-


Dali &









/




 
 

 

Brecht Bertolt:

 Μπρτολντ Μπρεχτ

                                   Βιογραφικ

      
νας ποιητς, μα πρτα απ' λα γλωσσικ μεγαλοφυα, ταν ο γερμανς τοτος καλλιτχνης. Εντοτοις, επειδ αυτ η γλσσα χτζεται πνω σε σχετικ τολμηρ κι μεση απλτητα, τα ργα του χνουνε συχν κτι στη μετφραση απ τα εγγεν γερμανικ. μως παρολαυτ εμπεριχουν να σπνιο ποιητικ ραμα, μια φων που χει καταχωρηθε στις σπνιες του 20ο αινα. Θεωρεται ο πατρας του δραματικο, επικο θετρου κι επηρεστηκε απ ευρεα ποικιλα πηγν συμπεριλαμβανομνων: κινεζικο, ιαπωνικο κι ινδικο θετρου, Shakespeare, της ελληνικς τραγωδας, Bchner, Wedekind, των εκθεσιακν χρων ψυχαγωγας, του βαυαρικο λακο παιχνιδιο κ.. Μια ττοια ευρεα ποικιλα πηγν θα μποροσε να 'χει αποδειχτε συντριπτικ για να μικρτερο καλλιτχνη, αλλ' αυτς εχε τη παρξενη δυναττητα να παρνει στοιχεα απ τις φαινομενικ ασυμββαστες πηγς, να τα συνδυζει, και να τα κνει κτμα του στη τχνη του.
     Στα πριμα ργα του, πειραματστηκε με dada & expressionism, αλλ στη πιο πρσφατη εργασα του, ανπτυξεν φος που ταριαξε περισστερο στο μοναδικ ραμ του. Απεχθνθηκε το "αριστοτελικ" δρμα και τις προσπθεις του να δελεσει το θεατ απομοννοντας τον ρωα και ρχνοντς τονε στη λθη. Συνπεια τοτου εναι συναισθματα τρμου, οκτου και συναισθηματικς κθαρσης. Δε θλησε τις συγκινσεις, το ακροατρι του να τις αισθανθε, θλησε να το κνει να σκεφτε κι χοντας στο νου τοτο τον στχο, αποφσισε να καταστρψει τη θεατρικ παρασθηση. Το αποτλεσμα της Ερευνας Brecht τανε τεχνικ που 'τανε γνωστ ως "verfremdungseffekt" "επδραση αλλοτρωσης". Εχε σκοπ να ενθαρρνει το ακροατριο για να διατηρσει τη κρσιμη αποσνδεσ τους.
     Οι θεωρες του οδγησαν σε διφορα επικ δρματα. Μεταξ αυτν, μανδες με θρρος και παιδι εμπροι, στρατιτες, ζητινοι, που λνε την ιστορα τους, ιστορα πολμων η στσεων κλπ. Το "Μνα Κουργιο" π.χ. τανε θραμβος κι αποτυχα για κενον. Αν και το ργο τανε μεγλη επιτυχα, δε κατρθωσε ποτ να πετχει να μεταφρει στο ακροατρι του τα νοματα που πεθμησε. Αποτυγχνουν να κινηθον απ τη δσκολη θση της επμονης ηλικιωμνης γυνακας.
     Γεννθηκε στο 'Αουξμπουργκ στις 18 Φλεβρη 1898, απ καθολικ πατρα που 'τανε διευθυντς σ' εταιρεα χαρτιο και προτεστντισσα μητρα, κρη δημοσου υπαλλλου. 'Αρχισε να γρφει ποηση απ παιδ και δημοσευσε τα πρτα ποιματ του το 1914. ταν τελεισε τη στοιχειδη εκπαδευση, στλθηκε στο Kοnigliches Realgymnasium, που κρδισε τη φμη του "παιδιο-θαματος". Το 1917 γρφεται στην Ιατρικ Σχολ Ludwig Maximilian University, στο Μναχο. Στο στρατ υπηρτησε σα στρατιωτικς δκιμος γιατρς κι ταν αποστρατετηκε προσπθησε να συνεχσει τις σπουδς του μα τις εγκατλειψεν οριστικ το 1921. Το 1918 επωφελεται απ μια πολιτικν αναταραχ στη Βαυαρα και γρφει το πρτο του θεατρικ, το "Βαλ", που ανβηκε τελικ το 1923 κι τανε μια ερωτικ γιορτ ζως που γνρισε την επιτυχα.
     Το 1919 γρφεται στο Κομμουνιστικ Κμμα, 3 χρνια μετ αποκτ τον πρτο του γιο, Φρανκ κι τσι παντρεεται τη Marianne Zoff. Το 1924 διορζεται σμβουλος στο Θατρο Βερολνου. Το 1927 μελετ το "Κεφλαιο" του Μαρξ. Στη δεκαετα του '30, τα ργα του και τα γραπτ του απαγορευτκανε στη Γερμανα, με συνοπτικ διαδικασα.
     Αυτοεξορζεται πρτα στη Δανα, μετ στη Φινλανδα κι απ κει, με την οικογνει του, περν μσω Ρωσας, στις ΗΠΑ κι εγκαθσταται στη Σντα Μνικα. Εκε επιχερησε να γρψει για το Χλυγουντ, μα μνον να ργο του κατφερε να φανε υποφερτ και να τχει μικρς προσοχς. Νιθει μεγλη διανοητικ μνωση γιατ οι ιδες του δεν αντιμετωπιστκανε σοβαρ απ τον κινηματογρφο.
     Το 1947 κατηγορθηκε για αντιαμερικανικ συμπεριφορ κι εν τελικ αθωνεται, χρις τον πρεδρο του συμβουλου που εκθεασε τις αρετς του, εκενος καταφεγει στην Ελβετα, χωρς να περιμνει το ανβασμα του "Γαλιλαου" του στη Να Υρκη. Μεταξ 1938-45 γρφει λλα 4 ργα και μετ απ 15 χρνια αυτοεξορας, επιστρφει στη Γερμανα το 1948. Την επμενη χρονι εγκαθσταται στο Βερολνο κι ιδρει το Μαρξιστικ Θατρο Βερολνου. Η 2η σζυγς του, Helene Weigel, ταν ηθοποις κι ως εκ τοτου, κοντ του σ' αυτ τη προσπθεια. Ωστσο κι εκε αρχσανε τα πολιτικ του προβλματα, με το καθεστς της Ομοσπονδιακς Δυτικς Γερμανας, γιατ θεωρθηκε πως τα ργα του χρζανε λογοκρισας. Το 1951, με το "Μνα Κουργιο" που παχτηκε και μετ, το 1954 στο Φεστιβλ Παρισιο, καθιερνεται ως ο πιο δημοφιλς καλλιτχνης και βραβεεται πρτα κει κι στερα το 1955, του απονμεται το Βραβεο Ειρνης του Στλιν.
     Το 1956, προσβλλεται απ βαρι φλεγμον των πνευμνων και στις 14 Αυγοστου, πεθανει απ θρμβωση της στεφανιαας αρτηρας της καρδις, στο Ανατολικ Βερολνο. Τα ργα του χουνε μεταφραστε σε τουλχιστον 42 γλσσες κι χουνε παιχτε πνω απ 70 φορς αν την υφλιο. Στη μνμη μας ας μενει σαν ο νθρωπος-καλλιτχνης που θλησε να κνει ενεργ φρουμ... συζητσεων και προβληματισμν, τη Θεατρικ Αθουσα, αλλ μ' να τρπο ποιητικ κι επικοδραματικ. Τα λγια του:

  "Τποτε δεν εναι σημαντικτερο απ το να μθουμε να σκεφτμαστε ανεμπδιστα κι βαθι. Η βαθι σκψη κνει και τα μεγλα πρσωπα".


-----------------------------------------------

                   Το Μυθιστρημα Της Πεντρας 
                                                                                      (αποσπσματα)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ: Το Καπηλει

     «Κι ,τι δνανε το πρε, ειν' η ανγκη σκληρ. Επε μως (τους ξερε πια τους ανθρπους): -Γιατ μου δνουν στγη και ψωμ; Αλμονο! Τι να 'χουν στο μυαλ τους

                      Απ τη «Πτση Του Κυρ-'Αιγκιν», παλι ιρλανδζικη μπαλντα...

     νας στρατιτης, που τον λεγαν Τζωρτζ Φιουκομπυ, φαγε μια σφαρα στο πδι στον πλεμο των Μπερς, μ' αποτλεσμα να του το κψουν απ το γνατο σ' να νοσοκομεο του Καιηπτουν. ταν γρισε στο Λονδνο, του πλρωσαν εβδομντα πντε λρες κι εκενος υπγραψε να χαρτ που λεγε πως δεν εχε πια καμιν απατηση απ το κρτος. Με τις εβδομντα πντε του λρες αγρασε να καπηλει στο Νιουγκαητ που -πως τον πεισαν τα λογιστικ του βιβλα, χιλιολεκιασμνα κατστιχα γραμμνα με μολβι- τα 'βγζε τα σαρντα σελνια πλοσια-πλοσια.

     Δεν εχε περσει πολς καιρς απ ττε που μεταφρθηκε στο μικροσκοπικ δωματικι πσω απ το μπαρ, που το δολευε μαζ με μια γρι, ταν ανακλυψε τι το πδι του δεν του εχε αποδσει και πολ: οι εισπρξεις ταν πντα πολ πιο κτω απ σαρντα σελνια, αν και κανες δε θα μποροσε να πει τι ο στρατιτης δεν περιποιταν αρκετ τους πελτες του. Την αιτα δεν ργησε να τη μθει: τον τελευταο καιρ υπρχε μια οικοδομ στη συνοικα κι οι χτστες δνανε κνηση στο καπηλει. Τρα μως η δουλει εχε τελεισει και μαζ της εχε χαθε κι η πελατεα. πως του εξγησαν, μια πιο προσεχτικ ματι στα βιβλα του θα του το εχε δεξει αυτ απ την αρχ. Οι εισπρξεις το μπαρ τις καθημερινς ταν πιο μεγλες απ' ,τι τις αργες, φαινμενο μοναδικ σε ττοιες επιχειρσεις. Ο στρατιτης μως τα καπηλει τα ξερε μονχα σαν πελτης, χι σαν κπελας. τσι, κατφερε και το κρτησε σα-σα τσσερις μνες -καθς μλιστα χασε πρα πολ καιρ να γυρεει τη διεθυνση το προηγομενου ιδιοκττη- και μετ βρθηκε στο δρμο.

     να διστημα μεινε με τη νεαρ γυνακα ενς στρατιτη και διηγιταν στα παιδι της ιστορες απ τον πλεμο, καθς εκενη φρντιζε το μικρομγαζο που εχε. Κποτε μως ο ντρας της γραψε πως ρχεται με δεια, κι εκενη ζτησε απ τον στρατιτη -που στο μεταξ, καθς γνεται στα στενχωρα σπτια, εχε κοιμηθε μαζ της- να φγει και μλιστα γργορα. Εκενος το καθυστρησε ακμα λγο, μα δε μποροσε να κνει κι αλλις. Πγε να τη δει μερικς φορς ταν πια ο ντρας της ταν εκε, του 'βαλανε και κτι να φει, παρ' λα αυτ, σιγ-σιγ, κατρακυλοσε λο και πιο κτω, σπου χθηκε μσα στην ατλειωτη στρατι των δυστυχισμνων που η πενα αδειζει μρα νχτα σ' λους τους δρμους τς πρωτεουσας το κσμου.

     να πρω στεκταν πνω σε μια απ τις γφυρες το Τμεση. Δυο μρες τρα δεν εχε βλει στο στομχι του τποτα το ουσιαστικ, μιας κι οι νθρωποι που πλησαζε στα καπηλει, φορντας τη παλιωμνη στρατιωτικ του στολ, τον κερνοσαν ββαια καννα ποτ, μως τποτα περισστερο. Χωρς τη στολ δε θα τον κερνοσαν οτε ποτ, γι' αυτ λλωστε και τη φοροσε. Τρα μως ταν πλι με τα πολιτικ του, αυτ που φοροσε ταν ταν κπελας. Ο λγος ταν τι σκπευε να ζητιανψει και ντρεπταν. Δε ντρεπταν για τη σφαρα στο πδι που εχε κνει μια αποτυχημνη αγορ, αλλ που θα ταν αναγκασμνος να ζητει λεφτ απ ανθρπους που δεν εχε δει ποτ στη ζω του. Ο διος πστευε πως κανες δε χρωστοσε τποτα σε καννα.

     Η ζητιανι του ερχταν δσκολη. ταν το επγγελμα εκενων που δεν εχαν μθει τποτα, μνο που κι αυτ πρεπε να το μθει κανες, καθς φαινταν. πιασε αρκετος διαβτες στη σειρ, εχε μως να υπεροπτικ φος στο πρσωπο και φρντιζε να μην τους κβει τον δρμο, για να μη νομσουν πως πει να τους φορτωθε. Οι φρσεις του ταν αρκετ μεγλες κι τσι, σαν φτανε στο τλος, ο διαβτης εχε πια προσπερσει. Ακμα, δεν πλωνε το χρι. τσι, εχε πια ταπεινσει τον εαυτ του πντε φορς και κανες τους δεν εχε καταλβει πως του ζητοσε ελεημοσνη. Κποιος λλος μως το κατλαβε. Χωρς να το περιμνει, κουσε πσω του μια βραχν φων να λει:
 -«Μζεφτα και δνε του απ δω, παλισκυλο!».
     νοχος καθς νιωθε, οτε που γρισε να δει ποιος ταν, παρ συνχισε να προχωρει με μαζεμνους τους μους. Εχε κνει καμι εκατοστ βματα, ταν πια τλμησε να κοιτξει πσω. Εδε δυο κουρελιασμνους ζητινους του χειρτερου εδους να στκονται δπλα-δπλα και να τον κοιτνε. Τον πραν απ πσω.
Την λλη μρα, κποιος τον χτπησε ξαφνικ στην πλτη. Τριγριζε στη γειτονι των ντοκ και κθε τσο ζητοσε ελεημοσνη απ κποιον που δε βρισκταν σε καλτερη μορα, με μοναδικ αποτλεσμα να τον αφνει μ' ανοιχτ το στμα. Αυτς που τον χτπησε στην πλτη το 'χωσε μαζ και κτι στην τσπη. Γρισε, μα δεν εδε καννα. Απ τη τσπη του ψρεψε μια κρτα απ χοντρ χαρτνι, κατατσαλακωμνη κι απστευτα βρμικη, που με τυπωμνα γρμματα διακρινταν η φρμα «Τζ. Τζ. Πτσαμ, οδς Ολντ ουκ 7». Απ κτω ταν γραμμνο με μολβι: «αν δνεις πεντρα για το τομρη σου, διεθυνσης, νο». Εχε διπλ υπογρμμιση. Το απγευμα, ξω απ να μπαρ, του μλησε νας ζητινος. Ο Φιουκομπυ τον αναγνρισε: ταν νας απ τους δυο τς χτεσινς μρας. Σμερα φαινταν πιο διαλλαχτικς. ταν νεαρς ακμα, και το παρουσιαστικ του δεν ταν στ' αλθεια κακ. πιασε τον Φιουκομπυ απ το μανκι και τον τρβηξε μαζ του.

 -«Βρε παλισκυλο το κερατ», ρχισε, με φιλικ φων κι ολτελα ρεμα, «δεξε μου το νομερο σου!».

 -«Ποι νομερο;», ρτησε ο στρατιτης.

     Ο νεαρς συνχισε να περπατει στο πλι του, πντα φιλικς, χωρς μως να χαλαρνει το σφξιμο του. Στη γλσσα αυτν των στρωμτων, του εξγησε πως το καινοριο του επγγελμα εχε οργνωση εξσου καλ με τα υπλοιπα, μπορε και καλτερη, τι επιτλους δε βρισκταν σε καμι ρημο ανμεσα σε γριους, αλλ σε μια μεγλη κι οργανωμνη πλη, την πρωτεουσα του κσμου. τσι λοιπν, για να ασκσει την καινορια του τχνη, χρειαζταν να νομερο, να εδος δειας, που την βρισκες σε ορισμνα μρη, -χι δωρεν, φυσικ-, υπρχε μα εταιρεα, με γραφεα στην οδ Ολντ 'Οουκ κι ταν υποχρεωμνος να γνει μλος της.

     Ο Φιουκομπυ κουγε, χωρς να κνει καμι ερτηση. ταν τλειωσε ο νεαρς, του απντησε, το διο φιλικ -περπατοσαν σ' να πολυσχναστο δρμο- πως χαιρταν που υπρχε μια ττοια εταιρεα, πως για τους οικοδμους και τους μπαρμπρηδες, πως μως ο διος προσωπικ θα προτιμοσε να μην χει να υπακοει στις εντολς κανενς, γιατ, πως φαινταν κι απ το ξλινο του πδι, στη ζω του τον εχαν παραφορτσει με διαταγς και δεν παιρνε λλο. Ο συνοδς του τον κουσε σα να παρακολουθοσε μιαν εξαιρετικ ενδιαφρουσα διλεξη ενς ανθρπου με περα, με τον οποο μως δεν μποροσε να συμφωνσει απλυτα. Ο στρατιτης το 'δωσε το χρι γι' αποχαιρετισμ κι εκενος τον χτπησε στον μο πως κνουμε σ' να παλι γνωστ, γλασε και πρασε στο απναντι πεζοδρμιο. Στον Φιουκομπυ δεν ρεσε το γλιο του.
     Τις επμενες μρες πγαινε λο και χειρτερα. βλεπε τι, για να παρνει κανες ελεημοσνη κπως ταχτικ, πρεπε να 'χει μνιμο στκι (και πλι υπρχαν στκια καλ και στκια σχημα) κι αυτ του ταν αδνατο. Τον διωχναν απ παντο. Δε μποροσε να καταλβει πς τα κατφερναν οι λλοι. λοι τους δειχναν πιο εξαθλιωμνοι απ' αυτν. Τα ροχα τους ταν στην κυριολεξα κουρλια, φηναν να φανονται τα κκαλα (αργτερα μαθε τι σ' ορισμνους κκλους το ροχο που δεν αφνει να φανεται το κρας εναι σα μια βιτρνα σκεπασμνη με χαρτ). Χειρτερη ταν κι η σωματικ τους κατσταση, εχαν πιο πολλς και πιο σοβαρς παθσεις. Πολλο κθονταν κατχαμα στο κρο, χωρς στρωσδι, στε ο διαβτης να 'ναι στ' αλθεια σγουρος πως αυτς ο κακομορης δεν θα τη γλτωνε την αρρστια. Ο Φιουκομπυ πολ θα το 'θελε να καθσει κι αυτς τσι κατχαμα, φτνει να τον φηναν. Φανεται μως τι η αποκρουστικ κι αξιολπητη θση δεν ταν του καθενς. Αστυφλακες και ζητινοι δεν τον φηναν σε ησυχα.

     Μ' λα αυτ που περνοσε, ρπαξε κρυολγημα, που τον χτπησε στο στθος. Γριζε τρα με πνους και με ψηλ πυρετ. να βρδυ συνντησε πλι τον νεαρ ζητινο, που τον πρε αμσως απ πσω. Δυο δρμους πιο πρα, οι ζητινοι που τον ακολουθοσαν εχαν γνει δο. 'Αρχισε να τρχει, το διο κι αυτο. Για να τον χσουν, κοψε μσα σε κτι στενοσκακα. Νμιζε πια πως τα 'χε καταφρει, ταν τους εδε ξαφνικ μπροστ του, στη γωνι το δρμου. Πριν προλβει να τους δει απ κοντ, ρχισαν να τον χτυπνε με τα μπαστονια τους. νας μλιστα πεσε κτω και του τρβηξε το ξλινο πδι, κνοντας τον να πσει ανσκελα στο πεζοδρμιο και να χτυπσει στο πσω μρος το κεφαλιο. Ττε μως τον φησαν κι φυγαν τρχοντας, γιατ στη γωνα φνηκε νας της τροχαας.

     Ο Φιουκομπυ πστευε πως ο αστυφλακας θα τον σκωνε. Εκενη τη στιγμ πρβαλε απ κποια εσοχ των σπιτιν, ακριβς δπλα του, νας τρτος ζητινος πνω σ' να καρτσι. δειξε με το χρι αυτος που το 'χανε σκσει και με φανερ ξαψη ρχισε, καθς φαινταν, κτι να εξηγε του αστυφλακα με τη γουργουριστ φων του. Καθς ο Φιουκομπυ ξανρχισε να σρνει το βμα, αφο ο τροχαος τον σκωσε και τον σπρωξε μπρος με μια κλωτσι, ο ζητινος τον πρε απ πσω, κυλντας το καρτσι του με τα δυο χρια. μοιαζε να μην χει πδια.

     φτασαν σε μιαν λλη γωνι κι ο ανπηρος τρβηξε τον Φιουκομπυ απ το παντελνι. Βρσκονταν στην πιο βρμικη συνοικα. Απ τον δρμο δε χωροσε να περσει πνω απ νας. Δπλα τους χασκε να χαμηλ πρασμα, που βγαζε σε μια σκοτειν αυλ.
 -«Μπες μσα!», διταξε γουργουριστ ο σακτης. Και καθς του 'σπρωχνε το πδι με το καρτσι του, που εχε να σιδερνιο παλοκι στο πλι κι ο Φιουκομπυ ταν αδυνατισμνος απ την πενα, τον φερε τελικ στην αυλ, που ταν δεν ταν τρα τετραγωνικ. Προτο προφτσει ο στρατιτης να συνρθει απ την κπληξη του και να ρξει μια ματι τριγρω, ο σακτης, νας μεσκοπος ντρας με σαγνι πυγμχου, εχε κιλας σκαρφαλσει σαν πθηκος ξω απ το αναπηρικ του καρτσι, εχε μονομις ξαναβρε τα δυο του πδια και ρχτηκε πνω του. Ξεπερνοσε τον Φιουκομπυ το λιγτερο να κεφλι και τα μπρτσα του ταν σαν ουραγκοτγκου.

 -«Βγλε το σακκι!», φναξε. «Δεξε σ' ανοιχτ και τμιο αγνα αν εσαι πιο ικανς απ μνα να πρεις την καλ θση που κυνηγμε κι οι δυο. "Τπο στον καλτερο!" και "Θνατος στους νικημνους!", να τα συνθματα μου. τσι βοηθμε λη την ανθρωπτητα, γιατ τσι μονχα οι καλτεροι ανεβανουν ψηλ και καταχτονε το ωραο πνω στη γη. χι μως ανντιμα μσα, χι χτπημα κτω απ τη ζνη, οτε στο σβρκο. Και χι γνατα! Για να 'ν' γκυρος, ο αγνας πρπει να γνει με τους καννες τς Βρετανικς Πυγμαχικς Ομοσπονδας!».

     Ο αγνας δεν κρτησε πολ. Ο Φιουκομπυ σρθηκε πσω απ τον γρο, ψυχικ και σωματικ ερεπιο. Για την οδ Ολντ ουκ οτε λξη πια. Μια βδομδα τη πρασε κτω απ την απλυτη εξουσα του γρου, που τον στηνε, πλι με τη στολ, σε μια ορισμνη γωνα και το βρδυ, αφο κνανε τον λογαριασμ, του 'δινε να φει. Οι εισπρξεις του μως δεν ξεπερνοσαν ποτ να πολ χαμηλ ποσ. πρεπε να τις δνει λες του γρου κι τσι συχν οτε που ξερε αν οι πενταροδεκρες που μζευε φταναν για τις ψητς ργκες και το λγο ρακ που ταν η κρια τροφ του. Οι εισπρξεις το γρου, που ταν θεγερος και φαινταν πολ πιο σακτης απ τον στρατιτη, ταν ασγκριτα πιο πολλς.

     Με τον καιρ, ο στρατιτης καταστλαξε στην πεποθηση πως το μνο που θελε ο αρχηγς του, ταν να πισει τη θση πνω στη γφυρα απναντι του. Η βασικ πηγ των εισπρξεων ταν αυτο που περνοσαν ταχτικ απ κει, κθε πρω , αν πγαιναν πρω και βρδυ στη δουλει, καθς γριζαν. Δνανε μνο μια φορ και χρησιμοποιοσαν ββαια κατ καννα το διο πεζοδρμιο, καμι φορ μως λλαζαν, αρι και που. Ποτ δε μποροσε κανες να τους χει απλυτη εμπιστοσνη. Ο Φιουκομπυ νιωθε πως εχε κνει κποια προδο, χι μως αρκετ. Εχε περσει η πρτη βδομδα, ταν ο γρος πρε κλση απ τη μυστηριδη εταιρεα τς οδο Ολντ ουκ, καταπς δειχνε, εξαιτας του στρατιτη. Νωρς να πρω, καθς ο Φιουκομπυ κι ο γρος βγαιναν απ τ' αμπρι που περνοσαν τις νχτες, τους ρχτηκαν τρεις-τσσερις ζητινοι και τους πραν σ' να σπτι αρκετος δρμους πιο πρα, μ' να μικρ κι απστευτα βρμικο μαγαζκι που εχε μια ταμπλα με τη λξη «ργανα».

     Πσω απ τον σκουληκοφαγωμνο πγκο στκονταν δυο ντρες. Ο νας, κοντσωμος και ξερακιανς, με πρστυχη κφραση στο πρσωπο, ντυμνος μ' να παντελνι που θα ταν κποτε μαρο κι να μοιο γελκο, στεκε μ' ανασηκωμνα μανκια κι να στραπατσαρισμνο ψηλοκπελο, που το φοροσε πολ πσω, μπροστ στο παρθυρο, με τα χρια στις τσπες και κοταζ' ξω στην ομχλη το πρωινο. Ο λλος ταν χοντρς, με πρσωπο κκκινο σαν αστακο κι ακμα πιο πρστυχο αν ταν δυνατ.

 -«Καλημρα, κριε Σμθυ» χαιρτησε ειρωνικ, πως ακοστηκε, τον γρο και προχρησε πρτος στην πρτα με το τσγκινο ντσιμο, που 'βγαζε στο διπλαν δωμτιο. Ο γρος ριξε να ανσυχο βλμμα γρω και τον ακολοθησε, μαζ μ' αυτος που τον εχαν φρει. Το πρσωπο του εχε γνει γκρζο. Τον Φιουκομπυ τον φησαν να περιμνει, σαν να τον εχαν ξεχσει. Στον τοχο το μαγαζιο κρμονταν κμποσα μουσικ ργανα, παλις στραπατσαρισμνες τρουμπτες, βιολι χωρς χορδς, ξεχαρβαλωμνες λατρνες. Οι δουλεις δεν μοιαζαν να πηγανουν καλ, λα εχαν να παχ στρμα σκνης. Αργτερα, ο Φιουκομπυ θα μθαινε πως λ' αυτ δεν παιζαν κανναν ιδιατερο ρλο σ' εκενο το μαγαζ κι η στεν πρσοψη του σπιτιο με τα δυο μονχα παρθυρα ταν απατηλ ταπειν, σε σχση μ' αυτ που κρβονταν πσω της. Η δια μετριοφροσνη χαρακτριζε, τλος και τον πγκο του μαγαζιο με το ξεχαρβαλωμνο συρτρι για ταμεο.

     Το παμπλαιο αυτ συγκρτημα, τρα πολ ευρχωρα σπτια και δο αυλς, στγαζε να ραφτδικο με μισ δωδεκδα κορτσια κι να τσαγκαρδικο με χι λιγτερους τεχντες πρτης γραμμς. Πνω απ' λα μως ερχταν η καρτοθκη με τα πνω απ ξι χιλιδες ονματα υπαλλλων και των δο φλων που εχαν την τιμ να δουλεουν λοι τους γι' αυτ το Γραφεο. χι πως ο στρατιτης καταλβαινε κιλας τον τρπο που λειτουργοσε αυτ η ιδιτυπη και ποπτη επιχερηση, θα χρειαζταν βδομδες γι' αυτ. Εχε μως αρκετ μυαλ για να καταλαβανει πως ταν μεγλη τχη γι' αυτν να μπει σ' αυτ τη μεγλη, μυστικ και πανσχυρη οργνωση. Ο κριος Σμθυ, ο πρτος του εργοδτης, δεν ξαναφνηκε εκενο το πρωιν. Ο στρατιτης δεν τον ξανδε, παρ μνο δυο-τρεις φορς και μονχα απ μακρι. Πρασε κμποση ρα. Ο χοντρς νοιξε λγο την πρτα και φναξε μες στο μαγαζ:
 -«χει αληθιν ξυλοπδαρο».

     Ο κοντσωμος, που 'μοιαζε να 'ναι το αφεντικ εκε μσα, πλησασε τον Φιουκομπυ και με μια γργορη κνηση του ανασκωσε το παντελνι για να δει το ξλινο πδι. Μετ γρισε πλι στο παρθυρο του με τα χρια ξαν στις τσπες, κοταξε λγο ξω κι επε απαλ:

 -«Τ ξρετε να κνετε;».

 -«Τποτα», επε ο στρατιτης, το διο απαλ. «Ζητιανεω».

 -«Αυτ το θλει ο καθνας», επε ο κοντς ειρωνικ, χωρς καν να γυρσει προς το μρος του. «χετε να ξλινο πδι. Και γι' αυτ θλετε να ζητιανψετε; Αχ! το χσατε, λτε, αυτ το πδι στην υπηρεσα της πατρδας; Τσο το χειρτερο για σας! Αυτ θα μποροσε να συμβε στον καθνα; Ασφαλς! (εκτς κι αν εναι ο υπουργς Στρατιωτικν). Κι ταν χσει κανες το πδι του, λτε, περιμνει πια απ τους λλους; Χωρς αμφιβολα! Εξσου ββαιο εναι μως τι κανες δε βζει εκολα το χρι στη τσπη! Οι πλεμοι, αυτο εναι ειδικς περιπτσεις. ταν γνεται σεισμς κανες δεν μπορε να κνει τποτα. Σαν να μην το ξραμε με τι σκατ τον πληρνουν τον πατριωτισμ! Στην αρχ ρχονται λοι πρθυμοι-πρθυμοι για κατταξη κι στερα, ταν πει πια το πδι, μη τους εδατε! Κι ολ' αυτ χωρς να λογαριζουμε τις αμτρητες φορς που ο πρτος αμαξς, που χνει το πδι του στη δουλει, αρχζει να μιλει για τη μχη του Τδε! Το βασικ μως εναι: ν, ο λγος που το χουν τσο τιμητικ να πας στον πλεμο για την πατρδα, γι' αυτ φορτνουν λους αυτος τους γενναους με δξες και τιμς, λα τοτα επειδ μετ χνεις το πδι σου! Αν δεν υπρχε αυτς ο μικρς κνδυνος, -στω, αυτς ο μεγλος κνδυνος-, τι λγο θα 'χε η βαθι ευγνωμοσνη ολκληρου του θνους; Στην πραγματικτητα εστε διαδηλωτς κατ του πολμου, ποπτο να το αρνιστε! Στεκσαστε κει χωρς καν να προσπαθετε να κρψετε την αναπηρα σας κι εναι σα να λτε: "αχ, τι φριχτς που ειν' ο πλεμος, μνει κανες σακτης εκε πρα!" Θα 'πρεπε να ντρπεστε! Ο πλεμος εναι πιο πολ φριχτς απ απαρατητος. Θλετε δηλαδ λα να μας τα προυν; Θλετε να 'ρθουνε ξνοι σ' αυτ τα νησι, εχθρο; Να ζετε ανμεσα σ' εχθρος; Φυσικ χι! Τα βλπετε; Με μια κουβντα, νθρωπε μου, δε μπορες να γυρζεις τσι... Δεν χεις πνω σου τποτα απ' σα χρειζεται...».

     Μλις τλειωσε, βγκε απ το δωμτιο και πγε στο γραφεο, πσω απ τη πρτα με το τσγκινο ντσιμο, χωρς οτε να κοιτξει τον στρατιτη. Βγκε μως ο χοντρς και (εξαιτας το ποδιο του καθς επε) τον πρασε μεσ' απ μιαν αυλ σε μια δετερη, που τον παρδωσε σ' να που γμναζε σκυλι. Απ ττε ο στρατιτης περνοσε τις μρες του στην πρτη αυλ, να προσχει τα σκυλι για τους τυφλος. Δεν ταν καθλου λγα και δε τα 'χανε μαζψει με κριτριο την ικαντητα τους να οδηγον τους τυφλος (απ' αυτος τους δυστυχισμνους δεν υπρχαν εδ, παρ πιο λγοι απ πντε), αλλ γι' λλους λγους. πρεπε να προκαλον αρκετ τη συμπνια, δηλαδ να δεχνουν αρκετ κακομοιρι. Αυτ ταν σε μεγλο βαθμ ζτημα διατροφς κι αυτ εδ μοιζανε πολ κακομοιριασμνα στ' αλθεια. Αν γινταν καμι απογραφ και ρωτοσαν τον στρατιτη το επγγελμα του, θα βρισκταν σε πολ δσκολη θση κι αυτ, ανεξρτητα απ το φβο μην ενδιαφερθε η αστυνομα. Δε μποροσες να τον πεις ζητινο. ταν υπλληλος σ' επιχερηση που πουλοσε εδη για ζητινους.

     Κανες δε προσπαθοσε πια να τον κνει ζητινο σχετικ αποδοτικ. Οι ειδικο εδ το 'χανε καταλβει με τη πρτη ματι πως ποτ δε θα μποροσε να καταφρει κτι ττοιο. Εχε σταθε τυχερς. Του λεπαν' λες οι ιδιτητες που κνουν να καλ ζητινο, εχε μως να ξλινο πδι, πργμα που δε θα μποροσε να το πει ο καθνας εκε μσα, ν' αληθιν ξλινο πδι. Κι αυτ φτανε για να του εξασφαλσει δουλει. Αργ και που τον φναζαν στο μαγαζ για να δεξει το ξλινο του πδι σε κποιον υπλληλο του πιο κοντινο αστυνομικο τμματος. Γι' αυτ τη δουλει το πδι του δεν θα χρειαζταν να 'ναι τσο αληθιν σο δυστυχς ταν, ο υπλληλος οτε που το κοταζε καν. Σχεδν πντα τχαινε να βρεθε στο μαγαζ η δεσποινς Πλυ Πτσαμ, η κρη του αφεντικο κι εκενη ξερε να κουμαντρει τους υπαλλλους.

     Βασικ μως τους ξι μνες που του 'μεναν ακμα, ο παλις στρατιτης τους ζησε μαζ με τα σκυλι. Μετ, του 'γραφε να χσει αυτ τη ζω, που 'χε γνει μλλον φτωχ, μ' ναν αξιοπρσεχτο τρπο, κτω απ τα χειροκροτματα του πλθους, μ' να σκοιν στο λαιμ.

     Ο κοντσωμος ντρας που εχε δει το πρτο πρωιν της παρουσας του σ' αυτ το ενδιαφρον δρυμα να στκει μπροστ στο παρθυρο, ταν ο κριος Τζονθαν Τζερεμα Πτσαμ.
...
 Το Τραγοδι Της Πλλυ Πτσαμ

Κποτε νμιζα, ταν μουν ακμα αγν
-αγν ναι, πως σουν κι εσ-
σως ρθει και σε μνα κποιος μια φορ
Και θα πρπει να ξρω τι να ειπ.
Κι αν χει λεφτ
Κι αν εναι κριος
Κι αν ο γιακς του εναι πντα καθαρς
Κι αν ξρει λα σα θλει μια κυρα
Θα του πω "χι"!
Κρατει ττε κανες το κεφλι ψηλ
Και μνει ολτελα αδσμευτος.
Ββαια, λη τη νχτα λμπει το φεγγρι
Ββαια, το βαρκκι δνεται στην χθη
μως λλο τποτα.
Ε δε γνετ' τσι σκτα να ξαπλνεσαι!
Ναι, σκληρς κι καρδος να 'ναι κανες.
Ναι, μποροσαν τσα να γνουν.
Μα αχ, ττε μονχα το "χι".

Ο πρτος που ρθε ταν απ' το Κεντ
Κι ταν πολ καθωςπρπει.
Ο δετερος εχε τρα καρβια αραγμνα
Κι ο τρτος χαμνο το νου του για μνα.
Κι αν εχαν λεφτ
Κι αν ταν κριοι
Κι αν ο γιακς τους ταν πντα καθαρς
Κι αν ξεραν λα που θλει μια κυρα
Εγ μως τους επα: "χι".
Κρατει κανες το κεφλι ψηλ.
Κι μεινα ολτελα αδσμευτη.
Ββαια, λη τη νχτα το φεγγρι
Ββαια, το βαρκκι δθηκε στην χθη.
μως λλο τποτα.
Ε δε γνετ' τσι σκτα να ξαπλνεσαι!
Ναι, πρεπε σκληρ κι καρδη να 'μαι.
Ββαια, μποροσανε τσα να γνουν!
Ττε μως μονχα το "χι".

Αλλ μια μρα, με γαλζιο ουραν
ρθ' νας, χωρς παρακλια
Κρεμει το καπλο στο καρφ στη κμαρ μου
Και δεν ξερα πια τι να ειπ.
Κι αν δεν εχε λεφτ
Κι αν κριος δεν ταν
Κι ο γιακς του οτε τις σκλες καθαρς
Κι αν δεν ξερε σα θλει μια κυρα
Σ' αυτν δεν επα "χι".
Ττε ψηλ δε κρατς το κεφλι
Οτε μνεις λλο πια αδσμευτη.
Αχ, λαμπε λη τη νχτα το φεγγρι
Και το βαρκκι λθηκε απ' την χθη.
Κι οτε μποροσε να γνει κι αλλοις.
Ττε πια, τι να κνεις, ξαπλνεσαι.
Δε μπορες να 'σαι σκληρ, οτε καρδη.
Αχ, πσα πολλ ταν να γνουν
Ττε "χι" δεν υπρχε πια.
...

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ
:
Το Τλαντο Των Φτωχν

νειρο του στρατιτη Φιουκομπυ

     Κι ο στρατιτης Φιουκομπυ ταν στην Αγα Τριδα. Απ τον καιρ που εχε χτυπσει τον Κουξ, μονχα μια φορ εχε φανε στην οδ Ολντ ουκ. Ο Μπρυ τον εχε πετξει ξω στη στιγμ. Στην Αγα Τριδα πγε γιατ εχε την ελπδα να πλησισει τον κριο Πτσαμ. ξερε πως εκενος κποια σχση εχε με το καρβι που βολιαξε. Φυσικ μως δεν τα κατφερε. τσι, κουσε μσα στην εκκλησα -που, πως κι αν εχε, θερμαινταν- την ομιλα με τα τλαντα. Απ ττε τριγριζε κοντ στα ντοκ, χωρς στγη, χωρς φλους, προσπαθντας να ξεφεγει απ την αστυνομα. Μρα με τη μρα βολιαζε και πιο πολ. Για την κατηγορα στην υπθεση Μαρη Σουαηερ δεν μαθε τποτα, γιατ δε διβαζε εφημερδες.
     Μια κρα μρα του Νομβρη, στην οδ Γουστ ντια γινε μια φασαρα μπροστ σ' να ψωμδικο. νας κοντολης νεαρς πρε απ το πγκο να καρβλι ψωμ και βγκε τρχοντας. Οι υπλληλοι βαλαν τις φωνς και μερικο βεβαως ρχισαν να κυνηγνε τον κλφτη. Εκενος τρεχε γργορα, σο τον φηναν τα κοντ του τα πδια, δεν φτασε μως μακρι. Σε μια γωνι του 'βαλε κποιος τρικλοποδι, πεσε στο πεζοδρμιο, τον πιασαν, τον γρισαν στο μαγαζ και σε λγο τον πρε νας αστυνομικς. Ο κσμος διαλθηκε βρζοντας.
     Ανμεσα σ' αυτος που εχαν κυνηγσει τον νεαρ μετ την κλοπ ταν κι νας κουρελς νθρωπος ακαθριστης ηλικας. ταν παρδωσαν το παιδ στην αστυνομα, εκενος φυγε κατ τα ντοκ. ξερε εκε να μρος να περσει τη νχτα. Για την ακρβεια, ταν εκενος που βαλε την τρικλοποδι στο νεαρ. το 'κανε ολτελα μηχανικ. ταν φτασε κτω απ τη γφυρα του, βγαλε κτι μισοσαπισμνο απ την τσπη, το 'βγαλε απ το χαρτ, το 'φαγε αργ, βγαλε τα απομεινρια των παπουτσιν που σερνε μαζ με τα πδια του, σκωσε μια ορισμνη κοτρνα, βγαλε απ κτω δυο εφημερδες, κθησε, πλωσε τις εφημερδες στα πδια του, φησε το πανωκρμι να πσει πσω, ακομπησε το κεφλι στο σακκι, που το 'χε βγλει στο μεταξ και στα δυο του χρια και μαζετηκε σο πιο πολ μποροσε. Αποκοιμθηκε κι ονειρευταν.
     Μετ τα χρνια της εξαθλωσης ρθε η μρα της νκης. Οι μζες ξεσηκθηκαν, τναξαν επιτλους απ πνω τους τους βασανιστς τους, ξπλυναν μεμις απ πνω τους τους παρηγορητς τους, που σως να 'ταν οι πιο τρομερο τους εχθρο, φησαν τελειωτικ πσω) λες τις κοφιες ελπδες και κατχτησαν τη νκη. λα λλαξαν απ τη ρζα τους. Η προστυχι χασε τη μεγλη της υπληψη, το χρσιμο το σβονταν λοι, η βλακεα χασε τα προνμια της, η ωμτητα δεν φερνε πια κρδη. χι το πρτο, οτε το δετερο πργμα που εχαν να κνουν, το τρτο μως το τταρτο ταν: μια μεγλη Δκη.
     Ο καθνας το ξρει, τι εν' αυτ. Γι' αυτ το Δικαστριο μιλοσε ξαν και ξαν λος ο κσμος -απ τους παλιος καιρος το περμεναν λοι- κθε λας το ζωγρφιζε στα λγια του με προσοχ. Μερικο νθρωποι εχαν προσπαθσει να το μεταθσουν στο τλος το χρνου, αυτ μως ταν ποπτα πργματα, γιατ σε καμι περπτωση δεν μποροσαν οι λαο να περιμνουν τσον καιρ. Οτε λγος δε μποροσε να γνει πως το Δικαστριο αυτ θα 'ταν τχατες στο τλος κθε ζως σ' αυτ τον κσμο, γιατ στην πραγματικτητα μονχα μετ απ κενο θ' ρχιζε η ζω. Προτο γνει αυτ το Δικαστριο κανες δεν μποροσε ββαια να μιλει για αληθιν ζω. Τρα λοιπν γινε.
     Αυτς που ονειρευταν ταν ο πρεδρος. γινε ββαια μετ απ σκληρ αγνα, μιας κι εχε παρουσιαστε σωρς απ υποψφιους, που φναζαν και χτυποσαν σαν τρελο να γρω για να κερδσουν αυτ τη δικριση. Επειδ κανες δε μπορε να εμποδσει ναν που ονειρεεται να πρει τη νκη, γι' αυτ ο φλος μας γινε πρεδρος στο πιο μεγλο δικαστριο λων των καιρν, του μοναδικο στ' αλθεια απαρατητου, καθολικο και δκαιου. Δε θα 'φερνε μπροστ τους μνο τους ζωντανος, παρ και τους νεκρος, λους που κποτε εχαν χτυπσει τους φτωχος κι ανυπερσπιστους, με ργα και με λγια μονχα. Η δουλει το στρατιτη Φιουκομπυ, που ταν τρα αντατος δικαστς, θα 'ταν γιγντια. Υπολγιζε να κρατσει εκατοντδες χρνια. Γιατ πρεπε λοι που τους εχαν ποδοπατσει στη ζω να μπορσουν να καταγγελουν.
     Μετ απ βαθι σκψη που μοναχ της κρτησε μνες, ο αντατος δικαστς αποφσισε ν' αρχσει μ' ναν νθρωπο που, σμφωνα με τη μαρτυρα ενς επισκπου σε μια νεκρσιμη τελετ για πνιγμνους φαντρους, εχε μηχανευτε μια παραβολ που τη χρησιμοποιοσαν δυο χιλιδες χρνια σ' λα τα κηργματα και που κατ την ποψη του αντατου δικαστ αποτελοσε να ξεχωριστ κακοργημα. Η δκη γινε σε μιαν αυλ που, παρξενο, κρμονταν ασπρρουχα για να στεγνσουν και μπροστ σε δεκατσσερους σκλους που κθονταν μσα σε μια μντρα κι κουγαν. Δεν τους εχαν δσει φα και δε θα τους διναν ως να βγει η απφαση.
     Τον κατηγορομενο τον φεραν δυο ζητινοι. ταν μικρμπορας βιοτχνης, το 'βλεπες απ το φτην του, αλλ ταχτικ κουστομι και το σκληρ κολρο. Πνω στην δρα του δικαστ ταν να μαχαρι κι να γρμμα γραμμνο με μελνι, μ' ναν αριθμ δικογρφου επνω. Η δκη ρχισε με μιαν ερτηση το αντατου δικαστ, αν ξερε τη σημασα που εχαν τα λγια του κι ο λγος γενικ.
     Ο κατηγορομενος απντησε: ναι, σαν θρησκευτικς λειτουργς ταν πασγνωστος. Την απντηση του την γραψε, καθς κι λες τις απαντσεις, νας γιγαντσωμος ζητινος, ο κριος Σμθυ, νας νθρωπος που ταν γνωστς στον αντατο δικαστ για την ακρβεια του στην καταγραφ. Στον καιρ του, δηλαδ, κατγραφε με ασυνθιστη ακρβεια τις εισπρξεις το υπαλλλου του Φιουκομπυ στη ζητιανι -τις ζητοσε αυτς τις εισπρξεις. Η δετερη ερτηση του αντατου δικαστ ταν αν ο κατηγορομενος αναγνριζε την ενοχ του, τι δηλαδ στη παραβολ του εχε αναληθες περιγραφς γεγοντων κι τι τις εχε διαδσει.
     Ο κατηγορομενος αρνθηκε ταραγμνος μια ττοια ενοχ. ταν απλυτα δυνατ, επε, μ' επιμλεια και κατλληλη επιχειρηματικ διαχεριση να βγλει κανες απ να τλαντο πντε ακμα και δκα τλαντα. Στην ερτηση, με τι λογς επιχειρηματικ διαχεριση, δεν ξερε ν' απαντσει παρ: με τη κατλληλη, τη καθιερωμνη διαχεριση. Στην επιμον το αντατου δικαστ παραδχτηκε πως δεν εχε ενδιαφρον για οικονομικ ζητματα και λεπτομρειες. Επομνως δεν ξερε και πολλ γι' αυτ. Ο αντατος δικαστς τον κοταξε επμονα, για να δει αν αυτ ταν η αλθεια και μετ χτπησε με τη γροθι του το τραπζι, τσι που το σκουριασμνο μαχαρι και το γρμμα τινχτηκαν ψηλ. Αλλ δεν επε τποτα. Συνχισε τις ερωτσεις.
 -«Στη παραβολ λγατε πως χι μονχα μερικο νθρποι, αλλ λοι, δηλαδ λοι οι νθρωποι που υπρχουν στον κσμο, παρνουν απ να τλαντο; Σας εφιστ τη προσοχ στο τι αυτ εναι το κεντρικ σημεο».
     Ο κατηγορομενος παραδχτηκε τι εχε πει ττοια πργματα. Μονχα που φαινταν απορημνος που αυτ ταν το κεντρικ σημεο.
 -«Ττε πστε μας, κατηγορομενε», συνχισε ο αντατος δικαστς, ολτελα ρεμος, «που το ακοσατε τι λοι οι νθρωποι πνω στη γη παρνουν να ττοιο τλαντο στο χρι, που αυξνει και γνεται πντε και δκα τλαντα;».
 -«Αυτ λγανε λοι», απντησε ο κατηγορομενος αργ, γιατ σκεφτταν ακμα, γιατ να 'ταν ειδικ αυτ το κεντρικ σημεο.
 -«Θα τους καλσουμε και θα τους ρωτσουμε, εκενους που σας το επαν αυτ», πρτεινε με σοβαρτητα ο δικαστς. Κουδονισε με το μεσημεριτικο καμπανκι κι απ πσω απ' τα ασπρρουχα βγκαν κμποσοι νθρωποι, μοια ντυμνοι και με το διο σκληρ κολρο που φοροσε ο κατηγορομενος, γνωστο του, απ' τα νιτα του, γετονες, δσκαλοι κι αρχιτεχντες, ακμα και συγγενες. ρθαν μπροστ στην δρα και ανακρθηκαν. Επαν πως λοι τους εχαν πρει να τλαντο. Σα ττοιο τλαντο θεωροσαν την κοιν τους λογικ, τις γνσεις τους στη δουλει, την εργατικτητα τους.
 -«Και μπως εχατε και τποτ' λλο;», ρτησε ο δικαστς. Ττε νας τους επε πως εχε κι να μαραγκοδικο. Αυτς ταν ο πατρας του κατηγορομενου. νας λλος εχε πρει απ τους γονιος του τα λεφτ για να πει σχολεο. Αυτς ταν ο δσκαλος το κατηγορομενου. νας τρτος εχε κληρονομσει να μπακλικο. Αυτς ταν νας γετονας του κατηγορομενου. Ο δικαστς κουνοσε το κεφλι κθε φορ καταφατικ, σαν να περμενε ακριβς αυτ και τποτα λλο. ριξε μια ματι στα σκυλι, που στριμχνονταν στις σιδερνιες μπρες της μντρας τους και τους γλασε, αθρυβα μως.
 -«στε λοιπν ταν κι να σωρ πργματα αυτ το τλαντο, δεν εναι τσι;», επε μονχα. Και στους μρτυρες επε: «Το εκμεταλλευθκατε και καλ αυτ σας το τλαντο;». Και φναξαν λοι με δυνατ φων πως το 'χαν εκμεταλλευτε σο πιο καλ μποροσαν, πως εχαν διατηρσει το αρχικ, εχαν κερδσει και καινοριο και μσα σ' λα εχαν αναθρψει και τα παιδι κι εχαν δσει κι απ 'να τλαντο στο καθνα. Ο δικαστς χαμογλασε πλι στα σκυλι. Μετ ξανφερε μπροστ του τον κατηγορομενο. Δεν εχε βρει ποτ στη ζω του ανθρπους χωρς ττοιο τλαντο καθς εχαν λοι οι μρτυρες; Ο κατηγορομενος κονησε το κεφλι. Ττε χτπησε ο αντατος δικαστς ξαν με το κουδουνκι του φαγητο κι απ πσω απ τ' ασπρρουχα βγκαν λλοι νθρωποι. ταν πιο κακοντυμνοι απ τους προηγομενους και τα βματα τους πιο κουρασμνα.
 -«Ποιο εστε σεις;», ρτησε ο δικαστς. «Και γιατ κρατιστε μακρι απ' τους μρτυρες που βρσκονται κιλας εδ;». Αποδεχτηκε πως ταν οι βοηθο, οι υπηρτες κι οι υπηρτριες των λλων. Δεν θελαν να 'ναι τσο ξεδιντροποι και να 'ρθουν πολ κοντ στ' αφεντικ τους.
 -«Γνωρζετε τον κατηγορομενο;», τους ρτησε ο δικαστς. Τον ξεραν. ταν αυτς που τους εχε μιλσει πολλς φορς. Ανμεσα στ' λλα τους εχε πει πως ο καθνας εχε πρει να τλαντο απ τον Θε, τις πνευματικς και σωματικς του δυνμεις, που πρεπε να τις αυξνει και να τις χρησιμοποισει σωστ. Το 'χαν ακοσει απ το διο του το στμα.
 -«στε σας ξερε λοιπν;», τους ανκρινε ο δικαστς.
 -«Φυσικ», απντησαν κι ο κατηγορομενος πρεπε να παραδεχτε πως τους ξερε. «Το δικ σας το τλαντο, πολλαπλασιστηκε;», ρτησε αυστηρ ο αντατος δικαστς. Τρμαξαν κι επαν: -«χι».
 -«Εκενος, το εδε που δε πολλαπλασιστηκε;».
     Σ' αυτ την ερτηση δεν ξεραν στην αρχ τι να πουν. Αφο μως σκφτηκαν για λγο, βγκε νας μπροστ, νας κοντολης νεαρς, που ταν φτυστς ο νεαρς που ο στρατιτης Φιουκομπυ του 'χε βλει τρικλοποδι μπροστ σ' να ψωμδικο, τρικλοποδι μ' να πδι που ταν ξλινο. Στθηκε θαρρετ μπρος στον δικαστ κι επε δυνατ:
 -«Πρπει οπωσδποτε να το 'βλεπε, γιατ εμες παγιαναμε ταν ταν κρο και πεινοσαμε και πριν και μετ το φα. Δες και μοναχς σου αν μας φανεται χι». βαλε τα δυο δχτυλα στο στμα και σφριξε κι απ πσω απ τ' ασπρρουχα, πιο βρεμνη μως απ τους λλους, βγκε μια γυνακα κι ταν ολιδια η μικρεμπρισσα Μαρη Σουαηερ. Ο αντατος δικαστς σκυψε μπροστ απ την καρκλα του, για να τη δει καλτερα.
 -«θελα να σε ρωτσω αν εναι κρο εκε απ' που ρχεσαι, Μαρη», επε δυνατ, «το βλπω μως, πως δε χρειζεται. Βλπω πως εναι κρο εκε απ' που ρχεσαι».
μιας κι εδε πως ταν εξαντλημνη, επε: «Κθισε, Μαρη, περπτησες πρα πολ».
Κοταξε τριγρω για καρκλα, δεν εδε μως καμι. Ο δικαστς χτπησε το κουδονι, κι πεσε χινι απ τον ουραν, μως μονχα σε μια μερι, σαν μια κολνα χι πιο παχι απ 'να συνηθισμνο κορμ απ δντρο, σπου γινε να σκαμν απ χινι, που μποροσε να καθσει. Ο δικαστς την περμενε κι επε ακμα, ειδικ για κενη: «Εναι λγο κρα, κι ταν ζεσταθε, θα λεισει το σκαμν, μετ θα πρπει να στκεις ξαν ρθια, δε γνεται μως αλλις». Και στους μρτυρες επε: «Αποδεχτηκε. Εσς λοιπν σας πταξαν ξω, που κλαυθμς και τριγμς των οδντων;».
 -«χι», επε νας τους, ξεθαρρεμνος. «Ποτ δε μας μπασαν μσα».
Ο δικαστς τους κοταξε λους σκεφτικς. Γρισε πλι στον κατηγορομενο.
 -«Η υπθεση σας εναι σκημα, αγαπητ μου. Πρπει να βρετε ναν συνγορο. Πρπει μως να σς ταιριξει». Κουδονισε κι απ το σπτι βγκε νας μικρσωμος ντρας με πρστυχη κφραση στο πρσωπο. «Εσες εστε ο συνγορος;», μουρμορισε ο δικαστς. «Ττε πηγανετε πσω απ τον κατηγορομενο». ταν ο μικρσωμος ντρας πρε θση πσω απ τον κατηγορομενο, εκενος χλμιασε. Το 'βλεπε καθαρ πως ταν κακι πρθεση του δικαστ να του δσει αυτ τον συνγορο.
     Ο αντατος δικαστς εξγησε τρα, που βρισκταν η δκη. Το δικαστριο το θεωροσε αποδειγμνο τι απ τους ισχυρισμος του κατηγορομενου δυο ταν αληθινο, πρτο, πως τα τλαντα μπορε να τα εκμεταλλευτε κανες, δηλαδ να βγλει κρδη και, δετερο, πως ποιοι δεν βγαζαν κρδη ρχνονταν σ' να σκοτδι που κλαυθμς και τριγμς των οδντων. Πως μως λοι οι νθρωποι παιρναν κι απ 'να τλαντο, αυτ το δικαστριο διακρυχνε πως δεν εχε αποδειχθε.
 -«Μαρη Σουαηερ», ξανρχισε ο αντατος δικαστς, «υπγραψες με τον κριο Μακχθ να συμβλαιο. γραφε εκε μσα τι δε θ' ανοξουν καινορια μαγαζι στη γειτονι το δικο σου;». Εκενη σκφτηκε κι επε:
 -«χι».
 -«Γιατ δεν το πρσεξες που λειπε;».
 -«Δε ξρω, Φιο».
     Ο αντατος δικαστς κουδονισε. Ανμεσα απ τ' ασπρρουχα ξεπρβαλε νας ψηλσωμος ντρας μ' να μπαστονι απ μπαμπο. Αυτς ταν ο παλις δσκαλος της Σουαηερ.
 -«Δεν μαθες τους μαθητς σου να διαβζουν», τον κατηγρησε ο δικαστς. «Πως αυτ;». Ο ψηλσωμος νθρωπος κοταξε προσεχτικ την καθισμνη γυνακα και δλωσε:
 -«Ξρει να διαβζει».
 -«μως χι συμβλαια, χι συμβλαια!», φναξε ο δικαστς κι ταν πολ θυμωμνος. Ο δσκαλος πρε να φος σα να τον εχαν προσβλει.
 -«Οι μαθητς μου στο Ουαττσπελ δε χρειζεται να ξρουν να διαβζουν συμβλαια», μουρμορισε. «Πρπει να μθουν να δουλεουν και ττε δεν τους χρειζονται τα συμβλαια».
 -«Τι θα πει Ασσοσιασιν;», ρτησε γργορα ο δικαστς.
 -«νωση», μογκρισε ξαφνιασμνος ο δσκαλος. «Τι σημανει αυτ;».
 -«Σωστ», απντησε ο αντατος δικαστς μ' ανακοφιση. «νωση. Και τι θα πει 'Αττικα;». Ο δσκαλος σπαινε, μη ξροντας τι να πει. Ο αντατος δικαστς δειξε απογοτευση, μως συνχισε. «χετε πει σχολεο;», γρισε στον κατηγορομενο, που στεκε μαζεμνος, το κεφλι στημνο στο στθος. Και καθς ο νθρωπος με το σκληρ κολρο γνεψε πως ναι: «Τι θα πει 'Αττικα;». Αυτ μως δεν το 'ξερε. Ο δσκαλος ωστσο προσπθησε να του το πει. Δεν του φαινταν σωστ, ο κατηγορομενος να ξρει τσα λγα. «Ναι», επε ο δικαστς. «Λγα πργματα ξρετε».
Αλλ ο μικρσωμος ντρας που ταν συνγορος φναξε, μλις ακοστηκε αυτ:
 -«ξερε αρκετ. Για μας ξερε αρκετ».
 -«Και ββαια», μουρμορισε υποταχτικ ο δικαστς. Το 'κανε καθαρ μηχανικ.
ταν ξανασκωσε το κουδονι του, ρθε νας λιπσαρκος νθρωπος με σακκι γκαρσονιο. ταν ο προηγομενος που εχε το καπηλει, πριν απ τον Φιουκομπυ.
 -«Μπορε και γρφει;». Αυτ ταν η ερτηση του δικαστ στο δσκαλο. Εκενος κοταξε τον μρτυρα εξεταστικ, τον αναγνρισε πως ταν παλις μαθητς του και κονησε το χοντρ του κεφλι πως ναι. «Σε μνα μως», επε με θυμ ο δικαστς στον μρτυρα, «δε μου 'γραψες στο συμβλαιο τι πελατεα υπρχε μονχα σο χτιζταν η οικοδομ».
 -«Αυτ δε μποροσα να το γρψω», απντησε το γκαρσνι, «δεν εχα αρκετ λεφτ ταν ξεκνησα το καπηλει κι μουν χαρομενος που εχα ξεπληρσει τα χρη μου εκενο τον χρνο με την οικοδομ και που μποροσα να ξαναγνω γκαρσνι».
 -«στε λοιπν δεν μποροσε να γρψει!», φναξε ο δικαστς, ξαν πολ θυμωμνος. Μετ μως συγκρατθηκε κι κανε διακοπ.
     πως στκονταν λοι και περμεναν να ξαναρχσει η δκη, ο δικαστς πγε κοντ στον δσκαλο και τον ρτησε με φιλικ, σχεδν υποταχτικ φων τι θα πει στ' αλθεια 'Αττικα. Δεν εχε προφτσει να το βρει στο βιβλο του, γιατ του το 'χαν πρει. Αλλ ο δσκαλος τον κοταξε μονχα και δεν απντησε. Ο αντατος δικαστς αναστναξε και ξανρχισε τη δκη. Μνο που δε καλοξερε, πως να προχωρσει.
ριξε μια ματι στη κρια μρτυρα, τη Σουαηερ κι εδε πως πλι ραβε. ραβε βελονι τη βελονι κι ας μη εχε φασμα να ρψει, μια και δεν ρχονταν πια εμπρευμα στο μαγαζ. ραβε λοιπν στον αρα και πουκμισο δε γινταν.
 -«Αν δεν εχε σταματσει να 'ρχεται εμπρευμα», ρτησε ο δικαστς απαλ και σκεφτικ, «κι αν δεν εχε ανοξει το καινοριο μαγαζ, μπορε και να 'βλεπες σπρη μρα, δεν εναι τσι, Μαρη;».
 -«Γιατ χι;», επε κουρασμνα. «Αφο εχα τις ρφτρες».
 -«Αυτ εναι βασικ παρατρηση», επε γργορα ο αντατος δικαστς. «δε προχωρμε μως. Ποτ δεν το' χα σκεφτε πως θα 'ταν τσο δσκολο να ξεκαθαρσει κανες εδ τα πργματα».
     Σηκθηκε και πγε στη μντρα. Τα σκυλι βγαλαν μικρς φιλικς γωντσες, μιας και νμισαν πως τρα θα τους διναν φα αλλ το ανιγμα δεν εχε λυθε ακμα. Ο αντατος δικαστς ριξε μια λοξ ματι στους μρτυρες. Απ την μια στεκαν οι μρτυρες τς υπερσπισης, που διναν δκιο στον κατηγορομενο, καλοθρεμμνοι, καλοντυμνοι, με προοπτικς κι επιτυχες
κι απναντ τους οι κακοθρεμμνοι, οι πρωρα γερασμνοι, η γυνακα που ραβε συνχεια χωρς παν, πνω στο σκαμν απ χινι, ο νεαρς, με το μπρτσο λυγισμνο σα να τον βραινε να ψωμ, μως χωρς ψωμ.
     Καθς ο δικαστς ξαναγριζε στην καρκλα του, κουτσανοντας πνω στο ξυλοπδαρο του, πρασε δπλα απ τον κατηγορομενο. Σκφτηκε κι επε, με χαμηλωμνη τη φων, καθς περνοσε: «Δε το καταλαβανεις λοιπν εσ;».
Αλλ ο νθρωπος με το σκληρ κολρο σκωσε μονχα τους μους και δεν ξερε να πει τποτα. «Αυτ η διαφορ», αναστναξε ο δικαστς, «...και καμι αιτα! Κι μως κτι πρπει να φταει, αλλ τι;» στεκε εκε, αναποφσιστος, χωρς να ξρει αν εχε καν νημα να ξανακτσει στην δρα του. «Εναι η αμθεια μου», σκφτηκε, «εμαι αμρφωτος και δε μπορ να το πω. Εμαι πρα πολ αμρφωτος. Αν ξερα μονχα, τι εναι το τλαντο τους!».
     Ξαφνικ σταμτησε. Θυμθηκε τη δναμη που εχε αποχτσει τελευταα. τρεξε στο τραπζι. Με μια πλατι κνηση του χεριο χτπησε το κουδονι του. Απ πσω απ τ' ασπρρουχα, σε μακρι πομπ, ρθαν οι τμοι τς Βρετανικς Εγκυκλοπαδειας, σαρντα τον αριθμ. Περπατοσαν μεγαλπρεπα, ταν χοντρο.
Στθηκαν μπροστ στον αντατο δικαστ σε παρταξη, τσσερις γραμμς βαθι, διοι στρατιτες.
 -«Φλοι μου», ρχισε ο δικαστς με φων γεμτη σεβασμ, «ξρετε να μας πετε τποτα για την αιτα που κνει μερικος απ μς, να πολ μικρ μρος, να πολλαπλασιζουν το βις τους, να το κνουν απ να δυο πντε ακμα και δκα, πως λει κι απαιτε το Ευαγγλιο, λλοι μως, πολλο, οι πιο πολλο, το πιο πολ που καταφρνουν σε μια μακρχρονη και γεμτη δουλει ζω να 'ναι η φτχεια τους. Ποιο φλοι μου, ποιο εναι το τλαντο των ευτυχισμνων που βγζει τσα μεγλα κρδη και που γι' αυτ το τλαντο, πως χω ακοσει, τσο σκληρς αγνας γνεται ανμεσα τους; Τι εναι αυτ το τλαντο;».
Οι σαρντα τμοι μαζετηκαν λοι σε κκλο και συσκφτηκαν. Μετ, νας τους βγκε μπροστ:
 -«Εγ μπορ να μιλσω για το Κεφλαιο», επε με δυνατ, χοντρ και γεμτη αυτοπεποθηση φων. «Εναι το χρμα που γεννει τον τκο του, πως η γελδα γεννει μοσχαρκια. Κληρονομημνο κερδισμνο, ποιος το 'χει, αυτουνο του χαρζει και τκο. σιος να σς βοηθσει αυτ». Ο δικαστς γρισε στη Σουαηερ.
 -«Κι εσ εχες λεφτ, αν θυμμαι καλ. Κατλαβε με, δε ρωτω τι δωσες για να τα πρεις, εχες μως λγα. Δεν αυξθηκαν».
 -«Ναι», επε αδιφορα, «εχα λγα. Τελεισανε γργορα».
 -«Αυτ δε γεννσανε, τ' ακοτε;», επε αυστηρ ο δικαστς.
     Ττε βγκε νας λλος τμος μπροστ.
 -«Εγ ξρω για την Εργατικ Δναμη», επε δυνατ. «ταν κποιος βζει την εργατικ του δναμη μσα σε κτι, ττε αυτ παρνει αξα. Οι πτρες δεν αξζουν πολλ, να σπτι μως... καταλαβανετε!».
 -«Α», επε κουρασμνα ο δικαστς, «δε μπορε να 'ναι αυτ. Εργατικ δναμη εχαμε λοι. Αυτ μως που τη βζαμε μσα δεν ταν δικ μας χανταν γργορα, δεν εναι τσι, Μαρη;». Κι λλοι τμοι βγκαν μπροστ κι επαν για Εφευρσεις Οργανωτικ Ικαντητα για Αποταμευση. Κανες μως δεν ξερε να πει σωστ, τι ταν το τλαντο των επιτυχημνων. Στο τλος μπκαν λοι στη γραμμ σα στρατιτες και μετρθηκαν, για να δει ο αντατος δικαστς πως κανες τους δεν λειπε -κι αλθεια, δεν λειπε κανες. Ττε ο αντατος δικαστς τους φησε πλι να φγουν κι ταν λυπημνος σο ποτ πριν. Ξανακοταξε τη Μαρη Σουαηερ τη ρφτρα, τη βασικ μρτυρα.
 -«Ο Σεριος», μουρμορισε. Κθισε στην δρα του και κουδονισε με το καμπανκι του φαγητο. Απ πσω απ τ' ασπρρουχα βγκε ο Σεριος. Εχε πντε μεγλες μυτερς κρες και δυο μικρ ποδαρκια.
 -«Το τελευταο καιρ», ρτησε ο Αντατος Δικαστς, «μπκατε στο ζδιο του Ζυγο;». Ο Σεριος σκφτηκε και μετ αρνθηκε.
 -«Αν εχατε μπει στον Ζυγ σε κποιο λλο ζδιο, θα μποροσε ποτ αυτ, κατ τη γνμη σας, να σημανει απειλ για το μαγαζ της κυρας Σουαηερ;». Ο Σεριος αρνθηκε χωρς καμι σκψη. δειχνε πολ πειραγμνος.
 -«Δεν εσαστε λοιπν οτε σεις; Οτε σεις το κανονζετε αυτ; Δεν εναι αυτ λοιπν η ευτυχα;».
 -«Ποιος τις λει επιτλους αυτς τις βλακεες;», επε ο Σεριος. Ο δικαστς τον φησε να φγει. Καθταν με το πηγονι στο στθος και κοταζε φαρμακωμνος σια μπροστ. Στους μρτυρες κατηγορας γινε μια ταραχ.
 -«Πρπει να φγουμε πια», λγανε, «δε θα καταφρετε να το βρετε. Η ανιστητα εναι πολ μεγλη κι οι λλοι εναι πιο ξυπνοι απ μας».
 -«Η ανιστητα εναι πρα πολ μεγλη», πρε τρα ο συνγορος τον λγο, σπρχνοντας το σκληρ του κολρο πσω, στο σβρκο. «Ανμεσα σ' ναν νθρωπο με ξλινο πδι και σ' ναν χωρς πδι, που εναι και τυφλς, υπρχει μια τερστια διαφορ, που χει και τις οικονομικς της συνπειες, αγαπητ Φιουκομπυ». Ο δικαστς πρσεχε πολ τα λγια το συνηγρου, ενδιαφερταν για κθε του λξη, αυτ το 'βλεπε κανες καθαρ. Κι ο δικαστς το 'ξερε πως το 'βλεπαν λοι.
 -«Καλστε λοιπν τον Μπρυ, τον επισττη μου!», ζτησε ειρωνικ ο συνγορος. «Αυτς εναι γιος εργτη στα ανθρακωρυχεα». Ο δικαστς σκφτηκε. Μετ χτπησε το κουδονι του κι ρθε ο Μπρυ. Δλωσε, χωρς να τον ρωτσουν, πως εχε λογαριασμ στην τρπεζα.
 -«Εμενα μως κβει το μυαλ μου» παινετηκε. «Οι καμπινδες με τον λοξ πσω τοχο ταν δικι μου ιδα». Ο συνγορος συμφνησε:
 -«Ακριβς! Ξρει και βγζει κτι απ τους λλους, αυτ εναι». Οι μρτυρες κατηγορας μουρμοριζαν.
 -«Σιωπ», τους παρατρησε ο Αντατος Δικαστς. Η ματι του πεσε στ' αντικεμενα που ταν πνω στο τραπζι: το μαχαρι και το γρμμα. Σηκθηκε, πγε στην λλη μερι του τραπεζιο, μεινε ορθς μπροστ στο τραπζι, σα μρτυρας κι επε προς τα πνω, πως οι μρτυρες:
 -«Εγ πρα αυτ το μαχαρι για τλαντο». Σορθηκε βιαστικ πσω στη καρκλα του κι επε αυστηρ: «Κι αυτ εναι μια βασικ παρατρηση. Μαρη, τι πρες εσ;». Και της δειξε το γρμμα, για να επηρεσει την κατθεση της.
 -«Εγ πρα το γρμμα για τλαντο», επε εκενη, που το κατλαβε. Κι τσι τον βοθησε να προχωρσει.
 -«Στο γρμμα λει τι ξρεις κτι για τον εργοδτη σου, που θα τον στελει στη φυλακ. Εναι εκβιασμς, τσι;».
 -«Φυσικ», επε εκενη.
 -«Ναι, αυτ εναι το δικ μας το τλαντο, τσι μοιζει το δικ μας το τλαντο», μουρμορισε αφαιρεμνα, «το δικ τους μως ποιο εναι;». Καθταν κι εχε το κεφλι του μσα στα χρια, σπαζε το μυαλ του και φαινταν σε τλεια απγνωση.
«Δε λει να ξεκαθαρσει», παραπονιταν. «Αυτ τα Καταστματα! Ε... αυτ τα πολεμικ πλοα! Κρδη πνω στα κρδη! Απ πο βγανουν, λοιπν, στ' αλθεια; Ττοιες γιγντιες δουλεις, ττοιοι πλεμοι, ττοια ανιστητα! Πς τα καταφρνουν;». Ττε μως εδε μπροστ του τον Μπρυ και του 'ρθε μια ιδα. Γρισε στο γραφι του, που ταν κποτε εργοδτης του. «Σμθυ», τον ρτησε, «αν σ' φηναν, ττε παλι, να με κρατσεις, θα 'βλεπες σπρη μρα;».
 -«Γιατ χι;», απντησε ο Σμθυ.
 -«Ττε μως εναι ολοφνερο», επε ο δικαστς κι η φων του τρεμε απ την ξαψη, «ττε αποδεχτηκε τι εναι το τλαντο σας! Σκω Μαρη, λα μπροστ, παιδ μου, πγαινε μαζ τους, Σμθυ!». Και γρισε θριαμβευτικ στους συγγενες του κατηγορομενου: «Αυτ εναι το τλαντο σας! Εμες! Ο νθρωπος, το τλαντο του ανθρπου! ποιος δεν χει κανναν να εκμεταλλευτε, εκμεταλλεεται τον εαυτ του! Τρα εν' ολοφνερο! Εσες το κρβατε! Να ο τοχος το σπιτιο. Που εναι ο χτστης; Μπως τον πληρσατε σωστ; Κι αυτ το χαρτ! Κποιος το 'φτιαξε ββαια κι αυτ! Μπως πρε σα πρεπε γι' αυτ; Και το τραπζι! Αυτν που πελκησε το ξλο, τον χουν στ' αλθεια εξοφλσει; Τα ροχα στο σκοιν! Το σκοιν! Κι ακμα και το δντρο, που δε φτρωσε εκε μοναχ του! Το μαχαρι εδ! Πληρθηκαν αυτ; λα τα λεφτ; Φυσικ χι! Πρπει να βγλει κανες ανακονωση: να παρουσιαστον λοι αυτο που δεν τους χουν πληρσει σωστ! Οι ιστορες κι οι βιογραφες δε φτνουν! Πο εναι τα μισθολγια;».
      Και γυρζοντας στον κατηγορομενο, με τρομερ δυνατ φων: «Καταδικζεσαι! λα ψματα! Διδωσες το ψμα! Σε καταδικζω! Για συνεργα! Γιατ δωσες στους ανθρπους σου αυτ την παραβολ στο χρι, που εναι κι αυτ να τλαντο! Που το 'χουν για να κερδζουν! Κι λους που τη ξαναλνε, αυτος που τολμνε να λνε κτι ττοιο, τους καταδικζω! Σε θνατο! Και προχωρ: ποιου του τη λνε και τολμει να μη μπανει αμσως στη μση, τον καταδικζω κι αυτν! Κι επειδ κι εγ κουσα αυτ τη παραβολ και δε μλησα, γι' αυτ καταδικζω και τον εαυτ μου σε θνατο!». Και ξανακθισε, λουσμνος στον ιδρτα.
     Λγες μρες μετ, ο στρατιτης Φιουκομπυ συνελφθη. Τον δκασαν, για μεγλο του ξφνιασμα, με τη κατηγορα τς δολοφονας της Μαρης Σουαηερ. Καταδικστηκε σε θνατο και τον κρμασαν, με τη παρουσα και τα χειροκροτματα ενς μεγλου πλθους απ μικρμπορους, ρφτρες, ανπηρους στρατιτες και ζητινους.

----------------------------------------------------------------------------------------------

          Πως ταν... (Ι)

Πρτα η χαρ δε μ' φηνε να κλεσω μτι
πειτα μ' κανε η ννοια ν' αγρυπν.
Σα μ' φηναν κι οι δυ να γερω στο κρεβτι
αποκοιμιμουν. Αλλ', αχ, ταν σα να περν
στη νχτα του Νομβρη, κθε του Μη πρωιν
.

     Πως ταν... (ΙΙ)

Η πκρα σου ταν και πκρα μου
η πκρα μου ταν και δικ σου
μ' εμ ταν δεν εχες μια χαρ
δεν εχα οτε 'γω μαζ σου.


  Αδυναμες

Δεν εχες καμμι.
Εγ εχα μι:
Αγαποσα!

(Αποσπ. απ την "Αποπλνηση Των Αγγλων". Εκδ. ΔΩΔΩΝΗ)

Για Τη Παιδοκτνο Μαρα Φαρρρ

Μαρα Φαρρρ, γεννηθεσα τον Απρλιον,
ανλικη, ορφαν, ραχιτικ, ψεως κοινς,
λευκο ως τρα ποινικο μητρου,
εσκτωσε το παιδ της ως εξς:

Σ ενα κατ-λει-σαν ταν δυ μηνν,
να το ξεφορτωθε προσπθησε πως πως,
με δυο ενσεις που της κανε μι γρι.
Πνεσε, λει, πολ-μως χαμνος κπος.
Αλλ εσες, παρακαλ, μη δεξετε καταφρνια,
γιατ το κθε πλσμα χρειζεται λων μας τη συμπνοια.

Πλρωσε ωστσο-λει-τι εχε συμφωνσει.
Σφιχτδενε με πνες την κοιλι της,
τσπουρο πινε με πιπρι, αλλ το μνο
που πτυχε ταν να γδαρθον τα σωθικ της.
Το φοσκωμα φαινταν πι ξεκθαρα,
κι αβσταχτα πονοσε ταν σφουγγριζε.
Ψλωσε, ωστσο-λει. Και προσεχονταν
στην Παναγι και τματα της χριζε.
μως εσες, παρακαλ, μη δεξετε καταφρνια,
γιατ το κθε πλσμα χρειζεται λων μας τη συμπνοια.

Μα οι προσευχς της πγαιναν του κκου.
Πολλ ζητοσε, ως φανεται. Κι ολονα
στον ρθο ζαλιζταν, κρος την λουζε ιδρτας
καθς γονατιστ παρακαλοσε την Παρθνα.
Αλλ κατφερε να μην την προυν εδηση
ωστου ζγωσε η ρα να γεννσει,
γιατ κανες ποτ δεν φανταζτανε
πως μια τσο χαρη κοπλα εχε αμαρτσει.
Κι εσες, παρακαλ, μη δεξετε καταφρνια,
γιατ το κθε πλσμα χρειζεται λων μας τη συμπνοια.

Τη μρα κενη-λει-τη χαραυγ,
καθς, σκουπζοντας τις σκλες, εχε σκψει,
γρια νχια της ξσκισαν την κοιλι.
Ωστσο μπρεσε τους πνους της να κρψει.
Ολημερς σουρνταν τη μπουγδα απλνοντας
κι σπαζε το κεφλι της σπου να νισει
πως φτανε της γννας της η ρα. Κι τρεμε
η καρδι της σαν, αργ, τρβηξε να ξαπλσει.
Αλλ εσες, παρακαλ, μη δεξετε καταφρνια,
γιατ το κθε πλσμα χρειζεται λων μας τη συμπνοια.

Μα την ξαναφναξαν πριν να καλογερει:
χινι εχε κι πρεπε αυτ να το σκουπσει.
Και σκοπιζε ως τις ντεκα. Μια ατελεωτη ταν μρα.
Τη νχτα μνο μπρεσε συχα να γεννσει.
Και γννησε-πως λει- να αγρι.
μοιο ταν μ λα τ λλα αγρια.
Μνο αυτ δεν ταν σαν τις λλες μνες.
Αλλ για τοτο δεν της πρπει κατηγρια.
Κι εσες, παρακαλ, μη δεξετε καταφρνια,
γιατ το κθε πλσμα χρειζεται λων μας τη συμπνοια.

Αφστε τη, λοιπν, ν’ αποτελεισει
την ιστορα για κενο το παιδ
(λει πως δεν θλει τποτα να κρψει),
κι τσι θα δομε τι ειμ εγ και τι εσαι συ.
Λει πως μλις πγε στο κρεβτι,
αναγολες την πισανε και ργη.
Μονχη, αλαφιασμνη τι θα γνει,
με κπο τις φωνς της κρυφοπνγει.
μως εσες, παρακαλ, μη δεξετε καταφρνια,
γιατ το κθε πλσμα χρειζεται λων μας τη συμπνοια.

Μ' σες τις απμειναν δυνμεις
-η κμαρα της ταν κιλας παγωμνη-
σρθηκε ως τον αππατο (μα πτε,
δε θυμται πια) κι εκε παρατημνη,
γννησε τα χαρματα. Κι τανε λει,
ολτελα χαμνη κι νιωθε πια να κοκαλνει,
μλις μποροσε να κρατσει το παιδ της,
γιατ μες στη σοφτα τρπωνε το χινι.
Κι εσες, παρακαλ, μη δεξετε καταφρνια,
γιατ το κθε πλσμα χρειζεται λων μας τη συμπνοια.

Και ττε, πριν στην κμαρα γυρσει
-μνο ττε-να κλαει αρχινει το παιδ.
Κι εκενη φρνιασε τσο, καθς λει,
που με τις δο γροθις της, σαν τυφλ,
το χτπαε και το χτπαε μχρι να βουβαθε.
Και ττε, πρε το πεθαμνο της μωρ
μες στο κρεβτι σπου να ξημερσει,
και το πρω το κρυψε μες στο πλυσταρι.
Αλλ εσες, παρακαλ, μη δεξετε καταφρνια,
γιατ το κθε πλσμα χρειζεται λων μας τη συμπνοια.

Μαρα Φαρρρ, γεννημνη ναν Απρλη,
στου Μισσεν πθανε τη φυλακ,
κοριτσομνα, καταδικασμνη,
του κθε ανθρπου τις αδυναμες ιστορε.
Σεις που γενντε σε κρεβτια πεντακθαρα
και «ευλογημνες» λτε της κοιλις σας ο καρπς
μη ρχτε στους αδναμους τ ανθεμα.
Βαρ τανε το κρμα της, μα ο πνος της πικρς.
Γι αυτ, παρακαλ, μη δεξετε καταφρνια,
γιατ το κθε πλσμα χρειζεται λων μας τη συμπνοια.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers