Πεζά

Ποίηση-Μύθια

Ο Dali & Εγώ

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Σχόλια-Αρθρα

Λαογραφικά

Ενδιαφέροντες

Κλασσικά

Αρχαία Ελλ Γραμμ

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Παγκ. Θέατρο

Ινφ-Σχολ-Επικοιν.

Φανταστικό

Ερ. Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Whitman Walt: Δροσερά Φύλλα Χλόης



                                    Βιογραφικό

     Ο Ουόλτ Γουίτμαν ήταν από τους σημαντικότερους Αμερικανούς ποιητές. 
Γεννήθηκε στις 31 Μάη 1819 στο Λόνγκ-’ιλαντ της Νέας Υόρκης2ος γιος μιας πολυπληθούς οικογένειας με συνολικά 9 παιδιά, είχε άγγλική κί όλλανδική τήν καταγωγή.. Το 1823 η οικογένειά του αναγκάζεται να μεταβεί στο Μπρούκλιν. Ο πατέρας πιάνει δουλειά σα μαραγκός, ενώ ο ίδιος φοιτά για 6 χρόνια στο δημοτικό σχολείο. Στά νεανικά του χρόνια άναγκάσθηκε νά έγκαταλείψει τις σπουδές του γιά νά έργασθεί ώς ξυλουργός, οίκοδόμος, τυπογράφος καί δάσκαλος.Από τα 12 εργάζεται στο γραφείο ενός δικηγόρου, στα 14 μαθητεύει τυπογράφος και την ίδια περίπου περίοδο γράφεται σ' έν αναγνωστήριο βιβλιοθήκης κι έχει την ευκαιρία ν' ανακαλύψει πολλούς κλασσικούς αλλά και νεώτερους συγγραφείς.
     Το 1835 επιστρέφει στο Λονγκ-'Αιλαντ κι εργάζεται σα δάσκαλος. ’πό τό 1838 άρχισε νά συνεργάζεται μέ έφημερίδες καί περιοδικά. Παράλληλα, ιδρύει την εφημερίδα Long-Islander, της οποίας είναι συγχρόνως διευθυντής, υπεύθυνος σύνταξης και τυπογράφος. Το έργο του σα δάσκαλος συνεχίζεται μέχρι το 1841, έτος που μετακομίζει στη Νέα Υόρκη προκειμένου να εργαστεί στοιχειοθέτης σε τυπογραφείο αλλά και δημοσιογράφος σε διάφορα περιοδικά ή εφημερίδες της εποχής. Συγχρόνως, λαμβάνει ενεργό μέρος στη πολιτική και συμμετέχει σε προεκλογικές εκστρατείες του Δημοκρατικού Κόμματος. Παράλληλα εγκαταλείπει την εργασία του στο τυπογραφείο κι αναλαμβάνει διευθυντής εφημερίδων, βρισκόμενος διαδοχικά στις Daily Aurora και Brooklyn Eagle.
     Αυτό το διάστημα δημοσιεύει πλήθος άρθρων επί διαφόρων θεμάτων που συνδέονται συνήθως με τη παγκόσμια ή την αμερικανική πολιτική επικαιρότητα. Το 1848 διακόπτεται η συνεργασία του με την εφημερίδα Brooklyn Eagle και γίνεται συντάκτης της Crescent, θέση που κατέχει για 1 χρόνο, που στο διάστημά του ταξιδεύει σχεδόν σ' ολάκερο τον Αμερικανικό Νότο. Το 1849, επικεφαλής ενός μικρού τυπογραφείου, εκδίδει την εφημερίδα Freeman. Τον επόμενο χρόνο όμως αλλάζει εκ νέου κατεύθυνση και γίνεται μαραγκός, χτίζοντας σπίτια που αργότερα πουλά. Το 1854 εγκαταλείπει κάθε εργασία κι επεξεργάζεται τη του ποιητική συλλογή, βαθιά έπηρεασμένος άπό τίς θεωρίες τού Έμερσον έκδίδει, τό 1855 στή πρώτη της μορφή, τή συλλογή του Φύλλα Χλόης, (Leaves Of Grass) άποτελούμενη από 12 δώδεκα ποιήματα. Έκτοτε έμπλουτίζει σέ άλλεπάλληλες έκδόσεις τή συλλογή του αίrτή μέ νέες συνθέσεις, έξασφαλίζοντας άναγνώριση φανατικών θαυμαστών όπως ό Σουίνμπερν κι ό Ο.Μ. Ροσσέτι, άλλά καί τήν έπιφυλακτικότητα τού εύρύτερου κοινού, κυρίως γιά τίς προωθημένες περί ήθικής άντιλήψεις του. Η συλλογή του αυτή εκδόθηκε με δικά του έξοδα κι αποτελεί το κυριότερο έργο της ζωής του.
     Σ' αυτή τη πρώτη έκδοση, η συλλογή περιλαμβάνει εκτεταμένα, άτιτλα ποιήματα και λαμβάνει κυρίως αρνητικές κριτικές ενώ πωλείται τελικά μόλις 1 αντίτυπο. 1 χρόνο αργότερα, ετοιμάζει  έκδοση της συλλογής, που περιέχει πλέον 20 ποιήματα, γενικώτερες διορθώσεις, τίτλους και μια σαφέστερη ταξινόμηση. Παράλληλα περιλαμβάνει σαν εισαγωγή, συγχαρητήριο γράμμα του Ραλφ Γουάλντο Έμερσον προς αυτόν. Η κυκλοφορία της 2ης έκδοσης συνοδεύεται επίσης από αντιδράσεις του περισσότερο συντηρητικού τμήματος της αμερικανικής κοινωνίας. Από το φόβο δικαστικών διώξεων, το έργο αποσύρεται ενώ έχουν ήδη πωληθεί μερικές εκατοντάδες αντίτυπα. Το επόμενο διάστημα δημιουργείται σταδιακά ευνοϊκώτερο κλίμα γι' αυτόν που οδηγεί τελικά το 1860 σε  έκδοση από τον Εκδοτικό Οίκο Thayer & Eldridge.

     Κατά τον Αμερικανικό Εμφύλιο, εργάζεται σαν εθελοντής νοσοκόμος, στην Ουάσινγκτον. έμπειρία που τονε σφραγίζει καί που τη καταγράφει στά Πολεμικά Απομνημονεύματά του (1875). Με το τέλος του πολέμου διορίζεται στο Υπουργείο Εσωτερικών κι ειδικώτερα στο Τμήμα Υποθέσεων Των Ινδιάνων. Λίγο μετά, ο νέος υπουργός James Harlan, πρώην Μεθοδιστής ιεροκήρυξ, τον απολύει, επειδή είναι συγγραφέας των Φύλλων Χλόης. Παρολαυτά, 1 μήνα μετά, διορίζεται αυτή τη φορά στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Το καλοκαίρι του 1866, επεξεργάζεται  έκδοση των "Φύλλων" κατά τη διάρκεια διακοπών του στο Μπρούκλιν. Σ' αυτή τη νέα έκδοση, διαφοροποιεί ορισμένους τίτλους και προχωρεί σε κάποια αρίθμηση, ώστε το έργο ν' αποκτήσει ενότητα. Δημοσιεύεται τελικά το 1867 με προσωπικά του έξοδα. Ακολουθούν άλλες 4 εκδόσεις και το 1891, η τελευταία, είναι αρκετά ογκώδης περιλαμβάνοντας περισσότερα από 400 ποιήματα, ενώ παράλληλα συνοδεύεται από την ευρύτερη αποδοχή του, που 'χει επιτευχθεί σταδιακά.

     Ήδη από το 1870 η υγεία του είχε αρχίσει να κλονίζεται σημαντικά. Πέθανε στις 26 Μάρτη 1892 και στον τάφο του -που ο ίδιος σχεδίασε- αναγράφεται απόσπασμα από 'να ποίημα του:



"
My foothold is tenon'd and mortis'd in granite;

 I laugh at what you call dissolution;

 And I know the amplitude of time".

"Η βάση μου βρίσκεται αρραγής
 κάτω απ' αυτή τη πέτρα
 Γελώ μ' αυτό που καλείτε αποσύνθεση
 Και γνωρίζω το εύρος του χρόνου
".


    ’λλα του έργα: Δημοκρατικές άπόψεις (1871), Δείγματα ήμερών
(1882), Κλαδιά του Νοέμβρη (1888), Χαίρε, φαντασία μου (1891).
    Ή βακχική ποίηση του Ούίτμαν, χειμαρρώδης, έπική, ρωμαλέα ρητορική, άπόλυτα προσηλωμένη στη γήινη ρίζα καί στούς καρπούς της, έξυμνεί τό ένστικτο καί τον περιφρονημένο φορέα του, τό σώμα, τή ζωική όρμή καί τή φύση στή θεία άπλότητά της. Ή φιλία, ή ίσότητα κι η δημοκρατία διατρέχουνε τους γεμάτους πληθωρική σχεδόν διονυσιακή
λυρική κατάφαση, στίχους τού ποιητή, για τον όποίο, αν κανείς άναζητούσε νεοελληνικό άνάλογο, θά όφειλε νά «έκβιάσει» μιαν αίνιγματική σύγκλιση μεταξύ Κάλβου, Παλαμά και Σικελιανού.

==============
    
Καπετάνιε! Ω Καπετάνιε μου!

Καπετάνιε! Ω Καπετάνιε μου!
Το φοβερό μας το ταξίδι έχει τελειώσει.
Το πλοίο μας ξεπέρασε τη κάθε αναποδιά
κι
 η δάφνη που ζητούσαμε κερδήθηκε.
Φτάσαμε στο λιμάνι.
Ακουώ καμπάνες να χτυπούν,
λαό που αναγαλλιάζει,
Κι όλων τα μάτια στρέψανε στ' ακλόνητο σκαρί,
στ' ατρόμητο και βλοσυρό καράβι.

Μα, συ ω καρδιά! καρδιά! καρδιά!
Ώ άλικες, αιμάτινες, κόκκινες σταλαξιές,
Εκεί στη γέφυρα του πλοίου,
ο Καπετάνιος μου πεσμένος
κοιμάται κρύος... νεκρός... χαμένος...

Καπετάνιε! Ω Καπετάνιε μου! Σήκω!
Τα σήμαντρα ν' ακούσεις που χτυπούνε.
Σήκω! Για σενα λάβαρα λυτά ψυχανεμούνε,
για σένα σάλπιγγες, κλαγγές, αχολογούνε,
Για σένα τ' ανθοστόλιστα, τα πλουμιστά στεφάνια,
Για σένα στην ακρογιαλιά συνάχτηκε το πλήθος,
Εσένα πεθυμά χοχλάζοντας ολάκερος λαός
και σε γυρεύει μ' όψη φουντωμένη.

Έλα, έλα, Καπετάνιε μου! Πατέρα αγαπημένε!
Γείρε πάνω στο μπράτσο μου το έρημο κεφάλι.
Σαν όνειρο μου φαίνεται στη γέφυρα πεσμένος,
Και να 'σαι κρύος... νεκρός... χαμένος....
 
Μα ο Καπετάνιος μου δεν απαντά,
τ' αχείλι του είν' αμίλητο, χλωμό.
Πατέρα μου το μπράτσο μου δε
 
νιώθεις
κι ούτε έχεις πια τη θέληση, δεν έχεις πια σφυγμό...
Το πλοίο έριξε άγκυρα ολάγερο, βουβό
κι έχει τελειώσει το ταξίδι το στερνό.
Από το φοβερό του το ξαρμένισμα,
της νίκης το καράβι ξαναγύρισε,
με κερδεμένο τον σκοπό.

Ευφράνου ακρογιαλιά, καμπάνα χτύπα!
Μα 'γω το πένθιμό μου σέρνω βήμα
Στη γέφυρα, που ο Καπετάνιος μου πεσμένος
Κοιμάται κρύος... νεκρός... χαμένος...

Στη Γαλάζια Όχθη Της Οντάριο

1
Πλάι στή γαλάζια όχθη τής Οντάριο
Καθώς σκεφτόμουνα τίς μέρες τού πολέμου, τή σημερνή είρήνη άλλά
καί τούς νεκρούς πού πιά δέ θά γυρίσουν,
Φάντασμα γιγαντιαίο καί μεγαλόπρεπο μέ πρόσωπο αύστηρό στάθηκε
δίπλα μου
Καί Ψάλλε μου, είπε, τό ποίημα τής 'Αμερικfjς πού βγαίνει άπ' τήν
καρδιά της, ψάλλε τής νίκης τό τραγούδι,
Tfjς Λευτεριάς ξεκίνα τούς παιάνες, πιό βροντερούς παρά ποτέ,
Ψάλλε πρίν φύγεις τό τραγούδι γιά τής Δημοκρατίας τίς άγωνίες καί
τά δεινά.
(Δημοκρατία, χρισμένη έσύ νικήτρια, κι δμως σέ κάθε βήμα άπατημένη
’πό χαμόγελα ύποκριτικά, θάνατο κι άπιστία.)

2
Iδού Έθνος νέο καί στέκομαι μπροστά σας καί θεριεύω
Όπως κανείς θεριεύει γιά νά δικαιωθεί στά μάτια σας.
Τίποτε δέν πετάω κι όλα τά δέχομαι καί χωνεμένα τά γεννάω ξανά σέ
νέα δικά μου σχήματα.
Γενιά πού δοκιμάζεται στό χρόνο καί στίς πράξεις,
Είμαστε αύτό πού είμαστε κι ή ίδια ή γέννησή μας άπάντηση ίσχυρή
σ' όποιαν άντίρρηση·
Εμείς έχουμε γιά όπλα τους έαυτούς μας
Πού μάς κάνουν φοβερούς καί τρομερούς,
Μόνοι όλα τά μπορούμε κι έπαρκούμε σ' όλα χάρη στη ποικιλία μας
κι είμαστε
Μέσα μας οί όμορφότεροι γιά τά δικά μας μάτια·
Κι ίσορροπούμε μόνοι έδώ στό κέντρο, κι άπό 'δώ, σ' όλη τήν οίκουμένη
τά κλαδιά μας:
’π' τό Μισούρι, τή Νεμπράσκα ή τό Κάνσας, μ' ένα χαμόγελο, άπάντηση
μαχητική στήν όποια περιφρόνηση.
Όποια άμαρτία άρχίζει καί τελειώνει μέσα μας,
"Ο,τι κι άν γίνει κι ό,τι κι άν δέ γίνει·
Αμαρτωλοί ή ώραίοι μόνο γιά μάς καί μέσα μας.
(Μητέρα έσύ κι άγαπημένες άδελφές!
Κι αν κάποτε χαθούμε, δέ θά 'ναι άπό κατακτητή·
Στήν αίώνια νύχτα μόνοι μας θά βυθιστούμε.)

3

Μήπως νομίσατε πώς ενας μόνον άρχοντας μπορεί νά ύπάρχει;
’ρχοντες άπειροι σάς λέω έγώ - γιατί κανείς κανέναν δέν άντισταθμίζει,
όπως τό βλέμμα κανενός δέν έμποδίζει τ' άλλα
βλέμματα κι όπως καμιά ζωή μ' άλλη ζωή δέ γίνεται νά έξισωθεί.

Όλοι άξιοι γιά τά πάντα
Κι δλα τά πάντα είναι γιά τούς άνθρώπους, δηλαδή γιά σάς,
Καί δίχως θείους ή άλλους όρους.

Όλα πηγάζουν άπ' τό σώμα· ή ύγεία τού σώματος πηγή άρμονίας μας
μέ τό σύμπαν.

Φτιάξτε σπουδαίους άνθρώπους: τ' άλλα θά 'ρθούνε μόνα τους.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers