-


Dali &









/




 
 

 

Barker Clive:

          
               Κλιβ Μπρκερ
                                        Βιογραφικ

    Γεννθηκε 5 Οκτβρη 1952, στο Λβερπουλ, στην Αγγλα. Εναι βρετανς συγγραφας, σκηνοθτης κι εικαστικς καλλιτχνης. Μελτησε αγγλικ και φιλοσοφα στο πανεπιστμιο του Λβερπουλ. Εναι απ τους κριους συγγραφες σγχρονων ιστοριν φρκης/φαντασας. Απ μικρς ρχισε να γρφει ττοια διγηματα, που υπρχουνε στη συλλογ "Βιβλα Του Αματος 1 - 6", τη νουβλα "Faustian" και το μυθιστρημα "Το Καταδικασμνο Παιγνδι". Αργτερα στρφηκε προς την επικ φαντασα με μερικ στοιχεα φρκης. Το διακριτικ φος του χαρακτηρζεται απ την ννοια των κρυμμνων φανταστικν κσμων που υπρχουν δπλα-δπλα με τους δικος μας (μια ιδα μοιρζεται με τον σγχρονο Neil Gaiman), ο ρλος της σεξουαλικτητας στο υπερφυσικ κι η κατασκευ των συνεπν, σνθετων και λεπτομερν μθων. ταν τα "Βιβλα Του Αματος" δημοσιεθηκαν στις ΗΠΑ αρχικ στις φτηνς εκδσεις χαρτδετων βιβλων, η πρωτοτυπα, η νταση κι η γενικ ποιτητα των ιστοριν οδγησαν τον δημοφιλ συγγραφα Stephen King να δηλσει: "χω δει το μλλον της φρκης και τ' νομ αυτο εναι Clive Βarker." (Παρφραση ενς δισημου κομματιο που λει ο Bruce Springsteen στην αρχ της σταδιοδρομας του.) Πολλ βιβλα του χουνε γυριστε ταινα και σε μερικς απ' αυτς εναι σκηνοθτης ο διος.

-------------------------------------------

                      Η Κρεοφρος Του Μεσονυχτου


    Ο Λον Κουφμαν δεν ταν πια νος στη πλη. Το «Παλτι Tων Απολασεων», τσι την ονμαζε στην εποχ της αθωτητς του. Αυτ μως ταν ζοσε ακμη στην Ατλντα, ττε που θεωροσε τη Να Υρκη Γη της Επαγγελας, πολιτεα που επιτρπονταν τα πντα κι που τα πντα μποροσαν να συμβον.
Αλλ τρα, μετ απ τρεισμισι μνες διαμονς στη πλη των ονερων του, το Παλτι Tων Απολασεων εχε πψει να του φανεται συναρπαστικ. Εχε στα αλθεια περσει τσο λγος καιρς απ τη μρα που, βγανοντας απ το σταθμ των λεωφορεων, μεινε να κοιτει μαγεμνος την 42η οδ στη διασταρωσ της με το Μπρντγουε; Ψευδαισθσεις μιας ζως χαμνες σ' ελχιστους μνες. Η παλι του αφλεια του προκαλοσε τρα φοβερ αμηχανα. Ανατρχιαζε απ ντροπ ταν θυμταν πς εχε σταθε στη μση του δρμου κι εχε αναφωνσει: «Να Υρκη, σ' αγαπ». Αγπη; Ποτ. Το πολ-πολ νας φλογερς, αλλ παροδικς ρωτας. Και τρα, μετ τρεις μνο μνες συμβωσης με το αντικεμενο της λατρεας του, ζντας μρα-νχτα μαζ του, ανακλυπτε πως χανε σιγ-σιγ τη μαγεα του. Η Να Υρκη ταν απλ μια πλη.

     Την εχε δει να ξυπν το πρω -μια βρομιρα μγαιρα- και να ξεκολλ δολοφονημνους ανθρπους απ τα δντια της, αυτχειρες απ τα μπερδεμνα της μαλλι. Την εχε δει αργ τη νχτα -τσολα αλανιρα- με τα βρωμερ απμερα σοκκια της να κορτρουν ξεδιντροπα τη διαστροφ. Τη παρακολουθοσε τα καφτ απογεματα, νωθρ κι σχημη, αδιφορη στις φρικαλετητες που διαπρττονταν κθε στιγμ στ' αποπνικτικ περσματ της. Δεν ταν το «Παλτι Των Απολασεων». Το θνατο τρεφε στον κρφο της, χι την ηδον. Δεν υπρχε περπτωση να συναντσει τομο που να μην εχε ρθει σ' επαφ με τη βα ο κνδυνος ταν μρος της καθημεριντητας. Το κρον ωτο της κομψτητας ταν να συμπεριλαμβνεται στον κκλο των γνωριμιν σου νθρωπος που εχε πεθνει απ βαιο θνατο: απδειξη τι ζοσες στην πλη. Αλλ ο Κουφμαν αγαποσε τη Να Υρκη απ μακρι επ εκοσι χρνια. Σχεδαζε τη σχση του μαζ της το μεγαλτερο διστημα της ενλικης ζως του. Δεν ταν εκολο λοιπν ν' απαλλαγε απ το πθος. Υπρχαν ακμη στιγμς, πολ νωρς το πρω το σορουπο, πριν αρχσουν το στριγκ τους τραγοδι οι σειρνες των περιπολικν, που το Μανχταν ξαναγινταν να θαμα. Γι' αυτς τις στιγμς και για χρη των ονερων του, αντιμετπιζε τη πλη με επιεκεια, ακμη κι ταν η συμπεριφορ της δεν ταν συμπεριφορ κυρας. Δε σε διευκλυνε μως να της δσεις φεση. Στους λγους μνες που ο Κουφμαν ζοσε στη Να Υρκη, οι δρμοι της πλημμριζαν καθημεριν στο αμα. Δηλαδ, χι ακριβς οι δρμοι, αλλ τα τονελ κτω απ' αυτος.

     Ο «Χασπης Του Υπγειου» ταν στα στματα λων. Μλις τη περασμνη βδομδα εχαν αναφερθε λλοι τρεις φνοι. Τα πτματα ανακαλφθηκαν σ' να βαγνι στο σταθμ των Λεωφρων της Αμερικς, ανοιγμνα στα δο και μισ-ξεκοιλιασμνα, σα να εχε διακοπε μπειρος σφαγας την ρα της δουλεις. Οι δολοφονες φεραν τσο ντονα τη σφραγδα του επαγγελματισμο που οι αστυνομικο ανκριναν σα τομα με ποινικ μητρο εχαν ποτ σχση με το εμπριο κρετων. Τα εργοστσια συσκευασας κρατος της προκυμαας παρακολουθονταν γρυπνα, τα σφαγεα ερευνονταν εξονυχιστικ. Μα μλο που η «επικεμενη σλληψη του ενχου» εξαγγλλονταν καθημεριν, δεν εχε πραγματοποιηθε ακμη. Τα τελευταα τρα πτματα δεν ταν τα πρτα που ανακαλπτονταν σε αυτ την κατσταση την δια κιλας μρα που o Κουφμαν πατοσε το πδι του για πρτη φορ στη πλη, οι Τιμς δημοσευαν μια εδηση που συζητιταν ακμη απ τις τρομολγνες γραμματες στη δουλει του. Η εδηση, λοιπν, λεγε πως νας Γερμανς τουρστας, που εχε χαθε στο πολπλοκο σστημα του μετρ, πεσε -στη κυριολεξα- πνω σ' να πτμα. Το θμα ταν μια καλοφτιαγμνη, ελκυστικ τριαντχρονη γυνακα απ το Μπροκλιν. Κποιος την εχε γδσει τελεως. λα της τα ροχα βγαλμνα, λα της τα κοσμματα. Ακμη και τα σκουλαρκια απ τ' αφτι της. Περισστερο αλλκοτος κι απ το γδσιμο ταν ο τακτικς και συστηματικς τρπος που τα ροχα της εχαν διπλωθε και χωθε σε πλαστικς σακολες στο κθισμα δπλα στο κουφρι.

     ν' λλο, πιο παρξενο στοιχεο απ το προσεχτικ ξεγμνωμα του πτματος, ταν η ασυνθιστη προσβολ -στα ρια της βρεως- που εχε υποστε. Οι εφημερδες ισχυρζονταν, αν κι η αστυνομα απφευγε να το επιβεβαισει, τι το θμα βρθηκε σχολαστικ ξυρισμνο. Δεν εχε απομενει τρχα πνω του: οτε στο κεφλι, οτε στην βη, οτε στις μασχλες πουθεν. Ακμη και τα φρδια κι οι βλεφαρδες εχαν ξεριζωθε. Τλος, τοτο το γυμν κομμτι κρας εχε κρεμαστε ανποδα απ μια χειρολαβ στην οροφ του βαγονιο κι νας μαρος πλαστικς κουβς, καπλαντισμνος με μια μαρη πλαστικ σακολα, εχε τοποθετηθε κτω απ το πτμα τσι στε να δχεται τη σταθερ ρο του αματος. Σ' αυτ την κατσταση, ξεγυμνωμνο, ξυρισμνο, κρεμασμνο και στραγγισμνο απ αμα, εχε βρεθε το σμα της Λορτα Ντιερ. ταν αηδιαστικ. ταν βαθτατα ανησυχητικ. Δεν υπρχαν σημδια βιασμο, οτε βασανιστηρων. Η γυνακα εχεν εκτελεστε γργορα κι αποτελεσματικ, σα ζο στο σφαγεο. Κι ο χασπης κυκλοφοροσε ακμη ελεθερος.

     Οι δημοτικο ρχοντες, εν τη σοφα τους, απαγρευσαν τη δημοσευση οποιασδποτε εδησης σχετικς με το γκλημα. Οι φμες λεγαν πως ο ντρας που εχε ανακαλψει το πτμα μεταφρθηκε βιαστικ και με ισχυρ αστυνομικ προστασα στο Νιου Τζρσε, μακρι απ τους δημοσιογρφους. Αλλ η συγκλυψη απτυχε. Κποιος πληστος μπτσος αφηγθηκε τις μακβριες λεπτομρειες σ' να συντκτη των Τιμς. Οι πντες στη Να Υρκη μαθαν για τις φριχτς δολοφονες. ταν το θμα συζτησης σε κθε εστιατριο και μπαρ και, φυσικ, στον υπγειο. Αλλ η Λορτα Ντιερ ταν μνον η πρτη. Τρα τρα ακμη πτματα εχαν βρεθε στην δια κατσταση, αν κι η «δουλει» σ' αυτ τη περπτωση εχε μενει στη μση. Δεν ταν λα ξυρισμνα, οι σφαγτιδες φλβες δεν εχαν ανοιχτε για να χυθε το αμα τους. Κι υπρχε ακμη μα, πιο σημαντικ διαφορ: τοτη τη φορ δεν τ' ανακλυψε τουρστας, αλλ δημοσιογρφος των Τιμς της Νας Υρκης.

     Ο Κουφμαν διβασε την περιγραφ στη πρτη σελδα της εφημερδας. Δεν τον ενδιφερε ιδιατερα η ιστορα, σ' αντθεση με το διπλαν του στον πγκο της καφετριας. Το μνο που νιωσε ταν μια ελαφρι αηδα κι σπρωξε μακρι του το πιτο με τα αβγ μτια. Δεν ταν τποτε περισστερο απ λλη μια απδειξη της παρακμς της πλης. Δεν βρισκε καμι ευχαρστηση στην αρρστια της. Ωστσο, ντας νθρωπος, δεν μποροσε ν' αγνοσει εντελς τις σιχαμερς λεπτομρειες. Το ρθρο δεν προσπαθοσε να εντυπωσισει, μα η απλ σαφνεια του στυλ καθιστοσε το αντικεμενο ακμη πιο αποτρπαιο. Αλλωστε δεν μποροσε να μην αναρωτηθε για το τομο πσω απ' αυτς τις θηριωδες. ταν νας ο ψυχωτικς περισστεροι, που αντγραφαν τον πρτο φνο; σως τοτη ταν μνον η αρχ της φρκης. σως ακολουθοσαν κι λλα εγκλματα, ως του ο δολοφνος, μες στον ενθουσιασμ την εξντλησ του, παρβλεπε κτι σημαντικ, κτι που θα οδηγοσε στη σλληψ του. Μχρι ττε η πλη, η λατρεμνη πλη του Κουφμαν, θα ζοσε κπου ανμεσα στην υστερα και την κσταση. Ο διπλανς δωσε μια με τον αγκνα κι αναποδογρισε το φλιτζνι του Κουφμαν.

 -«Φτου, γαμ το!» επε. Ο Κουφμαν τραβχτηκε για ν' αποφγει τον καφ που χυνταν απ τον πγκο.

 -«Δε πειρζει», μουρμορισε μες απ τα δντια του. Κοταξε με ανεπασθητη περιφρνηση τον γνωστο. Ο αδξιος μπσταρδος προσπαθοσε να σκουπσει τον καφ με μια χαρτοπετστα, που κντευε να γνει πολτς. Ο Κουφμαν αναρωτθηκε αν τοτος ο βλκας, με τις πεσμνες κκκινες μαγολες και την απεριποητη γενειδα ταν ικανς για φνο. Υπρχε ραγε κποιο σημδι σ' αυτ το παχ μοτρο, κποια νδειξη στο σχμα του κεφαλιο την κφραση των μικρν ματιν, που πρδινε την αληθιν του φση; Ο ντρας μλησε.
 -«Να σου παραγγελω λλον καφ;» Ο Κουφμαν κονησε αρνητικ το κεφλι. «Καφ. κανονικ. μαρο», επε ο ασχημομορης στο κορτσι πσω απ τον πγκο. Εκενη παψε για μια στιγμ να καθαρζει τη σχρα απ τα παγωμνα λπη.

 -«Τ»;

 -«Καφ. Κουφ εσαι;» Ο τπος χαμογλασε στον Κουφμαν. «Κουφ», του επε. Ο Κουφμαν πρσεξε τι του λεπανε τρα μπροστιν δντια. «Φοβερ, ε;» Τι εννοοσε; Τον καφ; Το ξεδοντιασμνο του στμα; «Να πεθνουν τρεις νθρωποι τσι... Κομματιασμνοι σα γουρονια!» Ο Κουφμαν νευσε καταφατικ. «Σε βζει σε σκψεις», συνχισε ο λλος.

 -«Ε, ναι».

 -«Θλω να πω, παν να τα κουκουλσουν. Ξρουν ποιος το κανε». "Αυτ η συζτηση δεν χει καννα νημα, εναι γελοα", σκφτηκε ο Κουφμαν. βγαλε τα γυαλι και τα 'βαλε στη τσπη. Δεν βλεπε πια τσο καθαρ το πρσωπο του παχδερμου. Κτι ταν κι αυτ.

 -«Να κουκουλσουν τ»;

 -«χουν αποδεξεις, αλλ εμς μας κρατνε στο σκοτδι. Κτι κυκλοφορε στη πλη. Πντως, νθρωπος δεν εναι». Ο Κουφμαν κατλαβε. Ο ηλθιος του σρβιρε τη γνωστ θεωρα περ συνωμοσας. Την εχε ξανακοσει, πολλς φορς πανκεια. «καναν πειρματα γενετικς οι ποστηδες και κτι τους πγε στραβ. Να δεις που φτιαξαν τρατα, αλλ εμες, ο λαουτζκος, θα το μθουμε τελευταοι. Δε μας λνε τποτα. Κουκολωμα σου λεω. Πω στοχημα». Ο Κουφμαν βρισκε ελκυστικ τη σιγουρι του τπου. Τρατα στους δρμους. ξη κεφλια: μια ντουζνα μτια. Γιατ χι; ξερε γιατ χι. Επειδ αυτ απλλασσε τη πλη: την φηνε ατιμρητη. Κι ο Κουφμαν πστευε ακρδαντα πως τα τρατα στα τονελ ταν ανθρωπμορφα. Ο γενειοφρος πταξε τα λεφτ στον πγκο και σκωσε το χοντρ του κλο απ το βρμικο πλαστικ σκαμν. «Μπτσος την κανε τη δουλει», ανακονωσε πριν φγει. «Πγε να το παξει ρωας κι αντ γι' αυτ γνηκε τρας». Χαμογλασε απασια. «Πω στοχημα ,τι θες», πταξε, και βγκε απ' το μαγαζ χωρς λλη κουβντα. Ο Κουφμαν ξεφσηξε ανακουφισμνος νιθοντας την νταση να εγκαταλεπει το κορμ του. Σιχαινταν τις αναμετρσεις αυτο του εδους: τον καναν να αισθνεται ανσχυρος, του δνανε τη γλσσα. Εδ που τα λμε, σιχαινταν και τη συγκεκριμνη κατηγορα ανθρπων: τους χοντροκφαλους αγροκους, σμα κατατεθν της Νας Υρκης.

     Κντευε ξη η ρα ταν ξπνησε ο Μαχγκανι. Η καταιγδα του πρωινο εχε δσει τη θση της σε μια σιγαν βροχ. Η ατμσφαιρα ταν καθαρ, σο καθαρ μπορε να εναι η ατμσφαιρα στο Μανχταν. Τεντθηκε στο κρεβτι, πταξε τη κουβρτα στο πτωμα και σηκθηκε να ετοιμαστε για τη δουλει. Στο μπνιο η βροχ πεφτε στη συσκευ του κλιματισμο, αντηχντας στο διαμρισμα σα σταθερ, ρυθμικ πλατγισμα. O Μαχγκανι νοιξε τη τηλεραση για να καλψει το θρυβο, αδιφορος σ' ,τι πργραμμα εχε να προσφρει. Πλησασε στο παρθυρο. Ο δρμος, ξη πατματα πιο κτω, ταν γεμτος οχματα κι ανθρπους. Μετ απ μια ημρα σκληρς δουλεις, η Να Υρκη πγαινε σπτι: να παξει, να κνει ρωτα. Ο κσμος ξεχυνταν απ τα γραφεα, μπαινε στα' αυτοκνητα. Κποιοι θα ταν εκνευρισμνοι μετ απ οχτ ρες εγκλεισμο σε πνιγηρ γραφεα, λλοι μεροι σαν αρνι θα επστρεφαν στα διαμερσματ τους, παρασυρμνοι απ να αδικοπο ανθρπινο κμα. Μερικο πλι θα στριμχνονταν στον υπγειο, τυφλο στα μηνματα των τοχων, κουφο στα δια τους τα ψελλσματα και στους κεραυνος των τονελ.

     Ο Μαχγκανι διασκδαζε μ' λα αυτ. Σε τελευταα ανλυση, κενος δεν ανκε στο κοπδι. Στεκταν στο παρθυρο και κοιτοσε τα χιλιδες κεφλια κτω, ξροντας πως ταν ο εκλεκτς. Εχε ββαια κι εκενος προθεσμες να τηρσει, πως ο κοσμκης στο δρμο. Αλλ η δικ του απασχληση δεν εχε καμα σχση με το δικ τους σκοπο κματο, ταν κτι σαν ιερ καθκον. Χρειαζταν φαγητ κι πνο, πως οι πληβεοι. Το δικ του κνητρο ωστσο δεν ταν η οικονομικ αναγκαιτητα, αλλ οι απαιτσεις της ιστορας. Πρσθετε κι αυτς το λιθαρκι του στη μεγαλειδη παρδοση, παρδοση αινων, που δεν περιοριζταν στην Αμερικ. ταν κυνηγς της νχτας: σαν τον Τζακ τον Αντεροβγλτη, σαν τον Ζιλ ντε Ραι, ζσα ενσρκωση του θαντου, στοιχει με πρσωπο ανθρπου. ταν το φντασμα του πνου, ο τελλης του τρμου. Τα ανθρωπκια απ κτω του δεν μποροσαν να ξρουν το πρσωπ του, οτε θα γυρνοσαν ποτ να τον ξανακοιτξουν. Αλλ το δικ του βλμμα τους ανακλυπτε παντο, τους ζγιζε, διαλγοντας μνον τους ωριμτερους απ τη μουντ παρλαση, τους υγιστερους και τους νετερους, για να πεθνουν απ το καθαγιασμνο του μαχαρι.

     Μερικς φορς ο Μαχγκανι λαχταροσε ν' αποκαλψει τη ταυττητ του στην οικουμνη, αλλ εχε ευθνες, ευθνες μεγλες και σοβαρς. Δεν μποροσε να προσδοκε δξα και φμη. Η ζω του ταν μυστικ και μνο η ματαιοδοξα του ποθοσε την αναγνριση. "Στο κτω-κτω", σκεφτταν, "μπως χαιρετ το μοσχρι το θτη του ταν σφαδζει στα πδια του"; Γενικ, ταν ευχαριστημνος. Του αρκοσε να εναι μρος της λαμπρς παρδοσης, πραγματικ του αρκοσε. Τελευταα μως τα πργματα δεν πγαιναν τσο καλ. Δεν ταν ββαια δικ του το λθος. Κανες δεν μποροσε να τονε ψξει. Οι καιρο εχαν αλλξει προς το χειρτερο. Η ζω δεν ταν τσο εκολη σο πριν μια δεκαετα. ταν φυσικ κι o διος δκα χρνια μεγαλτερος, πργμα που κανε τη δουλει εξουθενωτικ, οι υποχρεσεις βραιναν λο και περισστερο στους μους του. ταν εκλεκτς, αβσταχτο προνμιο. Κπου-κπου αναρωτιταν μπως εχε φτσει πια η ρα να εκπαιδεσει να νετερο, τον διδοχ του. Θα συμβουλευταν και τους Πατρες, αυτ οπωσδποτε, αλλ αργ γργορα πρεπε να βρεθε αντικατασττης. Το θεωροσε εγκληματικ ν' αφσει λη τη πολτιμη περα του να πει χαμνη. Εχε τσα και τσα να διδξει. Τσα μυστικ του ασυνθιστου επαγγλματς του. Τους καλτερους τρπους να παραμονεεις, να σφζεις, να γδρνεις, ν' αποστραγγζεις. Να διαλγεις το καλτερο κρας για τον ιερ σκοπ. Την καλτερη μθοδο για να ξεφορτνεσαι τα λεψανα. Τσες λεπτομρειες, ττοια εξαιρετικ, συσσωρευμνη εμπειρα και γνση!

     Ο Μαχγκανι προχρησε αργ κατ το μπνιο, νοιξε τις βρσες. Πριν μπει στη μπανιρα, περιεργστηκε το σμα του. Το στομχι, τις γκρζες τρχες στο πλαδαρ του στρνο, τις ουλς, τα σκορπισμνα στο χλωμ του πετσ εξανθματα. Γερνοσε. Ωστσο απψε, πως κι λες τις νχτες, δε μποροσε να μη πει στη δουλει του...

     Ο Κουφμαν ξαναγρισε βιαστικς στην εσοδο του ουρανοξστη, μ' να σντουιτς στο χρι, σιχνοντας το γιακ της καμπαρτνας του, σκουπζοντας τη βροχ απ τα μαλλι του. Το ρολι πνω απ τον ανελκυστρα δειχνε εφτ και τταρτο. Θα δολευε μχρι τις δκα, λεπτ παραπνω. Βγκε στο δωδκατο ροφο και τρβηξε κατ τα γραφεα της εταιρεας Ππας. Δισχισε κεφα τον τερστιο λαβρινθο των δειων γραφεων με τις σκεπασμνες γραφομηχανς μχρι τη δικ του μικροσκοπικ επικρτεια, που το φως ναβε ακμη. Οι καθαρστριες φλυαροσαν στην λλη κρη του διαδρμου: κατ τ' λλα ο χρος ταν ρημος. βγαλε τη καμπαρτνα, τη τναξε να φγουν οι ψιχλες, τη κρμασε. Κθισε μπροστ στο σωρ των παραγγελιν που τον απασχολοσαν τρεις μρες τρα και βλθηκε να τις ταχτοποιε. Χρειαζταν μνον να βρδυ ακμη, ταν σγουρος, για να βλει μια τξη στο χος και του ταν ευκολτερο να συγκεντρωθε χωρς την ασταμτητη φλυαρα των δακτυλογρφων τριγρω του. Ξετλιξε το σντουιτς με χοιρομρι και μαγιονζα, δγκωσε μια μπουκι και μ' ναν αναστεναγμ, ρχισε να δουλεει. ταν ωραα τρα.

     Ο Μαχγκανι εχε ντυθε για τη νυχτεριν βρδια. Φοροσε το συνηθισμνο του σκορο κοστομι, με τη καφετι γραβτα προσεχτικ δεμνη, τα ασημνια μανικετκουμπα -δρο της πρτης του συζγου- στερεωμνα στα μανκια του ψογα σιδερωμνου του πουκμισου, τα μαλλι του καλοστρωμνα με μπριγιαντνη, τα νχια του κομμνα και περασμνα με διφανο βερνκι, το μοτρο του αναψοκοκκινισμνο απ την κολνια. λα τα χρειαζομενα ταν στο σκο. Οι πετστες, τα εργαλεα, η ολσωμη ποδι. Κοιτχτηκε στον καθρφτη. Περνοσε ακμη για ντρας σαρντα πντε χρνων, σκφτηκε, το πολ πενντα. Καθς περιεργαζταν το πρσωπ του, υπενθμισε στον εαυτ του το καθκον. Πνω απ' λα, προσοχ. Θα εχε πολλ μτια πνω του απψε, θα παρακολουθοσαν τις επιδσεις του, θα τον κριναν. πρεπε να δεχνει αθος, να μη κινε τη παραμικρ υποψα.

   "Αν ξεραν", συλλογστηκε. Οι νθρωποι που βδιζαν, τρεχαν, τον προσπερνοσαν στους δρμους, που τον σπρωχναν χωρς ποτ να ζητον συγνμη, που αντιμετπιζαν το βλμμα του με περιφρνηση, που περιγελοσαν το σφιγμνο στο στεν κοστομι γκο του! "Αν ξεραν τι κανε, ποιος ταν και τι κουβαλοσε"!

 -"Προσοχ", επανλαβε μεγαλφωνα, κι σβησε τα φτα. Το διαμρισμα σκοτενιασε. Πγε ως την εξπορτα και την νοιξε, συνηθισμνος στο σκοτδι. Χαρομενος στο σκοτδι. Ο ουρανς εχε καθαρσει. Ο Μαχγκανι κατηφρισε την 'Αμστερνταμ κατ το σταθμ του μετρ στην 145η οδ. Απψε θα ξανπαιρνε τη Λεωφρο Της Αμερικς, την αγαπημνη του γραμμ, συχν τη πιο αποδοτικ.

     Στα σκαλι του υπγειου με το εισιτριο στο χρι. Στις αυτματες πρτες. Η μυρωδι των τονελ ερθιζε τρα τα ρουθονια του. χι η οσμ των βαθτερων τονελ, ββαια. Εκενα εχαν το δικ τους ρωμα. Αλλ ο Μαχγκανι βρισκε ασφλεια ακμη και στο μπαγιτικο ηλεκτρικ αρα τοτης της λγο-πολ επιφανειακς γραμμς. Σ' αυτ τον κυκενα κυκλοφοροσε η ανακυκλωμνη αναπνο εκατομμυρων επιβατν, ανακατευταν με την ανσα πανρχαιων πλασμτων πλασμτων με φωνς μαλακις σαν τον πηλ, με ορξεις ακατονμαστες. Πως του ρεσαν. Η μυρωδι, το ρεβος, ο κεραυνς. Στθηκε στη πλατφρμα και περιεργστηκε με κριτικ μτι τους συνταξιδιτες του. Βρκε να-δυο που ξιζαν να τους παρακολουθσει, αλλ υπρχε τση σαβορα γρω του: ταν ελχιστοι εκενοι που πληροσαν τις προδιαγραφς. Χιλιδες ρρωστοι, παχσαρκοι, σακτηδες, τσακισμνοι απ την κοραση. Σματα αφανισμνα απ τις καταχρσεις και την αδιαφορα. Του προκαλοσαν αηδα, μολοντι καταλβαινε τις αδυναμες που καταστρφουν και τους καλτερους των ανθρπων. Χασομρησε στο σταθμ για μια περπου ρα, τριγυρνντας στις πλατφρμες, εν τα τρανα ρχονταν κι φευγαν, μαζ τους κι ο κσμος. ταν απογοητευτικ το πσο σπνιζε η ποιτητα. Του φαινταν πως, με τη κθε μρα που περνοσε, δυσκολευταν λο και περισστερο να βρει σρκα ξια να χρησιμοποιηθε. Κντευε δκα και μισ και δεν εχε ανακαλψει οτε να πλσμα κατλληλο για σφαγ. "Δεν πειρζει", μονολγησε, "χω καιρ ακμα. Σντομα θα τελεωναν οι παραστσεις κι εκατοντδες τομα θα ξεχνονταν απ τα θατρα. Ανμεσ τους υπρχαν πντα κμποσα ερωστα κορμι. Καλοτασμνοι διανοομενοι, που κρατοσαν σφιχτ τα προγρμματ τους κι αποφανονταν για την ουσα της τχνης. -Ω, ναι, κτι θα τχαινε".

     Αν χι -κι ταν νχτες που του φαινταν αδνατο να βρει το σωστ κορμ- θα κατβαινε στο κντρο και θα στρμωχνε καννα αποξεχασμνο ζευγαρκι κποιον αθλητ, φρσκο-φρσκο απ το γυμναστριο. Καλ υλικ αυτο οι τελευταοι, αλλ υπρχε πντα ο κνδυνος να προβλλουν αντσταση. Θυμθηκε τους δο μαρους πρσι πρπερσι, με σαρντα χρνια διαφορς μεταξ τους, πατρας και γιος μλλον. Τρβηξαν μαχαρια, με αποτλεσμα να τον στελουν για ξη εβδομδες στο νοσοκομεο. ταν μα μεγλη ττα που τον θησε ττε να αμφισβητσει τις ικαντητς του. Κι ακμα χειρτερα, τον κανε να αναρωτηθε πς θα τον μεταχειρζονταν οι αφντες του σε περπτωση που θα δεχταν το θανσιμο πλγμα. Θα τον στελναν στην οικογνει του στο Νιου Τζρσε για μιαν αξιοπρεπ χριστιανικ κηδεα; θα κρατοσαν το πτμα του για τους δικος τους σκοπος;

     Ο τερστιος ττλος στην πρτη σελδα της Νιου Γιορκ Ποστ, παρατημνης στο κθισμα δπλα του, τρβηξε την προσοχ του Μαχγκανι: «Το σνολο των αστυνομικν δυνμεων στο κυνγι του δολοφνου». Δε μπρεσε να μη χαμογελσει. λες οι ζοφερς σκψεις για την αποτυχα, την ανικαντητα, το θνατο εξαφανστηκαν. Στο κτω-κτω, ταν ο νθρωπος που ολκληρη η πλη συζητοσε κι τρεμε, ο στυγερς φονις αυτοπροσπως κι ειδικ απψε η ιδα της σλληψης ταν γελοα. Σε τελευταα ανλυση, δεν εχαν εγκρνει -κι ευλογσει- το ργο του οι ψιστες αρχς; Καννας αστυνομικς δεν μποροσε να τον αγγξει, καννα δικαστριο να τον δικσει. Οι δυνμεις του νμου και της τξης, που εχαν αναλβει με ττοιο ζλο την εξολθρευσ του, υπηρετοσαν τους διους μ' αυτν αφντες. Σχεδν ευχταν να τον πισει κποιος ανυποψαστος μπτσος και να τον οδηγσει θριαμβευτικ στο δικαστ, μνο και μνο για να δει τα μοτρα τους ταν κατφτανε το μνυμα απ το σκοτδι πως o Μαχγκανι ταν ιερς, υπερνω κθε νομικο κδικα.
     ταν ντεκα η ρα. Οι θεατρφιλοι εχαν αρχσει να ξεπροβλλουν, αλλ δε δικρινε τποτα το σπουδαο ακμα. Θα περμενε να σκορπσει το πλθος: θ' ακολουθοσε να-δυο διαλεχτ κομμτια μχρι το τλος της γραμμς. πως λοι οι σοφο κυνηγο, δε βιαζταν. Κντευε ντεκα, μια ρα μετ τη προθεσμα που ο Κουφμαν εχε θσει στον εαυτ του κι ακμη δεν λεγε να τελεισει. Αλλ η αγανκτηση κι η πλξη κνανε τη δουλει δυσκολτερη, οι αριθμο μπροστ του εχαν αρχσει να θολνουν. Στις ντεκα και δκα πταξε το στυλ και παραδχτηκε την ττα του. τριψε τα μτια του μχρι που το κεφλι του γμισε χρματα. "Βρε, δε γαμες", μονολγησε. Δεν βριζε ποτ μπροστ σε κσμο. μως να "γαμ το" κπου-κπου, ταν δεν υπρχε κανες να τον ακοσει, ταν μεγλη παρηγορι. Δισχισε τα γραφεα, με την υγρ καμπαρτνα στο χρι, και τρβηξε για τους ανελκυστρες. Τα μλη του ταν μουδιασμνα, μλις και μετ βας κρατοσε τα μτια του ανοιχτ. ξω κανε περισστερο κρο απ' σο περμενε. Το ψυχρ αερκι τον αναζωογνησε κπως. Ξεκνησε για το σταθμ του μετρ στην τριακοστ τταρτη οδ. Απ κει θα παιρνε το τρανο για το Φαρ Ρκαγουε. Σπτι σε μια ρα.

     Δεν το ξεραν οτε ο Μαχγκανι οτε ο Κουφμαν, αλλ στο Μπρντγουε οι αστυνομικο εχαν συλλβει το Δολοφνο του Υπγειου ( τσι νμιζαν) σ' να απ τα τρανα με προορισμ τα βρεια προστια. νας κοντς ανθρωπκος ευρωπακς καταγωγς, που κρδαινε στο να χρι σφυρ και στο λλο πρινι, εχε στριμξει μια νεαρ στο δετερο βαγνι και απειλοσε να τη κψει στα δο, εν ονματι του Ιεχωβ. Τρα το αν μποροσε να πραγματοποισει την απειλ του ταν πργμα αμφβολο. Εν πση περιπτσει, δεν του δθηκε ποτ η ευκαιρα. Εν οι υπλοιποι επιβτες -ανμεσ τους και δυο πεζονατες- παρακολουθοσαν, χωρς να επεμβανουν, τη σκην, το θμα ριξε μια ττοια κλωτσι στ' αρχδια του τπου που παραλγο να τον αφσει να τραγουδ σοπρνο για λη την υπλοιπη ζω του. Το σφυρ πεσε απ τα χρια του. Η κοπελι το ρπαξε και του σπασε την κτω σιαγνα και το δεξ ζυγωματικ πριν προλβουν να τη σταματσουν οι πεζονατες.

     ταν το τρανο σταμτησε στην 96η οδ, η αστυνομα περμενε παντοιμη να συλλβει τον Χασπη Του Μετρ. ρμησαν λοι μαζ στο βαγνι, ουρλιζοντας σαν αγριεμνα στοιχει και χεσμνοι απ το φβο τους. Ο χασπης κετονταν σε μια γωνι με το μοτρο του κομμτια. Τον πραν κι φυγαν, θριαμβευτς. Η κοπλα, αφο δωσε κατθεση, πγε σπτι της παρα με τους πεζονατες. Το επεισδιο μελλε ν' αποδειχθε χρσιμος αντιπερισπασμς, μλο που ο Μαχγκανι δεν μποροσε να το ξρει. Οι αστυνομικο πρασαν τη μισ και παραπνω νχτα προσπαθντας να εξακριβσουν την ταυττητα του συλληφθντος, κυρως γιατ τους εμπδιζε να καταλβουν τα λγια του το τσακισμνο σαγνι. ταν πια τρεις και μισ τα ξημερματα ταν κποιος αρχιφλακας Ντιβις, που ρθε να πισει βρδια, αναγνρισε τον ντρα. ταν κποιος Χανκ Βσαρλι, συνταξιοχος ανθοπλης απ το Μπρονξ. Ο Χανκ εχε πολλς συλλψεις στο ενεργητικ του γι' «απρκλητες επιθσεις και βναυση προσβολ της δημοσας αιδος», λα στο νομα του Ιεχωβ. Τα φαινμενα απατοσαν: ταν τσο επικνδυνος σο το Λαγουδκι Του Πσχα και, φυσικ, σε καμα περπτωση, ο Χασπης Του Μετρ. Αλλ μχρι να το εμπεδσουν οι μπτσοι, ο Μαχγκανι κντευε να τελεισει τη δουλει του.

     ταν ντεκα και τταρτο ταν ο Κουφμαν μπκε στο εξπρς για τη Μοτ Αβενιου. Μοιραζταν το βαγνι μ' λλους δο επιβτες. Η μα ταν μια μεσκοπη μαρη γυνακα με βυσσιν πανωφρι, ο λλος νας χλωμς σπυριρης φηβος που κοιτοσε το γκρφιτι «Γλεψε μου τον σπρο κλο» με τελεως φευγτα μτια. Ο Κουφμαν καθταν στο πρτο βαγνι. Το ταξδι του θα διαρκοσε τριντα πντε λεπτ. κλεισε τα μτια, νανουρισμνος απ τη ρυθμικ κνηση του τρανου. Η διαδρομ ταν βαρετ κι εκενος κουρασμνος. Δεν εδε τα φτα να σβνουν στο δετερο βαγνι. Δεν εδε το πρσωπο του Μαχγκανι στο τζμι να ψχνει για λγο ακμη κρας. Στην 14η οδ η μαρη κατβηκε. Κανες δεν ανβηκε. Ο Κουφμαν νοιξε για μια στιγμ τα μτια, πρσεξε την δεια πλατφρμα, τα ξανκλεισε αμσως. Οι πρτες κλεισαν με το χαρακτηριστικ τους σφριγμα. Λικνιζταν στη ζεστ ατμσφαιρα ανμεσα στον πνο και τον ξπνιο, στο νου του φτερογιζαν φευγαλες εικνες. Ωραο συνασθημα. Το τρανο ξεκνησε πλι, βροντολογντας στα τονελ. σως, κπου στο μισοκοιμισμνο μυαλ του, ο Κουφμαν να συνειδητοποησε πως η πρτα ανμεσα στο πρτο και το δετερο βαγνι νοιξε. σως να μρισε το ξαφνικ ρεμα του αρα των τονελ, να κατλαβε τι το βουητ των τροχν στιγμιαα δυνμωσε. Αλλ επλεξε να το αγνοσει. σως ν' κουσε ακμη και τους πνιχτος χους της συμπλοκς, καθς ο Μαχγκανι εξουδετρωνε τον φηβο με το αλλοπαρμνο βλμμα. Αλλ ο θρυβος του φνηκε μακρινς, δε μπρεσε ν' αντισταθε στον πειρασμ του πνου. Βυθστηκε πλι.

     Για κποιο λγο, ονειρευταν τη κουζνα της μνας του. Καθριζε γογγλια και του χαμογελοσε γλυκ. ταν μικρολης στ' νειρο και κοιτοσε μαγεμνος το λαμπερ της πρσωπο. Τα μτια του νοιξαν απτομα, η μητρα χθηκε. Το βαγνι ταν δειο, ο νεαρς εξαφανισμνος. Πση ρα κοιμταν; Δε θυμταν να εχε σταματσει το τρανο στη Δυτικ Τταρτη Οδ. Σηκθηκε, μισοζαλισμνος ακμη και σχεδν χασε την ισορροπα του σ' να απτομο τρνταγμα του τρανου. Η ταχτητα εχε αυξηθε πολ. σως ο οδηγς βιαζταν να πει σπτι, να πσει στο κρεβτι αγκαλι με τη γυνακα του. 'τρεχαν πρα πολ εδ που τα λμε, ταν τρομαχτικ το πσο τρεχαν. να κομμτι μαρο φασμα κλυπτε το τζμι της πρτας ανμεσα στα δο βαγνια, μια κουρτνα που σγουρα δεν υπρχε προηγουμνως. Η ανησυχα τρπωσε στο μυαλ του Κουφμαν. Λες να κοιμταν πολλ ρα και να μην τον πρσεξε ο ελεγκτς; Λες να εχαν περσει το Φαρ Ρκαγουε και το τρανο να κατευθυνταν τρα για το μρος σου περνον συνθως τη νχτα τους τα τρανα;

 -«Γαμτο», αναφνησε. Να πγαινε μπροστ να ρωτσει τον οδηγ; Μα ταν τσο ηλθια ερτηση: Πο βρσκομαι; Ττοια ρα, πιθαντερο ταν να του απαντσει με βρισις παρ με πληροφορες. Και ττε το τρανο κοψε ταχτητα. Σταθμς. Ναι, σταθμς. Το τρανο πρασε απ το τονελ στο λερ φως του σταθμο της Δυτικς Τετρτης Οδο. Δεν εχε χσει καμα στση. Μα ττε πο ταν το αγρι; εχε αγνοσει την απαγρευση για τη μετακνηση ανμεσα στα βαγνια σο το τρανο βρισκταν σε κνηση εχε πει στη καμπνα του οδηγο. "Να δεις που αυτ τη στιγμ θα του παρνει ππα", σκφτηκε μ' να μορφασμ αηδας. Δεν ταν δα κι απ αυτ που δεν συμβανουν. Τοτο ταν το «Παλτι Των Απολασεων», χι παξε-γλασε κι λοι εχαν δικαωμα σε μια δση λαθραου σεξ. Ανασκωσε τους μους. Και τι τον νοιαζε αυτν πο πγε το αγρι; Οι πρτες κλεσανε. Κανες δεν εχε ανεβε στο τρανο. Ξεκνησε πλι και τα φτα αναβσβησανε καθς ανπτυξε απτομα ταχτητα.

     Ο Κουφμαν νσταζε ακμη, αλλ ο ξαφνικς φβος εχε αυξσει την κκριση αδρεναλνης στον οργανισμ του, κνοντας τα μλη του να ριγον απ νευρικ υπερνταση. Οξτερες εχαν γνει και οι αισθσεις του. Ακμη και πνω απ το μπουμπουνητ των τροχν στις ργες, κουσε απ το διπλαν βαγνι τον χο ροχων που σκζονταν. "Ποις διαρργνυε τα ιμτι του;" σκφτηκε μ' να χαμγελο. Σηκθηκε, αρπζοντας μια χειρολαβ για στριγμα. Το τζμι ανμεσα στα βαγνια ταν τελεως καλυμμνο, εκενος ωστσο το κοιτοσε συνοφρυωμνος, σα να εχε αποκτσει ξαφνικ ακτνες Χ στα μτια. Το βαγνι χρευε ροκ εν ρολ. τρεχαν σα δαιμονισμνοι πλι. Κι λλο σκσιμο. Βιασμς μπως; Χωρς να νιθει τποτε περισστερο απ την πια περιργεια σως του ερασιτχνη ηδονοβλεψα, δισχισε το βαγνι κατ την ενδιμεση πρτα, ελπζοντας να βρει μια ρωγμ στο παραπτασμα. Τα μτια του ταν ακμη στυλωμνα στο παρθυρο κι τσι δεν πρσεξε τα αματα που πνω τους πατοσε. σπου γλστρησε. Κοταξε κτω. Το στομχι του εδε το αμα πριν το αντιληφθε ο εγκφαλς του και το χοιρομρι του ανβηκε στο λαργγι. Αμα. Πρε κμποσες βαθις ανσες και γρισε το κεφλι αλλο στο παραθυρκι πλι. Μια λξη αντηχοσε στο κεφλι του: αμα. Τποτα δεν μποροσε να τη διξει. πρεπε να δει. Εχε αμα στο παποτσι του, οι κηλδες φταναν ως το επμενο βαγνι, αλλ ο Κουφμαν πρεπε να δει. Οπωσδποτε. πρεπε. Προχρησε λλα δυο βματα κατ την πρτα κι ψαξε το φασμα για μια τρυπολα: μια ξεφτισμνη, τραβηγμνη κλωστ του αρκοσε. Να την η χαραμδα. Κλλησε πνω της το μτι του.

     Ο νους αρνιταν να δεχτε αυτ που βλπανε τα μτια. Απρριπτε το θαμα ως παρλογο, εικνα ονερου. Η λογικ το λεγε πως δεν μποροσε να εναι αληθιν, μα η σρκα του ξερε τι ταν. Το κορμ του πγωσε απ τον τρμο. Τα μτια του, ορθνοιχτα, δεν μποροσαν ν' αποφγουν τη φριχτ σκην πσω απ την κουρτνα. Παρμεινε στην πρτα σο το τρανο τραβοσε το δρμο του, σο το αμα στργγιζε απ τα κρα του, σο ο εγκφαλς του ασφυκτιοσε απ την λλειψη οξυγνου. Αστραπς ρχισαν να στροβιλζονται μπροστ του, κρβοντας επιτλους τη θηριωδα. Και μετ λιποθμησε.
     ταν ακμη ανασθητος ταν ο συρμς φτασε στην Τζι Στρητ. Κουφς στην ανακονωση του οδηγο πως λοι οι επιβτες που θελαν να συνεχσουν πρεπε ν' αλλξουν τρανο. Αν την κουγε, θ' αμφισβητοσε την ορθτητ της. Καννα μετρ δεν φηνε λους τους επιβτες στην Τζι Στρητ. Η γραμμ συνεχιζταν ως τη Μοτ 'Αβενιου, πρα απ το αεροδρμιο Κνεντυ. Θα ρωτοσε τι διβολο τρανο ταν αυτ. Μνο που δη ξερε. H αλθεια κρεμταν στο διπλαν βαγνι. Η αλθεια χαμογελοσε αυτρεσκα πσω απ μια ολσωμη ποδι. ταν η Κρεοφρος Του Μεσονυχτου.

     Ο χρνος χνει το νημ του ταν εσαι λιπθυμος. Μπορε να εχαν περσει δευτερλεπτα ρες μχρι να συνλθει ο Κουφμαν και να κατορθσει να σκεφτε την κατστασ του. Πλγιαζε κτω απ μια θση, κολλητ στο δομομενο τοχωμα του βαγονιο. "Μχρι τρα η τχη ταν με το μρος του", σκφτηκε: "η κνηση του τρανου εχε κρψει το ανασθητο σμα του". Σκφτηκε τη φρκη του δετερου βαγονιο και κατπιε τον εμετ που του ανβηκε στο στμα. ταν μνος. που και να βρισκταν ο ελεγκτς -δολοφονημνος μλλον-, δεν μποροσε να τον καλσει σε βοθεια. Κι ο οδηγς; Νεκρς πνω απ τους μοχλος του; Μπως το τρανο τρεχε τρα σ' να γνωστο τονελ, να τονελ δχως σταθμος, προς τη καταστροφ του; Ακμη κι αν δε σκοτωνταν στη τελικ σγκρουση, υπρχε πντα ο Χασπης, που πετσκοβε ανενχλητος λγα μλις μτρα μακρι απ τον Κουφμαν. που και να γυρνοσε, η επιγραφ στις πρτες λεγε ΘΑΝΑΤΟΣ.

     Ο θρυβος ταν εκκωφαντικς, ιδως τρα που ταν ξαπλωμνος χμω. Τα δντια του Κουφμαν χοροπηδοσαν στα ολα τους, το πρσωπ του εχε μουδισει απ τις δονσεις' ακμη και το κρανο του πονοσε. Σιγ-σιγ νιωσε τη δναμη να επιστρφει στα εξαντλημνα του μλη. Τντωσε προσεχτικ τα δχτυλα κι σφιξε τις γροθις του για να αποκαταστσει την κυκλοφορα του αματος. Μαζ με τις αισθσεις του επστρεψε κι η ναυτα. Η κτηνωδα του διπλανο βαγονιο δεν φευγε απ τα μτι του. Εχε ββαια ξαναδε φωτογραφες δολοφονημνων ανθρπων, αλλ τοτοι δεν ταν συνηθισμνοι φνοι. Βρισκταν στο διο τρανο με τον Χασπη Του Μετρ, το τρας που κρμαγε ανποδα τα θματ του, γυμν και ξυρισμνα. Πση ρα ακμη μχρι να διαβε το θηρο το κατφλι και να του χιμξει; ταν σγουρος πως αν δεν τον σφαζε ο Χασπης, θα τον αποτελεωνε η αναμον. 'Ακουσε κτι να σαλεει πσω απ τη πρτα. Μλησε το νστικτο. Χθηκε πιο βαθι κτω απ το κθισμα, τυλχτηκε σα κουβαρκι, με το κτασπρο πρσωπ του κολλημνο στο τοχωμα. Σκπασε το κεφλι με τα χρια του κι κλεισε τα μτια τσο σφιχτ σο το παιδκι που φοβται τον Μπαμπολα.

     Η πρτα νοιξε. Αργ. Σφυριχτ. Αρας απ τις ργες. Μριζε παρξενα κι τανε παγωμνος. Τοτος ταν αρχγονος αρας στα ρουθονια, εχθρικς κι ανεξιχναστος. Τον κανε να τρμει σα φλλο. Η πρτα κλεισε. Κλικ. Ο Χασπης πλησαζε, ο Κουφμαν το ξερε. σως και να στεκταν λγα εκατοστ μακρι του. Μπως κοιτοσε αυτ τη στιγμ τη πλτη του Κουφμαν; Μπως σκυβε, με το μαχαρι στο χρι, να τον τραβξει απ την κρυψνα του, σα να ξερζωνε σαλιγκρι απ το καβοκι του; Δεν γινε τποτα. Δεν νιωσε καφτ ανσα στο σβρκο του. Κανες δεν του νοιξε στα δο τη ρχη. Μνο βματα ακοστηκαν κοντ στο κεφλι του Κουφμαν, κατπιν τα δια βματα απομακρνθηκαν. Η αναπνο του Κουφμαν, κρατημνη στους πνεμονες τση ρα, βγκε μ' να ργχο απ τα χελη του.

     Ο Μαχγκανι απογοητετηκε ταν ανακλυψε τι ο ντρας που κοιμταν εχε κατβει στη Δυτικ Τταρτη Οδ. λπιζε να τελεισει μια ακμη δουλει απψε, ν' απασχοληθε με κτι πριν φτσει στον προορισμ του. μως χι: ο τπος εχε φγει. Το μνο που τον παρηγοροσε ταν τι το παραλγο θμα δε βρισκταν σε τσο καλ κατσταση: νας ακμη αναιμικς Εβραος λογιστς. Η σρκα του δε θα ταν πρτης ποιτητας. Ο Μαχγκανι τρβηξε για τη καμπνα του οδηγο. Θα περνοσε το υπλοιπο της διαδρομς εκε. "Θε μου", σκφτηκε ο Κουφμαν, "θα σκοτσει τον οδηγ. 'Ακουσε τη πρτα ν' ανογει. Κατπιν τη φων του Χασπη: χαμηλ και τραχι.

 -«Γεια».

 -«Γεια». Γνωρζονταν.

 -«λα εντξει»;

 -«Εντξει».
     Ο Κουφμαν σοκαρστηκε απ την κοινοτυπα του διαλγου. λα εντξει; Τ πγαινε να πει: λα εντξει; Τα υπλοιπα λγια χθηκαν στο θρυβο του τρανου. Ο Κουφμαν δεν ντεχε λλο. Ξεδιπλθηκε φοβισμνος κι ριξε μια ματι στο βαγνι πνω απ τον μο του. Το μνο που βλεπε ταν τα πδια του Χασπη και το κτω μρος της πρτας. Διβολε! θελε να ξαναδε το πρσωπο του τρατος. Γελοσαν τρα. Υπολγισε τον κνδυνο που διτρεχε: τα μαθηματικ του πανικο. Αν μενε στη θση του, αργ γργορα o Χασπης θα τον ανακλυπτε και θα τον λινιζε. Απ την λλη πλευρ, αν ξεμυτοσε, ρισκριζε να τον δουν και να τον προυν στο κατπι. Ποιο ταν το χειρτερο; Να μενει ακνητος και ν' αφσει να τον σκοτσουν σαν το ποντκι στη φκα να σηκωθε και ν' αντιμετωπσει, αν χρειαζταν, το χτνος; μεινε ναυδος κι ο διος με την απφασ του: θα σηκωνταν. Αργ-αργ, απστευτα αργ, σρθηκε ξω απ το κθισμα, με τα μτια πντα καρφωμνα στη πλτη του Χασπη. Με το που βγκε, βλθηκε να μπουσουλει κατ τη πρτα. Το κθε βμα ταν μαρτριο, μα ο Χασπης φαινταν απορροφημνος στην κουβντα.

     Ο Κουφμαν φτασε στην πρτα. 'Αρχισε να ορθνεται, προσπαθντας συγχρνως να προετοιμσει τον εαυτ του για το θαμα που τον περμενε στο βαγνι δο. 'Αρπαξε το χερολι, σπρωξε την πρτα. Ο θρυβος δυνμωσε κι να κμα υγρο αρα, αρα που βρωμοσε σκουπδια αινων, τον χτπησε καταπρσωπο. Δεν εναι δυνατν, δεν κουσε ο Χασπης; Δε μρισε; Να, που να 'ναι θα στραφε μως χι. Ο Κουφμαν συνχισε τη δσκολη πορεα του μχρι το σφαγεο δπλα. Η ανακοφιση τον κανε απρσεχτο. Δε στθηκε να κλεσει καλ τη πρτα πσω κι τσι, με τους κραδασμος του τρανου, μισνοιξε πλι, γλιστρντας. Ο Μαχγκανι βγαλε το κεφλι απ τη καμπνα του οδηγο να δει τι γινταν.

 -«Τ σκατ ταν αυτ;» ρτησε ο οδηγς.

 -«Τποτα. Δεν κλεισα καλ τη πρτα».
     Ο Κουφμαν κουσε τον Χασπη να πλησιζει. Ζρωσε, να κουβρι αγωνας, κντρα στον ενδιμεσο τοχο, συνειδητοποιντας ξαφνικ τι κντευε να τα κνει πνω του. Η πρτα τραβχτηκε απ την λλη πλευρ και τα βματα απομακρνθηκαν. Ασφαλς, για λγο τουλχιστον, νοιξε τα μτια, σφγγοντας τα δντια για ν' αντξει το θαμα που θ' αντκριζε. Δεν υπρχε τρπος να τ' αποφγει. Επιτθηκε σε κθε μα απ τις αισθσεις του: η οσμ των χυμνων στο πτωμα εντρων, η θα των κορμιν, η ασθηση των υγρν στις παλμες του, ο χος των χειρολαβν που τριζοβολοσαν κτω απ το βρος, ακμη κι η γεση της ατμσφαιρας ταν αλμυρ απ το αμα. ταν κλεισμνος με το θνατο σε μια τρπα, τρεχαν παρα στο σκοτδι. Τουλχιστον η ναυτα του εχε περσει. Καννα δυσρεστο συνασθημα εκτς απ την απχθεια. Μχρι που σκυψε να εξετσει τα πτματα με μια περιργεια που, θαρρες, δεν ταν δικ του. Το πιο κοντιν κουφρι ταν του φηβου απ το βαγνι να. Το κορμ κρεμταν ανποδα, ταλαντευταν πρα-δθε στο ρυθμ του τρανου, μαζ με τ' λλα τρα, νας αχρεος μακβριος χορς. Τα χρια πφτανε χαλαρ απ τους μους, που υπρχαν τομς δο ιντσν. Το κθε μλος του αγοριο αιωρονταν σαν εκκρεμς, με μια κνηση που υπντιζε. Η γλσσα, πεταγμνη ξω. Το κεφλι, χαλαρ στον τσακισμνο λαιμ. Ακμη και το πος του νεαρο πηγαινοερχταν δεξι-αριστερ στους ξυρισμνους του βουβνες. Απ το κεφλι και την ανοιχτ σφαγτιδα φλβα σταζε αμα σ' να μαρο κουβ. Υπρχε μια παρξενη χρη στο λο θαμα: φερε τη σφραγδα μιας δουλεις καμωμνης στην εντλεια.

     Πσω του κρμονταν τα στραγγισμνα πτματα δυο νεαρν λευκν γυναικν κι ενς μισο-γδαρμνου σκουρτερου ντρα. Ο Κουφμαν γειρε το κεφλι να κοιτξει τα πρσωπ τους. Το να κορτσι πρπει να εχε διατελσει καλλον. Ο ντρας ταν μλλον Πορτορικνος. Δεν εχε απομενει οτε μια τρχα πνω τους. Ο αρας μριζε ακμη κουρεμνο μαλλ. Καθς ο Κουφμαν ανασηκωνταν, το σμα της μιας κοπλας πρε μια ολκληρη στροφ, παρουσιζοντς του τη πλτη. Δεν ταν τοιμος γι' αυτ τη τελευταα φρκη. Η σρκα ταν ανοιγμνη στα δο απ το σβρκο σαμε τους γοφος κι οι μες εχανε τραβηχτε πσω, αφνοντας εκτεθειμνους τους γυαλιστερος σπνδυλους της ραχοκοκαλις. Ο σχατος θραμβος του τεχντη Χασπη. Κι ιδο τ' απομεινρια ανθρπων, κρεμασμνα, ξυρισμνα, στραγγισμνα, ξεκοιλιασμνα σα ψρια, τοιμα για το ανερο συμπσιο. Ο Κουφμαν σχεδν χαμογλασε με τη τελειτητα της φρκης του. νιωσε το πουλο γγιγμα της παρνοιας στη βση του κρανου του, τον δελαζε με τη λησμονι, του υποσχταν τη μακρια αδιαφορα. 'Αρχισε να τρμει. Ανεξλεγκτα. Αισθνθηκε τις φωνητικς του χορδς να τεντνονται σε μια κραυγ. ταν ανυπφορο: μως το ουρλιαχτ του -αν βγαινε- θα τονε καταντοσε σαν τα... πλσματα μπροστ του.

 -«Γαμ το», επε δυναττερα απ' σο σκπευε και στη συνχεια ξεκλλησε απ τον τοχο και δισχισε το βαγνι, περνντας ανμεσα απ τα πτματα, παρατηρντας τους τακτικος σωρος των καλοδιπλωμνων ροχων στα καθσματα πλι στους ιδιοκττες τους. Τα παποτσια του γλιστροσαν στα υγρ του πατματος. Μλο που εχε μισοκλεσει τα μτια, εξακολουθοσε να βλπει το αμα στους κουβδες: παχρρευστο κι αφρισμνο, με κομματκια στερες λης στην επιφνεια. Εχε προσπερσει τον φηβο και μποροσε τρα να διακρνει τη πρτα του βαγονιο τρα. Το μνο που του απμενε ταν ν' αντισταθε στη πρκληση αυτς της θηριωδας και να συγκεντρωθε στη πρτα που θα τον οδηγοσε ξαν στη πνευματικ ισορροπα. Πρασε και τη πρτη γυνακα. Ελχιστα μτρα ακμα, παρηγρησε τον εαυτ του, το πολ δκα βματα, λιγτερα αν προχωροσε μ' αυτοπεποθηση. Και ττε τα φτα σβησαν. "Ω Θε μου", ψιθρισε. Το τρανο ταρακουνθηκε ολκερο κι ο Κουφμαν σωριστηκε χμω.

     Στο απλυτο σκοτδι προσπθησε να βρει στριγμα και βρθηκε αγκαλι με το πτμα δπλα του. Πριν προλβει να εμποδσει τα χρια του, τα νιωσε να μπγονται στη χλιαρ σρκα, αισθνθηκε τα δχτυλ του ν' αρπζουν τη ξεσκισμνη πλτη της νεκρς γυνακας, ν' αγγζουν τα οστ της σπονδυλικς της στλης. Το μγουλ του ακουμποσε στην τριχη σρκα του μηρο της. Ορλιαξε και την ρα που ορλιαζε, τα φτα ναψαν. Πριν καλ-καλ προλβει η κραυγ του να σβσει, κουσε τα βματα του Χασπη στο βαγνι να. 'Αφησε το νεκρ κορμ. Το πρσωπ του τανε λεκιασμνο μ' αμα. Το νιωθε στο μγουλ του σαν μβλημα μχης. Η κραυγ καθρισε το μυαλ του κι νιωσε ξαφνικ να τον πλημμυρζει μια παρξενη δναμη. Δε θ' φηνε τον Χασπη να τον κυνηγσει σαν ποντκι σ' ολκληρο το τρανο: δεν εχε τα περιθρια να φανε δειλς, χι πια. Τοτη θα ταν μια πρωτγονη αναμτρηση, δο νθρωποι, ο νας απναντι στον λλον. Και δε θ' φηνε τχνασμα για τχνασμα ανεκμετλλευτο προκειμνου να κατατροπσει τον εχθρ του. ταν πια θμα επιβωσης, λα επιτρπονταν. Το χερολι της. πρτας σεστηκε.

     Ο Κουφμαν ψαξε γρω του για κτι που θα μποροσε να χρησιμοποιηθε σαν πλο, το βλμμα του σταθερ, ψχραιμο. Το μτι του πεσε στα ροχα του Πορτορικνου. Εδε να μαχαρι ανμεσα στα δαχτυλδια με τις ψετικες πτρες και τις φτηνς επχρυσες αλυσδες. να πεντακθαρο, γυαλιστερ στιλτο, προφανς το καμρι του, νεκρο. Προσπαθντας να μην αγγξει το πτμα, ο Κουφμαν τρβηξε το μαχαρι απ το σωρ. Το νιωσε οικεο στο χρι του, φλιασε στην παλμη του σα να το κρατοσε χρνια' τον διαπρασε να ργος συγκνησης. Η πρτα τραβχτηκε, το μοτρο του Χασπη φνηκε στο νοιγμα. Ο Κουφμαν κοταξε τον Μαχγκανι. Τποτε το φοβερ, απλ νας ακμη βαρς, φαλακρς, μεσλικας ντρας, με πλαδαρ πρσωπο, μτια χωμνα βαθι στις κγχες, στμα μικρ με ντελικτα χελη. Στμα γυνακας.

     Ο Μαχγκανι δεν καταλβαινε απ πο εχε ξεφυτρσει αυτς ο παρεσακτος, αλλ ξερε τι αντιπροσπευε μιαν ακμη παρλειψη, λλο να σημδι ανικαντητας. πρεπε να ξεφορτωθε τοτο το θλιβερ πλσμα αμσως. Μλις να-δυο μλια τους χριζαν απ το τρμα της γραμμς. ταν αναγκαο να σφξει και να κρεμσει το ανθρωπκι πριν φτσουν στον προορισμ τους. Μπκε στο βαγνι δο.

 -«Κοιμσουν», επε στον Κουφμαν, αναγνωρζοντς τον. «Σε εδα». Ο Κουφμαν μεινε βουβς. «πρεπε να εχες κατβει. Τ πσχιζες να κνεις; Να μου κρυφτες;» Ο Κουφμαν εξακολουθοσε να κρατει το στμα του κλειστ. Ο Μαχγκανι σφιξε τη λαβ του μπαλτ που κρεμταν απ τη φθαρμνη δερμτινη ζνη του. ταν λερωμνος μ' αμα, πως κι η ποδι, το σφυρ, το πρινι του. «τσι πως ρθαν τα πργματα, εμαι αναγκασμνος να σε σκοτσω». Ο Κουφμαν σκωσε το μαχαρι. δειχνε αναποτελεσματικ και μικροσκοπικ μπρος στην εξρτυση του Χασπη.

 -«'Αει γαμσου», φτυσε ο Κουφμαν τις λξεις. Ο Μαχγκανι χαμογλασε με τα καμματα του ανθρωπκου.

 -«Δεν πρεπε να τα δεις αυτ, δεν εναι για τα μτια σου», επε, πλησιζοντας να ακμη βμα τον Κουφμαν. «Εναι μυστικ».

   "Α, στε τσι, το τρας ακοει φωνς", σκφτηκε ο Κουφμαν. "Τρα κτι εξηγεται".

 -«'Αει γαμσου», επανλαβε. Ο Χασπης συνοφρυθηκε. Τον εκνεριζε η αδιαφορα του ασμαντου αυτο τπου για τη δουλει και την υπληψ του.
 -«λοι πεθανουμε κποτε», του εξγησε. «Θα 'πρεπε να εσαι ευχαριστημνος. Δε θα καταλξεις στο χμα πως οι περισστεροι. Θα γνεις τροφ για τους πατρες». Η μοναδικ απντηση του Κουφμαν ταν να χαμγελο. Δεν τον τρμαζε πια αυτς ο χοντρς, χαρος φονις. Ο Χασπης ξεθηλκωσε το μπαλτ απ τη ζνη και τον ανμισε πνω απ το κεφλι του. «νας βρωμοεβραος σαν του λγου σου», επε, «θα 'πρεπε να μ' ευγνωμονε. Σε τελευταα ανλυση, τι παραπνω ελπζεις να γνεις εκτς απ κρας
     Χωρς προειδοποηση, ο Χασπης χτπησε. Ο μπαλτς σκισε τον αρα, μως ο Κουφμαν πρλαβε να τραβηχτε. H λεπδα πρασε ξυστ απ δπλα του και καρφθηκε στη γμπα του Πορτορικνου. Το πδι κπηκε σχεδν στα δο και το βρος του κορμιο νοιξε κι λλο τη πληγ. Η σρκα του μηρο μοιαζε με φιλτο πρτης διαλογς, ζουμερ κι ορεκτικ. Ο Χασπης τρεξε να τραβξει τον μπαλτ απ το τραμα κι ο Κουφμαν διλεξε κενη τη στιγμ για να επιτεθε. Το στιλτο προοριζταν για το μτι του Χασπη, αλλ, εξαιτας λανθασμνου υπολογισμο, βυθστηκε λγο παρακτω, στο λαιμ του. Τον διαπρασε ολκληρο και βγκε, πασαλειμμνο αματα, απ την λλη πλευρ. Πρα για πρα. Μ' να μνο χτπημα. Πρα για πρα.
     Ο Μαχγκανι νιωσε να τον πνγει το μαχαρι, σα να του εχε σφηνωθε στο λαργγι κοκαλκι κτας. βγαλε να γελοο, δισταχτικ χο πο θμιζε βηχαλκι. Το αμα ξεπδησε απ τα χελη του, βφοντς τα κκκινα, σαν κραγιν σε γυναικεο στμα. Ο μπαλτς πεσε με κρτο στο πτωμα.
     Ο Κουφμαν τρβηξε το μαχαρι. Οι δο πληγς ανβλυζαν αμα.

     Ο Μαχγκανι σωριστηκε στα γνατα, κοιτντας το πλο που τον εχε σκοτσει. Ο ανθρωπκος τον παρακολουθοσε ανκφραστος. Κτι λεγε, μα τ' αφτι του Μαχγκανι ταν, θαρρες, βυθισμνα σε νερ. Δεν κουγε.

     Ξαφνικ ο Μαχγκανι τυφλθηκε. Κατλαβε, με μια τρυφερ νοσταλγα για τις αισθσεις του, πως οτε θ' κουγε οτε θα βλεπε ξαν. Αυτς ταν λοιπν ο θνατος. Τα χρια του μως αισθνονταν ακμη την υφ του πανταλονιο του, τις ζεστς κηλδες στο δρμα του. Η ζω του παρπαιε στο χελος της αβσσου σο τα δχτυλ του κρατινταν απ μια τελευταα ασθηση, κατπιν το σμα του κατρρευσε και τα χρια, η ζω, το ιερ καθκον τσακστηκαν κτω απ το βρος της γκρζας σρκας.

     Ο Χασπης εχε πεθνει.

     Ο Κουφμαν γμισε με μπαγιτικο αρα τους πνεμονς του, αρπχτηκε απ μια χειρολαβ να στηριχτε. Τα δκρυα θλωσαν τη φρκη μπροστ του. Πρασε ρα, δεν ξερε πση, εχε χαθε σ' να νειρο θριμβου.

     Και ττε το τρανο ρχισε να κβει ταχτητα. νιωσε κι κουσε το φρενρισμα. Τα κρεμασμνα κορμι τινχτηκαν προς τα μπρος καθς ο συρμς σταματοσε, με τους τροχος να στριγκλζουν σε ργες που δρωναν βλννα.

     Μια ακατανκητη περιργεια κυρευσε τον Κουφμαν. Θα μπαιναν ραγε τρα στο υπγειο σφαγεο του Χασπη, το διακοσμημνο με τα κρατα που εχε συσσωρεσει στη λαμπρ του σταδιοδρομα; Κι ο γελαστς οδηγς, που με τση απθεια αντιμετπιζε το μακελει, Τι θα 'κανε μλις σταματοσε το τρανο; Ακαδημακς ερωτσεις, απορες δχως νημα. Μποροσε πια ν' αντιμετωπσει τα πντα. Περιμνετε και θα δετε. Τα μεγφωνα τριξαν. Η φων του οδηγο.
 -«Φτσαμε, δικ μου. Πρε θση, γργορα». Πρε θση; Τι ταν πλι αυτ; Το τρανο προχωροσε τρα αργ, σα σαλιγκρι. Γρω σκοτδι, πηχτ σκοτδι. Τα φτα τρεμολιασαν, κατπιν σβησαν. Τοτη τη φορ δεν ξανναψαν. Ο Κουφμαν βρθηκε στο ρεβος. «Αναχρηση σε μισ ρα», ανακονωσε το μεγφωνο, σα να ενημρωνε το κοιν για κανονικ δρομολγιο. Το τρανο σταμτησε. Ο χος των τροχν στις ργες, η ορμητικ κνηση, λα απουσαζαν. Το μνο που κουγε ταν το βοισμα των μεγαφνων. Δεν βλεπε τποτα.

     Και μετ να σφριγμα. Οι πρτες νοιγαν. Μια μυρωδι γλστρησε στο βαγνι, μια μυρωδι τσο καυστικ που ο Κουφμαν φερε το χρι στο πρσωπο για να προφυλαχτε. Στεκταν στη σιωπ, με την παλμη στο στμα, για να διστημα που του φνηκε ζω ολκληρη. Σαν τους τρεις πθηκους της ιστορας, επαναλμβανε μσα του: Δε βλπω τποτα. Δεν ακοω τποτα. Δε λεω τποτα.

     Και ττε μια αχν λμψη φτισε το παρθυρο. Στην αρχ φνηκε μνο το περγραμμα της πρτας, μα το φως πρε σιγ σιγ να δυναμνει. Σντομα ο Κουφμαν μπρεσε να διακρνει το πτμα του Χασπη στα πδια του, τα κομμτια κρας που κρμονταν ολγυρα. Κι ακμη, ακουγταν νας ψθυρος στο σκοτδι ξω απ το τρανο, ψιλο, αδναμοι θρυβοι, σα φωνς σκαθαριν. Στο τονελ υπρχαν νθρωποι, ανθρπινα ντα, που πλησαζαν με κπο, σρνοντας τα πδια τους, το τρανο. Ο Κουφμαν ξεχριζε τρα τις σιλουτες τους. Μερικο βαστοσαν πυρσος που διναν να πεθαμνο, καφετ φως. σως τα βματ τους στην υγρ γη βγαζαν αυτν τον χο, σως οι γλσσες που πλατγιζαν στα στματ τους, πιθανν και τα δο.

     Ο Κουφμαν δεν ταν πια τσο αφελς σο μια ρα πριν. Μποροσε να υπρχει αμφιβολα για τις προθσεις αυτν των πλασμτων που, μσα απ τη μαυρλα, πλησαζαν το τρανο; O Χασπης εχε σκοτσει τον ντρα και τις γυνακες για να εφοδισει με κρας τοτους τους κανβαλους που ρχονταν τρα, σαν επιβτες αμαξοστοιχας, να δειπνσουν στο βαγκν ρεστωρν.

     Μζεψε απ κτω τον μπαλτ του Χασπη. O θρυβος λο και δυνμωνε. Τραβχτηκε απ τις ανοιχτς πρτες του βαγονιο μνο για ν' ανακαλψει πως ταν ανοιχτς κι οι θρες πσω του, πως ερχταν κι απ κει το εφιαλτικ μουρμουρητ που σμαινε τι το πλθος πλησαζε.

     Ζρωσε σε μα απ τις θσεις και ετοιμαζταν να κρυφτε κτω απ το κθισμα ταν να χρι, λιπσαρκο σε βαθμ διαφνειας, χθηκε στο νοιγμα της πρτας. Δεν μποροσε να πρει τα μτια του απ πνω του. χι τι τον εχε παγσει ο τρμος πως προηγουμνως, στο παρθυρο. Τρα θελε απλ να δει. Το πλσμα μπκε στο βαγνι. Οι πυρσο απ πσω σκαζαν το πρσωπ του, αλλ η σιλουτα του φαινταν καθαρ.

     Κι, εκ πρτης ψεως τουλχιστον, δεν εχε τποτα το αξιοπερεργο. Διθετε δο πδια και δο χρια πως ο Κουφμαν, το σχμα του κεφαλιο του δειχνε κανονικ. Ο κορμς του ταν μικρς κι η προσπθεια ν' ανεβε στο βαγνι το εχε κψει την ανσα. Θμιζε περισστερο ανμπορο γερντιο παρ επικνδυνο ψυχωτικ, οι γενις φανταστικν κανιβλων της λογοτεχνας δεν τον εχαν προετοιμσει για το θλιβερ θαμα μπροστ του.

     Πσω του, παρμοιες φιγορες ξεπρβαλλαν απ το σκοτδι και πσχιζαν ν' ανεβον στο τρανο. μπαιναν απ' λες τις πρτες. τανε παγιδευμνος. Ζγισε τον μπαλτ στο χρι του, τοιμος ν' αρχσει τη μχη μ' αυτ τα πανρχαια τρατα. Κποιος πυρσς φτισε τα μοτρα των αρχηγν.

     Δεν εχαν τρχα στα κεφλια τους. Η κουρασμνη σρκα των προσπων τους ταν τσο τεντωμνη στο κρανο που λαμποκοποσε σα φανρι. Υπρχαν χνη αποσνθεσης κι αρρστιας στο δρμα τους και σε μερις-μερις οι μυς εχαν καταντσει μαρο πο, αφνοντας ακλυπτα τα οστ τους. Μερικο ταν ολγυμνοι σα μωρ. Το φλο μλις και διακρινταν στα σαθρ, συφιλιδικ κορμι τους. ,τι κποτε ταν στθη, κρμονταν τρα σαν πτσινες σακολες, πη κι ρχεις εχανε ζαρσει σε σημεο ανυπαρξας σχεδν.

     Χειρτεροι κι απ τους γυμνος ταν σοι φοροσαν ροχα. Ο Κουφμαν διαπστωσε πολ γργορα τι τα σπια κουρλια γρω απ τους μους δεμνα πρχειρα στη μση τους ταν φτιαγμνα απ ανθρπινο δρμα. χι να, αλλ μια ντουζνα περισστερα ταν ριγμνα το να πνω στο λλο, σαν θλια τρπαια. Οι αρχηγο τοτης της γκροτσκας συνθροισης εχαν φτσει πια στα πτματα και τα καχεκτικ τους χρια γγιζαν κομμτια κρας, χιδευαν την ξυρισμνη σρκα με τρπο που μαρτυροσε αισθησιακ απλαυση. Γλσσες κρμονταν απ τα στματα, σλια περιχυναν τα νεκρ κορμι. Τα μτια των τερτων στριφογριζαν στις κγχες απ πενα και διγερση.

     Κποια στιγμ να τους εδε τον Κουφμαν. Τα μτια παψαν να παζουν και καρφθηκαν πνω του. Το πρσωπ του πρε μια κφραση απορας, παρωδα της κπληξης.
 -«Εσ», επε. Η φων ταν τσο μαραμνη σο και τα χελη απ' που βγαινε. Ο Κουφμαν σκωσε τον μπαλτ, υπολογζοντας τις πιθαντητες. ταν περπου τριντα στο βαγνι και πολλο περισστεροι ξω. μως φανονταν τσο αδναμοι και δεν εχαν λλα πλα απ τη σρκα και τα κκαλα τους. Το τρας μλησε πλι, η φων του, απ τη στιγμ που τη βρκε, αρμονικ, φων ανθρπου που εχε κποτε υπρξει γοητευτικς, πνευματδης, καλλιεργημνος: «Κυνγησες τον λλον, τσι δεν εναι»; Κοταξε το πτμα του Μαχγκανι. ταν σαφς πως εχε κατανοσει πλρως την κατσταση. «τσι κι αλλις εχε γερσει», συνχισε, γυρνντας πλι τα ψυχα μτια του στον Κουφμαν. Τονε περιεργαζτανε προσεχτικ.

 -«'Αει γαμσου», επε ο Κουφμαν. Το πλσμα προσπθησε να χαμογελσει, μα εχε σχεδν ξεχσει τον τρπο και το αποτλεσμα ταν νας μορφασμς που αποκλυψε δντια μυτερ και κοφτερ σαν ξυρφια.

 -«Τρα πρπει να πρεις εσ τη θση του», πρφερε μσα απ το διαστροφικ χαμγελο. «Δε ζομε χωρς τροφ». Το χρι του χδεψε τον γλουτ του κοντιντερου πτματος, ψηλαφντας την τρυφερ σρκα. «Το σιχανομαι σο κι εσ», δλωσε το πλσμα. «Αλλ αν δε φμε ττοιο κρας, θα πεθνουμε. Δε μ' αρσει καθλου, στ' ορκζομαι. Δεν μπρεσα ποτ να συνηθσω τη γεση». Παρλα αυτ, τα σλια του τρεχαν. Ο Κουφμαν κατρθωσε επιτλους να μιλσει. Η φων του ακοστηκε σιγαν, περισστερο απορημνη παρ τρομαγμνη.
 -«Τ εστε;» Θυμθηκε τα λγια του μουστου στην καφετρια. «Δημιουργηθκατε κατ λθος; Βγκατε απ πειρματα που πγαν στραβ»;

 -«Εμαστε οι Πατρες Της Πλης», επε το πργμα. «Και μνες και θυγατρες και γιοι. Οι κατασκευαστς, οι νομοθτες. Εμες τη φτιξαμε».

 -«Τη Να Υρκη; Το "Παλτι Των Απολασεων"»;

 -«Πριν γεννηθες, πριν γεννηθε οποιοσδποτε ζωντανς». Καθς μιλοσε, τα νχια του πλσματος ψαχολευαν το δρμα του ξεκοιλιασμνου πτματος, αφαιρντας τη λεπτ ελαστικ στρση απ τη γευστικ πηχτ. Πσω απ τον Κουφμαν, τα λλα πλσματα εχαν αρχσει να ξεκρεμον τα πτματα απ τις χειρολαβς, τα χρια τους απασχολημνα με τον διο τρπο. «Θα μας φρει κι λλους», επε ο πατρας. «Περισστερο κρας. Ο προηγομενος ταν λιπψυχος».

 -«Εγ;» ψλλισε ναυδος ο Κουφμαν. «Εγ να σας ταζω; Ποις νομζετε πως εμαι»;

 -«Θα το κνεις για μας και για κενους που εναι πιο ηλικιωμνοι απ μας. Για σους υπρχαν πριν γεννηθε καν η ιδα της πλης, ττε που η Αμερικ ταν ακμη ρημος και δση». Το σκελετωμνο χρι δειξε πρα απ το τρανο. Το βλμμα του Κουφμαν ακολοθησε το δχτυλο στο μισοσκταδο. ταν και κτι λλο εκε ξω, κτι που δεν εχε προσξει πριν, μεγαλτερο απ οτιδποτε ανθρπινο. Τα πλσματα τραβχτηκαν για να περσει ο Κουφμαν και να εξετσει απ κοντ την παρουσα, ποια κι αν ταν, μα τα πδια του δεν λεγαν να σαλψουν. «Πγαινε», επε ο Πατρας.

     Ο Κουφμαν συλλογστηκε την πλη που αγαποσε. ταν στ' αλθεια τοτοι δω οι προχοντες, οι φιλσοφοι, οι δημιουργο της; 'πρεπε να το πιστψει. σως υπρχαν νθρωποι στην επιφνεια -γραφειοκρτες, πολιτικο, αρχς κθε εδους- που γνριζαν αυτ το τρομερ μυστικ και που οι ζως τους ταν αφιερωμνες στη συντρηση τοτων των εξαμβλωμτων, που τους πρσφεραν ανθρπινες σρκες πως οι γριοι θυσαζαν σφγια στους θεος. Υπρχε κτι το φριχτ οικεο στην τελετουργα. Κτι θμιζε στον Κουφμαν, χι στο συνειδητ νου του, αλλ στο βαθτερο, γερονττερο εαυτ του. Τα πδια του, μην υπακοοντας πια στο μυαλ αλλ στο λατρευτικ νστικτ του, κινθηκαν. Δισχισε το διδρομο των πτωμτων και βγκε απ το τρανο.

     Οι πυρσο μλις και φτιζαν το απραντο σκοτδι ξω. H ατμσφαιρα μοιαζε συμπαγς, τσι να κανες το χρι σου θα την γγιζες, τσο ντονη ταν η οσμ του αρχαου χματος. Αλλ ο Κουφμαν δε μριζε τποτα. Βδιζε με σκυφτ το κεφλι, προσπαθντας απεγνωσμνα να μην ξαναχσει τις αισθσεις του. ταν εκε ο πρδρομος των ανθρπων. Ο αρχγονος Αμερικνος που ριζε τοτο τον τπο πριν απ τους Πασαμακντι τους Τσεγιν. Τα μτια του -αν εχε μτια- ταν στυλωμνα πνω του. Ο Κουφμαν τρεμε σγκορμος. Τα δντια του χτυποσαν. 'Ακουγε τους θορβους του οργανισμο του: τριξματα, θροσματα, αναφιλητ.

     Το ον σλεψε στο σκοτδι. Ο χος της κνησς του προκαλοσε δος. Σα να ανακαθταν βουν. Το πρσωπο του Κουφμαν εχε υψωθε προς το μρος του και, χωρς να σκφτεται τι κνει γιατ, γοντισε μσα στα σκατ μπροστ στον Πατρα Των Πατρων. Η κθε ημρα της ζως του οδηγοσε σ' αυτ τη νχτα, το κθε λεπτ βιαζταν να φτσει σ' αυτ την αββαιη στιγμ του ιερο τρμου. Αν σ' αυτν το λκκο υπρχε αρκετ φως, που θα του επτρεπε να δει το σνολο, σως η μικρολα καρδι του να σπαγε. δη φτερογιζε μπροστ στο θαμα. ταν νας γγαντας. Δχως κεφλι μλη. Χωρς να χαρακτηριστικ ανλογο με τα ανθρπινα, χωρς ργανα, χωρς αισθσεις. Αν μοιαζε με κτι αυτ ταν κοπδι ψαριν. Χιλιδες ργχη που σλευαν μπουμπουκιζοντας, ανθζοντας και μαραζνοντας ταυτχρονα. Ιρδιζε, σα φλντισι, μα στιγμς-στιγμς τα χρματα βθαιναν τσο που ο Κουφμαν δεν ξερε να τ' αναγνωρσει.

     Αυτ μνο μπρεσε να δει κι ταν πιο πολλ απ' σα θελε. yπρχαν περισστερα στο σκοτδι, πργματα που αναριγοσαν και πετριζαν. Αλλ δεν ντεχε να κοιτξει λλο. Καθς πγαινε να στρψει το βλμμα, μια μπλα πετχτηκε απ το τρανο κι ρθε να σταθε μπροστ στον Πατρα. Στην αρχ τουλχιστον την πρασε για μπλα, μχρι που την κοταξε πιο προσεχτικ και ανακλυψε πως ταν ανθρπινο κεφλι, το κεφλι του Χασπη. Γυλιζε καταματωμνο καθς κειτταν μπροστ στον Κρι του. Ο Κουφμαν ξεκνησε, κοιτντας αλλο, να επιστρψει στο τρανο. Του φαινταν πως λο του το κορμ κλαιγε εκτς απ τα μτια. καιγαν απ το θαμα πσω του, εξτμιζαν τα δκρυα.

     Μσα, τα πλσματα εχαν δη αρχσει το δεπνο. να τους προσπαθοσε να βγλει το μτι μιας γυνακας απ την κγχη του. Κποιο λλο μασουλοσε να χρι. Στα πδια του Κουφμαν πλγιαζε το ακφαλο πτμα του Χασπη, αιμορραγντας ακμη απ τις δαγκωματις στο λαιμ του. Ο Πατρας που εχε μιλσει πρωττερα στθηκε μπροστ στον Κουφμαν.

 -«Θα μας υπηρετσεις;» ρτησε μαλακ, μειλχια, πως θα ζητοσε κανες απ μια αγελδα να τον ακολουθσει. Ο Κουφμαν κοιτοσε το μπαλτ, το μβλημα του λειτουργματος του Χασπη. Τα πλσματα εγκατλειπαν σιγ-σιγ το τρανο, σρνοντας ξοπσω τους τα μισοφαγωμνα κουφρια. Και καθς παιρναν τους πυρσος μαζ τους, το σκοτδι τλιγε πλι το βαγνι. Μα πριν εξαφανιστον τελεως τα φτα, ο πατρας ρπαξε ξαφνικ το κεφλι του Κουφμαν, σφιξε το πρσωπο ανμεσα στις παλμες του και τον ανγκασε να στραφε και να κοιτξει το εδωλ του στο λερ τζμι. Παρ το μισοσκταδο και το θαμπ γυαλ, ο Κουφμαν μπρεσε να δει πσο αλλαγμνος ταν. Πιο σπρος κι απ παν, βουτηγμνος ολκληρος σε κιτρινωπ υγρ και αματα. Το χρι του Πατρα κρατοσε ακμη το πρσωπο του Κουφμαν, χωσε το δεκτη του μσα στο στμα, ως κτω στον οισοφγο, με το νχι να του γρατζουνει το λαργγι. Ο Κουφμαν κντεψε να ξερσει, μα δεν εχε πια κουργιο να αποκροσει την επθεση. «Υπηρτησε», επεν επσημα το πλσμα. «Εν σιγ».

     Ο Κουφμαν κατλαβε τις προθσεις του τρατος, μα ταν αργ πια. νιωσε τα δχτυλα να του αρπζουν τη γλσσα και να του την τραβον απ τη ρζα. Ο Κουφμαν, κλονισμνος, φησε να του πσει ο μπαλτς. Προσπθησε να ουρλιξει, αλλ η φων του δεν βγαινε. Αμα πλημμρισε το λαργγι του, κουσε τη σρκα του να σκζεται, φριχτο πνοι συντραξαν το κορμ του. Και ττε το χρι βγκε απ το στμα του και τ' λικα, περιχυμνα με αμα δχτυλα ανμισαν μπροστ στα μτια του την δια του τη γλσσα. Ο Κουφμαν μεινε λαλος.

 -«Υπηρτησε», πρσταξε ο πατρας και, χνοντας τη γλσσα στο δικ του στμα, βλθηκε να τη μασει με φανερ ευχαρστηση. Ο Κουφμαν σωριστηκε χμω και ξρασε ,τι εχε απομενει απ το σντουιτς του. Ο Πατρας χανταν δη στο σκοτδι, οι υπλοιποι εχαν εξαφανιστε στους υπγειους λαβρινθους για μια ακμη νχτα. Το μεγφωνο ξερβηξε.

 -«Πμε σπτι», ανακονωσε ο οδηγς. Οι πρτες κλεισαν, ο θρυβος των μηχανν διαπρασε το τρανο. Τα φτα ναψαν, σβησαν, ναψαν πλι. Ο συρμς ρχισε να κινεται. Ο Κουφμαν κειτταν στο πτωμα, με τα δκρυα να κυλον ποτμι στο πρσωπ του, δκρυα συντριβς και παρατησης. Θα μενε πλαγιασμνος εκε, αποφσισε, μχρι να πεθνει απ την αιμορραγα. Δεν τον νοιαζε πια για τποτα, δε φοβταν το θνατο. τσι κι αλλις, δεν ταν κσμος αυτς, σκτη βρωμι ταν.
     Τον ξπνησε ο οδηγς. Ανοιξε τα μτια του. Το πρσωπο που σκυβε απ πνω του ταν μαρο, κι χι εχθρικ. Χαμογελοσε. Ο Κουφμαν προσπθησε να μιλσει, μα το στμα του ταν σφραγισμνο με ξεραμνο αμα. Ταρακονησε το κεφλι του σα μωρ που προσπαθε να φτσει λξεις. Δε βγκαν παρ μνο μουγκρητ.

     Δεν εχε πεθνει. Ζοσε ακμη. Ο οδηγς τον πρε στα γνατ του, μιλντας του σα σε τρχρονο παιδκι.

 -«Σπουδαα δουλει βρκες, φιλαρκο. Εναι ενθουσιασμνοι μαζ σου». Ο οδηγς γλειψε τα δχτυλ του κι τριψε τα πρησμνα χελη του Κουφμαν, προσπαθντας να τα χωρσει. «χεις πολλ να μθεις μχρι αριο το βρδυ.» Πολλ να μθει. Πολλ να μθει. Βοθησε τον Κουφμαν να κατβει απ το τρανο. Βρσκονταν σ' να σταθμ που δεν εχε ξαναδε. Παντο κατλευκα πλακκια, πεντακθαρα, καμι επιγραφ δε λρωνε τους τοχους. Δεν υπρχαν γκισ εισιτηρων, μα οτε εσοδοι οτε επιβτες. Τοτη ταν η γραμμ που εξυπηρετοσε μνο να τρανο: την Κρεοφρο του Μεσονυχτου. Οι καθαριστς της πρωινς βρδιας ξπλεναν το αμα απ τα καθσματα και το πτωμα των βαγονιν. Κποιος γδυνε το πτμα του Χασπη, ετοιμζοντς το για την αποστολ στο Νιου Τζρσε. να σωρ κσμος δολευε γρω απ τον Κουφμαν. Μια βροχολα πρωινο φωτς πεφτε απ το καφασωτ της οροφς του σταθμο. Μρια σκνης στροβιλζονταν στα δοκρια. Ο Κουφμαν παρακολουθοσε, μαγεμνος. Εχε να δει ττοια ομορφι απ ττε που ταν παιδ. Υπροχη σκνη. Πολχρωμη, εξασια σκνη.

     Ο οδηγς εχε κατορθσει να ξεκολλσει τα χελη του Κουφμαν. Το στμα του ταν καταπληγωμνο, μα τουλχιστον μποροσε να αναπνει πιο εκολα. Και ο πνος εχε δη αρχσει να υποχωρε. Ο οδηγς του χαμογλασε, κατπιν στρφηκε στο συνεργεο.

 -«Να σας συστσω τον αντικατασττη του Μαχγκανι. Τον καινοριο μας Χασπη», ανακονωσε. λοι γρισαν να κοιτξουν τον Κουφμαν. Τα πρσωπ τους δειχναν σεβασμ, πργμα που εκενος βρισκε ελκυστικ. Ο Κουφμαν κοταξε τη λιακδα που τρα τον λουζε απ παντο. Τναξε το κεφλι προς τα πνω, δνοντς τους να καταλβουν πως θελε να βγει ξω, στον καθαρ αρα. Ο οδηγς νευσε καταφατικ τον οδγησε σε μια απτομη σκλα, τον βοθησε ν' ανβει, τον βγαλε απ να αδιξοδο δρομκι στο πεζοδρμιο.

     ταν μια πανμορφη μρα. Στον καταγλανο ουραν ταξδευαν αχνορδινα σννεφα, ο αρας μριζε πρω. Οι λεωφροι ταν ρημες. Κπου μακρι να ταξ δισχισε μια διασταρωση, ο θρυβος της μηχανς του νας ψθυρος κποιος δρομας δρωνε στην απναντι πλευρ του δρμου.

     που να εναι τα δια ρημα πεζοδρμια θα γμιζαν κσμο. Η πλη θα πγαινε στη δουλει της, ανυποψαστη, ανδεη: χωρς να ξρει πνω σε τι εχε κτιστε σε τι χρωστοσε τη ζω της. Χωρς δισταγμ, ο Κουφμαν πεσε στα γνατα και φλησε το βρμικο τσιμντο με τα ματωμνα του χελη, εν ορκιζταν σιωπηλ την αινια αφοσωσ του στη συνχισ της.

     Το "Παλτι Tων Απολασεων" αποδχτηκε τη λατρευτικ του εκδλωση δχως σχλια.

Clive Barker
"The Midnight Meat Train" (1986)
Μετφραση: Χρσα Τσαλικδου
 -------------------------------


                           Στους Λφους, Οι Πλεις...

     Μχρι τη πρτη βδομδα του ταξιδιο τους στη Γιουγκοσλαβα, ο Μικ δεν εχε καταλβει τον πολιτικ φανατισμ που διπνεε τον εραστ που 'χε διαλξει: Φυσικ, τον εχανε προειδοποισει. Μια απ τις αδελφς στα Λουτρ του 'χε πει πως ο Τζουντ τανε δεξιτερα του Αττλα, αλλ ο τπος ταν νας απ τους πρην εραστς του κι ο Μικ εχε συμπερνει πως η κακεντρεχς αυτ κριτικ εχε γνει απ προσωπικ εμπθεια πιτερο, παρ απ αντικειμενικ κρση.
     πρεπε να τον εχε ακοσει. Γιατ ττε δε θα βρισκτανε στο Φολκσβγκεν, πο ξαφνικ μοιαζε μικρ σα φρετρο, να ταξιδεει σε δρμο χωρς τλος και ν' ακοει τις απψεις του Τζουντ πνω στον σοβιετικ επεκτατισμ. Θε μου, τανε τρομερ βαρετ. Ο Τζουντ δε συζητοσε, βγαζε λγο κι ατρμονα μλιστα. Στην Ιταλα το κρυγμα, αφοροσε τον τρπο που οι Κομμουνιστς εχαν εκμεταλλευθε τη ψφο των αγροτν. Τρα, στη Γιουγκοσλαβα, ο Τζουντ εχε πρει πολ ζεστ το θμα κι ο Μικ ταν τοιμος ν' αρπξει να σφυρ και να του σπσει το δογματικ του κεφλι.
     Δε διαφωνοσε μ' λα σα λεγε ο Τζουντ. Μερικ απ τα επιχειρματ του, τουλχιστον αυτ πο καταλβαινε, ταν αρκετ λογικ. 'μως, τι ξερε αυτς; 'τανε δσκαλος χορο. Ο Τζουντ ταν δημοσιογρφος κι εξ επαγγλματος πρβαλλε τον εαυτ του σαν αυθεντα.
     πως κι οι περισστεροι δημοσιογρφοι που 'χε γνωρσει ο Μικ. Θεωροσε πως πρεπε να ‘χει ποψη επ παντς επιστητο κι ιδιατερα στη πολιτικ. Η πολιτικ ταν η ιδανικ γορνα για τσαλαβοτημα. Μπορες να χσεις, σαν το γουρονι τη μουσοδα σου, τα μτια, το κεφλι σου, τις οπλς σου μσα στη λσπη και να περνς πολ διασκεδαστικ την ρα σου πλατσουρζοντας. ταν να θμα ανεξντλητο για ποιον θελε να το καταβροχθσει, μια τροφ πο εμπεριεχε κτι απ' λα, γιατ, σμφωνα με τον Τζουντ, τα πντα ταν πολιτικ. Οι τχνες ταν πολιτικ. Το σεξ ταν πολιτικ. Η θρησκεα, το εμπριο, η κηπουρικ, το φαγητ, το ποτ, το κλσιμο -λα τανε πολιτικ.
     Θε μου, ταν αδιανητα βαρετ, δολοφονικ και θανατηφρα βαρετ για τον ρωτα. Κι ακμα χειρτερα, ο Τζουντ δεν δειχνε να παρατηρε την αφρητη πλξη του Μικ αν την εχε παρατηρσει, δε τον ενδιφερε. Συνχιζεν απλς να παραληρε, αναπτσσοντας λο και πιο πολπλοκα επιχειρματα κι επιμηκνοντας τις προτσεις του ανλογα με τα χιλιμετρα που δισχιζαν. Ο Μικ εχε αποφασσει πως ο Τζουντ δεν τανε παρ νας εγωκεντρικς μπσταρδος και, μλις τλειωνε ο μνας του μλιτς τους, θα χριζε με τον τπο.
     Μχρι το ταξδι τους, αυτ την ατλειωτη κι σκοπη περιπλνηση στα νεκροταφεα του μεσευρωπακο πολιτισμο, ο Τζουντ δεν εχε συνειδητοποισει πσο σχετος πολιτικ ταν ο Μικ. Ο τπος δεν δειχνε το παραμικρ ενδιαφρον για την οικονομικ και πολιτικ κατσταση των χωρν που διασχζανε. Εχε δεξει πλρη αδιαφορα για τα γεγοντα πο κρβονταν πσω απ τη κατσταση στην Ιταλα και χασμουριταν, -μλιστα, χασμουριταν-, ταν προσπθησε (χωρς επιτυχα) ν' ανοξει συζτηση για την απειλ που αντιπροσπευαν οι Ρσοι για τη παγκσμια ειρνη. πρεπε να δεχτε την πικρ αλθεια: ο Μικ ταν απλς αδελφ, δεν υπρχε λλη λξη να τον χαρακτηρσεις. Εντξει, σως δεν κουνιτανε ναζιρικα και δε παραφορτωντανε με κοσμματα, αλλ παρ' λα αυτ ταν αδελφ και του αρκοσε να περιδιαβανει αμριμνος στον ονειρικ κσμο των πριμων αναγεννησιακν τοιχογραφιν και των γιουγκοσλαβικν εικνων. Οι πολυπλοκτητες, οι αντιθσεις, ακμη κι οι ωδνες που προκλεσαν την νθηση και τη παρακμ αυτν των πολιτισμν, ταν απλς κουραστικς γι' αυτν. Το μυαλ του τανε τσο ρηχ σο και το παρουσιαστικ του: ταν να καλοβαλμνο μηδενικ.
     Ωραος μνας του μλιτος, κι αυτς.
     Ο δρμος που ξεκινοσε ντια απ το Βελιγρδι για το Νβι Παζρ τανε, για τα γιουγκοσλαβικ δεδομνα, αρκετ καλς. τανε σχετικ ευθς κι οι λακκοβες τανε λιγτερες απ' ,τι στους λλους δρμος που 'χανε ταξιδψει. Η πλη του Νβι Παζρ βρισκταν στη κοιλδα του ποταμο Ρσκα, ντια της πλης που 'χε πρει τ' νομ της απ το ποτμι. Η περιοχ δεν ταν ιδιατερα δημοφιλς στους τουρστες. Παρ τον καλ δρμο, ταν ακμη δυσπρσιτη κι οι ανσεις που παρεχε δεν τανε γι' απαιτητικ γοστα. 'μως ο Μικ ταν αποφασισμνος να επισκεφθε το μοναστρι της Σοποτσνης, στα δυτικ της πλης και μετ απ να δριμτατο καβγ η ποψ του επικρτησε.
     Το ταξδι αποδεχθηκε αδιφορο. Στις δυο πλευρς του δρμου οι καλλιεργημνοι αγρο τανε ξερο και γεμτοι σκνη. Το καλοκαρι ταν ασυνθιστα ζεστ και πολλ χωρι υπφεραν απ τη ξηρασα. Οι σοδεις δεν εχανε πει καλ και πολλο εχαν αναγκαστε να σφξουνε τα ζα τους πρωρα, για να μη πεθνον απ τη πενα. Οι λγοι νθρωποι που συναντσανε στον δρμο εχαν κφραση ττας χαραγμνη στα πρσωπ τους. Ακμη και τα παιδι τανε σκυθρωπ, με τα φρδια τους σουφρωμνα και βαρι σα την αποπνικτικ ζστη που 'ζωνε τη κοιλδα.
     χοντας εκφρσει ανοιχτ τη γνμη τους, μετ απ τον καβγ στο Βελιγρδι, οδηγοσανε σιωπηλο τη περισστερη ρα μως ο σιος δρμος, πως οι περισστεροι σιοι δρμοι, προσελκει τη φιλονικα. 'ταν η οδγηση εναι εκολη, το μυαλ ψχνει κτι για ν' απασχοληθε. Τι το καλτερο, λοιπν, απ μια λογομαχα;
-"Γιατ διολε, θλεις να πας σ' αυτ το μοναστρι;" ρτησε ο Τζουντ. 'ταν αναμφισβτητη πρκληση.
-"Κναμε λο αυτν το δρμο..." Ο Μικ προσπθησε να κρατσει τη κουβντα σε φιλικ εππεδο. Δεν εχε διθεση για καβγ.
-"Θες να δεις κι λλες γαμημνες Παρθνους;" Προσπαθντας να διατηρσει τον τνο της φωνς του ρεμο, ο Μικ πρε τον ταξιδιωτικ οδηγ και διβασε δυνατ να απσπασμα:
 -"...εκε, μπορετε να δετε και ν' απολασετε κποια απ τα σημαντικτερα ργα της σερβικς ζωγραφικς, συμπεριλαμβανομνου και του πνακα που απ πολλος κριτικος θεωρεται το διαχρονικ αριστοργημα της σχολς της Ρσκα: Τη «Κομηση Της Παρθνου»": Σιωπ.
 -"χω μπουχτσει με τις εκκλησες".
-"Πρκειται γι' αριστοργημα".
-"Σμφωνα μ' αυτ το καταραμνο βιβλο, λα εναι αριστουργματα". Ο Μικ ρχισε να χνει τον αυτολεγχ του.
-"Δυμισι ρες το πολ-"
-"Σου επα τι δε θλω να δω λλη εκκλησα, η μυρωδι τους μ' αρρωστανει. Ξεθυμασμνο λιβνι, ιδρτας και ψματα..."
-"Εναι μια μικρ παρκαμψη, ταν επιστρψουμε στο δρμο, μπορες να μου κνεις λλη μια διλεξη για τις αγροτικς επιχορηγσεις στο Σαντζκ".
-"Απλς προσπαθ να κνω κποιαν αξιοπρεπ συζτηση αντ γι' αυτς τις ατλειωτες μπορδες περ γαμημνων σρβικων αριστουργημτων-"
-"Σταμτα το αυτοκνητο!"
-"Τι";
-"Σταμτα το αυτοκνητο!"
     Ο Τζουντ βγαλε το αυτοκνητο στην κρη του δρμο. Ο Μικ βγκε ξω. Ο δρμος ταν καυτς, αλλ φυσοσε να ελαφρ αερκι. Πρε βαθιν ανσα και περπτησε στη μση του δρμο. ταν ρημος απ πεζος κι αυτοκνητα και στις δο του κατευθνσεις. Τελεως ρημος. Οι λφοι γρω απ τους αγρος μοιαζαν ν' ανασαλεουνε μες στη καλοκαιριν κψα. Στα χαντκια, στις κρες του δρμου, φτρωναν γριες παπαρονες. Ο Μικ δισχισε το δρμο, κθισε στις φτρνες κι κοψε μια. 'Ακουσε τη πρτα του Φολκσβγκεν να κλενει δυνατ πσω του.
-"Γιατ σταματσαμε;" ρτησε ο Τζουντ. 'ταν εκνευρισμνος, αποζητοσε ακμη τον καβγ κι ψαχνε αφορμ για να μαλσουνε. Ο Μικ ανασηκθηκε παζοντας με τη παπαρονα. Το καλοκαρι ταν προχωρημνο κι ταν τοιμη να σπορισει. Τα πταλ της πεφταν απ την ανθοδχη μλις τ' γγιζε, μικρς κκκινες πινελις που κυμτιζαν στη γκρζα σφαλτο.
-"Σου 'κανα μιαν ερτηση", επε ο Τζουντ.
     Ο Μικ κοταξε γρω του. Ο Τζουντ στεκταν πσω απ το αυτοκνητο, με τα φρδια του ζαρωμνα απ τον θυμ που φοντωνε. 'μως ταν μορφος ω, ναι! το πρσωπ του κανε τις γυνακες να κλανε μ' απελπισα γιατ ταν ομοφυλφιλος. Εχε παχ, μαρο μουστκι (ψογα ψαλιδισμνο) και μτια που μποροσες να τα κοιτς για πντα χωρς να δεις την δια λμψη μσα τους δετερη φορ. "Για τ' νομα του Θεο", σκφθηκε ο Μικ, "γιατ νας τσον μορφος ντρας να 'ναι νας ανασθητος μαλκας";
     Ο Τζουντ ζγισε με τον διο περιφρονητικ τρπο το μορφο, κατσουφιασμνο αγρι στην λλη κρη του δρμου. Του 'ρχτανε να κνει εμετ βλποντας τη μικρ παρσταση που 'δινεν ο μικρς στην κρη του δρμου, πως μως ν' αναζητσεις κθε αξιοπιστα απ ναν εικοσιπεντχρονο νεαρ.
     Ο Μικ φησε το λουλοδι κι βγαλε τη μπλοζα απ το παντελνι του. 'να σφιχτ στομχι και στη συνχεια να λιγν κι απαλ στθος αποκαλφθηκαν καθς τη σκωσε και γδθηκε απ τη μση και πνω. 'ταν το κεφλι του εμφανστηκε ξαν, τα μαλλι του ταν ανακατεμνα, και χαμογελοσε. Ο Τζουντ κοταξε το κορμ του. Συμμετρικ, χι πολ μυδες. Η ουλ απ μια παλι εγχερηση σκωληκοειδτιδας προεξεχε απ το ξεθωριασμνο τζιν του. Μια μικρ χρυσ αλυσδα που αντανακλοσε το φως του λιου φλιαζε στο λακκκι του λαιμο του. Χαμογλασε αυθρμητα στον Μικ κι να εδος ειρνης αποκαταστθηκε μεταξ τους. Ο Μικ ξεκομπωνε τη ζνη του.
-"Θλεις να πηδηχτομε;" ρτησε με το χαμγελο πντα στα χελη.
-"Δεν χει νημα", ρθε η απντηση, αν και δε προοριζταν γι' αυτ την ερτηση.
-"Και τι χει";
-"Δε ταιριζουμε".
-"Βζεις στοχημα;" Εχε κατεβσει το φερμουρ και προχωροσε στα σιτοχραφα που πλαισινανε τον δρμο. Ο Τζουντ τον βλεπε ν' ανογει δρμο σα θεριστς μσα στη κυματιστ θλασσα. Τα στχια εχανε το διο χρμα με τη πλτη του και τον κρυβαν ανμεσ τους.
     ταν επικνδυνο να πηδηχτον ξω, στην παιθρο -εδ δεν τανε Σαν Φρανσσκο, οτε καν Χμπστεντ Χηθ. Ο Τζουντ κοταξε νευρικ το δρμο. ταν ακμη δειος και στις δο κατευθνσεις. Κι ο Μικ απομακρυντανε βαθι μσα στους αγρος, γυρζοντας κθε λγο και λιγκι, γνφοντς του και προσκαλντας τον σαν κολυμβητς που εππλεε πνω σ' να χρυσαφνιο κμα. Τι διβολο... δεν υπρχε ψυχ να τους δει, ψυχ να το μθει. Μνο οι λφοι, υγρο μσα στην αχλ της ζστης, με τις δασωμνες ρχες τους γερμνες στη γη κι να χαμνο σκυλ ξαπλωμνο στην κρη του δρμου, περιμνοντας κποιον χαμνο αφντη.
     Ο Τζουντ ακολοθησε τα χνρια του Μικ ανμεσα στα στρια, ξεκουμπνοντας το πουκμισ του καθς περπατοσε. Ποντκια του αγρο τρεχαν βιαστικ ανμεσα στα καλμια, φοβισμνα απ τον γγαντα που τα πλησαζε και το πδι του που τρνταζε τη γη. Εδε τον πανικ τους και χαμογλασε. Δεν εχε πρθεση να τους κνει κακ, αλλ δεν τανε σε θση να το γνωρζουν. σως αφαιροσε εκατοντδες ζως, ποντκια, σκαθρια, σκουλκια, μχρι να φτσει στο σημεο που ο Μικ τον περμενε ξαπλωμνος κι ολγυμνος πνω σ' να στρμα απ πατημνα στχια, χαμογελντας ακμη.
     καναν μορφο ρωτα, μορφο και παθιασμνο με ση ευχαρστηση και για τους δυο. Υπρχεν ακρβεια στο πθος τους, νιωθαν τη στιγμ που η αβαστη απλαυση γινταν επιτακτικ, τη στιγμ που η επιθυμα γινταν ανγκη. Δνανε μεταξ τους, το να μλος γρω απ το λλο, η μια γλσσα πνω στην λλη, σ' να σφιχτ κμπο που μνον ο οργασμς μποροσε να λσει. Οι πλτες τους καψαλζονταν και γδρνονταν εναλλακτικ καθς κυλιντουσαν αγκαλιασμνοι, ανταλλσσοντας φιλι και γλεφοντας ο νας τον λλο. Τη στιγμ του παροξυσμο τους, ταν χνανε μαζ, ακοσανε τον χο ενς τρακτρ που περνοσε, τους φησε μως εντελς αδιφορους.
     Επστρεψαν στο Φολκσβγκεν με τα μαλλι, τ' αφτι, τις κλτσες, τα δχτυλ τους γεμτα απ στχια που 'χαν αλωνσει με τα κορμι τους. Τα χαμγελ τους εχαν αντικατασταθε απ νετα γελκια: η ανακωχ, αν χι μνιμη, θα κρατοσε τουλχιστον για λγες ρες.
     Το αυτοκνητο βραζε μσα στη ζστη και χρειστηκε ν' ανοξουν λα τα παρθυρα και να περιμνουνε να το δροσσει λγο το αερκι πριν ξεκινσουνε για το Νβι Παζρ. ταν τσσερις η ρα κι εχανε μιαν ρα οδγησης μχρι να φτσουν. ταν μπκαν στο αυτοκνητο, ο Μικ επε:
-"Ας ξεχσουμε το μοναστρι, ε;" Ο Τζουντ δεν απντησεν αμσως. Και μετ:
-"λεγα-"
-"Δε θ' ντεχα λλη μια γαμημνη Παρθνα!" Γλασαν ανλαφρα μεταξ τους, φιληθκανε, γευμενοι ο νας τον λλο και συγχρνως τον εαυτ τους, να μγμα σλιου κι αλμυρο σπρματος.
     Η επμενη μρα τανε λαμπερ, αλλ' χι ιδιατερα ζεστ. Το γαλζιο του ουρανο τανε καλυμμνο απ' ομοιμορφο στρμα λευκν νεφν. Ο πρωινς αρας φτανε στα ρουθονια αψς σαν αιθρας μντα. Ο Βσλαβ Γλοβτσεκ παρακολουθοσε τα περιστρια στη κεντρικ πλατεα του Ππολατς να ερωτοτροπονε με τον θνατο, πηδντας και φτεροκοπντας μπροστ απ τα σχματα που κυκλοφοροσαν παντο: λλα για δουλεις του στρατο, λλα για καθαρ ιδιωτικς. Επικρατοσεν ατμσφαιρα νηφλιας προσμονς, που μως δεν ταν ικαν να καταπνξει την υπερδιγερση που 'νιωθε αυτ τη μρα και που γνριζε τι τη μοιραζτανε μ' λους τους ντρες, τις γυνακες και τα παιδι του Ππολατς. ταν σγουρος τι την νιωθαν ακμη και τα περιστρια. σως γι' αυτ παζανε κτω απ τις ρδες με τσην επιδεξιτητα, γνωρζοντας τι αυτν ακριβς τη μρα τποτε κακ δε θα μποροσε να τους συμβε.
     Κοταξε πλι τον ουραν, τον διο λευκ ουραν που μελταγε απ την αυγ. Τα σννεφα τανε χαμηλ, πργμα που δεν ταν ιδανικ για τους εορτασμος. Θυμθηκε μιαν κφραση, μια αγγλικ κφραση που 'χεν ακοσει απ φλο: "Με το κεφλι, του στα σννεφα". Αυτ σμαινε, απ' ,τι εχε συμπερνει, να ζεις ονειροπολντας, μσα σ' να λευκ, πιαστο νειρο. "Αυτ μνο", σκφτηκε ειρωνικ, "καταλβαιναν οι δυτικο απ τα σννεφα, πως συμβλιζαν τα νειρα. Δεν ταν τυχαο τι εχαν αποτχει να βγλουν κτι αληθιν απ' αυτ τη τυχαα κφραση. Εδ, σ' αυτος τους μυστικος λφους, αυτο θα δημιουργοσαν μια θεαματικ πραγματικτητα απ' αυτς τις επιπλαιες λξεις. Μια ζωνταν παροιμα".
     Με το κεφλι στα σννεφα.
     δη η πρτη ομδα συγκεντρωντανε στη πλατεα. Υπρχαν νας δυο απντες που 'ταν ρρωστοι, αλλ οι αναπληρωματικο τους ταν τοιμοι και περιμνανε να προυνε τη θση τους. Με πσην ανυπομονησα! Τι πλατ χαμγελο ταν νας αναπληρωματικς κουγε τον αριθμ και το νομ του το νομ της κι βγαινε απ τη γραμμ για να συμπληρσει το μλος που δη σχηματιζταν. Παντο υπρχε εκπληκτικ οργνωση και συγχρονισμς. Ο καθνας εχε μια δουλει να κνει και μια θση να καταλβει. Οτε φωνς οτε σπρωξματα: στην πραγματικτητα, η νταση της φωνς τους δεν υψωνταν πνω απ ναν ανυπμονο ψθυρο. Παρακολουθοσε με θαυμασμ τη διαδικασα της σωστς τοποθτησης, της ασφλισης και του δεσματος να προχωρ.
     Η μρα επρκειτο να ‘ναι μεγλη και κουραστικ. Ο Βσλαβ εχε ρθει στη πλατεα μια ρα πριν το χραμα πιε καφ σε πλαστικ, εισαγμενα κπελλα, σχολαζε τα δελτα καιρο που φταναν κθε μισωρο απ τη Πρστινα και τη Μιτρβιτσα και παρακολουθοσε στον ναστρο ουραν το γκρζο φως της αυγς ν' απλνεται αργ. Τρα πινε τον κτο καφ της ημρας, κι ταν μλις επτ η ρα. Στην απναντι πλευρ της πλατεας, ο Μτζινγκερ φαινταν το διο κουρασμνος κι ανυπμονος σο κι αυτς.
     Εχανε δει μαζ το χραμα, ο Μτζινγκερ κι αυτς. 'μως τρα εχανε χωριστε, ξεχνντας τη συντροφικτητ τους, και δεν θα μιλοσαν μχρι να τελεισει η αναμτρηση. Στο κτω-κτω ο Μτζινγκερ ταν απ το Ποντογιεβο. 'πρεπε να υποστηρξει τη δικ του πλη στην επερχμενη μχη. Αριο θα συζητοσαν τις εμπειρες τους και θα διηγιντουσαν τις περιπτεις τους, αλλ σμερα πρεπε να συμπεριφρονται σαν να ταν γνωστοι, να μην ανταλλξουν οτε να χαμγελο. Σμερα πρεπε να εναι οπαδο πνω απ' λα, να ενδιαφρονται μνο για τη νκη της πλης τους πνω στην αντπαλ της.
     Τρα το πρτο σκλος του Ππολατς ανυψωνταν, προς αμοιβααν ικανοποηση του Μτζινγκερ και του Βσλαβ. Οι λεγχοι ασφαλεας εχανε γνει προσεκτικ και το σκλος αποχρησε απ τη πλατεα ρχνοντας την ογκδη σκι του στη πρσοψη του Δημαρχεου.
     Ο Βσλαβ πιε μια γουλι απ τον πολ γλυκ καφ του κι επτρεψε στον εαυτ του να γρλισμα ικανοποησης. Τι μρες, Θε μου, τι μρες. Μρες γεμτες δξα, με σημαες να κυματζουν και θεματα που προκαλοσαν δος, ικαν να σημαδψουν λη σου τη ζω. 'ταν μια πρτη γεση απ τον Παρδεισο.
     'Ασε την Αμερικ να 'χει τις απλς της απολασεις, τα Μκυ Μους, τα ζαχαρωμνα κστρα της, τις μδες και τις τεχνολογες της. Δεν θελε τποτε απ' αυτ. Το μεγαλτερο θαμα του κσμου βρισκταν εδ, κρυμμνο στους λφους.
     Α! Τι μρες!
     Στη κεντρικ πλατεα του Ποντογιεβο η σκην δεν τανε λιγτερο ζωνταν κι εμπνευσμνη. σως δικρινες μια βουβ υποψα θλψης να υποβσκει στον φετιν εορτασμ, αλλ τανε κατανοητ. Η Ντα Ομπρνοβιτς, η πολυαγαπημνη κι αξιοσβαστη διοργαντρια του Ποντογιεβο δε ζοσε πια. Ο θνατος την εχε πρει κοντ τον περασμνο χειμνα, στα ενενντα τσσερ της χρνια κι η πλη εχε στερηθε τις ντονες απψεις της και τις ακμη πιο ντονες αναλογες της. Για εξντα χρνια η Ντα εχε δουλψει με τους πολτες του Ποντογιεβο, προγραμματζοντας την επμενη αναμτρηση, βελτινοντας τα σχδια, ξοδεοντας λη της την ενργεια στο να κνει την επμενη δημιουργα πιο φιλδοξη και πιο αληθοφαν απ τη προηγομενη.
     Τρα ταν νεκρ κι λοι την νοσταλγοσανε. Δεν υπρχε αποδιοργνωση στους δρμους χωρς αυτν, οι νθρωποι ταν απ μνοι τους πολ πειθαρχημνοι, αλλ εχανε πσει ξω στο χρονοδιγραμμ τους κι ταν δη επτ κι εκοσι πντε. Η κρη της Ντα την εχε αντικαταστσει, αλλ δε διθετε την ικαντητα της μητρας της να εμψυχνει τους ανθρπους την ρα της δρσης.
     'ταν, με λγα λγια, πολ ανεκτικ για τη συγκεκριμνη δουλει. Μια δουλει που απαιτοσε ναν αρχηγ εν μρει προφτη κι εν μρει συντονιστ, ικαν να καλοπινει, να φοβερζει και να εμπνει τους πολτες στο ργο τους. 'σως μετ απ δυο-τρεις δεκαετες, χοντας τη συσσωρευμνη εμπειρα λγων αναμετρσεων ακμη, η κρη της Ντα Ομπρνοβιτς να γινταν πετυχημνη διοργαντρια. "μως, προς το παρν, το Ποντογιεβο εχε μενει πσω οι λεγχοι ασφαλεας εχαν παραμεληθε, και νευρικ βλμματα εχαν αντικαταστσει την αυτοπεποθηση των προηγομενων χρνων.
     Παρ' λα αυτ, ξι λεπτ πριν τις οκτ το πρτο μλος του Ποντογιεβο βγκε απ τη πλη και κατευθνθηκε στο σημεο συγκντρωσης να περιμνει το ταρι του. Την δια ρα στο Ππολατς οι πλευρς εχαν δη δεθε κι οπλισμνες μονδες περιμνανε διαταγς στη Κεντρικ Πλατεα.
      Ο Μικ ξπνησε στις επτ παρ' λο που δεν υπρχε ξυπνητρι στο λιτ επιπλωμνο τους δωμτιο στο Ξενοδοχεο Μπογκραντ. μεινε ξαπλωμνος στο κρεβτι κι κουγε τη ρυθμικ αναπνο ταυ Τζουντ στο μον κρεβτι στην λλη κρη του δωματου. Το μουντ πρωιν φως που 'μπαινε απ τις λεπτς κουρτνες δεν προδιθετε για γργορη αναχρηση. Αφο κατσε λγα λεπτ χαζεοντας τη ξεφλουδισμνη μπογι στο ταβνι και τον χοντροκομμνο ξλινο Εσταυρωμνο στον απναντι τοχο, σηκθηκε και πλησασε το παρθυρο. Η μρα, πως εχε μαντψει, τανε μουντ. Ο ουρανς τανε συννεφιασμνος κι οι στγες του Νβι Παζρ φανονταν γκρζες κι ομοιμορφες στο θαμπ φως της ημρας. μως πρα απ τις στγες, στην ανατολ, δικρινε τους λφους, που 'ταν ηλιλουστοι. βλεπε τις ακτνες του λιου να φωτζουνε τα σμαραγδνια δση, προσκαλντς τους για μια βλτα στις πλαγις τους.
     Σμερα σως πγαιναν ντια, στη Κοσφσκα Μιτρβιτσα. Υπρχεν αγορ εκε κι να μουσεο, τσι δεν εναι; Και θα μποροσαν να κατεβονε στη κοιλδα του μπαρ και ν' ακολουθσουνε τον δρμο πλι στο ποτμι, εκε που οι λφοι υψνονταν απρσιτοι κι ηλιλουστοι, πνω απ τις δυο χθες του. Οι λφοι... ναι! σμερα πρεπε να επισκεφθονε τους λφους.
     ταν οκτ και τταρτο.
     Στις εννι, τα κυρως σματα του Ππολατς και του Ποντογιεβο εχαν ουσιαστικ συγκροτηθε. Τα μλη και των δυο πλεων ταν τοιμα και περιμνανε στις καθορισμνες περιοχς να ενωθονε με τους μελλοντικος τους κορμος.
     Ο Βσλαβ Γλοβτσεκ σκασε με γαντοφορεμνα χρια τα μτια του κι επιθερησε τον ουραν. Τη τελευταα ρα τα σννεφα εχανε σηκωθε ψηλτερα και στα δυτικ εχαν αραισει περιστασιακ, βλεπες και τις αχτδες του λιου. 'σως η μρα να μην ταν ιδανικ για την αναμτρηση, αλλ οπωσδποτε ταν ικανοποιητικ.
      Ο Μικ κι ο Τζουντ πρανε το πρωιν τους καθυστερημνοι. Φγανε χμεντεκς -η τοπικ απδοση του ζαμπν μ' αβγ- κι πιαν αρκετ φλιτζνια σκτου, αρωματικο καφ. Ο ουρανς καθριζε, ακμη και στο Νβι Παζρ και προγραμμτισαν τη μρα τους φιλδοξα. Θα τργανε στη Κοσφσκα Μιτρβιτσα για μεσημρι και το απογευματκι σως πηγανανε βλτα στο κστρο του λφου του Ζβκαν.
     Γρω στις εννα και μισ φυγαν απ το Νβι Παζρ και πραν το δρμο του Σρμποβατς προς το ντο με προορισμ την κοιλδα του μπαρ. Ο δρμος δεν τανε καλς, αλλ οι λακκοβες και τα εξογκματα δεν ταν ικαν να τους χαλσουνε τη διθεση, αυτ τη μρα.
     Ο δρμος ταν δειος, εκτς απ λγους πεζος. Αντ για τα χωρφια με στρι και καλαμπκι που στοχιζαν το δρμο τους τη προηγομενη μρα, σμερα βλπανε κυματοειδες λφους με τις πλαγις τους καλυμμνες απ πυκν και σκοτειν δση. Εκτς απ λγα πουλι, δε συνντησαν λλα ζα. Ακμη κι οι σπνιοι συνταξιδιτες τους, μετ απ λγα χιλιμετρα εξαφανστηκαν. Τα λγα αγροτσπιτα που συναντοσαν ταν κλειδωμνα και τα παρθυρ τους κλειστ. Μαρα γουρονια τρχανε στις αυλς, αλλ δεν υπρχαν παιδι να τα τασουν. Οι μπουγδες κυματζανε σ' ακαννιστα σχματα στα σκοινι, αλλ οι νοικοκυρς εχαν εξαφανιστε.
     Αρχικ, το μοναχικ τους ταξδι ανμεσα στους λφους, με τη παντελ λλειψη ανθρπινης επαφς, ταν αναζωογονητικ, αλλ με το προχρημα της μρας ρχισαν ν' ανησυχον.
-"Δε θα 'πρεπε να 'χουμε συναντσει τη πινακδα για τη Μιτρβιτσα, Μικ;" Κοταξε τον χρτη.
-"σως..."
-"Μλλον πραμε λθος δρμο".
-"Αν υπρχε πινακδα, θα την εχα δει. Νομζω πως πρπει να βγομε απ' αυτ τον δρμο, να συνεχσουμε ντια λγο ακμη και να μπομε στη κοιλδα πιο κοντ στη Μιτρβιτσα απ' τι εχαμε σχεδισει".
-"Πως θα βγομε απ' αυτ τον αναθεματισμνο δρμο;"
-"Εχε μερικς εξδους..."
-"Χωματδρομους".
 -"Δεν υπρχει λλη λση ετε βγανουμε σε χωματδρομο, ετε συνεχζουμε στον διο". Ο Τζουντ σοφρωσε τα χελη.
-"Μου δνεις να τσιγρο;" επε.
-"χουνε τελεισει εδ και πολλ χιλιμετρα". Μπροστ τους οι λφοι σχηματζανε μιαν αδιαπραστη γραμμ. Δεν υπρχαν χνη ζως: οτε τολπες καπνο απ καπνοδχους οτε χοι φωνν αυτοκιντων.
-"Τρμα", επε ο Τζουντ, "στρβουμε στον πρτο δρμο που συναντμε. Αποκλεεται να 'ναι χειρτερα". Συνχισαν. Ο δρμος βαθμιαα χειροτρευε, οι λακκοβες εχανε γνει κρατρες, τα εξογκματα τανε σαν ανθρπινα κορμι κτω απ τις ρδες. Και ττε:
-"Εκε!"
     Στροφ: μια χειροπιαστ στροφ. Δεν ταν μεγλος δρμος φυσικ. Στη πραγματικτητα, ταν χειρτερος απ' αυτος που ο Τζουντ εχε χαρακτηρσει χωματδρομους, αλλ' αποτελοσε διξοδο απ τη παγδα του κεντρικο δρμου, που φαινταν ατλειωτος.
-"χει αρχσει να γνεται πραγματικ σαφρι", επε ο Τζουντ καθς το Φολκσβγκεν ρχισε να τρζει και ν' αγκομαχ στο θλιβερ μονοπτι.
-"Που 'ναι το νστικτο της περιπτειας που σε διακρνει;"
-"Ξχασα να το φρω μαζ μου".
     Εχαν αρχσει να ανηφορζουν τρα, καθς το μονοπτι σκαρφλωνε στριφογυριστ πνω στους λφους. Τα δντρα πυκννανε γρω τους κι οι ψηλς κορφς τους κρυβαν τον ουραν, μ' αποτλεσμα το ταξδι τους να γνεται σ' εναλλαγ φωτς και σκις. Αφνης ακοσανε κελδημα πουλιν, σκοπο κι αισιδοξο και στα ρουθονια τους φτασε η μυρωδι του πεκου και της ακαλλιργητης γης. Μπροστ τους μια αλεπο δισχισε το μονοπτι. Σταμτησε για μια στιγμ να τους κοιτξει, καθς το αυτοκνητο μογκριζε ανεβανοντας προς το μρος της και στη συνχεια εξαφανστηκε μσα στα δντρα με το νωχελικ βμα ενς ατρμητου πργκιπα.
     "που και να πγαινανε", σκφτηκε ο Μικ, "τανε καλτερα απ τον δρμο που φησαν". Σε λγο σως θα 'πρεπε να σταματσουνε και να περπατσουνε λιγκι, να βρουν νοιγμα για να δουν απ ψηλ τη κοιλδα, ακμη και το Νβι Παζρ κουρνιασμνο κτω απ τα πδια τους. Οι δυο ντρες τανε σ' απσταση μιας ρας απ το Ππολατς ταν το κεφλι της ομδας βγκε απ τη Κεντρικ Πλατεα και πρε τη θση του με το υπλοιπο σμα.
     Αυτ η τελευταα ξοδος φησε τη πλη εντελς ρημη. Κανες δεν μενε παραμελημνος εκενη τη μρα, οτε οι ρρωστοι οτε οι γροι. λοι εχανε το δικαωμα να παρακολουθσουν το θαμα και τον θραμβο της αναμτρησης. Ο κθε πολτης, μωρ κατκοιτος γρος, οι τυφλο, οι ανπηροι, βρφη στην αγκαλι των μανδων τους, γκυες γυνακες -λοι ανβαιναν απ τη περφανη πλη τους στο πεδο της μχης. Ο νμος ριζε πως ταν υποχρεωμνοι να παρευρσκονται, αλλ ποτ δε χρειστηκε να επιβληθε. Καννας πολτης των δο πλεων δεν θελε να χσει την ευκαιρα να δει αυτ το θαμα -να ζσει τη συναρπαστικ εμπειρα αυτς της αναμτρησης. Η μχη πρεπε να εναι ολοκληρωτικ: πλη εναντον πλης. Ανκαθεν μ' αυτ τον τρπο γινταν.
     Οι πλεις, λοιπν, ανεβκανε στους λφους. Μχρι το μεσημρι οι κτοικοι του Ππολατς και του Ποντογιεβο εχανε συγκεντρωθε στο μυστικ πηγδι των λφων, κρυμμνοι απ τα πολιτισμνα βλμματα, για να δσουνε την αρχαα και τελετουργικ τους μχη.
     Δεκδες χιλιδες καρδις χτυποσανε δυνατ. Δεκδες χιλιδες κορμι τανυστκανε, μοχθσανε κι δρωσαν καθς οι αδελφς πλεις πραν θση. Οι σκις των κορμν τους κλυπταν εκτσεις γης στο μγεθος μικρν πλεων το βρος των ποδιν τους λιωνε το γρασδι σε πρασινωπ χυμ. Οι κινσεις τους σκτωναν ζα, ποδοπατοσαν θμνους και γκρμιζαν δντρα. Η γη κυριολεκτικ σειτανε στο πρασμ τους, οι λφοι αντιλαλοσαν απ τα βροντερ τους βματα.
     Στο πυργωτ σμα του Ποντογιεβο αρχζανε να διακρνονται κποιες τεχνικς ανωμαλες. Μια ανεπασθητη ατλεια στο δσιμο του αριστερο πλευρο εχε σαν αποτλεσμα, ανεπρκεια σ' αυτ το σημεο και κατ συνπεια, δημιουργοσε προβλματα στον μηχανισμ περιστροφς των γοφν. 'ταν πιο καμπτος απ το κανονικ κι οι κινσεις δεν ταν στρωτς. 'σοι ταν σ' αυτ τη περιοχ της πλης κοπιζανε πολ περισστερο. Ββαια το αντιμετπιζανε με γενναιτητα' λλωστε η αναμτρηση εχε στχο να ωθσει τους αντιπλους στην υπρβαση των ορων τους. 'μως, στη συγκεκριμνη περπτωση, το οριακ σημεο ταν κονττερα απ' σο τολμοσε κανες να φανταστε. Οι πολτες δεν ταν τσο ανθεκτικο σο στις προηγομενες αναμετρσεις. Μια δεκαετα φτωχν συγκομιδν εχε σαν αποτλεσμα κορμι λιγτερο καλοθρεμμνα, σπονδυλικς στλες λιγτερο ευλγιστες και θληση λιγτερο αποφασιστικ. Το κακοφτιαγμνο πλευρ μπορε να μη προκαλοσε ατχημα απ μνο του, αλλ, επιπλον εξασθενημνο απ την αδυναμα των πολεμιστν, δημιοργησε τις προποθσεις για να σκηνικ θαντου σε μιαν, νευ προηγουμνου, κλμακα. Σταμτησαν το αυτοκνητο.
-"Τ' κουσες αυτ;"
     Ο Μικ γνεψε αρνητικ. Η ακο του ταν ελαττωματικ απ την εποχ της εφηβεας. Οι, πολλς συναυλες ροκ που 'χε παρακολουθσει εχανε τινξει τα τμπανα του αφτιο του στον αρα. Ο Τζουντ βγκε απ το αμξι. Τα πουλι εχαν ησυχσει τρα. Ο θρυβος που 'χεν ακοσει ταν οδηγοσε επαναλφθηκε. Δεν ταν απλς νας θρυβος. ταν σχεδν δνηση της γης, να υπκωφο μουγκρητ που ερχταν απ τα γκατα των λφων. ταν βροντ; χι, τανε πολ ρυθμικς χος. Τ' κουσε ξαν, κτω απ τις σλες των παπουτσιν του.

                                     Μπουμ.

     Αυτ τη φορ το κουσε κι ο Μικ. 'σκυψε ξω απ το παρθυρο του αυτοκιντου.
-"ρχεται απ μπροστ. Το ακοω". Ο Τζουντ γνεψε καταφατικ .

                                                            Μπουμ.

     Η γη βρντησε ξαν.
-"Τι στο διολο εναι αυτ;" επε ο Μικ.
 -"Ο,τι και να 'ναι, θλω να το δω- ". Ο Τζουντ γρισε στο Φολκσβγκεν χαμογελντας.
-"Μοιζει με χο πλων", επε, βζοντας το αμξι μπροστ. "Μεγλων πλων".
     Μσα απ τα ρσικα κιλια του, ο Βσλαβ Γλοβτσεκ παρακολουθοσε τον αφτη να σηκνει το πιστλι. Εδε να συννεφκι λευκο καπνο να υψνεται απ τη κνη και μετ απ να δευτερλεπτο κουσε τον πυροβολισμ ν' αντηχε στη κοιλδα.
     Η αναμτρηση εχε αρχσει.
     Κοταξε τους δδυμους πργους του Ππολατς και του Ποντογιεβο. Με το κεφλι στα σννεφα - σχεδν στα σννεφα. Εχαν υψωθε τσο που σχεδν τειναν ν' αγγξουν τον ουραν. 'ταν να θαμα που σε γμιζε δος, σου κοβε την ανσα, στοχειωνε τα νειρ σου. Δο πλεις που λικνζονταν και σπαρταροσαν καθς προετοιμζονταν να κνουν το πρτο βμα, η μια ενντια στην λλη, σ' αυτ την τελετουργικ μχη.
     Το Ποντογιεβο ταν η λιγτερο σταθερ απ τις δο. Δικρινε ναν ανεπασθητο δισταγμ ταν η πλη σκωσε το αριστερ της πδι για να ξεκινσει. Τποτε το σοβαρ, απλς μια μικρ δυσκολα στο συγχρονισμ των μυν του γοφο και τον μηρο. Αρκοσαν λγα βματα για να βρει η πλη το ρυθμ της λγα βματα ακμη κι οι κτοικο της θα κινονταν σαν να πλσμα, νας τλειος γγαντας τοιμος να συνταιριξει τη χρη και την ισχ του ενντια στο εδωλ του.
     Ο πυροβολισμς ανασττωσε σμνη πουλιν που πταξαν απ τα δντρα της κρυμμνης κοιλδας. Υψθηκαν στον αρα, γιορτζοντας τη μεγλη αναμτρηση, κελαηδντας τον ενθουσιασμ τους καθς σρωναν τον ουραν πνω απ το πεδο της μχης.
 -"'Ακουσες πυροβολισμ;" ρτησε ο Τζουντ. Ο Μικ γνεψε καταφατικ.
-"Στρατιωτικ γυμνσια...;" Το χαμγελο του Τζουντ γινε πλατ. βλεπε δη με τη φαντασα του τους ττλους των εφημερδων: αποκλειστικ ρεπορτζ απ μυστικ γυμνσια στα βθη της γιουγκοσλαβικς υπαθρου. σως και ρσικα τανκς, τακτικς στρατιωτικς ασκσεις, μακρι απ τα ερευνητικ μτια της Δσης. Με λγη τχη θα ‘ταν ο διος ο αγγελιοφρος της εδησης.

                                    Μπουμ.
                                                                    Μπουμ.

     Πουλι πετξανε στον ουραν. Η ομοβροντα ταν ισχυρτερη τρα. μοιαζε πργματι με χο πλων.
-"Πρπει να 'ρχεται πσω απ την επμενη κορφ..." επε ο Τζουντ.
-"Νομζω πως δε πρπει να προχωρσουμε λλο".
-"Πρπει να πω να δω".
-"Δε θλω. Δε θα 'πρεπε να βρισκμαστε καν εδ".
-"Δε βλπω απαγορευτικς πινακδες".
-"Θα μας συλλβουνε, θα μας απελσουνε -δε ξρω... απλς νομζω..."

                                    Μπουμ!

-"Πρπει να δω".
     Μλις πρλαβε να ολοκληρσει τη φρση του κι ακοστηκαν οι κραυγς.
    Το Ποντογιεβο ορλιαζε -μια επιθαντια κραυγ. Κποιος στο αδναμο πλευρ εχε πεθνει απ το υπερβολικ ζρισμα και μια αλυσιδωτ αποσνθεση εχε ξεκινσει σ' λο το σστημα. 'νας νθρωπος χανε τον γετον του κι αυτς με τη σειρ του χανε τον δικ του, με αποτλεσμα την εξπλωση ενς καρκινογνου χους στο κορμ της πλης. Η συνοχ της πυργωτς δομς τον χειροτρευσε με τρομακτικ ταχτητα, καθς η αποδιοργνωση του ενς τμματος της ανατομας του προκαλοσε αφρητη πεση στα υπλοιπα.
     Το αριστοργημα που οι καλο πολτες του Ποντογιεβο εχανε κατασκευσει απ τη σρκα και το αμα τους κλονστηκε και, σαν ουρανοξστης που ανατινχθηκε, ρχισε να καταρρει. Το σπασμνο πλευρ ξρναγε τους πολτες πως η κομμνη αρτηρα το αμα. Με γοητευτικ νωθρτητα, που κανε την αγωνα των πολιτν ακμη πιο οδυνηρ, γειρε στη γη, αποσυνδοντας λα του τα μλη καθς πεφτε.
     Το τερστιο κεφλι, που πριν απ λγα λεπτ γγιζε τα σννεφα, πεσε πσω στον χοντρ λαιμ του. Δκα χιλιδες στματα βγαλαν μια μοναδικ κραυγ απ το τερστιο στμα του, μια ναρθρη, μια απεργραπτα αξιοθρνητη ικεσα στον ουραν. ταν να ουρλιαχτ οδνης, να ουρλιαχτ προσδοκας, να ουρλιαχτ απορας. Πς εναι δυνατν, ρωτοσε αυτ η κραυγ, να τελεισει η ημρα των ημερν μ' αυτ τον τρπο, μ’ να πλθος γκρεμισμνων κορμιν;
-"Τ' κουσες;"
     ταν αναμφισβτητα ανθρπινο, αν κι εκκωφαντικ δυνατ. Ο Τζουντ νιωσε το στομχι του να συσπται. Κοταξε τον Μικ, που 'χε γνει σπρος σα χαρτ. Σταμτησε το αυτοκνητο.
-"χι", επε ο Μικ.
-"'Ακου -για τ' νομα του Θεο-" Η αντρα των επιθαντιων κραυγν, ικεσιν κι αναθεματισμν πλημμρισε τον αρα. τανε πολ κοντ.
-"Πρπει να φγουμε τρα", εκλιπρησε ο Μικ.
     Ο Τζουντ κονησε το κεφλι. Εχε προετοιμαστε για κποιο στρατιωτικ θαμα. Εχε φανταστε λο τον ρσικο στρατ συγκεντρωμνο πσω απ τον επμενο λφο, μως αυτς ο θρυβος που 'φτανε στ' αφτι του ταν ο χος ανθρπινης σρκας -πολ ανθρπινος για να περιγραφε με λγια. Του θμισε τις παιδικς φαντασισεις του για τη Κλαση, τ' ατλειωτα, ακατονμαστα μαρτρια που μ' αυτ τον απειλοσε η μητρα του αν δε γιντανε καλς Χριστιανς. Εχε ξεχσει αυτ τον τρμο για εκοσι ολκληρα χρνια, αλλ ξαφνικ, να που 'χε αναβισει πλι, απειλητικς σο ποτ. σως η δια η βυσσος να 'χασκε πσω απ την επμενη πλαγι, με τη μητρα του να τον περιμνει στο χελος της, καλντας τον να γευθε τη τιμωρα του.
-"Αν δεν βλεις μπρος, θα οδηγσω εγ".
     Ο Μικ βγκε απ το αυτοκνητο και προχρησε μπροστ, κοιτζοντας το μονοπτι. Για μια στιγμ δστασε, χι παραπνω και τα μτια του ανοιγοκλεσανε δσπιστα. Στρφηκε στο παρμπρζ του αυτοκιντου ακμη χλωμτερος απ πριν και ψλλισε:
-"Θε μου..." με φων πνιγμνη απ την αναγολα. Ο εραστς του καθταν ακμη πσω απ το τιμνι, με το κεφλι στα χρια του, προσπαθντας να διξει τις αναμνσεις.
-"Τζουντ... "
     Ο Τζουντ σκωσε το κεφλι του αργ. Ο Μικ τον κοταζε σα τρελς. Το πρσωπ του τανε μοσκεμα απ τον ξαφνικ, παγωμνο ιδρτα. Ο Τζουντ κοταξε πρα απ τον φλο του. Λγα μτρα μπροστ τους, το μονοπτι εχε σκουρνει μυστηριωδς. Εδε μια πλημμυρδα να πλησιζει το αμξι, μια πυκν, βαθι παλρροια αματος. Το λογικ του Τζουντ στροβιλστηκε προσπαθντας να δσει διαφορετικ ερμηνεα στο θαμα που 'βλεπε, αντ γι' αυτ το αναπφευκτο συμπρασμα. Αλλ δεν υπρχε λογικτερη εξγηση. ταν αμα, αμα σ' αβσταχτη αφθονα, μια ατλειωτη θλασσα αματος και τρα στον αρα ρθε διχυτη η μυρωδι φρεσκοανοιγμνων πτωμτων: η μυρωδι απ τα βθη του ανθρπινου κορμιο, γλυκερ και πικντικη.
     Ο Μικ τρκλισε μχρι τη θση του συνοδηγο και ψηλφισε τονα τη πρτα για να βρει το χερολι. Η πρτα νοιξε ξαφνικ κι ρμησε μσα με παγωμνο βλμμα.
-"Γρνα πσω", επε. Ο Τζουντ πλωσε το χρι στη μζα. Η πλημμυρδα του αματος λουζε τις μπροστινς ρδες. Μπροστ τους, ο κσμος εχε βαφτε κκκινος.
-"Βλε μπρος, για τ' νομα του Θεο, βλε μπρος".
Ο Τζουντ δεν κανε καμα προσπθεια να ξεκινσει τ' αμξι.
-"Πρπει να δομε", επε τονα, "πρπει".
-"Δε πρπει να κνουμε τποτα", επε ο Μικ, "μνο να σηκωθομε να φγουμε απ δω. Δεν εναι δικ μας δουλει..."
-"σως πεσε να αεροπλνο-"
-"Δεν χει καπνος".
-"Μα εναι ανθρπινες φωνς".
     Ο Μικ θελε ενστικτωδς να σηκωθε να φγει. Θα διβαζε για τη τραγωδα σε κποια εφημερδα -θα 'βλεπε τις φωτογραφες αριο, ταν θα 'τανε θολς και γκρζες. Σμερα τανε πολ νωπς, πολ απρβλεπτες. Οτιδποτε μπορε να βρισκτανε στο τρμα αυτο του μονοπατιο κι αιμορραγοσε.
-"Πρπει-" Ο Τζουντ βαλε μπροστ το αυτοκνητο, εν ο Μικ δπλα του ρχισε να βογγ χαμηλφωνα. Το Φολκσβγκεν ρχισε να κινεται επιφυλακτικ μσα στο αιμτινο ποτμι, με τις ρδες του να γυρζουνε σα τρελς μσα στην αηδιαστικ, αφρισμνη παλρροια.
-"χι", ψιθρισε ο Μικ, "σε παρακαλ, χι..."
-"Πρπει", ρθε η απντηση του Τζουντ. "Πρπει. Πρπει".
     Λγα μνο μτρα πιο πρα, η ζωνταν πλη του Ππολατς ανακτοσε την ισορροπα της μετ τους πρτους σπασμος. Κοταζε με χιλιδες μτια τα συντρμμια του καθιερωμνου εχθρο της, σπαρμνα σ' να κουβρι σκοινιν και κορμιν, οριστικ τσακισμνα πνω στο δαφος. Το Ππολατς οπισθοχρησε απ τη σκην, ισοπεδνοντας με τα τερστια πδια του τα δση που περιβαλλαν το πεδο της μχης, μαστιγνοντας με τα χρια του τον αρα.
     Κατφερε να διατηρσει την ισορροπα του παρ' λο που μια καθολικ παραφροσνη, που τηνε προκλεσε η φρκη που απλωντανε στα πδια του, ρμησε σα φουσκοθαλασσι στα νερα του και θρμβωσε τον εγκφαλ του. Η διαταγ δθηκε: το κορμ σφδασε, στριφογρισε κι στρεψε τα ντα του στο αποκρουστικ χαλ του Ποντογιεβο, τρχοντας μσα στους λφους.
     Στη πορεα του για τη λθη, ο πυργωτς του γκος πρασε ανμεσα στον λιο και το αυτοκνητο, ρχνοντας τη κρα σκι του πνω στον αιματοβαμμνο δρμο. Ο Μικ δεν εδε τποτα μσα στα δκρυ του κι ο Τζουντ, με τα μτια μισκλειστα, φοβομενος το θαμα που θ' αντκριζε στην επμενη στροφ, μνο συγκεχυμνα αντιλφθηκε πως κτι σκπασε τον λιο για να λεπτ. 'σως να σννεφο. να σμνος πουλιν.
     Αν εχε κοιτξει ψηλ κενη τη στιγμ, αν εχε ρξει να κλεφτ βλμμα στα βορειοανατολικ, θα 'χε δει το κεφλι του Ππολατς, το τερστιο σμνος του κεφαλιο μιας τρελς πλης, να εξαφανζεται πρα απ το οπτικ του πεδο, καθς τρεχε μσα στους λφους. Θα εχε καταλβει τι ο τπος αυτς ξεπερνοσε τη δυναττητα της αντληψς του, τι δεν μποροσε να προσφρει καμι βοθεια σ' αυτ τη γωνα της Κλασης. 'μως δεν εδε τη πλη κι τσι χθηκε, γι' αυτν και τον Μικ, η τελευταα ευκαιρα επιστροφς. Απ δω κι εμπρς, ακριβς πως το Ππολατς κι ο νεκρς δδυμος αδελφς του, εχανε χσει κθε διξοδο στη λογικ, σε κθε ελπδα για ζω.
     Μλις στριψαν, αντκρισαν τα συντρμμια του Ποντογιεβο. Η εξημερωμνη τους φαντασα δεν εχε ποτ συλλβει να θαμα τσο απεργραπτα βρβαρο. σως και στα πεδα των μαχν της Ευρπης να εχανε σκοτωθε τσοι νθρωποι, κποτε: μως υπρχανε τσες γυνακες και παιδι σφιχταγκαλιασμνα με τα πτματα των αντρν; Εχαν σγουρα υπρξει σωρο νεκρν το διο μεγλοι, αλλ χι με ανθρπους που πριν απ λγο σφζαν απ ζω. Εχανε καταστραφε πλεις το διο γργορα, εχε χαθε μως ποτ μια ολκληρη πλη επειδ απλς υπκουσε στον νμο της βαρτητας;
     ταν να θαμα πρα απ κθε παρνοια. Το ανθρπινο μυαλ, μπροστ του, σερνταν σαν το σαλιγκρι, οι δυνμεις της λογικς ψηλαφοσανε σχολαστικ τις αποδεξεις, ψχνοντας για να ψεγδι, κτι που θα σου επτρεπε να πεις: "Αυτ δεν συμβανει. Εναι νας εφιλτης θαντου, χι ο διος ο θνατος". μως η λογικ δε μποροσε να βρει ρωγμ στον τοχο. ταν αληθιν, ταν ο διος ο θνατος.
     Το Ποντογιεβο εχε πσει.
     Τριντα οκτ χιλιδες επτακσιοι εξντα πντε πολτες τανε σκορπισμνοι στο δαφος καλτερα πεταμνοι χαρα σε σωρος, ποτζοντας το χμα με τα υγρ του κορμιο τους. σοι δεν εχανε πεθνει απ τη πτση την ασφυξα, ταν ετοιμοθνατοι. Δε θα υπρχαν επιζντες απ' αυτ τη πλη, εκτς απ τους λγους παρατηρητς που 'χανε βγει απ τα σπτια τους για να παρακολουθσουνε την αναμτρηση. Αυτο οι λιγοστο πολτες του Ποντογιεβο, οι σακτηδες, οι ρρωστοι, οι λγοι γροντες που κοταζανε τρα αποσβολωμνοι, πως ο Μικ κι ο Τζουντ, το μακελει, μη θλοντας να πιστψουνε στα μτια τους.
     Ο Τζουντ βγκε πρτος απ το αμξι. Το δαφος κτω απ τα δερμτινα παποτσια του κολλοσε απ το πηγμνο αμα. Κοταξε το μακελει. Δεν υπρχανε συντρμμια: καννα χνος συντριβς αεροπλνου, φωτις, μυρωδις καυσμων. Απλς δεκδες χιλιδες κορμι, ετε γυμν ετε ντυμνα με ομοιμορφο γκρζο σερζ, ντρες, γυνακες και παιδι, λοι το διο. Εδε τι κποιοι φοροσαν δερμτινα λουρι περασμνα σφιχτ, σταυρωτ στο στθος τους κι απ' αυτ ξεκινοσανε σκοινι σα φδια που πρπει να 'χανε μκος ολκληρα χιλιμετρα. σο κοιτοσε, βλεπε λο και μεγαλτερο μρος απ' αυτ το ιδιμορφο σστημα κμπων και σκοινιν που συγκρατοσε τα κορμι μεταξ τους. Για κποιο λγο αυτο οι νθρωποι εχανε δεθε μαζ, ο νας δπλα στον λλο. Κποιοι τανε ζεμνοι καβλα πνω στους μους των συντρφων τους, πως τα παιδι που παζουνε γαδουροκαβαλαρα. Κποιοι λλοι ταν πιασμνοι σφιχτ απ τα μπρτσα, πλεγμνοι μεταξ τους με σκοινι σ' να τοχωμα μυν και κοκλων. 'Αλλοι τανε δεμνοι σφιχτ σα κουβρια, με το κεφλι ανμεσα στα πδια τους. λοι ταν συνδεδεμνοι με κποιο τρπο με τους συνανθρπους τους, σα να συμμετεχανε σε κποιο παρλογο, συλλογικ μαζοχιστικ παιχνδι.
    λλος νας πυροβολισμς. Ο Μικ σκωσε το κεφλι.
     Στην λλη κρη της πεδιδας νας μοναχικς ντρας, ντυμνος με χοντρ γκρζο παλτ, περπατοσε ανμεσα στα πτματα και σκτωνε σους δεν εχαν ακμη πεθνει. Επρκειτο για μια θλιβερ ανεπαρκ πρξη βοθειας, αλλ παρ' λα αυτ συνχιζε, δνοντας προτεραιτητα στα παιδι που υπφεραν. 'Αδειαζε το ρεβλβερ, το γμιζε, το δειαζε, το γμιζε, το δειαζε...
     Ο Μικ ξσπασε. Φναξε μ' λη την νταση της φωνς του για να καλψει τ' αγκομαχητ των τραυματισμνων.
-"Τι εναι αυτ; " Ο ντρας σκωσε το βλμμα του απ το αποκρουστικ του καθκον. Το πρσωπ του τανε γκρζο σα το χρμα του παλτο του.
-"Ε;" γρλισε, κοιτζοντας συνοφρυωμνος τους δο παρεσακτους μσα απ τους χοντρος φακος των γυαλιν του.
-"Τι γινε εδ πρα;" φναξε ο Μικ. νιωθε καλ που φναζε, νιωθε καλ που φναζε αγριεμνος στον ντρα. σως φταιγε αυτς. Θα 'τανε μεγλη ανακοφιση να 'χεις κποιο να κατηγορσεις. "Πες μας-" επε ο Μικ με σπασμνη φων. 'Ακουγε τους λυγμος του να πνγουν τη φων του. "Πες μας, για τ' νομα του Θεο, εξγησ μας".
     Ο γκριζοφορεμνος κονησε το κεφλι του. Δε καταλβαινε λξη απ' σα του 'λεγε αυτς ο νεαρς ηλθιος. Αγγλικ μιλοσε, αλλ μχρις εκε φταναν οι γνσεις του. Ο Μικ προχρησε προς το μρος του, νιθοντας διαρκς τα μτια των νεκρν καρφωμνα πνω του. Μτια σαν μαρα, λαμπερ πετρδια δεμνα σε κατεστραμμνα πρσωπα' μτια που τον κοταζαν ανποδα, σε κεφλια αποκομμνα απ τη βση τους. Μτια σε κεφλια που οι φωνς τους εχανε γνει ουρλιαχτ. Μτια σε κεφλια που δε φωνζανε και δεν ανσαιναν πια.
     Χιλιδες μτια.
     Πλησασε τον γκριζοφορεμνο. Το πλο του ταν σχεδν δειο. Εχε βγλει τα γυαλι του και τα εχε πετξει δπλα. 'κλαιγε κι αυτς. Οι λυγμο τρνταζαν το χαρο κορμ του.
     Στα πδια του Μικ, κποιος προσπαθοσε να τον αγγξει. Δεν θελε να κοιτξει, αλλ το χρι πιασε το παποτσι του, και δεν εχε λλη επιλογ απ το να αντικρσει τον ιδιοκττη του. 'ταν νας νεαρς ντρας, με το κορμ του στρεβλωμνο στο σχμα της σβστικας, με λες τις κλειδσεις του σπασμνες. 'να κοριτσκι ταν πλακωμνο κτω απ το κορμ του τα ματωμνα ποδαρκια του προεξεχαν σαν δυο ροζ μπαστονια.
     θελε να πρει το ρεβλβερ, να σταματσει το γγιγμα του ντρα. Ακμη καλτερα, θελε να οπλοπολυβλο, να φλογοβλο, οτιδποτε θα μποροσε να εξαφανσει αυτν τη μαζικ οδνη. ταν σκωσε το βλμμα του απ το θρυμματισμνο κορμ, ο Μικ εδε τον γκριζοφορεμνο να σηκνει το ρεβλβερ.
-"Τζουντ-" επε, αλλ πριν προλβει να συνεχσει, ο γκριζοφορεμνος γλστρησε τη κνη του πλου στο στμα του και τρβηξε τη σκανδλη. Ο γκριζοφορεμνος εχε φυλξει τη τελευταα σφαρα για τον εαυτ του. Το πσω μρος του κεφαλιο του νοιξε σα σπασμνο αβγ, τινζοντας το κλυφος του κρανου του. Το κορμ του παρλυσε και σωριστηκε στο δαφος, με το ρεβλβερ ακμη ανμεσα στα χελη του.
-"Πρπει-" ρχισε ο Μικ, μιλντας στον εαυτ του. "Πρπει..." Τι τανε το πιο επιτακτικ; Σ' αυτ τη κατσταση, τι πρεπε να κνουν; "Πρπει-" Ο Τζουντ εχε πλησισει.
-"Να βοηθσουμε-" επε στον Μικ.
-"Ναι. Πρπει να καλσουμε βοθεια. Πρπει-"
-"Να φγουμε".
     Να φγουν! Αυτ πρεπε να κνουν. Μ' οποιοδποτε πρσχημα, για οποιονδποτε δειλ, νανδρο λγο, πρεπε να φγουνε. Ν' απομακρυνθον απ το πεδο της μχης, ν' απομακρυνθον απ την εμβλεια του ετοιμοθνατου χεριο που 'χε μιαν ανοιχτ πληγ για κορμ.
-"Πρπει να ενημερσουμε τις αρχς. Να βρομε μια πλη. Να φρουμε βοθεια-"
-"Ιερες", επε ο Μικ. "Χρειζονται ιερες".
     Η σκψη του να δσουν τον Τελευταο Αγιασμ σε τσους ανθρπους τανε παρλογη. Θα χρειαζταν νας στρατς ιερων, να βυτο γεμτο αγιασμ κι να μεγφωνο για ν' απαγγελουν τις Ευχς. Γυρσανε κι οι δο μαζ, αγκαλιασμνοι και διασχσανε τον τπο της σφαγς για να φτσουνε στ' αυτοκνητο. 'τανε κατειλημμνο.
     Ο Βσλαβ Γλοβτσεκ καθταν στο τιμνι και προσπαθοσε να βλει μπρος το Φολκσβγκεν. Γρισε το κλειδ μια, δυο, τρεις κι η μηχαν πρε μπρος. Οι ρδες στριφογρισαν στη κοκκινωπ λσπη καθς βαλε την πισθεν για να κατβει το μονοπτι. Εδε τους Εγγλζους να τρχουνε ξοπσω βρζοντας. μως δεν εχε λλη επιλογ. Δεν θελε να κλψει το αμξι, αλλ εχε μια δουλει να κνει. 'ταν διαιτητς, υπεθυνος για την αναμτρηση και την ασφλεια των αντιπλων. Η μα απ τις ηρωικς πλεις εχε δη πσει. 'φειλε να κνει ,τι περνοσε απ το χρι του για να εμποδσει το Ππολατς ν' ακολουθσει την τχη του δδυμου αδελφο του. πρεπε να κυνηγσει το Ππολατς και να το λογικψει. Να καθησυχσει τον τρμο του μ' ρεμα λγια κι υποσχσεις. Αν αποτχαινε στην αποστολ του, το αποτλεσμα θα 'ταν λλη μια καταστροφ, σης κτασης μ' αυτ που 'χε μπροστ στα μτια του. Η συνεδησ του δε το ντεχε.
     Ο Μικ συνχισε να κυνηγ το Φολκσβγκεν φωνζοντας στον Γλοβτσεκ. Ο κλφτης δεν δωσε σημασα, απορροφημνος καθς τανε με το να μανουβρρει το αμξι στο στεν, γλιστερ μονοπτι. Ο Μικ μεινε πσω. Το αυτοκνητο ρχισε να επιταχνει. Εξαγριωμνος, αλλ και λαχανιασμνος τσο που να μη μπορε να εκφρσει το θυμ του, ο Μικ σταμτησε στο δρμο με τα χρια στα γνατα, κλαγοντας λαχανιασμνα.
-"Μπσταρδε!" φναξε ο Τζουντ. Ο Μικ κοταξε το μονοπτι. Το αυτοκνητο εχε δη εξαφανιστε.
-"Ο μαλκας! Δε ξρει καν να οδηγε".
-"Πρπει... πρπει... να τον... προλβουμε..." επε ο Μικ με κομμνη την ανσα.
-"Πως;"
-"Με τα πδια-"
-"Οτε χρτη δεν χουμε, εναι στο αυτοκνητο".
-"Θε μου...! Δεν εναι... δυνατν". Κατηφρισαν το μονοπτι μαζ, μακρι απ το πεδο της μχης
     Μετ απ λγα μτρα η πλημμυρδα του αματος ρχισε να εξαντλεται. Μνο λγα ρυκια πηγμνου αματος αργοκυλοσαν στον κυρως δρμο. Ο Μικ κι ο Τζουντ ακολουθσανε τα χνη των ματωμνων τροχν στη διασταρωση. Ο δρμος του Σρμποβατς ταν δειος και στις δο κατευθνσεις. Τα χνρια των τροχν δειχναν τι το αυτοκνητο εχε στρψει αριστερ.
-"Πηγανει στους λφους", επε ο Τζουντ κοιτζοντας το μοναχικ, σμαραγδνιο τοπο στο βθος του δρμου. "Εναι τρελς".
-"Θα γυρσουμε απ το δρμο που ρθαμε;"
-"Θα πρπει να περπατμε λη νχτα".
-"Κποιος θα βρεθε να μας πρει". Ο Τζουντ κονησε το κεφλι. Το πρσωπ του τανε καταπονημνο και το βλμμα του απλανς.
-"Δε καταλαβανεις, Μικ, λοι το γνριζαν αυτ που συνβη. Οι νθρωποι που ζουν στ' αγροκτματα, σηκωθκανε και φγανε τη στιγμ που αυτο οι τρελο ανεβκανε στους λφους. Βζω ,τι στοχημα θες, πως δε θα βρομε αυτοκνητο σ' αυτ τον δρμο, εκτς σως απ κναν σχετο τουρστα σαν εμς. Και καννας τουρστας δε θα σταματσει να μας πρει τσι που 'μαστε".
     Εχε δκιο. Μοιζανε με χασπηδες -ταν πιτσιλισμνοι μ' αματα. Τα πρσωπ τους ταν λιγδιασμνα, τα μτια τους τρελαμνα.
-"Ττε πρπει να περπατσουμε στη κατεθυνση που πρε το αυτοκνητο", επε ο Τζουντ. δειξε το δρμο. Οι λφοι εχαν σκοτεινισει ο λιος εχε ξαφνικ πψει να φωτζει τις πλαγις τους. Ο Μικ ανασκωσε τους μους. Οτως λλως εχανε μπροστ τους μια νχτα πεζοπορας. 'μως θελε να περπατσει, να φγει για κπου -οπουδποτε- φτνει ν' απομακρυνταν απ το πλθος των νεκρν.
      Στο Ππολατς βασλευε ηρεμα. Η φρεντιδα του πανικο εχεν αντικατασταθε απ μοδιασμα, μια μοιρολατρικ αποδοχ του κσμου πως τανε. Παρμεναν ασφαλισμνοι στις θσεις τους, αλληλοδεμνοι με σκοινι, λουρι και χαλινρια, χοντας δημιουργσει ναν ζωνταν μηχανισμ που δεν επτρεπε στη μια φων να υψωθε δυναττερα απ την λλη, στη μια πλτη να κοπιζει περισστερο απ τη γειτονικ της. Εχαν επιτρψει σε μια παρλογη συνανεση ν' αντικαταστσει την ρεμη φων της λογικς. Εχαν συσφιχθε σ' να μυαλ, μια σκψη, μια φιλοδοξα. Μετατραπκανε, μσα σε λγες στιγμς, στον γγαντα με τον μοναδικ σκοπ στο νου, που την εικνα του εχανε με τσην ευφυα αναπλσει. Η ψευδασθηση της ασμαντης ατομικτητας εχε σαρωθε απ την ακατανκητη παλρροια του συλλογικο συναισθματος -χι το πθος του χλου, αλλ να τηλεπαθητικ κμα που αφομοωνε τις ατομικς φωνς χιλιδων σε μιαν ανυπρβλητη προσταγ.
     Η φων λεγε: Φγε!
     Η φων λεγε: Διξε αυτ τη φρικτ σκην μακρι, εκε που δε θα τη ξαναδ ποτ.
     Το Ππολατς κατευθνθηκε στους λφους. Ο κθε του διασκελισμς τανε μισ χιλιμετρο. 'λοι οι ντρες, οι γυνακες και τα παιδι σ' αυτν τον κοχλζοντα πργο ταν τυφλο. 'βλεπαν μνο μσα απ τα μτια της πλης. Σκφτονταν μνο με το μυαλ της πλης. Και πστευαν τι ταν αθνατοι μσα στην αδυσπητη, βαρι κι αδξια δναμ τους. Ογκδεις, τρελο κι αθνατοι.
     Μετ απ τρα περπου χιλιμετρα, ο Μικ κι ο Τζουντ μρισαν βενζνη στον αρα και λγο παρακτω συνντησαν το Φολκσβγκεν. Εχε ανατραπε στο χαντκι της αποχτευσης στην κρη του δρμου, που ταν φραγμνο απ καλμια. Δεν εχε αρπξει φωτι.
     Η πρτα του οδηγο ταν ανοιχτ, και το κορμ του Βσλαβ Γλοβτσεκ εχε πεταχτε ξω. Το πρσωπ του ταν γαλνιο τρα που εχε χσει τις αισθσεις του. Δεν εχε χνη τραυματισμο, εκτς απ δο αμυχς στο πρσωπ του. Τον απομκρυναν απαλ απ τα συντρμμια του αυτοκιντου και τη βρωμι του χαντακιο και τον φεραν στο δρμο. Βγκησε λγο καθς προσπαθοσαν να τον βολψουν κπως νετα. 'λυσαν τη γραβτα του, βγαλαν το σακκι του και τλιξαν το πουλβερ του Μικ αντ για μαξιλρι κτω απ το κεφλι του. 'Ανοιξε τα μτια του, ξαφνικ. Τους κοταξε.
-"Εσαι καλ;" ρτησε ο Μικ. Ο ντρας δεν επε τποτα για μια στιγμ. Δεν δειχνε να καταλαβανει. Και μετ:
-"Εγγλζοι;" ρτησε. Η προφορ του τανε βαρι, αλλ η ερτηση ταν ευκρινς.
-"Ναι".
-"'Ακουσα τις φωνς σας. Εγγλζοι". Το πρσωπ του συσπστηκε και σκυθρπιασε.
-"Πονς;" ρτησε ο Τζουντ. Ο ντρας δειξε να βρσκει την ερτηση κωμικ.
-"Αν πονω;" επανλαβε με πρσωπο τεντωμνο απ αγωνα κι ικανοποηση ταυτχρονα. "Θα πεθνω", επε με σφιγμνα δντια.
-"χι", επε ο Μικ, "θα γνεις καλ-"
Ο ντρας κονησε αρνητικ το κεφλι του, απολτως σγουρος.
-"Θα πεθνω", επανλαβε μ' αποφασιστικ φων. "Θλω να πεθνω". Ο Τζουντ πλησασε πιο κοντ. Η φων του εχε εξασθενσει.
-"Πρπει να μας πεις τι να κνουμε", επε. Ο ντρας εχε κλεσει τα μτια. Ο Τζουντ τον τρνταξε απτομα για να συνλθει.
-"Πες μας", επανλαβε. Η επδειξη συμπνιας εχε τελεισει. "Πες μας τι συνβη".
-"Τι συνβη;" επε ο ντρας, συνεχζοντας να κρατ τα μτια του κλειστ. "πεσε. ταν απλς μια πτση, αυτ εναι λο..."
-"Τι πεσε;"
-"Η πλη. Το Ποντογιεβο. Η πλη μου..."
-"Απ που πεσε;"
-"Απ τον εαυτ της, φυσικ". Ο ντρας δεν εξηγοσε τποτα απλς απαντοσε στον να γρφο μ' λλο.
-"Που πγαινες;" ρτησε ο Μικ, προσπαθντας να μη φανεται επιθετικς.
-"θελα να προλβω το Ππολατς", επε ο ντρας.
-"Το Ππολατς;" επε ο Τζουντ. Ο Μικ ρχισε να πινει ναν λογικ ειρμ στην ιστορα.
-"Το Ππολατς εναι μια λλη πλη. Σα το Ποντογιεβο. Εναι αδελφς πλεις. Υπρχουν στον χρτη-"
-"Που βρσκεται η πλη τρα;" ρτησε ο Τζουντ. Ο Βσλαβ Γλοβτσεκ προτμησε να πει την αλθεια. Για μια στιγμ δστασε ανμεσα στο να πεθνει μ' να γρφο στα χελη να ζσει μχρι να εξομολογηθε την ιστορα του. Τι θα περαζε αν τα 'λεγε λα; Δεν επρκειτο να υπρξει επμενη αναμτρηση. λα εχανε τελεισει.
-"ρθανε να παλψουν", επε, με φων πολ αδναμη τρα, "το Ππολατς και το Ποντογιεβο. Αυτ γνεται κθε δκα χρνια".
-"Να παλψουν;" επε ο Τζουντ. "Εννοες τι λοι αυτο οι νθρωποι σφχτηκαν;" Ο Βσλαβ κονησε το κεφλι αρνητικ.
-"χι, χι. Πσανε. Σας το 'πα".
-"Πως παλεουνε;" ρτησε ο Μικ.
-"Πηγανετε στους λφους", ταν η μοναδικ απντηση. Ο Βσλαβ νοιξε λγο τα μτια. Τα πρσωπα που διαγρφονταν απ πνω του τανε ταλαιπωρημνα κι αναστατωμνα. 'ταν αθοι κι εχαν υποφρει. Εχανε το δικαωμα ν' ακοσουνε κποιες εξηγσεις.
-"Σα γγαντες", επε. "Πλευαν σα γγαντες. Κατασκεαζαν να κορμ απ τα κορμι τους, με καταλαβανετε; Τον σκελετ, τους μυς, τα κκαλα, τα μτια, τη μτη, τα δντια, λα φτιαγμνα απ ντρες και γυνακες".
-"Παραληρε", επε ο Τζουντ.
-"Πηγανετε στους λφους", επε ξαν, "να δετε μνοι σας αν λω αλθεια".
-"Ακμη κι αν υποθσουμε-" ρχισε ο Μικ. Ο Βσλαβ τον δικοψε, ανυπομονντας να ολοκληρσει τη διγησ του.
-"τανε καλο στο παιχνδι των γιγντων. Χρειαστκανε πολλο αινες εξσκησης -κθε δκα χρνια φτιχνανε τη κατασκευ λο και μεγαλτερη. Η κθε πλη φιλοδοξοσε να 'ναι μεγαλτερη απ την λλη. Δνονταν λοι με σκοινι, ψογα. Τνοντες... σνδεσμοι... Μσα στη κοιλι του υπρχε τροφ... απ τα νεφρ του βγαιναν σωλνες που απομκρυναν τα απβλητα. Αυτο που βλπανε καλ κθονταν στις κγχες των ματιν, σοι εχανε δυνατς φωνς, στο στμα και τον λρυγγα. Δε θα πιστεατε ποτ πως υπρχει τσο καλοσχεδιασμνος μηχανισμς".
-"Πργματι, δεν το πιστεω", επε ο Τζουντ και σηκθηκε ρθιος
.

-"Εναι το σμα του κρτους", επε ο Βσλαβ, σχεδν ψιθυριστ, "εναι το σχμα της ζως μας".
     Σιωπ. Μικρ σννεφα περσανε πνω απ το δρμο και σκορπσαν αθρυβα στον αρα.
-"ταν να θαμα", επε. Μλησε σα να συνειδητοποιοσε για πρτη φορ το πραγματικ μγεθος αυτο του γεγοντος. "ταν να θαμα". Εχε πει αρκετ. Ναι, ταν αρκετ. Αφο ειπωθκανε κι οι τελευταες λξεις, το στμα του κλεισε και πθανε.
     Ο Μικ πνεσε γι' αυτ τον θνατο πολ πιο ντονα απ' τι για τους χιλιδες λλους που 'χαν αφσει πσω τους. 'σως γιατ ο συγκεκριμνος θνατος τανε το κλειδ που απασφλιζε την οδνη που αισθανταν για λους. ταν ανκανος ν' αποφασσει κατ πσον ο ντρας εχε θελσει να πει να φανταστικ ψμα τη στιγμ που πθαινε κατ πσον αυτ η ιστορα ταν αληθιν. Η φαντασα του ταν πολ στεν για να περιλβει στα ρι της αυτ την ιδα. Υπφερε μνο που το σκεφτταν, κι η συμπνια του ργιζε κτω απ το βρος της δυστυχας που νιωθε. Στθηκαν στο δρμο βλποντας τα σννεφα να ρχνουν τις συγκεχυμνες, γκρζες σκις τους πνω τους, καθς τρεχαν παρασυρμνα απ τον νεμο στη κατεθυνση των αινιγματικν λφων.
     Εχε σουρουπσει. Το Ππολατς δεν ντεχε να περπατσει λλο. νιωθε λους τους μυς του εξαντλημνους. Σε διφορα σημεα της τερστιας ανατομας του, κποιοι εχαν πεθνει αλλ η πλη δεν πενθοσε για τα αποσυντεθειμνα της κτταρα. Αν οι νεκρο ταν στο εσωτερικ, τους φηναν να κρμονται απ τα χαλινρια. Αν βρσκονταν στο δρμα της πλης, τους λυναν απ τη θση τους και τους φηναν να πσουν κτω στο δσος.
     Ο γγαντας δεν ταν ικανς για οκτο. Η μνη του φιλοδοξα ταν να συνεχσει μχρι τλους.
     ταν ο λιος χθηκε απ τον ορζοντα, το Ππολατς κθισε να ξεκουραστε σ' να μικρ λοφσκο, αναπαοντας το τερστιο κεφλι του στα τερστια χρια του.
     Τα στρα ρχισαν να βγανουν με τη συνηθισμνη τους επιφυλακτικτητα. Η νχτα πλησαζε, γιατρεοντας μεγαλψυχα τις πληγς της ημρας, τυφλνοντας τα μτια που εχαν δει τσο πολλ.
     Το Ππολατς σηκθηκε στα πδια του κι ρχισε να προχωρε με το βροντερ του βμα. Η εξντληση θα το παρλυε γργορα. Δε θ’ ντεχε για πολ. Σντομα θα ξπλωνε στον τφο κποιας χαμνης κοιλδας και θα πθαινε.
     'μως για λγο ακμη πρεπε να προχωρσει, παρ' λο που το κθε του βμα ταν λο και πιο οδυνηρ, μσα στη νχτα που νοιγε τα μαρα της πταλα γρω απ το κεφλι του. Ο Μικ θελε να θψουν τον κλφτη του αυτοκιντου, κπου στην κρη του δσους. 'μως ο Τζουντ του εξγησε τι να θαμμνο πτμα, στο υγιστερο φως της αυριανς ημρας, μπορε να φαινταν ποπτο. Κι επιπλον, ταν παρλογο να ασχολονται με να πτμα ταν, σε απσταση λγων χιλιομτρων απ το σημεο που στκονταν, υπρχαν κυριολεκτικ χιλιδες θαφτα πτματα.
     τσι εγκατλειψαν το πτμα στο δρμο και το αυτοκνητο μσα στο χαντκι. 'Αρχισαν ξαν να περπατνε. Το κρο λο και δυνμωνε, και πεινοσαν, αλλ τα λιγοστ σπτια που συνντησαν στο δρμο τους ταν κλειστ και κλειδωμνα.
-"Τι εννοοσε;" επε ο Μικ, καθς στκονταν μπροστ σε λλη μια κλειδωμνη πρτα.
 -"Μιλοσε μεταφορικ-"
-"λη αυτ η κουβντα για τους γγαντες;"
-"Τροτσκιστικς ανοησες-" επμενε ο Τζουντ.
-"Δε νομζω".
-"Εμαι ββαιος. βγαλε τον τελευταο του λγο. Πιθαντατα, τον προετομαζε εδ και χρνια".
 -"Δε νομζω", επε πλι ο Μικ κι ρχισε να περπατ προς το δρμο.
-"Γιατ;" ρτησε ο Τζουντ πσω απ τη πλτη του. "Δε φαινταν ν' απαγγλλει τη κομματικ του γραμμ".
-"Θλεις να μου πεις τι πιστεεις πως υπρχουν γγαντες εδ γρω; Για τ' νομα του Θεο!"
     Ο Μικ γρισε ν' αντικρσει τον Τζουντ. 'τανε δσκολο να διακρνεις το πρσωπ του μσα στο σορουπο, αλλ η φων του ταν σοβαρ και φανρωνε βεβαιτητα.
-"Ναι. Νομζω πως λεγε την αλθεια".
-"Αυτ εναι παρλογο. Εναι γελοο. χι". Ο Τζουντ μσησε τον Μικ εκενη τη στιγμ. Μσησε την αφλει του, την ανγκη του να πιστεει την ποια ηλθια ιστορα στο βαθμ που τη δικρινε μια δση ρομαντισμο. Κι η συγκεκριμνη ταν η χειρτερη, η πιο βλακδης... "χι", επανλαβε. "χι. 'χι. 'χι". Ο ουρανς ταν λεος σαν πορσελνη, και το περγραμμα των λφων μαρο σαν κατρμι.
-"χω πεθνει στο κρο", φναξε ο Μικ μσα απ το σκοτδι. "Θα κτσεις εδ θα ρθεις να περπατσεις μαζ μου;"
-"Δε πρκειται να βρομε τποτα σ' αυτ τη κατεθυνση", φναξε ο Τζουντ.
-"Εναι πολ μακρι για να πμε πσω".
-"τσι χωνμαστε πιο βαθι μσα στους λφους".
 -"Κνε ,τι θες… εγ φεγω".
     Τα βματ του απομακρνθηκαν. το σκοτδι τον τλιξε. Μετ απ να λεπτ, ο Τζουντ τον ακολοθησε.
     Η νχτα ταν ξστερη και κρα. Συνχισαν να περπατον με τους γιακδες τους σηκωμνους για να προφυλαχτον απ την παγωνι, με τα πδια τους πρησμνα μσα στα παποτσια τους. Πνω τους ο ουρανς ολκληρος ταν μια παρλαση αστεριν. νας θραμβος δισπαρτου φωτς, απ το οποο το μτι μποροσε να φτιξει αμτρητα σχδια. Μετ απ λγο τλιξαν τα κουρασμνα μπρτσα τους, ο νας γρω απ τον λλο, για ζεστασι και θαλπωρ.
     Γρω στις ντεκα, εδαν απ μακρι, φως στο παρθυρο ενς σπιτιο.
     Η γυνακα στη πρτα του πτρινου αγροτσπιτου δε χαμογλασε ταν τους εδε, αλλ κατλαβε τη κατστασ τους και τους φησε να μπονε. Δεν εχε νημα να προσπαθσουνε να εξηγσουνε στη γυνακα στον σακτη ντρα της, αυτ που 'χανε δει. Η αγροικα δεν εχε τηλφωνο, οτε εδανε κποιο μεταφορικ μσον, οπτε, ακμη κι αν βρισκαν κποιον τρπο να εκφραστον, δε θα μποροσανε να κνουνε τποτα.
     Με παντομμα και γκριμτσες εξγησανε πως ταν νηστικο κι εξαντλημνοι. Προσπαθσανε να τους εξηγσουν επιπλον τι εχανε χαθε, οικτροντας την αφηρημδα τους -εχανε ξεχσει το βιβλο με τους διλογους στο Φολκσβγκεν. Η γυνακα δεν δειξε να καταλαβανει πολλ απ' αυτ που της λεγαν, μως τους βαλε να κτσουν δπλα στη δυνατ φωτι και ζστανε μια κατσαρλα με φαγητ στο μτι της κουζνας.
     Φγανε πηχτ, ανλατη σοπα μ' αρακ κι αβγ. Σποραδικ χαμογελοσανε στη γυνακα προσπαθντας να της εκφρσουνε την ευγνωμοσνη τους. Ο ντρας της κθισε δπλα στο τζκι. Δεν κανε καμι αππειρα να κουβεντισει με τους επισκπτες στω να γυρσει να τους κοιτξει.
     Το φαγητ τανε νστιμο και τνωσε το ηθικ τους.
     Θα κοιμντουσαν μχρι το πρω και θα ξεκινοσανε για το μακρ ταξδι της επιστροφς. Μχρι την αυγ τα πτματα στο πεδο της μχης θα 'χανε μετρηθε, θα 'χαν αναγνωριστε, θα 'χανε μαζευτε και θα 'χανε σταλε στις οικογνεις τους. Η ατμσφαιρα θα 'τανε γεμτη απ καθησυχαστικος θορβους και θα σβνανε τα βογκητ, που ακμη αντηχοσανε στ' αφτι τους. Θα 'βλεπαν ελικπτερα, φορτηγ με ανθρπους που θα καθαρζανε τη περιοχ. λες οι τυπικς διαδικασες που συνοδεουν να πολιτισμνο δυστχημα. Και μετ απ λγο καιρ, θα ταν ευπρσδεκτο. Θ' αποτελοσε τμμα της εμπειρας τους. Θα επρκειτο πντα για τραγωδα, φυσικ, μα μια τραγωδα που θα 'τανε σε θση να εξηγσουνε, να ταξινομσουνε και να μθουνε να ζονε μαζ της. λα θα πηγανανε καλ, ναι, λα θα πηγανανε καλ. Με το ξημρωμα της καινοριας μρας.
     Ο πνος που φρνει η μεγλη κοραση, τους πρεν αιφνιδιαστικ. Κοιμθηκαν εκε που κθονταν, στο τραπζι του φαγητο, με τα κεφλια τους πνω στα σταυρωμνα χρια τους, ανμεσα στ' δεια, βρμικα πιτα και τα ξεροκμματα του ψωμιο.
     Δε καταλβανε τποτα. Δεν ονειρευτκανε τποτα. Δεν αισθανθκανε τποτα.
     Και ττε ρχισε ο ορυμαγδς.
     νας ρυθμικς βηματισμς ακοστηκε απ τα γκατα της γης, ο βηματισμς ενς τιτνα, που βαθμιαα πλησαζε. Η γυνακα ξπνησε τον ντρα της. σβησε τη λμπα και πγε στη πρτα. Ο νυχτερινς ουρανς λαμπε μ' πειρα αστρια. Οι λφοι υψνονταν γρω τους σκοτεινο.
     Η βροντ συνχιζε ν' ακογεται. Μεσολαβοσε μισ λεπτ ανμεσα σε κθε γδοπο, αλλ ταν λο και δυναττερη.
     Σταθκανε δπλα-δπλα στο κατφλι της πρτας, ντρας και γυνακα κι αφουγκραστκανε τους λφους ν' αντηχονε τον θρυβο μες στη νχτα. Αστραπς, δε συνδευαν αυτ τη βροντ.
     Μνον ο θρυβος.

                             Μπουμ!
                                                    Μπουμ!

     Το δαφος τρεμε. Σκνη πεφτε απ το πρκι της πρτας και τα μνταλα των παραθρων κροτλιζαν.

                                        Μπουμ!
                                                                    Μπουμ!

     Δε ξρανε τι ταν αυτ που πλησαζε, αλλ ποιο σχμα και να 'παιρνε, ποιες και να 'ταν οι προθσεις του, δεν εχε νημα ν' απομακρυνθονε. Το σημεο που κθονταν, το αξιοθρνητο καταφγιο της αγροικας τους, ταν το διο ασφαλς με οποιαδποτε γωνι στο δσος. Πως θα μποροσαν να διαλξον, απ τα εκατοντδες χιλιδες δντρα, αυτ που θα στεκε ρθιο ταν ο ορυμαγδς περνοσε; ταν καλτερα να περιμνουν- να περιμνουν και να κοιτζουν.
     Η ραση της γυνακας δεν ταν καλ, γι' αυτ και δε πστεψε στα μτια της ταν εδε τη μαυρλα του λφου ν' αλλζει σχμα και να υψνεται μχρι τον ουραν, σβνοντας το φως των αστεριν. μως το εδε κι ο ντρας της' το αφνταστα τερστιο κεφλι, που μσα στο απατηλ σκοτδι μοιαζε ακμη μεγαλτερο, να διαγρφεται λο και ψηλτερα, επισκιζοντας μσα στην αχαλνωτη φιλοδοξα του ακμη και τους λφους.
     'πεσε στα γνατα, μουρμουρζοντας προσευχς, με τα πονεμνα απ την αρθρτιδα πδια του στρεβλωμνα πσω του.
     Η γυνακα του ορλιαξε: καμι προσευχ απ' αυτς που γνριζε, καννα ξρκι, καμι ικεσα δεν ταν ικαν να εξουδετερσει αυτ το τρας.
     Μες στο αγροτσπιτο ο Μικ ξπνησε. Το τεντωμνο χρι του, που 'παθε ξαφνικ κρμπα, τναξε τα πιτα και τη λμπα απ το τραπζι.
     σπασαν. Ο Τζουντ ξπνησε.
     Τα ουρλιαχτ στην εξπορτα εχαν σταματσει. Η γυνακα εχε εξαφανιστε μσα στο δσος. Οποιοδποτε δντρο, λα τα δντρα ταν καλτερα απ' αυτ το θαμα. Αρδες προσευχν συνχιζαν ν' αργοκυλον απ το ψυχο στμα του ντρα της, καθς ο γγαντας σκωσε το πδι του για να κνει λλο να βμα:

                                    Μπουμ!

     Το αγροτσπιτο σεστηκε ολκληρο. Τα πιτα ρχισαν να χορεουν στα ντουλπια, σπασαν. Ο πλινος καπναγωγς κλησε μσα απ την καμινδα του τζακιο κι γινε συντρμμια στις στχτες της λιθπλακας. Οι εραστς γνριζαν τον θρυβο που αντηχοσε μσα στο διο το κορμ τους, αυτ τη γινη βροντ. Ο Μικ πλησασε τον Τζουντ και τον πιασε απ τους μους.
-"Βλπεις", επε, με δντια που φνταζαν γκριζογλανα μες στο σκοτειν σπτι. "Βλπεις; Βλπεις";
     Υπρχε να εδος υστερας στη φων του. 'τρεξε στην πρτα, σκοντφτοντας σε μια καρκλα μσα στο σκοτδι. Χτυπημνος και βρζοντας, βγκε τρικλζοντας ξω στη νχτα...

                                                                  Μπουμ!

     Ο θρυβος ταν εκκωφαντικς. Αυτ τη φορ σπασε λα τα τζμια στο αγροτσπιτο. Στην κρεβατοκμαρα μια τρβα της στγης ργισε και μπζα γμισαν το πτωμα. Ο Τζουντ συνντησε τον εραστ του στο κατφλι. Ο γροντας εχε πσει με το πρσωπο στη γη, με τα ρρωστα, πρησμνα δχτυλ του κυρτ, τα ικετευτικ του χελη να πιζουν το υγρ δαφος.
   Ο Μικ κοταζε ψηλ τον ουραν. Ο Τζουντ ακολοθησε το βλμμα του.
     Υπρχε νας χρος στον ουραν χωρς αστρια. Το σκοτδι εχε πρει το σχμα ενς ανθρπου, ενς τερστιου, σωματδους ανθρπινου σκελετο, ενς κολοσσο που υψωνταν μχρι τ' αστρια. Δεν ταν ακριβς τλειος ο γγαντας. Το περγραμμ του δεν ταν καθαρ: αναδευταν και μυρμγκιαζε.
     ταν φαρδτερος απ κθε ζωνταν νθρωπο. Οι γμπες του ταν ασυνθιστα κοντχοντρες, και τα μπρτσα του δεν ταν μακρι. Τα χρια του, καθς σφγγονταν και ξεσφγγονταν, εχαν παρδοξες κλειδσεις κι ταν υπερβολικ λεπτ για τον κορμ του. Σκωσε το να γιγντιο, εππεδο πδι του και το 'βαλε στη γη, κνοντας να ακμη βμα προς το μρος τους.

                                    Μπουμ!

     Το βμα του προκλεσε την κατρρευση της στγης. 'λα σα τους εχε πει ο κλφτης του αυτοκιντου ταν αληθιν. Το Ππολατς ταν μια πλη, και συγχρνως νας γγαντας κι εχε φγει στους λφους...
     Τα μτια τους εχαν συνηθσει πια το νυχτεριν φως. Δικριναν με κθε φρικτ λεπτομρεια τον τρπο κατασκευς αυτο του τρατος. 'ταν να αριστοργημα ανθρπινης μηχανικς: νας νθρωπος φτιαγμνος εξ ολοκλρου απ ανθρπους. Ακμη καλτερα, νας γγαντας χωρς φλο, φτιαγμνος απ ντρες, γυνακες και παιδι. λοι οι πολτες του Ππολατς σφδαζαν και τανζονταν στο σμα αυτο του πλεγμνου απ ανθρπινη σρκα γγαντα. Οι μες τους ταν τεντωμνοι σε οριακ σημεο, τα κκαλ τους ταν τοιμα να σπσουν. Εδαν με ποιον τρπο οι αρχιτκτονες του Ππολατς εχανε διαφοροποισει ελαφρ τις αναλογες του ανθρπινου κορμιο: εχαν φτιξει το πλσμα κοντχοντρο, για να χαμηλσουν το κντρο βρους του τα πδια του ταν χοντρ σαν του ελφαντα, για ν’ αντχουν τον γκο του κορμο, το κεφλι ταν χωμνο βαθι μσα στους φαρδιος του μους, τσι στε να ελαχιστοποισουν τα προβλματα ενς αδναμου λαιμο.
     Παρ τις ποιες παραμορφσεις του, μοιαζε τρομακτικ ζωνταν. Τα κορμι που ταν δεμνα μαζ για να φτιξουν το δρμα του ταν γυμν, δε φοροσανε τποτα εκτς απ τα χαλινρια, μ' αποτλεσμα η επιφνει του να λμπει στην αστροφεγγι σαν νας τερστιος ανθρπινος κορμς. Ακμη κι οι μες, αν κι απλοποιημνοι, τανε πολ καλ αντεγραμμνοι. Δικριναν τον τρπο με τον οποο τα δεμνα κορμι σπρωχναν και τραβοσαν το να το λλο σε συμπαγες χορδς σρκας και οστν. Δικριναν τους διαπλεκμενους ανθρπους που σχημτιζαν το κορμ: οι πλτες τους σαν πλτες χελνας εχαν στοιχηθε για να σχηματσουν την καμπλη του θρακα- οι δεμνοι και κομποδεμνοι ακροβτες στους συνδσμους των μπρτσων και των χεριν κουλουριζονταν και ξετυλγονταν εναλλακτικ για να κινον τις αρθρσεις της πλης.
     μως, το εκπληκτικτερο λων ταν το πρσωπο. Μγουλα απ ανθρπινα κορμι σπηλαιδεις κγχες ματιν, ο κθε βολβς φτιαγμνος απ πντε ανθρπινα κεφλια μια φαρδι κι εππεδη μτη να στμα που ανοιγκλεινε καθς οι μες του σαγονιο μζευαν και πλωναν ρυθμικ. Κι απ' αυτ το στμα, που για δντια εχε φαλακρ παιδικ κεφαλκια, βγαινε η φων του γγαντα, μια ασθενικ πλον απομμηση της πρτερης ντασς της, που επαναλμβανε την δια ντα ενς χαζο σκοπο.
     Το Ππολατς περπατοσε και τραγουδοσε.
     Υπρξε ποτ, σ' λη την Ευρπη, θαμα αντστοιχο μ' αυτ;
     Ο Μικ κι ο Τζουντ το παρακολουθοσαν καθς κανε λλο να βμα προς το μρος τους.
     Ο γροντας εχε κατουρηθε πνω του. Κλαγοντας κι εκλιπαρντας, σρθηκε με τα χρια στο χμα, εγκαταλεποντας το ερειπωμνο σπτι του, προσπαθντας να βρει καταφγιο μσα στα δντρα.
     Οι Εγγλζοι μειναν ακνητοι στη θση τους, παρακολουθντας το θαμα καθς πλησαζε. Οτε ο τρμος οτε η φρκη μποροσαν να τους επηρεσουν τρα, μνο το δος που τους κρατοσε ριζωμνους στα πδια τους. Γνριζαν τι αυτ ταν κτι που δεν θ' αντκριζαν ποτ ξαν' ταν ο Κολοφνας -μετ απ' αυτ, λα θα ταν κοιντοπες εμπειρες. Καλτερα να μενουν, λοιπν, παρ' λο που με το κθε βμα πλησαζε κι ο θνατος. Καλτερα να μενουν και να το κοιτζουν σο ταν ακμη ορατ. Κι αν τους σκτωνε, αυτ το τρας, τουλχιστον θα εχαν δει να θαμα, θα εχαν γνωρσει το φρικτ μεγαλεο τον για μια μοναδικ στιγμ.
     ταν δκαιη συναλλαγ.
     Το Ππολατς απεχε δο βματα απ το αγροτσπιτο. Βλπανε τη πολυπλοκτητα της δομς του πεντακθαρα. Δικριναν τις λεπτομρειες στα πρσωπα των πολιτν κτωχρα, μοσκεμα στον ιδρτα, αλλ ικανοποιημνα μσα στην κπωσ τους. Μερικο κρμονταν νεκρο απ τα χαλινρια τους, με τα πδια τους να αιωρονται μπρος πσω σαν απαγχονισμνοι. λλοι, ιδιατερα τα παιδι, εχαν σταματσει να υπακοουν στις οδηγες κι εχαν χαλαρσει, με αποτλεσμα το σχμα του κορμιο να εκφυλζεται, να αναδεεται μαζ με τα επαναστατημνα κτταρα. Κι μως περπατοσε ακμη το κθε του βμα, μια ανυπολγιστη προσπθεια συγχρονισμο και κνησης.

                                                                    Μπουμ!

     Το βμα που ισοπδωσε το αγροτσπιτο ρθε πιο γργορα απ' ,τι περμεναν.
     Ο Μικ εδε τη γμπα να σηκνεται, εδε τα ανθρπινα πρσωπα στο καλμι, στον αστργαλο, στο πλμα -ταν στο μγεθς του τρα- λοι μεγαλσωμοι ντρες που 'χαν επιλξει να σηκσουν το βρος της γιγντιας κατασκευς. Πολλο ταν νεκρο. Στη πατοσα εδε να συνονθλευμα λιωμνων και ματωμνων κορμιν, πιεσμνων μχρι θαντου απ το βρος των συμπολιτν τους.
     Το πδι κατβηκε με βουητ.
     Μσα σε λγα δευτερλεπτα, το αγροτσπιτο εχε γνει συντρμμια και σκνη.
     Το Ππολατς κρυβε ολοκληρωτικ τον ουραν. Για μια στιγμ γινε ολκληρος ο κσμος, γη και ουρανς. Η παρουσα του πλημμριζε τις αισθσεις σε εκρηκτικ βαθμ. Απ τσο κοντ, μια ματι δεν μποροσε να το αγκαλισει ολκληρο' το μτι πρεπε να περιφρεται πνω, κτω, δεξι, αριστερ για να το συλλβει σ' λο του το μγεθος, και πλι το μυαλ αδυνατοσε να αποδεχθε την αλθεια.
     να στροβιλιζμενο αγκωνρι εκτοξετηκε απ το σπτι ταν κατρρευσε και χτπησε τον Τζουντ καταπρσωπο. Με το μυαλ του κουσε το θανατηφρο χτπημα σαν μπλα που χτυποσε σε τοχο να δυστχημα σε ρα παιχνιδιο. Καννας πνος -καμα μεταμλεια. 'σβησε σα το φως, -μικρ, ασμαντο φως- η επιθαντια κραυγ του χθηκε μσα στο πανδαιμνιο, το κορμ του κρφτηκε μσα στη σκνη και το σκοτδι. Ο Μικ δεν εδε οτε κουσε τον Τζουντ να πεθανει.
     ταν πολ απασχολημνος με το να παρακολουθε το πδι, που κατσε για μια στιγμ στα ερεπια, εν το λλο επιστρτευε λη τη θληση και τη δναμ του για να σηκωθε. Ο Μικ ρπαξε την ευκαιρα. Ουρλιζοντας σα δαμονας, τρεξε προς το μρος του ποδιο, ποθντας ν' αγκαλισει το τρας. Σκνταψε μσα στα συντρμμια, σηκθηκε πλι, ματωμνος, για να προλβει ν' αρπξει το πδι πριν σηκωθε και μενει πσω. Ακοστηκε μια οχλοβο αγωνας ταν φτασε στο πδι η εντολ τι πρεπε να σηκωθε ξαν, ο Μικ εδε τους μυς της κνμης να μαζεονται και ν' αγκαλιζονται ταν το πδι ρχισε να υψνεται. Πδησε προς το μλος τη στιγμ που ρχισε να εγκαταλεπει το δαφος, προσπαθντας ν' αδρξει να χαλινρι, να σκοιν, ανθρπινα μαλλι στω ανθρπινη σρκα -οτιδποτε για να πισει αυτ το διερχμενο θαμα και ν' αποτελσει τμμα του. Καλτερα να πγαινε μαζ του, που κι αν πγαινε, να υπηρετσει τους στχους του ποιοι κι αν ταν, καλτερα να πεθνει μαζ του, απ το να ζσει χωρς αυτ.
     πιασε το πδι και βρκε να ασφαλς στριγμα στον αστργαλ του. Τη στιγμ που ορλιαξε εκστασιασμνος απ την επιτυχα του, νιωσε το πδι να σηκνεται, και κοταξε μσα απ το στρβιλο της σκνης το σημεο που στεκταν προηγουμνως να υποχωρε μαζ με τη γη.
     Το δαφος εχε απομακρυνθε κτω απ τα πδια του. Εχε κνει ωτοστπ σ' να Θε- η ζω που 'χεν εγκαταλεψει δε σμαινε τποτε γι' αυτν τρα και για πντα πια. Θα ζοσε μ' αυτ το πλσμα, ναι, θα ζοσε μαζ του και θα το 'βλεπε συνχεια, θα το 'τρωγε με τα μτια, μχρι να πεθνει απ καθαρ αδηφαγα.
     Φναζε, ορλιαζε κι κανε κονια πνω στα σκοινι, μεθντας απ τον θραμβ του. Κτω, πολ μακρι, εδε το κορμ του Τζουντ, κουλουριασμνο, χλωμ πνω στο σκοτειν χμα, ανεπανρθωτα χαμνο. Ο ρωτας, η ζω κι η λογικ εχανε χαθε μαζ με τη θμηση του ονματς, του φλου και των φιλοδοξιν του.
     λα ταν ασμαντα. Τελεως ασμαντα.

                Μπουμ!
                                                            Μπουμ!

     Το Ππολατς περπατοσε. Τα βματ του σβνανε στην ανατολ. Το Ππολατς περπατοσε. Η φων του χανταν στη νχτα.
     Μια μρα πρασε κι ρθαν τα πουλι, οι αλεποδες, οι μγες, οι πεταλοδες, οι σφκες. Ο Τζουντ μετακινθηκε, ο Τζουντ μεταμορφθηκε, ο Τζουντ γννησε. Προνμφες αναπτχθηκαν μσα στη κοιλι του, το θρεπτικ κρας του μηρο του φαγθηκε στη φωλι μιας αλεπος. Μετ απ' αυτ, λα εξελχθηκαν γργορα. Τα κκαλ του κιτρνισαν, τα κκαλ του θρυμματστηκαν: στη θση που κποτε εχε γεμσει με απψεις κι ιδες, σντομα απμεινε να κεν.
     Σκοτδι, φως, σκοτδι, φως...
     Τ' νομ του δε δικοψε τποτα απ τα δυο...

"In Τhe Hills, Τhe Cities..." (1986)
Το διγημα περιλαμβνεται στην 6τομη συλλογ διηγημτων του: "Τα Βιβλα Του Αματος" Εκδσεις ΤΡΙΤΩΝ

Μετφραση: Ροζνα Μπργκνερ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers