Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Φανταστικό 

Ellison Harlan: Το Κλάμα Των Δαρμένων Σκυλιών

 

     Τη νύχτα μετά το απόγευμα που έβαψε τα πλαίσια των παραθύρων του καινούριου της διαμερίσματος στη 52η Ανατολική οδό, η Μπεθ είδε να κατακρεουργείται μέχρι θανάτου μία γυναίκα στην αυλή τον κτιρίου της. Ήταν μία από τους είκοσι έξι αυτόπτες μάρτυρες τον αποτρόπαιου εγκλήματος κι όπως εκείνοι, δεν έκανε τίποτα για να το αποτρέψει.
     Τα είδε όλα, τη κάθε φριχτή στιγμή, χωρίς διακοπές και προσκόμματα. Από το μυαλό της πέρασε η τρελή σκέψη ότι βρισκόταν στην τέλεια εκείνη θέση τον παρατηρητή που αναζητούσε ο Ναπολέων όταν παράγγελνε να τον χτίσουν τα θέατρα της Κομεντί Φρανσέζ, ένα θεωρείο λίγο πιο πίσω από τα άλλα απ' όπου μπορούσε να παρακολουθεί και το κοινό και την παράσταση. Η νύχτα ήταν καθαρή, η ώρα 11.30, το φεγγάρι γεμάτο, μόλις είχε κλείσει τη τηλεόραση συνειδητοποιώντας ότι έβλεπε τη συγκεκριμένη ταινία με τον Ρόμπερτ Τέιλορ για δεύτερη φορά ενώ δεν της είχε αρέσει ούτε τη πρώτη, και στο διαμέρισμά της βασίλευε σκοτάδι.
     Πλησίασε στο παράθυρο για να το ανασηκώσει πριν πέσει να κοιμηθεί κι είδε τη γυναίκα να παραδέρνει στην αυλή. Βάδιζε τρεκλίζοντας κόντρα στον τοίχο, σφίγγοντας το αριστερό της μπράτσο με το δεξί χέρι. Η ηλεκτρική εταιρία είχε πρόσφατα τοποθετήσει λαμπτήρες υδραργύρου στον ακάλυπτο' είχαν σημειωθεί δεκαέξι επιθέσεις μέσα σε επτά μήνες τα καινούρια φανάρια σκόρπιζαν ένα παγερό πορφυρό φως που έκανε το αίμα στο αριστερό μπράτσο της γυναίκας να φαντάζει μαύρο και γυαλιστερό. H Μπεθ είδε την κάθε λεπτομέρεια με απόλυτη σαφήνεια, σαν να μεγεθυνόταν χίλιες φορές σε μικροσκόπιο, σαν να εκτίθεντο στους προβολείς τηλεοπτικής διαφήμισης.
     Η γυναίκα έριξε πίσω το κεφάλι ίσως για να ουρλιάξει, αλλά κανένας ήχος δεν έβγαινε από το στόμα της. Το μόνο που ακουγόταν ήταν τα τροχοφόρα στη Πρώτη Λεωφόρο, ταξί που έψαχναν για περιστασιακά ζευγαράκια έξω από τα μπαρ για μοναχικούς της γειτονιάς: το Μάξγουελ Πλαμ, το Φράιντει, το 'Ανταμς Απλ. Αλλά αυτά συνέβαιναν μακριά, αλλού. Εδώ όπου βρισκόταν η γυναίκα, επτά πατώματα πιο κάτω, στην αυλή, τα πάντα έμοιαζαν να αιωρούνται σιωπηλά σ' ένα αόρατο μαγνητικό πεδίο.
     Η Μπεθ, ακίνητη στο σκοτάδι του διαμερίσματός της, διαπίστωσε ξαφνικά ότι είχε σηκώσει ολόκληρο το παράθυρο χωρίς να το αντιληφθεί. Μπροστά από το χαμηλό περβάζι υπήρχε ένα μικροσκοπικό μπαλκόνι τώρα δεν τη χώριζε μήτε το τζάμι από το θέαμα' μόνον το κιγκλίδωμα του μπαλκονιού και οι επτά όροφοι.
     Η γυναίκα τραβήχτηκε από τον τοίχο κι η Μπεθ είδε ότι ήταν γύρω στα τριάντα πέντε, με σκούρα μαλλιά κομμένα καρέ δεν μπορούσες να καταλάβεις αν ήταν όμορφη, ο τρόμος είχε παραμορφώσει τα χαρακτηριστικά της και το στόμα της ήταν μια στρεβλή μαύρη σχισμή. Οι φλέβες ξεχώριζαν σαν χορδές στο λαιμό της. Είχε χάσει το ένα της παπούτσι και τα βήματά της ήταν αβέβαια, νόμιζες ότι από στιγμή σε στιγμή θα σωριαζόταν στο έδαφος.
     Ο άντρας έστριψε τη γωνία του κτιρίου και μπήκε στην αυλή. Το μαχαίρι που κρατούσε ήταν τεράστιο ή, τουλάχιστον, έτσι έδειχνε. Η Μπεθ θυμήθηκε το σουγιά με την κοκάλινη λαβή που χρησιμοποιούσε o πατέρας της για να καθαρίζει τα ψάρια τα καλοκαίρια στη λίμνη στο Μέιν: είκοσι εκατοστά μακρύς με οδοντωτή λεπίδα. Το μαχαίρι στο χέρι του μελαψού άντρα στην αυλή ήταν παρόμοιο.
     Η γυναίκα τον είδε και προσπάθησε να τρέξει, αλλά εκείνος την έφτασε με μια δρασκελιά, την έπιασε από τα μαλλιά και της έσπρωξε προς τα πίσω το κεφάλι, σαν να ετοιμαζόταν να της κόψει το λαρύγγι.
     Τότε η γυναίκα ούρλιαξε.
     Το ουρλιαχτό της αντήχησε στην αυλή σα σκούξιμο νυχτερίδας παγιδευμένης σε κλειστό θάλαμο, ανίκανης να βρει διέξοδο, τρελής από φόβο. Και συνεχίστηκε για ώρα... Προσπαθώντας να αμυνθεί, έμπηξε τους αγκώνες της στα πλευρά του άντρα κι εκείνος την άρπαξε από τα μαλλιά και τη στριφογύρισε. Κατάφερε να του ξεφύγει, μόνο μια χούφτα ξεριζωμένες τρίχες τού έμειναν στα χέρια. Καθώς η γυναίκα οπισθοχωρούσε, εκείνος κατέβασε το μαχαίρι του και την πέτυχε ακριβώς στο στήθος. Το αίμα της πετάχτηκε σα σιντριβάνι από την πληγή και κατέβρεξε τον άντρα, εξαγριώνοντάς τον ακόμη περισσότερο. Της επιτέθηκε πάλι καθώς εκείνη, διπλωμένη στα δύο, προσπαθούσε να κρατηθεί στα πόδια της, με το αίμα να τρέχει ποτάμι στα μπράτσα της.
     Πήγε να τρέξει, τσούγκρισε στον τοίχο, γλίστρησε στα πλάγια, και το μαχαίρι του άντρα χτύπησε την τούβλινη επιφάνεια. Η γυναίκα ξεμάκρυνε λίγα μέτρα, σκόνταψε σ' ένα παρτέρι, έπεσε στα γόνατα, κι εκείνος χίμηξε πάλι πάνω της. Το μαχαίρι υψώθηκε και η λεπίδα άστραψε παράξενα άλικη. Κι εκείνη ακόμη ούρλιαζε. Τα φώτα άναψαν σε καμιά ντουζίνα διαμερίσματα και κάμποσοι ένοικοι εμφανίστηκαν στα παράθυρα.
Έχωσε το μαχαίρι στην πλάτη της, πάνω από το δεξί ώμο. Το 'μπηξε όσο πιο βαθιά μπορούσε, χρησιμοποιώντας και τα δυο του χέρια.
     Η Μπεθ τα έβλεπε όλα σε αλλεπάλληλες αστραπές -τον άντρα, τη γυναίκα, το μαχαίρι, το αίμα, τα πρόσωπα των ανθρώπων στα παράθυρα. Κι έπειτα τα φώτα έκλεισαν, αλλά οι θεατές έμειναν στις θέσεις τους, προσηλωμένοι στο δράμα που παιζόταν στην αυλή. Ήθελε να φωνάξει, να ουρλιάξει: «Τί της κάνεις, χτήνος;» Αλλά το λαρύγγι της ήταν παγωμένο, λες και δυο σιδερένια χέρια που είχαν μείνει βυθισμένα στον ξερό πάγο για δέκα χιλιάδες χρόνια έσφιγγαν το λαιμό της.'Ένιωθε τη λάμα να μπήγεται στο δικό της κορμί.
     Με κάποιον τρόπο -φαινόταν αδύνατο, αλλά να που συνέβαινε- η γυναίκα κατάφερε να σηκωθεί και να τραβηχτεί από το μαχαίρι. Τρία βήματα, έκανε τρία ολόκληρα βήματα και ξανάπεσε στο παρτέρι με τα λουλούδια. Τώρα μούγκριζε ο άντρας, μούγκριζε σαν άγριο θηρίο, έβγαζε άναρθρους ήχους κατευθείαν από το στομάχι του. Πήδηξε πάνω της και το μαχαίρι υψώθηκε και κατέβηκε, ξανά και ξανά και ξανά, και τελικά όλα έγιναν ένας στρόβιλος και το ουρλιαχτό της τρελαμένης νυχτερίδας σιγά-σιγά έσβηνε.
     Η Μπεθ έτρεμε κι έκλαιγε στο σκοτάδι, με μάτια ξέχειλα από φρίκη. Κι όταν πια δεν άντεχε να βλέπει τον μανιακό να κομματιάζει το ακίνητο κομμάτι κρέας, έστρεψε το βλέμμα στα αδιαπέραστα παράθυρα όπου οι άλλοι στέκονταν ακόμη -όπως στεκόταν κι εκείνη- και παρά το σκοτάδι, μπόρεσε να διακρίνει τα πρόσωπά τους, μπλάβα στο μουντό φως των λαμπτήρων, κι όλα με την ίδια έκφραση. Οι γυναίκες έμπηγαν τα νύχια τους στα μπράτσα των αντρών και οι γλώσσες εξείχαν από τα στόματά τους' οι άντρες χαμογελούσαν με ορθάνοιχτα, σχεδόν εκστατικά μάτια. Σαν να παρακολουθούσαν κοκορομαχίες και όχι φονικό. Ανάσαιναν βαθιά, λες κι έπαιρναν ζωή από το φριχτό σκηνικό της αυλής. Και εξέπνεαν μ' έναν ήχο βαθύ, πολύ βαθύ, σαν από σπηλιά στα έγκατα της γης. Σάρκα ωχρή και υγρή.
     Και τότε η Μπεθ συνειδητοποίησε πως η αυλή ήτανε βουτηγμένη στη καταχνιά, λες κι ένα πέπλο ομίχλης είχε επίτηδες τυλίξει την 52η οδό για να θολώσει τις λεπτομέρειες των όσων συνέχιζε να κάνει ο άντρας με το μαχαίρι του... ασταμάτητα... ακόμη κι όταν είχε εξαφανιστεί κάθε απόλαυση... σχεδόν καταναγκαστικά... ξανά και ξανά και ξανά...
Αλλά η ομίχλη ήταν αφύσικη, γκρίζα και πηχτή και γεμάτη μικροσκοπικές σπίθες φωτός. Η Μπεθ την κοίταγε καθώς απλωνόταν στον άδειο χώρο του ακάλυπτου. Μπαχ στον καθεδρικό ναό, αστερόσκονη στο κενό.
     Η Μπεθ είδε μάτια.
     Εκεί, εκεί ψηλά, στον ένατο όροφο και ψηλότερα, δυο μεγάλα μάτια, αδιαμφισβήτητα όσο η νύχτα και το φεγγάρι, υπήρχαν μάτια. Και -κάτι σαν πρόσωπο; Ήταν πρόσωπο αυτό το πράγμα ή μήπως το φανταζόταν... ένα πρόσωπο; Στους ατμούς της παγωμένης ομίχλης κάτι ζούσε, κάτι σκεπτόμενο και υπομονετικό και πέρα για πέρα μοχθηρό που είχε κληθεί για να δει ό,τι διαδραματιζόταν εκεί κάτω, στο παρτέρι. Η Μπεθ προσπάθησε να αποστρέψει το βλέμμα, αλλά δεν μπόρεσε. Τα μάτια, εκείνα τα αρχέγονα, φλεγόμενα μάτια, πανάρχαια και αβυσσαλέα, αλλά ταυτόχρονα τρομαχτικά ζωηρά και ανυπόμονα σαν μάτια παιδιού' μάτια βαθιά σαν τάφοι, παμπάλαια και νεογέννητα, χαοτικά, πύρινα, γιγάντια και απύθμενα, που την αιχμαλώτιζαν, της επιβάλλονταν. Η παράσταση δεν είχε στηθεί μόνο για τους ενοίκους στα παράθυρα, που παρακολουθούσαν και ρουφούσαν τα δρώμενα, αλλά και για κάποιον άλλον. 'Όχι στην παγωμένη τούντρα ή σε έρημα βαλτοτόπια, όχι σε υπόγειες στοές ή σε κάποιον μακρινό πλανήτη που περιστρεφόταν γύρω από έναν ετοιμοθάνατο ήλιο, αλλά εδώ, στην πόλη, εδώ τα μάτια αυτού του άλλου παρακολουθούσαν.
     Με υπεράνθρωπη προσπάθεια η Μπεθ κατόρθωσε να τραβήξει τα μάτια της από τα φλεγόμενα βάθη του ένατου ορόφου, μόνο και μόνο για να ξαναδεί την κτηνωδία που είχε φέρει εδώ τον άλλον. Και για πρώτη φορά συνειδητοποίησε σ' όλο της το μέγεθος τη φρίκη όσων έβλεπε, λυτρώθηκε από την ακινησία που την κρατούσε πετρωμένη σαν κοιλάκανθο σε σχιστόλιθο και το αίμα πλημμύριζε τις μεμβράνες του μυαλού της' στεκόταν τόση ώρα και κοίταζε χωρίς να πει ή να κάνει τίποτα για να βοηθήσει! Τα δάκρυα ήταν άχρηστα, τα ρίγη μάταια, δεν είχε κάνει τίποτα απολύτως!
Και τότε άκουσε τους υστερικούς ήχους, κάτι ανάμεσα σε χαχανητά και λυγμούς και καθώς σήκωνε τα μάτια να κοιτάξει το μέγα πρόσωπο που κυριαρχούσε στην ομίχλη, κατάλαβε ότι η ίδια έβγαζε τους παρανοϊκούς, πιθηκίσιους ήχους, ενώ ο άντρας στην αυλή βογκούσε αδύναμα, ανήμπορα, σχεδόν παραπονεμένα, κάτι σαν το κλαψούρισμα των δαρμένων σκυλιών.
     Κοιτούσε και πάλι το πρόσωπο. Δεν ήθελε να το ξαναδεί ποτέ στη ζωή της, αλλά δε μπορούσε να κάνει αλλιώς, την είχαν εκμαυλίσει εκείνα τα ύπουλα μάτια που έμοιαζαν τόσο με μάτια παιδιού, παρόλο που η Μπεθ ήξερε ότι ήταν παλιότερα από την ίδια την πλάση.
     Και τότε ο σφαγέας έκανε κάτι ακατονόμαστο κι η Μπεθ έχασε την ισορροπία της από την ξαφνική ζαλάδα και πιάστηκε από το παραπέτο του παράθυρου για να μη πέσει στο μπαλκονάκι, στάθηκε στα πόδια της και πήρε βαθιά ανάσα.
     Ένιωσε ότι τη κοιτάζανε και για μια στιγμή απίστευτου τρόμου νόμισε ότι είχε τραβήξει τη προσοχή του προσώπου στην ομίχλη. Γραπώθηκε από το παράθυρο, έχοντας την αίσθηση ότι όλα γύρω της διαλύονταν και κοίταξε κατευθείαν απέναντι. Όντως, κάποιος τη παρακολουθούσε. Επίμονα. Ο νεαρός στο παράθυρο του έβδομου πατώματος, ακριβώς αντίκρυ από το δικό της. Σταθερά κι αδιάκοπα τη κοιτούσε. Μέσα από την αλλόκοτη ομίχλη με τα πύρινα μάτια που απολάμβαναν ηδονικά το θέαμα κάτω, κείνος τη κοιτούσε.
     Καθώς ο κόσμος σκοτείνιαζε γύρω της, ένα δευτερόλεπτο πριν λιποθυμήσει, της πέρασε φευγαλέα από το νου η σκέψη ότι το πρόσωπό του της ήταν τρομαχτικά οικείο.
Την επόμενη μέρα έβρεξε. Η Ανατολική 52 οδός γυαλοκοπούσε κι άστραφτε, στρωμένη με τα ουράνια τόξα της λίγδας και της βενζίνης. Η βροχή είχε ξεπλύνει τα σκυλόσκατα ή τα είχε παρασύρει στους υπονόμους. Οι διαβάτες κυκλοφορούσαν σκυφτοί για ν' αποφύγουν τη βροχή, κρυμμένοι πίσω από ομπρέλες, απαράλλακτοι με τεράστια μαύρα μανιτάρια. H Μπεθ βγήκε να πάρει εφημερίδες λίγο μετά την αναχώρηση των αστυνομικών.
     Οι ειδήσεις επέμεναν σαδιστικά στην απάθεια των είκοσι επτά ενοίκων του κτιρίου που είχαν παρακολουθήσει με ψυχρό ενδιαφέρον τη σφαγή της Λιόνα Κιαρέλι, 37 χρονών, κατοίκου της 455 Φορτ Ουάσινγκτον 'Αβενιου στο Μανχάταν από τον Μπάρτον Χ. Γουέλς, 41 χρόνων, άνεργο ηλεκτρολόγο, που στη συνέχεια πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε από δυο εκτός υπηρεσίας αστυνομικούς, όταν μπήκε σ' ένα μπαρ της 55ης οδού, βουτηγμένος στα αίματα από τη κορφή ως τα νύχια και κραδαίνοντας ένα μαχαίρι που, όπως εξακριβώθηκε αργότερα, ήτανε τ' όργανο του εγκλήματος.
     Η Μπεθ έκανε δυο φορές εμετό κείνη τη μέρα. Το στομάχι της δε μπορούσε να κρατήσει τίποτα στερεό κι η γεύση της χολής δεν εννοούσε να της φύγει από το στόμα. Της ήταν αδύνατο να σβήσει τις σκηνές της προηγούμενης νύχτας από το μυαλό της' έβλεπε και ξανάβλεπε σαν σε κινηματογραφική ταινία την κάθε κίνηση του ολέθριου χεριού. Το κεφάλι της γυναίκας ριγμένο πίσω. Τις σιωπηλές κραυγές. Το αίμα. Τα μάτια στην ομίχλη.
     Πήγαινε συνέχεια στο παράθυρο, θαρρείς και κάτι τη τραβούσε εκεί, για να κοιτάξει τον ακάλυπτο και το δρόμο. Προσπαθούσε να αντικαταστήσει το μελαγχολικό, τσιμεντένιο αστικό τοπίο του Μανχάταν με τη θέα που είχε από το παράθυρό της στο οικοτροφείο του Μπένινγκτον: το μικρό κήπο και έναν άλλον, κατάλευκο φοιτητικό κοιτώνα' τις πανέμορφες μηλιές' τους καταπράσινους λόφους και την απαράμιλλη εξοχή του Βερμόντ' επανέφερε στη μνήμη της και τις τέσσερις εποχές. Αλλά το μπετόν και οι βρεγμένοι δρόμοι δεν έλεγαν να εξαφανιστούν. Η βροχή στο πεζοδρόμιο ήταν μαύρη και γυαλιστερή σαν αίμα.
     Προσπάθησε να δουλέψει, άπλωσε στο γραφείο της τα διαγράμματα της χορογραφίας. Αλλά το Λαβανοτάτιον σήμερα δεν ήταν γι' αυτήν τίποτα περισσότερο από ένα συνονθύλευμα ανεξιχνίαστων ιερογλυφικών ζωγραφισμένο από τον Τζάκσον Πόλοκ αντί για την ακριβή αναπαράσταση της ρυθμικής που μελετούσε επί τέσσερα χρόνια για να τελειοποιήσει.
     Χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η γραμματέας του Χορευτικού Θιάσου Τέιλορ που ήθελε να τη ρωτήσει πότε θα ήταν ελεύθερη. Η Μπεθ αναγκάστηκε να αρνηθεί. Κοίταξε το χέρι της και είδε ότι τα δάχτυλά της έτρεμαν. Κι έπειτα τηλεφώνησε στον Γκούζμαν στην Εταιρία Μπαλέτου για να του πει ότι θ' αργούσε να παραδώσει τη χορογραφία.
 -"Για τ' όνομα του Θεού, κορίτσι μου, έχω δέκα χορευτές που περιμένουν να κάνουνε πρόβα! Τί θα τους κάνω τώρα";
     Του εξήγησε τι είχε συμβεί τη προηγούμενη νύχτα. Και καθώς μιλούσε κατάλαβε πόσο δίκιο είχαν οι εφημερίδες που αντιμετώπιζαν με τέτοια περιφρόνηση τους είκοσι έξι μάρτυρες του θανάτου της Λιόνα Κιαρέλι. Ο Πασκάλ Γκούζμαν την άκουσε προσεχτικά κι όταν ξαναμίλησε, η φωνή του ήταν κάμποσες οκτάβες χαμηλότερη. Της είπε ότι καταλάβαινε και ότι της έδινε μια μικρή παράταση. 'Όμως ο τόνος του ήταν τυπικός, σχεδόν ψυχρός, και της έκλεισε το τηλέφωνο πριν προλάβει να τον ευχαριστήσει.
     Η Μπεθ φόρεσε ένα χοντρό μάλλινο πουλόβερ σε σκούρους μοβ τόνους και χακί πανταλόνι. Ήθελε να βγει λίγο έξω, να περπατήσει, ν' αλλάξει παραστάσεις. Καθώς έβαζε τα χαμηλοτάκουνα παπούτσια της, αναρωτήθηκε αφηρημένα αν το βαρύ ασημένιο βραχιόλι που είχε δει τις προάλλες υπήρχε ακόμη στη βιτρίνα του Γκέοργκ Τζένσεν. Στο ασανσέρ συνάντησε το νεαρό από το αντικρινό διαμέρισμα, ο οποίος βάλθηκε να την περιεργάζεται απροκάλυπτα. Η Μπεθ ξανάρχισε να τρέμει σύγκορμη. Πήγε και στάθηκε στη γωνιά του κουβούκλιου, με το κεφάλι χαμηλωμένο.
     Ανάμεσα στον τέταρτο και τον πέμπτο όροφο, εκείνος πάτησε το "στοπ" και ο ανελκυστήρας σταμάτησε.
     Η Μπεθ τον κοίταξε και ο νεαρός χαμογέλασε αθώα.
 -"Γεια σου. Με λένε Γκλίσον, Ρέι Γκλίσον. Μένω στο 714".
     Ήθελε να του πει να ξαναθέσει σε λειτουργία το ασανσέρ, με ποιό δικαίωμα έκανε τέτοιο πράγμα, ποιός νόμιζε ότι ήταν, αν δεν πατούσε αμέσως το κουμπί θα έμπλεκε άσχημα. Αυτό ήθελε να κάνει. Όμως αντιθέτως, από το ίδιο σημείο που είχε ακούσει το ασυνάρτητο γέλιο τη χθεσινή νύχτα, άκουγε τώρα τη φωνή της, πολύ πιο λεπτή κι αβέβαιη απ' ό,τι συνήθως, να λεει:
 -"Είμαι η Μπεθ Ο' Νηλ, διαμέρισμα 701".
     Το θέμα ήταν πως ο ανελκυστήρας είχε σταματήσει. Κι εκείνη φοβόταν, φοβόταν πολύ. Αλλά ο άντρας ακουμπούσε στην πόρτα, ντυμένος στην τρίχα, με καλογυαλισμένα παπούτσια και άψογο χτένισμα, και της μίλαγε σαν να κάθονταν στο τραπέζι ενός πολυτελούς ρεστωράν.
 -"Μόλις μετακόμισες, ε";
 -"Πριν δύο μήνες".
 -"Ποιό πανεπιστήμιο τελείωσες; Το Μπένινγκτον ή το Σάρα Λώρενς";
 -"Το Μπένινγκτον. Πώς το 'ξέρες";
     Εκείνος γέλασε, και το γέλιο του ήταν ευχάριστο.
 -"Είμαι επιμελητής σ' έναν οίκο θρησκευτικών εκδόσεων. Κάθε χρόνο μας έρχονται μισή ντουζίνα κορίτσια από το Μπένινγκτον, το Σάρα Λώρενς, το Σμιθ. Πέφτουνε σαν ακριδούλες, έτοιμες να φέρουν τα πάνω κάτω στην εκδοτική βιομηχανία". 
 -"Κι είναι τόσο κακό αυτό; Μιλάς σαν να τις αντιπαθείς".
 -"Ω, κάθε άλλο, τις λατρεύω, είναι υπέροχες. Νομίζουνε πως γράφουνε καλύτερα από τους συγγραφείς που εκδίδουμε. Δώσαμε κάποτε σε μια απ' αυτές τις κουκλίτσες τρία τυπογραφικά να τα διορθώσει και τα ξανάγραψε και τα τρία. Νομίζω ότι τώρα δουλεύει σερβιτόρα σε φαστφουντάδικο".
     Δεν του απάντησε. Αν άκουγε οποιονδήποτε άλλον να μιλάει έτσι, θα τον θεωρούσε σοβινιστικό γουρούνι. Αλλά κείνα τα μάτια του... Το πρόσωπό του είχε κάτι το τρομαχτικά οικείο. Απολάμβανε τη κουβέντα τους, ο νεαρός της άρεσε.
 -"Ποιά είναι η κοντινότερη μεγάλη πόλη στο Μπένινγκτον";
 -"Το Όλμπανι. Απέχει γύρω στα εξήντα μίλια".
 -"Πόσην ώρα σου παίρνει να πας εκεί";
 -"Από το Μπένινγκτον; Γύρω στη μιάμιση".
 -"Πρέπει να είναι ωραία η διαδρομή, το Βερμόντ φημίζεται για την εξοχή του. Πώς πάνε τα πράγματα από τότε που το πανεπιστήμιο έγινε μικτό";
 -"Δε ξέρω".
 -"Δε ξέρεις";
 -"Συνέβη την εποχή που αποφοιτούσα".
 -"Τί σπούδασες";
 -"Χορό, με ειδικότητα στο Λαβανοτάτιον. Δηλαδή πώς να κάνεις και να καταγράφεις χορογραφίες".
 -"Αν δε κάνω λάθος, όλα σας τα μαθήματα είναι προαιρετικά, κατ' επιλογή. Δεν είσαι αναγκασμένος να μελετήσεις κάτι συγκεκριμένο, μαθηματικά ή φυσική, για παράδειγμα". Ο τόνος του δεν άλλαξε καθώς συνέχιζε: "Ήτανε φοβερό αυτό που συνέβη χτες βράδυ. Σε είδα που το παρακολουθούσες από το παράθυρό σου. Όπως οι περισσότεροι από μας, άλλωστε. Ήτανε πράγματι τρομερό". Η Μπεθ έγνεψε καταφατικά. Ο φόβος τη πλημμύρισε πάλι. "Τελικά τον καθάρισαν οι μπάτσοι. Ένας παλαβός ήτανε, δε ξέρουνε καν γιατί τη σκότωσε ή γιατί μπήκε στάζοντας αίματα στο μπαρ. Φριχτή ιστορία... Θα ήθελα πολύ να φαμε ένα βράδυ οι δυο μας, αν δεν είσαι δεσμευμένη".
 -"Ναι, γιατί όχι";
 -"Σε βολεύει τη Τέτάρτη; Ξέρω ένα καινούριο αργεντίνικο ρεστωράν. Νομίζω ότι θα σου αρέσει".
 -"Εντάξει". »
 -"Ξεμπλοκάρεις τώρα το ασανσέρ να φύγουμε;" της είπε και χαμογέλασε πάλι. Η Μπεθ πάτησε το κουμπί, ρωτώντας τον εαυτό της πώς στην ευχή της είχε έρθει να σταματήσει τον ανελκυστήρα.
     Στο τρίτο τους ραντεβού μαλώσανε για πρώτη φορά. Συνέβη στο πάρτι ενός σκηνοθέτη τηλεοπτικών διαφημίσεων. Έμενε στον ένατο όροφο του κτιρίου τους. Είχε μόλις τελειώσει κάποια γυρίσματα για το "SESAMΕ STREET" και γιόρταζε τη προαγωγή του από την άγρια αρένα της εμπορικής κακογουστιάς (και τις ετήσιες απολαβές των $75.000) στους εύφορους αγρούς της μορφωτικής τηλεόρασης (και το επακόλουθο πέρασμα στη χαμηλόμισθη ευυποληψία). Η Μπεθ δυσκολευόταν να καταλάβει τους λόγους της αγαλλίασής του κι όταν τον στρίμωξε σε μια γωνιά της κουζίνας για να το συζητήσει, τα επιχειρήματά του της φάνηκαν ασυνάρτητα. Αλλά εκείνος φαινόταν πανευτυχής κι η κοπέλα του, ένα πανύψηλο μοντέλο από τη Φιλαδέλφεια, μια τον πλησίαζε, μια απομακρυνόταν, σαν εξωτικό υποβρύχιο φυτό, αγγίζοντας τα μαλλιά και φιλώντας το λαιμό του, μουρμουρίζοντάς του τα συγχαρητήριά της κι εμφανώς σεξουαλικά υπονοούμενα. Η Μπεθ είχε σαστίσει αν κι οι υπόλοιποι καλεσμένοι ήτανε στα μεγάλα τους κέφια.
     Στο σαλόνι, ο Ρέι καθόταν στο μπράτσο μιας πολυθρόνας και φλέρταρε μιαν αεροσυνοδό, κάποια Λουάν. Η Μπεθ καταλάβαινε από τον τρόπο του ότι της κολλούσε, προσπαθούσε να το παίξει πολύ άνετος. Όταν δεν ερωτοτροπούσε, βρισκότανε πάντα σ' υπερένταση. Αποφάσισε να το αγνοήσει και βάλθηκε να τριγυρνά στο διαμέρισμα σιγοπίνοντας ένα τζιν-τόνικ.
     Στους τοίχους κρέμονταν αφηρημένα σχέδια, κομμένα από ένα γερμανικό ημερολόγιο, πλαισιωμένα με μεταλλικές κορνίζες. Στη τραπεζαρία, μία τεράστια πόρτα από κάποιο κατεδαφισμένο κτίριο της πόλης είχε επισκευαστεί και λουστραριστεί. Τώρα έπαιζε το ρόλο του τραπεζιού. Το φωτιστικό πάνω από τον καναπέ προεξείχε από τον τοίχο, ανεβοκατέβαινε και περιστρεφόταν 360 ολόκληρες μοίρες. Η Μπεθ στεκόταν στην κρεβατοκάμαρα και κοιτούσε από το παράθυρο όταν συνειδητοποίησε ότι τούτο ήταν ένα από τα δωμάτια όπου το φως άναψε κι έσβησε κείνο το βράδυ, ένα από τα δωμάτια που φιλοξενούσε έναν ακόμη σιωπηλό μάρτυρα του θανάτου της Λιόνα Κιαρέλι. Όταν επέστρεψε στο σαλόνι, κοίταξε γύρω της πιο προσεκτικά. Με τρεις-τέσσερις εξαιρέσεις -την αερoσυνοδό, ένα νεαρό ζευγάρι από το δεύτερο όροφο, κάποιο χρηματιστή από το Χέμπχιλ- όλοι οι υπόλοιποι ήταν μάρτυρες της σφαγής.
 -"Θέλω να φύγω", είπε στον Ρέι.
 -"Γιατί; Δε περνάς καλά;" ρώτησε η αεροσυνοδός, μ' ένα κοροϊδευτικό χαμόγελο στο τέλειο στοματάκι της.
 -"Όπως όλες οι απόφοιτοι του Μπένινγκτον", είπε ο Ρέι, απαντώντας στη θέση της Μπεθ, "περνά καλύτερα όταν δεν περνά καλά. Είναι χαρακτηριστικό των 'πρωκτικών τύπων', όπως αποκαλούνται στη ψυχολογία. Όντας στο διαμέρισμα κάποιου άλλου, δε μπορεί ν' αδειάσει τασάκια ούτε να διορθώσει το χαρτί της τουαλέτας ώστε να μη κρέμεται και σφιχτοκώλα καθώς είναι, δεν αντέχει και θέλει να φύγει. Εντάξει, Μπεθ, πάμε να καληνυχτίσουμε τους οικοδεσπότες μας. Ο κώλος-φάντασμα ξαναχτύπησε". Η Μπεθ τον χαστούκισε, και τα μάτια της αεροσυνοδού άνοιξαν διάπλατα. Αλλά το χαμόγελό της δεν έσβησε, έμεινε σα παγωμένη γκριμάτσα στα χείλη της. Ο Ρέι την άρπαξε από τον καρπό πριν προλάβει να τον ξαναχτυπήσει. "Κούλαρε, μωρό μου", της είπε σφίγγοντάς την περισσότερο απ' ό,τι ήταν απαραίτητο.
     Πήγανε στο διαμέρισμά της κι αφού ξεσπάσαν χτυπώντας κάνα-δυο πόρτες κι ανοίγοντας τη τηλεόραση στη διαπασών, έπεσαν στο κρεβάτι όπου κείνος πήγε να 'εικονογραφήσει' τη προηγούμενή του παρομοίωση, προσπαθώντας να την γαμήσει από πίσω. Την είχε στήσει στα τέσσερα πριν η Μπεθ καλοκαταλάβει τι ήθελε να της κάνει, πάσχισε να του ξεφύγει, αλλά ο Ρέι δεν την άφηνε. Κι όταν κατάλαβε ότι δεν θα του το επέτρεπε ποτέ, άρπαξε το στήθος της και το 'σφιξε τόσο δυνατά που εκείνη ούρλιαξε από τον πόνο. Τη γύρισε ανάσκελα, τρίφτηκε ανάμεσα στα μπούτια της καμιά δεκαριά φορές κι έχυσε στο στομάχι της.
     Η Μπεθ πλάγιαζε με τα μάτια κλειστά και το ένα χέρι ριγμένο στο πρόσωπό της. Ήθελε να κλάψει αλλά δεν μπορούσε. Ο Ρέι ξάπλωνε αμίλητος πάνω της. Ήθελε να τρέξει στο μπάνιο να πλυθεί, αλλά κείνος δεν κουνήθηκε από τον τόπο του ώρα πολλή αφού το σπέρμα του είχε στεγνώσει στα κορμιά τους.
 -"Με τί σόι άντρες έβγαινες στο πανεπιστήμιο;" τη ρώτησε.
 -"Με κανέναν ιδιαίτερα".
 -"Δε χαμουρευόσουνα με τα πλουσιόπαιδα από του Γουίλιαμς και το Ντάρτμουθ; Δε βρέθηκε κανένας διανοούμενος του 'Αμχερστ να σ' εκλιπαρήσει να τονε σώσεις από το πουστριλίκι, αφήνοντάς τον να χώσει το καροτάκι του στο σφιχτό σου κωλαράκι";
 -"Κόφτο"!
 -"Έλα τώρα, μωρό μου, δεν είναι δυνατό να βγαίνατε ραντεβού και να κρατιόσασταν από το χεράκι! Θα 'κανες και καμιά πίπα πότε-πότε. Πόσο απέχει το Ουίλιαμστάουν; Δέκα-δεκαπέντε μίλια; Είμαι σίγουρος ότι κείνοι οι λυκάνθρωποι του Ουίλιαμς θα καίγανε τα λάστιχά τους στην εθνική οδό για να φτάσουνε στο μουνί σου τα Σαββατοκύριακα. Έλα, πέστα όλα στο θείο Ρέι, καταλαβαίνει αυτός..."
 -"Γιατί μου μιλάς έτσι";
     Πήγε να τραβηχτεί, να φύγει από δίπλα του, αλλά την άρπαξε από τον ώμο και την ανάγκασε να ξαπλώσει πάλι. 'Έσκυψε από πάνω της κι είπε:
 -"Μιλάω έτσι γιατί είμαι Νεοϋορκέζος, μωρό μου. Γιατί ζω σ' αυτή τη πουτάνα τη πόλη κάθε μέρα. Γιατί είμαι αναγκασμένος να χαμογελάω στους παπάδες και στους άλλους φωτισμένους μαλάκες που θέλουν να εκδοθεί η καλοσύνη κι η αγνότητά τους από τον καθαγιασμένο μας οίκο, όταν εκείνο που γουστάρω στη πραγματικότητα είναι να τους πετάξω από τον τριακοστό έβδομο όροφο και να τους ακούω να ψάλλουν μέχρι να σκάσουνε στο πεζοδρόμιο. Γιατί έχω ζήσει όλη μου τη ζωή σ' αυτή την ανθρωποφάγα πόλη κι είμαι θεοπάλαβος, γαμώτο μου"!
     Η Μπεθ πλάγιαζε ανίκανη να σαλέψει, μόλις ανασαίνοντας, πλημμυρισμένη από ένα ξαφνικό οίκτο και μια περίεργη στοργή για τον άντρα δίπλα της. Το πρόσωπό του ήτανε κατάχλωμο και τραβηγμένο κι ήξερε πως ότι της έλεγε οφειλότανε στο παραπάνω ποτό και την αφόρητη πίεση.
 -"Τί περιμένεις από μένα;", της είπε κι η φωνή του ήτανε πιο μαλακή τώρα αλλά εξίσου φορτισμένη, "περιμένεις τρυφερότητα, ευγένεια, κατανόηση και να σου πιάνω το χεράκι όταν δακρύζουνε τα μάτια σου από το νέφος; Δε μπορώ, δεν έχω τέτοια συναισθήματα για να σου δώσω. Κανένας δεν έχει σ' αυτό τον υπόνομο που περνιέται για πόλη. Κοίτα γύρω σου τί νομίζεις ότι συμβαίνει; Στα πανεπιστήμια παίρνουνε τα ποντίκια τα χώνουνε σε κουτιά κι όταν παραστριμωχτούν, μερικά τρελαίνονται και δαγκάνουνε τ' άλλα μέχρι θανάτου. Το ίδιο γίνεται κι εδώ, μωρό μου! Ήρθε η ώρα των ποντικιών σ' αυτό το τρελοκομείο. Δε μπορείς να στοιβάζεις ανθρώπους τον ένα πάνω στον άλλο σε τούτο το τσιμεντένιο κατασκεύασμα, με ταξί και λεωφορεία και σκυλιά που χέζονται στους δρόμους και πανδαιμόνιο μέρα-νύχτα και μηδέν λεφτά κι ελάχιστα σπίτια κι ούτε μια γωνιά ν' απομακρυνθείς να σκεφτείς... δε μπορείς να τα κάνεις όλ' αυτά χωρίς να προετοιμάσεις την έλευση κάποιου άλλου καταραμένου πλάσματος! Δε μπορείς να μισείς τους πάντες γύρω σου, να κλωτσάς τον κάθε ζητιάνο κι αράπη και λιγδιάρη αλήτη, δε μπορείς ν' ανέχεσαι τους ταξιτζήδες να σε κλέβουνε και ν' απαιτούνε φιλοδώρημα και να σε βρίζουνε κι από πάνω, δε μπορείς να περπατάς μες στη καπνιά μέχρι να μαυρίσουν οι γιακάδες σου και το κορμί σου να βρωμοκοπά ταγκίλα και σάπια μυαλά, δε μπορείς να τα κάνεις όλ' αυτά χωρίς να επικαλείσαι κάτι το φρικιαστικό-" Σώπασε απότομα.
     Το πρόσωπό του είχε την έκφραση ανθρώπου που μόλις έχασε αγαπημένο του άτομο. Ξάπλωσε και της γύρισε την πλάτη. Εκείνη έμεινε δίπλα του, τρέμοντας, προσπαθώντας απεγνωσμένα να θυμηθεί πού είχε ξαναδεί το πρόσωπό του.
     Δεν της ξανατηλεφώνησε μετά τη νύχτα του πάρτι. Κι όταν έτυχε να συναντηθούνε στο διάδρομο, κείνος στράφηκε απροκάλυπτα αλλού, λες και της είχε δώσει κάποια αόριστη ευκαιρία που η Μπεθ είχε αρνηθεί να εκμεταλλευτεί. Πίστευε πως καταλάβαινε: αν κι ο Ρέι Γκλίσον δεν ήταν ο πρώτος άντρας στη ζωή της, ήταν ο πρώτος που την είχε απορρίψει τόσο ολοκληρωτικά. Ο πρώτος που δεν την έβγαλε μόνον από το νου και το κρεβάτι του αλλά και από τον κόσμο του. Σαν να ήταν αόρατη, ανάξια ακόμη και της περιφρόνησής του, απλώς απούσα.
     Ρίχτηκε με τα μούτρα στη δουλειά της.
     Ανέλαβε τρεις καινούριες χορογραφίες για τον Γκούζμαν και δέχτηκε να συνεργαστεί με μια καινούρια ομάδα που είχε την έδρα της -αν είναι δυνατόν! στο Στέιτεν 'Αιλαντ. Δούλευε σαν μανιακή, κέρδισε καινούριες αναθέσεις, μέχρι που τη πλήρωσαν. Προσπάθησε να διακοσμήσει το διαμέρισμά της λιγότερο σχολαστικά, πιο ελεύθερα. Τεράστια πόστερ του Μερς Κάνινγκχαμ και της Μάρθα Γκράχαμ αντικατέστησαν τα χαρακτικά του Μπρύγκελ που της θύμιζαν τη θέα από τα παράθυρά της στο Μπένινγκτον. Στο μικροσκοπικό μπαλκόνι, στο μπαλκόνι που δεν είχε τολμήσει να πατήσει από τη νύχτα της σφαγής, τη νύχτα της ομίχλης με τα μάτια, σ' αυτό το μπαλκόνι τοποθέτησε μικρές ζαρντινιέρες με γεράνια, πετούνιες, ζίνιες και άλλα πολυετή. Κι έπειτα έκλεισε το παράθυρο και βγήκε να παραδοθεί στην πόλη όσου είχε μεταφέρει τη μέχρι τότε οργανωμένη ζωή της.
     Κι η πόλη ανταποκρίθηκε στ' ανοίγματά της: Ξεπροβοδώντας μια παλιά φίλη από το Μπένινγκτον στο αεροδρόμιο Κένεντυ, στάθηκε να φάει ένα σάντουιτς στο μπαρ. Ο πάγκος -σα τάφρος- περικύκλωνε τη πρόχειρη κουζίνα πάνω από την οποία κρέμονταν τεράστιες αφίσες που διαφήμιζαν την πόλη και τα αξιοθέατά της. "Η Νέα Υόρκη είναι μια καλοκαιριάτικη γιορτή", λέγανε κι "Ο Τζόζεφ Πάτε ανεβάζει Σέξπηρ στο Σέντραλ Παρκ" κι "Επισκεφθείτε το Ζωολογικό Κήπο του Μπρονξ και θ' αγαπήσετε τους οξύθυμους αλλά αξιολάτρευτους ταξιτζήδες μας". Το φαγητό έβγαινε από 'να παραθυράκι και προχωρούσε αργά στον κυλιόμενο ιμάντα ενώ ορδές υστερικών γυναικών σκουπίζανε και ξανασκουπίζανε τον πάγκο με βρώμικα πανιά. Το εστιατόριο είχε τη γοητεία και την αξιοπρέπεια χαλυβουργείου και σχεδόν τον ίδιο θόρυβο. Η Μπεθ παρήγγειλε ένα τσίσμπεργκερ που κόστιζε $1,25 κι ένα ποτήρι γάλα.
     Όταν της το φέραν ήταν κρύο, το τυρί δεν είχε λιώσει και το μπιφτέκι έμοιαζε με σφουγγαράκι για τα πιάτα. Το ψωμάκι ήταν μπαγιάτικο και δεν υπήρχε ίχνος μαρουλιού στο σάντουιτς. Η Μπεθ κατάφερε μετά κόπων και βασάνων να τραβήξει τη προσοχή μιας σερβιτόρας. Η κοπέλα την πλησίασε ενοχλημένη.
 -"Σας παρακαλώ, μπορείτε να μου ζεστάνετε το ψωμάκι και να μου φέρετε λίγο μαρούλι;" ρώτησε η Μπεθ.
 -"Δε γίνεται", είπε η σερβιτόρα, έτοιμη να φύγει.
 -"Τί δε γίνεται";
 -"Δε ζεσταίνουμε το ψωμί εδώ".
 -"Ναι, αλλά εγώ το θέλω ζεστό", επέμεινε η Μπεθ.
 -"Κι άμα θες μαρούλι, θα το πληρώσεις έξτρα".
 -"Αν ζητούσα έξτρα μαρούλι", είπε η Μπεθ, αρχίζοντας να θυμώνει, "θα το πλήρωνα, αλλά μια και δεν υπάρχει καθόλου μαρούλι, δε νομίζω πως είναι σωστό να με χρεώνετε παραπάνω για κάτι που κανονικά περιλαμβάνεται στην τιμή του σάντουιτς".
 -"Δε γίνεται". Η σερβιτόρα γύρισε να φύγει.
 -"Για μια στιγμή!", είπε η Μπεθ, υψώνοντας τη φωνή τόσο ώστε να την ακούσουν οι πελάτες που τρώγανε στην άλλη πλευρά. "Εννοείτε ότι ζητάτε ένα δολάριο κι είκοσι-πέντε σεντς για ένα σάντουιτς με μπαγιάτικο ψωμί και χωρίς μαρούλι";
 -"Αν σ' αρέσει..."
 -"Πάρτο πίσω".
 -"Αφού το παράγγειλες, πρέπει να το πληρώσεις".
 -"Πάρτο πίσω, σου λεω, δε το θέλω το γαμημένο"! Η σερβιτόρα αναγκάστηκε να σβήσει το σάντουιτς από το τιμολόγιο. Το γάλα κόστιζε 27 σεντς κι ήτανε ξινισμένο. Πρώτη φορά στη ζωή της η Μπεθ έλεγε δυνατά τη συγκεκριμένη λέξη.
     Στο ταμείο, η Μπεθ ρώτησε τον κάθιδρο άντρα με τους μαρκαδόρους στο τσεπάκι του πουκαμίσου του:
 -"Από περιέργεια και μόνο, μήπως σας νοιάζει ν' ακούσετε τα παράπονα των πελατών";
 -"Όχι", της γάβγισε, στη κυριολεξία της γάβγισε. Δε σήκωσε καν το κεφάλι καθώς της έδινε τα ρέστα.
     Η πόλη ανταποκρίθηκε στα ανοίγματά της: 
     Έβρεχε πάλι. Η Μπεθ προσπαθούσε να διασχίσει τη Δεύτερη Λεωφόρο κανονικά, από τη διάβαση και με το φανάρι κόκκινο για τα τροχοφόρα. Με το που κατέβηκε από το πεζοδρόμιο, ένα αυτοκίνητο πέρασε δίπλα της και τη περιέχυσε με λάσπες.
 -"Έι", φώναξε στον οδηγό. "Τί κάνεις";
 -"'Αει γαμήσου, μωρή!", ήταν η απάντηση.
     Οι μπότες, τα πόδια και το παλτό της είχαν γίνει μούσκεμα. Στεκόταν τρέμοντας στο κράσπεδο.
     Η πόλη ανταποκρίθηκε στα ανοίγματά της:
     Έβγαινε από ένα κτίριο στο 'Αστορ Πλέις με το χαρτοφύλακά της γεμάτο διαγράμματα. Προσπαθούσε να τυλίξει το κασκόλ γύρω από το λαιμό της όταν ο καλοντυμένος κύριος πίσω, της έχωσε την ομπρέλα ανάμεσα στα πόδια. Κατατρομαγμένη, άφησε να της πέσει ο χαρτοφύλακας.
     Ω, ναι, η πόλη ανταποκρινόταν συνεχώς.
     Και τα ανοίγματα της Μπεθ πολύ γρήγορα άλλαξαν.
     Ο γερομεθύστακας με τα σημαδεμένα μάγουλα της άπλωσε το χέρι και κάτι της μουρμούρισε. Του πέταξε μια βρισιά και συνέχισε ν' ανηφορίζει το Μπρόντγουαίη, προσπερνώντας τους κινηματογράφους με τις πορνό ταινίες.
     Πέρασε με πράσινο τους σηματοδότες της Παρκ 'Αβενιου, αναγκάζοντας τους οδηγούς να φρενάρουν σαν τρελοί για να την αποφύγουνε: τώρα πια χρησιμοποιούσε πάρα πολύ συχνά κείνη τη λέξη.
     Όταν κάποια στιγμή συνειδητοποίησε πως έπινε παρέα με τον άντρα που την είχε σπρώξει στην είσοδο του μπαρ, τρόμαξε, κόντεψε να λιποθυμήσει και κατάλαβε ότι τα περιθώρια στένευαν: αν ήθελε να γλιτώσει έπρεπε να επιστρέψει σπίτι.
     Αλλά το Βερμόντ ήταν τόσο μακριά...
     Μερικές νύχτες αργότερα. Είχε γυρίσει από το Μπαλέτο του Λίνκολν Σέντερ κι είχε πέσει κατευθείαν στο κρεβάτι. Καθώς πλάγιαζε μισοκοιμισμένη στο κρεβάτι, της φάνηκε πως άκουσε κάτι, ένα περίεργο θόρυβο στο καθιστικό. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και πατώντας στα νύχια πλησίασε την ενδιάμεση πόρτα. 'Έψαξε στα τυφλά το διακόπτη, τονε βρήκε κι άναψε το φως. Ένας μαύρος με δερμάτινο πανωφόρι προσπαθούσε να βγει από το διαμέρισμα. Η Μπεθ είδε την τηλεόραση δίπλα του καθώς προσπαθούσε να ξεμπλοκάρει την εξώπορτα, είδε την καινούρια κλειδαριά και την αμπάρα επιτήδεια σπασμένες, μ' ένα τρόπο που δεν είχε προλάβει να δημοσιεύσει το Νιου Γιόρκερ στο άρθρο του για τις διαρρήξεις, είδε ότι το πόδι του άντρα είχε μπλεχτεί στο καλώδιο του τηλεφώνου που επίτηδες είχε ζητήσει να είναι μακρύ, για να μπορεί να παίρνει τη συσκευή στο μπάνιο ("Δε θα 'θελα να χάσω κάποιο επαγγελματικό τηλεφώνημα όσο κάνω ντους») και πάνω απ' όλα είδε μ' εκπληκτική καθαρότητα την έκφραση στο πρόσωπο του διαρρήκτη. Κάτι της θύμιζε.
     Εκείνος κόντευε ν' ανοίξει τη πόρτα, αλλά τώρα τη ξανάκλεισε και τράβηξε πάλι το σύρτη. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. Η Μπεθ έτρεξε στη σκοτεινή κρεβατοκάμαρα. Η πόλη ανταποκρινότανε στ' ανοίγματά της. Κόλλησε τη πλάτη της στον τοίχο δίπλα στο κεφαλάρι του κρεβατιού. Το χέρι προσπάθησε να βρει το τηλέφωνο. Η φιγούρα του άντρα γέμισε τη πόρτα. Φως, όλα ήταν φωτεινά πίσω του.
Παρόλο που της ήταν αδύνατο να διακρίνει, ήξερε πολύ καλά ότι φορούσε γάντια και τα μόνα σημάδια που θ' άφηνε στο σώμα της θα 'τανε σκούροι μώλωπες, βαθυγάλαζοι, σχεδόν μαύροι, η απόχρωση του αίματος που 'χει σταματήσει να κυλά.
     Της όρμησε, με τα χέρια πεσμένα χαλαρά στο πλάι. Προσπάθησε ν' ανέβει στο κρεβάτι, μα κείνος την άρπαξε από πίσω, σκίζοντας τη νυχτικιά της. Πέρασε το χέρι στο λαιμό της και τη τράβηξε προς το μέρος του. Έπεσε από το κρεβάτι και προσγειώθηκε στα πόδια του, ξεφεύγοντας από τη λαβή του. H Μπεθ σύρθηκε στο πάτωμα και για μια στιγμή διαύγειας ένιωσε έναν απερίγραπτο τρόμο. Θα πέθαινε και φοβότανε. Φοβότανε πολύ.
     Τη παγίδεψε στη γωνία ανάμεσα στη ντουλάπα και το γραφειάκι και τη κλώτσησε. Το πόδι του τη πέτυχε στο μηρό καθώς εκείνη διπλωνότανε στα δύο, σαν έμβρυο, προσπαθώντας να μικρύνει και να εξαφανιστεί. Κρύωνε.
     Ο άντρας έσκυψε και την έστησε στα πόδια της, τραβώντας την από τα μαλλιά. Της βρόντηξε το κεφάλι στον τοίχο. Τα μάτια της θόλωσαν, τα πάντα στο πεδίο όρασής της πήραν να γλιστρούν προς τα κάτω, λες και μόλις είχε πηδήξει στο κενό από την άκρη του κόσμου. Της ξαναχτύπησε το κεφάλι στον τοίχο κι η Μπεθ ένιωσε κάτι να τσακίζεται πάνω από το δεξί αυτί της.
     Όταν προσπάθησε να τη χτυπήσει για τρίτη φορά, σήκωσε το χέρι της και μ' όση δύναμη της απέμεινε, έμπηξε τα νύχια της στο πρόσωπό του. Εκείνος ούρλιαξε από πόνο κι η Μπεθ χίμηξε πάνω του, πιάνοντάς τον από τη μέση. Ο άντρας παραπάτησε, τη παρέσυρε, καταλήξανε κι οι δύο σωριασμένοι φύρδην-μίγδην στο μπαλκονάκι. Η Μπεθ έπεσε πρώτη, ένιωσε τις ζαρντινιέρες να χώνονται στη ραχοκοκαλιά της και τις γάμπες της. Προσπάθησε να σηκωθεί και τα δάχτυλά της μπλέχτηκαν στο πουκάμισό του, ξεσκίζοντάς το. Κατάφερε να σταθεί στα πόδια της και συνέχισαν να παλεύουν σιωπηλά. Την έπιασε και τη πέταξε στο κάγκελο, μισή μέσα στο μπαλκόνι, μισή έξω. Το πρόσωπό της ήτανε γυρισμένο προς τα πάνω.
     Στέκονταν όλοι στα παράθυρά τους και κοιτούσανε. Τους έβλεπε να τη παρακολουθούν μέσα από την ομίχλη. Μέσα από την ομίχλη αναγνώρισε τις εκφράσεις τους. Μέσα από την ομίχλη τους άκουσε ν' ανασαίνουνε κι οι βαριές εκπνοές τους φανέρωναν αδημονία και δέος. Μέσα από την ομίχλη.
     Και ο μαύρος τη χτύπησε με τη γροθιά του στο λαιμό. Αναγούλιασε, τα μάτια της σκοτείνιασαν, η ανάσα της κόπηκε. Την έσπρωξε κι άλλο ώσπου η Μπεθ έφτασε να κοιτά ίσα πάνω, κατά τον ένατο όροφο κι ακόμη ψηλότερα.
     Εκεί ψηλά: μάτια.
     Τα λόγια που είχε ξεστομίσει ο Ρέι Γκλίσον σε μια στιγμή απόλυτης επίγνωσης του τι είχε καταντήσει, πλημμυρισμένος από τη βαθιά απελπισία της επιλογής που η πόλη τον είχε αναγκάσει να κάνει, αυτά τα λόγια ξανάρθαν στο νου της Μπεθ. Δε μπορείς να επιζήσεις σ' αυτή τη πόλη εκτός κι αν κάτι σε προστατεύει... δε μπορείς να ζεις σα πανικόβλητο ποντίκι χωρίς να προετοιμάζεις την έλευση κάποιου άλλου, καταραμένου πλάσματος..., δε μπορείς να τα κάνεις όλ' αυτά χωρίς να επικαλείσαι ένα φρικιαστικό... Θεό! Ένα καινούριο Θεό, ένα πανάρχαιο Θεό με τα μάτια και τη πείνα παιδιού, ένα παράφρονα αιμοβόρο Θεό της ομίχλης και της βίας. 'Ένα Θεό που χρειαζότανε πιστούς και που σ' άφηνε να διαλέξεις αν θα πέθαινες σα θύμα ή αν θα ζούσες σαν αιώνιος μάρτυρας των θανάτων άλλων θυμάτων. Ένα Θεό ταιριαστό με τους καιρούς, ένα Θεό των δρόμων.
     Προσπάθησε να ουρλιάξει, να ικετέψει τον Ρέι, το σκηνοθέτη στο παράθυρο του ένατου ορόφου με το πανύψηλο μοντέλο δίπλα του και τα δάχτυλά του χωμένα μέσα της καθώς απέτιαν φόρο τιμής στο Θεό τους, όλους τους άλλους καλεσμένους του πάρτι όπου ο Ρέι της είχε δώσει την ευκαιρία να προσχωρήσει στην εκκλησία τους κι εκείνη με τον τρόπο της είχε αρνηθεί.
     Αλλά ο μαύρος την είχε χτυπήσει στο λαιμό και τώρα τα χέρια του τη πιέζανε, το 'να στο στήθος, τ' άλλο στο πρόσωπο, με τη μυρωδιά του δέρματος να γεμίζει όσα κενά άφηνε η ναυτία. Και τότε η Μπεθ κατάλαβε ότι το ενδιαφέρον του Ρέι ήταν αληθινό και βαθύ, το ίδιο κι η επιθυμία του να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία που της έδινε, όμως εκείνη ερχόταν από ένα κόσμο μικρών λευκών οικοτροφείων κι αθώας εξοχής, δεν ήταν αληθινός ο κόσμος της. Αυτός ήταν ο αληθινός κόσμος κι εκεί ψηλά υπήρχε ένας Θεός που τον εξουσίαζε κι εκείνη τον είχε αποποιηθεί, είχε πει όχι σ' έναν από τους ιερείς κι υπηρέτες του. Σώσε με! Μη μ' αναγκάσεις να το κάνω!
     Ήξερε πως έπρεπε να φωνάξει, να εκλιπαρήσει, να προσπαθήσει να κερδίσει την επιδοκιμασία αυτού του Θεού. Δεν μπορώ... σώσε με!
     Αγωνιζόταν βγάζοντας μικρές φωνούλες, προσπαθώντας να βρει τα λόγια της επίκλησης και ξαφνικά πέρασε ένα όριο κι ούρλιαξε' η κραυγή της αντήχησε στη νύχτα, κι ακολούθησαν οι λέξεις που δεν ήξερε να πει η άτυχη ανυποψίαστη Λιόνα Κιαρέλι.
 -"Αυτόν! Πάρε αυτόν! Όχι εμένα! Είμαι δίκιά σου, σ' αγαπάω, είμαι δική σου! Πάρε αυτόν, όχι εμένα, σε παρακαλώ όχι εμένα, πάρε αυτόν. Είμαι δική σου!" Κι ο άντρας ξαφνικά έφυγε από πάνω της, έμεινε για μια στιγμή μετέωρος στο κενό κι έπειτα το σώμα του διέγραψε ένα τόξο στην ομίχλη και τσακίστηκε στις πλάκες της αυλής, καθώς η Μπεθ σωριαζόταν στα γόνατα ανάμεσα στις κατεστραμμένες ζαρντινιέρες του μπαλκονιού.
     Είχε μισοχάσει τις αισθήσεις της, οπότε δε μπορούσε να είναι σίγουρη ότι τα πράγματα συνέβησαν ακριβώς έτσι, αλλά της φάνηκε ότι ο άνθρωπος βάλθηκε να στροβιλίζεται σαν ξερό φύλλο το φθινόπωρο.
     Κι η μάζα άρχισε να παίρνει μορφή. Τεράστια πόδια ξεπρόβαλλαν, με νύχια που κανένα ζώο δεν είχε ποτέ κι ο διαρρήκτης, μαύρος, φτωχός, τρελός από φόβο, βάλθηκε να κλαψουρίζει σα δαρμένο σκυλί καθώς η σάρκα τραβιόταν από το κορμί του λωρίδα-λωρίδα. Το σώμα του άνοιξε στα δύο με μια λεπτή τομή, ποτάμια αίματος ξεχύθηκαν από μέσα του κι ωστόσο ήταν ακόμη ζωντανός, σπαρταρούσε με τον ακούσιο τρόμο βατραχίσιου ποδιού που του κάνουν ηλεκτροσόκ. Σφάδαζε ξανά και ξανά καθώς το κορμί του τεμαχιζόταν ανελέητα. Κομμάτια σάρκας, οστά και μισό πρόσωπο πέρασαν μπροστά από τα μάτια της Μπεθ πριν πέσουνε στην αυλή. Κι όμως εκείνος ζούσε ακόμη, παρόλο που τα όργανά του συνθλίβονταν κι οι μύες του γίνονταν ένα με ιστούς, χολή και κόπρανα. Κι η "εκτέλεση" δεν έλεγε να τελειώσει, όπως δεν έλεγε να τελειώσει ο θάνατος της Λιόνα Κιαρέλι κι η Μπεθ κατάλαβε, με τη σπαρακτική σιγουριά του ανθρώπου που 'χει διαλέξει να επιβιώσει πάση θυσία, ότι οι μάρτυρες της σφαγής της Λιόνα Κιαρέλι δεν έκαναν απολύτως τίποτα για να τη βοηθήσουν, όχι γιατί είχαν παγώσει από τη φρίκη ή γιατί δεν ήθελαν να αναμιχθούν ή απλώς γιατί είχαν πάθει ανοσία μετά από χρόνια και χρόνια εθισμού στην τηλεοπτική βία.
     Δεν έκαναν τίποτα επειδή συμμετείχαν με τη θέλησή τους σε μια μαύρη λειτουργία που τη τέλεσή της απαιτούσε η πόλη, όχι μία αλλά χίλιες φορές τη μέρα σ' αυτό το εφιαλτικό φρενοκομείο από ατσάλι και μπετόν.
     Η Μπεθ σηκώθηκε και στάθηκε μισόγυμνη στο μπαλκόνι, με τη κουρελιασμένη νυχτικιά της ν' ανεμίζει και τα χέρια της να σφίγγουν το κάγκελο, λαχταρούσε να δει περισσότερα, να αδειάσει το ποτήρι ως τον πάτο.
     Είχε γίνει μια απ' αυτούς, ήτανε δική τους, ρουφούσε κι εκείνη το θέαμα καθώς τα κομμάτια της νυχτερινής θυσίας περνούσανε μπρος από τα μάτια της στάζοντας αίμα κι ουρλιάζοντας.
     Αύριο θα ερχόταν πάλι η αστυνομία και θα την ανέκριναν κι εκείνη θα περιέγραφε τη τρομαχτική της εμπειρία, θα τους εξηγούσε ότι είχε αναγκαστεί ν' αμυνθεί, όντας σίγουρη ότι ο διαρρήκτης θα τη βίαζε και θα τη σκότωνε, όσο για το φρικτό του ακρωτηριασμό, δε μπορούσε να ξέρει πώς έγινε αλλά, σε τελευταία ανάλυση, μία πτώση από ύψος επτά ορόφων...
     Στο εξής δεν θα ανησυχούσε για την ασφάλειά της γιατί κανείς δε θα τολμούσε να τη βλάψει. Αύριο κιόλας θα 'βγαζε την αμπάρα από τη πόρτα της. Τίποτα στη πόλη δε θα της έκανε κακό, γιατί είχε προβεί στη μοναδική λογική επιλογή. Τώρα ήταν αληθινή κάτοικος της πόλης, ουσιώδες κι ενεργό κομμάτι της. Ο Θεός της την είχε πάρει επιτέλους στη ζεστή αγκάλη του.
     Ένιωσε τον Ρέι δίπλα της το χέρι του χάιδευε προστατευτικά τη γυμνή της πλάτη. Η ομίχλη στροβιλιζότανε, τύλιγε την αυλή, τύλιγε τη πόλη, τύλιγε τη ψυχή και τη καρδιά της Μπεθ. Καθώς το γυμνό κορμί του Ρέι ενωνόταν με το δικό της, η κοπέλα πήρε βαθιά ανάσα σαν να 'θελε να κλείσει μέσα της τη νύχτα. Ήξερε πολύ καλά ότι από δω και πέρα οι φωνές που θ' άκουγε δε θα 'τανε φωνές δαρμένων σκυλιών αλλά πανίσχυρων, σαρκοφάγων θηρίων.
     Είχε πάψει επιτέλους να φοβάται κι ήταν υπέροχο, πραγματικά υπέροχο να μην φοβάσαι πια.

   "Όταν η εσωτερική ζωή στερεύει, όταν το συναίσθημα μειώνεται και η απάθεια αυξάνεται, όταν κάποιος δεν μπορεί να επηρεάσει ή έστω να συγκινήσει γνήσια ένα άλλο άτομο, τότε η βία φουντώνει σαν μία δαιμονική ανάγκη για επαφή, μια παρανοϊκή παρόρμηση πού απαιτεί τη συγκίνηση στην όσο το δυνατόν αμεσότερη μορφή της".                                 (Ρόλο Μέι: "Αγάπη & Βούληση")

---------------------------------------------------------------------------------------------

Harlan Jay Ellison
"The Whimper of Whipped Dogs" (1973)
Μετ: Χρύσα Τσαλικίδου

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers