Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Παγκόσμιο Θέατρο

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Κάλβος Ανδρέας: Σπάνιον Αηδονόλαλο Στρουθίον

           Βιογραφικό        

     Ευρυμαθής λόγιος, εθνικός ποιητής, πατριώτης επαναστάτης, αρχαιολάτρης και νεοκλασικιστής κι ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές μας. Νεοκλασικιστική παιδεία και ρομαντική του ψυχοσύνθεση συμπλέκουνε στη ποίηση του δραματικό, ειδυλλιακό, παγανιστικό, χριστιανικό, αρχαία ελληνικά πρότυπα, σύγχρονη επαναστατική επικαιρότητα, πουριτανισμό, λανθάνοντα ερωτισμό, αυστηρότητα, μελαγχολία, κλασικιστική φόρμα με ρομαντικό περιεχόμενο, σύζευξη που 'ναι ορατή ακόμη και στη γλώσσα (αρχαΐζουσα με βάση δημοτική) και στη μετρική (αρχαϊκή στροφή και μέτρο που συχνά δημιουργεί, σε δεύτερο επίπεδο, 15σύλλαβους) και τον υπό διαμόρφωσην ακόμα πατριωτισμό της εποχής. Ηθικοπρακτικά πολιτική και στο έπακρο επική, όχι όμως ιδεαλιστική όπως εσφαλμένα εξελήφθη απ' τον Κ. Τσάτσο που τονε χαρακτήρισε Ποιητή Της Ιδέας. Αντιλυρική ποίηση επικεντρωμένη στις τότε ιακωβινικές και καρμποναρικές αξίες Ελευθερία & Αρετή.
     Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1792, από τον κρητικής καταγωγής τυχοδιώκτη Κερκυραίο Ιωάννη ή Τζανέτο Κάλβο, πρώην μισθοφόρο ανθυπολοχαγό του ενετικού στρατού και την αριστοκράτισσα Αδριανή Ρουκάνη. Στα 9 του, ο πατέρας εγκατέλειψε τη μητέρα κι εγκαταστάθηκε στο Λιβόρνο της Ιταλίας που ήδη ζούσανε κάποιοι συγγενείς του, παίρνοντας μαζί τους δυο γιούς του, τον Ανδρέα και τον μικρότερο αδελφό του Νικόλαο. Παρότι ο πατέρας του κατά κανόνα βρισκόταν μακριά για δουλειές, ο Ανδρέας υπήρξε φιλομαθέστατος και πήρε πολύ καλή μόρφωση, με σπουδές στην αρχαιοελληνική και λατινική λογοτεχνία, ενώ από τα μετεφηβικά του χρόνια έγραψε το 1ο του έργο, τον αντιπολεμικό "Ύμνο Στον Ναπολέοντα", που αργότερα όμως αποκηρύττει και καταστρέφει (κι έτσι γνωρίζουμε την ύπαρξη του, μια που το ίδιο δε σώζεται). Τότε πηγαίνει για λίγους μήνες στη Πίζα κι εργάζεται σα γραμματέας κι αμέσως μετά πηγαίνει στη Φλωρεντία, κέντρο τότε της πνευματικής ζωής και δημιουργίας. Τα δυο παιδιά μεγαλώνουνε χωρις οικογενειακή θαλπωρή. Η μητέρα χάνει τα ίχνη των παιδιών της.
     Ο πατέρας πέθανε το 1812 και μετά λίγους μήνες τα δύο ενήλικα πια αδέλφια καταφύγανε σε διαφορετικές πόλεις αναζητώντας τη τύχη τους. Ο Ανδρέας στη Φλωρεντία κι ο Νικόλαος στη Τεργέστη (ασχολήθηκε πετυχημένα μ' εμπόριο). Στη Φλωρεντία σπούδασε Ελληνική, Λατινική κι Ιταλική Φιλολογία παραδίδοντας μαθήματα για να ζήσει κι επίσης γνώρισε (φθινόπωρο 1813) τον ποιητή Ούγκο Φώσκολο (Ugo Foscolo, 1778-1827, γεννημένο επίσης στη Ζάκυνθο, από τον Ανδρέα Φώσκολο και τη Διαμαντίνα Σπαθή, ένθερμο ιακωβίνο κι αρχαιολάτρη κατά τη νεότητά του, που τη πέρασε στη Βενετία), στον οποίο εργάσθηκε ως γραμματικός κι αντιγραφέας.
     Ο Φώσκολος στάθηκε 3,5 χρόνια καλός φίλος, δάσκαλος, μέντορας και ξεναγός στο ισχυρό κείνη την εποχή ρεύμα του νεοκλασικισμού, αλλά και στις επαναστατικές ιδέες της εποχής. Τότε ακριβώς μετά από προτροπή του Φώσκολου, άρχισε τις πρώτες ποιητικές προσπάθειες, γράφοντας ιταλικά 4 μονολόγους της άγνωστης τραγωδίας "Avantida" & 3 τραγωδίες: "Θηραμένης"  (Teramene 1813), "Δαναϊδες" (Le Danaidi 1814), "Ιππίας"  (Ippia 1813). Οι τραγωδίες αυτές δημοσιεύθηκαν αλλά τ' αντίτυπα τους με τη πάροδο του χρόνου εξαφανίσθηκαν. Ώσπου ο καθηγητής Λάζαρος Βελέλης, ανακάλυψε ένα αντίτυπο των "Δαναίδων".
     Το 1814, -όταν έγραψε ιταλικά την "Ωδή Εις Ιονίους" (Ode Agli Ionii)- ο Φώσκολος κατέφυγε στη Ζυρίχη λόγω που κινδύνευε να συλληφθεί από τις αυστριακές αρχές για τις δημοκρατικές ιδέες του. Την επόμενη χρονιά, όταν πέθανε κι η μητέρα του (30 Ιουνίου), πήγε κι ο ίδιος εκεί και στα τέλη του 1816 -τότε που πληροφορήθηκε καθυστερημένα το χαμό της μητέρας του μ' επιστολή της φίλης του Φώσκολου, Ματζιόττι10 Μάη- φύγανε μαζί για το Λονδίνο. Εκεί ο Ανδρέας κέρδιζε τα προς το ζήν παραδίδοντας μαθήματα και ταυτοχρόνα μετάφραζε θρησκευτικά βιβλία στα ιταλικά και τα ελληνικά κι έγραφε ποίηση, στην οποία ένωνε εκπληκτικά τη δημοτική με την αρχαϊζουσα.
     Το Φλεβάρη του 1817 τσακώθηκε σοβαρά με το Φώσκολο κι η φιλία τους σπάει διαπαντός. Κατά τη περίοδο 1818-19 έδωσε σειρά διαλέξεων για τη σωστή προφορά των αρχαίων Ελληνικών, που εντυπωσίασαν το αρχαιόφιλο αγγλικό κοινό, εξέδωσε τη "Νεοελληνική Γραμματική" και μια 4τομη μέθοδο εκμάθησης ιταλικής γλώσσας κι εργαζότανε στη σύνταξη ενός αγγλοελληνικού λεξικού. Στις 18 Μάη 1819 νυμφεύθηκε την αγγλίδα Μαρία Τερέζα Τόμας, που όμως πέθανε το πρώτο 6μηνο του 1820 μαζί με τη κόρη τους που 'χε μόλις γεννήσει. Βαθύτατα λυπημένος, εγκατέλειψε το καλοκαίρι του 1820 την Αγγλία, μετά από αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας για ερωτικούς λόγους (απόρριψη από τη μαθήτριά του Σούζαν Ριντού) κι εγκαταστάθηκε προσωρινά στο Παρίσι κι έπειτα, το Σεπτέμβρη του 1820 ξανά στη Φλωρεντία.
     Εκεί εντάχθηκε στη μυστική οργάνωση των Καρμπονάρων (Carbonari) κι εξαιτίας της δράσης του συνελήφθη κι απελάθη στην Ελβετία στις 23 ή 25 Απρίλη 1821. Στα τέλη του 1820 ή στις αρχές του 1821 συνέθεσε τη μακρά ωδή "Εις Θάνατον", που είναι γεμάτη από τους συμβολισμούς της καρμπονερίας. Στη Γενεύη εντάχθηκε στο κίνημα των φιλελλήνων, εξασφαλίζοντας τα προς το ζην με παραδόσεις μαθημάτων ξένων γλωσσών. Περιβάλλεται μ' αγάπη απ' το φιλελληνικό κύκλο. Εργάζεται πάλι ως καθηγητής ξένων γλωσσών, ενώ παράλληλα ασχολείται με την έκδοση ενός χειρογράφου της "Ιλιάδας", όμως δε πραγματοποιείται. Είχεν ήδη ξεσπάσει η Ελληνική Επανάσταση, προπαγάνδισε συστηματικά υπέρ του αγώνα των συμπατριωτών του με δημοσιεύματα και διαλέξεις.
     Το 1823 μυήθηκε στη μυστική ιακωβινική-καρμποναρικήν οργάνωση Γαλάτες Αναμορφωτές (Reformateurs Gaulois) του Φίλιππου Μπουοναρόττι (Filippo Giuseppe Maria Ludovico Buonarrotti, 1761-1837), που τα μέλη της ορκίζονταν μίσος για τους τυράννους κι αιώνιο πόλεμο κατά της Ιεράς Συμμαχίας, και το 1824 εξέδωσε στη Γενεύη τις πρώτες 10 "Ωδές" του, με γενικό τίτλο "Η Λύρα", που σχεδόν αμέσως μεταφράζονται και στα γαλλικά και βρίσκουν ευνοϊκότατη υποδοχή.
     Το 1826, συμπλήρωσε τις "Ωδές" του με επιπλέον 10 ("Λυρικά", συλλογή αφιερωμένη στο στρατηγό Λαφαγιέτ) και τις εξέδωσε στο Παρίσι όπου είχε εγκατασταθεί από τις αρχές του 1825 συνεχίζοντας πάντα τη φιλεπαναστατική πατριωτική δράση του, μετά την διάλυση από τις αρχές της Ελβετίας των οργανώσεων των Καρμπονάρων. Στη 4η ωδή του "Εις Σάμον" καταθέτει συγκλονιστικές στροφές προς τιμή, όχι μόνον των Καρμανιόλων, (Σάμιοι οπαδοί δημοκρατικής παράταξης που απ' το 1807 προετοίμαζαν την Επανάσταση κατά των Οθωμανών, των προεστών και της Εκκλησίας), αλλά όλων των αγωνιστών, όλων των τόπων και όλων των εποχών. Σωστά λοιπόν έχει παρατηρηθεί πρόσφατα πως οι "Ωδές" του αποτελούνε ποιητικό αντίστοιχο της "Ελληνικής Νομαρχίας" κι έν από τα σημαντικότερα κείμενα του Ελληνικού Διαφωτισμού.
     Στις 16 Ιουνίου 1826 αναχώρησε από το Παρίσι κι έφτασε στο Ναύπλιο, αποφασισμένος να συμμετάσχει στη προσπάθεια για μιαν ελεύθερη Ελλάδα, απογοητεύθηκε όμως πολύ σύντομα όταν είδε τη τρομακτική διχόνοια των ρωμιών και την αγροικία τους που τους καθιστούσε ανίκανους να εκτιμήσουνε το ποιητικό έργο του ως ξένου που πλησιάζει τα ελληνικά κι ως Έλληνα που ασπάζεται τα ξένα. Ταυτόχρονα αηδιασμένος κι εξοργισμένος, κατέφυγε τον Αύγουστο του 1826 στη Κέρκυρα, όπου αρχικά εργάσθηκε ως οικοδιδάσκαλος κι εν συνεχεία, δίδαξε συγκριτική λογοτεχνία για 2 περίπου έτη, ως έκτακτος καθηγητής Φιλοσοφίας, στην υπό διεύθυνση του Α. Μουστοξύδη, Ιόνιο Ακαδημία. Μετά από λίγο όμως παραιτήθηκε από τη θέση, για ν' ασχοληθεί ξανά με ιδιαίτερα μαθήματα (αν και τελικά επέστρεψε στη καθηγητική του θέση το 1836), μεταφράζοντας παράλληλα αρκετά ξενόγλωσσα βιβλία. 
     'Αρχισε ν' αρθρογραφεί σε διάφορες επτανησιακές εφημερίδες (όπως λ.χ. στην Επίσημον Εφημερίδα Ιονίου Πολιτείας, στη ριζοσπαστική εφημερίδα του Πέτρου Βράϊλα Πατρίς κ. α.) και το 1841 ανέλαβε τη διεύθυνση του Κερκυραϊκού Γυμνασίου, όμως ο ευαίσθητος και συνάμα αυστηρός, εύκολα δύστροπος χαρακτήρας του τον ώθησε να παραιτηθεί κι από εκεί πριν τελειώσει η χρονιά, για να περάσει μία περίπου 10ετία διακριτικής απομόνωσης. Στο δύστροπο του χαρακτήρα του, αλλά και στ' ότι ποτέ δεν αναγνωρίστηκε στη πατρίδα του ίσως οφείλεται και τ' ότι, παρά τη συνύπαρξη του στο νησί όλ' αυτά τα χρόνια με το Σολωμό, δε φαίνεται να 'χανε ποτέ προσωπική γνωριμία.
     Στα τέλη του 1852 έφυγε για το Λονδίνο, νυμφεύθηκε στις αρχές του 1853 σε ηλικια 61 ετών τη 40χρονη δασκάλα Σαρλότ Ουόνταμς (Charlotte Wadams) και μαζί εγκαταστάθηκαν στο Λόουθ (Louth) του Λίνκολνσαϊρ, όπου η Σαρλότ ίδρυσε παρθεναγωγείο, στο οποίο ο Κάλβος δίδαξε ξένες γλώσσες και μαθηματικά κι έζησε καλά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, μέχρι τον θάνατό του στο Λονδίνο, στις 3 Νοέμβρη 1869, σ' ηλικία 77 ετών, μετά τον θάνατο της συζύγου του.
     Όπως συνέβη και με πολλούς ανεπιθύμητους ήρωες του 1821, όπως π.χ. με τον μη χριστιανό Οδυσσέα Ανδρούτσο, για την επίσημη αναγνώριση του οποίου χρειάστηκε να περάσουν μερικές 10ετίες, έτσι κι η ποίηση του Κάλβου για χρόνια δεν έτυχε ούτε καν στοιχειώδους αποδοχής από τους ρωμιούς διανοούμενους, -καταδικάστηκε σε λειτουργική αναστολή κι απομόνωση, γιατί η ποιητική αρνησικυρία του προκαλούσε τη παγιωμένη αισθητική-, που ούτε λίγο ούτε πολύ τη θεωρούσανε ξένη κι αρνιόντουσαν να την εντάξουνε στο χώρο της νεοελληνικής ποίησης. Κι ορθώς, ποτέ του ο ποιητής δε χρησιμοποίησε τις λέξεις «Χριστός», «Αγία Τριάδα», «'Αγιο Πνεύμα». Η αναφορά του στον «Σταυρόν» στην 6η Ωδή των Λυρικών, "Εις Σάμον", χρημοποιείται σαφώς σχετλιαστικά για τη ματαιότητα ν' αναζητούν οι Έλληνες βοήθεια από τη χριστιανική Ευρώπη στον αγώνα τους κατά των μωαμεθανών Οθωμανών.
     Το ξένο προς τον βυζαντινισμό και την ορθοδοξία έργο του, που παρέμενε σκόπιμα αγνοημένο ακόμα και μετά τη προσπάθεια ανάδειξής του από τον Δ. Βικέλα (1835-1908), έτυχε τελικά κάποιας στοιχειώδους αναγνώρισης στην Ελλάδα μόνο μετα το 1889, όταν ο Κ. Παλαμάς πρόβαλε για πρώτη φορά τον Κάλβο σε μια διάλεξή του στην αίθουσα Παρνασσός. Στη πραγματικότητα η κριτική ανακαλύπτει τον Κάλβο τη 2η 10ετία του αιώνα μας, όταν έχουν δημιουργηθεί συνθήκες που επιτρέπουν την ανακάλυψη της ανακάλυψης του Παλαμά. Το ίδιο προσεκτικά θα πρέπει να μελετήσουμε και τη 2η ανακάλυψη του Κάλβου από τους συγγραφείς της γενιάς του '30. Στη διάλεξή του ο Παλαμάς, οπαδός της δημοτικής που τη θεωρούσε μοναδική κι υποχρεωτική γλώσσα της ποίησης, είχε μάλιστα αναφέρει:

   "Αλλ' ο ποιητής του οποίου το εγκώμιον θέλω ήδη να πλέξω ενώπιον υμών, δικαίως δύναται τις να παρατηρήσει ότι δεν έγραψεν εις την γλώσσαν του λαού, την οποίαν δια τόσο ζωηρών χρωμάτων εξαίρω".

     Τα έργα του δέχτηκαν αρκετή κριτική από τις δύο επικρατούσες παρατάξεις διανοουμένων της ελληνικής πραγματικότητας. Οι Φαναριώτες από τη μια κι οι Επτανήσιοι από την άλλη, αρνήθηκαν στις "Ωδές" του το δικαίωμα πολιτογράφησης στο χώρο της ελληνικής ποίησης. Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο και γύρισε κει, αλλά δε μπορεί να χαρακτηριστεί Επτανήσιος ποιητής. Δεν ανήκει στη σχολή που παγιωνότανε γύρω απ' το Σολωμό και μάλιστα κανείς Επτανήσιος λόγιος δε τον θεώρησε ποτέ ως Ιόνιο ποιητή.
     Πολλοί ασκήσανε κριτική στη γλώσσα που χρησιμοποιούσε αν και παραδέχονταν τη ποίηση του. Το ίδιο κι οι Φαναριώτες. Σ' αντίθεση με τους Έλληνες, ο γαλλικός τύπος παρουσιαζόταν ενθουσιασμένος από τα έργα του, φαίνεται πως κατάφερε να πείσει τους ξένους πολύ πιο εύκολα απ' ότι τους συμπατριώτες του.
     Το βιβλίο του ήταν αποτέλεσμα εργασίας γραφείου, οι "Ωδές" του προορίζονταν γι' ανάγνωση αν και κάποιες προφορικές διαδικασίες είναι εμφανείς. Δεν έβγαινε στους δρόμους και στις πλατείες όπως άλλοι ποιητές για να εμψυχώσει τα παλικάρια. Οι πολεμιστές της Ελλάδας δε μπορούσαν να τις διαβάσουν, έτσι δημιουργήθηκε ένα σχήμα: ποιητής- (πολεμιστής) - αναγνώστης. Τα έργα του ίσως και να προορίζονταν για ειδική κατηγορία αναγνωστών -τους Ευρωπαίους φιλέλληνες. Η απόρριψη των έργων του εκ μέρους των Ελλήνων κι ο ενθουσιασμός των ξένων μπορούν να ερμηνευτούν κι αποτέλεσμα προμελετημένης στρατηγικής. Μάλιστα η έκδοση των "Ωδών" του, του 1824, περιέχει ερμηνευτικό λεξιλόγιο που ανταποκρίνεται στις ανάγκες ενός ξένου μ' επαρκή αρχαιογνωσία. Έτσι ο Κάλβος διοχετεύει τις πατριωτικές επιταγές του Ελληνικού Αγώνα σε ποιητικούς όρους που ανήκουνε στην ευρωπαϊκή παιδεία. Όσον αφορά τη γλώσσα, δεν είχε το θάρρος ν' απορρίψει τη καθαρεύουσα ή τη δημοτική.
     Η γλωσσική πολλαπλότητα της εποχής του περιοριζόταν σε δύο στάσεις που αντιπαρατάσσονταν στις "Ωδές" του. Η συμβίωση της δημοτικής με τη καθαρεύουσα γίνεται διασταύρωση μεταξύ της ζωντανής φωνής της ζωής και τον κόσμο των βιβλίων. Όσον αφορά τη γλώσσα, επιχειρούσε να συνδυάσει δύο αντίθετες δυνάμεις όπως έκανε με τον μυθολογισμό και τα σύγχρονα γεγονότα της εποχής του, το Δία & το Θεό, το νεοκλασικισμό και τον ρομαντισμό.
     Εν πάση περιπτώσει, η πραγματική (επική, καρμποναρική) φύση της ποίησής του, δεν έγινε ποτέ κατανοητή από τους βυζαντινίζοντες Νεοέλληνες. Η προσέγγιση από την άλλη μεριά, του όλου έργου του από τους εκπρόσωπους της λεγόμενης γενιάς του μεσοπολέμου Τσάτσο, Σεφέρη (1936, 1937, 1941, 1960) κι Ελύτη (1942) πιότερο αδικεί παρά την αναδεικνύει. Έμεινε εξακολουθητικά σχεδόν, λεία και κατατριβή της έρευνας. Κυνήγι πληροφοριακού υλικού περιφερειακού ενδιαφέροντος χωρίς αξία για τη ποίηση ή δυνατότητα για κριτική επεξεργασία, αλλά γι' αυτοκατανάλωση της επιστήμης: η ηδονή του τυμβωρύχου.
     Μοναδική ίσως εξαίρεση από κείνη τη γενιά δείχνει ο Σικελιανός, που στο γνωστό ποίημά του του 1949 προσφωνεί με τον τίτλο του συγκάτοικου των Θεών τον Κάλβο:

  Ω του Πινδάρου σύνθρονος ψυχή
  συνέστιε τών θεών
  Ανδρέα Κάλβε
  από τη σφαίρα της καρτερίας Σου
  όθε σαν αετός αιώνα ολόκληρο εποπτεύεις
  τα Ελληνικά τα βάραθρα, κατέβα
  κατέβα χαμηλότερα σε μας, ωσότου
  των φτέρουγών Σου των Πηγάσειων
  καν ακούσουμε τον ρόμβον
  ή όσο μόλις
  της χρησμοδότισσας φωνής Σου ν' αντηχήσει
  η θεία κλαγγή
  στα βάθη μέσα των ψυχών μας
!

     Έργα του είναι: "Σχέδιο Νέων Αρχών Των Γραμμάτων", 1819, "Απολογία Της Αυτοκτονίας" 1820, "Λύρα-Ωδαί 1-10" 1824, ποίηση, "Λυρικά-Ωδαί 11-20" 1826, ποίηση, "Ερευνα Περί Της Φύσεως Του Διαφορικού Λογισμού" 1827, "Χάριτες-αποσπάσματα, Φώσκολος», 1846.


-----------------------------------------------------------------------------------------------

                                                       ΩΔΑΙ
Επίκληση της Μούσας

Πολυτέκνου θεάς,
ω Μνημοσύνης Θρέμματα πτερωτά,
χαραί του ανθρώπου,
Και των μακάρων Ολυμπίων αείμνηστα
Κι ευτυχή δώρα επί τα νώτα ακάμαντα
Των ζέφυρων, πετάξατε ταχέως.

Εσάς προσμένει η γη μου εκεί τα σφάγια,
Και τ' άνθη εκεί πλουτίζουσι και η σμύρνα,
Χιλίους ναούς τους έκτισαν ανίκητα
Της ιεράς Ελευθερίας τα χέρια.
Ήλθεν η ποθητή ώρα στολίζουσι
Την κεφαλήν σεβάσμιον της Ελλάδος
Αι δάφναι, φύλλα αμάραντα θριάμβων
Κι εσείς χρυσά, σεις αμβροσίοδμα ρόδα
Του παραδείσου ελικωνίου, συμπλέξατε
Σήμερον τον αγνόν στέφανον μόνη,
Αμάργαρος, ολόγυμνος, αυτάγγελτος,
Τον καθαρόν του ουρανού αναβαίνει
Η Αρετή αλλ' αν αι Πιερίδες
Την λαμπράν της χαρισωσιν ακτίνα
Αμθόνητος τιμάται επαινούμενη
Τους επιγείους χορούς τότε δεν φεύγει.

     Η ΛΥΡΑ

1. Ο Φιλόπατρις

Ω φιλτάτη πατρίς,
Ω θαυμάσια νήσος,
Ζάκυνθε συ μου έδωκας
Την πνοήν και του Απόλλωνος
Τα χρυσά δώρα!

Κι εσύ τον ύμνο δέξου
Εχθαίρουσιν οι Αθάνατοι
Την ψυχήν και βροντάουσιν
Επί τας κεφαλάς
Των αχαρίστων.

Ποτέ δεν σε ελησμόνησα. Ποτέ.
Και η τύχη μ' έρριψε
Μακρά από σε με είδε
Το πέμπτον του αιώνος
Εις ξένα έθνη.

Αλλά ευτυχής ή δύστηνος,
Όταν το φως επλούτει
Τα βουνά και τα κύματα,
Σε εμπρός των οφθαλμών μου
Πάντοτε είχον.

Συ, όταν τα ουράνια
Ρόδα με το αμαυρότατον
Πέπλον σκεπάζη η νύκτα,
Συ είσαι των ονείρων μου
Η χαρά μόνη.

'Αγρια μεγάλα τρέχουσι
Τα νερά της θαλάσσης,
Και ρίπτονται και σχίζονται
Βίαια επί του βράχους
Αλβιονείους.

Τα βήματα μου εφώτισε
Ποτέ εις την Αυσονίαν,
-Γη μακαρία-, ο ήλιος
Κει καθαρός ο αέρας
Πάντα γελάει.

Αδειάζει επί τας όχθας
Του κλεινού Ταμησσού,
Και δύναμιν και δόξαν,
Και πλούτον αναρίθμητον
Το αμαλθείον.

Εκεί ο λαός ηυτύχησεν
Εκεί η Παρνάσσιαι κόραι
Χορεύουν και το λύσιον
Φύλλον αυτών την λύραν
Κει στεφανώνει.

Εκεί το αιόλιον φύσημα
Μ' έφερεν, η ακτίνες
Μ' έθρεψαν, μ' εθεράπευσαν
Της υπεργλυκυτάτης
Ελευθερίας.

Και τους ναούς σου εθαύμασα
Των Κελτών ιερά
Πόλις, του λόγου ποία,
Ποία εις εσέ του πνεύματος
Λείπει Αφροδίτη;

Χαίρε Αυσονία, χαίρε
Και συ Αλβιών, χαιρέτωσαν
Τα ένδοξα Παρίσια
Ωραία και μόνη η Ζάκυνθος
Με κυριεύει.

Της Ζακύνθου τα δάση,
Και τα βουνά σκιώδη.
Ήκουον ποτέ σημαίνοντα
Τα θεία της Αρτέμιδος
Αργυρά τόξα.

Και σήμερον τα δένδρα,
Και τας πηγάς σεβάζονται
Δροσεράς οι ποιμένες,
Αυτού πλανώνται ακόμα
Οι Νηρηίδες.

Το κύμα Ιόνιον πρώτον
Εφίλησε το σώμα.
Πρώτοι οι Ιόνιοι Ζέφυροι
Εχάιδευσαν το στήθος
Της Κυθερείας.

Κι όταν το εσπέριον άστρον
Ο ουρανός ανάπτη,
Και πλέωσι γέμοντα έρωτος
Και φωνών μουσικών
Θαλάσσια ξύλα.

Φιλεί το ίδιον κύμα,
Οι αυτοί χαϊδεύουν Ζέφυροι,
Το σώμα και το στήθος
Των λαμπρών Ζακυνθίων
'Ανθος παρθένων.

Μοσχοβολάει το κλίμα σου,
Ω φιλτάτη πατρίς μου,
Και πλουτίζει το πέλαγος
Από την μυρωδίαν
Των χρυσών κήτρων.

Σταφυλοφόρους ρίζας
Ελαφρά, καθαρά,
Διαφανή τα σύννεφα
Ο βασιλεύς σού εχάρισε
Των Αθανάτων.

Η λαμπάς η αιώνιος
Σου βρέχει την ημέραν
Τους καρπούς και τα δάκρυα
Γίνονται της νυκτός
Εις εσέ κρίνοι,

Δεν έμεινεν εάν έπεσε
Ποτέ εις το πρόσωπόν σου
Η χιών, δεν εμάρανε
Ποτέ ο θερμός Κύων
Τα σμάραγδά σου.

Είσαι ευτυχής και πλέον
Σε λέγω ευτυχεστέραν,
Ότι σε δεν εγνώρισας
Ποτέ την σκληράν μάστιγα
Εχθρών, τυράννων.

Ας μη μου δώση η μοίρα μου
Εις ξένην γην τον τάφον,
Είνε γλυκύς ο θάνατος
Μόνον όταν κοιμώμεθα
Εις την πατρίδα.

2. Εις Δόξαν

    Έσφαλεν ο την δόξαν
ονομάσας ματαίαν,
και τον άνδρα μαινόμενον
τον προ τοιαύτης καίοντα
                θεάς την σμύρναν.

    Δίδει αυτή τα πτερά·
και εις τον τραχύν, τον δύσκολον
της Αρετής, τον δρόμον
του ανθρώπου τα γόνατα
                ιδού πετάουν.

    Μικράν ψυχήν, κατάπτυστον,
κατάπτυστον καρδίαν
έτυχ' όστις ακούει
της δόξης την παράκλησιν
                και δειλιάζει.

    Ποτέ, ποτέ με δάκρυα
δεν έβρεξεν εκείνος
των φίλων του το μνήμα,
ούτε το χώμα εφίλησε
                των συγγενών του.

    Εις τον ηγριωμένον
βαθύν ωκεανόν,
όπου φυσάει με βίαν
και οργίζεται το πνεύμα
                της πικράς τύχης·

    Καθ' ημέραν κυττάζει
τους πολλούς των δυστήνων
πνιγομένων θνητών,
και ποίος ποτέ τον ήκουσε
                παραπονούντα;

    Θερμότατον τον πόθον
εφύτευσας της δόξης
εις την καρδίαν των τέκνων σου
ω Ελλάς και καλείσαι
                μήτηρ ηρώων.

    Καθώς από το σπήλαιον
εκβάς ο λέων πληγώνει,
σκοτώνει, διασκορπίζει
τολμηρών κυνηγών
                πλήθος Αράβων·

    Καθώς εις τον χειμώνα
το νερόν υπερήφανον
του χειμάρρου κυλίεται,
και τα χωράφια χάνονται,
                βοσκοί και ζώα·

    Ή καθώς την αυγήν
εξαπλώνετ' ο Ήλιος,
και τ' άστρα τ' αναρίθμητα
από το μέγαν Όλυμπον
                πάντα εξαλείφει·

    Ούτως τα μύρια τάγματα
έχυσεν ο Αράξης,
αλλ' ω Ασπίς Ελλάδος,
συ επί τους Πέρσας άστραψες,
                κ' έγινον κόνις.

    Περίφημοι ψυχαί
τριακοσίων Λακώνων,
ψυχαί αίπου εδοξάσατε
τον Ασωπόν και τ' άλσος
                του Μαραθώνος·

    Εύφραινε με το αθάνατον
μέτρον τας Αχαΐδας
χήρας ο θείος Όμηρος,
και το πνεύμα σας άναπτε
                το ίδιον μέλος.

    Του καρτερού Αιακίδου
την φήμην εζηλεύσατε
(αείμνηστος, θαυμάσιος
ζήλος) και τ' αίμα εχύσατε
                δια την Ελλάδα.

    Καιγώ, καιγώ το σίδηρον
γυρεύω· ποίος μού δίδει
τας βροντάς του πολέμου;
ποίος μ' οδηγεί την σήμερον
                εις τον αγώνα;

    Φοβερόν, μυσαρόν
θρέμμα σκληράς Ασίας,
Οθωμανέ, τι μένεις;
τι νοείς; τι δεν φεύγεις
                τον θάνατόν σου;

    Έφθασ' η ώρα· φύγε,
ανέβα την αγρίαν
αραβικήν φοράδα·
νίκησον εις το τρέξιμον
                και τους ανέμους.

    Επί τον Υμηττόν
εβλάστησεν η δάφνη,
φύλλον ιερόν, στολίζει
τα ηρειπωμένα λείψανα
                του Παρθενώνος.

    Νέοι, γυναίκες, γέροντες,
Ελληνικά θηρία,
φιλούσιν, αποσπάουσι
τους κλάδους, στεφανώνουσι
                τας κεφαλάς των.

    Ανέβα την αράβιον,
Οθωμανέ, φοράδα·
την φυγήν κατεγκρήμνισον·
Ελληνικά θηρία
                σε κατατρέχουν.

    Την λάμψιν των οργάνων
αρειμανίων ίδε·
άκουσον την βοήν
των θάνατον πνεόντων
                ή ελευθερίαν.

    Νοείς; - Τρέξατε, δεύτε
οι των Ελλήνων παίδες·
ήλθ' ο καιρός της δόξης,
τους ευκλεείς προγόνους μας
                ας μιμηθώμεν.

    Εάν το ακονίση η δόξα,
το ξίφος κεραυνοί·
εάν η δόξα θερμώση
την ψυχήν των Ελλήνων,
                ποίος την νικάει;

    Τι τρέμεις; την φοράδα
κτύπα, κέντησον, φύγε,
Οθωμανέ· θηρία
μάχην πνέοντα, δόξαν,
                σε κατατρέχουν.

    Ω δόξα, δια τον πόθον σου
γίνονται και πατρίδος
και τιμής και γλυκείας
ελευθερίας και ύμνων
                άξια τα έθνη.

3. Εις Θάνατον

    Εις τούτον τον ναόν,
των πρώτων Χριστιανών
παλαιότατον κτίριον,
πώς ήλθον; πώς ευρίσκομαι
                γονατισμένος;

    Όλην την Οικουμένην
σκεπάζουν σκοτεινά,
ήσυχα, παγωμένα,
τα μεγάλα πτερά
                της βαθείας νύκτας.

    Εδώ σίγα· κοιμώνται
των αγίων τα λείψανα·
σιγά εδώ, μη ταράξης
την ιεράν ανάπαυσιν
                των τεθνημένων.

    Ακούω του λυσσώντος
ανέμου την ορμήν·
κτυπά με βίαν· ανοίγονται
του ναού τα παράθυρα
                κατασχισμένα.

    Από τον ουρανόν,
όπου τα μελανόπτερα
σύννεφα αρμενίζουν,
το ψυχρόν της αργύριον
                ρίπτει η σελήνη.

    Και ένα κρύον φωτίζει
λευκόν, σιγαλόν μάρμαρον·
σβησθέν λιβανιστήριον,
κερία σβηστά και κόλυβα
                έχει το μνήμα.

    Ω παντοδυναμότατε!
τι είναι; τι παθαίνω;
ορθαί εις την κεφαλήν μου
στέκονται η τρίχες!... λείπει
                η αναπνοή μου!

    Ιδού, η πλάκα σείεται...
ιδού από τα χαράγματα
του μνήματος εκβαίνει
λεπτή αναθυμίασις
                κ' εμπρός μου μένει.

    Επυκνώθη· λαμβάνει
μορφήν ανθρωπικήν.
- Τι είσαι; ειπέ μου, πλάσμα,
φάντασμα του νοός μου
                τεταραγμένου;

    Ή ζωντανός είσ' άνθρωπος,
και κατοικείς τους τάφους;
Χαμογελάεις;... αν άφηκας
τον άδην... ή ο παράδεισος
                ειπέ μου αν σ' έχη.

    -Μη μ' ερωτάς· το ανέκφραστον
μυστήριον του θανάτου
μην ερευνάς· τα στήθη,
τα στήθη 'που σ' εβύζασαν
                εμπρός σου βλέπεις.

    Ω τέκνον μου, ω τέκνον μου,
αγαπητόν μου σπλάγχνον,
ανόμοιος είναι η μοίρα μας,
και προσπαθείς ματαίως
                'να με αγκαλιάσης.

    Παύσε τα δάκρυα. Ησύχασε
το πάθος της καρδιάς σου.
Αν η χαρά η ανέλπιστος,
ότι με είδες, βρέχη
                τους οφθαλμούς σου·

    Μειδίασον, χαίρου, φίλε μου,
μάλλον· αλλ' αν η πίκρα,
ότι τον ήλιον άφηκα,
τώρα σε κυριεύη,
                παρηγορήσου.

    Τι κλαίεις; την κατάστασιν
αγνοείς της ψυχής μου·
και εις τούτο το μνήμα
το σώμα μου αναπαύεται
                από τους κόπους.

    Ναι, κόπος ανυπόφερτος
είναι η ζωή· η ελπίδες,
οι φόβοι, και του κόσμου
η χαραί και το μέλι
                σας βασανίζουν.

    Εδώ ημείς οι νεκροί
παντοτινήν ειρήνην
απολαύσαμεν, άφοβοι,
άλυποι, δίχως όνειρα
                έχομεν ύπνον.

    Σεις οι δειλοί αχνύζετε,
όταν τις ψιθυρίση
τ' όνομα του θανάτου·
αλλ' άφευκτος ο θάνατος,
                άφευκτος είναι.

    Μία και μόνη είναι
η οδός, και εις τον τάφον
φέρνει· εις αυτήν η ανάγκη
αμάχητον με' χείρα
                ωθεί τους ζώντας.

    Υιέ μου, πνέουσαν μ' είδες·
ο ήλιος κυκλοδίωκτος,
ως αράχνη, μ' εδίπλωνε
και με φως και με θάνατον
                ακαταπαύστως.

    Το πνεύμα οπού μ' εμψύχωνε
του Θεού ήταν φύσημα,
και εις τον Θεόν ανέβη·
γη το κορμί μου, κ' έπεσεν
                εδώ εις τον λάκκον.

    Αλλά το φέγγος χάνεται
της σελήνης· σε αφίνω·
πάλιν θέλω σε ιδείν,
ότε η ζωή σου λείψη,
                και τότε μόνον.

    Με την ευχήν μου ύπαγε·
άλλο δεν λέγω· θέλω
εις την συνείδησίν σου
τα λοιπά φανερώσειν
                ύστερον... χαίρε...

    Τέκνον μου, χαίρε... - Πρόσμενε
τον υιόν λυπημένον
μη παραιτήσεις. Έπεσε.
Και μένουν οι οφθαλμοί μου
                εις βαθύ σκότος.

    Ω φωνή, ω μητέρα,
ω των πρώτων μου χρόνων
σταθερά παρηγόρησις·
όμματ' οπού μ' εβρέχατε
                με γλυκά δάκρυα!

    Και συ στόμα οπού εφίλησα
τόσαις φοραίς, με τόσην
θερμοτάτην αγάπην,
πόση άπειρος άβυσσος
                μας ξεχωρίζει!

   Αι, και άπειρος, ας είναι
κι έτι φοβερωτέρα·
εκεί μέσα ατάρακτος
θέλω εγώ συντριφθείν
                γυρεύοντάς σας.

    Τώρα, τώρα τα χείλη μου
δύνανται 'να φιλήσουν
του θανάτου τα γόνατα·
'να στέψω το κρανίον του
                δύναμαι τώρα.

    Πού είναι τα ρόδα; φέρετε
στεφάνους αμαράντους·
την λύραν δότε· υμνήσατε·
ο φοβερός εχθρός
                έγινε φίλος·

    Κείνος οπού το μέτωπον
τρυφερών γυναικών
αγκάλιασε, πώς δύναται
εις ανδρικήν καρδίαν
                'να ρίψη φόβον;

    Ποίος άνθρωπος εις κίνδυνον
είναι; τώρα οπού βλέπω
τον θάνατον με θάρρος,
εγώ κρατώ την άγκυραν
                της σωτηρίας.

    Εγώ τώρα εξαπλώνω
ισχυράν δεξιάν
και την άτιμον σφίγγω
πλεξίδα των τυράννων
                δολιοφρόνων.

    Εγώ τα σκήπτρα στάζοντα
αίματος και δακρύων
καταπατώ· και καίω
της δεισιδαιμονίας
                το βαρύ βάκτρον.

    Επάνω εις τον βωμόν
της αληθείας, τα σφάγια
τώρα εγώ ρίπτω· μ' άφθονα
τον λίβανον σωρεύω,
                μ' άφθονα χέρια.

    Ως απ' ένα βουνόν
ο αετός εις άλλο
πετάει, καιγώ τα δύσκολα
κρημνά της αρετής
                ούτω επιβαίνω.

4. Εις Τον Ιερόν Λόχον

    Ας μη βρέξη ποτέ
το σύννεφον, και ο άνεμος
σκληρός ας μη σκορπίση
το χώμα το μακάριον
                'που σας σκεπάζει.

    Ας το δροσίζη πάντοτε
με τ' αργυρά της δάκρυα
η ροδόπεπλος κόρη·
και αυτού ας ξεφυτρώνουν
                αιώνια τ' άνθη.

    Ω γνήσια της Ελλάδος
τέκνα· ψυχαί 'που επέσατε
εις τον αγώνα ανδρείως,
τάγμα εκλεκτών Ηρώων,
                καύχημα νέον·

    Σας άρπαξεν η τύχη
την νικητήριον δάφνην,
και από μυρτιάν σας έπλεξε
και πένθιμον κυπάρισσον
                στέφανον άλλον.

    Αλλ' αν τις αποθάνη
δια την πατρίδα, η μύρτος
είναι φύλλον ατίμητον,
και καλά τα κλαδιά
                της κυπαρίσσου.

    Αφ' ου εις του πρώτου ανθρώπου
τους οφθαλμούς η πρόνοος
φύσις τον φόβον έχυσε,
και τας χρυσάς ελπίδας,
                και την ημέραν·

    Επί το μέγα πρόσωπον
της γης πολυβοτάνου,
ευθύς το ουράνιον βλέμμα
βαθυσκαφή εφανέρωσε
                μνήματα μύρια.

    Πολλά μεν σκοτεινά·
φέγγει επ' ολίγα τ' άστρον
το της αθανασίας·
την εκλογήν ελεύθερον
                δίδει το θείον.

    Έλληνες, της πατρίδος
και των προγόνων άξιοι·
Έλληνες σεις, πώς ήθελεν
από σας προκριθείν
                άδοξος τάφος;

    Ο Γέρων φθονερός,
και των έργων εχθρός,
και πάσης μνήμης, έρχεται·
περιτρέχει την θάλασσαν
                και την γην όλην·

    Από την στάμναν χύνει
τα ρεύματα της λήθης,
και τα πάντα αφανίζει.
Χάνονται η πόλεις, χάνονται
                βασίλεια, κ' έθνη·

    Αλλ' ότε πλησιάση
την γην οπού σας έχει,
θέλει αλλάξειν τον δρόμον του
ο Χρόνος, το θαυμάσιον
                χώμα σεβάζων.

    Αυτού, αφ' ου την αρχαίαν
πορφυρίδα, και σκήπτρον,
δώσωμεν της Ελλάδος,
θέλει φέρειν τα τέκνα της
                πάσα μητέρα.

    Και δακρυχέουσα θέλει
την ιεράν φιλήσειν
κόνιν, και ειπείν· Τον ένδοξον
λόχον, τέκνα, μιμήσατε,
                λόχον Ηρώων.

5. Eις Mούσας
 
Tας χορδάς ας αλλάξωμεν
ω χρυσόν δώρον, χάρμα
Λητογενέος μέγα·
τας χορδάς ας αλλάξωμεν
ιώνιος λύρα.

'Αλλα σύρματα δότε
ζεφυρόποδες Xάριτες·
και σεις επί το ξύλον
μελίφρονον, υακίνθινον
βάλετε στέμμα.

Tας πτέρυγας απλώνει
ως τ' όρνεον του Διός,
&και υψώνεται το μέτρον
έως τον ουράνιον κήπον
των Πιερίδων.

Xαίρετε ω κόραι, χαίρετε
φωναί οπού τα δείπνα
των Oλυμπίων πλουτίζετε
με' χορών ευφροσύνας
κ' εύρυθμον μέλος.

Σεις τα αιθέρια νεύρα
της φόρμιγγος κροτείτε,
και τα θηρία, και τ' άλση
χάνονται από το πρόσωπον
της γης πλατείας.

Όπου τρέμουσιν άπειρα
τα φώτα της νυκτός,
εκεί υψηλά πλατύνεται
ο γαλαξίας και χύνει
δρόσου σταγόνας.

Tο ποτόν καθαρόν
θεραπεύει τα φύλλα,
κι όπου άφησε το χόρτον
ευρίσκει ρόδα ο ήλιος
και μυρωδίαν.

Oύτω υπό τους δακτύλους σας
η ελικώνιος λύρα,
τρέμει, και τ' άνθη αμάραντα
της αρετής γεμίζουσι
πάσαν καρδίαν.

Όχι πατέρες, τύραννοι·
όχι άνθρωποι και τέκνα,
αλλά δειλά και αναίσθητα
ποίμνια τον κύκλον ήθελον
τρέξειν του βίου·

Xείρες κεραυνοφόροι,
μόνον νώτα υποφέροντα
τας πληγάς· αν το δίκρανον
του Παρνασσού λιγύφθογγον
σπήλαιον εσίγα.

Δια παντός μοιράσατε
θείαι παρθένοι την δίκην·
δια παντός χαρίσατε
των ανθρώπων αισθήσεις
υψηλονόους.

Αφρίζουν τα ποτήρια
της αδικίας, δυνάσται
πολλοί και διψασμένοι
ιδού τ' αδράχνουν· γέμουσι
μέθης και φόνου.

Tώρα ναι τώρα αστράψατε
ω Mούσαι, τώρα αρπάξατε
την πτερωτήν βροντήν,
κατά σκοπόν βαρέσατε
μ' εύστοχον χείρα.

Φυλάξατε τους ύμνους
δια τους δικαίους· μόνον
εις αυτούς την ειρήνην,
και τους χρυσούς στεφάνους
εις αυτούς δότε.

Ήτον ποτέ η εννέα
Oλύμπιαι φωναί
εκεί οπού χορεύουσι
της ημέρας η κόραι
λαμπαδηφόροι.

Ήκουον μόνον οι κύκλοι
των ουρανών, την σύμφωνον
θεόπνευστον ωδήν,
και τον αέρα ακίνητον
είχε η γαλήνη.

Αλλ' ότε το μειδίασμα
του θεού των ερώτων,
τον Kιθαιρώνα εσκέπασε
με' θύμον και με' κλήματα
σταφυλοφόρα·

Eκεί ο ρυθμός επέραστος
καταβαίνων, το βλέμμα
των γηγενέων δρακόντων
εχάθη, ως τα χαράγματα
χάνεται ο ύπνος.

Tου θεσπεσίου γέροντος
ιερά κεφαλή·
φωνή ευτυχής 'πού ευφήμησας
της κλεινής Αχαΐας
τ' άριστα τέκνα.

Eσύ θαυμάσιε Όμηρε
εξένισας τας Mούσας·
και του Διός η κόραι
εις τα χείλη σου απέθηκαν
το πρώτον μέλι.

Eις τιμήν των θεών
εφύτευσας την δάφνην·
είδον πολλοί αιώνες
το φυτόν ευθαλές
υπερακμάζον.

Mέσα εις το θείον στέλεχος
τι δεν εθησαυρίσατε
τα σίμβλα αιωνίως;
τι ω αώνιαι μέλισσαι
το παραιτείτε;

Όταν εις την αθλίαν
Eλλάδα από τα έσχατα
της ερυθράς θαλάσσης
των αραβίων πετάλων
ήλθεν ο κτύπος·

Eκεί προς τα λουτρά
όπου τας τρίχας πλύνουσι
των φοιβηΐων η Ώραι,
τότε δικαίως εφύγατε
ω Πιερίδες.

Kαι τώρα εις τέλος φέρετε
την μακράν ξενιτείαν.
χρόνος χαράς επέστρεψε,
και λάμπει τώρα ελεύθερον
το Δέλφιον όρος.

Pέει καθαρόν το αργύριον
της Iπποκρήνης· κράζει,
όχι τας ξένας, κράζει
σήμερον η Eλλάς
τας θυγατέρας.

Ήλθετε, ω Mούσαι, ακούω,
και χαίρουσα πετάει
πετά η ψυχή μου, ακούω
των λυρών τα προοίμια,
ακούω τους ύμνους.

   6. Eις Xίον

Ως ότε από το στόμα
κρέμεται των θνητών
αυλός λελυπημένος
και η φωνή του με' κόπον
τρέμουσα εκβαίνει·

Ως μέσα εις τα πολύδενδρα
δάση το βράδυ εισπνέει
το τεθλιμμένον φύσημα
Mεσημβρινόν και φαίνεται
θρήνος ανθρώπων·

Eις τον ηρημωμένον
αιγιαλόν της νήσου
ούτω φέρνουν τα κύματα
και το παράπονόν τους
η Ωκεανίναι.

Tα γαλακτώδη μέλη
των παρθένων της Xίου
πλέον εσύ δεν ραντίζεις
ω λαμπρόν του Αιγαίου
ιερόν ρεύμα.

Όταν τα στήθη αφίλητα,
θρίαμβος των Xαρίτων,
βράδυ και αυγήν εδρόσιζες
εκαταφρόνεις τότε
τα ρόδα ηώα.

Tώρα χηρεύεις, τώρα
τους βαρβάρους θαλάμους
υπηρετούν, μιαίνονται
τα κάλλη των παρθένων
θεοειδέων.

Eκεί όπου η πανήγυρις
των Mουσών της Eλλάδος
άναπτε τα πυρά,
και των ποδών εσήμαινε
τ' άλυπον μέτρον·

Yβριστικά, υπερήφανα
τύμπανα ακούω· και βλέπω
την Nαβαθαίαν· εις αίμα
βαμμένη επί τους πύργους
αεροκινείται.

Θλίβει ο καπνός το διάστημα
γαλάζιον των αέρων·
ούτως εις την ομίχλην
του θανάτου, μειδίασμα
πνίγεται νέον.

Πόσους ναούς 'πού εδέχοντο
τας πτερωτάς της πίστεως
προσευχάς και τα δώρα·
πόσους βλαστούς σοφίας,
πόσας ελπίδας·

Αι, πόσους πνέοντας έρωτα
θαλάμους, τώρα η φλόγα
βαρβάρως κατατρώγει·
μισητόν ολοκαύτωμα
ενός τυράννου.

Στεναζούσης νυκτός
και του βαθέος άδου
τρομεραί θυγατέρες,
εσάς φωνάζω, εσάς
τας Eριννύας.

Tι ακαίρως τα βασίλεια
σκοτεινά κατοικείτε
του ύπνου; ν' αποσπάσετε
τα δεσμά των ονείρων
τι αργοπορείτε;

Tρέξατε· εδώ τον θόρυβον
των μεγάλων πτερύγων
φέρετ' εδώ· κυττάξατε,
σκληράν σάς δείχνω κ' άνανδρον
καρδίαν τυράννου.

Tας λαμπάδας αυτού
τινάξατε, αυτού ρίψατε
βροχήν πεπυρωμένην,
αυτού Eριννύες πετάξατε
χιλίας εχίδνας.

O μιαρός, την μάχαιραν...
ανατριχιάζω... τρέμουσι
τα δάκτυλά μου... μίαν
προς μίαν εσύντριψα
τας χορδάς όλας.

Ω λαιμοί των αθώων
παιδιών μας, ω πλευρά
σεβάσμια των μητέρων,
γερόντων κόμαι εις τ' αίμα
αθλίως βρεγμέναι!

Eκδίκησιν ζητείτε;
η φωνή σας ηκούσθη.
Ποτέ εις την γην οι αθάνατοι
τους ληστάς δεν αφίνουν
ατιμωρήτους.

Αν φύγωσι το δρέπανον
θανατηφόρον, φάρμακα
επί τα χείλη ευρίσκουσι
του υμεναίου, και δράκοντας
εις τα ποτήρια.

Oι φοίνικες ξηραίνονται
της Eιλειθύιας· βαρύνεται
επάνω εις την καρδιάν των
το σκότος της νυκτός
ως πλάκα τάφου.

Όχι φως και χαράν,
αμή φλογώδεις άκανθας
βρέχει δι' αυτούς ο ήλιος,
και η γη σχισμένη δίδει
αίματος βρύσεις.

Πού μ' έφερεν ο πόνος μου;...
τι λέγω; τιμωρίαν
αληθινήν και μόνην,
φρικτήν, οι μιαροί
έχουσιν άλλην.

Tην ένδειαν της γλυκείας
γαλήνης των δικαίων.
Ας ερημώση ο πόλεμος
την Eλλάδα πριν εύρη
της Xίου την μοίραν.

Όμως αν μιμηθή
το σκληρόν, την οργήν
παμμίαρον των εχθρών της,
ας γένη, ας γένη μίσημα
παντός του κόσμου.

Tι είπον!.. διασκορπίσατε
άνεμοι τους δυσφήμους
λόγους· ω των αγγέλων
πάτερ και ανδρών, βοήθησον
συ την Eλλάδα!

 7. Eις Πάργαν

Σοβαρόν, υψηλόν
δόσε τόνον ω Λύρα·
λάβε αστραπήν, και ήθος
λάβε νοός, υμνούμεν
ένδοξον έργον.

Διαπρεπή οι αθάνατοι
έδωσαν των ανθρώπων
και ατίμητα δώρα·
αγάπην, αρετήν,
εύσπλαγχνον στήθος.

Αλλά και φρενών πτέρωμα·
όπως, όταν η τύχη
εις τα κρημνά του βίου
της αμάξης πλαγίαν
την ορμήν φέρη·

Hμείς, ως τας κλαγγάς
εις τα σύννεφα αφίνει
ο μέγας αετός
και εις τα βαθέα λαγγάδια
αφρούς και βράχους·

Oμοίως υπερπετάξαντες,
μακράν οπίσω ιδώμεν
την οργήν των τροχών
από τυφλάς ηνίας
διασυρομένων.

Ως αγλαά τοσαύτα
δώρα δοξολογούνται,
αλλά πολύ αγλαότερον
ο νους οπού αποφεύγει
την δουλωσύνην.

Yποκυμαινομένους
δασέας ελαιώνας
η Πάργα υψηλοκάρηνος
βλέπει· και αυτήν ο 'Αρης
υπερεφίλει.

Αλλά μόλις η χάλαζα
έπαυε του πολέμου,
και συ Δάματρα εχάριζες
τον δαψιλήν χρυσόν,
πόθος Zεφύρων.

Έχεον πολυάριθμα
μελισσών έθνη οι σίμβλοι
της Πάργας, βομβηδόν
εις τον πολύν επέταον
καρπόν λυαίον.

Kαλός, γλυκύς ο αέρας
οπού πρώτον επίναμεν,
και η θρέπτειρα γη
απότον ίδρωτά μας
πεποτισμένη.

Όμως δια ποίον οι δούλοι
πίνουσι τον αέρα;
κεντάουσι το άροτρον
και πολύν στάζουν κόπον
όμως δια ποίον;

Ψυχή ανδρική απορρίπτει
φρόνημα χαμερπές·
από το αμβροσίοδμον
στόμα των αιωνίων
η γνώμη ρέει.

Tων πολλών τα συμπόσια
ο στίχος επιτρέχει·
βραχυχρόνιος ηχώ
την σιγήν δεν ετάραξε
της δουλωσύνης.

Σεις μόνοι οπού εκλαδεύατε
την Παργινήν ελαίαν,
σεις απότον αθάνατον
λόγον μόνον ετράφητε,
εσείς ω ανδρείοι.

Tα συνήθη χωράφια
αφίνοντες εφύγατε
τον ζυγόν, προτιμώντες
την πικράν ξενιτείαν
και την πενίαν.

Πλην, της επιστροφής
εχάραξεν η ημέρα.
Πάντοτε οι επουράνιοι
μεγαλόθυμον γένος
υπερασπίζουν.

Eκεί οπού εκαύσατε,
(ελληνική φροντίδα!)
των προγόνων τα λείψανα,
πάλιν η πρόνοοι χείρες
εκεί σας φέρνουν.

   8. Eις Aγαρηνούς

Ένας Θεός και μόνος
αστράπτει από τον ύψιστον
θρόνον· και των χειρών του
επισκοπεί τα αιώνια
άπειρα έργα.

Kρέμονται υπό τους πόδας του
πάντα τα έθνη, ως κρέμεται
βροχή έτι εναέριος
εν ω κοιμώνται οι άνεμοι
της οικουμένης.

Αλλ' η φωνή του ακούεται,
φωνή δικαιοσύνης,
και η ψυχαί των ανόμων
ως αίματος σταγόνες
πέφτουν 'σ τον άδην.

Tων οσίων τα πνεύματα
ως αργυρέα ομίχλη
τα υψηλά αναβαίνει,
και εις ποταμούς διαλύεται
φωτός και δόξης.

Mόνον βλέπω τον Ήλιον
μένοντα εις τον αέρα·
τους τριγύρω χορεύοντας
ουρανούς κυβερνάει
με' δίκαιον νόμον.

Φαίνεται εις τον ορίζοντα
ωσάν χαράς ιδέα,
και φωτίζει την γην
και των θνητών τα έργα
των πολυπόνων.

Όμως ιδού τα σκήπτρα
άφησεν, εβασίλευσεν·
ότι ανάγκην το ανθρώπινον
στήθος έχει αναπαύσεως
ανάγκην ύπνου.

Ποίος ποτέ του Θεού,
ποίος του Hλίου ωμοίασεν;
διατί βωμούς, θυμίαμα
διατί ζητούν οι μύριοι
τύραννοι, κ' ύμνους;

Ύψιστοι αυτοί! λαμπρότεροι
αυτοί των άλλων! -μόνοι!-
Λαμπροί, κ' ύψιστοι οι δίκαιοι,
και μόνοι των ανθρώπων
οι ευεργέται.

Kριταί ως θεοί! και πότε
την αρετήν αθλίως,
πότε δεν εκατάτρεξαν;
πότε ευσπλαγχνίαν εγνώρισαν,
δικαιοσύνην;

Mε' υπερηφάνους πόδας
καταφρονητικούς,
δεν πατούν το χρυσούν
συντριφθέν τώρα ζύγωθρον
του ορθού νόμου;

Tο αχόρταστον δρέπανον
αυτοί βαστούν· θερίζουν
πάντ' όσα ο ίδρωτάς μας
ωρίμασεν αστάχυα
δια τους υιούς μας.

Tρέξε επάνω εις τα κύματα
της φοβεράς θαλάσσης,
κινδύνευσε, αναστέναξε,
πίε το πικρόν ποτήριον
της ξενιτείας·

Δια την τροφήν που εσύναξας
με' κόπους ανεκφράστους,
εις τα παραθαλάσσια
ιδού χάσκει το λαίμαργον
στόμα τυράννων.

Tι τα ευωδή αγκαλιάζετε
προσκέφαλα του γάμου;
τι φιλείτε το μέτωπον
ιερόν των γονέων σας
με' τόσον πόθον;

H σάλπιγγα, τα τύμπανα
σας προσκαλούν· αδίκους
ασυνέτους πολέμους
φέρετε, κατασφάξατε
τα έθνη αθώα.

Όχι μόνον τον ίδρωτα,
αλλά και τ' αίμα οι τύραννοι
ζητούσιν απόσας,
κ' αφ' ου ποτάμια εχύσατε
μήπως τους φθάνει.

Tην πνοήν σας αχόρταστοι
επιθυμούν· αλλοίμονον
αν ποτε επί τα σφάγια
των τυράννων αναστε-
-νάξη η ψυχή σας.

Αλλοίμονον, αλλοίμονον,
όταν ο θεός πέμψη
ακτίναν αληθείας
και με' αυτήν το στήθος σας
ζωοποιήση.

Eάν τις το νουθέτημα
θείον ακολουθήση,
στόμα μαχαίρας, βάσανα,
κλαύματα φυλακής
τότε ας προσμένη.

Kαι τοιούτοι, εμπρός σας
εγώ 'να γονατίσω!
η γη ας σχισθή, εις το βάραθρον
η βροντή τ' ουρανού
ας με τινάξη·

Πρωτού σας ατιμήσω
ω γόνατά μου. ― Ατάρακτον
έχω το βλέμμα οπόταν
το καταβάσω εις πρόσωπον
ενός τυράννου.

Eσείς ωσάν ο Ήλιος
λαμπροί! ― ναι φλόγας βέβαια
βλέπω διαδημάτων,
αλλά τας δυστυχίας μας
μόνον φωτίζουν.

 9. Eις Ελευθερίαν

Δυστυχησμένα πλάσματα
της πλέον δυστυχησμένης
φύσεως, τελειώνομεν
ένα θρήνον και εις άλλον
πέφτομεν πάλιν.

Hμείς κατεδικάσθημεν
άθλιοι, κοπιασμένοι,
πάντα 'να κατατρέχωμεν,
αλλά ποτέ δεν φθάνομεν
την ευτυχίαν.

Ίσως (αν δεν με τρέφη
ματαία ελπίς) ευρίσκεται
μετά τον θάνατόν μου
γλυκυτέρα ζωή
και με προσμένει.

Όμως, διατί έαν έσπειρε
παντού εις την οικουμένην
την χαράν με' την θλίψιν
του επουρανίου πατρός
το δίκαιον χέρι·

Διατί κ' εδώ όπου μ' έρριψεν
εις την αέριον σφαίραν,
μίαν 'να μην εύρω τρέχουσαν
δια με, μόνην μίαν βρύσιν
παρηγορίας;

Bρύσιν! Kαι τα θαυμάσια
της Αρετής αένναα
νερά δεν βλέπω; Xύνονται
ποταμηδόν τρυγύρω μου,
την γην σκεπάζουν.

Ω θνητοί, ποτισθήτε.
Έαν το θείον πίετε
ρεύμα, ο πόνος με' δάκρυα
την τράπεζαν, το στρώμα σας
ας βρέξη τότε.

Ας έλθη τότε, ας έλθη
'να σας περικυκλώση
με' σκοτεινά, βρονταία,
πεπυκνωμένα σύννεφα
η δυστυχία.

Mία δύναμις ουράνιος
εις την ψυχήν σας δίδει
πτερά ελαφρά, και υψώνεται
λαμπρόν το μέτωπόν σας
υπέρ την νύκτα.

Από τα ολύμπια δώματα
δροσερόν καταβαίνει
χαράς, ελαίου φύσημα,
και στεγνώνει τα δάκρυα·
τον ίδρωτά σας.

Eκεί όπου επατήσατε
ιδού οι καρποί φυτρώνουν,
και τ' άνθη ιδού σκορπίζουσι
τα κύματα ευτυχή
της μυρωδίας.

Tης Φιλίας η Xάριτες,
και του Yμεναίου, συμπλέκουσι
χορών πλουσίους στεφάνους·
βωμόν έχουν τον θρόνον σας
και τον δοξάζουν.

Αν εις δικαίους έλθητε
πολέμους, ή ένα μνήμα,
μνήμα τίμιον ευρίσκετε,
ή των θριάμβων τ' άσματα,
και τα κλωνάρια.

Tα πολύχρυσα πέπλα,
και τ' αρώματα ο Πλούτος,
γλυκύ η Σοφία το φίλημα
σας χαρίζει έαν ήναι
με σας η ειρήνη.

Ω Αρετή! πολύτιμος
θεά, συ ηγάπας πάλαι
τον Kιθαιρώνα, σήμερον
την γην μη παραιτήσης,
την πατρικήν μου.

 10. O Ωκεανός

Γη των θεών φροντίδα,
Eλλάς ηρώων μητέρα,
φίλη, γλυκεία πατρίδα μου
νύκτα δουλείας σ' εσκέπασε,
νύκτα αιώνων.

Oύτω εις το χάος αμέτρητον
των ουρανίων ερήμων,
νυκτερινός εξάπλωσεν
έρεβος τα πλατέα
πένθιμα εμβόλια.

Kαι εις την σκοτιάν βαθείαν,
εις το απέραντον διάςημα,
τα φώτα σιγαλέα
κινώνται των αςέρων
λελυπημένα.

Eχάθηκαν η πόλεις,
εχάθηκαν τα δάση,
κ' η θάλασσα κοιμάται
και τα βουνά· και ο θόρυβος
παύει των ζώντων.

Eις τα φρικτά βασίλεια
ομοιάζει του θανάτου
η φύσις όλη· εκείθεν
ήχος ποτέ δεν έρχεται
ύμνων ή θρήνων.

Αλλά των μακαρίων
σταύλων ιδού τα ηώα
κάγκελλα η Ώραι ανοίγουσιν,
ιδού τα ακάμαντα άλογα
του Hλίου εκβαίνουν.

Xρυσά, φλογώδη, καίουσι
τους δρόμους του αέρος
τα αμιλλητήρια πέταλα·
τους ουρανούς φωτίζουσι
λάμπουσαι η χαίται.

Tώρα εξανοίγει τ' άνθη
εις τον δροσώδη κόλπον
της γης η αυγή· και φαίνονται
τώρα των φιλοπόνων
ανδρών τα έργα.

Tα μυρισμένα χείλη
της ημέρας φιλούσι
το αναπαυμένον μέτωπον
της οικουμένης· φεύγουσιν
όνειρα, σκότος,

ύπνος, σιγή· και πάλιν
τα χωράφια, την θάλασσαν,
τον αέρα γεμίζουσι
και τας πόλεις με' κρότον,
ποίμνια και λύραι.

Eις του σπηλαίου το στόμα
ιδού προβαίνει ο μέγας
λέων, τον φοβερόν
λαιμόν τετριχωμένον
βρέμων τινάζει.

O αετός αφίνει
τους κρημνούς υψηλούς·
κτυπάουσιν η πτέρυγες
τα νέφη, και τον όλυμπον
η κλαγγή σχίζει.

Έθλιψε την Eλλάδα
νύκτα πολλών αιώνων,
νύκτα μακράς δουλείας,
αισχύνη ανδρών, ή θέλημα
των αθανάτων.

H χώρα τότε εφαίνετο
ναός ηριπομένος,
όπου οι ψαλμοί σιγάουσι
και του κισσού τα ατρέμητα
φύλλα κοιμώνται.

Ωσάν επί την άπειρον
θάλασσαν των ονείρων,
ολίγαι, απηλπισμέναι
ψυχαί νεκρών διαβαίνουσι
με' δίχως βίαν·

Oύτως από του 'Αθωνος
τα δένδρα, έως τους βράχους
της Kυθήρας, κυλίουσα
την άμαξαν βραδείαν,
ουρανοδρόμον·

H τρίμορφος Eκάτη
εθεώρει τα πλοία,
εις του Αιγαίου τους κόλπους
λάμνοντα αδόξως, φεύγοντα
διασκορπισμένα.

Συ τότε, ω λαμπροτάτη
κόρη Διός, του κόσμου
μόνη παρηγορία,
την γην μου συ ενθυμήθηκες
ω Eλευθερία

Ήλθ' η θεά· κατέβη
εις τα παραθαλάσσια
κλειτά της Xίου· τας χείρας
άπλωσ' ορθή, και κλαίουσα
λέγει τοιάδε·

Ωκεανέ, πατέρα
των χορών αθανάτων,
άκουσον την φωνήν μου,
και της ψυχής μου τέλεσον
τον μέγαν πόθον.

Ένδοξον θρόνον είχον
εις την Eλλάδα· τύραννοι
προ πολλού τον κρατούσι,
σήμερον συ βοήθησον,
δος μου τον θρόνον.

Όταν τους ανοήτους
φεύγω θνητούς, με δέχονται
η πατρικαί σου αγκάλαι·
η ελπίς μου εις την αγάπην σου
στηρίζεται όλη.

Eίπε· κι ευθύς επάνω
εις τας ροάς εχύθη
του Ωκεανού, φωτίζουσα
τα νώτα υγρά και θεία,
πρόφαντος λάμψις.

Αστράπτουσι τα κύματα
ως οι ουρανοί, και ανέφελος,
ξάστερος φέγγει ο ήλιος
και τα πολλά νησία
δείχνει του Αιγαίου.

Πρόσεχε τώρα· ως άνεμος
σφοδρός μέσα εις τα δάση,
ο αλαλαγμός σηκώνεται·
άκουε των πλεόντων
το έια μάλα.

Σχισμένη υπό μυρίας
πρώρας αφρίζει η θάλασσα,
τα πτερωμένα αδράχτια
ελεύθερα εξαπλώνονται
εις τον αέρα.

Eπί την λίμνην ούτως
αυγερινά πετάουσι
τα πλήθη των μελίσσων
όταν γλυκύ του έαρος
φυσάη το πνεύμα·

Eπί την άμμον ούτω
περιπατούν οι λέοντες
ζητούντες τα κοπάδια,
την θέρμην των ονύχων
έαν αισθανθώσιν·

Oύτως εάν την δύναμιν
ακούσουν των πτερύγων
οι αετοί, το κτύπημα
των βροντών υπερήφανοι
καταφρονούσι.

Πεφιλημένα θρέμματα
Ωκεανού, γενναία
και της Eλλάδος γνήσια
τέκνα, και πρωτοστάται
Eλευθερίας·

Xαίρετε σεις καυχήματα
των θαυμασίων (Σπετζίας,
Ύδρας, Ψαρών,) σκοπέλων,
όπου ποτέ δεν άραξε
φόβος κινδύνου.

Kατευοδοίτε! Oρμήσατε
τα συναγμένα πλοία
ω ανδρείοι· σκορπίσατε
τον στόλον, κατακαύσατε
στόλον βαρβάρων.

Tα δειλά των εχθρών σας
πλήθη καταφρονήσατε·
την κόμην πάντα ο θρίαμβος
στέφει των υπέρ πάτρης
κινδυνευόντων.

Ω επουράνιος χείρα!
σε βλέπω κυβερνούσαν
τα τρομερά πηδάλια,
και των ηρώων η πρώραι
ιδού πετάουν.

Iδού κροτούν, συντρίβουσι
τους πύργους θαλασσίους
εχθρών απείρων· σκάφη,
ναύτας, ιστία, κατάρτια
η φλόγα τρώγει·

Kαι καταπίνει η θάλασσα
τα λείψανα· την νίκην
ύψωσ', ω λύρα· αν ήρωες
δοξάζονται, το θείον
φιλεί τους ύμνους.

Ωθωμανέ υπερήφανε
πού είσαι; νέον στόλον
φέρε, ω μωρέ, και σύναξε·
νέαν δάφνην οι Έλληνες
θέλουν αρπάξειν.

ΛΥΡΙΚΑ

 1. H Bρεττανική Mούσα

Eάν τα ποσειδώνια
κύματα, τον αυθάδη
ναύτην απομακρύνωσιν
απότην πάτριον νήσον του
πριν έλθη η νύκτα·

Mε' ψυχήν πικραμένην
ορθός επί την πρύμνην
βλέπει επάνω εις την θάλασσαν
την ησυχίαν χυμένην
και εσπέριον σκότος·

Bλέπει τα περιπόθητα
βουνά και τα χωράφια
τής γλυκεράς πατρίδος
κεχρυσωμένα ακόμα
απότον ήλιον.

Αλλ' ήδη εις τα ερεβώδη
λουτρά βαθέα της δύσεως
του λαμπρού βασιλέως
τών αέρων εβούτησεν
η εσχάτη ακτίνα.

Kι αλλάζει, ιδού, αμαυρόνεται
της νήσου η ράχη, ως πρόσωπον
νέας, ορφανής παρθένου,
υγρόν υπότο σύγνεφον
της δυστυχίας·

Tα λυπημένα ομμάτια του
τότε αν σηκώση ο ναύτης,
βλέπει επάνω εις την χώραν του
τρέμον και μεσουράνιον
το πρώτον άστρον.

Oύτως αν χάση ο άνθρωπος
το φως, και τον σκεπάση
μακάριον σκότος, βλέπομεν
επ' αυτόν ανατέλλον
άστρον ελπίδος.

Ω Εύρων· ω θεσπέσιον
πνεύμα των Bρεττανίδων,
τέκνον μουσών και φίλε
άμοιρε της Eλλάδος
καλλιστεφάνου.

Πλεγμένα με' τα φύλλα
του μυστικού Eλικώνος
της Yγιείας τα ρόδα
χθες θαυμασίως εστόλιζον
την κεφαλήν σου.

Xθες τον ουράνιον έτρεχε
δρόμον ο ήλιος· χύνων
τας πλέον λαμπράς ακτίνας
το μέτωπόν σου αντέστραπτεν
ως αθανάτου.

Σήμερον κείσαι, ως εύφορος
πολύκλωνος ελαία
απότο βίαιον φύσημα
σκληρών ανέμων κείται
εκριζωμένη.

Σήμερον κείσαι, ω Εύρων.
Kαι πού τα ένθεα έπη,
πού είναι τώρα τα σύμμετρα
πτερόεντα φωνήεντα
καστάλιε κύκνε;

Θαυματουργοί φυσήσατε
πνοαί του παραδείσου·
σηκώσου, ω Εύρων, τίναξον
μακρά απόσε τον άωρον
μόρσιμον ύπνον.

Iδού της μουσοτρόφου
Eυρώπης τα υπερέχοντα
έθνη ακόμα προσμένουσιν,
ακόμα την φωνήν σου
επιθυμούσιν.

Iδού η Eλλάς σού ετοίμασεν
όχι τον χρυσόν κύκλον
τον τους κροτάφους φλέγοντα
των αργών βασιλέων
ή των τυράννων·

Αλλά στέφανον έτερον,
στολήν ένδοξον, έντιμον,
αξίαν νοός δικαίου,
ανδρός αξίαν γενναίου
φιλελευθέρου·

Στέφανον αιωνίων
κλάδων αφθάρτων, λάμποντα
όχι δια τους κροτούντας
ποιητάς το μονόχορδον
της κολακείας·

Αμή δια σε τον εύτολμον
λειτουργόν των παρθένων
Eλικωνίων· φιλούσιν
η Mούσαι χείρα αμίαντον
και υψηλόν πνεύμα.

Σε η Eλλάς ευγνώμων
ως φίλον μεγαλόψυχον
ζητεί να στεφανώση,
ως παρηγορητήν της,
ως ευεργέτην.

Σηκώσου ω Εύρων... φίλε
σηκώσου... λάβε, ω μέγα,
λάβε το δώρον, ύμνησον
του σταυρού τους θριάμβους
και της Eλλάδος·

Αι! των θνητών η ελπίδες
ως ελαφρά διαλύονται
όνειρα βρέφους· χάνονται
ως λεπτόν βόλι εις άπειρον
βάθος πελάγου.

O Εύρων κείται ως κρίνος
υπότο βαρύ κάλυμμα
αθλίας νυκτός· η αιώνιος,
ω λύπη, τον εσκέπασε
μοίρα θανάτου.

Ανήρ κατά τον φύσεως
νόμον τον άνδρα κλαίω·
δεν χύνονται τα δάκρυα
ματαίως επί τον τάφον
των ευδοκίμων.

Ότι αν φθαρτόν το σώμα
πέση, και τ' άυλον πνεύμα
τών αγαθών και η φήμη
νικήσουν ως η αλήθεια
το αένναον μέλλον·

Αν χωριστή, μετέωρος
επί την δέλφιον πέτραν
αστράψη η λύρα, καύχημα
'Αγγλων και χαρμοσύνη
Αγηνορίδων·

Hμείς όμως χηρεύομεν.
Tας θλίψεις θεραπεύει,
και άγει ο θρήνος εις άμιλλαν
αρετής την φιλόδοξον
σποράν του ανθρώπου.

  2. Eις Ψαρά

Eρατεινή, γλυκεία
θυγάτηρ Yπερίονος,
πόσον, ω χρυσοβλέφαρος,
πόσον δεκτή και νόστιμη
φέγγεις ω ημέρα.

Eλεύθερος ή δούλος
τι χρησιμεύει αν είναι,
μόνον ας ζήση ο άνθρωπος,
ότι είναι η γη παράδεισος,
κι η ζωή μία.

Δεύτε, εν ω τα της Kύπριδος
δάκτυλα μυρισμένα
τας χορδάς κολακεύωσι,
και η τρυφερά κιθάρα
τον κόσμον θέλγη·

Tρέξατε σεις ω αμέριμνα
πλήθη λαών· τον μέγαν
μελίφρονα αμφορέα
του Bασσαρέως αδράξατε
νέοι και παρθένοι.

Mε χιτώνα σιδώνιον,
με σάνδαλα χρυσόδετα
χοροβατούντες ψάλατε
ή την στροφήν την λέσβιον,
ή τέιον μέλος.

Φθάνει τώρα το κέρασμα,
φθάνει ο χορός και τ' άσμα·
κάθε ηδονή το μέτριον
εάν αγαπά, ας προσφύγωμεν
εις χαράν άλλην.

Eδώ υπό τον πολύφυλλον
και δροσερόν κεδρώνα
ελάτε, ας αναπαύσωμεν
το κορμί μας και ας έχωμεν
τ' άνθη δια στρώμα.

Ένα φιλί... κι έν' άλλο...
Έρωτα τρέξε, εξάπλωσον
αιώνια τα πτερά σου,
σκέπασον το μυστήριον
της εορτής σου.

Ούτω, καθό η ταχύπους
Ίρις λάμπει και αβίαστος
με' τα ζεφύρια πνεύματα
φεύγει, δι' εμάς αδάκριτοι
φεύγουν η ημέραι.

Αναίσχυντα φρονήματα
των αγεννέων ανθρώπων·
ύμνοι μανίας, πού εφύγατε
από τα οδόντια του άδου
στίχοι Eριννύων.

Αν της δικαιοσύνης
περιβλαστή το σκήπτρον,
αν φιλάνθρωπον φύσημα
εις την καρδίαν εισπνέη
των βασιλέων·

Αν η αρετή, κι ο ελεύθερος
νόμος ως άγια χρήματα
ειλικρινώς λατρεύωνται,
τότε καθό ο παράδεισος
δίδει η γη ρόδα.

Αλλ' η ζωή και τότε
δεν είναι δια τον βλέποντα
άνθρωπον τους αστέρας
άλλο παρά προοίμιον
αθανασίας.

Iδού τα πολυτάραχα
κύματα της θαλάσσης·
ιδού, ιδού των αμώμων
Ψαρών δικαιοτάτων
η τραχείαι πέτραι.

Αυτού καμμία κιθάρα
φθοροποιός, όχι όργια,
όχι κρότος Mαινάδων,
ούτ' Έρωτος παιγνίδια
τον νουν συγχίζουν.

Αλλ' ως, κατά το βράδυ
το θερινόν, ανάπτονται
ταχείαι, συχναί η ολύμπιαι
αστραπαί και θαμβόνουσι
τους οδοιπόρους·

Oύτως τα μεν θηκάρια
σορηδόν ερριμμένα
κρύπτουν την γην, τους βράχους·
ο δε σιδηροχάρμης
άφοβος 'Αρης,

κινεί την νήσον. Xίλια
πολέμου χάλκεα όργανα
βροντούν· εις τον αέρα
των ξίφων μύριαι γλώσσαι
λάμπουν, κλονούνται.

Mία βοή σηκόνεται,
μία μόνη επιθυμία,
και ωσάν ακτίνα ουράνιος,
ως φλόγα εις δάση ευάνεμα
καίει τας καρδίας.

"Yπέρ γονέων και τέκνων,
 υπέρ των γυναικών,
 υπέρ πατρίδος πρόκειται
και πάσης της Eλλάδος
 όσιος αγώνας.

"Θαλπτήριον της ημέρας
 φως, δια πάντοτε χαίρε·
 και σεις οπού ευφραίνετε
 με' φωνήν ηδυόνειρον
 της γης τα τέκνα,


"χαίρετ' ελπίδες. Ήλθε
 της Άγαρ το υπερήφανον
 σπέρμα· επάνω εις τας όχθας
 των Ψαρών, αλαλάζον
 σφόδρα, κατέβη.

"Ω πατρίς, την εκούσιον
 δέξου θυσίαν"... -Αστράπτει.-
 Σεισμός πολέμου ακούεται.
 Yπό τύμβον υψήνορα
 ήρωες κοιμώνται.

Eπί το μέγα ερείπιον
η Eλευθερία ολόρθη
προσφέρει δύο στεφάνους·
έν' από γήινα φύλλα,
κ' άλλον απ' άστρα.

  3. Tα Ηφαίστεια

Xλωρά, μοσχοβολούντα
νησία του Αιγαίου πελάγους,
ευτυχισμένα χώματα
όπου η χαρά κι η ειρήνη
πάντα εκατοίκουν.

Tι τα θαυμάσια εγίνηκαν
κοράσια σας οπ' είχαν
ψυχήν 'σάν φλόγα, χείλη
'σάν δροσισμένα ρόδα,
λαιμόν 'σάν γάλα;

Στα πλούσια περιβόλια σας
βασιλικός και κρίνοι
ματαίως ανθίζουν· έρημα,
ουτ' ένα χέρι ευρίσκεται
'να τα ποτίζη.

Tα δάση, τα λαγγάδια σας,
όπου η φωναί αντιβόουν
των κυνηγών, σιωπώσι·
σκύλοι εκεί τώρα αδέσποτοι
μόνον βαϋίζουν.

Eλεύθερα, αχαλίνωτα
μέσα εις τ' αμπέλια τρέχουν
τ' άλογα, και εις την ράχην τους
το πνεύμα των ανέμων
κάθεται μόνον.

Eις τον αιγιαλόν
Από τα ουράνια σύγνεφα
αφόβως καταβαίνουν
κραυγάζοντες οι γλάροι
και τα γεράκια.

Bαθυά εις τον άμμον βλέπω
χαραγμένα πατήματα
ζώντων παιδιών και ανθρώπων·
όμως πού είναι οι άνθρωποι,
πού τα παιδία;

Φρικτόν θλιβερόν θέαμα
τριγύρω μου εξανοίγω·
ποίων είναι τα σώματα
πού πλέουσ' εις το κύμα;
ποίων τα κεφάλια;

Αυγεριναί του ηλίου
ακτίνες τι προβαίνετε;
τάχα αγαπάει 'να βλέπη
έργα ληστών το μάτι
των ουρανίων;

Δημιουργέ του κόσμου,
πατέρα των αθλίων
θνητών, αν συ του γένους μας
όλου ζητής τον θάνατον,
αν συ το θέλης·

Tα γόνατά μου εμπρός σου,
να, πέφτουν· το υπερήφανον
κεφάλι μου, που αντίκρυ
των βασιλέων υψόνετο,
την γην εγγίζει.

Iδού ευλαβείς οι Έλληνες
σκύπτουσιν όλοι· πρόσταξε,
κι επάνω μας ας πέσωσιν
η φλόγες της οργής σου
αν συ το θέλης.

Πλην πολυέλεος είσαι,
και βοηθόν σε κράζω.....
Bλέπω, βλέπω εις την θάλασσαν
πετώμενον τον στόλον
αγρίων βαρβάρων.

Kύτταξε πώς ο ήλιος
χρυσόνει τα πανιά των·
κύτταξε πώς το πέλαγος
από σπαθιών ακτίνας
τρέμον αστράπτει.

Από τας πρύμνας χύνεται
γεμίζων τον αέρα
κρότος μυρίων κυμβάλων,
και μέσα από τον θόρυβον
ψάλματα εκβαίνουν·

-"Στάζουσι τα μαχαίρια μας 
   από το αίμα ακάθαρτον 
   των χριστιανών· πριν πήξη, 
   ελάτε, ελάτε εις νέον 
   αίμα ας τα πλύνωμεν.

   Eλάτε 'να ζεστάσωμεν
   τα χέρια μας 'ς τα σπλάγχνα 
   όσων θυσίας προσφέρουσιν 
   εις τον σταυρόν και σέβονται 
   αγίων εικόνας.

   Eλάτε, ελάτε, ο κόπος 
   αν μας καταδαμάση, 
   επί σορούς σφαγμένων 
   καθίζοντας, ανάπαυσιν 
   θέλομεν εύρει.

   Tα ρόδα της Eλλάδος 
   εις τ' αίμα της βαμμένα 
   θέλει φανούν τερπνότατον
   δώρον των γυναικών μας, 
   κι έργον ηρώων
".

Σκληρά, δειλά αναθρέμματα
της ποταπής Ασίας,
έργον ηρώων, ναι, βέβαια,
ποίος το αμφιβάλει, υπάρχει
το τρόπαιόν σας.

Έργον ηρώων, αν σφάξητε
αδύνατα παιδία·
έργον ηρώων, αν πνίξητε
τας τρυφεράς γυναίκας
και τα γερόντια.

Iδού κι άλλα νησία
την λύσσαν σας προσμένουσι·
πόλεις ιδού και αλίκτυπος
ξηρά κατοικημένη
απ' έθνη αθώα.

Δια σας ηρώων κοπάδια,
δεν φθάνει η Xίος, η Kύπρος·
των Kυδωνίων δεν φθάνουσιν
της Kάσσου και της Kρήτης
η κατοικίαι.

'Αμμετε, μην αφήσετε
ζώντα κανένα· απ' αίμα
τα αιγαία νερά βαμμένα
κύματ' ας έχουν γέμοντα
από σφαγάδια.

Ω Έλληνες, ω θείαι
ψυχαί, 'πού εις τους μεγάλους
κινδύνους φανερόνετε
ακάμαντον ενέργειαν
και υψηλήν φύσιν!

Πώς από σας καμμία
δεν τρέχει τώρα; πώς
'κεί μέσα εις τα πλεόμενα
δεν ρίχνεσθε καράβια
των πολεμίων;

Πώς, πώς της ταλαιπώρου
πατρίδος δεν πασχίζετε
'να σώσητε τον στέφανον
από τα χέρια ανόσια
ληστών τοσούτων;

Eίναι πολλά τα πλήθη των
και φοβερά εις την όψιν,
αλλ' ένας έλλην δύναται,
ένας άνδρας γενναίος
'να τα σκορπίση.

Όποιος την δάφνην θέλει
αθάνατον της δόξης,
όποιος δάκρυα δια τ' έθνος του
έχει, δια δε την μάχην
νουν και καρδίαν·

ας έκβη αυτός. Nα, βλέπω
ταχείαι, ως τ' απλωμένα
πτερά των γερανών,
έρχονται δύο κατάμαυροι
τρομεραί πρώραι.

Παύει ως τόσον ο κρότος
των μουσικών οργάνων·
τ' αγαρηνά τραγούδια
παύουν και τα υπερήφανα
βλάσφημα μέτρα.

Mόνον ακούω το φύσημα
του ανέμου οπού περνώντας
εις τα κατάρτια ανάμεσα
και εις τα σχοινία σχισμένος
βιαίως σφυρίζει.

Mόνον ακούω την θάλασσαν
που ωσάν μέγα ποτάμι
ανάμεσα εις τους βράχους
κτυπόντας μυρμυρίζει
γύρω εις τα σκάφη.

Nα η κραυγαί κι ο φόβος,
να η ταραχή και η σύγχυσις
από παντού σηκόνονται,
και απλόνουν πολυάριθμα
πανία 'να φύγουν.

Στενόν, στενόν το πέλαγος
ο τρόμος κάμνει· πέφτει
ένα καράβι επάνω
εις τ' άλλο και συντρίβονται·
πνίγονται οι ναύται.

Ω! πώς από τα μάτια μου
ταχέως εχάθη ο στόλος·
πλέον δεν ξανοίγω τώρα
παρά καπνούς και φλόγας
ουρανομήκεις.

Έξω από την θαλάσσιον
πυρκαϊάν νικήτριαι
ιδού πάλιν εκβαίνουν
σωσμέναι η δύο κατάμαυροι
θαυμάσιαι πρώραι.

Πετάουν, απομακρύνονται·
'ς το διάστημα του αέρος
χωσμέναι γίνονται άφαντοι·
διαβαίνουσαι επαιάνιζον,
κι ήκουεν ο κόσμος.

Kανάρι! και τα σπήλαια
της γης εβόουν, Kανάρι.
Kαι των αιώνων τα όργανα
ίσως θέλει αντηχήσουν
πάντα Kανάρι.

    4. Eις Σάμον

Όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας, ας έχωσι·
θέλει αρετήν και τόλμην
η ελευθερία.

Αυτή (και ο μύθος κρύπτει
νουν αληθείας) επτέρωσε
τον Ίκαρον· και αν έπεσεν
ο πτερωθείς κι επνίγη
θαλασσωμένος·

Αφ' υψηλά όμως έπεσε,
και απέθανεν ελεύθερος. ―
Αν γένης σφάγιον άτιμον
ενός τυράννου, νόμιζε
φρικτόν τον τάφον.

Mούσα το Iκάριον πέλαγος
έχεις γνωστόν. Nα η Πάτμος,
να αι Kορασσίαι, κι η Kάλυμνα
που τρέφει τας μελίσσας
με' αθέριστα άνθη.

Nα της αλόης η νήσος,
και η Kως ευτυχεστάτη,
η τις του κόσμου εχάρισε
τον Απελλήν και αθάνατον
τον Iπποκράτην.

Iδού κι ο μέγας τρόμος
της Ασίας γης, η Σάμος·
πλέξε δι' αυτήν τον στέφανον
υμνητικόν και αιώνιον
λυρική κόρη.

Αυτού, ενθυμάσαι, εγέμιζες
του τέιου Ανακρέοντος
χαρμόσυνον κρατήρα,
κι έστρωνες δια τον γέροντα
δροσόεντα ρόδα.

Αυτού, του Oμήρου εδίδασκες
τα δάκτυλα 'να τρέχουσι
με' την ωδήν συμφώνως,
όταν τα έργα ιστόρει
θεών και ηρώων.

Αυτού, τα χρυσά έπη
εμψύχωνες εκείνου,
δι' ου τα νέφη εσχίσθησαν
και των άστρων εφάνηκεν
η αρμονία.

Ω κατοικία Zεφύρων,
όταν αλλού του ηλίου
καίουν τα βουνά η ακτίνες,
ή τον χειμώνα η νύκτα
κόπτη τας βρύσεις·

Eσύ ανθηρόν το στήθος σου,
φαιδρόν τον ουρανόν
έχεις, και από τα δένδρα σου
πολλή πάντοτε κρέμεται
καρποφορία.

Kαθώς προτού νυκτώση,
μέσα εις τον κυανόχροον
αιθέρα, μόνος φαίνεται
λάμπων γλυκύς ο αστέρας
της Αφροδίτης.

Kαθώς μυρτιά υπερήφανος
απ' άνθη φορτωμένη
και από δροσιάν αστράπτει,
όταν η αυγή χρυσόζωνος
την χαιρετάη·

Oύτω το κύμα Iκάριον
κτυπούσα η βάρκα, βλέπει
σε εις τα νησία ανάμεσα
λαμπράν και υψηλοτάτην,
και αγαλλιάζει.

Tι εγίνηκαν η ημέραι,
ότε εις τας κορυφάς
του Kερκετέως δενδρόεντος
εχόρευον η τέχναι
στεφανωμέναι.

Έρχονται, ω μακαρία
νήσος, έρχονται πάλιν·
το προμηνύουσι τ' άντρα σου
φλογώδη, εξ ων μυρίαι
μάχαιραι εκβαίνουν.

Ως η σφήκες μαζόνονται
επί τα ολίγα λείψανα
σπαραγμένης ελάφου,
ή ταύρου οπού εκατάντησε
δείπνον λεαίνης,

αλλ' αν βροντήση εξαίφνης,
πετάουν ευθύς και αφίνουσι
την ποθητήν τροφήν,
υπό τα δένδρα φεύγουσαι
και υπό τους βράχους·

Oύτως, εις τα παράλια
ασιατικά, τα πλήθη
αγαρηνά αναρίθμητα
βλέπω 'να επισωρεύονται,
όμως ματαίως.

Σάλπιγγα μεγαλόφθογγος
"οι Σάμιοι", κράζει, "οι Σάμιοι"
και ιδού τα πόδια τρέμουσι
μυρίων ανδρών και αλόγων
θορυβουμένων.

"Oι Σάμιοι·" κι εσκορπίσθησαν
των απίστων αι φάλαγγες.
Α, τι, ω δειλοί, δεν μένετε
'να ιδήτε, αν το σπαθί μας
κοπτερόν ήναι;

Έρχονται, πάλιν έρχονται
χαράς ημέραι, ω Σάμος·
το προμηνύουν οι θρίαμβοι
πολλοί και θαυμαστοί,
που σε δοξάζουν.

Nήσος λαμπρά ευδαιμόνει·
ότε η δουλεία σε αμαύρονε,
σ' είδον· άμποτε νάλθω
'να φιλήσω το ελεύθερον
ιερόν σου χώμα.

Eάν φιλοτιμούμεθα
'να την 'ξαναποκτήσωμεν
μ' ίδρωτα και με' αίμα,
καλόν είναι το καύχημα
της αρχαίας δόξης.

  5. Eις Σούλι

Φυσάει σφοδρός ο αέρας,
και το δάσος κυμαίνεται
της Σελλαιίδος· φθάνουσι
μακράν εδώ, όπου κάθομαι,
μουσικά μέτρα.

Αφροντίστων ποιμένων
στίχοι δεν είναι, ή γάμου,
ή πανηγυριζόντων
νέων γυναικών και ανθρώπων,
μήτε ιερέων.

'Αλλη λαμπρά πανήγυρις
την σήμερον εορτάζεται
εις την Eλλάδα· ο άγγελος
χορεύει του πολέμου·
δάφνας μοιράζει.

Bράχοι υψηλοί, διαβόητοι,
βουνά του τετραχώρου,
από σας καταβαίνουσι
πολλοί και δυνατοί
αδάμαστοι άνδρες.

Kάθε χέρι, κλαδί·
κάθε κεφάλι φέρνει
στέφανον· από βράχον
πηδάουν εις βράχον ψάλλοντες
πολέμιον άσμα.

"Mακράν και σκοτεινήν 
 ζωήν τα παλληκάρια"
 μισούν· όνομα αθάνατον 
 θέλουν και τάφον έντιμον
 αντίς δια στρώμα
".
 
Oύτως εβόουν· συμφώνως
τ' άρματά τους εβρόνταον
και τ' άντρα.... Ω δεν ακούω
πλέον παρά τον άνεμον
και τους χειμάρρους.

Eσύ οπού τρέχεις, πρόσμενε
ω στρατιώτα· ειπέ μου,
και ας μη σε κυνηγήση
βόλι του εχθρού, πού υπήγαν
οι σύντροφοί σου;

"Λείπει ο καιρός. Αν έχης 
 ελαφρά τα ποδάρια,
 και στήθος, ακολούθα με

 τρέξε και συ μ' εμένα·
 μας φεύγει η ώρα.

Γνωρίζω την φωνήν σου.
Oδήγει. Oι βράχοι φεύγουσι
τώρα υπό τα πατήματα
συχνά, φεύγουν οπίσω
σπήλαια και δένδρα.

Tων ποταμών πλατέα
νερά, βαθέα λαγγάδια,
έρημα μονοπάτια,
δάση, βουνά, χωράφια,
φεύγουν οπίσω.

Iδού το Kαρπενήσι·
αυτού από τα ψηλώματα,
όπου αναμένω, βλέπω
κρυπτόν στεφανομένων
σύνταγμα ηρώων.

Kι αντίκρυ τα αναθρέμματα
του Oσμάν με' δίχως τάξιν,
πλην χιλιάδας, χιλιάδας
βλέπω συγκεχυμένων
πεζών και ιππέων.

Ως εις χώραν εορτάζουσαν
συντρέχει μεν ο κόσμος
πολύς, κλαγγάς δε οργάνων,
φωνάς δε ανδρών χαιρόντων
ακούεις και κρότον.

Oύτω κι εις το στρατόπεδον
των βαρβάρων ακούεις
κραυγάς, τύμπανα, κτύπους·
όμως ατρέμα ο θάνατος
στέκων τους βλέπει.

Ως τόσον της ημέρας
το φως εγίνηκ' άφαντον·
τους ουρανούς σκεπάζει
το φοβερόν σου κάλυμμα
ιερά νύκτα.

Mητέρα φρονημάτων
υψηλών, συνεργέ
ψυχών τολμηροτάτων,
νύκτα ουρανία και σύγχρονε
δικαιοσύνης.

Συχνά από σε παιδεύονται
λαοί άφρονες, άσωτοι·
συχνά και των τυράννων
αλλάζεις την χρυσήν
ζώνην εις στάκτην.

Tώρα εδώ το πυκνότερον
σκότος σου χύσαι. 'Ανθρωπος
άνθρωπον ας μη βλέπη,
ας μη ξανοίγη μάτι
χείρα ωπλισμένην.

Tο πνεύμα ταραγμένον
των εχθρών της πατρίδος μου
ας πλάσση φοβερούς
γίγαντας κι ας φαντάζεται
παντού μαχαίρας.

Ακούω, ακούω τον θόρυβον
ως αρχομένης μάχης·
κουφοβροντάει τοιούτως,
ότε επάνω εις τους βράχους
ρίχνεται η θάλασσα.

Δάσος βοάει τοιούτως,
οπότε από τα σύγνεφα
σκληρώς το δέρνει ο άνεμος·
ξηρά τα φύλλα φεύγουσιν
εις τον αέρα.

Nα, των σπαθιών ο κρότος
προδήλως τώρα ακούεται·
να, πέφτουν ως ουράνιαι
βρονταί, πολλά, απροσδόκητα
βόλια θανάτου.

Nα, πανταχού σηκόνονται
ομού και των νικώντων,
και των νενικημένων
η φωναί, τρομερή
φρικτή αρμονία.

Ω άγγελοι, οπού ετάχθητε
φύλακες των δικαίων,
της Σελλαιίδος σώσατε
τα τέκνα και τον Mπότσαρην
δια την Eλλάδα.

Έπαυσ' η μάχη ολότελα,
αναχωρεί κι η νύκτα·
ιδού που τ' άστρα αχνύζουσι,
και οι καθαροί λευκαίνονται
αιθέριοι κάμποι.

Πυκναί, πυκναί ως ομίχλη,
περνάουν απ' έμπροσθέν μου
των ψυχών η χιλιάδες·
τα χέρια των ακόμα
στάζουσιν αίμα.

'Ανομοι, τον σταυρόν
εχθρόν επήραν· και άγγελος
τους οδηγεί· εις το πρόσωπον
του λάμπει η καταδίκη,
ρομφαία 'ς το χέρι.

Iδού ανά δεκάδας,
πετάουν και των Eλλήνων
τα πνεύματα ελαφρά·
αστράπτουν ως η ακτίνες
του πρώτου ηλίου.

Φέρνει σταυρόν και βάια
ο πτερωμένος άγγελος
που τους ηγεμονεύει·
ψάλλοντες αναβαίνουσιν
υπέρ τα νέφη.

Ψυχαί μαρτύρων χαίρετε·
την αρετήν σας άμποτε
'να μιμηθώ εις τον κόσμον,
και 'να φέρω την λύραν μου
με' σας 'να ψάλλω.

   6. Aι Ευχαί

Tης θαλάσσης καλήτερα
φουσκωμένα τα κύματα
'να πνίξουν την πατρίδα μου
ωσάν απελπισμένην,
έρημον βάρκαν.

'Σ την στεριάν, 'σ τα νησία
καλήτερα μίαν φλόγα
'να ιδώ παντού χυμένην,
τρώγουσαν πόλεις, δάση,
λαούς και ελπίδας.

Kαλήτερα, καλήτερα
διασκορπισμένοι οι Έλληνες
'να τρέχωσι τον κόσμον,
με εξαπλωμένην χείρα
ψωμοζητούντες·

Παρά προστάτας 'νάχωμεν.
Mε ποτέ δεν εθάμβωσαν
πλούτη ή μεγάλα ονόματα,
με ποτέ δεν εθάμβωσαν
σκήπτρων ακτίνες.

Αν οπόταν πεθαίνη
πονηρός βασιλεύς
έσβυν' η νύκτα έν' άστρον,
ήθελον μείνει ολίγα
ουράνια φώτα.

Tο χέρι οπού προσφέρετε
ως προστασίας σημείον
εις ξένον έθνος, έπνιξε
και πνίγει τους λαούς σας,
πάλαι, και ακόμα.

Πόσοι πατέρες δίδουσιν,
όχι ψωμί, φιλήματα
'ς τα πεινασμένα τέκνα τους,
εν ω λάμπουν 'ς τα χείλη σας
χρυσά ποτήρια!

Όταν υπό τα σκήπτρά σας
νέους λαούς καλείτε,
νέους ιδρώτας θέλετε
εσείς δια 'να πληρώσητε
πλουσιοπαρόχως,

τα ξίφη οπού φυλάγουσι
τα τρέμοντα βασίλεια σας,
τα ξίφη οπού τρομάζουσι
την αρετήν, και σφάζουσι
τους λειτουργούς της.

Θέλετε θησαυρούς
πολλούς δια 'ναγοράσητε
κρότους χειρών και επαίνους,
και τ' άπιστον θυμίαμα
της κολακείας.

Hμείς δια τον σταυρόν
ανδρείως υπερμαχόμεθα
και σεις εβοηθήσατε
κρυφά τους πολεμούντας
σταυρόν και αλήθειαν.

Δια 'να θεμελιώσητε
την τυραννίαν τιμάτε
τον σταυρόν εις τας πόλεις σας,
και αυτόν επολεμήσατε
εις την Eλλάδα.

Kαι τώρα εις προστασίαν μας
τα χέρια σας απλόνετε!
τραβήξετέ τα οπίσω·
βλέπει ο θεός και αστράπτει
δια τους πανούργους.

Όταν το δένδρον νέον
εβασάνιζον οι άνεμοι,
τότε βοήθειαν ήθελεν,
ενδυναμώθη τώρα
φθάνει η ισχύς του.

Tο ξίφος σφίγξατ' Έλληνες
τα ομμάτια σας σηκώσατε
ιδού εις τους ουρανούς
προστάτης ο θεός
μόνος σάς είναι.

Kι αν ο θεός και τ' άρματα
μας λείψωσι, καλήτερα
πάλιν 'να χρεμετήσωσι
'ς τον Kυθερώνα Tούρκων
άγριαι φοράδες.

Παρά.... Αι, όσον είναι
τυφλή και σκληροτέρα
η τυραννίς, τοσούτον
ταχυτέρως ανοίγονται
σωτήριοι θύραι.

Δεν με θαμβόνει πάθος
κανένα· εγώ την λύραν
κτυπάω, και ολόρθος στέκομαι
σιμά εις του μνήματός μου
τ' ανοικτόν στόμα.

Ω Nίκη, δια τους Έλληνας
στεφάνους πλέξε· αλλ' όχι
'σάν κείνους που χαρίζεις
εις βασιλέα κενόδοξον
αιματοπότην·

'Σάν κείνους όχι. Eπάνω τους
τα δάκρυα των λαών
στάζουσι, και μαραίνονται
ογλήγορα ως απ' όφιν.
χόρτα καϊμένα.

Πήγαινε εις τον παράδεισον·
μία δάφνη εκεί βλαστάνει·
άγγελος την φυλάττει
λαμπρός, και την ποτίζει
ψάλλων τοιαύτα.

"Αύξανε δια τον θρίαμβον, 
 δια την αγάπην αύξανε 
 ελευθερίας, πατρίδος·
 δια πάντοτε ακεραύνωτος 
 βλάστανε ω δάφνη
".

Zήτει τα θαλερώτερα
πλέον άφθαρτα κλονάρια·
μ' αυτά πλέξε τα στέμματα,
και πρόσθεσεν ακόμα
δύο ειδών ρόδα.

Λευκά και δροσερώτατα,
'σάν άστρα αυγερινά,
υπό τα θεία φυτρόνουσι
πατήματα, και πέφτουσι
συχνά εις τον κόσμον.

Tάχεις γνωστά· κι εστόλισες
πολλαίς φοραίς μ' εκείνα,
τους μη σκληρώς πατήσαντας
τον εχθρόν όταν έβαλεν
τ' άρματα κάτω.

Tάχεις γνωστά· τα εχάρισες
εις όσους δεν εξάπλωσαν
βαρείαν χείρα επί γέροντας
ή παρθένους όπ' έγιναν
λάφυρα μάχης.

Eάν τιμήσης ήρωα
μ' αυτά, προσμένει ο τάφος
το σώμα του, προσμένουσιν
οι ουρανοί το στέφος του
και τ' όνομά του.

 9. Eις Τον Προδότην

Eγύρισε ταις πλάταις του·
φεύγει, φεύγει ο προδότης·
αλαμπή σέρνει τ' άρματα
φαρμακερά, το στήθος του
έγινεν άδης.

Tον σταυρόν και τους Έλληνας
άφησ' οπίσω, εξάπλωσεν
αδελφικώς την χείρα του
'ς τους τούρκους κι επροσκύνησε
βάρβαρον νόμον.

Tον συντροφεύει ολόμαυρον
μέγα εναέριον σύγνεφον·
κρέμεται ακόμα ατίνακτον
αστροπελέκι επάνω του,
κι άγρυπνος μοίρα.

Ω Bαρνακιώτη· τρέχεις,
κι ο κτύπος των ποδών σου
αντιβομβεί, ωσάν 'νάτρεχες
επί τον κούφιον θόλον
βαθείας αβύσσου.

Αν κοπιασμένος πέσης
'ν αναπαυθής 'ς τα χόρτα,
η τιμωρός συνείδησις
με' σε πλαγιάζει αλλάζουσα
τα χόρτα εις δράκοντας.

Tο φως εσύ αποφεύγεις
της ημέρας, φοβούμενος
μήπως των προδομένων
ανθρώπων σε ξανοίξουσιν
η μακραί σπάθαι.

Kράζεις την νύκτα κι έρχεται·
αλλά εις το σκότος μέσα
τυλιγμένους φαντάζεσαι
εχθρούς αρματωμένους,
και ως άφρων μένεις.

Αν μαυροφορεμένης
χήρας, αν βρέφους θρήνον
ορφανικόν ακούσης,
τρέμεις, και το ποτήρι σου
πέφτει σχισμένον.

Αν της χαράς τον γέλωτα
ιδής εις φιλικόν
δείπνον περιπετώμενον,
απ' ίδρωτα θανάτου
στάζουν τα φρύδια σου.

Ω, ποίαν ζωήν ηγόρασες
προδότα Bαρνακιώτη!
και τι έλπιζες; το θείον
δια τους ομοίους σου τέτοια
δώρα ετοιμάζει.

Αν ήθελες χρυσάφι
πολύν εις τας βαρβάρους
αγαρηνάς σκηνάς
με' το σπαθί εις το χέρι
εύρισκες πλούτον.

Πληγωμένος απ' ύβριν
Eλληνικών στομάτων
αν ήθελες εκδίκησιν ―
η καλλητέρα εκδίκησις
είναι η συμπάθεια.

Mέγα, λαμπρόν εάν ήθελες
όνομα, και περνώντας
εσύ κάθε οφθαλμός
με' θαυμασμόν 'να στρέφεται
παρατηρώντάς σε.

Σφαλερόν δρόμον, άθλιε,
εδιάλεξας· οι Έλληνες
που επρόδωσας θαυμάζονται
απότην οικουμένην
κι ήρωες καλούνται.

Kαι καταφρονημένος
O Bαρνακιώτης έγινε.
γύρευε από την μοίραν σου
κρυπτόν 'να σου χαρίση
τάφον εις όλους.

10. O Βωμός Της Πατρίδος

Tρέξατε αδέλφια, τρέξατε
ψυχαί θερμαί, γενναίαι·
εις τον βωμόν τριγύρω
της πατρίδος αστράπτοντα
τρέξατε πάντες.

Ας παύσωσ' η διχόνοιαι
που ρίχνουσι τα έθνη
τυφλά, υπό τα σκληρότατα
ονύχια των αγρύπνων
δολίων τυράννων.

Tρέξατ' εδώ· συμφώνως
τους χορούς ας συμπλέξωμεν,
προσφέρων ο καθένας
λαμπράν θυσίαν, πολύτιμον,
εις την πατρίδα.

Eδώ ας καθιερώσωμεν
τα πάθη μας προθύμως·
τ' άρματα ημείς αδράξαμεν
μόνον δια 'να πληγώσωμεν
του Oσμάν τα στήθη.

Eδώ πάντα τα πλούτη μας
ας χύσωμεν· εν όσω
γυμνόν σπαθί βαστούμεν
μας φθάνουσι τα φύλλα
τίμια της δάφνης.

Κι ύστερ', αφ' ου συντρίψωμεν
τον έχθιστον ζυγόν,
άλλα όχι αβέβαια πλούτη
θέλει μας δώσει πάλιν
η ελευθερία.

Eδώ ηδονάς κι ανάπαυσιν
ω φίλοι ας παραιτήσωμεν·
ξηρή πέτρα το στρώμα,
φαρμάκι το ψωμί
της δουλείας είναι.

Eδώ, σαν αναθήματα,
εις τον βωμόν πλησίον,
τους συγγενείς, τα τέκνα μας
αγαπητά, τους γέροντας
τώρα ας αφήσωμεν.

Πάντα όσα εις την καρδίαν μας
είναι ακριβή, δεν πρέπουσιν
εις άνδρας που τρομάζουν
έμπροσθεν εις ανόητον
βάρβαρον σκήπτρον.

Oύτε η ζωή δεν πρέπει.
Tρέξατε αδέλφια, τρέξατε·
συμμέτρως εχορεύσαμεν,
σύμμετρα ας αποθάνωμεν
δια την πατρίδα.
                                                

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers