Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Φανταστικό 

Farge Oliver La: Στοιχειωμένη Γη

   

    Βιογραφικό    

     Ο Oliver Hazard Perry La Farge (Όλιβερ Χάζαρντ Πέρι Λα Φαρτζ) ήταν αμερικανός ανθρωπολόγος -απόφοιτος του Χάρβαρντ-, μυθιστοριογράφος -Πούλιτζερ 1930, με το "Γελαστό Παιδί" του- αλλά και παράλληλα, συγγραφέας ιστοριών Φανταστικού.
     Εγγονός του καλλιτέχνη και πιονέρου Τζον Λα Φαρτζ και της συζύγου του Margaret Mason Perry, (κόρη του Κρίστοφερ Γκραντ Πέρι -Christopher Grant Perry- κι αυτός ήτανε γιός του αρχιπλοίαρχου Όλιβερ Χάζαρντ Πέρι και της Ελίζαμπεθ Σάμπλιν Μέισον -Elizabeth Champlin Mason). Ήταν απόγονος του Κυβερνήτη Τόμας Πρενς (Τhomas Prence (1599-1673), συνιδρυτή του Έσθαμ, Μασαχουσέτη, πολιτικού ηγέτη του Πλύμουθ και του Κόλπου Μασαχουσέτης, κι επίσης απόγονος του Oυίλιαμ Μπριούστερ του Πρεσβύτερου, (William Brewster: προσκυνητής 1567-1644, πνευματικός ηγέτης του Πλύμουθ Κόλονι (Plymouth Colony) κι επιβάτης του Μέιφλάουερ (Mayflower).
     H γιαγιά του, Φράνσις Σάρτζεντ (Frances Sergeant) ήτανε κόρη του Αρχιδικαστή Τόμας Σάρτζεντ (Thomas Sergeant) και της Σάρα Μπασέ, -κόρη της Σάρα Φράνκλιν Μπασέ (Sarah Franklin Bache) και του Ρίτσαρντ Μπασέ (Richard Bache)- και δισέγγονη του Βενιαμίν Φράνκλιν (Benjamin Franklin) -από τους Ιδρυτές Πατέρες των ΗΠΑ- και της Ντέμπορα Ριντ (Deborah Read). Ήτανε γιος του σημαντικού αρχιτέκτονα και καθηγητή Καλών Τεχνών Κρίστοφερ Γκραντ Λα Φαρτζ (Christopher Grant La Farge) και της Φλόρενς Μπάγιαρντ Λόκγουντ (Florence Bayard Lockwood) -ανηψιάς του Γερουσιαστή Τόμας Μπάγιαρντ (Thomas F. Bayard)- και πατέρας του τραγουδιστή της Φολκ, αλλά και ζωγράφου, Πήτερ Λα Φαρτζ (Peter La Farge). Πήρε δε, το όνομά του από τον πρόγονό του Όλιβερ Χάζαρντ Πέρι κι απ' τον θείο του Όλιβερ Χ. Π. Λα Φαρτζ.
    (σημ: ουφ! ελπίζω να τελειώσαμε με το γενεαλογικό του δέντρο, που οφείλουμε να παραδεχτούμε πως είναι άψογο και δυνατό!)
     Γεννήθηκε 19 Δεκέμβρη 1901, στη Ν. Υόρκη. Τέλειωσε τη μέση εκπαίδευση στο Groton School. Το 1924 πήρε Μπάτσελορ στις Τέχνες και το 1929, το Μάστερ και τα 2 στο Χάρβαρντ. Μέλος της Κωπηλατικής Ομάδας, ως αρχηγός-πηδαλιούχος σκάφους στην Οκτάκωπο Ανδρών. Πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του μαχόμενος για τα Δικαιώματα των Ινδιάνων κι ήτανε πρόεδρος  του Οργανισμού Ινδιάνικων Υποθέσεων για κάμποσα χρόνια.
     Διηγήματά του δημοσιευθήκανε τόσο στο Νιου Ουόρκερ (The New Yorker) όσο και στο Εσκουάιαρ (Esquire), πολύ γνωστά περιοδικά με μεγάλο τιράζ εκείνη την εποχή. Πιο αξιοσημείωτα είναι κείνα που αφορούσαν στη Εγχώρια Αμερικανική Κουλτούρα. Αργότερα μετέβη στο Νέο Μεξικό, στη Σάντα Φε, πιο συγκεκριμένα, όπου κι εκεί έγραψε και δημοσιεύσε στην εφημερίδα Νιου Μέξικαν (The New Mexican). Κάποια εξ αυτών συγκεντρώθηκαν σε βιβλίο με τίτλο: "The Man With Τhe Calabash Pipe".
     Το 1929, παντρεύτηκε κι απέκτησε δυο παιδιά, από τη πρώτη του γυναίκα: -κληρονόμος Γουάντεν Μάθιους (Wanden Matthews)-, τον Όλιβερ Άλμπι Λα Φαρτζ και τη Πόβι (Povy) και τη χώρισε το 1937, κι άλλο ένα γιο, τον Τζον Πεντάρις 'Πεν' Λα Φαρτζ, (John Pendaries 'Pen' La Farge) από τη δεύτερη γυναίκα του Κονσουέλο Πεντάρις υ Μπάκα ντε Λα Φαρτζ (Consuelo Pendaries y Baca de La Farge), την οποία παντρεύτηκε το 1939. Όταν χώρισε τη Μάθιους ο γιος τους άλλαξε τ' όνομά του σε Πήτερ Λα Φαρτζ μετακόμισε στο Γκρίνουιτς Βίλατζ κι έγινε τραγουδιστής της φολκ με 5 συνολικά καταγραμμένα άλμπουμς.
     Αξίζει να σημειωθεί πως διενήργησε 3 αρχαιολογικές εξερευνήσεις στην Αριζόνα κι επίσης εθνολογικές τοιαύτες στη Γουατεμάλα και στο Μεξικό. Απ' αυτές εμπνεύσθηκε τη νουβέλα του "Το Γελαστό Παιδί" που του χάρισε το Βραβείο Πούλιτζερ το 1930, κι είναι η ιστορία ενός αγοριού Ναβάχο.
     Ο Λα Φαρτζ πέθανε στην Αλμπουκέρκη του Νιού Μέξικο, κατά τη διάρκεια μιας επέμβασης στον πνεύμονα που πήγε στραβά, 2 Αυγούστου 1963, σε ηλικία μόλις 62 ετών. Θάφτηκε στο Σάντα Φε Νάσιοναλ Σεμέτερι. Είναι λοιπόν ο συγγραφέας των βιβλίων:

"Laughing Boy" (1929, novel)
"The Sparks Fly Upward" (1931, novel)
"Long Pennant" (1933, novel)
"All the Young Men" (1935, short stories)
"The Enemy Gods" (1937, novel)
"The Copper Pot" (1942, novel)
"Raw Material" (1945, memoir)
"A Pause in the Desert" (1957, short stories)
"The Door in the Wall" (1965, short stories)

     Απ' όσο γνωρίζω, στα ελληνικά σίγουρα έχει μεταφραστεί το πρώτο.

     Η ιστορία που θα ακολουθήσει, είναι μια εξαιρετική, ευαίσθητη αλλά και κατά μιαν ...ανώδυνην έννοια, ανατριχιαστική. Ωστόσο μου άρεσε πάρα πάρα πολύ και σκέφτηκα να τη προσθέσω στο Στέκι για να την απολαύσει ο επισκέπτης. Πρόκειται, -κατά τον κύριο Μπαλάνο πάντα- για ένα είδος απάντησης στο πάγιο ερώτημα, αν δηλαδή στοιχειώνει έναν τόπο, ένα φάντασμα ή κάτι τέλος πάντων εξωπραγματικό ή τάχα ο τόπος, λόγω συγκεκριμένων καταστάσεων και συγκυριών, αποτελεί μιαν ανοιχτή πύλη σε τέτοιες καταστάσεις, ώστε να στοιχείωνει εκείνος τους πλησιάζοντες εκεί. Ο Λα Φαρτζ που πολυταξίδεψε ίσως να γνωρίζει καλύτερα την απάντηση. Καλήν απόλαυση!

--------------------------------------------------------------

     Ο Τζορτζ Ουότερσον στάθηκε στα πόδια του με κόπο. Έτρεμε κι ένιωθε φοβερά παγωμένος. Ο βοριάς τονε περόνιαζε ως το κόκαλο και στο τελευταίο αδύναμο φως της μέρας μπορούσε να δει τις αραιές, ξερές χιονονιφάδες που παράσερνε ο άνεμος κάτω απ' το μολυβένιο ουρανό. Λοιπόν φαίνεται πως είχεν αποτύχει και σ' αυτή τη προσπάθεια. Κατά τα φαινόμενα, κείνο που 'χε τώρα προτεραιότητα ήταν να κρατηθεί στη ζωή.
     Κοίταξε ολόγυρα. Μα στο Θεό του, ενώ είχε στη διάθεσή του έναν ολάκερο κόλπο να διαλέξει, αυτός βρήκε να προσαράξει στη παραλία του σπιτιού των Χέιλ! Το παρατσούκλι 'Στοιχειωμένη Γη' που 'χανε δώσει οι χωρικοί στο χτήμα, ξεπήδησε αυθόρμητα στο νου του. Σα να μη φτάνανε, παγωνιά κι εξάντληση που 'νιωθε, υπήρχε κι η σιγουριά πως η κακοτυχία του ήτανε πια οριστική, πως ως κι η τελευταία του διέξοδος είχε πεισματικώς αποκλειστεί.
     Για την ώρα πάντως θα 'ταν υποχρεωμένος να συνεχίσει να ζει. Έκανε φοβερή παγωνιά. Δεν υπήρχεν άλλη λύση παρά ν' ανηφορίσει στο σπίτι των Χέιλ, προς τη Στοιχειωμένη Γη. Θα 'πρεπε να το περιμένει, ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε. Άρχισε ν' ανηφορίζει το γνωστό μονοπάτι στο απόκρημνο έδαφος πέρ' απ' την ακτή. Στη κορφή, κει που οι χαρουπιές κόβανε κάπως τ' αγιάζι, κοντοστάθηκε για να ρίξει μια ματιά πίσω. Το Λούσι, ήτανε σκέτα συντρίμμια από ξύλα και ξάρτια ξεβρασμένα έξω στα βράχια, μασημένα από τα κύματα. Το σκαρί δε διατηρούσε καν το σχήμα του. Δεν άντεχε να το βλέπει άλλο. Έκανε μεταβολή και συνέχισε το δρόμο του.
     Μπορούσε ν' ακούσει τη καρδιά του που χτυπούσε καθαρά, σχεδόν βροντερά και πολύ αργά. "Θα 'ναι από την εξάντληση" σκέφτηκε. Είχε ακόμη σχεδόν ένα χιλιόμετρο δρόμου μπρος του, ως τη κορφή του λόφου, που υψωνότανε το μεγάλο, ψηλό, παλιό αρχοντικό των Χέιλ. Ορθωνόταν εκεί, με φόντο το τελευταίο γκρίζο φως του δυτικού ουρανού. Οι φτελιές στη μια πλευρά, γέρνανε προς την αντίθετη κατεύθυνση, μαστιγωμένες από τους θαλασσινούς ανέμους. Ποτέ το σύνολο δεν έφτιαχνε μιαν ευχάριστη εικόνα. Τώρα ωστόσο, υπήρχανε φωτισμένα παράθυρα εκεί.
     Αναλογίστηκε τη Σου που 'τανε ξαπλωμένη νεκρή, σ ένα από κείνα τα δωμάτια -Σου, καλή μου, Σου!. Κάθε νέα θύμηση του θανάτου της τονε συγκλονιζε το ίδιο οδυνηρά όσο και το πρώτο σοκ όταν το έμαθε. Ήτανε τόσο γεμάτο θάνατο κείνο το καταραμένο σπίτι!
 -"Τα 'μαθες για τη Σούζαν Χέιλ;" είχε βιαστεί να του πει ο γέρο-Τζάσπερ Σάμερς, έτσι απότομα κι ωμά, με στόμα γεμάτο χαλασμένα δόντια. "Ένας κλέφτης μπήκε σπίτι τους, ο πρώτος που φάνηκε στη πόλη μας εδώ κι είκοσι χρόνια. Της έριξε και τη σκότωσε".
     Ο Τζορτζ έβλεπε ξανά, σα να 'τανε τώρα μπρος του, το ενθουσιώδες πρόσωπο του γέρο-κουτσομπόλη, μες από καταχνιά φρίκης.΄Άκουγε πάλι κείνη την ανέμελη φωνή να συνεχίζει, για το πως η κυρία Χέιλ είχεν αρρωστήσει από το σοκ... και τα λοιπά... και τα λοιπά...
     Στη θύμησή του ήρθε η εικόνα της Σου, του Τζον και του εαυτού του, τότε που οι τρεις τους παίζανε πετώντας ορτανσίες ο ένας στον άλλο. Πιθανόν η κυρία Χέιλ να 'χε τη Σου στο σαλόνι, σ' ένα φέρετρο -Ω Θεέ μου!. Θυμότανε τη Σου να κάνει βόλτα με το άλογό του ενώ κείνος το κρατούσε απ' τα γκέμια, προς μεγάλη ζήλεια του Τζον. Εκείνη θα πρέπει να 'ταν μια από τις λίγες περιπτώσεις που τα λεφτά τον είχανε φέρει σε πλεονεκτική θέση, σε σχέση με το χωριατόπουλο.
     Στο νου του ήρθε ακόμα ένα ενσταντανέ κι η ανάμνηση του πόνου, όταν η Σου του 'χε πει πως είχε αρραβωνιαστεί με τον Τζον. Μετά, άλλη μια εικόνα, με τη Σου να κλαίει σφιγμένη στο στήθος του, όταν ο Τζον χάθηκε με τη βάρκα στ' ανοιχτά της ξέρας του Μπρέντον. Είχε συγκλονιστεί κι είχε νιώσει τύψεις τότε, εξαιτίας της αυθόρμητης χαράς που 'χε νιώσει, χαρά ανάκατη με λύπη για το θάνατο του φίλου του και για τη δική της δυστυχία. Κι εκείνη του 'χε πει:
 -"Έτσι κι αλλιώς, ζώντας στη Στοιχειωμένη Γη, θα τονε ξαναδώ όταν γεράσω, όπως έκανε κάποτε κι η γιαγιά μου". Η ήρεμη βεβαιότητα κείνης της δήλωσης τον είχε κάνει να παγώσει.
     Άκουσε πάλι τους χτύπους της καρδιάς του, καθαρούς κι αργούς. απ' το νου του πέρασε αόριστα η σκέψη πως κάτι το πολύ σημαντικό είχε αφήσει πίσω στην ακτή. Έκανε φοβερό κρύο. Ο δυνατός αγέρας είχε στεγνώσει τα ρούχα στο κορμί του.
     Η σκέψη ήρθε πάλι απρόσκλητη. Ήταν νεκρή... νεκρή... νεκρή... Πίστευε πως με τον καιρό θα κέρδιζε τη καρδιά της, αλλά τώρα ήταν νεκρή. Ο πρώτος κλέφτης που 'χεν εμφανιστεί στο Κουονοτσόγκ τα τελευταία είκοσι χρόνια, την είχε πυροβολήσει στη καρδιά. Ένας άγνωστος, εντελώς αδιάφορα, στη ρουτίνα της δουλειάς του, είχε σβήσει τον ήλιο και μετά χάθηκε. Μια τρύπα πάνω στη καρδιά της κι ένας κόκκινος λεκές που μεγάλωνε... Σου! Σου! Ω Θεέ μου!
     Το σπίτι ορθωνότανε σκελετικό και σκοτεινό πάνω απ' τα δυο φωτισμένα παράθυρα. Ο αγέρας λυσσομανούσε γύρω του και τα γυμνά δέντρα που γέρνανε προς την αντίθετη μεριά, θροΐζανε θρηνητικά. Φτάνοντας στη πόρτα χτύπησε και περίμενε, τρέμοντας απ' το κρύο. Μετά χτύπησε πάλι. Οι χτύποι της καρδιάς του αντηχούσανε βροντεροί στ' αυτιά του κι έπνιξε μια σχεδόν ασυγκράτητη διάθεση να κάνει μεταβολή και να γυρίσει τρέχοντας πίσω στην ακτή. Κάτι σημαντικό είχεν αφήσει κει. Κι ακόμα κανένας δεν ερχόταν να του ανοίξει.
     Γύρισε το πόμολο και μπήκε. Η πόρτα του σαλονιού ήταν ανοιχτή, αφήνοντας μια καλοδεχούμενη ζεστασιά να χύνεται στο χολ. Το φέρετρο βρισκότανε στο κέντρο του σαλονιού, όπως ακριβώς το 'χε φανταστεί. Η κυρία Χέιλ ήτανε καθισμένη σε μια κουνιστή πολυθρόνα αντίκρυ του. Ήταν ασυνήθιστο να τη βλέπει κανείς με τα χέρια αργόσχολα, δίχως να πλέκουν ή να ράβουνε κάτι.
 -"Παρακαλώ, συγνώμη που μπήκα έτσι, κυρία Χέιλ-"
 -"Δε πειράζει Τζορτζ. Αν ήξερα τί είσαι, θα σου 'χα φωνάξει αμέσως, να μπεις. Έλα κάθισε".
     Ήτανε παράξενη απάντηση. Η γυναίκα φαινότανε χλωμή κι αδύναμη κι η ομιλία της, παρά τη σαφήνεια που διακρίνει τη γλώσσα των ανατολικών πολιτειών, είχε μια δόσην ασάφειας. Ο Τζορτζ πλησιάσε στο φέρετρο.
 -"Μη την ενοχλήσεις", του 'πε η κυρία Χέιλ. Τί περίεργη κουβέντα ήτανε πάλι κι αυτή; Τί είχε φανταστεί ότι μπορεί να έκανε; "Σκέφτηκα πως θάτανε κουρασμένη και κοιμότανε τόσον όμορφα κει, που δε μου 'κανε καρδιά να τη ξυπνήσω. Άστη να ξαποστάσει λιγάκι. Θα τη θάψουνε τη Πέμπτη, ξέρεις".
     Απ' το νου του Τζορτζ πέρασε η δυσάρεστη υποψία πως η λύπη είχε κάνει να σαλέψουνε τα λογικά της ηλικιωμένης γυναίκας. Ύστερα έσκυψε και κοίταξε το ξεσκέπαστο πρόσωπό της, τα πλούσια σκουροκάστανα μαλλιά, τα μακρυά βλέφαρα, που ρίχνανε τη σκιά τους στα μάγουλα, τα ντελικάτα ζεστά χείλη. Απ' το νου του περάσανε διάφορα τετριμμένα επίθετα, κυρίως το 'πανέμορφη' σε διάφορες παραλλαγές. Τον ευχαρίστησε το αποτέλεσμα της μακάβριας τέχνης του εργολάβου κηδειών, που 'χε βάψει τα χείλη της με κραγιόν. Ποτέ η Σου δεν ήταν από κείνες τις χλωμές παρθένες. Ολόγυρά της υπήρχανε τώρα οι χειμωνιάτικες πρασινάδες: αγιόκλημα, κλαδιά πεύκου, ακόμα κι οι αγκαθωτές βερβερίδες που τόσο λάτρευε.
     Στάθηκε κοιτώντας για λίγο, δίχως να σκέφτεται τίποτα, με το νου του άδειο τελείως. Οι χτύποι της καρδιάς του ακούγονταν αργότεροι τώρα -κι απ' το νου του πέρασε πάλι κείνη η ενοχλητική εντύπωση πως κάτι σημαντικό είχε ξεχάσει στην ακτή. Ύστερα γύρισε και κάθισε σε μια καρέκλα.
 -"Πώς βρέθηκες εσύ εδώ;" ρώτησε η κυρία Χέιλ, τονίζοντας για κάποιο λόγο, το 'εσύ'.
 -"Όταν το 'μαθα δεν ήθελα άλλο τη ζωή μου. Βγήκα με το σκάφος μου στ' ανοιχτά κι άνοιξα όλα τα πανιά, μέχρι που μπατάρισα. Τα κύματα με ρίξαν εδώ και με πετάξανε στην ακτή κι είπα να... περάσω. Στην αρχή με πείραξε πολύ όταν είδα πως είχα βγει στην ακτή σας, αλλά τώρα χαίρομαι που ήρθα", πρόφερε άτονα τα τελευταία λόγια.
 -"Θαναι σκληρό για σένα Τζορτζ. Η Σου θα συναντήσει τον Τζον τη Πέμπτη, ξέρεις, μετά την εκκλησία".
 -"Το ξέρω..." Η κυρία Χέιλ είχε στ' αλήθεια ένα παράξενο τρόπο να περιγράφει τα πράγματα. "Ίσως μάλιστα να 'τανε καλύτερα..." η φωνή της έπαψε ξαφνικά ν' ακούγεται, αν και τα χείλη της συνεχίζαν να σαλεύουνε κανονικά, σα να μιλούσε.
     Σίγουρα ο πόνος της σάλεψε τα λογικά, συμπέρανε ο Τζορτζ. Αλλά κι αυτός δε πρέπει να πήγαινε και πολύ πίσω. Δε μπορεί ναταν οι χτύποι της καρδιάς του οι ήχοι που άκουγε. ήτανε πολύ αργοί και φαίνονταν να 'ρχονται απ' έξω ή από κάτι στ' αυτιά του, που ίσως είχανε πάθει ζημιά από τη πάλη με τα κύματα. Κι οι δυο τους δεν ήσανε καλά.
     Η φωνή της κυρίας Χέιλ άρχισε να ξανακούγεται:
 -"Αναρωτιέμαι τί θα γίνει το σπίτι μας, όταν θα φύγουμε όλοι. Κανείς δε θα θέλει να το αγοράσει. Προσπάθησα να το πουλήσω κι άλλοτε μετά το θάνατο του άντρα μου, αλλά έχει αποκτήσει κακό όνομα, βλέπεις. Ανέκαθεν οι Χέιλ είχαν υπερβολικά καλές σχέσεις με τους νεκρούς τους. Κι ύστερα απ' όλ' αυτά -με τούτη τη νέα τραγωδία- θα χειροτερέψει ακόμα πιότερο αυτό τ' όνομα. Θα το κληρονομήσουνε τα ξαδέρφια μου, οι Χέιλ του Ουόρικ, ξέρεις. Θα το μοιραστούν μεταξύ τους, φαντάζομαι. Ήλπιζα ότι εσύ..." Η φωνή της έσβησε πάλι, αν και τα χείλη της συνέχιζαν να σαλεύουν.
     Σίγουρα η γυναίκα είχεν ανάγκη ανάπαυσης κι αλλαγής περιβάλλοντος. Το ίδιο κι αυτός. Είχε γίνει πολύ αλαφροΐσκιωτος.
 -"Κυρία Χέιλ δε θα 'θελα να με θεωρήσετε αγενή, αλλά νομίζω πως σας χρειάζεται λίγη ξεκούραση. Και μένα το ίδιο. Αισθάνομαι νευρικός και νιώθω πολύ άσχημα. Φαντάζομαι πως κι εσείς θα νιώθετε εξαντλημένη".
 -"Όχι δε νιώθω διόλου κουρασμένη. Τώρα που όλα τελειώσαν νιώθω τόσον ανάλαφρη, όσο δεν έχω νιώσει χρόνια και χρόνια".
 -"Όμως, ξέρετε... είναι στιγμές που ενώ μιλάτε, η φωνή σας σβήνει τελείως, αν και συνεχίζετε τη κουβέντα σας".
 -"Τί έκανε λέει";
 -"Δε θέλω να σας προσβάλλω, αλλά στα καλά καθούμενα σβήνει η φωνή σας. Είμαι σίγουρος ότι φταίει η κούρασή σας. Για να 'μαι ειλικρινής, συμβαίνουνε και σε μένα περίεργα πράματα, τόσα, που 'χω αρχίσει να τρομάζω. Μου φαίνεται σα ν' ακούω κάτι πολύ αργούς χτύπους καρδιάς. Να ακόμα και τούτη τη στιγμή μου φάνηκε σα ν' άκουσα βήματα και τώρα έχω τη περίεργην εντύπωση πως κάποιος με τραντάζει στους ώμους".
     Η ηλικιωμένη γυναίκα ανακάθισε απότομα στη καρέκλα της και τονε κοίταξε με γουρλωμένα μάτια.
 -"Ω Θεέ μου! Τότε δεν είσαι..." Η φωνή της έσβησε πάλι. Την έβλεπε ν' αγωνίζεται να του πει κάτι. Ύστερα, η φωνή της ακούστηκε πάλι: "Τρέχα πίσω στην ακτή! Τρέχα πίσω! Έχεις ακόμα καιρό"!
     Ένιωσε να του σηκώνεται η τρίχα. Πραγματικά κάποιος τονε τράνταζε στους ώμους. Κι εκείνοι οι χτύποι ακούγονταν πολύ αργοί.
 -"Δε καταλαβαίνω...", ψέλλισε.
     Η γυναίκα έκανε άλλη μια απελπισμένη προσπάθεια να σπάσει το φράγμα της σιωπής που 'πεφτε ανάμεσά τους. Τελικά με μιαν υπεράνθρωπη προσπάθεια σηκώθηκε κι άνοιξε διάπλατα τη πόρτα της κρεβατοκάμαρας.
 -"Κοίταξε..." του είπε.
 -"Ω Μεγαλοδύναμε"!
     Το σώμα της κυρίας Χέιλ, χλωμό και γαλήνιο, ήτανε ξαπλωμένο στο κρεβάτι του. Η φωνή της ακουγότανε πολύ αμυδρά τώρα.
 -"Φαίνεται πως σε βρήκανε στην ακτή. Γι' αυτό νιώθεις να σε τραντάζει κάποιος στους ώμους. Κι οι ήχοι που ακούς είναι η καρδιά σου που χτυπά ακόμα. Προλαβαίνεις να γυρίσεις πίσω, να ζήσεις, να βρεις κάποιαν άλλη, αντί για τη Σου. Η Σου θα συναντήσει τον Τζον τη Πέμπτη, μετά την εκκλησία... ξέρεις. Γύρισε πίσω στην ακτή".
     Τώρα καταλάβαινε τί είχε αφήσει πίσω του, στην ακτή, μισό μέσα και μισό έξω από το νερό. Ένας πανικός κι ένας ανείπωτος τρόμος τονε κυρίεψαν. Στράφηκε σα τυφλός προς την εξώπορτα, για να βρεθεί πάλι μπρος στο φέρετρο της Σου. Μες από τη σκοτεινιά που τονε τύλιγε, μπορούσε να δει ολοκάθαρα το κοιμισμένο της πρόσωπο...
 -"Βιάσου! Θα ζήσεις και θα τη ξεχάσεις. Θα βρεις κάποιαν άλλη να πάρει τη θέση της στη καρδιά σου. Βιάσου"!
 -"Είναι μέσα σ' αυτό τώρα;" ρώτησε δείχνοντας το σώμα της Σου.
 -"Ναι, αλλά μη χασομεράς για να τη ξυπνήσεις, Βιάσου"!
     Ο Τζορτζ κοίταξε τη νεκρή κοπέλα. Κοίταζε σ' έν ατέλειωτο μέλλον... Κάποια να την αντικαταστήσει...
 -"Ξέρετε κυρία Χέιλ, ο Τζον ήταν ο καλύτερός μου φίλος", είπε τελικά και κάθισε σε μια καρέκλα κι αυτός. "Κι εκείνοι οι χτύποι της καρδιάς ακούγονται πια πολύ αδύναμοι. Σε καναδυό λεπτάκια θα 'χουνε σταματήσει τελείως..."

-------------------------------------------------

Oliver La Farge
"Haunted Ground" 1930
Μετφ: Γιώργος Μπαλάνος

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers