Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Φανταστικό 

Barker Clive: Η Κρεοφόρος Του Μεσονυχτίου

 

          
              Κλάιβ Μπάρκερ
                                                Βιογραφικό

    Γεννήθηκε στις 5 Οκτωβρίου 1952, στο Λίβερπουλ, στην Αγγλία. Είναι βρετανός συγγραφέας, σκηνοθέτης κι εικαστικός καλλιτέχνης. Μελέτησε αγγλικά και φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ. Είναι από τους κύριους συγγραφείς σύγχρονων ιστοριών φρίκης/φαντασίας. Από μικρός άρχισε να γράφει τέτοια διήγηματα, που υπάρχουνε στη συλλογή "Βιβλία Του Αίματος 1 - 6", τη νουβέλα "Faustian" και το μυθιστόρημα "Το Καταδικασμένο Παιγνίδι". Αργότερα στράφηκε προς την επική φαντασία με μερικά στοιχεία φρίκης. Το διακριτικό ύφος του χαρακτηρίζεται από την έννοια των κρυμμένων φανταστικών κόσμων που υπάρχουν δίπλα-δίπλα με τους δικούς μας (μια ιδέα μοιράζεται με τον σύγχρονο Neil Gaiman), ο ρόλος της σεξουαλικότητας στο υπερφυσικό κι η κατασκευή των συνεπών, σύνθετων και λεπτομερών μύθων. Όταν τα "Βιβλία Του Αίματος" δημοσιεύθηκαν στις ΗΠΑ αρχικά στις φτηνές εκδόσεις χαρτόδετων βιβλίων, η πρωτοτυπία, η ένταση κι η γενική ποιότητα των ιστοριών οδήγησαν τον δημοφιλή συγγραφέα Stephen King να δηλώσει: "Έχω δει το μέλλον της φρίκης και τ' όνομά αυτού είναι Clive Βarker." (Παράφραση ενός διάσημου κομματιού που λέει ο Bruce Springsteen στην αρχή της σταδιοδρομίας του.) Πολλά βιβλία του έχουνε γυριστεί ταινία και σε μερικές απ' αυτές είναι σκηνοθέτης ο ίδιος.

--------------------------------------------------------------------------------------------


    Ο Λίον Κάουφμαν δεν ήταν πια νέος στη πόλη. Το «Παλάτι Tων Απολαύσεων», έτσι την ονόμαζε στην εποχή της αθωότητάς του. Αυτό όμως όταν ζούσε ακόμη στην Ατλάντα, τότε που θεωρούσε τη Νέα Υόρκη Γη της Επαγγελίας, πολιτεία όπου επιτρέπονταν τα πάντα κι όπου τα πάντα μπορούσαν να συμβούν.
Αλλά τώρα, μετά από τρεισήμισι μήνες διαμονής στη πόλη των ονείρων του, το Παλάτι Tων Απολαύσεων είχε πάψει να του φαίνεται συναρπαστικό. Είχε στα αλήθεια περάσει τόσο λίγος καιρός από τη μέρα που, βγαίνοντας από το σταθμό των λεωφορείων, έμεινε να κοιτάει μαγεμένος την 42η οδό στη διασταύρωσή της με το Μπρόντγουεϊ; Ψευδαισθήσεις μιας ζωής χαμένες σ' ελάχιστους μήνες. Η παλιά του αφέλεια του προκαλούσε τώρα φοβερή αμηχανία. Ανατρίχιαζε από ντροπή όταν θυμόταν πώς είχε σταθεί στη μέση του δρόμου κι είχε αναφωνήσει: «Νέα Υόρκη, σ' αγαπώ». Αγάπη; Ποτέ. Το πολύ-πολύ ένας φλογερός, αλλά παροδικός έρωτας. Και τώρα, μετά τρεις μόνο μήνες συμβίωσης με το αντικείμενο της λατρείας του, ζώντας μέρα-νύχτα μαζί του, ανακάλυπτε πως έχανε σιγά-σιγά τη μαγεία του. Η Νέα Υόρκη ήταν απλά μια πόλη.

     Την είχε δει να ξυπνά το πρωί -μια βρομιάρα μέγαιρα- και να ξεκολλά δολοφονημένους ανθρώπους από τα δόντια της, αυτόχειρες από τα μπερδεμένα της μαλλιά. Την είχε δει αργά τη νύχτα -τσούλα αλανιάρα- με τα βρωμερά απόμερα σοκάκια της να κορτάρουν ξεδιάντροπα τη διαστροφή. Τη παρακολουθούσε τα καφτά απογεύματα, νωθρή κι άσχημη, αδιάφορη στις φρικαλεότητες που διαπράττονταν κάθε στιγμή στ' αποπνικτικά περάσματά της. Δεν ήταν το «Παλάτι Των Απολαύσεων». Το θάνατο έτρεφε στον κόρφο της, όχι την ηδονή. Δεν υπήρχε περίπτωση να συναντήσει άτομο που να μην είχε έρθει σ' επαφή με τη βία ο κίνδυνος ήταν μέρος της καθημερινότητας. Το άκρον άωτο της κομψότητας ήταν να συμπεριλαμβάνεται στον κύκλο των γνωριμιών σου άνθρωπος που είχε πεθάνει από βίαιο θάνατο: απόδειξη ότι ζούσες στην πόλη. Αλλά ο Κάουφμαν αγαπούσε τη Νέα Υόρκη από μακριά επί είκοσι χρόνια. Σχεδίαζε τη σχέση του μαζί της το μεγαλύτερο διάστημα της ενήλικης ζωής του. Δεν ήταν εύκολο λοιπόν ν' απαλλαγεί από το πάθος. Υπήρχαν ακόμη στιγμές, πολύ νωρίς το πρωί ή το σούρουπο, πριν αρχίσουν το στριγκό τους τραγούδι οι σειρήνες των περιπολικών, που το Μανχάταν ξαναγινόταν ένα θαύμα. Γι' αυτές τις στιγμές και για χάρη των ονείρων του, αντιμετώπιζε τη πόλη με επιείκεια, ακόμη κι όταν η συμπεριφορά της δεν ήταν συμπεριφορά κυρίας. Δε σε διευκόλυνε όμως να της δώσεις άφεση. Στους λίγους μήνες που ο Κάουφμαν ζούσε στη Νέα Υόρκη, οι δρόμοι της πλημμύριζαν καθημερινά στο αίμα. Δηλαδή, όχι ακριβώς οι δρόμοι, αλλά τα τούνελ κάτω απ' αυτούς.

     Ο «Χασάπης Του Υπόγειου» ήταν στα στόματα όλων. Μόλις τη περασμένη βδομάδα είχαν αναφερθεί άλλοι τρεις φόνοι. Τα πτώματα ανακαλύφθηκαν σ' ένα βαγόνι στο σταθμό των Λεωφόρων της Αμερικής, ανοιγμένα στα δύο και μισό-ξεκοιλιασμένα, σα να είχε διακοπεί έμπειρος σφαγέας την ώρα της δουλειάς. Οι δολοφονίες έφεραν τόσο έντονα τη σφραγίδα του επαγγελματισμού που οι αστυνομικοί ανέκριναν όσα άτομα με ποινικό μητρώο είχαν ποτέ σχέση με το εμπόριο κρεάτων. Τα εργοστάσια συσκευασίας κρέατος της προκυμαίας παρακολουθούνταν άγρυπνα, τα σφαγεία ερευνούνταν εξονυχιστικά. Μα μόλο που η «επικείμενη σύλληψη του ενόχου» εξαγγέλλονταν καθημερινά, δεν είχε πραγματοποιηθεί ακόμη. Τα τελευταία τρία πτώματα δεν ήταν τα πρώτα που ανακαλύπτονταν σε αυτή την κατάσταση την ίδια κιόλας μέρα που o Κάουφμαν πατούσε το πόδι του για πρώτη φορά στη πόλη, οι Τάιμς δημοσίευαν μια είδηση που συζητιόταν ακόμη από τις τρομολάγνες γραμματείς στη δουλειά του. Η είδηση, λοιπόν, έλεγε πως ένας Γερμανός τουρίστας, που είχε χαθεί στο πολύπλοκο σύστημα του μετρό, έπεσε -στη κυριολεξία- πάνω σ' ένα πτώμα. Το θύμα ήταν μια καλοφτιαγμένη, ελκυστική τριαντάχρονη γυναίκα από το Μπρούκλιν. Κάποιος την είχε γδύσει τελείως. Όλα της τα ρούχα βγαλμένα, όλα της τα κοσμήματα. Ακόμη και τα σκουλαρίκια από τ' αφτιά της. Περισσότερο αλλόκοτος κι από το γδύσιμο ήταν ο τακτικός και συστηματικός τρόπος που τα ρούχα της είχαν διπλωθεί και χωθεί σε πλαστικές σακούλες στο κάθισμα δίπλα στο κουφάρι.

     Έν' άλλο, πιο παράξενο στοιχείο από το προσεχτικό ξεγύμνωμα του πτώματος, ήταν η ασυνήθιστη προσβολή -στα όρια της ύβρεως- που είχε υποστεί. Οι εφημερίδες ισχυρίζονταν, αν κι η αστυνομία απέφευγε να το επιβεβαιώσει, ότι το θύμα βρέθηκε σχολαστικά ξυρισμένο. Δεν είχε απομείνει τρίχα πάνω του: ούτε στο κεφάλι, ούτε στην ήβη, ούτε στις μασχάλες πουθενά. Ακόμη και τα φρύδια κι οι βλεφαρίδες είχαν ξεριζωθεί. Τέλος, τούτο το γυμνό κομμάτι κρέας είχε κρεμαστεί ανάποδα από μια χειρολαβή στην οροφή του βαγονιού κι ένας μαύρος πλαστικός κουβάς, καπλαντισμένος με μια μαύρη πλαστική σακούλα, είχε τοποθετηθεί κάτω από το πτώμα έτσι ώστε να δέχεται τη σταθερή ροή του αίματος. Σ' αυτή την κατάσταση, ξεγυμνωμένο, ξυρισμένο, κρεμασμένο και στραγγισμένο από αίμα, είχε βρεθεί το σώμα της Λορέτα Ντάιερ. Ήταν αηδιαστικό. Ήταν βαθύτατα ανησυχητικό. Δεν υπήρχαν σημάδια βιασμού, ούτε βασανιστηρίων. Η γυναίκα είχεν εκτελεστεί γρήγορα κι αποτελεσματικά, σα ζώο στο σφαγείο. Κι ο χασάπης κυκλοφορούσε ακόμη ελεύθερος.

     Οι δημοτικοί άρχοντες, εν τη σοφία τους, απαγόρευσαν τη δημοσίευση οποιασδήποτε είδησης σχετικής με το έγκλημα. Οι φήμες έλεγαν πως ο άντρας που είχε ανακαλύψει το πτώμα μεταφέρθηκε βιαστικά και με ισχυρή αστυνομική προστασία στο Νιου Τζέρσεϊ, μακριά από τους δημοσιογράφους. Αλλά η συγκάλυψη απέτυχε. Κάποιος άπληστος μπάτσος αφηγήθηκε τις μακάβριες λεπτομέρειες σ' ένα συντάκτη των Τάιμς. Οι πάντες στη Νέα Υόρκη έμαθαν για τις φριχτές δολοφονίες. Ήταν το θέμα συζήτησης σε κάθε εστιατόριο και μπαρ και, φυσικά, στον υπόγειο. Αλλά η Λορέτα Ντάιερ ήταν μόνον η πρώτη. Τώρα τρία ακόμη πτώματα είχαν βρεθεί στην ίδια κατάσταση, αν κι η «δουλειά» σ' αυτή τη περίπτωση είχε μείνει στη μέση. Δεν ήταν όλα ξυρισμένα, οι σφαγίτιδες φλέβες δεν είχαν ανοιχτεί για να χυθεί το αίμα τους. Κι υπήρχε ακόμη μία, πιο σημαντική διαφορά: τούτη τη φορά δεν τ' ανακάλυψε τουρίστας, αλλά δημοσιογράφος των Τάιμς της Νέας Υόρκης.

     Ο Κάουφμαν διάβασε την περιγραφή στη πρώτη σελίδα της εφημερίδας. Δεν τον ενδιέφερε ιδιαίτερα η ιστορία, σ' αντίθεση με το διπλανό του στον πάγκο της καφετέριας. Το μόνο που ένιωσε ήταν μια ελαφριά αηδία κι έσπρωξε μακριά του το πιάτο με τα αβγά μάτια. Δεν ήταν τίποτε περισσότερο από άλλη μια απόδειξη της παρακμής της πόλης. Δεν έβρισκε καμιά ευχαρίστηση στην αρρώστια της. Ωστόσο, όντας άνθρωπος, δεν μπορούσε ν' αγνοήσει εντελώς τις σιχαμερές λεπτομέρειες. Το άρθρο δεν προσπαθούσε να εντυπωσιάσει, μα η απλή σαφήνεια του στυλ καθιστούσε το αντικείμενο ακόμη πιο αποτρόπαιο. Αλλωστε δεν μπορούσε να μην αναρωτηθεί για το άτομο πίσω απ' αυτές τις θηριωδίες. Ήταν ένας ο ψυχωτικός ή περισσότεροι, που αντέγραφαν τον πρώτο φόνο; Ίσως τούτη ήταν μόνον η αρχή της φρίκης. Ίσως ακολουθούσαν κι άλλα εγκλήματα, έως ότου ο δολοφόνος, μες στον ενθουσιασμό ή την εξάντλησή του, παρέβλεπε κάτι σημαντικό, κάτι που θα οδηγούσε στη σύλληψή του. Μέχρι τότε η πόλη, η λατρεμένη πόλη του Κάουφμαν, θα ζούσε κάπου ανάμεσα στην υστερία και την έκσταση. Ο διπλανός έδωσε μια με τον αγκώνα κι αναποδογύρισε το φλιτζάνι του Κάουφμαν.

 -«Φτου, γαμώ το!» είπε. Ο Κάουφμαν τραβήχτηκε για ν' αποφύγει τον καφέ που χυνόταν από τον πάγκο.

 -«Δε πειράζει», μουρμούρισε μες από τα δόντια του. Κοίταξε με ανεπαίσθητη περιφρόνηση τον άγνωστο. Ο αδέξιος μπάσταρδος προσπαθούσε να σκουπίσει τον καφέ με μια χαρτοπετσέτα, που κόντευε να γίνει πολτός. Ο Κάουφμαν αναρωτήθηκε αν τούτος ο βλάκας, με τις πεσμένες κόκκινες μαγούλες και την απεριποίητη γενειάδα ήταν ικανός για φόνο. Υπήρχε άραγε κάποιο σημάδι σ' αυτό το παχύ μούτρο, κάποια ένδειξη στο σχήμα του κεφαλιού ή την έκφραση των μικρών ματιών, που πρόδινε την αληθινή του φύση; Ο άντρας μίλησε.
 -«Να σου παραγγείλω άλλον καφέ
Ο Κάουφμαν κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Καφέ. κανονικό. μαύρο», είπε ο ασχημομούρης στο κορίτσι πίσω από τον πάγκο. Εκείνη έπαψε για μια στιγμή να καθαρίζει τη σχάρα από τα παγωμένα λίπη.

 -«Τί»;

 -«Καφέ. Κουφή είσαιΟ τύπος χαμογέλασε στον Κάουφμαν. «Κουφή», του είπε. Ο Κάουφμαν πρόσεξε ότι του λείπανε τρία μπροστινά δόντια. «Φοβερό, εΤι εννοούσε; Τον καφέ; Το ξεδοντιασμένο του στόμα; «Να πεθάνουν τρεις άνθρωποι έτσι... Κομματιασμένοι σα γουρούνιαΟ Κάουφμαν ένευσε καταφατικά. «Σε βάζει σε σκέψεις», συνέχισε ο άλλος.

 -«Ε, ναι».

 -«Θέλω να πω, παν να τα κουκουλώσουν. Ξέρουν ποιος το έκανε». "Αυτή η συζήτηση δεν έχει κανένα νόημα, είναι γελοία", σκέφτηκε ο Κάουφμαν. Έβγαλε τα γυαλιά και τα 'βαλε στη τσέπη. Δεν έβλεπε πια τόσο καθαρά το πρόσωπο του παχύδερμου. Κάτι ήταν κι αυτό.

 -«Να κουκουλώσουν τί»;

 -«Έχουν αποδείξεις, αλλά εμάς μας κρατάνε στο σκοτάδι. Κάτι κυκλοφορεί στη πόλη. Πάντως, άνθρωπος δεν είναι». Ο Κάουφμαν κατάλαβε. Ο ηλίθιος του σέρβιρε τη γνωστή θεωρία περί συνωμοσίας. Την είχε ξανακούσει, πολλές φορές πανάκεια. «Έκαναν πειράματα γενετικής οι πούστηδες και κάτι τους πήγε στραβά. Να δεις που έφτιαξαν τέρατα, αλλά εμείς, ο λαουτζίκος, θα το μάθουμε τελευταίοι. Δε μας λένε τίποτα. Κουκούλωμα σου λεω. Πάω στοίχημα». Ο Κάουφμαν έβρισκε ελκυστική τη σιγουριά του τύπου. Τέρατα στους δρόμους. Έξη κεφάλια: μια ντουζίνα μάτια. Γιατί όχι; Ήξερε γιατί όχι. Επειδή αυτό απάλλασσε τη πόλη: την άφηνε ατιμώρητη. Κι ο Κάουφμαν πίστευε ακράδαντα πως τα τέρατα στα τούνελ ήταν ανθρωπόμορφα. Ο γενειοφόρος πέταξε τα λεφτά στον πάγκο και σήκωσε το χοντρό του κώλο από το βρώμικο πλαστικό σκαμνί. «Μπάτσος την έκανε τη δουλειά», ανακοίνωσε πριν φύγει. «Πήγε να το παίξει ήρωας κι αντί γι' αυτό γίνηκε τέρας». Χαμογέλασε απαίσια. «Πάω στοίχημα ό,τι θες», πέταξε, και βγήκε απ' το μαγαζί χωρίς άλλη κουβέντα. Ο Κάουφμαν ξεφύσηξε ανακουφισμένος νιώθοντας την ένταση να εγκαταλείπει το κορμί του. Σιχαινόταν τις αναμετρήσεις αυτού του είδους: τον έκαναν να αισθάνεται ανίσχυρος, του δένανε τη γλώσσα. Εδώ που τα λέμε, σιχαινόταν και τη συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων: τους χοντροκέφαλους αγροίκους, σήμα κατατεθέν της Νέας Υόρκης.

     Κόντευε έξη η ώρα όταν ξύπνησε ο Μαχόγκανι. Η καταιγίδα του πρωινού είχε δώσει τη θέση της σε μια σιγανή βροχή. Η ατμόσφαιρα ήταν καθαρή, όσο καθαρή μπορεί να είναι η ατμόσφαιρα στο Μανχάταν. Τεντώθηκε στο κρεβάτι, πέταξε τη κουβέρτα στο πάτωμα και σηκώθηκε να ετοιμαστεί για τη δουλειά. Στο μπάνιο η βροχή έπεφτε στη συσκευή του κλιματισμού, αντηχώντας στο διαμέρισμα σα σταθερό, ρυθμικό πλατάγισμα. O Μαχόγκανι άνοιξε τη τηλεόραση για να καλύψει το θόρυβο, αδιάφορος σ' ό,τι πρόγραμμα είχε να προσφέρει. Πλησίασε στο παράθυρο. Ο δρόμος, έξη πατώματα πιο κάτω, ήταν γεμάτος οχήματα κι ανθρώπους. Μετά από μια ημέρα σκληρής δουλειάς, η Νέα Υόρκη πήγαινε σπίτι: να παίξει, να κάνει έρωτα. Ο κόσμος ξεχυνόταν από τα γραφεία, έμπαινε στα' αυτοκίνητα. Κάποιοι θα ήταν εκνευρισμένοι μετά από οχτώ ώρες εγκλεισμού σε πνιγηρά γραφεία, άλλοι ήμεροι σαν αρνιά θα επέστρεφαν στα διαμερίσματά τους, παρασυρμένοι από ένα αδιάκοπο ανθρώπινο κύμα. Μερικοί πάλι θα στριμώχνονταν στον υπόγειο, τυφλοί στα μηνύματα των τοίχων, κουφοί στα ίδια τους τα ψελλίσματα και στους κεραυνούς των τούνελ.

     Ο Μαχόγκανι διασκέδαζε μ' όλα αυτά. Σε τελευταία ανάλυση, κείνος δεν ανήκε στο κοπάδι. Στεκόταν στο παράθυρο και κοιτούσε τα χιλιάδες κεφάλια κάτω, ξέροντας πως ήταν ο εκλεκτός. Είχε βέβαια κι εκείνος προθεσμίες να τηρήσει, όπως ο κοσμάκης στο δρόμο. Αλλά η δική του απασχόληση δεν είχε καμία σχέση με το δικό τους άσκοπο κάματο, ήταν κάτι σαν ιερό καθήκον. Χρειαζόταν φαγητό κι ύπνο, όπως οι πληβείοι. Το δικό του κίνητρο ωστόσο δεν ήταν η οικονομική αναγκαιότητα, αλλά οι απαιτήσεις της ιστορίας. Πρόσθετε κι αυτός το λιθαράκι του στη μεγαλειώδη παράδοση, παράδοση αιώνων, που δεν περιοριζόταν στην Αμερική. Ήταν κυνηγός της νύχτας: σαν τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη, σαν τον Ζιλ ντε Ραι, ζώσα ενσάρκωση του θανάτου, στοιχειό με πρόσωπο ανθρώπου. Ήταν το φάντασμα του ύπνου, ο τελάλης του τρόμου. Τα ανθρωπάκια από κάτω του δεν μπορούσαν να ξέρουν το πρόσωπό του, ούτε θα γυρνούσαν ποτέ να τον ξανακοιτάξουν. Αλλά το δικό του βλέμμα τους ανακάλυπτε παντού, τους ζύγιζε, διαλέγοντας μόνον τους ωριμότερους από τη μουντή παρέλαση, τους υγιέστερους και τους νεότερους, για να πεθάνουν από το καθαγιασμένο του μαχαίρι.

     Μερικές φορές ο Μαχόγκανι λαχταρούσε ν' αποκαλύψει τη ταυτότητά του στην οικουμένη, αλλά είχε ευθύνες, ευθύνες μεγάλες και σοβαρές. Δεν μπορούσε να προσδοκεί δόξα και φήμη. Η ζωή του ήταν μυστική και μόνο η ματαιοδοξία του ποθούσε την αναγνώριση. "Στο κάτω-κάτω", σκεφτόταν, "μήπως χαιρετά το μοσχάρι το θύτη του όταν σφαδάζει στα πόδια του"; Γενικά, ήταν ευχαριστημένος. Του αρκούσε να είναι μέρος της λαμπρής παράδοσης, πραγματικά του αρκούσε. Τελευταία όμως τα πράγματα δεν πήγαιναν τόσο καλά. Δεν ήταν βέβαια δικό του το λάθος. Κανείς δεν μπορούσε να τονε ψέξει. Οι καιροί είχαν αλλάξει προς το χειρότερο. Η ζωή δεν ήταν τόσο εύκολη όσο πριν μια δεκαετία. Ήταν φυσικά κι o ίδιος δέκα χρόνια μεγαλύτερος, πράγμα που έκανε τη δουλειά εξουθενωτική, οι υποχρεώσεις βάραιναν όλο και περισσότερο στους ώμους του. Ήταν εκλεκτός, αβάσταχτο προνόμιο. Κάπου-κάπου αναρωτιόταν μήπως είχε φτάσει πια η ώρα να εκπαιδεύσει ένα νεότερο, τον διάδοχό του. Θα συμβουλευόταν και τους Πατέρες, αυτό οπωσδήποτε, αλλά αργά ή γρήγορα έπρεπε να βρεθεί αντικαταστάτης. Το θεωρούσε εγκληματικό ν' αφήσει όλη τη πολύτιμη πείρα του να πάει χαμένη. Είχε τόσα και τόσα να διδάξει. Τόσα μυστικά του ασυνήθιστου επαγγέλματός του. Τους καλύτερους τρόπους να παραμονεύεις, να σφάζεις, να γδέρνεις, ν' αποστραγγίζεις. Να διαλέγεις το καλύτερο κρέας για τον ιερό σκοπό. Την καλύτερη μέθοδο για να ξεφορτώνεσαι τα λείψανα. Τόσες λεπτομέρειες, τέτοια εξαιρετική, συσσωρευμένη εμπειρία και γνώση!

     Ο Μαχόγκανι προχώρησε αργά κατά το μπάνιο, άνοιξε τις βρύσες. Πριν μπει στη μπανιέρα, περιεργάστηκε το σώμα του. Το στομάχι, τις γκρίζες τρίχες στο πλαδαρό του στέρνο, τις ουλές, τα σκορπισμένα στο χλωμό του πετσί εξανθήματα. Γερνούσε. Ωστόσο απόψε, όπως κι όλες τις νύχτες, δε μπορούσε να μη πάει στη δουλειά του...

     Ο Κάουφμαν ξαναγύρισε βιαστικός στην είσοδο του ουρανοξύστη, μ' ένα σάντουιτς στο χέρι, σιάχνοντας το γιακά της καμπαρτίνας του, σκουπίζοντας τη βροχή από τα μαλλιά του. Το ρολόι πάνω από τον ανελκυστήρα έδειχνε εφτά και τέταρτο. Θα δούλευε μέχρι τις δέκα, λεπτό παραπάνω. Βγήκε στο δωδέκατο όροφο και τράβηξε κατά τα γραφεία της εταιρείας Πάπας. Διέσχισε άκεφα τον τεράστιο λαβύρινθο των άδειων γραφείων με τις σκεπασμένες γραφομηχανές μέχρι τη δική του μικροσκοπική επικράτεια, που το φως άναβε ακόμη. Οι καθαρίστριες φλυαρούσαν στην άλλη άκρη του διαδρόμου: κατά τ' άλλα ο χώρος ήταν έρημος. Έβγαλε τη καμπαρτίνα, τη τίναξε να φύγουν οι ψιχάλες, τη κρέμασε. Κάθισε μπροστά στο σωρό των παραγγελιών που τον απασχολούσαν τρεις μέρες τώρα και βάλθηκε να τις ταχτοποιεί. Χρειαζόταν μόνον ένα βράδυ ακόμη, ήταν σίγουρος, για να βάλει μια τάξη στο χάος και του ήταν ευκολότερο να συγκεντρωθεί χωρίς την ασταμάτητη φλυαρία των δακτυλογράφων τριγύρω του. Ξετύλιξε το σάντουιτς με χοιρομέρι και μαγιονέζα, δάγκωσε μια μπουκιά και μ' έναν αναστεναγμό, άρχισε να δουλεύει. Ήταν ωραία τώρα.

     Ο Μαχόγκανι είχε ντυθεί για τη νυχτερινή βάρδια. Φορούσε το συνηθισμένο του σκούρο κοστούμι, με τη καφετιά γραβάτα προσεχτικά δεμένη, τα ασημένια μανικετόκουμπα -δώρο της πρώτης του συζύγου- στερεωμένα στα μανίκια του άψογα σιδερωμένου του πουκάμισου, τα μαλλιά του καλοστρωμένα με μπριγιαντίνη, τα νύχια του κομμένα και περασμένα με διάφανο βερνίκι, το μούτρο του αναψοκοκκινισμένο από την κολόνια. Όλα τα χρειαζούμενα ήταν στο σάκο. Οι πετσέτες, τα εργαλεία, η ολόσωμη ποδιά. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Περνούσε ακόμη για άντρας σαράντα πέντε χρόνων, σκέφτηκε, το πολύ πενήντα. Καθώς περιεργαζόταν το πρόσωπό του, υπενθύμισε στον εαυτό του το καθήκον. Πάνω απ' όλα, προσοχή. Θα είχε πολλά μάτια πάνω του απόψε, θα παρακολουθούσαν τις επιδόσεις του, θα τον έκριναν. Έπρεπε να δείχνει αθώος, να μη κινεί τη παραμικρή υποψία.

   "Αν ήξεραν", συλλογίστηκε. Οι άνθρωποι που βάδιζαν, έτρεχαν, τον προσπερνούσαν στους δρόμους, που τον έσπρωχναν χωρίς ποτέ να ζητούν συγνώμη, που αντιμετώπιζαν το βλέμμα του με περιφρόνηση, που περιγελούσαν το σφιγμένο στο στενό κοστούμι όγκο του! "Αν ήξεραν τι έκανε, ποιος ήταν και τι κουβαλούσε"!

 -"Προσοχή", επανέλαβε μεγαλόφωνα, κι έσβησε τα φώτα. Το διαμέρισμα σκοτείνιασε. Πήγε ως την εξώπορτα και την άνοιξε, συνηθισμένος στο σκοτάδι. Χαρούμενος στο σκοτάδι. Ο ουρανός είχε καθαρίσει. Ο Μαχόγκανι κατηφόρισε την 'Αμστερνταμ κατά το σταθμό του μετρό στην 145η οδό. Απόψε θα ξανάπαιρνε τη Λεωφόρο Της Αμερικής, την αγαπημένη του γραμμή, συχνά τη πιο αποδοτική.

     Στα σκαλιά του υπόγειου με το εισιτήριο στο χέρι. Στις αυτόματες πόρτες. Η μυρωδιά των τούνελ ερέθιζε τώρα τα ρουθούνια του. Όχι η οσμή των βαθύτερων τούνελ, βέβαια. Εκείνα είχαν το δικό τους άρωμα. Αλλά ο Μαχόγκανι έβρισκε ασφάλεια ακόμη και στο μπαγιάτικο ηλεκτρικό αέρα τούτης της λίγο-πολύ επιφανειακής γραμμής. Σ' αυτό τον κυκεώνα κυκλοφορούσε η ανακυκλωμένη αναπνοή εκατομμυρίων επιβατών, ανακατευόταν με την ανάσα πανάρχαιων πλασμάτων πλασμάτων με φωνές μαλακιές σαν τον πηλό, με ορέξεις ακατονόμαστες. Πως του άρεσαν. Η μυρωδιά, το έρεβος, ο κεραυνός. Στάθηκε στη πλατφόρμα και περιεργάστηκε με κριτικό μάτι τους συνταξιδιώτες του. Βρήκε ένα-δυο που άξιζαν να τους παρακολουθήσει, αλλά υπήρχε τόση σαβούρα γύρω του: ήταν ελάχιστοι εκείνοι που πληρούσαν τις προδιαγραφές. Χιλιάδες άρρωστοι, παχύσαρκοι, σακάτηδες, τσακισμένοι από την κούραση. Σώματα αφανισμένα από τις καταχρήσεις και την αδιαφορία. Του προκαλούσαν αηδία, μολονότι καταλάβαινε τις αδυναμίες που καταστρέφουν και τους καλύτερους των ανθρώπων. Χασομέρησε στο σταθμό για μια περίπου ώρα, τριγυρνώντας στις πλατφόρμες, ενώ τα τραίνα έρχονταν κι έφευγαν, μαζί τους κι ο κόσμος. Ήταν απογοητευτικό το πόσο σπάνιζε η ποιότητα. Του φαινόταν πως, με τη κάθε μέρα που περνούσε, δυσκολευόταν όλο και περισσότερο να βρει σάρκα άξια να χρησιμοποιηθεί. Κόντευε δέκα και μισή και δεν είχε ανακαλύψει ούτε ένα πλάσμα κατάλληλο για σφαγή. "Δεν πειράζει", μονολόγησε, "έχω καιρό ακόμα. Σύντομα θα τελείωναν οι παραστάσεις κι εκατοντάδες άτομα θα ξεχύνονταν από τα θέατρα. Ανάμεσά τους υπήρχαν πάντα κάμποσα εύρωστα κορμιά. Καλοταϊσμένοι διανοούμενοι, που κρατούσαν σφιχτά τα προγράμματά τους κι αποφαίνονταν για την ουσία της τέχνης. -Ω, ναι, κάτι θα τύχαινε".

     Αν όχι -κι ήταν νύχτες που του φαινόταν αδύνατο να βρει το σωστό κορμί- θα κατέβαινε στο κέντρο και θα στρίμωχνε κανένα αποξεχασμένο ζευγαράκι ή κάποιον αθλητή, φρέσκο-φρέσκο από το γυμναστήριο. Καλό υλικό αυτοί οι τελευταίοι, αλλά υπήρχε πάντα ο κίνδυνος να προβάλλουν αντίσταση. Θυμήθηκε τους δύο μαύρους πέρσι ή πρόπερσι, με σαράντα χρόνια διαφοράς μεταξύ τους, πατέρας και γιος μάλλον. Τράβηξαν μαχαίρια, με αποτέλεσμα να τον στείλουν για έξη εβδομάδες στο νοσοκομείο. Ήταν μία μεγάλη ήττα που τον ώθησε τότε να αμφισβητήσει τις ικανότητές του. Κι ακόμα χειρότερα, τον έκανε να αναρωτηθεί πώς θα τον μεταχειρίζονταν οι αφέντες του σε περίπτωση που θα δεχόταν το θανάσιμο πλήγμα. Θα τον έστελναν στην οικογένειά του στο Νιου Τζέρσεϊ για μιαν αξιοπρεπή χριστιανική κηδεία; Ή θα κρατούσαν το πτώμα του για τους δικούς τους σκοπούς;

     Ο τεράστιος τίτλος στην πρώτη σελίδα της Νιου Γιορκ Ποστ, παρατημένης στο κάθισμα δίπλα του, τράβηξε την προσοχή του Μαχόγκανι: «Το σύνολο των αστυνομικών δυνάμεων στο κυνήγι του δολοφόνου». Δε μπόρεσε να μη χαμογελάσει. Όλες οι ζοφερές σκέψεις για την αποτυχία, την ανικανότητα, το θάνατο εξαφανίστηκαν. Στο κάτω-κάτω, ήταν ο άνθρωπος που ολόκληρη η πόλη συζητούσε κι έτρεμε, ο στυγερός φονιάς αυτοπροσώπως κι ειδικά απόψε η ιδέα της σύλληψης ήταν γελοία. Σε τελευταία ανάλυση, δεν είχαν εγκρίνει -κι ευλογήσει- το έργο του οι ύψιστες αρχές; Κανένας αστυνομικός δεν μπορούσε να τον αγγίξει, κανένα δικαστήριο να τον δικάσει. Οι δυνάμεις του νόμου και της τάξης, που είχαν αναλάβει με τέτοιο ζήλο την εξολόθρευσή του, υπηρετούσαν τους ίδιους μ' αυτόν αφέντες. Σχεδόν ευχόταν να τον πιάσει κάποιος ανυποψίαστος μπάτσος και να τον οδηγήσει θριαμβευτικά στο δικαστή, μόνο και μόνο για να δει τα μούτρα τους όταν κατέφτανε το μήνυμα από το σκοτάδι πως o Μαχόγκανι ήταν ιερός, υπεράνω κάθε νομικού κώδικα.
    
Ήταν έντεκα η ώρα. Οι θεατρόφιλοι είχαν αρχίσει να ξεπροβάλλουν, αλλά δε διέκρινε τίποτα το σπουδαίο ακόμα. Θα περίμενε να σκορπίσει το πλήθος: θ' ακολουθούσε ένα-δυο διαλεχτά κομμάτια μέχρι το τέλος της γραμμής. Όπως όλοι οι σοφοί κυνηγοί, δε βιαζόταν. Κόντευε έντεκα, μια ώρα μετά τη προθεσμία που ο Κάουφμαν είχε θέσει στον εαυτό του κι ακόμη δεν έλεγε να τελειώσει. Αλλά η αγανάκτηση κι η πλήξη κάνανε τη δουλειά δυσκολότερη, οι αριθμοί μπροστά του είχαν αρχίσει να θολώνουν. Στις έντεκα και δέκα πέταξε το στυλό και παραδέχτηκε την ήττα του. Έτριψε τα μάτια του μέχρι που το κεφάλι του γέμισε χρώματα. "Βρε, δε γαμείς", μονολόγησε. Δεν έβριζε ποτέ μπροστά σε κόσμο. Όμως ένα "γαμώ το" κάπου-κάπου, όταν δεν υπήρχε κανείς να τον ακούσει, ήταν μεγάλη παρηγοριά. Διέσχισε τα γραφεία, με την υγρή καμπαρτίνα στο χέρι, και τράβηξε για τους ανελκυστήρες. Τα μέλη του ήταν μουδιασμένα, μόλις και μετά βίας κρατούσε τα μάτια του ανοιχτά. Έξω έκανε περισσότερο κρύο απ' όσο περίμενε. Το ψυχρό αεράκι τον αναζωογόνησε κάπως. Ξεκίνησε για το σταθμό του μετρό στην τριακοστή τέταρτη οδό. Από κει θα έπαιρνε το τραίνο για το Φαρ Ρόκαγουεϊ. Σπίτι σε μια ώρα.

     Δεν το ήξεραν ούτε ο Μαχόγκανι ούτε ο Κάουφμαν, αλλά στο Μπρόντγουεϊ οι αστυνομικοί είχαν συλλάβει το Δολοφόνο του Υπόγειου (ή έτσι νόμιζαν) σ' ένα από τα τραίνα με προορισμό τα βόρεια προάστια. Ένας κοντός ανθρωπάκος ευρωπαϊκής καταγωγής, που κράδαινε στο ένα χέρι σφυρί και στο άλλο πριόνι, είχε στριμώξει μια νεαρή στο δεύτερο βαγόνι και απειλούσε να τη κόψει στα δύο, εν ονόματι του Ιεχωβά. Τώρα το αν μπορούσε να πραγματοποιήσει την απειλή του ήταν πράγμα αμφίβολο. Εν πάση περιπτώσει, δεν του δόθηκε ποτέ η ευκαιρία. Ενώ οι υπόλοιποι επιβάτες -ανάμεσά τους και δυο πεζοναύτες- παρακολουθούσαν, χωρίς να επεμβαίνουν, τη σκηνή, το θύμα έριξε μια τέτοια κλωτσιά στ' αρχίδια του τύπου που παραλίγο να τον αφήσει να τραγουδά σοπράνο για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Το σφυρί έπεσε από τα χέρια του. Η κοπελιά το άρπαξε και του έσπασε την κάτω σιαγόνα και το δεξί ζυγωματικό πριν προλάβουν να τη σταματήσουν οι πεζοναύτες.

     Όταν το τραίνο σταμάτησε στην 96η οδό, η αστυνομία περίμενε πανέτοιμη να συλλάβει τον Χασάπη Του Μετρό. Όρμησαν όλοι μαζί στο βαγόνι, ουρλιάζοντας σαν αγριεμένα στοιχειά και χεσμένοι από το φόβο τους. Ο χασάπης κείτονταν σε μια γωνιά με το μούτρο του κομμάτια. Τον πήραν κι έφυγαν, θριαμβευτές. Η κοπέλα, αφού έδωσε κατάθεση, πήγε σπίτι της παρέα με τους πεζοναύτες. Το επεισόδιο έμελλε ν' αποδειχθεί χρήσιμος αντιπερισπασμός, μόλο που ο Μαχόγκανι δεν μπορούσε να το ξέρει. Οι αστυνομικοί πέρασαν τη μισή και παραπάνω νύχτα προσπαθώντας να εξακριβώσουν την ταυτότητα του συλληφθέντος, κυρίως γιατί τους εμπόδιζε να καταλάβουν τα λόγια του το τσακισμένο σαγόνι. Ήταν πια τρεις και μισή τα ξημερώματα όταν κάποιος αρχιφύλακας Ντέιβις, που ήρθε να πιάσει βάρδια, αναγνώρισε τον άντρα. Ήταν κάποιος Χανκ Βάσαρλι, συνταξιούχος ανθοπώλης από το Μπρονξ. Ο Χανκ είχε πολλές συλλήψεις στο ενεργητικό του γι' «απρόκλητες επιθέσεις και βάναυση προσβολή της δημοσίας αιδούς», όλα στο όνομα του Ιεχωβά. Τα φαινόμενα απατούσαν: ήταν τόσο επικίνδυνος όσο το Λαγουδάκι Του Πάσχα και, φυσικά, σε καμία περίπτωση, ο Χασάπης Του Μετρό. Αλλά μέχρι να το εμπεδώσουν οι μπάτσοι, ο Μαχόγκανι κόντευε να τελειώσει τη δουλειά του.

     Ήταν έντεκα και τέταρτο όταν ο Κάουφμαν μπήκε στο εξπρές για τη Μοτ Αβενιου. Μοιραζόταν το βαγόνι μ' άλλους δύο επιβάτες. Η μία ήταν μια μεσόκοπη μαύρη γυναίκα με βυσσινί πανωφόρι, ο άλλος ένας χλωμός σπυριάρης έφηβος που κοιτούσε το γκράφιτι «Γλείψε μου τον άσπρο κώλο» με τελείως φευγάτα μάτια. Ο Κάουφμαν καθόταν στο πρώτο βαγόνι. Το ταξίδι του θα διαρκούσε τριάντα πέντε λεπτά. Έκλεισε τα μάτια, νανουρισμένος από τη ρυθμική κίνηση του τραίνου. Η διαδρομή ήταν βαρετή κι εκείνος κουρασμένος. Δεν είδε τα φώτα να σβήνουν στο δεύτερο βαγόνι. Δεν είδε το πρόσωπο του Μαχόγκανι στο τζάμι να ψάχνει για λίγο ακόμη κρέας. Στην 14η οδό η μαύρη κατέβηκε. Κανείς δεν ανέβηκε. Ο Κάουφμαν άνοιξε για μια στιγμή τα μάτια, πρόσεξε την άδεια πλατφόρμα, τα ξανάκλεισε αμέσως. Οι πόρτες έκλεισαν με το χαρακτηριστικό τους σφύριγμα. Λικνιζόταν στη ζεστή ατμόσφαιρα ανάμεσα στον ύπνο και τον ξύπνιο, στο νου του φτερούγιζαν φευγαλέες εικόνες. Ωραίο συναίσθημα. Το τραίνο ξεκίνησε πάλι, βροντολογώντας στα τούνελ. Ίσως, κάπου στο μισοκοιμισμένο μυαλό του, ο Κάουφμαν να συνειδητοποίησε πως η πόρτα ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο βαγόνι άνοιξε. Ίσως να μύρισε το ξαφνικό ρεύμα του αέρα των τούνελ, να κατάλαβε ότι το βουητό των τροχών στιγμιαία δυνάμωσε. Αλλά επέλεξε να το αγνοήσει. Ίσως ν' άκουσε ακόμη και τους πνιχτούς ήχους της συμπλοκής, καθώς ο Μαχόγκανι εξουδετέρωνε τον έφηβο με το αλλοπαρμένο βλέμμα. Αλλά ο θόρυβος του φάνηκε μακρινός, δε μπόρεσε ν' αντισταθεί στον πειρασμό του ύπνου. Βυθίστηκε πάλι.

     Για κάποιο λόγο, ονειρευόταν τη κουζίνα της μάνας του. Καθάριζε γογγύλια και του χαμογελούσε γλυκά. Ήταν μικρούλης στ' όνειρο και κοιτούσε μαγεμένος το λαμπερό της πρόσωπο. Τα μάτια του άνοιξαν απότομα, η μητέρα χάθηκε. Το βαγόνι ήταν άδειο, ο νεαρός εξαφανισμένος. Πόση ώρα κοιμόταν; Δε θυμόταν να είχε σταματήσει το τραίνο στη Δυτική Τέταρτη Οδό. Σηκώθηκε, μισοζαλισμένος ακόμη και σχεδόν έχασε την ισορροπία του σ' ένα απότομο τράνταγμα του τραίνου. Η ταχύτητα είχε αυξηθεί πολύ. Ίσως ο οδηγός βιαζόταν να πάει σπίτι, να πέσει στο κρεβάτι αγκαλιά με τη γυναίκα του. 'Έτρεχαν πάρα πολύ εδώ που τα λέμε, ήταν τρομαχτικό το πόσο έτρεχαν. Ένα κομμάτι μαύρο ύφασμα κάλυπτε το τζάμι της πόρτας ανάμεσα στα δύο βαγόνια, μια κουρτίνα που σίγουρα δεν υπήρχε προηγουμένως. Η ανησυχία τρύπωσε στο μυαλό του Κάουφμαν. Λες να κοιμόταν πολλή ώρα και να μην τον πρόσεξε ο ελεγκτής; Λες να είχαν περάσει το Φαρ Ρόκαγουεϊ και το τραίνο να κατευθυνόταν τώρα για το μέρος όσου περνούν συνήθως τη νύχτα τους τα τραίνα;

 -«Γαμώτο», αναφώνησε. Να πήγαινε μπροστά να ρωτήσει τον οδηγό; Μα ήταν τόσο ηλίθια ερώτηση: Πού βρίσκομαι; Τέτοια ώρα, πιθανότερο ήταν να του απαντήσει με βρισιές παρά με πληροφορίες. Και τότε το τραίνο έκοψε ταχύτητα. Σταθμός. Ναι, σταθμός. Το τραίνο πέρασε από το τούνελ στο λερό φως του σταθμού της Δυτικής Τετάρτης Οδού. Δεν είχε χάσει καμία στάση. Μα τότε πού ήταν το αγόρι; Ή είχε αγνοήσει την απαγόρευση για τη μετακίνηση ανάμεσα στα βαγόνια όσο το τραίνο βρισκόταν σε κίνηση ή είχε πάει στη καμπίνα του οδηγού. "Να δεις που αυτή τη στιγμή θα του παίρνει πίπα", σκέφτηκε μ' ένα μορφασμό αηδίας. Δεν ήταν δα κι από αυτά που δεν συμβαίνουν. Τούτο ήταν το «Παλάτι Των Απολαύσεων», όχι παίξε-γέλασε κι όλοι είχαν δικαίωμα σε μια δόση λαθραίου σεξ. Ανασήκωσε τους ώμους. Και τι τον ένοιαζε αυτόν πού πήγε το αγόρι; Οι πόρτες κλείσανε. Κανείς δεν είχε ανεβεί στο τραίνο. Ξεκίνησε πάλι και τα φώτα αναβόσβησανε καθώς ανέπτυξε απότομα ταχύτητα.

     Ο Κάουφμαν νύσταζε ακόμη, αλλά ο ξαφνικός φόβος είχε αυξήσει την έκκριση αδρεναλίνης στον οργανισμό του, κάνοντας τα μέλη του να ριγούν από νευρική υπερένταση. Οξύτερες είχαν γίνει και οι αισθήσεις του. Ακόμη και πάνω από το μπουμπουνητό των τροχών στις ράγες, άκουσε από το διπλανό βαγόνι τον ήχο ρούχων που σκίζονταν. "Ποιός διαρρήγνυε τα ιμάτιά του;" σκέφτηκε μ' ένα χαμόγελο. Σηκώθηκε, αρπάζοντας μια χειρολαβή για στήριγμα. Το τζάμι ανάμεσα στα βαγόνια ήταν τελείως καλυμμένο, εκείνος ωστόσο το κοιτούσε συνοφρυωμένος, σα να είχε αποκτήσει ξαφνικά ακτίνες Χ στα μάτια. Το βαγόνι χόρευε ροκ εν ρολ. Έτρεχαν σα δαιμονισμένοι πάλι. Κι άλλο σκίσιμο. Βιασμός μήπως; Χωρίς να νιώθει τίποτε περισσότερο από την ήπια περιέργεια ίσως του ερασιτέχνη ηδονοβλεψία, διέσχισε το βαγόνι κατά την ενδιάμεση πόρτα, ελπίζοντας να βρει μια ρωγμή στο παραπέτασμα. Τα μάτια του ήταν ακόμη στυλωμένα στο παράθυρο κι έτσι δεν πρόσεξε τα αίματα που πάνω τους πατούσε. Ώσπου γλίστρησε. Κοίταξε κάτω. Το στομάχι του είδε το αίμα πριν το αντιληφθεί ο εγκέφαλός του και το χοιρομέρι του ανέβηκε στο λαρύγγι. Αίμα. Πήρε κάμποσες βαθιές ανάσες και γύρισε το κεφάλι αλλού στο παραθυράκι πάλι. Μια λέξη αντηχούσε στο κεφάλι του: αίμα. Τίποτα δεν μπορούσε να τη διώξει. Έπρεπε να δει. Είχε αίμα στο παπούτσι του, οι κηλίδες έφταναν ως το επόμενο βαγόνι, αλλά ο Κάουφμαν έπρεπε να δει. Οπωσδήποτε. Έπρεπε. Προχώρησε άλλα δυο βήματα κατά την πόρτα κι έψαξε το ύφασμα για μια τρυπούλα: μια ξεφτισμένη, τραβηγμένη κλωστή του αρκούσε. Να την η χαραμάδα. Κόλλησε πάνω της το μάτι του.

     Ο νους αρνιόταν να δεχτεί αυτό που βλέπανε τα μάτια. Απέρριπτε το θέαμα ως παράλογο, εικόνα ονείρου. Η λογική τού έλεγε πως δεν μπορούσε να είναι αληθινό, μα η σάρκα του ήξερε ότι ήταν. Το κορμί του πάγωσε από τον τρόμο. Τα μάτια του, ορθάνοιχτα, δεν μπορούσαν ν' αποφύγουν τη φριχτή σκηνή πίσω από την κουρτίνα. Παρέμεινε στην πόρτα όσο το τραίνο τραβούσε το δρόμο του, όσο το αίμα στράγγιζε από τα άκρα του, όσο ο εγκέφαλός του ασφυκτιούσε από την έλλειψη οξυγόνου. Αστραπές άρχισαν να στροβιλίζονται μπροστά του, κρύβοντας επιτέλους τη θηριωδία. Και μετά λιποθύμησε.
    
Ήταν ακόμη αναίσθητος όταν ο συρμός έφτασε στην Τζέι Στρητ. Κουφός στην ανακοίνωση του οδηγού πως όλοι οι επιβάτες που ήθελαν να συνεχίσουν έπρεπε ν' αλλάξουν τραίνο. Αν την άκουγε, θ' αμφισβητούσε την ορθότητά της. Κανένα μετρό δεν άφηνε όλους τους επιβάτες στην Τζέι Στρητ. Η γραμμή συνεχιζόταν ως τη Μοτ 'Αβενιου, πέρα από το αεροδρόμιο Κένεντυ. Θα ρωτούσε τι διάβολο τραίνο ήταν αυτό. Μόνο που ήδη ήξερε. H αλήθεια κρεμόταν στο διπλανό βαγόνι. Η αλήθεια χαμογελούσε αυτάρεσκα πίσω από μια ολόσωμη ποδιά. Ήταν η Κρεοφόρος Του Μεσονυχτίου.

     Ο χρόνος χάνει το νόημά του όταν είσαι λιπόθυμος. Μπορεί να είχαν περάσει δευτερόλεπτα ή ώρες μέχρι να συνέλθει ο Κάουφμαν και να κατορθώσει να σκεφτεί την κατάστασή του. Πλάγιαζε κάτω από μια θέση, κολλητά στο δομούμενο τοίχωμα του βαγονιού. "Μέχρι τώρα η τύχη ήταν με το μέρος του", σκέφτηκε: "η κίνηση του τραίνου είχε κρύψει το αναίσθητο σώμα του". Σκέφτηκε τη φρίκη του δεύτερου βαγονιού και κατάπιε τον εμετό που του ανέβηκε στο στόμα. Ήταν μόνος. Όπου και να βρισκόταν ο ελεγκτής -δολοφονημένος μάλλον-, δεν μπορούσε να τον καλέσει σε βοήθεια. Κι ο οδηγός; Νεκρός πάνω από τους μοχλούς του; Μήπως το τραίνο έτρεχε τώρα σ' ένα άγνωστο τούνελ, ένα τούνελ δίχως σταθμούς, προς τη καταστροφή του; Ακόμη κι αν δε σκοτωνόταν στη τελική σύγκρουση, υπήρχε πάντα ο Χασάπης, που πετσόκοβε ανενόχλητος λίγα μόλις μέτρα μακριά από τον Κάουφμαν. Όπου και να γυρνούσε, η επιγραφή στις πόρτες έλεγε ΘΑΝΑΤΟΣ.

     Ο θόρυβος ήταν εκκωφαντικός, ιδίως τώρα που ήταν ξαπλωμένος χάμω. Τα δόντια του Κάουφμαν χοροπηδούσαν στα ούλα τους, το πρόσωπό του είχε μουδιάσει από τις δονήσεις' ακόμη και το κρανίο του πονούσε. Σιγά-σιγά ένιωσε τη δύναμη να επιστρέφει στα εξαντλημένα του μέλη. Τέντωσε προσεχτικά τα δάχτυλα κι έσφιξε τις γροθιές του για να αποκαταστήσει την κυκλοφορία του αίματος. Μαζί με τις αισθήσεις του επέστρεψε κι η ναυτία. Η κτηνωδία του διπλανού βαγονιού δεν έφευγε από τα μάτιά του. Είχε βέβαια ξαναδεί φωτογραφίες δολοφονημένων ανθρώπων, αλλά τούτοι δεν ήταν συνηθισμένοι φόνοι. Βρισκόταν στο ίδιο τραίνο με τον Χασάπη Του Μετρό, το τέρας που κρέμαγε ανάποδα τα θύματά του, γυμνά και ξυρισμένα. Πόση ώρα ακόμη μέχρι να διαβεί το θηρίο το κατώφλι και να του χιμήξει; Ήταν σίγουρος πως αν δεν τον έσφαζε ο Χασάπης, θα τον αποτελείωνε η αναμονή. 'Ακουσε κάτι να σαλεύει πίσω από τη πόρτα. Μίλησε το ένστικτο. Χώθηκε πιο βαθιά κάτω από το κάθισμα, τυλίχτηκε σα κουβαράκι, με το κάτασπρο πρόσωπό του κολλημένο στο τοίχωμα. Σκέπασε το κεφάλι με τα χέρια του κι έκλεισε τα μάτια τόσο σφιχτά όσο το παιδάκι που φοβάται τον Μπαμπούλα.

     Η πόρτα άνοιξε. Αργά. Σφυριχτά. Αέρας από τις ράγες. Μύριζε παράξενα κι ήτανε παγωμένος. Τούτος ήταν αρχέγονος αέρας στα ρουθούνια, εχθρικός κι ανεξιχνίαστος. Τον έκανε να τρέμει σα φύλλο. Η πόρτα έκλεισε. Κλικ. Ο Χασάπης πλησίαζε, ο Κάουφμαν το ήξερε. Ίσως και να στεκόταν λίγα εκατοστά μακριά του. Μήπως κοιτούσε αυτή τη στιγμή τη πλάτη του Κάουφμαν; Μήπως έσκυβε, με το μαχαίρι στο χέρι, να τον τραβήξει από την κρυψώνα του, σα να ξερίζωνε σαλιγκάρι από το καβούκι του; Δεν έγινε τίποτα. Δεν ένιωσε καφτή ανάσα στο σβέρκο του. Κανείς δεν του άνοιξε στα δύο τη ράχη. Μόνο βήματα ακούστηκαν κοντά στο κεφάλι του Κάουφμαν, κατόπιν τα ίδια βήματα απομακρύνθηκαν. Η αναπνοή του Κάουφμαν, κρατημένη στους πνεύμονες τόση ώρα, βγήκε μ' ένα ρόγχο από τα χείλη του.

     Ο Μαχόγκανι απογοητεύτηκε όταν ανακάλυψε ότι ο άντρας που κοιμόταν είχε κατέβει στη Δυτική Τέταρτη Οδό. Ήλπιζε να τελειώσει μια ακόμη δουλειά απόψε, ν' απασχοληθεί με κάτι πριν φτάσει στον προορισμό του. Όμως όχι: ο τύπος είχε φύγει. Το μόνο που τον παρηγορούσε ήταν ότι το παραλίγο θύμα δε βρισκόταν σε τόσο καλή κατάσταση: ένας ακόμη αναιμικός Εβραίος λογιστής. Η σάρκα του δε θα ήταν πρώτης ποιότητας. Ο Μαχόγκανι τράβηξε για τη καμπίνα του οδηγού. Θα περνούσε το υπόλοιπο της διαδρομής εκεί. "Θεέ μου", σκέφτηκε ο Κάουφμαν, "θα σκοτώσει τον οδηγό. 'Ακουσε τη πόρτα ν' ανοίγει. Κατόπιν τη φωνή του Χασάπη: χαμηλή και τραχιά.

 -«Γεια».

 -«Γεια». Γνωρίζονταν.

 -«Όλα εντάξει»;

 -«Εντάξει».
    
Ο Κάουφμαν σοκαρίστηκε από την κοινοτυπία του διαλόγου. Όλα εντάξει; Τί πήγαινε να πει: όλα εντάξει; Τα υπόλοιπα λόγια χάθηκαν στο θόρυβο του τραίνου. Ο Κάουφμαν δεν άντεχε άλλο. Ξεδιπλώθηκε φοβισμένος κι έριξε μια ματιά στο βαγόνι πάνω από τον ώμο του. Το μόνο που έβλεπε ήταν τα πόδια του Χασάπη και το κάτω μέρος της πόρτας. Διάβολε! Ήθελε να ξαναδεί το πρόσωπο του τέρατος. Γελούσαν τώρα. Υπολόγισε τον κίνδυνο που διέτρεχε: τα μαθηματικά του πανικού. Αν έμενε στη θέση του, αργά ή γρήγορα o Χασάπης θα τον ανακάλυπτε και θα τον λιάνιζε. Από την άλλη πλευρά, αν ξεμυτούσε, ρισκάριζε να τον δουν και να τον πάρουν στο κατόπι. Ποιο ήταν το χειρότερο; Να μείνει ακίνητος και ν' αφήσει να τον σκοτώσουν σαν το ποντίκι στη φάκα ή να σηκωθεί και ν' αντιμετωπίσει, αν χρειαζόταν, το χτήνος; Έμεινε άναυδος κι ο ίδιος με την απόφασή του: θα σηκωνόταν. Αργά-αργά, απίστευτα αργά, σύρθηκε έξω από το κάθισμα, με τα μάτια πάντα καρφωμένα στη πλάτη του Χασάπη. Με το που βγήκε, βάλθηκε να μπουσουλάει κατά τη πόρτα. Το κάθε βήμα ήταν μαρτύριο, μα ο Χασάπης φαινόταν απορροφημένος στην κουβέντα.

     Ο Κάουφμαν έφτασε στην πόρτα. 'Αρχισε να ορθώνεται, προσπαθώντας συγχρόνως να προετοιμάσει τον εαυτό του για το θέαμα που τον περίμενε στο βαγόνι δύο. 'Αρπαξε το χερούλι, έσπρωξε την πόρτα. Ο θόρυβος δυνάμωσε κι ένα κύμα υγρού αέρα, αέρα που βρωμούσε σκουπίδια αιώνων, τον χτύπησε καταπρόσωπο. Δεν είναι δυνατόν, δεν άκουσε ο Χασάπης; Δε μύρισε; Να, όπου να 'ναι θα στραφεί Όμως όχι. Ο Κάουφμαν συνέχισε τη δύσκολη πορεία του μέχρι το σφαγείο δίπλα. Η ανακούφιση τον έκανε απρόσεχτο. Δε στάθηκε να κλείσει καλά τη πόρτα πίσω κι έτσι, με τους κραδασμούς του τραίνου, μισάνοιξε πάλι, γλιστρώντας. Ο Μαχόγκανι έβγαλε το κεφάλι από τη καμπίνα του οδηγού να δει τι γινόταν.

 -«Τί σκατά ήταν αυτό;» ρώτησε ο οδηγός.

 -«Τίποτα. Δεν έκλεισα καλά τη πόρτα».
    
Ο Κάουφμαν άκουσε τον Χασάπη να πλησιάζει. Ζάρωσε, ένα κουβάρι αγωνίας, κόντρα στον ενδιάμεσο τοίχο, συνειδητοποιώντας ξαφνικά ότι κόντευε να τα κάνει πάνω του. Η πόρτα τραβήχτηκε από την άλλη πλευρά και τα βήματα απομακρύνθηκαν. Ασφαλής, για λίγο τουλάχιστον, άνοιξε τα μάτια, σφίγγοντας τα δόντια για ν' αντέξει το θέαμα που θ' αντίκριζε. Δεν υπήρχε τρόπος να τ' αποφύγει. Επιτέθηκε σε κάθε μία από τις αισθήσεις του: η οσμή των χυμένων στο πάτωμα εντέρων, η θέα των κορμιών, η αίσθηση των υγρών στις παλάμες του, ο ήχος των χειρολαβών που τριζοβολούσαν κάτω από το βάρος, ακόμη κι η γεύση της ατμόσφαιρας ήταν αλμυρή από το αίμα. Ήταν κλεισμένος με το θάνατο σε μια τρύπα, έτρεχαν παρέα στο σκοτάδι. Τουλάχιστον η ναυτία του είχε περάσει. Κανένα δυσάρεστο συναίσθημα εκτός από την απέχθεια. Μέχρι που έσκυψε να εξετάσει τα πτώματα με μια περιέργεια που, θαρρείς, δεν ήταν δική του. Το πιο κοντινό κουφάρι ήταν του έφηβου από το βαγόνι ένα. Το κορμί κρεμόταν ανάποδα, ταλαντευόταν πέρα-δώθε στο ρυθμό του τραίνου, μαζί με τ' άλλα τρία, ένας αχρείος μακάβριος χορός. Τα χέρια πέφτανε χαλαρά από τους ώμους, όπου υπήρχαν τομές δύο ιντσών. Το κάθε μέλος του αγοριού αιωρούνταν σαν εκκρεμές, με μια κίνηση που υπνώτιζε. Η γλώσσα, πεταγμένη έξω. Το κεφάλι, χαλαρό στον τσακισμένο λαιμό. Ακόμη και το πέος του νεαρού πηγαινοερχόταν δεξιά-αριστερά στους ξυρισμένους του βουβώνες. Από το κεφάλι και την ανοιχτή σφαγίτιδα φλέβα έσταζε αίμα σ' ένα μαύρο κουβά. Υπήρχε μια παράξενη χάρη στο όλο θέαμα: έφερε τη σφραγίδα μιας δουλειάς καμωμένης στην εντέλεια.

     Πίσω του κρέμονταν τα στραγγισμένα πτώματα δυο νεαρών λευκών γυναικών κι ενός μισο-γδαρμένου σκουρότερου άντρα. Ο Κάουφμαν έγειρε το κεφάλι να κοιτάξει τα πρόσωπά τους. Το ένα κορίτσι πρέπει να είχε διατελέσει καλλονή. Ο άντρας ήταν μάλλον Πορτορικάνος. Δεν είχε απομείνει ούτε μια τρίχα πάνω τους. Ο αέρας μύριζε ακόμη κουρεμένο μαλλί. Καθώς ο Κάουφμαν ανασηκωνόταν, το σώμα της μιας κοπέλας πήρε μια ολόκληρη στροφή, παρουσιάζοντάς του τη πλάτη. Δεν ήταν έτοιμος γι' αυτή τη τελευταία φρίκη. Η σάρκα ήταν ανοιγμένη στα δύο από το σβέρκο ίσαμε τους γοφούς κι οι μύες είχανε τραβηχτεί πίσω, αφήνοντας εκτεθειμένους τους γυαλιστερούς σπόνδυλους της ραχοκοκαλιάς. Ο έσχατος θρίαμβος του τεχνίτη Χασάπη. Κι ιδού τ' απομεινάρια ανθρώπων, κρεμασμένα, ξυρισμένα, στραγγισμένα, ξεκοιλιασμένα σα ψάρια, έτοιμα για το ανίερο συμπόσιο. Ο Κάουφμαν σχεδόν χαμογέλασε με τη τελειότητα της φρίκης του. Ένιωσε το ύπουλο άγγιγμα της παράνοιας στη βάση του κρανίου του, τον δελέαζε με τη λησμονιά, του υποσχόταν τη μακάρια αδιαφορία. 'Αρχισε να τρέμει. Ανεξέλεγκτα. Αισθάνθηκε τις φωνητικές του χορδές να τεντώνονται σε μια κραυγή. Ήταν ανυπόφορο: όμως το ουρλιαχτό του -αν έβγαινε- θα τονε καταντούσε σαν τα... πλάσματα μπροστά του.

 -«Γαμώ το», είπε δυνατότερα απ' όσο σκόπευε και στη συνέχεια ξεκόλλησε από τον τοίχο και διέσχισε το βαγόνι, περνώντας ανάμεσα από τα πτώματα, παρατηρώντας τους τακτικούς σωρούς των καλοδιπλωμένων ρούχων στα καθίσματα πλάι στους ιδιοκτήτες τους. Τα παπούτσια του γλιστρούσαν στα υγρά του πατώματος. Μόλο που είχε μισοκλείσει τα μάτια, εξακολουθούσε να βλέπει το αίμα στους κουβάδες: παχύρρευστο κι αφρισμένο, με κομματάκια στερεάς ύλης στην επιφάνεια. Είχε προσπεράσει τον έφηβο και μπορούσε τώρα να διακρίνει τη πόρτα του βαγονιού τρία. Το μόνο που του απέμενε ήταν ν' αντισταθεί στη πρόκληση αυτής της θηριωδίας και να συγκεντρωθεί στη πόρτα που θα τον οδηγούσε ξανά στη πνευματική ισορροπία. Πέρασε και τη πρώτη γυναίκα. Ελάχιστα μέτρα ακόμα, παρηγόρησε τον εαυτό του, το πολύ δέκα βήματα, λιγότερα αν προχωρούσε μ' αυτοπεποίθηση. Και τότε τα φώτα έσβησαν. "Ω Θεέ μου", ψιθύρισε. Το τραίνο ταρακουνήθηκε ολάκερο κι ο Κάουφμαν σωριάστηκε χάμω.

     Στο απόλυτο σκοτάδι προσπάθησε να βρει στήριγμα και βρέθηκε αγκαλιά με το πτώμα δίπλα του. Πριν προλάβει να εμποδίσει τα χέρια του, τα ένιωσε να μπήγονται στη χλιαρή σάρκα, αισθάνθηκε τα δάχτυλά του ν' αρπάζουν τη ξεσκισμένη πλάτη της νεκρής γυναίκας, ν' αγγίζουν τα οστά της σπονδυλικής της στήλης. Το μάγουλό του ακουμπούσε στην άτριχη σάρκα του μηρού της. Ούρλιαξε και την ώρα που ούρλιαζε, τα φώτα άναψαν. Πριν καλά-καλά προλάβει η κραυγή του να σβήσει, άκουσε τα βήματα του Χασάπη στο βαγόνι ένα. 'Αφησε το νεκρό κορμί. Το πρόσωπό του ήτανε λεκιασμένο μ' αίμα. Το ένιωθε στο μάγουλό του σαν έμβλημα μάχης. Η κραυγή καθάρισε το μυαλό του κι ένιωσε ξαφνικά να τον πλημμυρίζει μια παράξενη δύναμη. Δε θ' άφηνε τον Χασάπη να τον κυνηγήσει σαν ποντίκι σ' ολόκληρο το τραίνο: δεν είχε τα περιθώρια να φανεί δειλός, όχι πια. Τούτη θα ήταν μια πρωτόγονη αναμέτρηση, δύο άνθρωποι, ο ένας απέναντι στον άλλον. Και δε θ' άφηνε τέχνασμα για τέχνασμα ανεκμετάλλευτο προκειμένου να κατατροπώσει τον εχθρό του. Ήταν πια θέμα επιβίωσης, όλα επιτρέπονταν. Το χερούλι της. πόρτας σείστηκε.

     Ο Κάουφμαν έψαξε γύρω του για κάτι που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν όπλο, το βλέμμα του σταθερό, ψύχραιμο. Το μάτι του έπεσε στα ρούχα του Πορτορικάνου. Είδε ένα μαχαίρι ανάμεσα στα δαχτυλίδια με τις ψεύτικες πέτρες και τις φτηνές επίχρυσες αλυσίδες. Ένα πεντακάθαρο, γυαλιστερό στιλέτο, προφανώς το καμάρι του, νεκρού. Προσπαθώντας να μην αγγίξει το πτώμα, ο Κάουφμαν τράβηξε το μαχαίρι από το σωρό. Το ένιωσε οικείο στο χέρι του, φώλιασε στην παλάμη του σα να το κρατούσε χρόνια' τον διαπέρασε ένα ρίγος συγκίνησης. Η πόρτα τραβήχτηκε, το μούτρο του Χασάπη φάνηκε στο άνοιγμα. Ο Κάουφμαν κοίταξε τον Μαχόγκανι. Τίποτε το φοβερό, απλά ένας ακόμη βαρύς, φαλακρός, μεσήλικας άντρας, με πλαδαρό πρόσωπο, μάτια χωμένα βαθιά στις κόγχες, στόμα μικρό με ντελικάτα χείλη. Στόμα γυναίκας.

     Ο Μαχόγκανι δεν καταλάβαινε από πού είχε ξεφυτρώσει αυτός ο παρείσακτος, αλλά ήξερε ότι αντιπροσώπευε μιαν ακόμη παράλειψη, άλλο ένα σημάδι ανικανότητας. Έπρεπε να ξεφορτωθεί τούτο το θλιβερό πλάσμα αμέσως. Μόλις ένα-δυο μίλια τους χώριζαν από το τέρμα της γραμμής. Ήταν αναγκαίο να σφάξει και να κρεμάσει το ανθρωπάκι πριν φτάσουν στον προορισμό τους. Μπήκε στο βαγόνι δύο.

 -«Κοιμόσουν», είπε στον Κάουφμαν, αναγνωρίζοντάς τον. «Σε είδα». Ο Κάουφμαν έμεινε βουβός. «Έπρεπε να είχες κατέβει. Τί πάσχιζες να κάνεις; Να μου κρυφτείςΟ Κάουφμαν εξακολουθούσε να κρατάει το στόμα του κλειστό. Ο Μαχόγκανι έσφιξε τη λαβή του μπαλτά που κρεμόταν από τη φθαρμένη δερμάτινη ζώνη του. Ήταν λερωμένος μ' αίμα, όπως κι η ποδιά, το σφυρί, το πριόνι του. «Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, είμαι αναγκασμένος να σε σκοτώσω». Ο Κάουφμαν σήκωσε το μαχαίρι. Έδειχνε αναποτελεσματικό και μικροσκοπικό μπρος στην εξάρτυση του Χασάπη.

 -«'Αει γαμήσου», έφτυσε ο Κάουφμαν τις λέξεις. Ο Μαχόγκανι χαμογέλασε με τα καμώματα του ανθρωπάκου.

 -«Δεν έπρεπε να τα δεις αυτά, δεν είναι για τα μάτια σου», είπε, πλησιάζοντας ένα ακόμη βήμα τον Κάουφμαν. «Είναι μυστικά».

   "Α, ώστε έτσι, το τέρας ακούει φωνές", σκέφτηκε ο Κάουφμαν. "Τώρα κάτι εξηγείται".

 -«'Αει γαμήσου», επανέλαβε. Ο Χασάπης συνοφρυώθηκε. Τον εκνεύριζε η αδιαφορία του ασήμαντου αυτού τύπου για τη δουλειά και την υπόληψή του.
 -«Όλοι πεθαίνουμε κάποτε», του εξήγησε. «Θα 'πρεπε να είσαι ευχαριστημένος. Δε θα καταλήξεις στο χώμα όπως οι περισσότεροι. Θα γίνεις τροφή για τους πατέρες».
Η μοναδική απάντηση του Κάουφμαν ήταν ένα χαμόγελο. Δεν τον τρόμαζε πια αυτός ο χοντρός, άχαρος φονιάς. Ο Χασάπης ξεθηλύκωσε το μπαλτά από τη ζώνη και τον ανέμισε πάνω από το κεφάλι του. «Ένας βρωμοεβραίος σαν του λόγου σου», είπε, «θα 'πρεπε να μ' ευγνωμονεί. Σε τελευταία ανάλυση, τι παραπάνω ελπίζεις να γίνεις εκτός από κρέας
    
Χωρίς προειδοποίηση, ο Χασάπης χτύπησε. Ο μπαλτάς έσκισε τον αέρα, όμως ο Κάουφμαν πρόλαβε να τραβηχτεί. H λεπίδα πέρασε ξυστά από δίπλα του και καρφώθηκε στη γάμπα του Πορτορικάνου. Το πόδι κόπηκε σχεδόν στα δύο και το βάρος του κορμιού άνοιξε κι άλλο τη πληγή. Η σάρκα του μηρού έμοιαζε με φιλέτο πρώτης διαλογής, ζουμερό κι ορεκτικό. Ο Χασάπης έτρεξε να τραβήξει τον μπαλτά από το τραύμα κι ο Κάουφμαν διάλεξε κείνη τη στιγμή για να επιτεθεί. Το στιλέτο προοριζόταν για το μάτι του Χασάπη, αλλά, εξαιτίας λανθασμένου υπολογισμού, βυθίστηκε λίγο παρακάτω, στο λαιμό του. Τον διαπέρασε ολόκληρο και βγήκε, πασαλειμμένο αίματα, από την άλλη πλευρά. Πέρα για πέρα. Μ' ένα μόνο χτύπημα. Πέρα για πέρα.
     Ο Μαχόγκανι ένιωσε να τον πνίγει το μαχαίρι, σα να του είχε σφηνωθεί στο λαρύγγι κοκαλάκι κότας. Έβγαλε ένα γελοίο, δισταχτικό ήχο πού θύμιζε βηχαλάκι. Το αίμα ξεπήδησε από τα χείλη του, βάφοντάς τα κόκκινα, σαν κραγιόν σε γυναικείο στόμα. Ο μπαλτάς έπεσε με κρότο στο πάτωμα.
    
Ο Κάουφμαν τράβηξε το μαχαίρι. Οι δύο πληγές ανάβλυζαν αίμα.

     Ο Μαχόγκανι σωριάστηκε στα γόνατα, κοιτώντας το όπλο που τον είχε σκοτώσει. Ο ανθρωπάκος τον παρακολουθούσε ανέκφραστος. Κάτι έλεγε, μα τ' αφτιά του Μαχόγκανι ήταν, θαρρείς, βυθισμένα σε νερό. Δεν άκουγε.

     Ξαφνικά ο Μαχόγκανι τυφλώθηκε. Κατάλαβε, με μια τρυφερή νοσταλγία για τις αισθήσεις του, πως ούτε θ' άκουγε ούτε θα έβλεπε ξανά. Αυτός ήταν λοιπόν ο θάνατος. Τα χέρια του όμως αισθάνονταν ακόμη την υφή του πανταλονιού του, τις ζεστές κηλίδες στο δέρμα του. Η ζωή του παρέπαιε στο χείλος της αβύσσου όσο τα δάχτυλά του κρατιόνταν από μια τελευταία αίσθηση, κατόπιν το σώμα του κατέρρευσε και τα χέρια, η ζωή, το ιερό καθήκον τσακίστηκαν κάτω από το βάρος της γκρίζας σάρκας.

     Ο Χασάπης είχε πεθάνει.

     Ο Κάουφμαν γέμισε με μπαγιάτικο αέρα τους πνεύμονές του, αρπάχτηκε από μια χειρολαβή να στηριχτεί. Τα δάκρυα θόλωσαν τη φρίκη μπροστά του. Πέρασε ώρα, δεν ήξερε πόση, είχε χαθεί σ' ένα όνειρο θριάμβου.

     Και τότε το τραίνο άρχισε να κόβει ταχύτητα. Ένιωσε κι άκουσε το φρενάρισμα. Τα κρεμασμένα κορμιά τινάχτηκαν προς τα μπρος καθώς ο συρμός σταματούσε, με τους τροχούς να στριγκλίζουν σε ράγες που ίδρωναν βλέννα.

     Μια ακατανίκητη περιέργεια κυρίευσε τον Κάουφμαν. Θα έμπαιναν άραγε τώρα στο υπόγειο σφαγείο του Χασάπη, το διακοσμημένο με τα κρέατα που είχε συσσωρεύσει στη λαμπρή του σταδιοδρομία; Κι ο γελαστός οδηγός, που με τόση απάθεια αντιμετώπιζε το μακελειό, Τι θα 'κανε μόλις σταματούσε το τραίνο; Ακαδημαϊκές ερωτήσεις, απορίες δίχως νόημα. Μπορούσε πια ν' αντιμετωπίσει τα πάντα. Περιμένετε και θα δείτε. Τα μεγάφωνα έτριξαν. Η φωνή του οδηγού.
 -«Φτάσαμε, δικέ μου. Πάρε θέση, γρήγορα». Πάρε θέση; Τι ήταν πάλι αυτό;
Το τραίνο προχωρούσε τώρα αργά, σα σαλιγκάρι. Γύρω σκοτάδι, πηχτό σκοτάδι. Τα φώτα τρεμούλιασαν, κατόπιν έσβησαν. Τούτη τη φορά δεν ξανάναψαν. Ο Κάουφμαν βρέθηκε στο έρεβος. «Αναχώρηση σε μισή ώρα», ανακοίνωσε το μεγάφωνο, σα να ενημέρωνε το κοινό για κανονικό δρομολόγιο. Το τραίνο σταμάτησε. Ο ήχος των τροχών στις ράγες, η ορμητική κίνηση, όλα απουσίαζαν. Το μόνο που άκουγε ήταν το βούισμα των μεγαφώνων. Δεν έβλεπε τίποτα.

     Και μετά ένα σφύριγμα. Οι πόρτες άνοιγαν. Μια μυρωδιά γλίστρησε στο βαγόνι, μια μυρωδιά τόσο καυστική που ο Κάουφμαν έφερε το χέρι στο πρόσωπο για να προφυλαχτεί. Στεκόταν στη σιωπή, με την παλάμη στο στόμα, για ένα διάστημα που του φάνηκε ζωή ολόκληρη. Σαν τους τρεις πίθηκους της ιστορίας, επαναλάμβανε μέσα του: Δε βλέπω τίποτα. Δεν ακούω τίποτα. Δε λεω τίποτα.

     Και τότε μια αχνή λάμψη φώτισε το παράθυρο. Στην αρχή φάνηκε μόνο το περίγραμμα της πόρτας, μα το φως πήρε σιγά σιγά να δυναμώνει. Σύντομα ο Κάουφμαν μπόρεσε να διακρίνει το πτώμα του Χασάπη στα πόδια του, τα κομμάτια κρέας που κρέμονταν ολόγυρα. Κι ακόμη, ακουγόταν ένας ψίθυρος στο σκοτάδι έξω από το τραίνο, ψιλοί, αδύναμοι θόρυβοι, σα φωνές σκαθαριών. Στο τούνελ υπήρχαν άνθρωποι, ανθρώπινα όντα, που πλησίαζαν με κόπο, σέρνοντας τα πόδια τους, το τραίνο. Ο Κάουφμαν ξεχώριζε τώρα τις σιλουέτες τους. Μερικοί βαστούσαν πυρσούς που έδιναν ένα πεθαμένο, καφετί φως. Ίσως τα βήματά τους στην υγρή γη έβγαζαν αυτόν τον ήχο, ίσως οι γλώσσες που πλατάγιζαν στα στόματά τους, πιθανόν και τα δύο.

     Ο Κάουφμαν δεν ήταν πια τόσο αφελής όσο μια ώρα πριν. Μπορούσε να υπάρχει αμφιβολία για τις προθέσεις αυτών των πλασμάτων που, μέσα από τη μαυρίλα, πλησίαζαν το τραίνο; O Χασάπης είχε σκοτώσει τον άντρα και τις γυναίκες για να εφοδιάσει με κρέας τούτους τους κανίβαλους που έρχονταν τώρα, σαν επιβάτες αμαξοστοιχίας, να δειπνήσουν στο βαγκόν ρεστωράν.

     Μάζεψε από κάτω τον μπαλτά του Χασάπη. O θόρυβος όλο και δυνάμωνε. Τραβήχτηκε από τις ανοιχτές πόρτες του βαγονιού μόνο για ν' ανακαλύψει πως ήταν ανοιχτές κι οι θύρες πίσω του, πως ερχόταν κι από κει το εφιαλτικό μουρμουρητό που σήμαινε ότι το πλήθος πλησίαζε.

     Ζάρωσε σε μία από τις θέσεις και ετοιμαζόταν να κρυφτεί κάτω από το κάθισμα όταν ένα χέρι, λιπόσαρκο σε βαθμό διαφάνειας, χώθηκε στο άνοιγμα της πόρτας. Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω του. Όχι ότι τον είχε παγώσει ο τρόμος όπως προηγουμένως, στο παράθυρο. Τώρα ήθελε απλά να δει. Το πλάσμα μπήκε στο βαγόνι. Οι πυρσοί από πίσω σκίαζαν το πρόσωπό του, αλλά η σιλουέτα του φαινόταν καθαρά.

     Κι, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, δεν είχε τίποτα το αξιοπερίεργο. Διέθετε δύο πόδια και δύο χέρια όπως ο Κάουφμαν, το σχήμα του κεφαλιού του έδειχνε κανονικό. Ο κορμός του ήταν μικρός κι η προσπάθεια ν' ανεβεί στο βαγόνι τού είχε κόψει την ανάσα. Θύμιζε περισσότερο ανήμπορο γερόντιο παρά επικίνδυνο ψυχωτικό, οι γενιές φανταστικών κανιβάλων της λογοτεχνίας δεν τον είχαν προετοιμάσει για το θλιβερό θέαμα μπροστά του.

     Πίσω του, παρόμοιες φιγούρες ξεπρόβαλλαν από το σκοτάδι και πάσχιζαν ν' ανεβούν στο τραίνο. Έμπαιναν απ' όλες τις πόρτες. Ήτανε παγιδευμένος. Ζύγισε τον μπαλτά στο χέρι του, έτοιμος ν' αρχίσει τη μάχη μ' αυτά τα πανάρχαια τέρατα. Κάποιος πυρσός φώτισε τα μούτρα των αρχηγών.

     Δεν είχαν τρίχα στα κεφάλια τους. Η κουρασμένη σάρκα των προσώπων τους ήταν τόσο τεντωμένη στο κρανίο που λαμποκοπούσε σα φανάρι. Υπήρχαν ίχνη αποσύνθεσης κι αρρώστιας στο δέρμα τους και σε μεριές-μεριές οι μυς είχαν καταντήσει μαύρο πύο, αφήνοντας ακάλυπτα τα οστά τους. Μερικοί ήταν ολόγυμνοι σα μωρά. Το φύλο μόλις και διακρινόταν στα σαθρά, συφιλιδικά κορμιά τους. Ό,τι κάποτε ήταν στήθη, κρέμονταν τώρα σαν πέτσινες σακούλες, πέη κι όρχεις είχανε ζαρώσει σε σημείο ανυπαρξίας σχεδόν.

     Χειρότεροι κι από τους γυμνούς ήταν όσοι φορούσαν ρούχα. Ο Κάουφμαν διαπίστωσε πολύ γρήγορα ότι τα σάπια κουρέλια γύρω από τους ώμους ή δεμένα πρόχειρα στη μέση τους ήταν φτιαγμένα από ανθρώπινο δέρμα. Όχι ένα, αλλά μια ντουζίνα ή περισσότερα ήταν ριγμένα το ένα πάνω στο άλλο, σαν άθλια τρόπαια. Οι αρχηγοί τούτης της γκροτέσκας συνάθροισης είχαν φτάσει πια στα πτώματα και τα καχεκτικά τους χέρια άγγιζαν κομμάτια κρέας, χάιδευαν την ξυρισμένη σάρκα με τρόπο που μαρτυρούσε αισθησιακή απόλαυση. Γλώσσες κρέμονταν από τα στόματα, σάλια περιέχυναν τα νεκρά κορμιά. Τα μάτια των τεράτων στριφογύριζαν στις κόγχες από πείνα και διέγερση.

     Κάποια στιγμή ένα τους είδε τον Κάουφμαν. Τα μάτια έπαψαν να παίζουν και καρφώθηκαν πάνω του. Το πρόσωπό του πήρε μια έκφραση απορίας, παρωδία της έκπληξης.
 -«Εσύ», είπε. Η φωνή ήταν τόσο μαραμένη όσο και τα χείλη απ' όπου έβγαινε.
Ο Κάουφμαν σήκωσε τον μπαλτά, υπολογίζοντας τις πιθανότητες. Ήταν περίπου τριάντα στο βαγόνι και πολλοί περισσότεροι έξω. Όμως φαίνονταν τόσο αδύναμοι και δεν είχαν άλλα όπλα από τη σάρκα και τα κόκαλα τους. Το τέρας μίλησε πάλι, η φωνή του, από τη στιγμή που τη βρήκε, αρμονική, φωνή ανθρώπου που είχε κάποτε υπάρξει γοητευτικός, πνευματώδης, καλλιεργημένος: «Κυνήγησες τον άλλον, έτσι δεν είναι»; Κοίταξε το πτώμα του Μαχόγκανι. Ήταν σαφές πως είχε κατανοήσει πλήρως την κατάσταση. «Έτσι κι αλλιώς είχε γεράσει», συνέχισε, γυρνώντας πάλι τα άψυχα μάτια του στον Κάουφμαν. Τονε περιεργαζότανε προσεχτικά.

 -«'Αει γαμήσου», είπε ο Κάουφμαν. Το πλάσμα προσπάθησε να χαμογελάσει, μα είχε σχεδόν ξεχάσει τον τρόπο και το αποτέλεσμα ήταν ένας μορφασμός που αποκάλυψε δόντια μυτερά και κοφτερά σαν ξυράφια.

 -«Τώρα πρέπει να πάρεις εσύ τη θέση του», πρόφερε μέσα από το διαστροφικό χαμόγελο. «Δε ζούμε χωρίς τροφή». Το χέρι του χάϊδεψε τον γλουτό του κοντινότερου πτώματος, ψηλαφώντας την τρυφερή σάρκα. «Το σιχαίνομαι όσο κι εσύ», δήλωσε το πλάσμα. «Αλλά αν δε φάμε τέτοιο κρέας, θα πεθάνουμε. Δε μ' αρέσει καθόλου, στ' ορκίζομαι. Δεν μπόρεσα ποτέ να συνηθίσω τη γεύση». Παρόλα αυτά, τα σάλια του έτρεχαν. Ο Κάουφμαν κατόρθωσε επιτέλους να μιλήσει. Η φωνή του ακούστηκε σιγανή, περισσότερο απορημένη παρά τρομαγμένη.
 -«Τί είστε;» Θυμήθηκε τα λόγια του μουσάτου στην καφετέρια. «Δημιουργηθήκατε κατά λάθος; Βγήκατε από πειράματα που πήγαν στραβά»;

 -«Είμαστε οι Πατέρες Της Πόλης», είπε το πράγμα. «Και μάνες και θυγατέρες και γιοι. Οι κατασκευαστές, οι νομοθέτες. Εμείς τη φτιάξαμε».

 -«Τη Νέα Υόρκη; Το "Παλάτι Των Απολαύσεων"»;

 -«Πριν γεννηθείς, πριν γεννηθεί οποιοσδήποτε ζωντανός». Καθώς μιλούσε, τα νύχια του πλάσματος ψαχούλευαν το δέρμα του ξεκοιλιασμένου πτώματος, αφαιρώντας τη λεπτή ελαστική στρώση από τη γευστική πηχτή. Πίσω από τον Κάουφμαν, τα άλλα πλάσματα είχαν αρχίσει να ξεκρεμούν τα πτώματα από τις χειρολαβές, τα χέρια τους απασχολημένα με τον ίδιο τρόπο. «Θα μας φέρει κι άλλους», είπε ο πατέρας. «Περισσότερο κρέας. Ο προηγούμενος ήταν λιπόψυχος».

 -«Εγώ;» ψέλλισε άναυδος ο Κάουφμαν. «Εγώ να σας ταΐζω; Ποιός νομίζετε πως είμαι»;

 -«Θα το κάνεις για μας και για κείνους που είναι πιο ηλικιωμένοι από μας. Για όσους υπήρχαν πριν γεννηθεί καν η ιδέα της πόλης, τότε που η Αμερική ήταν ακόμη έρημος και δάση». Το σκελετωμένο χέρι έδειξε πέρα από το τραίνο. Το βλέμμα του Κάουφμαν ακολούθησε το δάχτυλο στο μισοσκόταδο. Ήταν και κάτι άλλο εκεί έξω, κάτι που δεν είχε προσέξει πριν, μεγαλύτερο από οτιδήποτε ανθρώπινο. Τα πλάσματα τραβήχτηκαν για να περάσει ο Κάουφμαν και να εξετάσει από κοντά την παρουσία, όποια κι αν ήταν, μα τα πόδια του δεν έλεγαν να σαλέψουν. «Πήγαινε», είπε ο Πατέρας.

     Ο Κάουφμαν συλλογίστηκε την πόλη που αγαπούσε. Ήταν στ' αλήθεια τούτοι δω οι προύχοντες, οι φιλόσοφοι, οι δημιουργοί της; 'Έπρεπε να το πιστέψει. Ίσως υπήρχαν άνθρωποι στην επιφάνεια -γραφειοκράτες, πολιτικοί, αρχές κάθε είδους- που γνώριζαν αυτό το τρομερό μυστικό και που οι ζωές τους ήταν αφιερωμένες στη συντήρηση τούτων των εξαμβλωμάτων, που τους πρόσφεραν ανθρώπινες σάρκες όπως οι άγριοι θυσίαζαν σφάγια στους θεούς. Υπήρχε κάτι το φριχτά οικείο στην τελετουργία. Κάτι θύμιζε στον Κάουφμαν, όχι στο συνειδητό νου του, αλλά στο βαθύτερο, γεροντότερο εαυτό του. Τα πόδια του, μην υπακούοντας πια στο μυαλό αλλά στο λατρευτικό ένστικτό του, κινήθηκαν. Διέσχισε το διάδρομο των πτωμάτων και βγήκε από το τραίνο.

     Οι πυρσοί μόλις και φώτιζαν το απέραντο σκοτάδι έξω. H ατμόσφαιρα έμοιαζε συμπαγής, έτσι να έκανες το χέρι σου θα την άγγιζες, τόσο έντονη ήταν η οσμή του αρχαίου χώματος. Αλλά ο Κάουφμαν δε μύριζε τίποτα. Βάδιζε με σκυφτό το κεφάλι, προσπαθώντας απεγνωσμένα να μην ξαναχάσει τις αισθήσεις του. Ήταν εκεί ο πρόδρομος των ανθρώπων. Ο αρχέγονος Αμερικάνος που όριζε τούτο τον τόπο πριν από τους Πασαμακόντι ή τους Τσεγιέν. Τα μάτια του -αν είχε μάτια- ήταν στυλωμένα πάνω του. Ο Κάουφμαν έτρεμε σύγκορμος. Τα δόντια του χτυπούσαν. 'Ακουγε τους θορύβους του οργανισμού του: τριξίματα, θροΐσματα, αναφιλητά.

     Το ον σάλεψε στο σκοτάδι. Ο ήχος της κίνησής του προκαλούσε δέος. Σα να ανακαθόταν βουνό. Το πρόσωπο του Κάουφμαν είχε υψωθεί προς το μέρος του και, χωρίς να σκέφτεται τι κάνει ή γιατί, γονάτισε μέσα στα σκατά μπροστά στον Πατέρα Των Πατέρων. Η κάθε ημέρα της ζωής του οδηγούσε σ' αυτή τη νύχτα, το κάθε λεπτό βιαζόταν να φτάσει σ' αυτή την αβέβαιη στιγμή του ιερού τρόμου. Αν σ' αυτόν το λάκκο υπήρχε αρκετό φως, που θα του επέτρεπε να δει το σύνολο, ίσως η μικρούλα καρδιά του να έσπαγε. Ήδη φτερούγιζε μπροστά στο θέαμα. Ήταν ένας γίγαντας. Δίχως κεφάλι ή μέλη. Χωρίς ένα χαρακτηριστικό ανάλογο με τα ανθρώπινα, χωρίς όργανα, χωρίς αισθήσεις. Αν έμοιαζε με κάτι αυτό ήταν κοπάδι ψαριών. Χιλιάδες ρύγχη που σάλευαν μπουμπουκιάζοντας, ανθίζοντας και μαραζώνοντας ταυτόχρονα. Ιρίδιζε, σα φίλντισι, μα στιγμές-στιγμές τα χρώματα βάθαιναν τόσο που ο Κάουφμαν δεν ήξερε να τ' αναγνωρίσει.

     Αυτά μόνο μπόρεσε να δει κι ήταν πιο πολλά απ' όσα ήθελε. yπήρχαν περισσότερα στο σκοτάδι, πράγματα που αναριγούσαν και πετάριζαν. Αλλά δεν άντεχε να κοιτάξει άλλο. Καθώς πήγαινε να στρέψει το βλέμμα, μια μπάλα πετάχτηκε από το τραίνο κι ήρθε να σταθεί μπροστά στον Πατέρα. Στην αρχή τουλάχιστον την πέρασε για μπάλα, μέχρι που την κοίταξε πιο προσεχτικά και ανακάλυψε πως ήταν ανθρώπινο κεφάλι, το κεφάλι του Χασάπη. Γυάλιζε καταματωμένο καθώς κειτόταν μπροστά στον Κύριό του. Ο Κάουφμαν ξεκίνησε, κοιτώντας αλλού, να επιστρέψει στο τραίνο. Του φαινόταν πως όλο του το κορμί έκλαιγε εκτός από τα μάτια. Έκαιγαν από το θέαμα πίσω του, εξάτμιζαν τα δάκρυα.

     Μέσα, τα πλάσματα είχαν ήδη αρχίσει το δείπνο. Ένα τους προσπαθούσε να βγάλει το μάτι μιας γυναίκας από την κόγχη του. Κάποιο άλλο μασουλούσε ένα χέρι. Στα πόδια του Κάουφμαν πλάγιαζε το ακέφαλο πτώμα του Χασάπη, αιμορραγώντας ακόμη από τις δαγκωματιές στο λαιμό του. Ο Πατέρας που είχε μιλήσει πρωτύτερα στάθηκε μπροστά στον Κάουφμαν.

 -«Θα μας υπηρετήσεις;» ρώτησε μαλακά, μειλίχια, όπως θα ζητούσε κανείς από μια αγελάδα να τον ακολουθήσει. Ο Κάουφμαν κοιτούσε το μπαλτά, το έμβλημα του λειτουργήματος του Χασάπη. Τα πλάσματα εγκατέλειπαν σιγά-σιγά το τραίνο, σέρνοντας ξοπίσω τους τα μισοφαγωμένα κουφάρια. Και καθώς έπαιρναν τους πυρσούς μαζί τους, το σκοτάδι τύλιγε πάλι το βαγόνι. Μα πριν εξαφανιστούν τελείως τα φώτα, ο πατέρας άρπαξε ξαφνικά το κεφάλι του Κάουφμαν, έσφιξε το πρόσωπο ανάμεσα στις παλάμες του και τον ανάγκασε να στραφεί και να κοιτάξει το είδωλό του στο λερό τζάμι. Παρά το μισοσκόταδο και το θαμπό γυαλί, ο Κάουφμαν μπόρεσε να δει πόσο αλλαγμένος ήταν. Πιο άσπρος κι από πανί, βουτηγμένος ολόκληρος σε κιτρινωπά υγρά και αίματα. Το χέρι του Πατέρα κρατούσε ακόμη το πρόσωπο του Κάουφμαν, έχωσε το δείκτη του μέσα στο στόμα, ως κάτω στον οισοφάγο, με το νύχι να του γρατζουνάει το λαρύγγι. Ο Κάουφμαν κόντεψε να ξεράσει, μα δεν είχε πια κουράγιο να αποκρούσει την επίθεση. «Υπηρέτησε», είπεν επίσημα το πλάσμα. «Εν σιγή».

     Ο Κάουφμαν κατάλαβε τις προθέσεις του τέρατος, μα ήταν αργά πια. Ένιωσε τα δάχτυλα να του αρπάζουν τη γλώσσα και να του την τραβούν από τη ρίζα. Ο Κάουφμαν, κλονισμένος, άφησε να του πέσει ο μπαλτάς. Προσπάθησε να ουρλιάξει, αλλά η φωνή του δεν έβγαινε. Αίμα πλημμύρισε το λαρύγγι του, άκουσε τη σάρκα του να σκίζεται, φριχτοί πόνοι συντάραξαν το κορμί του. Και τότε το χέρι βγήκε από το στόμα του και τ' άλικα, περιχυμένα με αίμα δάχτυλα ανέμισαν μπροστά στα μάτια του την ίδια του τη γλώσσα. Ο Κάουφμαν έμεινε άλαλος.

 -«Υπηρέτησε», πρόσταξε ο πατέρας και, χώνοντας τη γλώσσα στο δικό του στόμα, βάλθηκε να τη μασάει με φανερή ευχαρίστηση. Ο Κάουφμαν σωριάστηκε χάμω και ξέρασε ό,τι είχε απομείνει από το σάντουιτς του. Ο Πατέρας χανόταν ήδη στο σκοτάδι, οι υπόλοιποι είχαν εξαφανιστεί στους υπόγειους λαβύρινθους για μια ακόμη νύχτα. Το μεγάφωνο ξερόβηξε.

 -«Πάμε σπίτι», ανακοίνωσε ο οδηγός. Οι πόρτες έκλεισαν, ο θόρυβος των μηχανών διαπέρασε το τραίνο. Τα φώτα άναψαν, έσβησαν, άναψαν πάλι. Ο συρμός άρχισε να κινείται. Ο Κάουφμαν κειτόταν στο πάτωμα, με τα δάκρυα να κυλούν ποτάμι στο πρόσωπό του, δάκρυα συντριβής και παραίτησης. Θα έμενε πλαγιασμένος εκεί, αποφάσισε, μέχρι να πεθάνει από την αιμορραγία. Δεν τον ένοιαζε πια για τίποτα, δε φοβόταν το θάνατο. Έτσι κι αλλιώς, δεν ήταν κόσμος αυτός, σκέτη βρωμιά ήταν.
    
Τον ξύπνησε ο οδηγός. Ανοιξε τα μάτια του. Το πρόσωπο που έσκυβε από πάνω του ήταν μαύρο, κι όχι εχθρικό. Χαμογελούσε. Ο Κάουφμαν προσπάθησε να μιλήσει, μα το στόμα του ήταν σφραγισμένο με ξεραμένο αίμα. Ταρακούνησε το κεφάλι του σα μωρό που προσπαθεί να φτύσει λέξεις. Δε βγήκαν παρά μόνο μουγκρητά.

     Δεν είχε πεθάνει. Ζούσε ακόμη. Ο οδηγός τον πήρε στα γόνατά του, μιλώντας του σα σε τρίχρονο παιδάκι.

 -«Σπουδαία δουλειά βρήκες, φιλαράκο. Είναι ενθουσιασμένοι μαζί σου». Ο οδηγός έγλειψε τα δάχτυλά του κι έτριψε τα πρησμένα χείλη του Κάουφμαν, προσπαθώντας να τα χωρίσει. «Έχεις πολλά να μάθεις μέχρι αύριο το βράδυ.» Πολλά να μάθει. Πολλά να μάθει. Βοήθησε τον Κάουφμαν να κατέβει από το τραίνο. Βρίσκονταν σ' ένα σταθμό που δεν είχε ξαναδεί. Παντού κατάλευκα πλακάκια, πεντακάθαρα, καμιά επιγραφή δε λέρωνε τους τοίχους. Δεν υπήρχαν γκισέ εισιτηρίων, μα ούτε είσοδοι ούτε επιβάτες. Τούτη ήταν η γραμμή που εξυπηρετούσε μόνο ένα τραίνο: την Κρεοφόρο του Μεσονυχτίου. Οι καθαριστές της πρωινής βάρδιας ξέπλεναν το αίμα από τα καθίσματα και το πάτωμα των βαγονιών. Κάποιος έγδυνε το πτώμα του Χασάπη, ετοιμάζοντάς το για την αποστολή στο Νιου Τζέρσεϊ. Ένα σωρό κόσμος δούλευε γύρω από τον Κάουφμαν. Μια βροχούλα πρωινού φωτός έπεφτε από το καφασωτό της οροφής του σταθμού. Μόρια σκόνης στροβιλίζονταν στα δοκάρια. Ο Κάουφμαν παρακολουθούσε, μαγεμένος. Είχε να δει τέτοια ομορφιά από τότε που ήταν παιδί. Υπέροχη σκόνη. Πολύχρωμη, εξαίσια σκόνη.

     Ο οδηγός είχε κατορθώσει να ξεκολλήσει τα χείλη του Κάουφμαν. Το στόμα του ήταν καταπληγωμένο, μα τουλάχιστον μπορούσε να αναπνέει πιο εύκολα. Και ο πόνος είχε ήδη αρχίσει να υποχωρεί. Ο οδηγός του χαμογέλασε, κατόπιν στράφηκε στο συνεργείο.

 -«Να σας συστήσω τον αντικαταστάτη του Μαχόγκανι. Τον καινούριο μας Χασάπη», ανακοίνωσε. Όλοι γύρισαν να κοιτάξουν τον Κάουφμαν. Τα πρόσωπά τους έδειχναν σεβασμό, πράγμα που εκείνος έβρισκε ελκυστικό. Ο Κάουφμαν κοίταξε τη λιακάδα που τώρα τον έλουζε από παντού. Τίναξε το κεφάλι προς τα πάνω, δίνοντάς τους να καταλάβουν πως ήθελε να βγει έξω, στον καθαρό αέρα. Ο οδηγός ένευσε καταφατικά τον οδήγησε σε μια απότομη σκάλα, τον βοήθησε ν' ανέβει, τον έβγαλε από ένα αδιέξοδο δρομάκι στο πεζοδρόμιο.

     Ήταν μια πανέμορφη μέρα. Στον καταγάλανο ουρανό ταξίδευαν αχνορόδινα σύννεφα, ο αέρας μύριζε πρωί. Οι λεωφόροι ήταν έρημες. Κάπου μακριά ένα ταξί διέσχισε μια διασταύρωση, ο θόρυβος της μηχανής του ένας ψίθυρος κάποιος δρομέας ίδρωνε στην απέναντι πλευρά του δρόμου.

     Όπου να είναι τα ίδια έρημα πεζοδρόμια θα γέμιζαν κόσμο. Η πόλη θα πήγαινε στη δουλειά της, ανυποψίαστη, ανίδεη: χωρίς να ξέρει πάνω σε τι είχε κτιστεί ή σε τι χρωστούσε τη ζωή της. Χωρίς δισταγμό, ο Κάουφμαν έπεσε στα γόνατα και φίλησε το βρώμικο τσιμέντο με τα ματωμένα του χείλη, ενώ ορκιζόταν σιωπηλά την αιώνια αφοσίωσή του στη συνέχισή της.

     Το "Παλάτι Tων Απολαύσεων" αποδέχτηκε τη λατρευτική του εκδήλωση δίχως σχόλια.
___________________________________________________________________

Clive Barker
"The Midnight Meat Train" (1986)
Μετάφραση: Χρύσα Τσαλικίδου

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers