Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Γλυπτική 

β). ΤΕΧΝΙΚέΣ

 

   Τεχνικές Ιμπρεσιονισμού Ο Iμπρεσιονισμός ζωγραφικά χαρακτηρίζεται από τις παρακάτω βασικές τεχνικές:

 *Μικρές και συχνά εμφανείς πινελιές που δημιουργούν χαρακτηριστικά παχύ στρώμα μπογιάς στον καμβά. Μ' αυτό το τρόπο δε μπορούν ν' αποτυπωθούν πολλές λεπτομέρειες του θέματος αλλά γενικά χαρακτηριστικά του.

 *Χρήση κυρίως των βασικών χρωμάτων, με μικρή ανάμιξη μεταξύ τους (η διαδικασία της ανάμειξης αυτής γίνεται από τον ίδιο τον θεατή του έργου).

 *Σπάνια χρήση του μαύρου χρώματος, μόνο στις περιπτώσεις που αποτελεί μέρος του θέματος. Δε χρησιμοποιούσαν το μαύρο χρώμα προκειμένου να επιτύχουν σκιάσεις ούτε το αναμίγνυαν με τα βασικά χρώματα.

 *Απουσία διαδοχικών επιστρώσεων χρώματος. Ζωγράφιζαν πιο γρήγορα, χωρίς να περιμένουν απαραίτητα το χρώμα να στεγνώσει.

 *Έμφαση στο τρόπο που το φως ανακλάται πάνω στα αντικείμενα, αποτύπωση του θέματος μ' ένα είδος επιστημονικού ενδιαφέροντος.

 *Ζωγραφική κυρίως σ' ανοιχτούς χώρους, συνήθως με φωτεινά κι έντονα χρώματα.

     Θα πρέπει να τονίσουμε πως οι τεχνικές αυτές συναντώνται και σε προγενέστερους ζωγράφους, όμως οι Ιμπρεσιονιστές τις χρησιμοποίησαν συστηματικά. Αξίζει ακόμα να σημειωθεί πως ευνοήθηκαν κι από την ανακάλυψη των προ-επεξεργασμένων χρωμάτων (παρόμοια μ' αυτά που χρησιμοποιούνται και σήμερα), γεγονός που εκμεταλλεύτηκαν για να ζωγραφίζουν σ' ανοιχτούς χώρους. Παλαιότερα κάθε ζωγράφος ήταν αναγκασμένος να δημιουργήσει ο ίδιος τα χρώματα αναμιγνύοντας τα διάφορα υλικά.

   Ασαμπλάζ: (Ερνστ) Ο Ερνστ υπήρξε και γλύπτης, όχι με τη καθιερωμένη, αλλά με τούτη τη τεχνική. Δηλαδή συνέθεσε γλυπτά "νταντά" και σουρεαλιστικά, μα με χρησιμοποίηση μεταχειρισμένων αντικειμένων πιότερο, παρά με άμεση παρέμβαση διαμορφώνοντας και λαξεύοντας το υλικό του.

   Κολάζ: Η πλέον δυναμική συμβολή του Ερνστ στη προσπάθεια των ντανταϊστών να πλήξουνε τις παραδοσιακές καλλιτεχνικές αξίες. Με τη τεχνική αυτή, κατάφερε να επεξεργαστεί οικείες εικόνες και να δημιουργήσει παράξενες αινιγματικές συνθέσεις που προκαλούνε κι αποσυντονίζουνε τη λογική. Η αρχική του ώθηση σε τούτο, όπως εξηγεί ο ίδιος, προήλθεν από την επιθυμία του να δημιουργήσει διδακτικό κατάλογο, με τόσον ετερόκλητα στοιχεία, ώστε να μπερδέψουνε το μυαλό, να παράγουνε παραισθήσεις και να προσδώσουνε στ' αντικείμενα της εικόνας, νέες συστάσεις μέσα από τη γοργή εναλλαγή. Το πιο σημαντικό τελικά ήτανε η ποιητική σπίθα που προέκυψε από το συνδυασμό ετερογενών στοιχείων, παρά το ίδιο το κολάζ.

   Φροτάζ: Η εμμονή του Ερνστ με το υποσυνείδητο, εισήγαγε στο σούρεαλ ιδίωμα τη τεχνική του φροτάζ. Προέκυψε κάποια στιγμή, που παρατηρούσε τις φθαρμένες γραμμές των ξύλινων σανίδων ενός δαπέδου, σ' ένα μικρό ξενοδοχείο στο Πορνάν της Γαλλίας, στις όχθες του Ατλαντικού, τον Αύγουστο του 1925. "Όπως βλέπουνε στα οράματά τους οι υπνοβάτες", οι γραμμές δημιουργούσαν εικόνες π' αλλάζανε, συνεχώς μεταβάλλονταν και με στόχο να οδηγήσει σ' οξεία μορφή τα στοιχεία του διαλογισμού και της παραίσθησης, άντλησεν από το πάτωμα μια σειρά εικόνων. 'Απλωσε χαρτί πάνω στο δάπεδο και πέρασε την επιφάνειά του με μαλακό μολύβι, διαδικασία που επανέλαβε και σ' άλλες επιφάνειες, από φύλλα, χαρτί συσκευασίας και μεταλλικά πλέγματα. Στο ανάγλυφο που δημιουργήθηκε, συνέθεσε νέες ποιητικές εικόνες, πιο ελεύθερες παραλλαγές της τεχνικής του κολάζ. Το 1926 συγκέντρωσε κι εξέδοσε 34 φροτάζ με τίτλο "Φυσική Ιστορία" που σαφώς αναφερότανε στο φυσικό κόσμο.

   Γκρατάζ: Αναζητώντας νέες αυτόματες τεχνικές, βασισμένες σ' έμμεσες μεθόδους χειραγώγησης του υλικού, υιοθέτησε τη τεχνική του φροτάζ και στην ελαιογραφία και τη βάφτισε γκρατάζ. Τοποθετούσε τον καμβά πάνω σε ξύλινα αντικείμενα, -χτένι, μυστρί, επεξεργασμένο γυαλί- κι ύστερα μ' ένα φτυαράκι, άπλωνε το χρώμα, δουλεύοντας με την ίδια τεχνική και δημιουργικήν ελευθερία που του προσέφερε και το φροτάζ. Πρόκειται για πιο αφηρημένα έργα, μεγάλων διαστάσεων, που ωστόσο διαθέτουν εντονότερη δραματικότητα και ξεχωριστήν ατμόσφαιρα, που κυριαρχεί κλίμα βίας κι εχθρότητας.

   Ντεκαλκομανί: Χάρη σ' αυτή τη τεχνική, με το μελάνι να ρέει ανάμεσα σε δυο φύλλα χαρτί, σχεδίαζε πάνω στη ζωγραφικήν επιφάνεια, υποβλητικές γραμμές. Οι σούρεαλ ποιητές, είχανε δοκιμάσει τη τεχνική κατά το 2ο μισό της 10ετίας του '30, αλλά εκείνος την εφάρμοσε στην ελαιογραφία, όπως και στο γκρατάζ. Ζωγράφισε πάνω στην αυτόματην επιφάνεια, αν και κάποιες φορές χρησιμοποίησεν ένα λεπτομερές ιλουζιονιστικό στυλ. Σε μερικούς πίνακες, οι δυο αυτές τεχνικές ερχόντανε σε πλήρη αντίθεση μεταξύ τους, ενώ σ' άλλους, εμφανιζόντανε πλήρως εναρμονισμένες και δύσκολα διαχωριζότανε που τέλειωνε η μια κι άρχιζεν η άλλη.

   Παπιέ-Κολλέ: (Μπρακ, Πικάσο, Γκρις): Τεχνική του κολάζ που εισάγει στους πίνακες κομάτια από εφημερίδες, διακοσμητικά χαρτιά, χαρακτικά, υφάσματα ή καναβόπανο συχνά κερωμένο. Ουσιαστικά δε χρωματίζανε κάποιο τμήμα του πίνακα, αλλ' αντικαθιστούσανε το χρώμα μ' όλ' αυτά τα ήδη έτοιμα στοιχεία.

   Ντρίπινγκ: (τεχνική του σταξίματος: Πόλλοκ): Από το 1947 ο καλλιτέχνης εγκατέλειψε τη τεχνική της εφαρμογής του χρώματος στο καμβά με πινέλο κι άρχισε να στάζει το βερνίκι απευθείας από το δοχείο. Επίσης δοκίμασε να βουτήξει το πινέλο ή μια βέργα στο χρώμα και να πιτσιλίσει μ' αυτό τον πίνακα. Από τη προσπάθεια τούτη, προέκυψεν ο όρος ντρίπινγκ. Κι άλλοι ζωγράφοι, μεταξύ των οποίων οι Σουρεαλιστές Αντρέ Μανσόν και Μάξ Ερνστ, είχανε χρησιμοποιήσει την ίδια τεχνική για να προσδώσουνε τόνον αυθορμητισμού στα έργα τους, μα κανείς δεν είχε σκεφτεί και τολμήσει να ζωγραφίσει έναν ολόκληρο πίνακα μ' αυτό το τρόπο. Τ' αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά και κορυφωθήκανε σε μια σειρά αριστουργήματα που φιλοτεχνηθήκανε μ' αυτή τη τεχνική και μάλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Αντιπροσωπευτικές δημιουργίες που του χαρίσανε μια θέση στην αιωνιότητα.

   Papier-Decoupes: (Mατίς): Πρώτα συνδύαζε κατάλληλα τα χρώματα, ώστε να πετύχει τη κατάλληλη κι επιθυμητή απόχρωση, με μεγάλην επικαλυπτικήν ικανότητα (Γκουάς). Έπειτα γέμιζε μ' αυτά ολάκερα φύλλα χαρτιού, -κάθενα ξεχωριστό φύλλο κι ένα ξεχωριστό χρώμα- κι ύστερα με το ψαλίδι στο χέρι, έκοβε κατάλληλα τα φύλλα, ώστε να σχηματίσει το σχέδιο. Παράδειγμα Παπιέ-Ντεκουπέ, είν' ο πίνακας "Το Μπλέ Γυμνό", που υπάρχει στο Στέκι, σ' όλες του τις φάσεις.

   Μποδεγκόν: (Βελάσκεθ): Στα ισπανικά σημαίνει: λαϊκή ταβέρνα, αλλά στη συνέχεια, άρχισε να χρησιμοποιείται για πίνακες που απεικονίζανε σκηνές από τη ζωή των απλών ανθρώπων και που υπήρχεν επίσης και φαγοπότι, καθώς επίσης και νεκρές φύσεις με φαγητό, ποτό και φρούτα. 'Αλλες εικόνες από ταβέρνες, από πανδοχεία, από κουζίνες ή τραπεζαρίες ή κι από χώρους που δε προσδιορίζονταν με σαφήνεια. Κατά τη νεανική του φάση, ο Βελάσκεθ (1617-'23), ζωγράφισε πολλά τέτοια κι έχουνε διασωθεί καμμιά δεκαριά. Θεωρούνταν ελάσσον είδος τέχνης, μα κείνος κατάφερε να του προσδώσει πλούτο και βάθος, στοχαστικότητα κι απέδειξεν έτσι την ικανότητά του στη Νατουραλιστικήν απόδοση, αναδεικνύοντας με μοναδική τέχνη, αυτή τη "ζωγραφική των φτωχών"!

     Από τα καλύτερά του, είναι "Ο Νερουλάς" κι η "Μαυριτανή Παραμαγείρισσα" -στο Στέκι υπάρχει το, "Η Γρια-Μαγείρισσα" κι είναι από τα πιο εκφραστικά του-, τόσο μάλιστα, ώστε το πρώτο, το 'χε μαζί του πάντα, σαν κάρτα επισκεπτηρίου, για να δείχνει διαπίστευση, περί του ποιος και τι καλλιτέχνης είναι, μιας κι αναδεικνύει ολο το εύρος της δεξιοτεχνίας του.

   Νωπογραφία: (πολλοί με κύριοτερο εκπρόσωπο τον Φρα Αντζέλικο): Η διαδικασία είν' η εξής: Ο καλλιτέχνης προετοιμάζει τον τοίχο με μια στρώση ακατέργαστου αμμοκονιάματος (σοβά), που περιέχει ασβέστη, άμμο και νερό. Ύστερα μπαίνει το "αρίτσιο", κονίαμα με τρία μέρη άμμου κι ένα ασβέστη. Πάνω κει φιλοτεχνείται το προσχέδιο της σύνθεσης με σινωπική, χρωστική ουσία με βάση το κοκκινόχωμα, που τότε εισαγόταν από τη Σινώπη. Κατόπιν ο καλλιτέχνης, διαμόρφωνε το τελικό λεπτό και λείο στρώμα κονιάματος, από άμμο ή μαρμαρόσκονη κι ασβέστη σε ίσα μέρη που ονομαζόταν "ιντονάκο".

     Το χρώμα διαλυμένο με νερό, εφαρμοζότανε πάνω στο τελευταίο αυτό στρώμα, ενώ το κονίαμα ήταν ακόμα νωπό (εξ ου κι η ονομασία: νωπογραφία), έτσι ώστε να στερεοποιηθεί πάνω στον τοίχο, όσον αυτός στέγνωνε. Επειδή το χρώμα κι το κονίαμα στεγνώνανε γρήγορα, δεν υπήρχε περιθώριο και δυνατότητα διόρθωσης των λαθών. Ως εκ τούτου, ο καλλιτέχνης έπρεπε να 'χει σταθερό χέρι και την ικανότητα να εργαστεί με μεγάλη ταχύτητα. Εύλογα προτιμόταν ο καλοκαιρινός ξηρός καιρός.

    Σφουμάτο: ή sfumato (Ντα Βίντσι):  Επιδιδόταν σε πειράματα με τις μπογιές και τα βερνίκια της εποχής. Στο πλαίσιο αυτών των μελετών, επινόησε τη μέθοδο αυτή, απλώνοντας διαδοχικές στρώσεις από ημιδιαφανές βερνίκι και δημιουργώντας έτσι έν' ευρύ φάσμα από σκιάσεις, απάλυνε μέχρι και διαλύσεως το περίγραμμα των μορφών, δημιουργώντας αινιγματικές σκιές γύρω από τις γωνίες των ματιών και του στόματος, του προσώπου που ζωγράφιζε. Αυτό είναι που δίνει τη δύναμη υποβολής κατά ένα μέρος, που κρύβεται στους πίνακές του. Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της τεχνικής αποτελεί ο πίνακας του "Ιωάννης Βαπτιστής".

   Χαρακτικά: (Ντύρερ): Χαρακτικόν αντίτυπο ή εγχάραξη επί πλάκας μαλακού μετάλλου (κυρίως χαλκού). Ο τεχνίτης χάραζε το σχέδιο με το καλέμι και δημιουργούσεν επιφανειακές γραμμές που πάνω τους θα συγκρατιόταν το μελάνι. Παρ' όλο που η διαδικασία ήτανε γραμμική, πετύχαιναν απόδοση διαφόρων τόνων με τη προσθήκη παραλλήλων γραμμών σε μικρήν απόσταση μεταξύ τους. Ο Ντύρερ ήτανε δεξιοτέχνης και τα χέρια του ανάδειξαν αμέτρητες σκιάσεις κι ιδιαίτερα πλούσιαν υφή, όπως και σ' ένα πίνακα ζωγραφικής. Αργότερα, η μέθοδος αυτή χρησιμοποιήθηκε κυρίως γι' αναπαραγωγή ήδη υπαρχόντων πινάκων, παρά γι' αυτόνομα χαρακτικά.

   Ακουαρέλα: (υδατογραφία) Αφορά συγκεκριμένον είδος ζωγραφικής που τα τριμένα χρώματα, διαλύονται σε νερό κι αναμιγνύονται με μια μικρή ποσότητα στερεωτικού υλικού, όπως ήτανε τότε το αραβικό κόμμι. Τεχνική δημοφιλής στους τοπιογράφους του 18ου αιώνα. Ο Ντύρερ ήτανε δεξιοτέχνης κι εδώ. Σε μερικά έργα, χρησιμοποίησε ακουαρέλα για ν' απλώσει χρώμα στα σχήματα που 'χεν ήδη δημιουργήσει με μελάνι, ενώ σ' άλλα τη διαχειρίστηκε πιο ελεύθερα. Τα χρώματα της υδατογραφίας πρέπει να 'ναι διάφανα, για να διακρίνεται το χαρτί, κάτω από τη ζωγραφικήν επιφάνεια, στοιχείο που βοηθά στη δημιουργία λεπτών αποχρώσεων και την επιτυχημένην απόδοση των ατμοσφαιρικών συνθηκών. Τα χρώματα όμως μπορούν να χρησιμοποιηθούν κι ως επικαλυπτικά (γκουάς), με προσθήκη κιμωλίας ή άλλων ουσιών, στις χρωστικές. Ο Ντύρερ, συχνά εφάρμοσε κι υδατογραφία και γκουάς στο ίδιο έργο, όπως π. χ. στον "Λαγό" και τη "Νεκρή Φύση" ("Χλόη"), που υπάρχουνε στο Στέκι κι είναι από τα καλύτερα του είδους.

    Ξυλογραφίες: Τεχνική εκτύπωσης απ' ανάγλυφην επιφάνεια, που κατάγεται από τη Κίνα, του 5ου αιώνα κι εισήχθη στην Ευρώπη τον 14ο. Στην εποχή του Ντύρερ, έγινεν η προσφιλέστερη μέθοδος εικονογράφησης βιβλίων αλλά και μεμονωμένων χαρακτικών. Ο τεχνίτης παίρνει ένα κομμάτι μαλακού ξύλου και με σκαρπέλο, χαράζει το σχέδιο, αφαιρώντας κομμάτια εκεί, όπου το σχέδιο της στάμπας, θα παραμείνει λευκό κι αφήνωντας ανάγλυφα τα σημεία, όπου θα 'παιρναν χρώμα για τη στάμπα. Ο Ντύρερ υπήρξε πρωτοπόριακός, ως προς τις διαστάσεις, την ολοκληρωμένη σύνθεση και τον ζωγραφικό πλούτο.

   Ζωγραφική Σε Σμάλτο: (Stubbs): Πάντα δοκίμαζε νέες τεχνικές κι άρχισε να ζωγραφίζει πάνω στο σμάλτο, το 1770. Στην αρχή χρησιμοποίησε ως ζωγραφικήν επιφάνεια, οκταγωνικές χάλκινες πλάκες.

   Καπρίτσια: ή fancy pictures (Reignolds, Gainsborough): ήταν πίνακες με μαγική συναισθηματικήν ατμόσφαιρα που δε λείπαν οι διάφορες μορφές και κυρίως αυτές ήτανε μικρά παιδιά. Λένε πως ο Ρέινολντς ζωγράφιζε τέτοιους πίνακες, στο διάλειμμά του ή μεταξύ δυο πορτρέτων.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers