Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Thibault Jacques Anatol Francois (Ανατόλ Φρανς): Ευαίσθητος Ιδεαλιστής Πολίτης του Κόσμου

                   

    Ο Ανατόλ Φρανς (1844-1924) ήτανε Γάλλος μυθιστοριογράφος και κριτικός λογοτεχνίας, με διεισδυτικό πνεύμα και κομψό ύφος. Γεννήθηκε στο Παρίσι 16 Απρίλη και το πραγματικό όνομα του ήταν Ζακ Ανατόλ Φρανσουά Τιμπό. Μεγάλωσε ανάμεσα στα βιβλία κι έζησε μ' αυτά στο βιβλιοπωλείο του πατέρα του, στον εκδοτικό οίκο και στη βιβλιοθήκη όπου εργάστηκε αργότερα, καθώς και στα διάφορα έντυπα στις στήλες των οποίων έγραφε κριτική λογοτεχνίας.
    
Ο πατέρας, Φρανσουά Νοέλ Τιμπό, μ' ελλειπή παιδεία, είχε φιλοδόξίες για το γιο, γιαυτό τον έστειλε για σπουδές στο Κολλέγιο Στανισλάς, που προοριζότανε γι' αριστοκράτες και μεγαλοαστούς, το 1855. Στη διάρκεια των σπουδών του, έγινε δέκτης πολλών αρνητικών σχολίων κοινωνικού περιεχομένου κι η πίκρα που του προκάλεσαν αυτά αντικατοπτρίστηκεν αργότερα στα έργα του.
    
Το αρνητικό αυτό κλίμα, σε συνδυασμό με τη πίεση απ' τη πλευρά του πατέρα του, που φιλοδοξούσε ο γιος του ν' ανέβει κοινωνικά, φαίνεται πως τον οδήγησαν από τα 15 να γίνει δημοκράτης κι άθεος. Στη διαμόρφωση των πολιτικών του πεποιθήσεων επέδρασε έντονα και το βιβλιοπωλείο του πατέρα, που συγκέντρωνε φυλλάδια, εφημερίδες και γενικά ντοκουμέντα για τη Γαλλική Επανάσταση. Τελικά εγκατέλειψε το Κολλέγιο το 1862.
    
Από το 1867 άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα σε φιλολογικά περιοδικά, εργάστηκε για τον βιβλιοπώλη Λεμέρ κι έγινε δεκτός στον κύκλο των Παρνάσσιων ποιητών. Στις εκδόσεις του Αλφόνς Λεμέρ, εκδότη των ποιητών του «Παρνασσού», έκανε διορθωτική, βιβλιογραφική και ταξινομητική εργασία ή έγραφε προλόγους σ' εκδόσεις κλασικών έργων. Συγχρόνως, για να κερδίσει κάποια χρήματα, εργάστηκε σα «νέγρος»  (Nègre ονόμαζαν εκείνη την εποχή τ' άτομα που γράφανε π.χ. έν άρθρο που τελικά δημοσιευόταν με τ' όνομα άλλου προσώπου).
     Το 1876 έγινε βοηθός βιβλιοθηκάριου στη Γερουσία και παρέμεινε ως το 1890, εξασφαλίζοντας αρκετό ελεύθερο χρόνο για προσωπική του πνευματική ανάπτυξη. Σ' αυτή τη περίοδο έστελνε τακτικά συνεργασίες στα περιοδικά «Σφαίρα» κι «Εικονογραφημένο Σύμπαν». Το 1877, παντρεύτηκε τη Βαλερί Γκερέν ντε Σοβίλ κι απέκτησε μια κόρη. Μερικά χρόνια αργότερα χώρισε τη σύζυγό του που θεωρούσε ότι τη παραμελούσε και ξόδευε υπερβολικά ποσά σε βιβλία. Το 1886 ανέλαβε λογοτεχνικός διευθυντής της καθημερινής εφημερίδας «Οι Καιροί».
    
Τον Σεπτέμβρη του 1886 γνωρίστηκε με τη μαντάμ Αρμάν ντε Καγιαβέ, που το σαλόνι της ήτανε κέντρο της φιλολογικής ζωής του Παρισιού. Δημοσίευσε τα "Χρυσά Ποιήματα" το 1873, μα το μυθιστόρημα "Το Έγκλημα Του Σιλβέστρου Μπονάρ" (1881) τονε καθιέρωσε στα γαλλικά γράμματα. Το 1887 αρχίζει η σχέση του με τη μαντάμ Καγιαβέ, που αποτέλεσε τον μεγάλο έρωτα της ζωής του. Από την άνοιξη του 1893 άρχισε να γράφει άρθρα κοινωνικής κριτικής στην «Ηχώ του Παρισιού» υπό τον τίτλο "Οι Γνώμες Του Κυρίου Ζερόμ Κουανιάρ", μές απ' τα οποία ασκούσε αυστηρή κριτική στους θεσμούς κι εκδήλωνε συμπάθεια για τον κοινό καθημερινό άνθρωπο. Οι επιθέσεις αυτές κατά της Εκκλησίας, του στρατού, της Δικαιοσύνης και των ανάλγητων μορφωμένων, τον έκαναν σύντομα ν' αποκτήσει σοβαρή πολιτική διάσταση.
     Το 1895 εξέδωσε ένα βιβλίο αφορισμών του με τίτλο "Ο Κήπος Του Επίκουρου" (Le Jardin d' Épicure), μες στο οποίο εξέφραζε με μεγάλην ένταση τον αστικό σκεπτικισμό κι ηδονισμό, που διέπνεε τη γαλλική κουλτούρα της εποχής αλλά εν γένει και το υπόλοιπο συγγραφικό έργο του ιδίου. Το 1896 έγινε δεκτός στη Γαλλική Ακαδημία και λίγο μετά προσχώρησε στο Σοσιαλιστικό Κόμμα.
    
Εξέδωσε μυθιστορήματα, διηγήματα και κριτικά κείμενα. Μερικά από τα κυριότερα έργα του είναι: "Το Ψητοπωλείο Της Βασίλισσας Πεντόκ (Χηνοπόδαρης)" (1883), "Το Βιβλίο Του Φίλου Μου" (1885), "Θαΐς"  (1890), "Το Κόκκινο Κρίνο" (1894), "Κρενκεμπίιγ" (1903), "Το Νησί Των Πιγκουίνων" (1908), "Ο Μικρός Πιέρ" (1918), "Οι Θεοί Διψούν" (Les Dieux ont soif, 1912), "Η Ανταρσία Των Αγγέλων" (La Révolte des anges, 1914) και μία βιογραφία της "Ζαν ντ' Αρκ" (1908). Εξαιτίας του αντιθεοκρατικού πνεύματος των έργων του, τα βιβλία του μπήκανε στη Λίστα (Index) Aπαγορευμένων Bιβλίων (Libri Prohibiti) της Καθολικής Εκκλησίας.
     Το 1920 παντρεύτηκε τη κατά 27 έτη νεότερή του Έμα Λαπρεβότ, πρώην καμαριέρα της μαντάμ Αρμάν ντε Καγιαβέ. Το 1921 ταξίδεψε στη Στοκχόλμη όπου του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας και την επόμενη χρονιά δημοσίευσε στην «Ουμανιτέ» τον "Χαιρετισμό Προς Τα Σοβιέτ", για να χάσει όμως όλες τις ψευδαισθήσεις του λίγον αργότερα όταν οι Γάλλοι διανοούμενοι καταγγέλθηκαν ως «ανεπιθύμητοι ερασιτέχνες» από το 4ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς στη Μόσχα.
    
Πέθανε στο Παρίσι στις 12 Οκτώβρη 1924, 6 μήνες μετά από τους εορτασμούς της πόλης για τα 80στά γενέθλια του «τρομερού παιδιού» της. Το σύνολο των έργων του εκδόθηκε κατά τη περίοδο 1925-35 σε 25 τόμους.
    
Ο Ανατόλ Φρανς εμπνεύστηκε από τη Γαλλική Επανάσταση, την υπόθεση Ντρέιφους, τους κοινωνικούς αγώνες, αλλά κι από το μεγάλο έρωτά του για τη κυρία ντε Καγιαβέ. Εγραψε για τη θρησκεία, τη πολιτική και τη δικαιοσύνη με ιδεολογικό σκεπτικισμό και κοινωνικήν ευαισθησία. Υπήρξε μέλος του γαλλικού σοσιαλιστικού κόμματος για μικρό χρονικό διάστημα. Καθώς όμως πάντα η προτεραιότητα του ήταν ο άνθρωπος, ήταν αντίθετος σε κάθε καθεστώς που εμποδίζει την ελεύθερη σκέψη. Έτσι εξέφρασε δημόσια την αντίθεσή του στη συμπεριφορά της σοβιετικής κυβέρνησης, παρέμεινε πιστός στη Λίγκα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κι άσκησεν έντονη κριτική στη Διεθνή, κάτι που του στέρησε τη πρόσβαση σ' όλα τα κομμουνιστικά έντυπα. Στην υπόθεση Ντρέιφους, στάθηκε στο πλευρό του γαλλοεβραίου αξιωματικού μαζί με τον Εμίλ Ζολά και τον Ζαν Ζορές σε μια περίοδο έντονου αντισημιτισμού στη Γαλλία.

     Μερικά αποφθέγματά του:

* Ό,τι κανείς αγαπά στη καλωσύνη, αυτό δεν είναι η τιμή που κοστίζει, είναι το καλό που κάνει.

* Όποιος ζει χωρίς να ξέρει τί να κάνει με τη ζωή του, επιθυμεί μιαν άλλη που να διαρκέσει για πάντα.

* Ένας άνθρωπος είναι ευχαριστημένος τόσο, όσο μεγαλύτερη άγνοια έχει.

* Όλες οι αλλαγές, ακόμα κι οι πιο ποθητές, έχουνε μια πίκρα, γιατί αυτό που αφήνουμε πίσω είναι κομμάτι μας. Πρέπει να πεθάνουμε σε κάποια πράγματα, για να μπορέσουμε να γεννηθούμε σε άλλα καινούρια.

*
Η αδιάφορη φύση δε κάνει καμιά διάκριση μεταξύ καλού και κακού. Μόνον η συνήθεια ρυθμίζει τα ήθη.

* Για να πετύχουμε θαυμάσια πράγματα, πρέπει πρώτα να τα ονειρευτούμε σα να χανε πραγματοποιηθεί.

* Παιδεία δεν είναι αυτά που σωρεύουμε στη μνήμη ή πόσα μας είναι γνωστά. Είναι να μαστε σε θέση να ξεχωρίζουμε τη διαφορά μεταξύ αυτών που ξέρουμε κι αυτών που αγνοούμε.

* Όλα τα ιστορικά βιβλία που δε γράφουνε ψέματα είναι τρομερά ανιαρά.

* Το να γνωρίζεις δεν είναι τίποτα, το να 'χεις φαντασία είναι τα πάντα.

* Αν 500.000.000 άνθρωποι λένε μια βλακεία, αυτή εξακολουθεί να παραμένει βλακεία.

* Ακολουθώ το νόμο της εξέλιξης. Οι ηλίθιοι μένουνε πίσω κι οι τρελοί τρέχουνε πολύ μπροστά.

* Όταν κάτι έχει ειπωθεί και μάλιστα καλά, μη διστάζετε. Πάρτε το κι αντιγράφτε το.

* Καλύτερα να καταλαβαίνουμε λίγα, παρά να παρερμηνεύουμε πολλά.

* Ο παιδαγωγός πρέπει να μαθαίνει στο παιδί ν' αγαπά δυο πράγματα: την ειρήνη και τη δουλειά και να μισεί ένα πράγμα: τον πόλεμο.

* Η τέχνη της διδασκαλίας είναι το ξύπνημα της περιέργειας των νεαρών μυαλών με σκοπό τις απολαυές των ύστερων χρόνων.

* Από τις πράξεις ζούν οι άνθρωποι κι όχι από τις ιδέες.

* Τρομερό να μην έχει κανείς αδυναμίες. Δε μπορεί να επωφεληθεί απ' αυτές.

* Ο νόμος έχει μια θαυμάσια ισότητα: Απαγορεύει εξίσου σε πλούσιους και φτωχούς να κοιμούνται κάτω από γέφυρες, να ζητιανεύουνε και να κλέβουνε ψωμί.

* Ο άντρας κι ωραίος αν είναι, δεν αγαπιέται απ' τις γυναίκες αν είναι φτωχός και κακοντυμένος.

--------------------------------------------------------------------


                              Το Μεγαλείο Της Δικαιοσύνης

1. το μεγαλείο της δικαιοσύνης

     Kάθε απόφαση που απαγγέλλει ο δικαστής στ' όνομα του κυρίαρχου λαού αντανακλά ολάκερο το μεγαλείο της δικαιοσύνης. Ο μεγαλοπρεπής χαρακτήρ αυτής της δικαιοσύνης αποκαλύφθηκε στον πλανόδιο μανάβη Ζερόμ Κρενκεμπίιγ, όταν αυτός παρουσιάστηκε στο πταισματοδικείο με τη κατηγορία της εξύβρισης αστυνομικού. Καθισμένος στο εδώλιο, έβλεπε στην επιβλητική σκοτεινή αίθουσα πταισματοδίκες, υπαλλήλους, δικηγόρους ντυμένους με τήβεννο, τον κλητήρα με τις αλυσίδες, χωροφύλακες και, πίσω από ένα κάγκελο, τ
' άσκεπα κεφάλια των σιωπηλών θεατών. Ο ίδιος κατείχε μιαν υπερυψωμένη θέση, σα να του 'χεν απονεμηθεί μια δυσοίωνη τιμή, λόγω της εμφάνισής του μπρος στον πταισματοδίκη.
     Στο βάθος της αίθουσας, ανάμεσα σε δυο πραγματογνώμονες, καθόταν ο Πρόεδρος Μπουρίς. Το έμβλημα των αξιωματικών της Ακαδημίας διακοσμούσε το στήθος του. Πάνω από το βήμα υπήρχαν μια προτομή της Δημοκρατίας κι ο Εσταυρωμένος, σα να υποδηλώνουν ότι όλοι οι νόμοι, θεϊκοί κι ανθρώπινοι, αιωρούνται πάνω από το κεφάλι του Κρενκεμπίιγ. Τέτοια σύμβολα από τη φύση τους του ενέπνεαν τρόμο. Μη διαθέτοντας φιλοσοφικό μυαλό, δεν εξέτασε τη σημασία της προτομής και του Εσταυρωμένου, ούτε κατά πόσο ο Ιησούς κι η
συμβολική προτομή εναρμονίζονταν στα Δικαστήρια. Ωστόσο, αυτό ήταν ένα θεωρητικό αντικείμενο, γιατί στο κάτω-κάτω η παπική διδασκαλία κι οι εκκλησιαστικοί κανόνες είναι σε πολλά σημεία αντίθετα με το σύνταγμα της Δημοκρατίας και τον αστικό κώδικα. Απ' ό,τι γνωρίζουμε, οι Εκκλησιαστικοί Νόμοι δεν έχουν καταργηθεί. Σήμερα, όπως και παλιά, η Εκκλησία του Χριστού διδάσκει ότι μόνον οι δυνάμεις στις οποίες αυτή έδωσε την έγκρισή της είναι νόμιμες. Η Γαλλική Δημοκρατία ισχυρίζεται πως είναι ανεξάρτητη από τη παπική εξουσία.
   Ο Κρενκεμπίιγ θα μπορούσε κάλλιστα να πει:
 
Κύριοι πταισματοδίκες, εφόσον ο Πρόεδρος Λουμπέ δεν έχει χρισθεί, ο Χριστός, η εικόνα του οποίου αιωρείται πάνω από τα κεφάλια σας, σας αποκηρύσσει μέσω της φωνής των εκκλησιαστικών συνόδων και του Πάπα. Είτε βρίσκεται εδώ για να σας υπενθυμίζει τα δικαιώματα της Εκκλησίας, τα οποία καθιστούν τα δικά σας άκυρα, είτε δεν έχει νόημα η παρουσία Του».
  
Και τότε ο Πρόεδρος Μπουρίς θα μπορούσε ν' απαντήσει:
 
Κρατούμενε Κρενκεμπίιγ, οι βασιλιάδες της Γαλλίας ανέκαθεν είχαν διαφορές με τον Πάπα. Ο Γκιγιόμ ντε Νογκαρέ αφορίστηκε, αλλά ο λόγος για τον αφορισμό ήτανε τόσον ασήμαντος, που δεν παραιτήθηκε καν από το αξίωμα του. Ο Χριστός του βήματος δεν είναι ο Χριστός του Γρηγορίου VII ή του Μπονιφάτσιο VIII. Είναι, αν προτιμάτε, ο Χριστός του Ευαγγελίου, ο οποίος δεν ήξερε λέξη από παπικούς κανόνες και δεν άκουσε ποτέ για τους άγιους Εκκλησιαστικούς Νόμους».
  
Επειτα ο Κρενκεμπίιγ θα μπορούσε ν' απαντήσει κι όχι χωρίς λόγο:
 
Ο Χριστός του Ευαγγελίου ήταν ταραχοποιός. Επιπλέον, ήτανε θύμα μιας απόφασης την οποία για χίλια εννιακόσια χρόνια όλοι οι Χριστιανοί θεωρούσαν μια σοβαρή δικαστική πλάνη. Σας προκαλώ, Κύριε Πρόεδρε, να με καταδικάσετε στ' όνομα Του κι όχι για παραπάνω από σαρανταοκτώ ώρες φυλάκισης».
    
Αλλά ο Κρενκεμπίιγ δεν έκανε ούτε ιστορικές, ούτε πολιτικές κι ούτε κοινωνιολογικές αναλύσεις. Είχε μείνει κατάπληκτος. Ολο το εθιμοτυπικό που τον περιέβαλλε, του προκαλούσε μια υψηλή αίσθηση περί δικαιοσύνης. Γεμάτος ευλάβεια, καταβεβλημένος από τον τρόμο, ήταν έτοιμος να υποταχθεί στους δικαστές του σ' ό,τι αφορούσε το θέμα της ενοχής του. Η συνείδησή του ήταν πεπεισμένη για την αθωότητά του, παρ' όλα αυτά ο Κρενκεμπίιγ ένιωθε πόσο ασήμαντη είναι η συνείδηση ενός πλανόδιου μανάβη μπροστά στην πανοπλία του νόμου και τους εκπροσώπους της δημόσιας δικαιοσύνης. Ηδη ο δικηγόρος του τον είχε σχεδόν πείσει ότι δεν ήταν αθώος. Μια συνοπτική και γρήγορη εξέταση αποκάλυψε τις κατηγορίες εναντίον του.

2. το πάθημα του Κρενκεμπίιγ

     Ο πλανόδιος μανάβης Ζερόμ Κρενκεμπίιγ περπατούσε σ' όλη τη πόλη πάνω-κάτω, σπρώχνοντας το καρότσι του, και διαλαλούσε:
 -«Λάχανα! Γογγύλια! Καρότα!» Οποτε είχε πράσα φώναζε: «Σπαράγγια!» Γιατί τα πράσα είναι τα σπαράγγια των φτωχών. Ετυχε στις 20 Οκτώβρη το μεσημέρι, καθώς κατέβαινε την Οδό Μονμάρτρ, να βγει η γυναίκα του παπουτσή, η κυρά Μπαγιάρντ, από το μαγαζί της. Η κυρία πλησίασε το καρότσι του Κρενκεμπίιγ και, παίρνοντας περιφρονητικά ένα μάτσο πράσα στα χέρια της, είπε:
 
Δε μ' αρέσουνε και πολύ τα πράσα σου. Πόσα θες για το μάτσο»;
   Κι έριξε περιφρονητικά τα πράσα πίσω στο καρότσι.
 
Εφτάμισι φράγκα, κυρά, τα καλύτερα στην αγορά»!
   Κ
είνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο Αστυφύλακας 64 κι είπε στον Κρενκεμπίιγ:
 
Ξεκουμπίσου από δω».
    
Το να πηγαινοέρχεται δω κι εκεί ήταν ακριβώς αυτό που 'κανε ο Κρενκεμπίιγ πρωί-βράδυ εδώ και πενήντα χρόνια. Μια τέτοια διαταγή του φάνηκε σωστή κι απόλυτα σύμφωνη με τη φύση των πραγμάτων. Απόλυτα έτοιμος να υπακούσει, πίεσε τη πελάτισσά του να πάρει αυτό που 'θελε.
 
Πρέπει να μου δώσεις χρόνο να διαλέξω» του απάντησε αυτή κοφτερά. Έπειτα ψηλάφησε όλα τα πράσα ξανά. Τελικά, διάλεξε ένα μάτσο που πίστευε πως ήταν το καλύτερο και το κράτησε αγκαλιά στο στήθος της, όπως κρατούν οι άγιοι των πινάκων στις εκκλησίες τις δάφνες της νίκης. «Θα σου δώσω εφτά φράγκα, που 'ναι υπεραρκετά, και πρέπει να τα φέρω απ' το μαγαζί, γιατί δεν έχω λεφτά πάνω μου». Αγκαλιάζοντας ακόμα τα πράσα, γύρισε στο μαγαζί, όπου μόλις είχε μπει μια πελάτισσα μ' ένα παιδί αγκαλιά. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ο Αστυφύλακας 64 είπε για δεύτερη φορά στον Κρενκεμπίιγ:
 -
«Ξεκουμπίσου από δω».
 -
«Περιμένω τα λεφτά μου», απάντησε ο Κρενκεμπίιγ.
 -
«Κι εγώ σου λέω να μη περιμένεις τα λεφτά σου, αλλά να ξεκουμπιστείς από δω», απάντησε βλοσυρά ο αστυφύλακας.
    
Στο μεταξύ, μέσα στο μαγαζί της, η γυναίκα του παπουτσή δοκίμαζε γαλάζιες παντόφλες σ' ένα δεκαοκτάμηνο παιδί, η μάνα του οποίου βιαζόταν πολύ. Και τα πράσα ήτανε πάνω στον πάγκο.
    
Μετά από μισό αιώνα που 'σπρωχνε το καρότσι του στους δρόμους, ο Κρενκεμπίιγ είχε μάθει να σέβεται την εξουσία. Αλλά τώρα η θέση του ήτανε παράξενη: το δίλημμά του ήταν να φύγει υπακούοντας στο καθήκον ή να περιμένει τα χρωστούμενα. Ο Κρενκεμπίιγ δεν είχε καθόλου κριτικό νου. Αδυνατούσε να καταλάβει πως η κατοχή ενός ατομικού δικαιώματος δεν αποτελούσε σε καμία περίπτωση απαλλαγή απ την εκπλήρωση ενός κοινωνικού καθήκοντος. Ο Κρενκεμπίιγ έδωσε πολύ πιο μεγάλη σημασία στη διεκδίκηση των εφτά φράγκων παρά στο καθήκον του να σπρώξει το καρότσι και να ξεκουμπιστεί από κει, να πηγαινοέρχεται μόνιμα. Έμεινε ακίνητος.
    
Ο Αστυφύλακας 64 τον διέταξε ήσυχα και ήρεμα, για τρίτη φορά, να ξεκουμπιστεί από κει. Αντίθετα με τον Επιθεωρητή Μαντοσιέλ, η συνήθεια του οποίου είναι ν' απειλεί συνεχώς και να μην προχωρεί ποτέ σε ενέργειες, ο Αστυφύλακας 64 αργεί ν' απειλήσει, αλλά ενεργεί γρήγορα. Αυτό είναι οτο χαρακτήρα του. Αν και κάπως ύπουλος, ο Αστυφύλακας 64 είναι εξαιρετικός υπηρέτης του νόμου κι αφοσιωμένος στρατιώτης. Είναι θαρραλέος σα λιοντάρι και τρυφερός σα παιδί. Δεν ξέρει τίποτε άλλο, εκτός από τις επίσημες οδηγίες.
 -
«Δε καταλαβαίνεις όταν σου λέω να ξεκουμπιστείς από δω»;
    
Για το μυαλό του Κρενκεμπίιγ, ο λόγος του να μη κινηθεί ήταν αρκετά σοβαρός ώστε να τον θεωρήσει επαρκή. Ως εκ τούτου, απονήρευτα κι απλά, προσπάθησε να εξηγήσει την κατάσταση:
 -
«Για όνομα του Θεού! Δε σου 'πα ότι περιμένω τα λεφτά μου»;
  
Ο Αστυφύλακας 64 απλά απάντησε:
 -
«Θες να σου δώσω καμιά κλήση; Αν θες, δεν έχεις παρά να μου το πεις».
    
Μετά απ' αυτά τα λόγια ο Κρενκεμπίιγ σήκωσε αργά τους ώμους σ' ένδειξη υποταγής στη μοίρα του, κοίταξε τον αστυφύλακα με θλιμμένο ύφος και μετά σήκωσε τα μάτια του προς τον ουρανό, σα να έλεγε:
 -
«Μάρτυράς μου ο Θεός! Είμαι παραβάτης του νόμου; Είμαι άνθρωπος που δεν δίνει σημασία στους νόμους και στις διαταγές που ρυθμίζουνε το πλανόδιο επάγγελμα μου; Στις πέντε το πρωί ήμουνα στην αγορά. Απ' τις εφτά, σπρώχνοντας το καρότσι μου και κουράζοντας μ' αυτό τον τρόπο τα χέρια μου όσο δεν πάει άλλο, διαλαλούσα: "Λάχανα! Γογγύλια! Καρότα!" Εκλεισα τα εξήντα. Εξαντλήθηκα. Κι εσύ με ρωτάς αν έχω υψώσει τη μαύρη σημαία της ανταρσίας. Με χλευάζεις κι η κοροϊδία σου είναι σκληρή».
    
Είτε επειδή αδυνατούσε να προσέξει την έκφραση στο πρόσωπο του Κρενκεμπίιγ, είτε επειδή δε τη θεωρούσε δικαιολογία για την απειθαρχία του, ο αστυφύλακας ρώτησε κοφτά και με τραχειά φωνή αν έγινε κατανοητός. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή η κυκλοφοριακή συμφόρηση στην Οδό Μονμάρτρ ήταν χειρότερη παρά ποτέ. ’μαξες, κάρα, καρότσια, λεωφορεία, φορτηγά, στριμωγμένα το 'να δίπλα στ' άλλο, μοιάζαν άρρηκτα κολλημένα μεταξύ τους. Απ' τη τρεμουλιαστή ακινησία τους έρχονταν φωνές και βλαστήμιες. Αμαξάδες και χασάπηδες, μεγαλόστομα και με λιγωμένη φωνή, πρόσβαλλαν ο ένας τον άλλον από απόσταση κι οδηγοί λεωφορείων, θεωρώντας πως ο Κρενκεμπίιγ είναι η αιτία της συμφόρησης, τον φώναζαν «βρωμερό πράσο».Εν τω μεταξύ, στο πεζοδρόμιο οι περίεργοι μαζεύονταν για ν' ακούσουνε τη διαμάχη. Τότε, ο αστυφύλακας, βρίσκοντας τον εαυτό του στο κέντρο της προσοχής, άρχισε να σκέφτεται πως είναι ώρα να επιδείξει την εξουσία του.
 -
«Πολύ καλά», είπε, βγάζοντας ένα κοντόχοντρο μολύβι κι ένα λιγδιασμένο σημειωματάριο από την τσέπη του. Ο Κρενκεμπίιγ επέμενε στην απόφαση του, υπακούοντας σε μιαν εσωτερική δύναμη. Εξάλλου, του ήτανε τώρα πια αδύνατο να κινηθεί είτε μπρος είτε πίσω. Η ρόδα του καροτσιού του ήτανε δυστυχώς πιασμένη στη ρόδα του κάρου ενός γαλατά. Τραβώντας τα μαλλιά του φώναξε:
 -
«Μα δεν σου 'πα ότι περιμένω τα λεφτά μου! Εχουμε μπλέξει εδώ πέρα! Misere de misere! Bon sang de bon sang». (Αθλιότητα της αθλιότητας! Καλή ζωή της καλής ζωής!)
    
Αυτά τα λόγια, που εξέφραζαν μάλλον απελπισία παρά ανταρσία, ο Αστυφύλακας 64 τα θεώρησε προσβλητικά. Κι επειδή στο νου του όλες οι προσβολές έπαιρναν τον καθαγιασμένο, κανονικό, παραδοσιακό, τυπικό δρόμο της έκφρασης: mort aux vaches, (Θάνατος στους ρουφιάνουςάκουσε και κατάλαβε τα λόγια του παραβάτη.
 -
«Α! Είπες "Mort aux vaches". Πολύ καλά. Ελα μαζί μου».
    
Αποβλακωμένος από κατάπληξη και δυστυχία, ο Κρενκεμπίιγ άνοιξε τα μεγάλα του μάτια και κοίταξε τον Αστυφύλακα 64. Με σπασμένη φωνή που τη μια φαινόταν να προέρχεται από το κεφάλι του και την άλλη από τις μπότες του, φώναξε, με τα χέρια του διπλωμένα πάνω στη γαλάζια μπλούζα του:
 -
«Εγώ είπα "Mort aux vaches"; Εγώ;.. Ω
    
Οι έμποροι κι οι πιτσιρικάδες για τα θελήματα χαιρετήσανε τη σύλληψη με γέλια, επειδή ικανοποιούσε το γούστο του πλήθους για βίαια κι ανέντιμα θεάματα. Κι όμως, υπήρχε ανάμεσα στο πλήθος ένα σοβαρό άτομο που προσπαθούσε να περάσει μπρος. Ήταν ένας θλιμμένος γέρος, ντυμένος στα μαύρα, με ψηλό καπέλο. Αυτός πλησίασε τον αστυφύλακα και του 'πε με χαμηλή φωνή, πολύ απαλά κι αποφασιστικά:
 -
«Κάνετε λάθος. Αυτός ο άνθρωπος δε σας πρόσβαλε».
 -
«Κοίτα τη δουλειά σου», απάντησε ο αστυνομικός, χωρίς απειλή όμως, γιατί μιλούσε σ' έναν καλοντυμένο άνθρωπο. Ο γέρος επέμενε ήρεμα κι ακλόνητα. Τότε ο αστυνομικός τονε πρόσταξε να κάνει τη δήλωση του στο Διευθυντή της Αστυνομίας. Στο ενδιάμεσο ο Κρενκεμπίιγ εξηγούσε:
 -
«Μετά είπα "Mort aux vaches!" Ω!...» Καθώς η κατάπληξη του Κρενκεμπίιγ ατονούσε, τον πλησίασε η Μαντάμ Μπαγιάρντ, η σύζυγος του παπουτσή, μ' επτά φράγκα στο χέρι της. Αλλά ο Αστυφύλακας 64 ήδη τον είχε πιάσει απ' το γιακά κι έτσι η Μαντάμ Μπαγιάρντ, σκεπτόμενη ότι δεν υπάρχουν χρέη απέναντι σ' έναν άνθρωπο που οδηγούνταν στο αστυνομικό τμήμα, έβαλε τα λεφτά στη τσέπη της ποδιάς της. Τότε, βλέποντας ξαφνικά το καρότσι του έρημο, την ελευθερία του χαμένη, μια άβυσσο ν' ανοίγεται κάτω απ' τα πόδια του και τον ουρανό συννεφιασμένο, ο Κρενκεμπίιγ μουρμούρισε: «Δεν υπάρχει ελπίδα»!
    
Στο Διευθυντή της Αστυνομίας, ο γέρος κύριος δήλωσε ότι είχεν εμποδιστεί στο δρόμο του απ' τη κυκλοφοριακή συμφόρηση κι έτσι παρακολούθησε το συμβάν. Επέμενε πως ο Κρενκεμπίιγ δεν είχε προσβάλει τον αστυνομικό κι ότι ο αστυνομικός ήτανε θύμα πλάνης. Ο κύριος έδωσε όνομα κι επάγγελμα: Δρ Δαβίδ Ματιέ, διευθυντής ιατρός στο Νοσοκομείο Αμπροάζ-Παρέ, αξιωματούχος της Λεγεώνας της Τιμής. Σ' άλλες εποχές, αυτή η μαρτυρία θα 'ταν επαρκής για το Διευθυντή της Αστυνομίας. Αλλά κείνο τον καιρό οι επιστήμονες αντιμετωπίζονταν ως ύποπτοι στη Γαλλία. Ο Κρενκεμπίιγ παρέμεινε στη συνέχεια υπό κράτηση. Πέρασε τη νύχτα στο κρατητήριο και το πρωί οδηγήθηκε στο πταισματοδικείο με το κλειστό φορτηγό της φυλακής.
    
Δεν έβρισκε τη φυλάκιση ούτε θλιβερή ούτε ταπεινωτική. Τη θεώρησε αναγκαία. Αυτό που του έκανε εντύπωση όταν μπήκε ήταν η καθαριότητα των τοίχων και του πατώματος. «Λοιπόν, από άποψη καθαριότητας, είναι πράγματι καθαρό το μέρος. Θα μπορούσες να τρως στο πάτωμα». Οταν τον άφησαν μόνο του θέλησε να τραβήξει την καρέκλα του. Τότε ανακάλυψε ότι η καρέκλα ήταν στερεωμένη στον τοίχο κι εξέφρασε την έκπληξη του δυνατά: «Τι παράξενη ιδέα! Αυτό είναι κάτι που δε θα το σκεφτόμουνα ποτέ, είμαι σίγουρος». Καθισμένος πλέον, έπαιζε με τους αντίχειρες του και περίμενε κατάπληκτος. Η ησυχία κι η μοναξιά τονε κατέβαλαν. Ο χρόνος του φαινόταν πολύς. Ανήσυχος πια, άρχισε να σκέφτεται το καρότσι του, που 'χε κατασχεθεί μαζί με το περιεχόμενο του: τα λάχανα, τα καρότα, τα σέλινα, τις πικραλίδες και τα καλαμπόκια. Απορούσε κι αναρωτιόταν, αναστατωμένος: «Τί να κάνανε το καρότσι μου»;
    
Τη τρίτη μέρα δέχτηκεν επίσκεψη από τον δικηγόρο του, τον Μετρ Λεμέρλ, έν από τα νεότερα μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου του Παρισιού, πρόεδρο ενός τμήματος της Ενωσης για τη Πατρίδα Γαλλία. Ο Κρενκεμπίιγ προσπαθούσε να του πει την ιστορία του, αλλά αυτό δεν ήταν εύκολο, γιατί ο Κρενκεμπίιγ δεν ήταν εξοικειωμένος με συζητήσεις. Με λίγη βοήθεια ίσως να τα κατάφερνε. Αλλά ο δικηγόρος του κουνούσε μ' αμφιβολία το κεφάλι σ' οτιδήποτε έλεγε ο Κρενκεμπίιγ και ξεφυλλίζοντας τα χαρτιά του, μουρμούρισε:
 -
«Μμ! Μμ! Δε βρίσκω τίποτα για όλ' αυτά στη περίληψη που 'χω». Έπειτα, με βαριεστημένη φωνή, στριφογυρίζοντας το ξανθό μουστάκι του, είπε: «Για το καλό σου, ίσως θα ήταν ενδεδειγμένο να ομολογήσεις. Η επιμονή σου σε απόλυτη άρνηση μου φαίνεται άκρως ανόητη». Κι από κείνη τη στιγμή, ο Κρενκεμπίιγ θα ομολογούσε, αν ήξερε τι να ομολογήσει.

3. ο
Κρενκεμπίιγ μπρος στους πταισματοδίκες

     Ο Πρόεδρος Μπουρίς αφιέρωσε έξι ολόκληρα λεπτά στην εξέταση του Κρενκεμπίιγ. Η εξέταση θα ήταν πιο διαφωτιστική, αν ο κατηγορούμενος είχεν απαντήσει στις ερωτήσεις που του τέθηκαν. Αλλά ο Κρενκεμπίιγ δεν ήταν εξοικειωμένος σε συζητήσεις και σε τέτοια παρέα, τα χείλη του ήτανε σφραγισμένα από σεβασμό και φόβο. ’ρα παρέμεινε σιωπηλός κι ο Πρόεδρος απάντησε στις ερωτήσεις που 'χεν ο ίδιος θέσει. Οι απαντήσεις του ήτανς συγκλονιστικές. Έπειτα συμπέρανε:
 -«Τελικά, παραδέχεσαι ότι έχεις πει "Mort aux vaches"».
 -
«Εγώ είπα "Mort aux vaches!" γιατί ο αστυνομικός είχε πει "Mort aux vaches!" Τότε είπα κι εγώ "Mort aux vaches"»! Ο Κρενκεμπίιγ εννοούσε πως, εκείνη τη στιγμή που κατηγορήθηκε με την πιο απροσδόκητη κατηγορία, λόγω της έκπληξης του είχεν απλά επαναλάβει τις περίεργες λέξεις που κατά λάθος του αποδίδονταν και τις οποίες σίγουρα δεν είχε προφέρει ποτέ. Οταν είπε «Mort aux vaches!» εννοούσε κάτι σαν «Εγώ να είμαι ικανός να προσβάλω κάποιον! Πώς είναι δυνατόν να το πιστεύετε αυτό»;
    
Ο Πρόεδρος Μπουρίς έδωσε διαφορετική ερμηνεία στο συμβάν.
 -
«Επιμένετε», είπε, «πως ο αστυνομικός ήταν, ο ίδιος, ο πρώτος που εκστόμισε αυτή τη φράση»; Ο Κρενκεμπίιγ εγκατέλειψε οποιαδήποτε προσπάθεια να εξηγήσει. Ήτανε πολύ περίπλοκο. «Δεν επιμένετε στη κατάθεση σας. Καλά κάνετε» είπε ο Πρόεδρος και κάλεσε τον μάρτυρα. Ο Αστυφύλακας 64, με το όνομα Μπαστιέν Ματρά, ορκίστηκε ότι θα 'λεγε την αλήθεια και μόνο την αλήθεια. Επειτα κατέθεσε λέγοντας τα εξής:
 -
«Περιπολούσα στις 20 Οκτωβρίου, το μεσημέρι, όταν αντιλήφθηκα έν άτομο που φαινόταν να 'ναι πλανόδιος πωλητής και που αδικαιολόγητα ενοχλούσε τη κυκλοφορία με το καρότσι του απέναντι από το νούμερο 328. Τρεις φορές του δωσα διαταγή να μετακινηθεί αλλ' αυτός αρνήθηκε να συμμορφωθεί. Κι όταν τονε προειδοποίησα ότι θα του επέβαλα πρόστιμο, αυτός απάντησε φωνάζοντας: "Mort aux vaches!" Αυτά τα λόγια τα θεώρησα προσβολή».
    
Ο αστυφύλακας έδωσε κατάθεση με σαφή και λογικό τρόπο κι οι πταισματοδίκες τη δεχτήκανε μ' ευνόητη επιδοκιμασία. Οι μάρτυρες υπεράσπισης ήταν η κυρά Μπαγιάρντ, η σύζυγος του παπουτσή κι ο Δρ Δαβίδ Ματιέ, διευθυντής ιατρός στο Νοσοκομείο Αμπροάζ-Παρέ, αξιωματούχος της Λεγεώνας της Τιμής. Η κυρά Μπαγιάρντ δεν είχε δει ή ακούσει τίποτε. Ο Δρ Ματιέ βρισκότανε στο πλήθος που 'χε μαζευτεί γύρω από τον αστυνομικό που πρόσταζε τον πλανόδιο μανάβη να μετακινηθεί. Η κατάθεση του άνοιξε ένα καινούριο επεισόδιο στη δίκη.
 -
«Ήμουνα παρών στο συμβάν», είπε ο Δρ Ματιέ, «και παρατήρησα πως ο αστυφύλακας έκανε λάθος, δεν τον είχε προσβάλλει ο μανάβης. Πλησίασα τον αστυφύλακα και του συνέστησα να δώσει προσοχή στο συμβάν. Ο αστυφύλακας επέμενε να τονε συλλάβει και μου 'πε να τον ακολουθήσω στο Διευθυντή της Αστυνομίας. Αυτό κι έκανα. Μπρος στο Διευθυντή, επανέλαβα τη δήλωση μου».
 -
«Μπορείτε να καθήσετε» είπε ο Πρόεδρος. «Κλητήρα, κάλεσε ξανά τον μάρτυρα Ματρά. Ματρά, όταν προχώρησες στη σύλληψη του κατηγορούμενου, δε σου επισήμανε ο Δρ Ματιέ ότι κάνεις λάθος»;
 -
«Δηλαδή, Κύριε Πρόεδρε, ο Δρ Ματιέ με πρόσβαλε».
 -
«Τί είπε»;
 -
«Είπε "Mort aux vaches!"».  Θορυβώδες γέλιο ξέσπασε στο κοινό.
 -
«Μπορείς ν' αποχωρήσεις» είπε ο Πρόεδρος βιαστικά. Στη συνέχεια προειδοποίησε το κοινό πως αν τέτοιες απρεπείς εκδηλώσεις συνέβαιναν ξανά, θα εκκένωνε την αίθουσα. Στο ενδιάμεσο, ο Συνήγορος της υπεράσπισης κυμάτιζε υπεροπτικά τα μανίκια της τηβέννου του και προς στιγμή φαινόταν ότι ο Κρενκεμπίιγ θα αθωωνόταν.
    
Μετά την επαναφορά της τάξης, σηκώθηκε ο Μετρ Λεμέρλ και ξεκίνησε την αγόρευση του μ' ένα εγκώμιο για την αστυνομία:
 -«Αυτοί
οι σεμνοί υπηρέτες της κοινωνίας που, για έναν ασήμαντο μισθό, αντέχουνε στη κούραση κι αψηφούν ακατάπαυστα τους κινδύνους με καθημερινό ηρωισμό. Κάποτε ήτανε στρατιώτες και θα παραμείνουνε στρατιώτες. Στρατιώτες, αυτή η λέξη εκφράζει τα πάντα...»
    
Μετά από αυτή τη θεώρηση ο Μετρ Λεμέρλ συνέχισε εύγλωττα με μια ρητορεία για τις στρατιωτικές αρετές. Ο ίδιος είπε πως ήταν ένας απ' αυτούς που δε θα επέτρεπαν σε κανέναν να σηκώσει χέρι εναντίον του στρατού, εναντίον εκείνου του εθνικού στρατού, που ο ίδιος ήταν τόσο περήφανος να είναι μέλος του. Ο Πρόεδρος έγνεψε καταφατικά. Ο Μετρ Λεμέρλ έτυχε να 'ναι έφεδρος υπολοχαγός. Ηταν επίσης υποψήφιος του εθνικού κόμματος για τη Λε Βιέλ Οντριέτ. Ο Μετρ συνέχισε:
 -
«Οχι, πράγματι, δε θα μπορούσα να επαινέσω αρκετά τις ανεκτίμητες υπηρεσίες που σε καθημερινή βάση προσφέρονται σεμνά από τους φύλακες της ειρήνης στο γενναίο λαό του Παρισιού. Κι αν πίστευα ότι ο Κρενκεμπίιγ, κύριοι, είχε προσβάλει ένα τέως στρατιώτη, δεν θα 'χα δεχτεί ποτέ να τον εκπροσωπώ μπροστά σας. Ο πελάτης μου κατηγορείται για τη φράση που υποτίθεται ότι είπε: "Mort aux vaches!" Η έννοια αυτής της έκφρασης είναι σαφής. Αν συμβουλευθείτε Το Λεξικό της Γλώσσας (λαϊκό ιδίωμα) θα βρείτε: "Vachard", ένας οκνηρός, ένας τεμπέλης, ένας που ξαπλώνει τεμπέλικα σαν αγελάδα αντί να δουλεύει». Vache, ένας που πουλιέται στην αστυνομία, ένας κατάσκοπος. "Mort aux vaches!" είναι μια έκφραση που χρησιμοποιείται από συγκεκριμένα άτομα. Αλλά το βασικό ερώτημα είναι το εξής: πώς το είπε ο Κρενκεμπίιγ; Κι επιπλέον, αν το είπε καν. Επιτρέψτε μου ν' αμφιβάλλω γι' αυτό, κύριοι. Δεν υποπτεύομαι τον Αστυφύλακα Ματρά να 'χει καμία κακή πρόθεση. Αλλά, όπως αναφέραμε, το λειτούργημα του είναι επίπονο. Μερικές φορές ο αστυφύλακας είναι ενοχλημένος, κουρασμένος, υπερβολικός. Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες μπορεί να είχε παραισθήσεις. Κι όταν αυτός έρχεται και σας λέει, κύριοι, ότι ο Δρ Δαβίδ Ματιέ, αξιωματούχος της Λεγεώνας της Τιμής, διευθυντής ιατρός στο Νοσοκομείο Αμπροάζ-Παρέ, ένας κύριος κι ένας πρίγκιπας της επιστήμης, φώναξε: "Mort aux vaches!" τότε είμαστε αναγκασμένοι να πιστέψουμε ότι ο Ματρά κατατρέχεται από έμμονες ιδέες κι αν ο όρος δεν είναι πολύ δυνατός, υποφέρει από σύνδρομο καταδίωξης. Κι ακόμη κι αν ο Κρενκεμπίιγ, είχε φωνάξει "Mort aux vaches!" μένει ν' αποδειχθεί κατά πόσο τέτοιες λέξεις στα χείλια του μπορούν να θεωρηθούν προσβλητικές. Ο Κρενκεμπίιγ είναι το νόθο παιδί ενός πλανόδιου μανάβη, καταστραμμένου από χρόνιο αλκοολισμό κι άλλες κακές συνήθειες. Ο Κρενκεμπίιγ γεννήθηκε αλκοολικός. Τον βλέπετε αποκτηνωμένο από τα εξήντα χρόνια φτώχειας. Κύριοι, πρέπει να συμπεράνετε ότι ο Κρενκεμπίιγ είναι ανεύθυνος».
    
Ο Μετρ Λεμέρλ κάθισε. Επειτα ο Πρόεδρος Μπουρίς μουρμούρισε μιαν απόφαση που καταδίκασε τον Ζερόμ Κρενκεμπίιγ να πληρώσει πενήντα φράγκα πρόστιμο και να περάσει δυο βδομάδες στη φυλακή. Οι πταισματοδίκες τονε καταδίκασαν βασισμένοι στη μαρτυρία του Αστυφύλακα Ματρά. Καθώς οδηγούνταν στο μακρύ σκοτεινό διάδρομο του Μεγάρου, ο Κρενκεμπίιγ ένιωσε μια έντονη επιθυμία για συμπόνια. Γύρισε προς τον δημοτικό φύλακα που αποτελούσε τη συνοδεία του και του φώναξε τρεις φορές:
 -
«'μοτικέ!... 'μοτικέ!... Εε! 'μοτικέ!...». Και αναστέναξε: «Αν κάποιος πριν από δυο βδομάδες μου 'λέγε και μόνο ότι θα συνέβαινε αυτόΕπειτα συλλογίστηκε: «Μιλάνε πολύ γρήγορα αυτοί οι κύριοι. Μιλάνε καλά, αλλά τόσο γρήγορα. Δε μπορείς να τους κάνεις να σε καταλάβουν... 'μοτικέ, δεν νομίζεις ότι μιλάνε πολύ γρήγορα»; Αλλά ο στρατιώτης συνέχισε να βηματίζει χωρίς να του απαντήσει ή να γυρίσει το κεφάλι του. Ο Κρενκεμπίιγ τον ρώτησε: «Γιατί δε μου απαντάς»; Ο στρατιώτης παρέμεινε σιωπηλός. Κι ο Κρενκεμπίιγ είπε πικραμένα: «Θα μιλούσες σ' ένα σκυλί. Γιατί όχι σε μένα; Δεν ανοίγεις ποτέ το στόμα σου; Μήπως βρωμά η αναπνοή σου»;

4. μ
ια συγγνώμη για τον πρόεδρο Μπουρίς

    
Αφού απαγγέλθηκε απόφαση, μερικά άτομα από το κοινό και δυο-τρεις δικηγόροι φύγαν από την αίθουσα. Ο γραμματέας ήδη καλούσε άλλη υπόθεση. Αυτοί που βγήκαν έξω δεν συλλογίστηκαν πάνω στην υπόθεση Κρενκεμπίιγ, που δεν τους ενδιέφερε και πολύ. ’ρα δεν τη σκέφτηκαν άλλο. Ο κύριος Ζαν Λερμίτ, χαράκτης, που έτυχε να βρίσκεται στο μέγαρο, ήταν ο μόνος που σκεφτόταν αυτά που μόλις είχε δει κι ακούσει. Βάζοντας το χέρι του στον ώμο του Μετρ Ζοζέφ Ομπαρέ, είπε:
 -
«Ο Πρόεδρος Μπουρίς αξίζει συγχαρητήρια επειδή δεν άφησε τις σκέψεις του να κατατρέχονται από άσκοπη περιέργεια κι από τον εγωισμό των διανοούμενων που υποτίθεται πως ξέρουν τα πάντα. Αν είχε ζυγίσει τις αντιφατικές καταθέσεις του Αστυφύλακα Ματρά και του Δρ Δαβίδ Ματιέ, ο πταισματοδίκης θα είχε υιοθετήσει μια πορεία που δεν θα οδηγούσε παρά σε αμφιβολίες και αβεβαιότητα. Η μέθοδος της εξέτασης των γεγονότων με κριτικό πνεύμα θα ήταν μοιραία για την απονομή της δικαιοσύνης. Αν ο δικαστής ήταν τόσο απρόσεκτος ώστε να ακολουθήσει αυτή τη μέθοδο, οι αποφάσεις του θα εξαρτιούνταν από τη προσωπική του σύνεση, που γενικά δεν διέθετε πολλή κι από την ανθρώπινη αναπηρία, που είναι παγκόσμια. Πού να βρει ένα κριτήριο; Δε μπορούμε να αρνηθούμε ότι η ιστορική μέθοδος είναι απόλυτα ανίκανη να του προσφέρει τη βεβαιότητα που χρειάζεται. Σε σχέση μ' αυτό υπάρχει μια ιστορία για τον Σερ Ουόλτερ Ράλεϊ»:

  
»Μια μέρα, όταν ο Ράλεϊ, φυλακισμένος στον Πύργο του Λονδίνου, δούλευε ως συνήθως το δεύτερο μέρος του βιβλίου του "Η Παγκόσμια Ιστορία", έγινε ένας καβγάς κάτω από το παράθυρο του. Ο Σερ Ουόλτερ πήγε στο παράθυρο και κοίταξε ποιοι κάναν τη φασαρία. Οταν γύρισε στη δουλειά του, νόμισε ότι τους είχε παρατηρήσει πολύ προσεκτικά. Το πρωί της άλλης μέρας, όμως, ανέφερε το συμβάν σ' έναν από τους φίλους του που το είχε επίσης παρακολουθήσει κι επιπλέον είχε λάβει μέρος σ' αυτό. Ο φίλος του τον διέψευσε σ' όλα τα σημεία. Επειτα ο Σερ Ουόλτερ σκέφτηκε ότι, αν έκανε λάθος για συμβάντα που γίναν μπρος στα μάτια του, τότε πόσο πιο δύσκολη πρέπει να 'ναι η εξακρίβωση της αλήθειας των μακρινών γεγονότων κι έτσι πέταξε το χειρόγραφο της ιστορίας του στη φωτιά«.

    »
Αν οι δικαστές είχαν τους ίδιους ενδοιασμούς με τον Σερ Ουόλτερ Ράλεϊ, θα πετούσαν όλες τις σημειώσεις τους στη φωτιά. Αλλά δεν έχουν κανένα δικαίωμα να το κάνουν αυτό, διότι έτσι θ' αψηφούσαν τη δικαιοσύνη, θα έπρατταν ένα έγκλημα. Μας επιτρέπεται να απελπιζόμαστε για το τι γνωρίζουμε, αλλά δεν πρέπει να απελπιζόμαστε να δικάζουμε. Αυτοί που απαιτούν οι αποφάσεις που αναγγέλλονται στα Δικαστήρια να είναι βασισμένες σε μεθοδική εξέταση των γεγονότων, είναι επικίνδυνοι σοφιστές και δόλιοι εχθροί τόσο της αστικής όσο και της στρατιωτικής δικαιοσύνης. Ο Πρόεδρος Μπουρίς διαθέτει έναν νου πολύ κριτικό για να επιτρέπει να εξαρτώνται οι αποφάσεις του από τη λογική κι από τη γνώση, διότι τα συμπεράσματα αυτών είναι αιώνια αμφισβητούμενα. Αντιθέτως, ο Πρόεδρος βασίζει τις αποφάσεις του σε δόγματα και τις διαμορφώνει σύμφωνα με τη παράδοση, με αποτέλεσμα η δικαιοδοσία των αποφάσεων του να είναι ίση με εκείνη των εντολών της Εκκλησίας.
    »Οι
αποφάσεις του είναι πράγματι έγκυρες. Εννοώ ότι προέρχονται από ένα συγκεκριμένο αριθμό ιερών απαραβίαστων κανόνων. Βλέπε, για παράδειγμα, πώς κατατάσσει τις μαρτυρικές καταθέσεις, όχι σύμφωνα με τα αβέβαια και απατηλά χαρακτηριστικά των φαινομένων και της ανθρώπινης αλήθειας, αλλά σύμφωνα με εσωτερικές, μόνιμες και φανερές ιδιότητες. Τις ζυγίζει προσεκτικά, χρησιμοποιώντας πολεμικά όπλα ως βάρη. Υπάρχει τίποτα που να είναι πιο απλό και ταυτόχρονα πιο σοφό; Ακαταμάχητη είναι γι' αυτόν η κατάθεση ενός φύλακα της ειρήνης, αν αφαιρεθεί η ανθρώπινη φύση του και θεωρηθεί απρόσωπος αριθμός, σύμφωνα με τις αρετές της ιδανικής
αστυνομίας.
    »Οχι πως ο Ματρά (Μπαστιέν), γεννημένος στο Σίντο-
Μόντε της Κορσικής, του φαίνεται του Προέδρου ανίκανος να σφάλλει. Δε σκέφτηκε ποτέ ότι ο Μπαστιέν Ματρά είναι προικισμένος με αλάνθαστη παρατηρητικότητα, ούτε ότι εφάρμοζε κάποια μυστική και δυναμική μέθοδο στην εξέταση των γεγονότων. Στην πραγματικότητα δεν είναι ο Μπαστιέν Ματρά που ο Πρόεδρος εξετάζει, αλλά ο Αστυφύλακας 64. Πιστεύει πως ένας άνθρωπος υπόκειται σε σφάλματα. Ο Πίτερ κι ο Πολ μπορεί να κάνουν λάθη. Ο Καρτέσιος κι ο Γκασέντι, ο Λάιμπνιτς κι ο Νιούτον, ο Μπισό κι ο Κλοντ Μπερνάρ ήταν άτομα επιρρεπή στο σφάλμα. Ολοι μας μπορούμε να σφάλουμε οποιαδήποτε στιγμή. Οι αιτίες του σφάλματος είναι αμέτρητες. Οι αντιλήψεις των αισθήσεών μας κι η κρίση του νου μας, αποτελούν πηγές πλάνης κι αιτίες αβεβαιότητας. Δεν τολμάμε να
βασιζόμαστε στη κατάθεση ενός μόνο ανθρώπου: "Εις μάρτυς, ουδείς μάρτυς". Αλλά εμπιστευόμαστε έναν αριθμό.
    »Ο Μπαστιέν Ματρά απ' το Σίντο-Μόντε, κάνει σφάλματα. Αλλά ο Αστυφύ
λακας 64, αν αφαιρεθεί η ανθρώπινη φύση του, δε μπορεί να σφάλλει. Αποτελεί μιαν οντότητα. Μια οντότητα δεν έχει τίποτε κοινό μ' έναν άνθρωπο, είναι ελεύθερη από οτιδήποτε συγχέει, διαφθείρει κι απογοητεύει ανθρώπους. Είναι αγνή, αμετάβλητη κι ανόθευτη. Συνεπώς οι πταισματοδίκες δεν δίστασαν να απορρίψουν την κατάθεση ενός απλού ανθρώπου, του Δρ Δαβίδ Ματιέ, και να δεχτούν εκείνη του Αστυφύλακα 64, που αποτελεί την καθαρή ιδέα, μια απορροή
θείας φύσης που κατέβηκε στο εδώλιο.
   
»Ακολουθώντας μια τέτοια γραμμή επιχειρημάτων, ο Πρόεδρος Μπουρίς επιτυγχάνει ένα είδος αλάθητου, το μόνο το οποίο μπορεί να φιλοδοξεί ένας δικαστής. Οταν ο άνθρωπος που καταθέτει είναι οπλισμένος μ' ένα σπαθί, πρέπει να δοθεί προσοχή στη κατάθεση του σπαθιού, όχι του ανθρώπου. Ο άνθρωπος είναι ποταπός και μπορεί να κάνει λάθος. Το σπαθί δεν είναι ποταπό και έχει πάντα δίκιο. Ο Πρόεδρος Μπουρίς έχει μπει βαθιά σο πνεύμα των νόμων. Η κοινωνία βασίζεται στη δύναμη. Πρέπει να σεβόμαστε τη δύναμη ως μεγαλειώδες θεμέλιο της κοινωνίας. Η δικαιοσύνη είναι η εφαρμογή της δύναμης. Ο Πρόεδρος Μπουρίς ξέρει ότι ο Αστυφύλακας 64 είναι ένα αναπόσπαστο μέρος της Κυβέρνησης. Η Κυβέρνηση ενυπάρχει στον κάθε αξιωματούχο της. Να μειώσει την εξουσία του Αστυφύλακα 64 σημαίνει να αποδυναμώσει το Κράτος. Αν τρως τα φύλλα μιας αγκινάρας σημαίνει ότι τρως την ίδια την αγκινάρα, όπως το θέτει ο Μποσούκτ στην υπέροχη γλώσσα του. ("Πολιτική μέσα απ' την
Αγία Γραφή").
   
»Ολα τα σπαθιά του Κράτους είναι γυρισμένα προς την ίδια κατεύθυνση. Το να αντιτάσσεις το ένα εναντίον του άλλου σημαίνει ν' ανατρέπεις την Δημοκρατία. Γι' αυτόν το λόγο, ο Κρενκεμπίιγ, ο κατηγορούμενος, δίκαια καταδικάζεται σε δυο βδομάδες φυλάκιση κι ένα πρόστιμο πενήντα φράγκων, με βάση τη κατάθεση του Αστυφύλακα 64. Μου φαίνεται σαν ν' ακούω τον ίδιο τον Πρόεδρο Μπουρίς να εξηγεί τις ανώτερες κι ευγενείς αιτίες που οδηγήσανε
στην απόφασή του. Σα να τον ακούω να λέει:

    "
Δίκασα αυτό το άτομο σύμφωνα με την κατάθεση του Αστυφύλακα 64, επειδή ο Αστυφύλακας 64 είναι απορροή της δημόσιας δύναμης. Κι αν θέλετε ν' αποδειχθεί η σοφία μου, φανταστείτε τις συνέπειες αν είχα υιοθετήσει την αντίστροφη πορεία. Αμέσως θα καταλάβετε ότι αυτό θα ήταν παράλογο. Διότι, αν οι αποφάσεις μου ήταν αντίθετες με την εξουσία, δεν θα τις εκτελούσαν ποτέ. Σημειώστε, κύριοι, ότι οι δικαστές μπορούν να επιβάλλονται μόνο όταν η εξουσία είναι με το μέρος τους. Ενας δικαστής χωρίς αστυνομικούς δεν θα ήταν τίποτε άλλο παρά ένας τεμπέλης ονειροπόλος. Θα 'βλαπτα τον εαυτό μου αν επέτρεπα σ' έναν αστυνομικό να 'χει λάθος. Επιπλέον, το ίδιο το πνεύμα των νόμων είναι αντίθετο μ' αυτό που θα 'κανα. Ν' αφοπλίζεις τους δυνατούς και να εξοπλίζεις τους αδύνατους σημαίνει ν' ανατρέπεις εκείνη την κοινωνική τάξη που έχω καθήκον να προστατεύω. Η δικαιοσύνη είναι η κύρωση της κατεστημένης αδικίας. Ηταν ποτέ η δικαιοσύνη αντίθετη σε κατακτητές και σφετεριστές; Οταν εμφανίζεται μια παράνομη δύναμη, η δικαιοσύνη δεν έχει παρά να την αναγνωρίσει κι η δύναμη γίνεται νόμιμη. Το παν είναι η μορφή και μεταξύ εγκλήματος και νομιμότητας υπάρχει μια τόσο μικρή απόσταση όσο το πάχος ενός φύλλου χαρτιού. Ητανε στο χέρι σου, Κρενκεμπιιγ, να είσαι ο πιο δυνατός. Αν, μετά που φώναξες: "Mort aux vaches!" είχες κηρυχθεί αυτοκράτορας, δικτάτορας, πρόεδρος της δημοκρατίας ή ακόμη και δημοτικός σύμβουλος, σε διαβεβαιώ ότι δεν θα 'χες καταδικαστεί ούτε σε δυο βδομάδες φυλακή, ούτε θα πλήρωνες πενήντα φράγκα πρόστιμο. Θα σ' είχα αθω
ώσει. Μπορείς να είσαι σίγουρος γι' αυτό".

   
»Αναμφίβολα αυτά θα μπορούσαν να 'ταν τα λόγια του Προέδρου Μπουρίς. Γιατί έχει κριτικό νου και ξέρει τι οφείλει στη κοινωνία ένας δικαστής. Υπερασπίζει κοινωνικές αρχές με τάξη κι ακρίβεια. Η δικαιοσύνη είναι κοινωνική. Μόνο άτομα με λανθασμένο σκεπτικό θα κάναν τη δικαιοσύνη να 'ναι ανθρώπινη και λογική. Η δικαιοσύνη απονέμεται με καθορισμένους κανόνες, όχι με βάση τα συναισθήματα και τις αναλαμπές ευφυΐας. Πάνω απ' όλα μη ζητάτε απ' τη δικαιοσύνη να 'ναι δίκαιη, δεν έχει ανάγκη να 'ναι δίκαιη εφόσον λέγεται δικαιοσύνη και μπορώ ακόμη και να πω πως η ιδέα της δίκαιης δικαι
οσύνης μπορεί να 'χει γεννηθεί μόνο στο μυαλό ενός αναρχικού.
    »Εί
ναι αλήθεια πως ο Πρόεδρος Μαγκνό απαγγέλλει δίκαιες αποφάσεις, αλλά και να τις αναιρέσει πάλι δικαιοσύνη θα είναι κι αυτό. Ο δοκιμασμένος δικαστής ζυγίζει τις μαρτυρικές καταθέσεις με το βάρος των όπλων. Ετσι έγινε στην υπόθεση Κρενκεμπίιγ αλλά και
σε περισσότερες, ακόμα και πιο σπουδαίες, υποθέσεις».
    
Αυτά έλεγε ο Κύριος Ζαν Λερμίτ, καθώς βάδιζε πάνω κάτω στην Αίθουσα των Χαμένων Βημάτων.
    
Ξύνοντας την άκρη της μύτης του, ο Μετρ Ζοζέφ Ομπαρέ, που 'ξερε καλά το μέγαρο, απάντησε:
 -
«Αν θέλετε ν' ακούσετε τι νομίζω, δε πιστεύω πως ο Πρόεδρος Μπουρίς έφτασε σ' ένα τόσο μεταφυσικό επίπεδο. Κατά τη γνώμη μου, όταν δέχτηκε ως αληθή τη κατάθεση του Αστυφύλακα 64, απλώς ενήργησε σύμφωνα με το προηγούμενο. Η μίμηση βρίσκεται στη βάση των περισσότερων ανθρώπινων πράξεων. Έν αξιοσέβαστο άτομο είναι αυτός που συμμορφώνεται στις κοινωνικές συνήθειες. Οι άνθρωποι είναι καλοί όταν κάνουν όπως κάνουν όλοι οι άλλοι».

5. ο Κρενκεμπίιγ υποτάσσεται στους νόμους της δημοκρατίας

    
Οταν οδηγήθηκε πάλι πίσω στη φυλακή, ο Κρενκεμπίιγ κάθησε στην αλυσοδεμένη καρέκλα του, γεμάτος κατάπληξη και θαυμασμό. Ο ίδιος δεν ήτανε καθόλου σίγουρος αν οι δικαστές έκαναν λάθος. Το δικαστήριο είχε αποκρύψει την ουσιώδη αδυναμία του πίσω από το μεγαλείο των τύπων. Ο Κρενκεμπίιγ δε μπορούσε να πιστέψει πως είχε δίκιο έναντι των δικαστών, των οποίων οι λόγοι του ήταν ακατανόητοι. Του ήταν αδύνατο να συλλάβει ότι κάτι μπορούσε να πάει στραβά σε μια τόσο περίτεχνη τελετή. Διότι, καθώς δεν ήταν συνηθισμένος να παρακολουθεί τη Λειτουργία ή να συχνάζει στο Ελιζέ, δεν είχε ποτέ στη ζωή του παρασταθεί σε κάτι τόσο μεγαλοπρεπές, όπως μια δίκη σε πταισματοδικείο. Ηταν απόλυτα πεπεισμένος ότι δεν είχε φωνάξει ποτέ «Mort aux vaches!» To γεγονός ότι καταδικάστηκε σε φυλάκιση δυο βδομάδων επειδή υποτίθεται πως το 'χε πει αυτό του φάνηκε μεγαλοπρεπές μυστήριο, από κείνα τα συμβάντα της μοίρας που προσχωρούν οι πιστοί χωρίς να τα καταλαβαίνουν, μια κρυφή, εντυπωσιακή, αξιολάτρευτη και τρομερή αποκάλυψη.
    
Αυτός ο δυστυχισμένος γέρος θεωρούσε τον εαυτό του ένοχο για μυστικιστική προσβολή του Αστυφύλακα 64, ακριβώς όπως το αγοράκι που μαθαίνει τη πρώτη κατήχηση θεωρεί τον εαυτό του ένοχο για την αμαρτία της Εύας. Η δικαστική απόφαση τον έπεισε πως είχε φωνάξει «Mort aux vaches!» ’ρα πρέπει να είχε φωνάξει «Mort aux vaches!» μ' ένα μυστήριο τρόπο, άγνωστο στον εαυτό του. Είχε μεταφερθεί σ' έναν υπερφυσικό κόσμο. Η δίκη του ήταν η αποκάλυψη του. Ο Κρενκεμπίιγ δεν είχε ξεκάθαρη αντίληψη για την παράβαση κι η αντίληψη του για τη ποινή ήταν ακόμη πιο ασαφής. Η απόφαση του δικαστηρίου του φάνηκε σα μια επίσημη κι ανώτερη ιεροτελεστία, σα κάτι εκτυφλωτικό κι ακατανόητο, που δε συζητείται και για το οποίο δε πρέπει ούτε να επαινείς κι ούτε να λυπάσαι κάποιον.
     Αν κείνη τη στιγμή έβλεπε τον Πρόεδρο Μπου
ρίς, μ' άσπρα φτερά και φωτοστέφανο γύρω απ' το μέτωπο του, να κατεβαίνει από ένα άνοιγμα στο ταβάνι, δεν θα δοκίμαζε καμία έκπληξη γι' αυτή την καινούρια εκδήλωση της δικαστικής δόξας. Μάλλον θα 'λεγε: «Είναι η συνέχεια της δίκης μου»!
    
Την άλλη μέρα τον επισκέφθηκε ο δικηγόρος του:
 -
«Λοιπόν, καλέ μου άνθρωπε, τα πράγματα δεν πάνε και τόσον άσχημα τελικά! Μην απελπίζεσαι. Δυο βδομάδες περνούν εύκολα. Δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να παραπονιόμαστε».
 -
«Σ' ό,τι αφορά αυτό, πρέπει να πω πως οι κύριοι ήτανε πολύ καλοί, πολύ ευγενικοί: ούτε μια αγενής λέξη. Δε θα το πίστευα. Κι ο 'μοτικός φορούσε άσπρα γάντια. Το προσέξατε»;
 -
«Έχοντας υπόψη τα πάντα, κάναμε καλά που ομολογήσαμε».
 -
«Ίσως».
 -
«Κρενκεμπίιγ, έχω κάποια καλά νέα για σένα. Ενας φιλάνθρωπος που κατάφερα να του κινήσω το ενδιαφέρον για σένα μου 'δωσε πενήντα φράγκα. Το ποσό θα χρησιμοποιηθεί για να πληρώσουμε το πρόστιμό σου».
 -
«Πότε θα μου δώσετε τα λεφτά»;
 -
«Θα πληρωθούνε στη γραμματεία. Δε χρειάζεται ν' ασχοληθείς μ' αυτό».
 -
«Δε πειράζει. Πάντως είμαι πολύ ευγνώμων σ' αυτό τον άνθρωπο». Κι ο Κρενκεμπίιγ μουρμούρισε σκεπτόμενος: «Αυτό που μου συμβαίνει είναι ασυνήθιστο».
 -
«Μην υπερβάλλεις, Κρενκεμπίιγ. Η περίπτωση σου δεν είναι καθόλου σπάνια».
 -
«Μήπως μπορείτε να μου πείτε πού βάλανε το καρότσι μου»;

6. ο
Κρενκεμπίιγ στο φως της κοινής γνώμης

    
Μετά την αποφυλάκιση του, ο Κρενκεμπίιγ έσπρωχνε το καρότσι του κατά μήκος της Οδού Μονμάρτρ, φωνάζοντας:
 -«Λάχανα, γογγύλια,
καρότα». Δεν ένιωθε ντροπή ούτε περηφάνεια για τη περιπέτειά του. Η ανάμνησή της δε του 'ταν οδυνηρή. Τη κατέτασσε στο νου του ανάμεσα στα όνειρα, τα ταξίδια και τις διασκεδάσεις. Αλλά, πάνω απ' όλα, ήτανε χαρούμενος που περπατούσε ξανά στις λάσπες, κατά μήκος των πλακόστρωτων δρόμων και που 'βλεπε ξανά το βροχερό ουρανό της πόλης πάνω απ' το κεφάλι του. Σταματούσε σε κάθε γωνιά να πιει ένα ποτό. Μετά εύθυμος κι ανέμελος, έφτυνε στα χέρια του για να υγράνει τις ροζιασμένες παλάμες του, σήκωνε τα χερούλια κι έσπρωχνε πάλι το καρότσι του. Στο ενδιάμεσο, ένα σμήνος σπουργιτιών, φτωχά και πρωινά όπως κι ο ίδιος, που ψάχνανε τα προς το ζην στους δρόμους, πετάξανε ψηλά όταν ακούστηκε η τόσο οικεία φωνή του: «Λάχανα, γογγύλια, καρότα». Μια γριά νοικοκυρά που είχεν εμφανιστεί, του 'πε καθώς άγγιζε το σέλινο:
 -
«Τί έπαθες, μπάρμπα Κρενκεμπίιγ; Δεν σ' έχουμε δει εδώ και τρεις εβδομάδες. Ήσουν άρρωστος; Φαίνεσαι κομμάτι χλωμός».
 -
«Να σου πω, κυρά Μαγιό, έκανα τον κύριο».
    
Τίποτα δεν άλλαξε στη ζωή του, εκτός του ότι πήγαινε πιο συχνά στη ταβέρνα, γιατί σκεφτότανε πως ήτανε γιορτή κι ότι είχε κάνει τη γνωριμία φιλάνθρωπων. Γύριζε στη σοφίτα του αρκετά εύθυμος. Ξαπλωμένος στο στρώμα του, τραβούσε πάνω του τους δυο σάκους που χρησιμοποιούσε για κουβέρτες, που 'χε δανειστεί από το καστανοπώλη στη γωνία και συλλογιζότανε: «Λοιπόν, η φυλακή δεν είναι και τόσον άσχημη, έχεις ό,τι θες εκεί μέσα. Πάντως, είναι καλύτερα στο σπίτι». Η ικανοποίηση του δε κράτησε πολύ. Σύντομα αντιλήφθηκε πως οι πελάτες του τονε λοξοκοιτούσαν.
 -
«Καλό σέλινο, κυρά Κουαντρό»!
 -
«Δε θέλω τίποτα».
 -
«Τί! Τίποτα! Με αέρα ζεις τότε»;
    
Κι η κυρά Κουαντρό χωρίς να καταδέχεται ν' απαντήσει γυρνά στο μεγάλο αρτοποιείο που 'ταν αφεντικίνα. Οι μαγαζάτορες κι οι επιστάτες, που κάποτε μαζεύονταν γύρω από το καρότσι του γεμάτο πράσινα και φρέσκα λαχανικά, τώρα του γύριζαν τη πλάτη. Όταν έφτασε στου παπουτσή, στο σύμβολο του Αγγέλου Φύλακα, κει που 'χαν αρχίσει οι περιπέτειες του με τη δικαιοσύνη, φώναξε:
 -
«Κυρά Μπαγιάρντ, μου χρωστάς εφτάμισι φράγκα απ' τη προηγούμενη φορά».
    
Αλλά η κυρά Μπαγιάρντ, που καθόταν στον πάγκο της, δεν καταδέχτηκε να γυρίσει το κεφάλι. Ολάκερη η Οδός Μονμάρτρ ήξερε πως ο γερο-Κρενκεμπίιγ είχε πάει φυλακή κι ολάκερη η οδός Μονμάρτρ αρνιόταν ότι τονε γνώριζε. Η διάδοση της καταδίκης του είχε φτάσει μέχρι το Φομπούρ και τη θορυβώδη γωνία της Οδού Ρισέ. Εκεί, γύρω στο μεσημέρι, ο Κρενκεμπιιγ αντιλήφθηκε τη κυρία Λορ, μια ευγενική και πιστή πελάτισσα, που 'σκυβε πάνω στο καρότσι ενός άλλου πλανόδιου μανάβη, του νεαρού Μαρτέν. Η κυρία ψηλαφούσε ένα μεγάλο λάχανο. Τα μαλλιά της έλαμπαν στο ηλιόφως σα μάζες χαλαρά πλεγμένου χρυσαφένιου νήματος. Κι ο νεαρός Μαρτέν, ένας ασήμαντος άνθρωπος κι άχρηστος, διαμαρτυρόταν με το χέρι στη καρδιά πως δεν υπήρχανε πιο ωραία λαχανικά από τα δικά του. Βλέποντάς το, η καρδιά του Κρενκεμπιιγ ράγισε. Έσπρωξε το καρότσι του δίπλα στο καρότσι του νεαρού Μαρτέν και, με μια λυπητερή σπασμένη φωνή, είπε στη κυρία Λορ:
 -«Είναι άδικο από μέρος σας να μ' εγκαταλείψε
τε».
    
Η κυρία Λορ δεν ήταν, όπως κι η ίδια παραδεχόταν, σε καμία περίπτωση δούκισσα. Τις απόψεις της για το φορτηγάκι της φυλακής και το αστυνομικό τμήμα δεν τις είχε αποκτήσει από την καλή κοινωνία. Αλλά είναι πράγματι αδύνατο για κάποιον να είναι τίμιος σε κάθε σταθμό της ζωής του; Ο καθένας έχει έναν αυτοσεβασμό και δεν είναι ευχάριστο ν' ασχοληθείς με κάποιον που μόλις έχει βγει από τη φυλακή. ’ρα, η μόνη σημασία που έδωσε η κυρία στον Κρενκεμπιιγ ήταν ένα βλέμμα γεμάτο αηδία. Κι ο γέρο-πλανόδιος μανάβης, πικραμένος από την προσβολή, φώναξε:
 -
«Τράβα στις βρωμιάρες υπηρέτριες του σιναφιού σου».
    
Η κυρία Λορ άφησε το λάχανο να πέσει από τα χέρια της και φώναξε:
 -
«Εε! Τράβα συ από δω, τιποτένιε. Μόλις βγήκες απ' τη φυλακή και προσβάλλεις πάλι κόσμο»!
    
Αν ο Κρενκεμπιιγ είχε τον παραμικρό αυτοέλεγχο δεν θα είχε απαντήσει στα ουρλιαχτά της κυρίας Λορ. Ο Κρενκεμπιιγ ήξερε πάρα πολύ καλά ότι δεν είναι κανείς κυρίαρχος της μοίρας του, ότι δε μπορεί πάντα κανείς να διαλέγει το επάγγελμά του κι ότι καλοί άνθρωποι υπάρχουνε παντού. Ητανε συνηθισμένος ν' αγνοεί διακριτικά τις δουλειές των πελατών της μαζί του και δε περιφρονούσε κανέναν. Αλλά τώρα ήταν εκτός εαυτού. Τρεις φορές ονόμασε τη κυρία Λορ μπεκρού, υπηρέτρια, γριά μέγαιρα. Μια παρέα από τεμπέληδες μαζεύτηκε γύρω από τη κυρία Λορ και τον Κρενκεμπίιγ. Οι δυο τους αντάλλαξαν και κάποιες βρισιές εξίσου σοβαρές όπως οι αρχικές και σύντομα θα 'χαν εξαντλήσει το λεξιλόγιο τους, αν δεν είχε εμφανιστεί ξάφνου ένας αστυνομικός, που αμέσως, με τη σιωπή και την ακινησία του, τους έκανε εξίσου σιωπηλούς κι ακίνητους όπως κι ο ίδιος. Οι δύο τους χώρισαν. Αλλά αυτή η σκηνή ήταν η τελευταία σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της δυσφήμισης του Κρενκεμπίιγ στη περιοχή της Φομπούρ Μονμάρτρ και της Οδού Ρισέ.

7. α
ποτελέσματα

    
Ο γέρος συνέχισε τον δρόμο του μουρμουρίζοντας: «Αποδεδειγμένα είναι ένα παλιοθήλυκο και τίποτε παραπάνω». Αλλά στο βάθος της καρδιάς του δεν ήταν αυτό το παράπονο που 'χε γι' αυτήν. Ο Κρενκεμπίιγ δε τη περιφρονούσε γι' αυτό που ήταν. Αντίθετα, τη σεβόταν γι' αυτό, επειδή ήξερε ότι αυτή ήτανε λιτή και τακτική. Κάποτε τους άρεσε να μιλάνε μαζί. Αυτή του 'λεγε για τους γονείς της, που ζούσανε στην επαρχία. Κι είχαν κι οι δυο αποφασίσει να έχουν ένα μικρό κήπο και να κρατούνε πουλερικά. Ητανε καλή πελάτισσα. Και μετά, να τη βλέπει ν' αγοράζει λάχανα από τον νεαρό Μαρτέν, ένα βρώμικο, άχρηστο παλιάνθρωπο, του ράγισε τη καρδιά. Κι όταν αυτή έκανε πως τον περιφρονούσε, αυτό του γέμισε το ποτήρι και τότε...
    
Αλλ' αυτή, αλίμονο, δεν ήταν η μόνη που τον απέφευγε σαν να 'χε πανούκλα. Όλοι τον απέφευγαν. Όπως η κυρία Λορ, η κυρία Κουαντρό, η αρτοποιός, έτσι κι η κυρία Μπαγιάρντ από τον Αγγελο Φύλακα τονε περιφρονούσε και τον έδιωχνε. Μα! Ολη η κοινωνία αρνιόταν να 'χει σχέσεις μαζί του. ’ρα, επειδή κάποιος πήγε φυλακή για δυο βδομάδες, δεν ήταν αρκετά καλός ούτε για να πουλά πράσα! Ήτανε δίκαιο αυτό; Ήτανε λογικό να καταδικάζεις έν ευπρεπές πλάσμα να πεθάνει από τη πείνα επειδή είχε προβλήματα μ' έναν μπάτσο;
    
Αν δεν του επιτρεπόταν να πουλά λαχανικά, τότε τελείωσαν όλα για τον Κρενκεμπίιγ. Σαν νοθευμένο κρασί ο Κρενκεμπίιγ ξίνισε. Από τότε που είχε λόγια με όλο τον κόσμο. Για το τίποτα έλεγε στους πελάτες του τι πίστευε γι' αυτούς και με πολύ σαφείς όρους, σας διαβεβαιώ. Αν αυτοί άγγιζαν τα λαχανικά του για πολλή ώρα τους έλεγε κατάμουτρα φαφλατάδες κι άμυαλους. Όμοια στη ταβέρνα ο Κρενκεμπίιγ έσκουζε στους συντρόφους του. Ο φίλος του, ο καστανάς, δεν τον αναγνώριζε πια κι έλεγε ότι ο γέρος-Κρενκεμπίιγ έγινε ένας πραγματικός σκαντζόχοιρος. Ο Κρενκεμπίιγ αναμφίβολα γινόταν αγενής, δυσάρεστος, βρωμόστομος, φλύαρος. Η αλήθεια της υπόθεσης ήτανε πως ο Κρενκεμπίιγ ανακάλυπτε τις ατέλειες της κοινωνίας, αλλά δεν είχε τις ικανότητες ενός Καθηγητή Φιλοσοφικών και Πολιτικών Επιστημών ώστε να εκφράζει τις απόψεις του για τα κακά του συστήματος και για τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις. Κι οι σκέψεις του εξελίσσονταν χωρίς τάξη και μέτρο.
    
Η ατυχία του τον έκανε άδικο. Έπαιρνε εκδίκηση σ' αυτούς που δε θέλανε το κακό του και μερικές φορές σ' αυτούς που 'τανε πιο αδύναμοι απ' τον ίδιο. Μια μέρα χτύπησε τον Αλφόνς, το αγοράκι του κρασοπώλη, στο αφτί, επειδή τον είχε ρωτήσει πώς ήταν να πάει κανείς φυλακή. Ο Κρενκεμπίιγ τον βάρεσε κι είπε:
 -
«Βρωμερό κουτσούβελο! Ο πατέρας σου έπρεπε να πάει φυλακή, αντί να πλουτίζει πουλώντας δηλητήριο».
    
Πράξη και λόγια που δε τιμούσανε καθόλου τον Κρενκεμπίιγ, γιατί, όπως σωστά παρατήρησε ο καστανάς, δεν έπρεπε να χτυπά κανείς ένα παιδί κι ούτε να το κατηγορεί για ένα πατέρα που δεν είχε διαλέξει.
    
Ο Κρενκεμπίιγ άρχισε να πίνει. Οσο λιγότερα χρήματα κέρδιζε, τόσο περισσότερο κονιάκ έπινε. Ο άλλοτε λιτοδίαιτος κι εγκρατής άλλαξε πια κι αυτή η αλλαγή προξενούσε και στον ίδιο κατάπληξη.
 -
«Ποτέ δεν ήμουνα σπάταλος» είπε. «Υποθέτω ότι δε καλυτερεύει κανείς όσο μεγαλώνει».
    
Μερικές φορές κατηγορούσε βαριά τον εαυτό του για το παράπτωμα και τη τεμπελιά του:
 -
«Κρενκεμπίιγ, γέρο, δε κάνεις για τίποτε παρά να σηκώνεις το ποτήρι σου».
    
Μερικές φορές ξεγελούσε τον εαυτό του και συμπέραινε ότι χρειαζότανε το ποτό:
 -
«Πρέπει να πιω μια γουλιά, πρέπει να πιω μια σταγόνα για να δυναμώσω και να μου φτιάξει η διάθεση. Νιώθω σα να 'χω φωτιά μέσα μου και δεν υπάρχει τίποτε καλύτερο απ' το ποτό για να τη σβήσω».
    
Συχνά συνέβαινε να χάσει τη λαχαναγορά τα πρωινά κι έτσι αναγκαζόταν να προμηθευτεί χαλασμένα φρούτα και λαχανικά με πίστωση. Μια μέρα, αισθάνθηκε κουρασμένος και χωρίς κουράγιο, άφησε το καρότσι του στη παράγκα και πέρασε όλη τη μέρα στο υπαίθριο μαγαζί της κυρά Ροζ που πουλούσε πατσά ή μπαινοβγαίνοντας στις κάβες της αγορά. Το βράδυ καθισμένος σ' ένα καλάθι συλλογίστηκε κι αντιλήφθηκε τη παρακμή του. Θυμήθηκε τη δύναμη των νιάτων του, τα επιτεύγματα του παλιού καιρού, τη σκληρή δουλειά και τα χαρούμενα βράδια, κείνες τις ημέρες που περνούσανε γοργά όλες γεμάτες κι ίδιες, το περπάτημα στο σκοτάδι πάνω-κάτω, στο πλακόστρωτο της αγοράς, περιμένοντας τη πρωινή χοντρική, τα λαχανικά που τα κουβαλούσε αγκαλιά και που τα τακτοποιούσε με μεράκι στο καρότσι. Θυμήθηκε τον πολύ ζεστό μαύρο καφέ της Μαμάς Θεοδώρας, που τον έπινε όρθιος, με μια γουλιά, θυμήθηκε το πως έπιανε δυνατά τα χερούλια και, μετά, καθώς περνούσε τους δρόμους γεμάτους κόσμο, τη δυνατή κραυγή, που 'σκιζε σα λάλημα πετεινού τον πρωινό αέρα. Όλη η αθώα σκληρή ζωή του ανθρώπινου αλόγου απλωνότανε μπρος του. Για μισόν αιώνα στο κινητό του μαγαζί, είχε προσφέρει στο λαό της πόλης τη φρέσκια σοδειά των λαχανόκηπων κρατημένη με φροντίδα και ξενύχτι. Κουνώντας το κεφάλι ο Κρενκεμπίιγ αναστέναξε:
 -
«Όχι! Δεν είμαι πια αυτός που 'μουνα. Τελείωσα. Η στάμνα πάει τόσο συχνά στο πηγάδι, μέχρι που στο τέλος σπάει. Και δεν έγινα ποτέ πια ίδιος από τότε που 'χα την υπόθεση με τους δικαστές. Όχι δεν είμαι πια ο άνθρωπος που 'μουνα».
    
Με λίγα λόγια, το ηθικό του είχε καταρρακωθεί. Κι όταν ένας άνθρωπος φτάνει σ' αυτή τη κατάσταση, είναι σαν να κείται στο χώμα, ανίκανος να σηκωθεί. Όλοι οι περαστικοί τον ποδοπατούν.

8. η
κατάληξη

    
Έ
πειτα ήρθε η φτώχεια, μαύρη φτώχεια. Ο γέρος πλανόδιος μανάβης, που γυρνούσε σπίτι από το Φομπούρ Μονμάρτρ με μια σακούλα γεμάτη νομίσματα των πέντε φράγκων, τώρα πια δεν είχε ούτε ένα νόμισμα. Ο χειμώνας ήρθε. Επειδή τον είχανε διώξει απ' τη σοφίτα που 'μενε, κοιμότανε κάτω απ' τα καρότσια σε μια παράγκα. Έβρεχε μέρες τώρα, τα χαντάκια ξεχείλιζαν κι η παράγκα πλημμύρισε. Κουλουριασμένος στο καρότσι του, πάνω από το βρομερό νερό, με αράχνες, ποντικούς και μισοπεθαμένες από την πείνα γάτες για παρέα, ο Κρενκεμπίιγ συλλογιζόταν στο σκοτάδι. Δεν είχε φάει τίποτε όλη τη μέρα και δεν είχε πια ούτε τους σάκους του καστανά για σκεπάσματα. Τότε θυμήθηκε τις δυο εβδομάδες που η κυβέρνηση του είχε εξασφαλίσει φαγητό και ρούχα. Ζήλευε την τύχη των φυλακισμένων. Αυτοί δεν υποφέρουν από το κρύο ή τη πείνα. Μια σκέψη του ήρθε: «Αφού ξέρω το κόλπο, γιατί να μη το χρησιμοποιήσω»;
    
Σηκώθηκε και βγήκε στους δρόμους. Ήτανε λίγο μετά τις έντεκα. Η νύχτα ήτανε σκοτεινή και ψυχρή. Έπεφτε υγρή ομίχλη, πιο κρύα και πιο διαπεραστική από τη βροχή. Οι λίγοι περαστικοί περπατούσαν κάτω από τα μπαλκόνια των σπιτιών. Ο Κρενκεμπίιγ πέρασε την εκκλησία του Αγίου Ευσταθίου και μπήκε στην έρημη Οδό Μονμάρτρ. Ενας φύλακας της ειρήνης στεκότανε στο πεζοδρόμιο, κοντά στην εκκλησία, κάτω από μια λάμπα με υγραέριο και γύρω του η ψιλή βροχή φαινότανε κοκκινωπή στο φως της λάμπας. Η βροχή έπεφτε στη κουκούλα του αστυνομικού. Αυτός φαινότανε παγωμένος μέχρι το κόκαλο, αλλά, είτε επειδή προτιμούσε να βρίσκεται στο φως, είτε επειδή είχε κουραστεί να περπατά, στεκότανε κάτω από τη λάμπα, που ίσως του φάνηκε σα φίλος, σαν σύντροφος. Στη μοναξιά της νύχτας η φλόγα που τρεμόπαιζε ήταν η μόνη του διασκέδαση. Ακίνητος όπως ήτανε, δεν φαινότανε σχεδόν καθόλου ανθρώπινος. Η αντανάκλαση από τις μπότες του στο υγρό πεζοδρόμιο, που 'μοιαζε με λίμνη, τον προέκτεινε προς τα κάτω κι από απόσταση τον έκανε να μοιάζει μ' ένα αμφίβιο τέρας, μισό μέσα και μισό έξω από το νερό. Αν τον κοιτούσε κανείς από πιο κοντά, έβλεπε ταυτόχρονα μια καλογερίστικη και στρατιωτική εμφάνιση. Το τραχύ γνώρισμα της έκφρασης του μεγεθυνόταν κάτω από τη σκιά της κουκούλας, μελαγχολικό κι ατάραχο. Είχε ένα χοντρό μουστάκι, κοντό και γκρίζο. Ήτανε παλιός μπάτσος, ένας άντρας πάνω από τα σαράντα. Ο Κρενκεμπίιγ τον πλησίασε απαλά και με αδύναμη διστακτική φωνή, είπε:
 -«Mort aux vaches»!
     Έ
πειτα περίμενε το αποτέλεσμα αυτών των ιερών λέξεων. Αλλά δεν άκουσε τίποτε. Ο αστυφύλακας παρέμεινε ακίνητος και σιωπηλός, με τα χέρια διπλωμένα κάτω από τον κοντό μανδύα. Τα μάτια του ήταν ορθάνοιχτα, γυάλιζαν στο σκοτάδι και κοιτούσανε τον Κρενκεμπίιγ με μελαγχολία, εγρήγορση και περιφρόνηση. Ο Κρενκεμπίιγ, κατάπληκτος, αλλά αποφασιστικός, μουρμούρισε ξανά:
 -
«Mort aux vaches! σου λέω».
    
Στο παγωμένο σκοτάδι επικράτησε μακρά σιωπή, μαζί με τον ήχο της ψιλής διαπεραστικής βροχής. Τελικά μίλησε ο αστυφύλακας:
 -
«Τέτοια πράματα δε λέγονται... Σίγουρα δε λέγονται. Στην ηλικία σου έπρεπε να το ξέρεις αυτό. Φύγε».
 -
«Γιατί δε με συλλαμβάνεις;» ρώτησε ο Κρενκεμπίιγ.
    
Ο αστυφύλακας κούνησε το κεφάλι του κάτω απ' την κουκούλα που έσταζε:
 -
«Αν ήταν να μαζέψουμε όλους τους άμυαλους που λέν ό,τι δε πρέπει, έπρεπε να διακόψουμε τη δουλειά μας!.. Και τί θα κερδίζαμε»;
    
Τσακισμένος από τη τόσο μεγαλοπρεπή περιφρόνηση, ο Κρενκεμπίιγ παρέμεινε για λίγη ώρα απαθής και σιωπηλός, με τα πόδια του στο χαντάκι. Πριν φύγει προσπάθησε να εξηγήσει:
 -
«Δεν ήθελα να πω: Mort aux vaches! σε σένα. Δεν ήτανε για σένα, όσο δεν ήτανε και για κάποιον άλλον. Ήταν απλά μια ιδέα».
    
Ο αστυφύλακας του απάντησε αυστηρά αλλά φιλικά:
 -
«Είτε ιδέα, είτε οτιδήποτε άλλο, δε πρέπει να λέγεται, γιατί, όταν ένας άνθρωπος κάνει το καθήκον του κι αντέχει πολλά, δε θα 'πρεπε να τονε προσβάλλουν μ' επιπόλαιες λέξεις. Σου ξαναλέω να φύγεις».
    
Ο Κρενκεμπίιγ, με σκυμμένο κεφάλι και χέρια που κρέμονταν άτονα, βυθίστηκε στη βροχή και στο σκοτάδι.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers