη μεριά των βουνών.
—–Ο πατέρας μου ήταν ορνιθολόγος. Εργαζόταν σ’ ένα παρατηρητήριο στην κορυφή του λόφου, στα νότια. Περνούσε αρκετούς μήνες τον χρόνο εκεί, συλλέγοντας στοιχεία, φωτογραφίζοντας τα ζωάκια και προσπαθώντας να γίνει η επώαση των αυγών. Μου άρεσε πολύ να τον επισκέπτομαι και πήγαινα όσο συχνά μπορούσα, με τη δικαιολογία ότι έπρεπε να του δώσω το κολατσιό του. Οι νεαροί ερευνητές ήταν ευγενικοί μαζί μου και με καλομάθαιναν με μπισκότα και ζεστή σοκολάτα. Καθόμουν πάνω στα πόδια του πατέρα μου και μελετούσα τα πλάσματά του με τα κιάλια του. Το σχήμα του ράμφους, το χρώμα των φτερών γύρω από το μάτι, ο τρόπος που κινούνταν οι φτερούγες, τίποτα δεν ξέφευγε από την προσοχή του καθώς εργαζόταν για την ταυτοποίησή τους. Τα κιάλια ήταν πολύ βαριά για ένα κοριτσάκι, και όταν τα μπράτσα μου κουράζονταν, ο πατέρας μου έβαζε τα δικά του χέρια κάτω από τα κιάλια για να κρατήσει το βάρος τους. Όταν καθόμασταν έτσι, μάγουλο με μάγουλο, παρατηρώντας τα πουλιά να απογειώνονται, πάντοτε ήθελα να τον ρωτήσω αν ήξερε τι είχε στα συρτάρια του το παλιό ερμάρι στο στούντιο της μητέρας μου. Καθώς όμως πήγαινα να μιλήσω, θυμόμουν το προφίλ της όταν ατένιζε τη λεπτή φέτα του φεγγαριού από τον φεγγίτη, και ποτέ δεν έβρισκα τα λόγια. Προτιμούσα να του μεταφέρω τις οδηγίες της μητέρας μου να φάει το κολατσιό του πριν χαλάσει.
—–Όταν ερχόταν η ώρα να φύγω, με συνόδευε μέχρι τη στάση του λεωφορείου. Σ’ ένα σημείο στον δρόμο, όπου τα ζωάκια πήγαιναν να φάνε, σταματούσα και θρυμμάτιζα ένα από τα μπισκότα που μου είχαν δώσει οι βοηθοί του.
«Πότε θα γυρίσεις σπίτι;» τον ρωτούσα.
«Το Σάββατο το βράδυ μάλλον» μου έλεγε και φαινόταν αμήχανος. «Μην ξεχάσεις να πεις στη μητέρα σου ότι την αγαπώ».
—–Με αποχαιρετούσε κουνώντας το χέρι του τόσο ζωηρά, ώστε κάθε φορά κινδύνευε να χάσει το κόκκινο μολύβι ή τον διαβήτη ή τον μαρκαδόρο ή τον χάρακα ή τη λαβίδα που είχε χωμένα στην τσέπη του πουκαμίσου του.

3
—–Νομίζω πως ήταν ευτύχημα ότι τα πουλιά εξαφανίστηκαν μετά τον θάνατο του πατέρα μου. Οι περισσότεροι άνθρωποι στο νησί έβρισκαν γρήγορα κάποια άλλη εργασία όταν μια εξαφάνιση επηρέαζε τη δουλειά τους, αλλά δε νομίζω ότι κάτι τέτοιο θα ήταν εφικτό στην περίπτωση του πατέρα μου. Η ταυτοποίηση εκείνων των άγριων πλασμάτων ήταν το μοναδικό αληθινό ταλέντο του. Όταν τα καπέλα εξαφανίστηκαν, ο πιλοποιός, ο οποίος ζούσε στην απέναντι πλευρά του δρόμου, άρχισε να φτιάχνει ομπρέλες. Ο σύζυγος της παραμάνας μου, ο οποίος ήταν μηχανικός στο φεριμπότ, έγινε φύλακας σε αποθήκη. Μια κοπέλα, λίγα χρόνια μεγαλύτερη από μένα στο σχολείο, εργαζόταν σε κομμωτήριο, αλλά βρήκε γρήγορα δουλειά σαν μαία. Κανείς τους δεν είπε κουβέντα γι’ αυτό. Ακόμα κι όταν η καινούρια δουλειά ήταν λιγότερο καλοπληρωμένη, δεν έδειχναν να λυπούνται που έχασαν την παλιά τους. Φυσικά, αν τολμούσαν να διαμαρτυρηθούν, ίσως προκαλούσαν την προσοχή της Αστυνομίας της Μνήμης. Οι άνθρωποι κι εγώ δεν αποτελώ εξαίρεση, είναι ικανοί να ξεχάσουν σχεδόν τα πάντα, λες και το νησί μας δε θα μπορούσε να επιπλέει παρά μόνο σε μια τελείως άδεια θάλασσα.
—–Η εξαφάνιση των πουλιών, όπως έγινε με τόσα άλλα πράγματα, συνέβη ξαφνικά ένα πρωί. Όταν άνοιξα τα μάτια μου, αισθάνθηκα κάτι περίεργο, σχεδόν βίαια τραχύ, στην ποιότητα του αέρα. Το σημάδι μιας εξαφάνισης. Τυλιγμένη ακόμα στην κουβέρτα μου, κοίταξα προσεκτικά τριγύρω στο δωμάτιο. Τα καλλυντικά στην τουαλέτα μου, τους συνδετήρες και τις σημειώσεις που ήταν σκόρπια στο γραφείο μου, τη δαντέλα στις κουρτίνες, το ράφι με τους δίσκους -θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε. Χρειαζόταν υπομονή και συγκέντρωση για να καταλάβεις τι είχε χαθεί.
—–Σηκώθηκα, φόρεσα ένα πουλόβερ και βγήκα στον κήπο. Οι γείτονες ήταν όλοι έξω κι αυτοί και κοιτούσαν γύρω τους με αγωνία. Το σκυλί στη διπλανή αυλή γρύλιζε σιγανά. Τότε εντόπισα ένα μικρό καφετί πλάσμα να πετάει ψηλά στον ουρανό. Ήτο στρουμπουλό κι είχε στο στήθος του κάτι που έμοιαζε με θύσανο από λευκά φτερά. Είχα μόλις αρχίσει να αναρωτιέμαι μήπως ήταν ένα από τα πλάσματα που είχα δει με τον πατέρα μου, όταν συνειδητοποίησα ότι όλα όσα ήξερα γι’ αυτά είχαν εξαφανιστεί από μέσα μου: οι αναμνήσεις μου, τα συναισθήματά μου, το ίδιο το νόημα της λέξης «πουλί» -τα πάντα.
«Τα πουλιά» μουρμούρισε ο πρώην πιλοποιός από απέναντι. «Στα τσακίδια να πάνε. Αμφιβάλλω αν θα λείψουν σε κανέναν».
—–Τύλιξε καλύτερα το κασκόλ γύρω από τον λαιμό του και φταρνίστηκε σιγανά. Μετά με πήρε το μάτι του. Ίσως επειδή θυμήθηκε ότι ο πατέρας μου είχε υπάρξει ορνιθολόγος, μου χαμογέλασε κάπως αμήχανα κι έφυγε για τη δουλειά του. Όταν οι άλλοι έξω συνειδητοποίησαν τι είχε εξαφανιστεί, φάνηκαν κι αυτοί ανακουφισμένοι. Επέστρεψαν στις πρωινές τους υποχρεώσεις, αφήνοντάς με μόνη να κοιτάζω τον ουρανό.
Το μικρό καφετί πλάσμα πέταξε διαγράφοντας έναν μεγάλο κύκλο και μετά εξαφανίστηκε προς τον βορρά. Δεν μπορούσα να θυμηθώ το όνομα του είδους και με τσάκωσα να εύχομαι να πρόσεχα περισσότερο τότε που ήμουν με τον πατέρα μου στο παρατηρητήριο. Προσπάθησα να διατηρήσω στη μνήμη μου τον τρόπο με τον οποίο πετούσε, τον ήχο του κελαηδήματός του ή τα χρώματα των φτερών του, αλλά ήξερα ότι ήταν μάταιο. Αυτό το πουλί, που θα έπρεπε να είναι συνυφασμένο με τις αναμνήσεις μου από τον πατέρα μου, δεν ήταν πια σε θέση να μου εκμαιεύσει οποιοδήποτε συναίσθημα. Δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα πλάσμα, κινούμενο απλώς στον χώρο χάρη στην κατακόρυφη κίνηση των φτερών του.
—–Εκείνο το απόγευμα πήγα στην αγορά για να κάνω τα ψώνια μου. Εδώ κι εκεί είδα παρέες ανθρώπων που κρατούσαν κλουβιά, στο εσωτερικό των οποίων παπαγαλάκια, γκρίζα σπουργίτια και καναρίνια φτερούγιζαν νευρικά, σαν να γνώριζαν τι επρόκειτο να συμβεί. Οι άνθρωποι που κρατούσαν τα κλουβιά ήταν σιωπηλοί, σαν ζαλισμένοι, προσπαθώντας ίσως ακόμα να προσαρμοστούν σ’ αυτή την καινούρια εξαφάνιση. Κάθε ιδιοκτήτης έμοιαζε να αποχαιρετάει το πουλάκι με τον δικό του τρόπο. Μερικοί έλεγαν το όνομά του, άλλοι το έτριβαν πάνω στα μάγουλά τους, άλλοι πάλι, έδιναν μια λιχουδιά από το στόμα τους στο ράμφος του πουλιού. Αλλά μόλις τέλειωσαν οι μικρές αυτές τελετουργίες, άνοιξαν τα κλουβιά και τα σήκωσαν ψηλά στον ουρανό. Τα μικρά πλάσματα, σαστισμένα στην αρχή, φτερούγισαν για μια στιγμή γύρω από τους ιδιοκτήτες τους, σύντομα όμως χάθηκαν, σαν να τα τραβούσε κάτι προς τον ορίζοντα. Αφού χάθηκαν, έπεσε νηνεμία, λες κι ο αέρας ο ίδιος ανάσαινε με άπειρη προσοχή. Οι ιδιοκτήτες κίνησαν για τα σπίτια τους με τα άδεια κλουβιά στα χέρια. Κι έτσι εξαφανίστηκαν τα πουλιά.

4
—–Κάτι αρκετά αναπάντεχο συνέβη την επομένη. Έτρωγα πρωινό βλέποντας τηλεόραση όταν χτύπησε το κουδούνι. Από τη βιαιότητα του κουδουνίσματος κατάλαβα ότι κάτι δυσάρεστο επρόκειτο να συμβεί.
«Οδήγησέ μας στο γραφείο του πατέρα σου» είπε ένας από τους άντρες της Αστυνομίας της Μνήμης που τους βρήκα να στέκονται στην πόρτα. Ήταν πέντε, με βαθυπράσινες στολές, βαριές ζώνες και μαύρες μπότες. Φορούσαν δερμάτινα γάντια και τα όπλα τους ήταν μισοκρυμμένα στη θήκη στον γοφό τους. Οι άντρες ήταν σχεδόν ίδιοι μεταξύ τους, ξεχώριζαν μόνο από τα τρία διακριτικά στον γιακά τους, παρότι δεν είχα χρόνο να τα παρατηρήσω προσεκτικά.
«Οδήγησέ μας στο γραφείο του πατέρα σου» επανέλαβε ο δεύτερος άντρας με τον ίδιο τόνο που είχε μιλήσει ο πρώτος. Αυτός φορούσε διακριτικά σε σχήμα διαμαντιού, φασολιού και τραπεζίου.
«Ο πατέρας μου πέθανε πριν από πέντε χρόνια» είπα όσο αργά κι ήρεμα μπορούσα, προσπαθώντας να παραμείνω ψύχραιμη.
«Το ξέρουμε» είπε ένας άλλος που φορούσε διακριτικά σε σχήμα σφήνας, εξαγώνου και Τ. Λες και τα λόγια του ήταν κάποιο σύνθημα, οι πέντε άντρες προήλασαν στο σπίτι χωρίς έστω να βγάλουν τα παπούτσια τους. Ξαφνικά ο διάδρομος πλημμύρισε από τη βαβούρα παπουτσιών κι όπλων.
«Μόλις καθάρισα τα χαλιά» είπα. «Σας παρακαλώ, βγάλτε τα παπούτσια σας». Ήξερα ότι έπρεπε να έχω μιλήσει πιο έντονα, αλλά το μόνο που μου ήρθε στο μυαλό ήταν απλώς αυτή η παράκληση. Ελάχιστη σημασία είχε, αφού δε μου έδωσαν απολύτως καμία σημασία και ήδη ανέβαιναν τις σκάλες.
—–Έδειχναν να ξέρουν ακριβώς πού πήγαιναν κι ένα λεπτό αργότερα βρίσκονταν στο γραφείο του πατέρα μου στην ανατολική πλευρά του σπιτιού, όπου έπιασαν δουλειά με εντυπωσιακή αποτελεσματικότητα. Πρώτα ένας απ’ αυτούς άνοιξε όλα τα παράθυρα, τα οποία είχαν μείνει σφραγισμένα μετά τον θάνατο του πατέρα μου. Εν τω μεταξύ ένας άλλος χρησιμοποίησε ένα μακρόστενο εργαλείο σαν νυστέρι για να παραβιάσει τις κλειδαριές στα ντουλάπια και τα συρτάρια του γραφείου. Οι υπόλοιποι πασπάτευαν κάθε τετραγωνικό εκατοστό του τοίχου, προφανώς αναζητώντας κρυφά χωρίσματα. Στη συνέχεια όλοι άρχισαν να φυλλομετρούν τα χαρτιά του πατέρα μου, σκαλίζοντας άτσαλα τις σημειώσεις του, σκίτσα, βιβλία και φωτογραφίες. Όταν πέφτανε πάνω σε κάτι που θεωρούσαν επικίνδυνο –με άλλα λόγια, σε οτιδήποτε περιείχε τη λέξη «πτηνό»- πετούσαν το αντικείμενο απότομα στο πάτωμα. Ακουμπισμένη στο πλαίσιο της πόρτας, έπαιζα νευρικά με την κλειδαριά καθώς τους παρακολουθούσα να δουλεύουν.
—–Οι άντρες της Αστυνομίας της Μνήμης, όπως είχα ακούσει, εκτελούσαν τα καθήκοντα που τους ανέθεταν με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο. Δούλευαν σιωπηλοί, με τα μάτια καρφωμένα σ’ αυτό που έκαναν, χωρίς περιττές κινήσεις. Ο μοναδικός ήχος ήταν το θρόισμα των χαρτιών, που θύμιζε φτερούγες που πετάριζαν. Σε χρόνο μηδέν ένα βουνό από χαρτιά είχε δημιουργηθεί στο πάτωμα. Σχεδόν όλα τα πράγματα στο δωμάτιο είχαν με κάποιο τρόπο σχέση με τη δουλειά του πατέρα μου. Οι αστυνομικοί πετούσαν, το ένα μετά το άλλο, έγγραφα γραμμένα με τον οικείο γραφικό χαρακτήρα του πατέρα μου και τις φωτογραφίες που είχε βγάλει στο παρατηρητήριο. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι δημιουργούσανε χάος, αλλά το έκαναν με τέτοια ακρίβεια, που έδιναν την εντύπωση προσοχής και τάξης. Ένιωθα ότι έπρεπε να δοκιμάσω να τους σταματήσω, όμως η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά και δεν ήξερα τι να κάνω.
«Προσέξτε, σας παρακαλώ» μουρμούρισα, αλλά εκείνοι με αγνόησαν. «Είναι τα μοναδικά πράγματα που έχω από τον πατέρα μου». Κανείς δε γύρισε ούτε να με κοιτάξει κι η φωνή μου χάθηκε στο σωρό των αναμνήσεων στο πάτωμα. Στη συνέχεια ένας από τους αστυνομικούς έπιασε το χερούλι του κάτω συρταριού του γραφείου. «Δεν υπάρχει τίποτα εκεί μέσα σχετικό με τα πουλιά» φώναξα. Ήταν ένα συρτάρι όπου ο πατέρας μου είχε φυλαγμένα οικογενειακά γράμματα και φωτογραφίες.
—–Ο αξιωματικός -ο συγκεκριμένος είχε στο γιακά ένα διακριτικό αποτελούμενο από ομόκεντρους κύκλους, όπως επίσης ένα σε σχήμα ορθογώνιου παραλληλογράμμου κι ένα άλλο σαν δάκρυ- συνέχισε την έρευνά του. Το μοναδικό ανάρμοστο αντικείμενο στο συρτάρι ήταν μία φωτογραφία της οικογένειάς μας μαζί με ένα σπάνιο πολύχρωμο πουλί, δε θυμάμαι πια το όνομά του, το οποίο ο πατέρας μου είχε καταφέρει να εκκολάψει από ένα αυγό που είχε επωάσει. Ο άντρας μάζεψε προσεκτικά τις υπόλοιπες φωτογραφίες και τα γράμματα και τα έβαλε όλα πάλι στο συρτάρι. Ήταν η μοναδική πράξη καλοσύνης εκείνη τη μέρα. Όταν τέλειωσαν το ξεσκαρτάρισμα όλων των πραγμάτων, πήραν τα σωριασμένα στο πάτωμα αντικείμενα και τα έχωσαν σε μεγάλες μαύρες πλαστικές σακούλες που έβγαλαν από τις εσωτερικές τσέπες που είχαν τα χιτώνιά τους. Από τον βίαιο τρόπο με τον οποίο γέμιζαν τις σακούλες ήταν προφανές ότι σκόπευαν να ξεφορτωθούν όλα όσα έπαιρναν. Δεν έψαχναν κάτι συγκεκριμένο· ήθελαν απλώς να εξαφανίσουν κάθε ίχνος από οτιδήποτε σχετιζόταν με πουλιά. Το πρώτο καθήκον της Αστυνομίας της Μνήμης ήταν να επιβάλλει τις εξαφανίσεις.
—–Συνειδητοποίησα κάποια στιγμή ότι αυτή η έρευνα ήταν τελείως διαφορετική από ό,τι τη μέρα που πήραν τη μητέρα μου. Σήμερα έμοιαζαν να έχουν βρει όλα όσα ήθελαν, και ήμουν αρκετά σίγουρη ότι δε θα επέστρεφαν. Ο πατέρας μου είχε πεθάνει κι η ανάμνηση των πουλιών σταδιακά ξεθώριαζε στο σπίτι. Η έρευνα είχε διαρκέσει μία ώρα και είχε αποδώσει δέκα μεγάλες σακούλες. Ο δυνατός ήλιος που έμπαινε από το παράθυρο είχε ζεστάνει πολύ το γραφείο. Τα γυαλισμένα διακριτικά άστραφταν στους γιακάδες των αστυνομικών, αλλά κανείς από τους άντρες δε φαινόταν να ιδρώνει ή να υποφέρει από τη ζέστη. Φορτώθηκαν από δύο σακούλες ο καθένας και τις μετέφεραν στο φορτηγό που είχαν αφήσει παρκαρισμένο απέξω. Το δωμάτιο είχε αλλάξει ολοκληρωτικά. Τα ίχνη της παρουσίας του πατέρα μου, που είχα κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να διασώσω, είχαν εξαφανιστεί, είχαν αντικατασταθεί από ένα κενό που δε θα γέμιζε. Στεκόμουν στη μέση εκείνου του κενού, νιώθοντας ότι κι εγώ θα παρασυρόμουν σύντομα στα τρομερά του βάθη.

5
—–Βγάζω τα προς το ζην γράφοντας. Ως τώρα έχω εκδώσει τρία μυθιστορήματα. Το πρώτο είναι για μια χορδίστρια πιάνων, που περιφέρεται σε καταστήματα μουσικών οργάνων και αίθουσες συναυλιών αναζητώντας τον εραστή της, έναν πιανίστα, που έχει εξαφανιστεί. Η ηρωίδα βασίζεται μόνο στον ήχο της μουσικής του που έχει απομείνει στα αυτιά της. Το δεύτερο λέει για μια μπαλαρίνα, που έχασε το δεξί της πόδι σε ατύχημα και ζει σ’ ένα θερμοκήπιο μαζί με το φίλο της, που είναι βοτανολόγος. Και το τρίτο είναι για μια νεαρή γυναίκα, που φροντίζει τον μικρότερο αδελφό της, που πάσχει από μια ασθένεια που οδηγεί τα χρωμοσώματά του στη καταστροφή. Το καθένα διηγείται την ιστορία ενός πράγματος που έχει εξαφανιστεί. Σε όλους αρέσουν τέτοιου είδους ιστορίες. Αλλά εδώ στο νησί η συγγραφή μυθιστορημάτων είναι από τα λιγότερο εντυπωσιακά, από τα πιο υποτιμημένα επαγγέλματα που μπορείς να ασκήσεις. Δε θα μπορούσες να πεις ότι το νησί ξεχειλίζει από βιβλία. Η βιβλιοθήκη, ένα απεριποίητο μονώροφο ξύλινο κτίριο δίπλα στον κήπο με τα τριαντάφυλλα, έχει μόνο μια χούφτα αναγνώστες όποια ώρα κι αν την επισκεφτείς και τα βιβλία μοιάζουν να λουφάζουν στα ράφια σαν να φοβούνται ότι θα διαλυθούν και θα γίνουν σκόνη με το παραμικρό άγγιγμα. Στο τέλος όλα τους θα πεταχτούν στα σκουπίδια χωρίς κανείς να τα νοιαστεί ή να φροντίσει για την αντικατάστασή τους -πράγμα που εξηγεί γιατί οι τόμοι της βιβλιοθήκης ποτέ δεν αυξάνονται. Όμως, ποτέ δεν έχει κανείς διαμαρτυρηθεί. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στα βιβλιοπωλεία. Είναι σχεδόν έρημα κι οι πωλητές δείχνουν μουτρωμένοι πίσω από τις στοίβες των απούλητων βιβλίων με τα κιτρινισμένα εξώφυλλα. Ελάχιστοι άνθρωποι στο νησί έχουν ανάγκη τα μυθιστορήματα.
—–Συνήθως ξεκινάω να γράφω γύρω στις δύο το μεσημέρι και συνεχίζω περίπου μέχρι τα μεσάνυχτα, αν και σπανίως ολοκληρώνω περισσότερες από πέντε σελίδες. Απολαμβάνω να γράφω αργά, γεμίζοντας κάθε τετραγωνικό εκατοστό της σελίδας, ένα γράμμα τη φορά. Δεν υπάρχει λόγος βιασύνης. Το κάνω με την ησυχία μου. Εργάζομαι στο παλιό γραφείο του πατέρα μου. Τώρα όμως είναι πολύ πιο καθαρό και πιο συγυρισμένο, καθώς τα μυθιστορήματά μου δε χρειάζονται σημειώσεις ή άλλο υλικό. Πάνω στο γραφείο μου υπάρχει μόνο ένα πακέτο χαρτί, ένα μολύβι, ένα μικρό μαχαίρι για να το ξύνω και μια γομολάστιχα. Παρότι το προσπάθησα, δε βρήκα τρόπο να καλύψω τα κενά που άφησε η Αστυνομία της Μνήμης. Όταν πιάνει να σουρουπώνει, βγαίνω να περπατήσω για καμμιά ώρα. Ακολουθώ τον παράκτιο δρόμο ως την αποβάθρα, και στην επιστροφή παίρνω ένα μονοπάτι που ανηφορίζει στον λόφο και περνάει μπροστά από το παρατηρητήριο. Το φεριμπότ έχει μείνει δεμένο στην αποβάθρα εδώ και πάρα πολύ καιρό και πλέον το έχει φάει η σκουριά. Δεν έχει επιβάτες, ούτε θα μπορούσε πια να τους πάει οπουδήποτε. Είναι κι αυτό ανάμεσα στα πράγματα που εξαφανίστηκαν από το νησί.
—–Το όνομα του σκάφους είναι ζωγραφισμένο στη πλώρη, αλλά ο θαλασσινός αέρας το έχει διαβρώσει, κάνοντάς το δυσανάγνωστο. Τα παράθυρα έχουν ένα παχύ στρώμα σκόνης, τα ύφαλα και η αλυσίδα της άγκυρας είναι καλυμμένα από πεταλίδες και φύκια. Το πλοίο θυμίζει τεράστιο θαλάσσιο πλάσμα που μεταμορφώνεται αργά σε πέτρα. Ο σύζυγος της παραμάνας μου εργαζόταν κάποτε ως μηχανικός στο πλοίο. Μετά την εξαφάνιση του φεριμπότ, δούλεψε φύλακας σε μια αποθήκη στις αποβάθρες. Αλλά κάποια στιγμή συνταξιοδοτήθηκε και τώρα ζει στο εγκαταλειμμένο πλοίο. Στη
διάρκεια της βόλτας μου σταματούσα πάντοτε για να κουβεντιάσουμε.
«Τι κάνεις;» με ρώτησε ένα βραδάκι, προσφέροντάς μου μια καρέκλα. «Προχωράς καθόλου με το μυθιστόρημά σου;» Υπάρχουν πολλά μέρη για να καθίσουμε, έτσι ανάλογα με τον καιρό ή τη διάθεσή μας άλλοτε διαλέγουμε ένα παγκάκι στο κατάστρωμα κι άλλοτε αράζουμε σ’ έναν άνετο καναπέ στο σαλόνι της πρώτης θέσης.
«Προχωράω αργά» του είπα.
«Ε, το πιο σημαντικό είναι να φροντίζεις τον εαυτό σου». Το σκέφτηκε λίγο παραπάνω και πρόσθεσε: «Δεν υπάρχουν πολλοί που μπορούν να κάθονται όλη τη μέρα σ’ ένα γραφείο και να βγάζουν τόσο περίπλοκα πράγματα από το κεφάλι τους. Αν οι γονείς σου ήταν εδώ και σε έβλεπαν, θα ήταν πολύ περήφανοι».
«Ένα μυθιστόρημα δεν είναι και τόσο αξιοθαύμαστο. Για μένα το να διαλύεις τη μηχανή ενός σκάφους, να τη διορθώνεις και να τη συναρμολογείς ξανά είναι κάτι πολύ πιο μυστηριώδες και υπέροχο».
«Όχι, όχι. Το φεριμπότ εξαφανίστηκε και δεν έχουμε πια τίποτα να πούμε γι’ αυτό». Μείναμε σιωπηλοί τότε για μια στιγμή. «Α» είπε τελικά. «Κατάφερα να βρω μερικά εξαιρετικά ροδάκινα. Τι λες να φάμε ένα;»
—–Πήγε στη κουζινούλα δίπλα στον καυστήρα, άπλωσε φέτες από ροδάκινο σ’ ένα πιάτο γαρνιρισμένο με πάγο και τις στόλισε μ’ ένα κλαράκι δυόσμο. Στη συνέχεια ετοίμασε μια τσαγιέρα δυνατό πράσινο τσάι. Είχε αληθινό ταλέντο σε ό,τι είχε σχέση με μηχανές, φαγητό και φυτά. Πάντοτε του χάριζα ένα από τα πρώτα αντίτυπα κάθε βιβλίου μου.
«Ώστε αυτό είναι το καινούριο σου μυθιστόρημα» έλεγε κάθε φορά, εκφέροντας τη λέξη με μεγάλη προσοχή και πιάνοντας το βιβλίο με τα δυο του χέρια, σαν να λάμβανε τη θεία κοινωνία. «Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ» επαναλάμβανε, ενώ η φωνή του ακουγόταν όλο και πιο βουρκωμένη κι εγώ ένιωθα όλο και μεγαλύτερη αμηχανία. Ποτέ όμως δε διάβασε ούτε σελίδα από κανένα βιβλίο μου. Μια φορά, όταν του είπα πως θα μου άρεσε πολύ να μάθω τη γνώμη του γι’ αυτά, μου απάντησε κομπιάζοντας.
«Δεν έχω ιδέα τι να πω» είπε. «Όταν διαβάσεις ένα μυθιστόρημα μέχρι το τέλος, μετά τελειώνει. Δε θα ήθελα να κάνω ποτέ κάτι τόσο άσκοπο. Προτιμώ να το κρατήσω εδώ μαζί μου, σώο και αβλαβές, παντοτινά».
—–Μετά τοποθετούσε το βιβλίο στον μικρό βωμό για τους θεούς της θάλασσας στη γέφυρα του πλοίου και ένωνε τα ρυτιδωμένα χέρια του για να προσευχηθεί. Καθώς απολαμβάναμε το φρούτο μας, μιλούσαμε για κάθε λογής πράγματα, αλλά πιο συχνά μοιραζόμασταν τις αναμνήσεις μας. Από τη μητέρα και τον πατέρα μου, τη παλιά μου παραμάνα, το παρατηρητήριο, τα γλυπτά και το μακρινό παρελθόν, τότε που όποιος ήθελε έπαιρνε ένα πλοίο γι’ άλλα μέρη. Αλλά οι αναμνήσεις μας μειώνονταν μέρα με τη μέρα, διότι, όταν κάτι εξαφανιζόταν από το νησί, εξαφανίζονταν κι οι αναμνήσεις του. Χωρίσαμε το τελευταίο κομμάτι ροδάκινου κι επαναλάβαμε τις ίδιες ιστορίες ο ένας στον άλλο, αφήνοντας το φρούτο να λιώσει, όσο πιο αργά γινόταν, πάνω στη γλώσσα μας.
Μόλις ο ήλιος άρχισε να γέρνει προς τη θάλασσα, κατέβηκα από το πλοίο. Παρότι η ξύλινη σκάλα επιβίβασης δεν ήταν ιδιαίτερα απότομη, ο γέρος βγήκε να με συνοδέψει ως έξω. Μου φερόταν σαν να ήμουν ακόμα κοριτσάκι.
«Να προσέχεις στον γυρισμό».
«Θα προσέχω» του είπα. «Τα λέμε αύριο».
—–Στάθηκε ακίνητος και με παρακολουθούσε να απομακρύνομαι, μέχρι που χάθηκα τελείως από τα μάτια του. Αφήνοντας πίσω το λιμάνι, η επόμενη στάση μου ήταν στο παρατηρητήριο στη κορυφή του λόφου. Ποτέ όμως δε χασομερούσα εκεί για πολύ. Κοιτούσα τη θάλασσα παίρνοντας μερικές βαθιές ανάσες και μετά κατηφόριζα ξανά το λόφο. Η Αστυνομία της Μνήμης έκανε το καθήκον της κι εδώ, όπως στο γραφείο του πατέρα μου, αφήνοντας τον χώρο ένα σκέτο ερείπιο. Τίποτα δεν απομένει που να θυμίζει στον επισκέπτη ότι εδώ υπήρχε κάποτε ένα παρατηρητήριο άγριων πτηνών. Και οι ερευνητές επίσης έχουν σκορπίσει.
—–Έκανα μια στάση εκεί όπου κάποτε στεκόμουν μαζί με τον πατέρα μου και κοιτάζαμε με τα κιάλια. Ακόμα και τώρα, περιστασιακά, μικρά φτερωτά πλάσματα περνούσαν φευγαλέα, αλλά ήταν πλέον σκέτες υπομνήσεις ότι τα πουλιά δε σήμαιναν πια απολύτως τίποτα για μένα. Καθώς κατηφόριζα τον λόφο και βάδιζα προς την πόλη, ο ήλιος έδυε. Το νησί ήταν πιο ήσυχο το σούρουπο. Άνθρωποι γύριζαν από τη δουλειά βαδίζοντας με το κεφάλι σκυφτό, παιδιά τρέχαν βιαστικά. Ακόμα κι οι θορυβώδεις μηχανές των φορτηγών της αγοράς, που είχαν αδειάσει απ’ τις πωλήσεις της μέρας, ήταν κουκουλωμένες, μόνες κι έρημες. Σιωπή έπεφτε τριγύρω, λες και προετοιμαζόμασταν για την επόμενη εξαφάνιση, που αναμφίβολα θα ερχόταν -ίσως κι αύριο. Έτσι έπεφτε το σούρουπο στο νησί.

6
—–Το απόγευμα της Πέμπτης, πηγαίνοντας το χειρόγραφο στον επιμελητή μου, έπεσα πάνω στην Αστυνομία της Μνήμης. Ήταν η τρίτη φορά που τους έβλεπα αυτό τον μήνα, και φέρονταν κάπως πιο βίαια κάθε φορά. Σκέφτηκα ότι είχαν περάσει δεκαπέντε χρόνια από τότε που πρωτοεμφανίστηκαν. Εκείνο τον καιρό άρχιζε να γίνεται φανερό πως κάποιοι άνθρωποι σαν τη μητέρα μου δεν έχαναν τις αναμνήσεις τους από τα πράγματα που είχαν εξαφανιστεί κι η Αστυνομία της Μνήμης είχε ξεκινήσει να τους μαζεύει. Αν και κανείς δεν είχε ιδέα πού τους κρατούσε.
—–Είχα μόλις κατεβεί από το λεωφορείο και περίμενα να διασχίσω τον δρόμο όταν τρία από τα βαθυπράσινα φορτηγά τους, με μουσαμαδένιο σκέπαστρο στο πίσω τους μέρος, μούγκρισαν στη διασταύρωση. Τα άλλα αυτοκίνητα επιβράδυναν και παραμέρισαν ανεβαίνοντας στο κράσπεδο για να τα αφήσουν να περάσουν. Τα φορτηγά σταμάτησαν μπροστά σ’ ένα κτίριο όπου στεγάζονταν ένα οδοντιατρείο, μία ασφαλιστική εταιρεία και μία αίθουσα χορού. Εμφανίστηκαν δέκα άντρες της Αστυνομίας της Μνήμης που μπήκανε βιαστικά στο κτίριο. Οι άνθρωποι στον δρόμο παρακολουθούσαν με αγωνία, άλλοι λούφαζαν σε κοντινά σοκάκια, ενώ όλοι έδειχναν να ελπίζουν ότι η σκηνή που διαδραματιζόταν μπροστά στα μάτια τους θα έπαιρνε τέλος πριν εμπλακούν οι ίδιοι σ’ αυτήν. Έσφιξα τον φάκελο που περιείχε το χειρόγραφό μου και στάθηκα κοκκαλωμένη πίσω από έναν φανοστάτη. Αρκετές φορές όσο περίμενα, το φανάρι της κυκλοφορίας άλλαξε από πράσινο σε πορτοκαλί, σε κόκκινο και ξανά σε πράσινο. Κανείς δεν επιχείρησε να περάσει τη διάβαση πεζών. Οι επιβάτες του τρόλεϊ κοιτούσαν από τα παράθυρα. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι είχα τσαλακώσει
τελείως τον φάκελό μου.
—–Λίγη ώρα αργότερα ήχος βημάτων ακούστηκε από το κτίριο· ο έντονος, ρυθμικός ήχος που έκαναν οι μπότες των αντρών της Αστυνομίας της Μνήμης, ανακατεμένος με λιγότερο θορυβώδη, πιο αβέβαια βήματα. Στη συνέχεια εμφανίστηκαν μερικοί άνθρωποι, ο ένας πίσω από τον άλλο: δύο μεσόκοποι κύριοι, μία γυναίκα γύρω στα τριάντα με βαμμένα καστανά μαλλιά κι ένα αδύνατο κοριτσάκι στις αρχές της εφηβείας. Παρότι δεν είχε βγάλει κρύο ακόμα, όλοι φορούσαν μπόλικα πουκάμισα και παλτό, κασκόλ και μαντίλια τυλιγμένα στον λαιμό. Κρατούσαν τσάντες και βαλίτσες που ήταν εμφανώς παραγεμισμένες. Ήταν φανερό ότι είχαν προσπαθήσει να πάρουν μαζί τους όσο περισσότερα χρήσιμα αντικείμενα μπορούσαν να κουβαλήσουν. Κρίνοντας από τα ξεκούμπωτα κουμπιά, τα λυτά κορδόνια και κάποια ρούχα που πρόβαλλαν από τις τσάντες τους, καταλάβαινες ότι είχαν εξαναγκαστεί να μαζέψουν τα πράγματά τους άρον άρον. Και τώρα τους έβγαζαν από το κτίριο με την απειλή όπλων που τους σημάδευαν στην πλάτη. Εντούτοις το πρόσωπό τους ήταν ήρεμο και όλοι ατένιζαν τον ορίζοντα με μάτια ατάραχα, όπως το μοναχικό έλος στα βάθη του δάσους. Σε κείνα τα μάτια χωρίς αμφιβολία υπήρχαν κάθε είδους αναμνήσεις που είχαμε χάσει εμείς.
—–Όπως πάντα, οι άντρες της Αστυνομίας της Μνήμης, με τα αστραφτερά διακριτικά στον γιακά τους, εκτελούσαν την προκαθορισμένη δουλειά τους με τρομερή αποτελεσματικότητα. Οι τέσσερις άνθρωποι πέρασαν δίπλα από το σημείο όπου στεκόμουν, και έπιασα μια αμυδρή μυρωδιά αντισηπτικού. Ίσως τους είχανε πάρει από το οδοντιατρείο. Τους φόρτωσαν με τη σειρά στο πίσω μέρος ενός φορτηγού τους, με τα όπλα στραμμένα συνεχώς σ’ αυτούς. Το κοριτσάκι, το οποίο ήταν τελευταίο στη σειρά, κρατούσε μια πορτοκαλί τσάντα που ’χε ραμμένη μια αρκούδα πάνω της. Αφού την πέταξε μέσα στο ψηλό φορτηγό, προσπάθησε να σκαρφαλώσει, αλλά δεν τα κατάφερε και έπεσε με την πλάτη στον δρόμο. Χωρίς καλά καλά να το καταλάβω, έβγαλα μια φωνή κι άφησα τον φάκελο από τα χέρια μου. Οι σελίδες του χειρογράφου μου σκόρπισαν στο πεζοδρόμιο κι οι άλλοι παριστάμενοι γύρισαν και με κοίταξαν αποδοκιμαστικά. Φοβούνταν μήπως προκληθεί κάποια αναταραχή που θα έδινε αφορμή στην αστυνομία να τους προσέξει. Ένας νεαρός που στεκόταν παραδίπλα με βοήθησε να μαζέψω τις σελίδες. Μερικές ήταν υγρές αφού είχαν πέσει στα νερά και άλλες είχαν ποδοπατηθεί, αλλά εντέλει τις βρήκαμε όλες.
«Είναι όλες;» μου ψιθύρισε ο νεαρός στο αυτί.
—–Έγνεψα καταφατικά και τον κοίταξα με ευγνωμοσύνη. Αλλά το μικρό αυτό συμβάν δεν είχε καμμία επίδραση στη δουλειά της Αστυνομίας της Μνήμης. Κανείς τους δε γύρισε να μας κοιτάξει. Το κοριτσάκι είχε καταφέρει να σταθεί στα πόδια του κι ένας από τους αστυνομικούς που βρισκόταν ήδη στο φορτηγό έσκυψε και το έπιασε από το χέρι τραβώντας το επάνω. Είχαν κάτι τελείως παιδικό τα μικρά, πεταχτά γόνατα που πρόβαλλαν κάτω από τη φούστα του. Το μουσαμαδένιο σκέπαστρο έπεσε στο πίσω μέρος του φορτηγού και οι μηχανές άναψαν. Ακόμα κι αφού είχαν φύγει, χρειάστηκε μια στιγμή για να ανακτήσει ο χρόνος τη φυσιολογική του ροή. Όταν χάθηκαν τα φορτηγά και ο ήχος των μηχανών τους έσβησε στο βάθος, το τρόλεϊ ξεκίνησε πάλι και μόνο τότε βεβαιώθηκα ότι η Αστυνομία της Μνήμης είχε φύγει και δε θα μου έκανε κακό. Οι άνθρωποι στο πεζοδρόμιο συνέχισαν τον δρόμο τους και ο νεαρός που με είχε βοηθήσει πέρασε απέναντι. Στάθηκα κοιτάζοντας την πόρτα του κτιρίου, κλειστή και σφραγισμένη τώρα κι αναρωτήθηκα πώς θα είχε αισθανθεί το κοριτσάκι όταν ο αστυνομικός τού έπιασε το χέρι και το τράβηξε στο φορτηγό.
«Είδα κάτι τρομερό καθώς ερχόμουν» είπα στον Ρ, τον επιμελητή μου, στο λόμπι του εκδοτικού οίκου.
«Την Αστυνομία της Μνήμης;» ρώτησε ανάβοντας τσιγάρο.
«Ναι. Μάλλον έχουν χειροτερέψει τον τελευταίο καιρό».
«Είναι απαίσιοι» συμφώνησε βγάζοντας αργά μια μακριά τολύπα καπνού.
«Ναι, αλλά σήμερα ήταν κάπως διαφορετικά. Πήραν τέσσερα άτομα συγχρόνως από το κέντρο της πόλης, μέρα μεσημέρι. Απ’ όσο ξέρω, κατά κανόνα εξορμούσαν τη νύχτα, στις παρυφές της πόλης, παίρνοντας μόνο ένα μέλος από κάθε οικογένεια».
«Αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να ήταν κρυμμένοι σε καταφύγιο».
«Καταφύγιο;» είπα επαναλαμβάνοντας ττην άγνωστη λέξη, αλλά αυτή έσβησε στον λαιμό μου σχεδόν πριν καταφέρω να την αρθρώσω.
—–Μου είχαν πει ότι ήταν προτιμότερο να μη μιλάω για τέτοια ευαίσθητα ζητήματα σε δημόσιο χώρο. Ήταν αδύνατον να ξέρεις αν υπήρχαν αστυνομικοί με πολιτικά εκεί γύρω. Οι φήμες γι’ αυτούς οργίαζαν στο νησί. Το λόμπι του εκδοτικού οίκου ήταν σχεδόν άδειο. Μόνο κοντά στη γλάστρα με τον φίκο τρεις κοστουμαρισμένοι άντρες ήταν αφοσιωμένοι στη συζήτησή τους γύρω από μια χοντρή στοίβα χαρτιά κι η υπάλληλος της υποδοχής καθόταν στο γραφείο της με ύφος που μαρτυρούσε πλήξη.
«Υποθέτω ότι θα είχαν μετατρέψει ένα από το δωμάτια του κτιρίου σε κρυψώνα. Δεν υπάρχουν και πολλές άλλες λύσεις. Έχω ακούσει ότι υπάρχει ένα αρκετά εκτεταμένο παράνομο δίκτυο που δημιουργεί τέτοια καταφύγια και μετά φροντίζει για τη λειτουργία τους. Χτίζουν τα δωμάτια και στη συνέχεια προμηθεύουν στους ενοίκους τρόφιμα και χρήματα. Αλλά αν η αστυνομία αρχίσει τις επιδρομές σε καταφύγια, τότε δε θα μείνει πια μέρος για να κρυφτεί κανείς…»
—–Ο Ρ φάνηκε σαν να ήθελε να προσθέσει κάτι ακόμα, αλλά σιώπησε κι έπιασε το φλιτζάνι με τον καφέ του, ενώ το βλέμμα του πλανήθηκε στον κήπο στο προαύλιο. Στον κήπο υπήρχε ένα μικρό σιντριβάνι φτιαγμένο από τούβλα. Ένα απλό, ασήμαντο πράγμα. Η συζήτησή μας κόλλησε και μόνο ο ήχος του πίδακα ακουγόταν από το παράθυρο, σαν όργανο που έπαιζε απαλές συγχορδίες κάπου μακριά.
«Μου φαίνεται πάντοτε πολύ αλλόκοτο πώς γίνεται να τους βρίσκει η αστυνομία» είπα παρατηρώντας τον να κοιτάζει προς το συντριβάνι. «Εννοώ τους ανθρώπους που δεν ξεχνούν μετά από μια εξαφάνιση. Δε νομίζω ότι έχουν κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Είναι άντρες και γυναίκες όλων των ηλικιών, από τελείως διαφορετικές οικογένειες. Επομένως, αν είναι προσεκτικοί και φροντίζουν να ανακατεύονται με τους άλλους, λογικά θα περνούν απαρατήρητοι. Δεν πρέπει να είναι δύσκολο να παίξουν το παιχνίδι, να προσποιηθούν ότι οι εξαφανίσεις τούς επηρεάζουν όπως όλους μας».
«Αναρωτιέμαι αν είναι πράγματι τόσο απλό όσο το περιγράφεις». Ο Ρ το σκέφτηκε μια στιγμή. «Ο συνειδητός νους είναι σφηνωμένος μέσα σ’ ένα υποσυνείδητο δέκα φορές πιο ισχυρό, κάτι που ίσως καθιστά την προσπάθεια προσποίησης σχεδόν αδύνατη. Δεν μπορούν καν να φανταστούν τι σημαίνει προσποίηση. Αν ήταν εύκολο να προσποιηθούν, δε θα κρύβονταν σ’ αυτά τα καταφύγια».
«Αυτό είναι αλήθεια» είπα.
«Είναι μόνο φήμη, αλλά άκουσα ότι επιχειρούν να αναλύσουν τα γονίδιά μας για να ανακαλύψουν ποιος έχει αυτό το χαρακτηριστικό. Συγκεντρώνουν ειδικούς επιστήμονες σε μια μυστική εγκατάσταση στο πανεπιστήμιο».
«Να αναλύσουν τα γονίδια;» ψέλλισα.
«Έτσι ακριβώς. Δεν υπάρχουν εμφανή αναγνωριστικά σημάδια που να συνδέουν την ομάδα αυτών των ανθρώπων μεταξύ τους, αλλά εικάζουν ότι έχουν κάτι στη γενετική κατασκευή τους. Κρίνοντας από τη συμπεριφορά της Αστυνομίας της Μνήμης, φαίνεται ότι η έρευνα έχει προχωρήσει πολύ».
«Ναι, αλλά πώς έχουν πρόσβαση στα γονίδιά μας;» ρώτησα.
«Ήπιες μόλις απ’ αυτό το φλιτζάνι, έτσι δεν είναι;» είπε ο Ρ σβήνοντας το τσιγάρο του και φέρνοντας το φλιτζάνι μου στο ύψος των ματιών. Έγνεψα καταφατικά. «Θα μπορούσαν να το πάρουν και να απομονώσουν το γενετικό υλικό από το σάλιο σου. Ουδέν απλούστερο για την Αστυνομία της Μνήμης. Παραμονεύουν παντού, ίσως και στο δωματιάκι στο πίσω μέρος όπου πλένουν τα πιατικά. Πριν το πάρουμε είδηση, θα έχουν κάνει τεστ σε όλους τους κατοίκους του νησιού και θα έχουν φυλάξει τις πληροφορίες μας στη βάση δεδομένων τους, παρότι είναι αδύνατον να ξέρεις πόση πρόοδο έχουν κάνει ως τώρα. Όσο προσεκτικοί κι αν είμαστε, όλοι αφήνουμε πίσω μας κομματάκια του εαυτού μας στη καθημερινότητά μας. Τρίχες, ιδρώτας, νύχια, δάκρυα… σε οτιδήποτε απ’ αυτά μπορεί να χρησιμεύσει για να γίνει το τεστ. Κανείς δε γλιτώνει».
—–Κατέβασε αργά το φλιτζάνι στο πιατάκι, καρφώνοντας τα μάτια του στον καφέ που είχε απομείνει στον πάτο. Οι άντρες που μιλούσαν κοντά στον φίκο είχαν τελειώσει τη συζήτησή τους. Τρία φλιτζάνια έμειναν στο τραπέζι τους. Η υπάλληλος της υποδοχής άρχισε να τα μαζεύει εντελώς ανέκφραστη. Περίμενα μέχρι που έφυγε.
«Μα γιατί συλλαμβάνουν τους ανθρώπους; Δεν έχουν κάνει κάτι κακό».
«Το νησί διοικείται από άντρες που είναι αποφασισμένοι να επιβάλουν τις εξαφανίσεις. Από τη δική τους οπτική γωνία είναι αδιανόητο να μην εξαφανίζεται κάτι όταν διατάζουν την εξαφάνισή του. Έτσι το υποχρεώνουν οι ίδιοι να εξαφανιστεί».
«Πιστεύεις ότι η μητέρα μου δολοφονήθηκε;» Ήξερα ότι ήταν μάταιο να ρωτώ τον Ρ, αλλά η ερώτηση μου ξέφυγε.
«Ήταν αναμφίβολα υπό επιτήρηση, υπό παρακολούθηση».
—–Ο Ρ διάλεγε τις λέξεις του προσεκτικά. Έμεινε σιωπηλός για λίγο. Δεν ακουγόταν παρά μόνο το νερό στο συντριβάνι. Ο τσαλακωμένος φάκελος βρισκόταν στο τραπέζι ανάμεσά μας. Ο Ρ τον τράβηξε προς το μέρος του και έβγαλε το χειρόγραφο.
«Είναι περίεργο που μπορείς ακόμα να δημιουργείς κάτι τελείως καινούριο σαν αυτό -από λέξεις μόνο- σ’ ένα νησί όπου τα πάντα εξαφανίζονται» είπε σκουπίζοντας λίγη λάσπη από μία σελίδα σαν να χάιδευε κάτι πολύτιμο.
—–Συνειδητοποίησα τότε ότι σκεφτόμασταν το ίδιο πράγμα. Κοιταχτήκαμε στα μάτια κι ένιωσα για άλλη μια φορά την αγωνία που είχε ριζώσει στην καρδιά μας εδώ και πολύ καιρό. Το φως που καθρεφτιζόταν στον πίδακα του σιντριβανιού φώτισε το πρόσωπο του Ρ.
«Και τι θα συμβεί αν εξαφανιστούν οι λέξεις;» ψιθύρισα σιγανά, με τον φόβο ότι, αν το έλεγα πολύ δυνατά, μπορεί να επαληθευόταν…
(τέλος αποσπ.)

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *