Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Ερωτική Λογοτεχνία 

Reage Pauline: Η Ιστορία Της Όμικρον

 

                     Βιογραφικό
   Anne Desclos

    
Γαλλίδα συγγραφέας που γεννήθηκε στο Rochefort-sur-Mer, της Charente-Maritime, στις 23 Σεπτέμβρη του 1907 και το 'Πολίν Ρεάζ' ήτανε ψευδώνυμο. Το πραγματικό της όνομα ήταν Anne Desclos κι έγραψε και με το ψευδώνυμο 'Dominique Aury', που τανε και το πιο γνωστό για όλη τη συγγραφική ζωή της. Το ποια ήτανε πραγματικά συγγραφέας της 'Ο', είχε μείνει επτασφράγιστο μυστικό για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της. Το παραδέχτηκε δημόσια δε, σχεδόν 40 χρόνια μετά την έκδοσή του.
     Γεννήθηκε σε δίγλωσση οικογένεια κι έτσι πρώτα τα γαλλικά κι αμέσως μετά τ' αγγλικά, γίνανε κτήμα της. Όταν τέλειωσε τη στοιχειώδη εκπαίδευση, εισήλθε πανηγυρικά στη Σορβόννη (Sorbonne) κι όταν αποφοίτησε, άρχισε να εργάζεται σαν δημοσιογράφος σε διάφορα περιοδικά κι εφημερίδες, ως το 1946, όπου μπαίνει σαν υπεύθυνη έκδοσης, στο Gallimard Publishers, εκδοτικό οίκο κι εκεί αρχίζει να γράφει και να μεταφράζει μεγάλους συγγραφείς της εποχής, στα γαλλικά, όπως οι: Έλιοτ, Φιτζέραλντ, Γουλφ κλπ. Ήτανε θαυμάσια στη δουλειά της κι έτσι γρήγορα κέρδισε τον σεβασμό και μαζί μ' αυτόν μια θέση κριτικού λογοτεχνίας και μάλιστα μέλος της επιτροπής πολλών κρατικών λογοτεχνικών βραβείων.
     Εκ των υστέρων μας έγινε γνωστό πως ο εργοδότης κι εραστής της, Jean Paulhan, της έκαμε κάποια στιγμή τη σωβινιστική παρατήρηση, πως κανένα θηλυκό δε μπορεί να γράψει ερωτικό μυθιστόρημα. Έτσι, για να του αποδείξει το λάθος του, έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Η Ιστορία Της Ο» (Histoire D' O), που εκδόθηκε τον Ιούνιο του 1953, από τις εκδόσεις Olympia Press, -του ίδιου εκδοτικού που αργότερα εξέδωσε και τη "Λολίτα" του Βλαντιμίρ Ναμπόκωφ (Vladimir Nabokov).
     Αυτό το βιβλίο μιλά για τις ερωτικές περιπέτειες μιας κοπέλας, όμως ουσιαστικά είναι γεμάτο με γυναικείες ερωτικές φαντασιώσεις εκπεφρασμένες ωστόσο με μεγάλη, αξιομνημόνευτη σεμνοτυφία και με απαράμιλλη τέχνη και τεχνική. Την εποχήν εκείνην όμως γνώρισε τη δημόσια κατακραυγή και σύρθηκε στα δικαστήρια, τόσο το βιβλίο όσο κι η άγνωστη συγγραφέας. Πέτυχαν ν' απαγορευτεί η ανατύπωσή του κι επιβλήθηκε κάποιο πρόστιμο στον εκδοτικό (1959). Αργότερα, το 1967, άρθηκεν η απαγόρευση και το βιβλίο αυτό, είναι το πιο πολυδιαβασμένο γαλλικό κείμενο, μετά τον "Μικρό Πρίγκηπα", του Εξιπερί. Το κυριότερον όμως ήταν πως αμφισβητήθηκεν έντονα η ταυτότητα του συγγραφέα, όσον αφορά στο φύλο. Κανείς δε πίστεψε πως το ‘χε γράψει γυναίκα. Το 1968 πεθαίνει ο σύντροφός της Jean Paulhan.
     Το 1975, -τη χρονιά που το βιβλίο έγινε ταινία με τη Κορίν Κλερί στο ρόλο της Ο- έδωσε μια συνέντευξη για την ερωτική λογοτεχνία, χωρίς ακόμα φυσικά να 'χει αποκαλυφθεί ποιος ήταν ο συγγραφέας του. Αυτό, το παραδέχτηκε δημόσια, αργότερα, πολύ αργότερα, το 1995, σε συνέντευξή της στο περιοδικό The New Yorker. Υπήρξε παντρεμμένη κι είχε ένα παιδί. Κατά καιρούς υπήρξε κι αμφιφυλόφιλη. Λέγεται μάλιστα πως μετά την άρση της απαγόρευσης του βιβλίου, έγραψε και τη συνέχειά του, με τίτλο "Επιστροφή Στο Ρουασί" (Retour a Roissy, 1967), μα τούτο δεν έχει αποδειχθεί κι η ίδια δε το παραδέχτηκε ποτέ, λένε οι βιογράφοι της.
     Πέθανε από αδιευκρίνιστα αίτια  στις 27 Απρίλη του 1998, στο Corbeil-Essonnes, Ile-de-France, κοντά στο Παρίσι, πλήρης ημερών, σ' ηλικία 91 ετών.
--------------------------------------------------------------------------------------------

                                   οι εραστές του Ρουασί

     Μια μέρα ο εραστής της Ο, τη παίρνει να κάνουν ένα περίπατο σε μια γειτονιά που ποτέ δεν είχανε πατήσει: το πάρκο Μονσουρί, το πάρκο Μονσό. Στη γωνιά του πάρκου, στην άκρη ενός δρόμου που ποτέ δε σταθμεύουνε ταξί, αφού κάμαν ένα περίπατο στο πάρκο καθισμένοι πλάι-πλάι στην άκρη ενός παρτεριού, παρατηρούν ένα αυτοκίνητο με μετρητή να πλησιάζει, που μοιάζει με ταξί.
 -"Ανέβα", της λέγει.
     Μπαίνει. Αρχίζει να βραδυάζει κι είναι φθινόπωρο. Είναι ντυμένη όπως συνήθιζε: παπούτσια με ψηλά τακούνια, ένα ταγιέρ με φούστα πλισέ, μεταξωτή μπλούζα και δίχως καπέλο. Όμως μακριά γάντια που φτάνουν ως τα μανίκια του ταγιέρ. Κρατά ένα δερμάτινο σάκο με τα χαρτιά της, το ρουζ και τη πούδρα της.
     Το ταξί ξεκινά σιγά-σιγά, χωρίς ο άντρας να πει κάτι στον οδηγό. Κατεβάζει δεξιά κι αριστερά τα στόρια στα τζάμια και στο πίσω μέρος. Εκείνη έβγαλε τα γάντια με τη σκέψη πως ίσως τη φιλήσει ή εκείνη τονε χαϊδέψει. Όμως της λέγει:
 -"Όλα τούτα σε δυσκολεύουν... δώσμου τη τσάντα σου..." Του τη δίνει. Τη τοποθετεί μακριά της και προσθέτει: "...κι είσαι πολύ ντυμένη. Βγάλε τις ζαρτιέρες, κατέβασε τις κάλτσες σου ως τα γόνατα". Δυσκολεύεται κάπως, το ταξί τρέχει πιο γρήγορα και φοβάται μη γυρίσει ο οδηγός και τη δει. Τελικά, αφού κατέβασε τις κάλτσες, αισθάνεται σαν ενοχλημένη γιατί τα πόδια της είναι γυμνά κι ελεύθερα κάτω από τη κομπινεζόν. Έτσι, γλυστράνε κι οι ζαρτιέρες. "Βγάλε τη ζώνη σου" της λέγει "βγάλε και το σλιπ. Είναι εύκολο, αρκεί να περάσεις τα χέρια πίσω στα νεφρά και λιγάκι ν' ανασηκωθείς". Της παίρνει από τα χέρια τη ζώνη και το σλιπ και τα βάζει στη τσάντα της. Κατόπιν της λέγει: "Δε πρέπει να καθίσεις πάνω στη κομπινεζόν και τη φούστα σου. Πρέπει να τ' ανασηκώσεις και να καθήσεις γυμνή πάνω στο κάθισμα. Το κάθισμα είναι από δέρμα γλιστερό και κρύο και δεν είναι ευχάριστο να το νιώθεις να κολλά πάνω στα γυμνά σου μπούτια". Έπειτα της λέγει: "Ξαναβάλε τώρα τα γάντια σου".
     Το ταξί κυλά πάντα, κι εκείνη δε τολμά να ρωτήσει γιατί δε κάνει καμμιά κίνηση ο Ρενέ, και δε λέγει πια τίποτε, ούτε και τι σημασία μπορεί να 'χει γι' αυτόν, να στέκεται ακίνητη και βουβή, γυμνή κι έτοιμη να προσφερθεί, με φορεμένα γάντια, σ' ένα σκοτεινό αμάξι που πάει προς άγνωστη κατεύθυνση. Δεν της έδωσε καμμιά διαταγή, ούτε της απαγόρευσε τίποτε, όμως δεν τολμά ούτε να σταυρώσει τα πόδια της, ούτε να σφίξει τα γόνατά της. Τα δυο της γαντοφορεμένα χέρια τα στηρίζει στα πλάγια της, πάνω στο κάθισμα.
 -"Να!", της λέγει ξαφνικά. "Να!": το ταξί σταματά σε μιαν ωραία λεωφόρο, κάτω από ένα δέντρο -είναι πλατάνι- μπροστά σ' ένα είδος μικρού ξενοδοχείου που μόλις ξεχωρίζει ανάμεσα σε μιαν αυλή κι ένα κήπο, σα τα μικρά ξενοδοχεία του προαστείου Σεν Ζερμέν. Τα φώτα του δρόμου είναι κάπως μακρυά, είναι ακόμα σκοτεινά μες στο αμάξι κι έξω βρέχει. "Μη σαλέψεις διόλου", λέγει ο Ρενέ. Απλώνει το χέρι του προς τον γιακά της μπλούζας της, λύνει τον φιόγκο, τη ξεκουμπώνει. Γέρνει εκείνη λιγάκι το στήθος της και νομίζει πως θέλει να της το χαϊδέψει. Όχι! Ψάχνει μόνο να πιάσει και να κόψει με το σουγιά του, τις μπρετέλες του σουτιέν και της το βγάζει. Τώρα, κάτω από τη ξανακλεισμένη μπλούζα τα στήθη είναι λεύτερα και γυμνά καθώς τα νεφρά κι η κοιλιά, από τη μέση ως το γόνατο.
 -"'Ακουσε", της λέγει, "τώρα είσαι έτοιμη. Σε αφήνω. Θα κατέβεις και θα χτυπήσεις τη πόρτα. Θ' ακουλουθήσεις εκείνον που θα σου ανοίξει, θα κάμεις ό,τι σε διατάξουν. Αν δε μπεις αμέσως μέσα, θα σε πάρουν κι αν δεν υπακούσεις αμέσως, θα σε κάμουν να υπακούσεις. Η τσάντα; Όχι δε σου χρειάζεται πια. Είσαι απλούστατα, το κορίτσι που το πασάρω. Ναι, ναι, θα 'μαι 'δω. Πήγαινε!"

     Μια άλλη όψη της ίδιας αρχής ήταν σκληρότερη κι απλούστερη: η νεαρή γυναίκα το ίδιο ντυμένη, οδηγείτο από τον εραστή της κι έναν άγνωστο φίλο. Ο άγνωστος ήταν στο τιμόνι κι ο εραστής καθισμένος κοντά στη νεαρή γυναίκα κι ήταν ο φίλος ο άγνωστος που μιλούσε για να εξηγήσει στη νεαρή γυναίκα πως ο εραστής της είχεν αναλάβει να τη προετοιμάσει, οτι θα της έδενε τα χέρια πίσω στη πλάτη, θα της έβγαζε τη ζώνη, το σλιπ και το σουτιέν και θα της έδενε τα μάτια. Πως έπειτα θα τη παρέδιναν στο παλάτι όπου θα την οδηγούσαν βαθμηδόν σ' όσα επρόκειτο να κάνει. Πραγματικά, έτσι γυμνή και δεμένη, έπειτα από μισήν ώρα, τη βοηθούσαν να βγει από το αυτοκίνητο, ανέβαινε μερικά σκαλοπάτια, περνούσε στα τυφλά, ανάμεσα από μιαν ή δυο πόρτες, ξαναβρισκόταν μόνη της με βγαλμένο το πανί που σκέπαζε τα μάτια της, όρθια σ' ένα σκοτεινό δωμάτιο όπου την αφήκαν μισήν ή μιαν ώρα ή δυο, δε ξέρω. Ήταν όμως ένας αιώνας. Έπειτα, όταν επιτέλους άνοιξε η πόρτα κι άναψε το φως, είδε πως βρισκόταν σ' ένα κοινό κι άνετο δωμάτιο που όμως ήτανε κάπως παράξενο: μ' ένα παχύ χαλί στο δάπεδο, δίχως κανένα έπιπλο και γύρω-γύρω ντουλάπια. Δυο γυναίκες άνοιξαν τη πόρτα, δυο νέες κι όμορφες γυναίκες, ντυμένες σαν όμορφες υπηρέτριες του δέκατου όγδοου αιώνα: με μακριές ελαφρές και μπουφάν φούστες, που σκεπάζανε τα πόδια, σφιχτούς κορσέδες που πρόβαλλαν το στήθος κι ήτανε δεμένοι μπροστά, με δαντέλες γύρω στο λαιμό και μισά μανίκια. Τα μάτια και το στόμα ήταν μακιγιαρισμένα. Φορούσαν ένα σφιχτό κολιέ στο λαιμό και βραχιόλια στους καρπούς των χεριών.
     Τότε ξέρω πως λύσανε τα χέρια της Ο, που 'τανε πάντα δεμένα πίσω στη πλάτη και της είπαν ότι έπρεπε να γδυθεί, ότι θα την έλουζαν και θα τη μακίγιαραν. Τη ξεγύμνωσαν λοιπόν και τακτοποίησαν τα φορέματά της σ' ένα από τα δυο ντουλάπια. Δεν την άφησαν να κάμει μπάνιο μόνη της. Της χτενίσαν τα μαλλιά όπως θα έκαμε ένας κομμωτής, βάζοντάς τη να καθήσει σε μιαν από κείνες τις πολυθρόνες που γέρνουνε προς τα πίσω όταν λούζουν τα μαλλιά και τη ξανασηκώνουν για να βάλουν το κεφάλι στο σεσουάρ έπειτα από τη μιζανπλί. Τούτο κράτησε πραγματικά μιαν ώρα. Όμως στη πολυθρόνα αυτή καθόταν γυμνή και της απαγόρευαν να σταυρώσει τα γόνατά της ή και να τα πλησιάσει το ένα κοντά στο άλλο. Και καθώς είχε απέναντί της ένα μεγάλο καθρέφτη, σ' όλο το ύψος του τοίχου, που δε διακοπτόταν από κανένα ραφάκι, έβλεπε τον εαυτό της σ' αυτή τη στάση, κάθε φορά που το βλέμμα της αντίκρυζε τον καθρέφτη.
     Όταν την ετοίμασαν και τη μακίγιαραν, με τα βλέφαρα ελαφρά βαμμένα σκούρα, το στόμα κατακόκκινο, οι ρόγες κι ο περίγυρός τους κοκκινισμένα, το κάτω μέρος της κοιλιάς κόκκινο κι αυτό, με άρωμα κάτω από τις μασχάλες και στο φύλο της, ανάμεσα από τα μπούτια, ανάμεσα από τα στήθια και στις παλάμες, τη πήγαν σ' ένα δωμάτιο όπου ένας καθρέφτης με τρεις όψεις κι ένα τέταρτο στον τοίχο, βοηθούσαν να κοιταχτεί κανείς από κάθε πλευρά. Της είπαν να καθήσει σ' ένα σκαμνάκι ανάμεσα στους καθρέφτες και να περιμένει. Το ταμπουρέ ήτανε σκεπασμένο με μαύρη γούνα που κάπως την αγκύλωνε, το χαλί μαύρο, οι τοίχοι κόκκινοι. Είχε στα πόδια κόκκινα πασούμια. Σε μιαν από τις πλευρές του μπουντουάρ, υπήρχε ένα μεγάλο παράθυρο που έβλεπε σ' ένα σκοτεινό πάρκο. Είχε πάψει να βρέχει, τα δέντρα κουνιόνταν από τον άνεμο, το φεγγάρι έτρεχε ψηλά, μέσα από τα σύννεφα. Δε ξέρω πόσο καιρόν έμεινε έτσι μέσα στο κόκκινο μπουντουάρ, ούτε κι αν ήταν εντελώς μόνη όπως το πίστευε, ή αν κάποιος τη κοίταζε πίσω από ένα καμουφλαρισμένο άνοιγμα του τοίχου. Μα αυτό που γνωρίζω είναι ότι, όταν οι δυο γυναίκες ξαναγύρισαν, η μια κρατούσε ένα μέτρο ράφτρας κι η άλλη ένα καλάθι. Ένας άντρας τις συνόδευε, ντυμένος με μια μακριά ρόμπα σε χρώμα βιολέ, με στενά μανίκια στους καρπούς και φαρδιά στους αγκώνες και που άνοιγε στη μέση, όταν περπατούσε. Κάτω από τη ρόμπα φαινόταν ένα εφαρμοστό εσώβρακο που κάλυπτε τις κνήμες και τα μπούτια κι άφηνε ανοιχτό το φύλο. Κι αυτό είδε πρώτα απ' όλα η Ο, στο πρώτο του βήμα, κι έπειτα το μαστίγιο από δερμάτινες λουρίδες, περασμένο στη μέση του κι έπειτα ότι ο άντρας αυτός είχε σκεπασμένο το πρόσωπό του με μια μαύρη κουκούλα όπου ένα μαύρο τούλι σκέπαζε ως και τα μάτια -και τέλος, φορούσε μαύρα γάντια από λεπτό δέρμα. Της είπε να μη κινηθεί, μιλώντας της στον ενικό και στις γυναίκες να βιαστούν να φύγουν. αυτή που κρατούσε το μέτρο, μέτρησε το λαιμό της Ο και τους καρπούς της. Ήτανε συνηθισμένες οι διαστάσεις αν και κάπως μικρότερες. Εύκολα βρέθηκαν στο καλάθι που κρατούσε η άλλη γυναίκα, το κολιέ και τα βραχιόλια που της ταιριάζανε και να πως ήτανε καμωμένα: σε πολλά δερμάτινα πάχη (κάθε πάχος αρκετά λεπτό, συνολικά όχι περισσότερο από ένα δάχτυλο), που κλείναν με μιαν αλυσίδα, όταν τη κλείνουνε δε μπορεί ν' ανοίξει παρά μόνο με κλειδί. Στο αντίθετο ακριβώς μέρος από το κούμπωμα, μες στα διάφορα πέτσινα κομμάτια, σχεδόν με τέλειαν εφαρμογή, υπήρχε μεταλλικός χαλκάς που μπορούσε να στερεωθεί στο βραχιόλι, αν το επιθυμούσαν, γιατί ήτανε σφιχτοβαλμένο στο χέρι και το κολιέ πολύ σφιγμένο στο λαιμό, αν κι αρκετά λεύτερο ώστε να μη προκαλεί πληγή και να μπορεί να περάσει μέσα του ένα λεπτό δέσιμο.
     Της έβαλαν λοιπόν τούτο το κολιέ κι αυτά τα βραχιόλια στο λαιμό και τους καρπούς της κι έπειτα ο άντρας της είπε να σηκωθεί. Κάθισε στη θέση της πάνω στο σκαμνί με τη γούνα και την έφερε κοντά προς τα γόνατά του, πέρασε το γαντοφορεμένο χέρι του ανάμεσα στα μπούτια της κι επάνω στα στήθη της και της εξήγησε πως το ίδιο βράδυ θα τη παρουσίαζαν, έπειτα από το δείπνο που θα το 'παιρνε μόνη της. Πράγματι, δείπνησε μόνη της, πάντα γυμνή, σ' ένα είδος μικρού γραφείου, όπου έν αόρατο χέρι της έφερνε φαγητά από μια θυρίδα. Όταν τέλειωσε το δείπνο οι δυο γυναίκες ήρθαν να τη πάρουν. Στο μπουντουάρ, τοποθέτησαν μαζί πίσω στη πλάτη της, τους δυο χαλκάδες των βραχιολιών της, της έβαλαν πάνω στους ώμους πιασμένη μ' ένα κολιέ, μια μακριά κόκκινη κάπα, που τη κάλυπτε ολάκερη, αλλά που άνοιγε όταν περπατούσε, αφού δε μπορούσε να τη συγκρατήσει γιατί είχε δεμένα τα χέρια της πίσω στη πλάτη. Μια γυναίκα προχωρούσε μπροστά της κι άνοιγε τις πόρτες, η άλλη την ακολουθούσε και τις ξανάκλεινε. Διασχίσαν ένα διάδρομο, δυο σαλόνια και μπήκανε στη βιβλιοθήκη, όπου τέσσερεις άντρες παίρνανε τον καφέ τους. Φορούσαν τις ίδιες μεγάλες ρόμπες όπως κι ο πρώτος, ήσαν όμως δίχως μάσκες. Ωστόσο δε πρόφτασε η Ο να διακρίνει αν ήταν κι ο εραστής της ανάμεσά τους (ήτανε πράγματι) γιατί ένας εξ αυτών έστρεψε προς το μέρος της ένα προβολέα που τη τύφλωνε.
     Όλοι μείναν ακίνητοι, οι δυο γυναίκες ζερβόδεξα κι οι άντρες απέναντι που τη κοίταζαν. Έπειτα ο προβολέας έσβησε κι οι γυναίκες φύγανε. Ξανάβαλαν όμως πάλι ένα πανί στα μάτια της Ο. Τότε τη βάλανε να περπατήσει, κάπως σκοντάφτοντας κι αισθάνθηκε να βρίσκεται μπρος σε μεγάλη φωτιά, εκεί που κάθονταν οι τέσσερεις άντρες: αισθανόταν τη θερμότητα κι άκουγε στη σιγαλιά το θόρυβο που κάμανε καίγοντας τα ξύλα. Ήταν απέναντι από τη φωτιά. Δυο χέρια σηκώσανε τη κάπα της, άλλα δυο γλυστρήσανε κατά μήκος του κορμιού για να ελέγξουνε το δέσιμο των βραχιολιών: δεν ήτανε γαντοφορεμένα κι έν απ' αυτά μπήκε μέσα της κι από τις δυο μεριές ταυτόχρονα, τόσον απότομα που 'βγαλε μια κραυγή. Κάποιος γέλασε. Κάποιος άλλος είπε:
 -"Ας τη γυρίσουμε να δούμε τα στήθη και τη κοιλιά".
     Τη γυρίσανε κι η ζέστη της φωτιάς γινόταν αισθητή στη μέση της. Ένα χέρι της έπιασε το 'να στήθος, ένα στόμα της έπιασε την άκρη του άλλου. Όμως ξαφνικά έχασε την ισορροπία της κι έπεδε προς τα πίσω, κρατημένη -από ποιά άραγε χέρια;- ενώ εντωμεταξύ τις άνοιγαν τα πόδια και τα χείλη, ελαφρά, αισθάνθηκε μαλλιά ανάμεσα στα μπούτια της. 'Ακουσε να λένε πως έπρεπε να τη βάλουνε να γονατίσει. Έτσι κι έγινε. Αισθανόταν πολύ άσχημα έτσι γονατιστή και πιότερο γιατί δεν έπρεπε να πλησιάσει τα γόνατά της και γιατί τα δεμένα στη πλάτη χέρια της τη κάνανε να γέρνει κάπως εμπρός. Της επέτρεψαν τότε να σκύψει λίγο προς τα πίσω, μισοκαθισμένη στις φτέρνες, όπως κάμουν οι καλόγριες.
 -"Δεν την έχετε ποτέ δέσει";
 -"Όχι ποτέ".
 -"Ούτε μαστιγώσει";
 -"Ποτέ, αλλ' ακριβώς...", απαντούσεν ο εραστής της.
 -"Ακριβώς", είπεν η άλλη φωνή, "αν τη δένατε που και που, αν τη μαστιγώνατε λιγάκι κι αν αυτό της άρεσε!... Αυτό που χρειάζεται είναι να ξεπεραστεί η στιγμή όπου θα αισθανόταν ευχαρίστηση για να προκληθούνε δάκρυα".
-------------------------------------------------------------------------------------------
απόσπασμα από το βιβλίο Εκδόσεων Μαστορίδη σε μετάφραση του ίδιου του Δανιήλ Μαστορίδη

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers