Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Brecht Bertolt: Στοχαστής Διαλογικός Πλήρης

 

 Μπέρτολντ Μπρεχτ

                                                Βιογραφικό

      
Ένας ποιητής, μα πρώτα απ' όλα γλωσσική μεγαλοφυία, ήταν ο γερμανός τούτος καλλιτέχνης. Εντούτοις, επειδή αυτή η γλώσσα χτίζεται πάνω σε σχετικά τολμηρή κι άμεση απλότητα, τα έργα του χάνουνε συχνά κάτι στη μετάφραση από τα εγγενή γερμανικά. Όμως παρολαυτά εμπεριέχουν ένα σπάνιο ποιητικό όραμα, μια φωνή που έχει καταχωρηθεί στις σπάνιες του 20ού αιώνα. Θεωρείται ο πατέρας του δραματικού, επικού θεάτρου κι επηρεάστηκε από ευρεία ποικιλία πηγών συμπεριλαμβανομένων: κινεζικού, ιαπωνικού κι ινδικού θεάτρου, Shakespeare, της ελληνικής τραγωδίας, Bόchner, Wedekind, των εκθεσιακών χώρων ψυχαγωγίας, του βαυαρικού λαϊκού παιχνιδιού κ.ά. Μια τέτοια ευρεία ποικιλία πηγών θα μπορούσε να 'χει αποδειχτεί συντριπτική για ένα μικρότερο καλλιτέχνη, αλλ' αυτός είχε τη παράξενη δυνατότητα να παίρνει στοιχεία από τις φαινομενικά ασυμβίβαστες πηγές, να τα συνδυάζει, και να τα κάνει κτήμα του στη τέχνη του.
     Στα πρώιμα έργα του, πειραματίστηκε με dada & expressionism, αλλά στη πιο πρόσφατη εργασία του, ανέπτυξεν ύφος που ταίριαξε περισσότερο στο μοναδικό όραμά του. Απεχθάνθηκε το "αριστοτελικό" δράμα και τις προσπάθειές του να δελεάσει το θεατή απομονώνοντας τον ήρωα και ρίχνοντάς τονε στη λήθη. Συνέπεια τούτου είναι συναισθήματα τρόμου, οίκτου και συναισθηματικής κάθαρσης. Δε θέλησε τις συγκινήσεις, το ακροατήριό του να τις αισθανθεί, θέλησε να το κάνει να σκεφτεί κι έχοντας στο νου τούτο τον στόχο, αποφάσισε να καταστρέψει τη θεατρική παραίσθηση. Το αποτέλεσμα της Ερευνας Brecht ήτανε τεχνική που 'τανε γνωστή ως "verfremdungseffekt" ή "επίδραση αλλοτρίωσης". Είχε σκοπό να ενθαρρύνει το ακροατήριο για να διατηρήσει τη κρίσιμη αποσύνδεσή τους.
     Οι θεωρίες του οδήγησαν σε διάφορα επικά δράματα. Μεταξύ αυτών, μανάδες με θάρρος και παιδιά εμπόροι, στρατιώτες, ζητιάνοι, που λένε την ιστορία τους, ιστορία πολέμων η στάσεων κλπ. Το "Μάνα Κουράγιο" π.χ. ήτανε θρίαμβος κι αποτυχία για κείνον. Αν και το έργο ήτανε μεγάλη επιτυχία, δε κατόρθωσε ποτέ να πετύχει να μεταφέρει στο ακροατήριό του τα νοήματα που πεθύμησε. Αποτυγχάνουν να κινηθούν από τη δύσκολη θέση της επίμονης ηλικιωμένης γυναίκας.
     Γεννήθηκε στο 'Αουξμπουργκ το 1898, από καθολικό πατέρα που 'τανε διευθυντής σ' εταιρεία χαρτιού και προτεστάντισσα μητέρα, κόρη δημοσίου υπαλλήλου. 'Αρχισε να γράφει ποίηση από παιδί και δημοσίευσε τα πρώτα ποιήματά του το 1914. Όταν τελειώσε τη στοιχειώδη εκπαίδευση, στάλθηκε στο Kοnigliches Realgymnasium, όπου κέρδισε τη φήμη του "παιδιού-θαύματος". Το 1917 γράφεται στην Ιατρική Σχολή Ludwig Maximilian University, στο Μόναχο. Στο στρατό υπηρέτησε σα στρατιωτικός δόκιμος γιατρός κι όταν αποστρατεύτηκε προσπάθησε να συνεχίσει τις σπουδές του μα τις εγκατέλειψεν οριστικά το 1921. Το 1918 επωφελείται από μια πολιτικήν αναταραχή στη Βαυαρία και γράφει το πρώτο του θεατρικό, το "Βάαλ", που ανέβηκε τελικά το 1923 κι ήτανε μια ερωτική γιορτή ζωής που γνώρισε την επιτυχία.
     Το 1919 γράφεται στο Κομμουνιστικό Κόμμα, 3 χρόνια μετά αποκτά τον πρώτο του γιο, Φρανκ κι έτσι παντρεύεται τη Marianne Zoff. Το 1924 διορίζεται σύμβουλος στο Θέατρο Βερολίνου. Το 1927 μελετά το "Κεφάλαιο" του Μαρξ. Στη δεκαετία του '30, τα έργα του και τα γραπτά του απαγορευτήκανε στη Γερμανία, με συνοπτική διαδικασία.
     Αυτοεξορίζεται πρώτα στη Δανία, μετά στη Φινλανδία κι από κει, με την οικογένειά του, περνά μέσω Ρωσίας, στις ΗΠΑ κι εγκαθίσταται στη Σάντα Μόνικα. Εκεί επιχείρησε να γράψει για το Χόλυγουντ, μα μόνον ένα έργο του κατάφερε να φανεί υποφερτό και να τύχει μικρής προσοχής. Νιώθει μεγάλη διανοητική μόνωση γιατί οι ιδέες του δεν αντιμετωπιστήκανε σοβαρά από τον κινηματογράφο.
     Το 1947 κατηγορήθηκε για αντιαμερικανική συμπεριφορά κι ενώ τελικά αθωώνεται, χάρις τον πρόεδρο του συμβουλίου που εκθείασε τις αρετές του, εκείνος καταφεύγει στην Ελβετία, χωρίς να περιμένει το ανέβασμα του "Γαλιλαίου" του στη Νέα Υόρκη. Μεταξύ 1938-45 γράφει άλλα 4 έργα και μετά από 15 χρόνια αυτοεξορίας, επιστρέφει στη Γερμανία το 1948. Την επόμενη χρονιά εγκαθίσταται στο Βερολίνο κι ιδρύει το Μαρξιστικό Θέατρο Βερολίνου. Η 2η σύζυγός του, Helene Weigel, ήταν ηθοποιός κι ως εκ τούτου, κοντά του σ' αυτή τη προσπάθεια. Ωστόσο κι εκεί αρχίσανε τα πολιτικά του προβλήματα, με το καθεστώς της Ομοσπονδιακής Δυτικής Γερμανίας, γιατί θεωρήθηκε πως τα έργα του χρήζανε λογοκρισίας. Το 1951, με το "Μάνα Κουράγιο" που παίχτηκε και μετά, το 1954 στο Φεστιβάλ Παρισιού, καθιερώνεται ως ο πιο δημοφιλής καλλιτέχνης και βραβεύεται πρώτα κει κι ύστερα το 1955, του απονέμεται το Βραβείο Ειρήνης του Στάλιν.
     Το 1956, προσβάλλεται από βαριά φλεγμονή των πνευμόνων και στις 14 Αυγούστου, πεθαίνει από θρόμβωση της στεφανιαίας αρτηρίας της καρδιάς, στο Ανατολικό Βερολίνο. Τα έργα του έχουνε μεταφραστεί σε τουλάχιστον 42 γλώσσες κι έχουνε παιχτεί πάνω από 70 φορές ανά την υφήλιο. Στη μνήμη μας ας μείνει σαν ο άνθρωπος-καλλιτέχνης που θέλησε να κάνει ενεργό φόρουμ... συζητήσεων και προβληματισμών, τη Θεατρική Αίθουσα, αλλά μ' ένα τρόπο ποιητικό κι επικοδραματικό. Τα λόγια του:

  "Τίποτε δεν είναι σημαντικότερο από το να μάθουμε να σκεφτόμαστε ανεμπόδιστα κι βαθιά. Η βαθιά σκέψη κάνει και τα μεγάλα πρόσωπα
".

-------------------------------------------------------------------------------------------

                                Το Μυθιστόρημα Της Πεντάρας 
                                                                                      (αποσπάσματα)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ: Το Καπηλειό

     «Κι ό,τι δίνανε το πήρε, ειν' η ανάγκη σκληρή. Είπε όμως (τους ήξερε πια τους ανθρώπους): -Γιατί μου δίνουν στέγη και ψωμί; Αλίμονο! Τι να 'χουν στο μυαλό τους

                      Από τη «Πτώση Του Κυρ-'Αιγκιν», παλιά ιρλανδέζικη μπαλάντα...

     Ένας στρατιώτης, που τον έλεγαν Τζωρτζ Φιουκούμπυ, έφαγε μια σφαίρα στο πόδι στον πόλεμο των Μπόερς, μ' αποτέλεσμα να του το κόψουν από το γόνατο σ' ένα νοσοκομείο του Καιηπτάουν. Όταν γύρισε στο Λονδίνο, του πλήρωσαν εβδομήντα πέντε λίρες κι εκείνος υπόγραψε ένα χαρτί που έλεγε πως δεν είχε πια καμιάν απαίτηση από το κράτος. Με τις εβδομήντα πέντε του λίρες αγόρασε ένα καπηλειό στο Νιουγκαίητ που -όπως τον έπεισαν τα λογιστικά του βιβλία, χιλιολεκιασμένα κατάστιχα γραμμένα με μολύβι- τα 'βγάζε τα σαράντα σελίνια πλούσια-πλούσια.

     Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που μεταφέρθηκε στο μικροσκοπικό δωματιάκι πίσω από το μπαρ, που το δούλευε μαζί με μια γριά, όταν ανακάλυψε ότι το πόδι του δεν του είχε αποδώσει και πολύ: οι εισπράξεις ήταν πάντα πολύ πιο κάτω από σαράντα σελίνια, αν και κανείς δε θα μπορούσε να πει ότι ο στρατιώτης δεν περιποιόταν αρκετά τους πελάτες του. Την αιτία δεν άργησε να τη μάθει: τον τελευταίο καιρό υπήρχε μια οικοδομή στη συνοικία κι οι χτίστες δίνανε κίνηση στο καπηλειό. Τώρα όμως η δουλειά είχε τελειώσει και μαζί της είχε χαθεί κι η πελατεία. Όπως του εξήγησαν, μια πιο προσεχτική ματιά στα βιβλία του θα του το είχε δείξει αυτό από την αρχή. Οι εισπράξεις τού μπαρ τις καθημερινές ήταν πιο μεγάλες απ' ό,τι τις αργίες, φαινόμενο μοναδικό σε τέτοιες επιχειρήσεις. Ο στρατιώτης όμως τα καπηλειά τα ήξερε μονάχα σαν πελάτης, όχι σαν κάπελας. Έτσι, κατάφερε και το κράτησε ίσα-ίσα τέσσερις μήνες -καθώς μάλιστα έχασε πάρα πολύ καιρό να γυρεύει τη διεύθυνση τού προηγούμενου ιδιοκτήτη- και μετά βρέθηκε στο δρόμο.

     Ένα διάστημα έμεινε με τη νεαρή γυναίκα ενός στρατιώτη και διηγιόταν στα παιδιά της ιστορίες από τον πόλεμο, καθώς εκείνη φρόντιζε το μικρομάγαζο που είχε. Κάποτε όμως ο άντρας της έγραψε πως έρχεται με άδεια, κι εκείνη ζήτησε από τον στρατιώτη -που στο μεταξύ, καθώς γίνεται στα στενόχωρα σπίτια, είχε κοιμηθεί μαζί της- να φύγει και μάλιστα γρήγορα. Εκείνος το καθυστέρησε ακόμα λίγο, μα δε μπορούσε να κάνει κι αλλιώς. Πήγε να τη δει μερικές φορές όταν πια ο άντρας της ήταν εκεί, του 'βαλανε και κάτι να φάει, παρ' όλα αυτά, σιγά-σιγά, κατρακυλούσε όλο και πιο κάτω, ώσπου χάθηκε μέσα στην ατέλειωτη στρατιά των δυστυχισμένων που η πείνα αδειάζει μέρα νύχτα σ' όλους τους δρόμους τής πρωτεύουσας τού κόσμου.

     Ένα πρωί στεκόταν πάνω σε μια από τις γέφυρες τού Τάμεση. Δυο μέρες τώρα δεν είχε βάλει στο στομάχι του τίποτα το ουσιαστικό, μιας κι οι άνθρωποι που πλησίαζε στα καπηλειά, φορώντας τη παλιωμένη στρατιωτική του στολή, τον κερνούσαν βέβαια κανένα ποτό, όμως τίποτα περισσότερο. Χωρίς τη στολή δε θα τον κερνούσαν ούτε ποτό, γι' αυτό άλλωστε και τη φορούσε. Τώρα όμως ήταν πάλι με τα πολιτικά του, αυτά που φορούσε όταν ήταν κάπελας. Ο λόγος ήταν ότι σκόπευε να ζητιανέψει και ντρεπόταν. Δε ντρεπόταν για τη σφαίρα στο πόδι ή που είχε κάνει μια αποτυχημένη αγορά, αλλά που θα ήταν αναγκασμένος να ζητάει λεφτά από ανθρώπους που δεν είχε δει ποτέ στη ζωή του. Ο ίδιος πίστευε πως κανείς δε χρωστούσε τίποτα σε κανένα.

     Η ζητιανιά του ερχόταν δύσκολη. Ήταν το επάγγελμα εκείνων που δεν είχαν μάθει τίποτα, μόνο που κι αυτό έπρεπε να το μάθει κανείς, καθώς φαινόταν. Έπιασε αρκετούς διαβάτες στη σειρά, είχε όμως ένα υπεροπτικό ύφος στο πρόσωπο και φρόντιζε να μην τους κόβει τον δρόμο, για να μη νομίσουν πως πάει να τους φορτωθεί. Οι φράσεις του ήταν αρκετά μεγάλες κι έτσι, σαν έφτανε στο τέλος, ο διαβάτης είχε πια προσπεράσει. Ακόμα, δεν άπλωνε το χέρι. Έτσι, είχε πια ταπεινώσει τον εαυτό του πέντε φορές και κανείς τους δεν είχε καταλάβει πως του ζητούσε ελεημοσύνη. Κάποιος άλλος όμως το κατάλαβε. Χωρίς να το περιμένει, άκουσε πίσω του μια βραχνή φωνή να λέει:
 -«Μάζεφτα και δίνε του από δω, παλιόσκυλο!».
     Ένοχος καθώς ένιωθε, ούτε που γύρισε να δει ποιος ήταν, παρά συνέχισε να προχωράει με μαζεμένους τους ώμους. Είχε κάνει καμιά εκατοστή βήματα, όταν πια τόλμησε να κοιτάξει πίσω. Είδε δυο κουρελιασμένους ζητιάνους του χειρότερου είδους να στέκονται δίπλα-δίπλα και να τον κοιτάνε. Τον πήραν από πίσω.
Την άλλη μέρα, κάποιος τον χτύπησε ξαφνικά στην πλάτη. Τριγύριζε στη γειτονιά των ντοκ και κάθε τόσο ζητούσε ελεημοσύνη από κάποιον που δε βρισκόταν σε καλύτερη μοίρα, με μοναδικό αποτέλεσμα να τον αφήνει μ' ανοιχτό το στόμα. Αυτός που τον χτύπησε στην πλάτη τού 'χωσε μαζί και κάτι στην τσέπη. Γύρισε, μα δεν είδε κανένα. Από τη τσέπη του ψάρεψε μια κάρτα από χοντρό χαρτόνι, κατατσαλακωμένη κι απίστευτα βρώμικη, όπου με τυπωμένα γράμματα διακρινόταν η φίρμα «Τζ. Τζ. Πήτσαμ, οδός Ολντ Όουκ 7». Από κάτω ήταν γραμμένο με μολύβι: «αν δήνεις πεντάρα για το τομάρη σου, διεύθυνσης, άνο». Είχε διπλή υπογράμμιση. Το απόγευμα, έξω από ένα μπαρ, του μίλησε ένας ζητιάνος. Ο Φιουκούμπυ τον αναγνώρισε: ήταν ένας από τους δυο τής χτεσινής μέρας. Σήμερα φαινόταν πιο διαλλαχτικός. Ήταν νεαρός ακόμα, και το παρουσιαστικό του δεν ήταν στ' αλήθεια κακό. Έπιασε τον Φιουκούμπυ από το μανίκι και τον τράβηξε μαζί του.

 -«Βρε παλιόσκυλο τού κερατά», άρχισε, με φιλική φωνή κι ολότελα ήρεμα, «δείξε μου το νούμερο σου!».

 -«Ποιό νούμερο;», ρώτησε ο στρατιώτης.

     Ο νεαρός συνέχισε να περπατάει στο πλάι του, πάντα φιλικός, χωρίς όμως να χαλαρώνει το σφίξιμο του. Στη γλώσσα αυτών των στρωμάτων, του εξήγησε πως το καινούριο του επάγγελμα είχε οργάνωση εξίσου καλή με τα υπόλοιπα, μπορεί και καλύτερη, ότι επιτέλους δε βρισκόταν σε καμιά έρημο ανάμεσα σε άγριους, αλλά σε μια μεγάλη κι οργανωμένη πόλη, την πρωτεύουσα του κόσμου. Έτσι λοιπόν, για να ασκήσει την καινούρια του τέχνη, χρειαζόταν ένα νούμερο, ένα είδος άδειας, που την έβρισκες σε ορισμένα μέρη, -όχι δωρεάν, φυσικά-, υπήρχε μία εταιρεία, με γραφεία στην οδό Ολντ 'Οουκ κι ήταν υποχρεωμένος να γίνει μέλος της.

     Ο Φιουκούμπυ άκουγε, χωρίς να κάνει καμιά ερώτηση. Όταν τέλειωσε ο νεαρός, του απάντησε, το ίδιο φιλικά -περπατούσαν σ' ένα πολυσύχναστο δρόμο- πως χαιρόταν που υπήρχε μια τέτοια εταιρεία, όπως για τους οικοδόμους και τους μπαρμπέρηδες, πως όμως ο ίδιος προσωπικά θα προτιμούσε να μην έχει να υπακούει στις εντολές κανενός, γιατί, όπως φαινόταν κι από το ξύλινο του πόδι, στη ζωή του τον είχαν παραφορτώσει με διαταγές και δεν έπαιρνε άλλο. Ο συνοδός του τον άκουσε σα να παρακολουθούσε μιαν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα διάλεξη ενός ανθρώπου με πείρα, με τον οποίο όμως δεν μπορούσε να συμφωνήσει απόλυτα. Ο στρατιώτης τού 'δωσε το χέρι γι' αποχαιρετισμό κι εκείνος τον χτύπησε στον ώμο όπως κάνουμε σ' ένα παλιό γνωστό, γέλασε και πέρασε στο απέναντι πεζοδρόμιο. Στον Φιουκούμπυ δεν άρεσε το γέλιο του.
     Τις επόμενες μέρες πήγαινε όλο και χειρότερα. Έβλεπε ότι, για να παίρνει κανείς ελεημοσύνη κάπως ταχτικά, έπρεπε να 'χει μόνιμο στέκι (και πάλι υπήρχαν στέκια καλά και στέκια άσχημα) κι αυτό του ήταν αδύνατο. Τον έδιωχναν από παντού. Δε μπορούσε να καταλάβει πώς τα κατάφερναν οι άλλοι. Όλοι τους έδειχναν πιο εξαθλιωμένοι απ' αυτόν. Τα ρούχα τους ήταν στην κυριολεξία κουρέλια, άφηναν να φαίνονται τα κόκαλα (αργότερα έμαθε ότι σ' ορισμένους κύκλους το ρούχο που δεν αφήνει να φαίνεται το κρέας είναι σα μια βιτρίνα σκεπασμένη με χαρτί). Χειρότερη ήταν κι η σωματική τους κατάσταση, είχαν πιο πολλές και πιο σοβαρές παθήσεις. Πολλοί κάθονταν κατάχαμα στο κρύο, χωρίς στρωσίδι, ώστε ο διαβάτης να 'ναι στ' αλήθεια σίγουρος πως αυτός ο κακομοίρης δεν θα τη γλίτωνε την αρρώστια. Ο Φιουκούμπυ πολύ θα το 'θελε να καθίσει κι αυτός έτσι κατάχαμα, φτάνει να τον άφηναν. Φαίνεται όμως ότι η αποκρουστική κι αξιολύπητη θέση δεν ήταν του καθενός. Αστυφύλακες και ζητιάνοι δεν τον άφηναν σε ησυχία.

     Μ' όλα αυτά που περνούσε, άρπαξε κρυολόγημα, που τον χτύπησε στο στήθος. Γύριζε τώρα με πόνους και με ψηλό πυρετό. Ένα βράδυ συνάντησε πάλι τον νεαρό ζητιάνο, που τον πήρε αμέσως από πίσω. Δυο δρόμους πιο πέρα, οι ζητιάνοι που τον ακολουθούσαν είχαν γίνει δύο. 'Αρχισε να τρέχει, το ίδιο κι αυτοί. Για να τον χάσουν, έκοψε μέσα σε κάτι στενοσόκακα. Νόμιζε πια πως τα 'χε καταφέρει, όταν τους είδε ξαφνικά μπροστά του, στη γωνιά τού δρόμου. Πριν προλάβει να τους δει από κοντά, άρχισαν να τον χτυπάνε με τα μπαστούνια τους. Ένας μάλιστα έπεσε κάτω και του τράβηξε το ξύλινο πόδι, κάνοντας τον να πέσει ανάσκελα στο πεζοδρόμιο και να χτυπήσει στο πίσω μέρος τού κεφαλιού. Τότε όμως τον άφησαν κι έφυγαν τρέχοντας, γιατί στη γωνία φάνηκε ένας της τροχαίας.

     Ο Φιουκούμπυ πίστευε πως ο αστυφύλακας θα τον σήκωνε. Εκείνη τη στιγμή πρόβαλε από κάποια εσοχή των σπιτιών, ακριβώς δίπλα του, ένας τρίτος ζητιάνος πάνω σ' ένα καρότσι. Έδειξε με το χέρι αυτούς που το 'χανε σκάσει και με φανερή έξαψη άρχισε, καθώς φαινόταν, κάτι να εξηγεί του αστυφύλακα με τη γουργουριστή φωνή του. Καθώς ο Φιουκούμπυ ξανάρχισε να σέρνει το βήμα, αφού ο τροχαίος τον σήκωσε και τον έσπρωξε μπρος με μια κλωτσιά, ο ζητιάνος τον πήρε από πίσω, κυλώντας το καρότσι του με τα δυο χέρια. Έμοιαζε να μην έχει πόδια.

     Έφτασαν σε μιαν άλλη γωνιά κι ο ανάπηρος τράβηξε τον Φιουκούμπυ από το παντελόνι. Βρίσκονταν στην πιο βρώμικη συνοικία. Από τον δρόμο δε χωρούσε να περάσει πάνω από ένας. Δίπλα τους έχασκε ένα χαμηλό πέρασμα, που έβγαζε σε μια σκοτεινή αυλή.
 -«Μπες μέσα!», διάταξε γουργουριστά ο σακάτης. Και καθώς του 'σπρωχνε το πόδι με το καρότσι του, που είχε ένα σιδερένιο παλούκι στο πλάι κι ο Φιουκούμπυ ήταν αδυνατισμένος από την πείνα, τον έφερε τελικά στην αυλή, που ήταν δεν ήταν τρία τετραγωνικά. Προτού προφτάσει ο στρατιώτης να συνέρθει από την έκπληξη του και να ρίξει μια ματιά τριγύρω, ο σακάτης, ένας μεσόκοπος άντρας με σαγόνι πυγμάχου, είχε κιόλας σκαρφαλώσει σαν πίθηκος έξω από το αναπηρικό του καρότσι, είχε μονομιάς ξαναβρεί τα δυο του πόδια και ρίχτηκε πάνω του. Ξεπερνούσε τον Φιουκούμπυ το λιγότερο ένα κεφάλι και τα μπράτσα του ήταν σαν ουραγκοτάγκου.

 -«Βγάλε το σακάκι!», φώναξε. «Δείξε σ' ανοιχτό και τίμιο αγώνα αν είσαι πιο ικανός από μένα να πάρεις την καλή θέση που κυνηγάμε κι οι δυο. "Τόπο στον καλύτερο!" και "Θάνατος στους νικημένους!", να τα συνθήματα μου. Έτσι βοηθάμε όλη την ανθρωπότητα, γιατί έτσι μονάχα οι καλύτεροι ανεβαίνουν ψηλά και καταχτούνε το ωραίο πάνω στη γη. Όχι όμως ανέντιμα μέσα, όχι χτύπημα κάτω από τη ζώνη, ούτε στο σβέρκο. Και όχι γόνατα! Για να 'ν' έγκυρος, ο αγώνας πρέπει να γίνει με τους κανόνες τής Βρετανικής Πυγμαχικής Ομοσπονδίας!».

     Ο αγώνας δεν κράτησε πολύ. Ο Φιουκούμπυ σύρθηκε πίσω από τον γέρο, ψυχικό και σωματικό ερείπιο. Για την οδό Ολντ Όουκ ούτε λέξη πια. Μια βδομάδα τη πέρασε κάτω από την απόλυτη εξουσία του γέρου, που τον έστηνε, πάλι με τη στολή, σε μια ορισμένη γωνία και το βράδυ, αφού κάνανε τον λογαριασμό, του 'δινε να φάει. Οι εισπράξεις του όμως δεν ξεπερνούσαν ποτέ ένα πολύ χαμηλό ποσό. Έπρεπε να τις δίνει όλες του γέρου κι έτσι συχνά ούτε που ήξερε αν οι πενταροδεκάρες που μάζευε έφταναν για τις ψητές ρέγκες και το λίγο ρακί που ήταν η κύρια τροφή του. Οι εισπράξεις τού γέρου, που ήταν θεόγερος και φαινόταν πολύ πιο σακάτης από τον στρατιώτη, ήταν ασύγκριτα πιο πολλές.

     Με τον καιρό, ο στρατιώτης καταστάλαξε στην πεποίθηση πως το μόνο που ήθελε ο αρχηγός του, ήταν να πιάσει τη θέση πάνω στη γέφυρα απέναντι του. Η βασική πηγή των εισπράξεων ήταν αυτοί που περνούσαν ταχτικά από κει, κάθε πρωί ή, αν πήγαιναν πρωί και βράδυ στη δουλειά, καθώς γύριζαν. Δίνανε μόνο μια φορά και χρησιμοποιούσαν βέβαια κατά κανόνα το ίδιο πεζοδρόμιο, καμιά φορά όμως άλλαζαν, αριά και που. Ποτέ δε μπορούσε κανείς να τους έχει απόλυτη εμπιστοσύνη. Ο Φιουκούμπυ ένιωθε πως είχε κάνει κάποια πρόοδο, όχι όμως αρκετή. Είχε περάσει η πρώτη βδομάδα, όταν ο γέρος πήρε κλήση από τη μυστηριώδη εταιρεία τής οδού Ολντ Όουκ, καταπώς έδειχνε, εξαιτίας του στρατιώτη. Νωρίς ένα πρωί, καθώς ο Φιουκούμπυ κι ο γέρος έβγαιναν από τ' αμπάρι όπου περνούσαν τις νύχτες, τους ρίχτηκαν τρεις-τέσσερις ζητιάνοι και τους πήραν σ' ένα σπίτι αρκετούς δρόμους πιο πέρα, μ' ένα μικρό κι απίστευτα βρώμικο μαγαζάκι που είχε μια ταμπέλα με τη λέξη «Όργανα».

     Πίσω από τον σκουληκοφαγωμένο πάγκο στέκονταν δυο άντρες. Ο ένας, κοντόσωμος και ξερακιανός, με πρόστυχη έκφραση στο πρόσωπο, ντυμένος μ' ένα παντελόνι που θα ήταν κάποτε μαύρο κι ένα όμοιο γελέκο, έστεκε μ' ανασηκωμένα μανίκια κι ένα στραπατσαρισμένο ψηλοκάπελο, που το φορούσε πολύ πίσω, μπροστά στο παράθυρο, με τα χέρια στις τσέπες και κοίταζ' έξω στην ομίχλη τού πρωινού. Ο άλλος ήταν χοντρός, με πρόσωπο κόκκινο σαν αστακού κι ακόμα πιο πρόστυχο αν ήταν δυνατό.

 -«Καλημέρα, κύριε Σμίθυ» χαιρέτησε ειρωνικά, όπως ακούστηκε, τον γέρο και προχώρησε πρώτος στην πόρτα με το τσίγκινο ντύσιμο, που 'βγαζε στο διπλανό δωμάτιο. Ο γέρος έριξε ένα ανήσυχο βλέμμα γύρω και τον ακολούθησε, μαζί μ' αυτούς που τον είχαν φέρει. Το πρόσωπο του είχε γίνει γκρίζο. Τον Φιουκούμπυ τον άφησαν να περιμένει, σαν να τον είχαν ξεχάσει. Στον τοίχο τού μαγαζιού κρέμονταν κάμποσα μουσικά όργανα, παλιές στραπατσαρισμένες τρουμπέτες, βιολιά χωρίς χορδές, ξεχαρβαλωμένες λατέρνες. Οι δουλειές δεν έμοιαζαν να πηγαίνουν καλά, όλα είχαν ένα παχύ στρώμα σκόνης. Αργότερα, ο Φιουκούμπυ θα μάθαινε πως όλ' αυτά δεν έπαιζαν κανέναν ιδιαίτερο ρόλο σ' εκείνο το μαγαζί κι η στενή πρόσοψη του σπιτιού με τα δυο μονάχα παράθυρα ήταν απατηλά ταπεινή, σε σχέση μ' αυτά που κρύβονταν πίσω της. Η ίδια μετριοφροσύνη χαρακτήριζε, τέλος και τον πάγκο του μαγαζιού με το ξεχαρβαλωμένο συρτάρι για ταμείο.

     Το παμπάλαιο αυτό συγκρότημα, τρία πολύ ευρύχωρα σπίτια και δύο αυλές, στέγαζε ένα ραφτάδικο με μισή δωδεκάδα κορίτσια κι ένα τσαγκαράδικο με όχι λιγότερους τεχνίτες πρώτης γραμμής. Πάνω απ' όλα όμως ερχόταν η καρτοθήκη με τα πάνω από έξι χιλιάδες ονόματα υπαλλήλων και των δύο φύλων που είχαν την τιμή να δουλεύουν όλοι τους γι' αυτό το Γραφείο. Όχι πως ο στρατιώτης καταλάβαινε κιόλας τον τρόπο που λειτουργούσε αυτή η ιδιότυπη και ύποπτη επιχείρηση, θα χρειαζόταν βδομάδες γι' αυτό. Είχε όμως αρκετό μυαλό για να καταλαβαίνει πως ήταν μεγάλη τύχη γι' αυτόν να μπει σ' αυτή τη μεγάλη, μυστική και πανίσχυρη οργάνωση. Ο κύριος Σμίθυ, ο πρώτος του εργοδότης, δεν ξαναφάνηκε εκείνο το πρωινό. Ο στρατιώτης δεν τον ξανάδε, παρά μόνο δυο-τρεις φορές και μονάχα από μακριά. Πέρασε κάμποση ώρα. Ο χοντρός άνοιξε λίγο την πόρτα και φώναξε μες στο μαγαζί:
 -«Έχει αληθινό ξυλοπόδαρο».

     Ο κοντόσωμος, που 'μοιαζε να 'ναι το αφεντικό εκεί μέσα, πλησίασε τον Φιουκούμπυ και με μια γρήγορη κίνηση του ανασήκωσε το παντελόνι για να δει το ξύλινο πόδι. Μετά γύρισε πάλι στο παράθυρο του με τα χέρια ξανά στις τσέπες, κοίταξε λίγο έξω κι είπε απαλά:

 -«Τί ξέρετε να κάνετε;».

 -«Τίποτα», είπε ο στρατιώτης, το ίδιο απαλά. «Ζητιανεύω».

 -«Αυτό το θέλει ο καθένας», είπε ο κοντός ειρωνικά, χωρίς καν να γυρίσει προς το μέρος του. «Έχετε ένα ξύλινο πόδι. Και γι' αυτό θέλετε να ζητιανέψετε; Αχ! το χάσατε, λέτε, αυτό το πόδι στην υπηρεσία της πατρίδας; Τόσο το χειρότερο για σας! Αυτό θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα; Ασφαλώς! (εκτός κι αν είναι ο υπουργός Στρατιωτικών). Κι όταν χάσει κανείς το πόδι του, λέτε, περιμένει πια από τους άλλους; Χωρίς αμφιβολία! Εξίσου βέβαιο είναι όμως ότι κανείς δε βάζει εύκολα το χέρι στη τσέπη! Οι πόλεμοι, αυτοί είναι ειδικές περιπτώσεις. Όταν γίνεται σεισμός κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Σαν να μην το ξέραμε με τι σκατά τον πληρώνουν τον πατριωτισμό! Στην αρχή έρχονται όλοι πρόθυμοι-πρόθυμοι για κατάταξη κι ύστερα, όταν πάει πια το πόδι, μη τους είδατε! Κι ολ' αυτά χωρίς να λογαριάζουμε τις αμέτρητες φορές που ο πρώτος αμαξάς, που χάνει το πόδι του στη δουλειά, αρχίζει να μιλάει για τη μάχη του Τάδε! Το βασικό όμως είναι: νά, ο λόγος που το έχουν τόσο τιμητικό να πας στον πόλεμο για την πατρίδα, γι' αυτό φορτώνουν όλους αυτούς τους γενναίους με δόξες και τιμές, όλα τούτα επειδή μετά χάνεις το πόδι σου! Αν δεν υπήρχε αυτός ο μικρός κίνδυνος, -έστω, αυτός ο μεγάλος κίνδυνος-, τι λόγο θα 'χε η βαθιά ευγνωμοσύνη ολόκληρου του έθνους; Στην πραγματικότητα είστε διαδηλωτής κατά του πολέμου, ύποπτο να το αρνιέστε! Στεκόσαστε κει χωρίς καν να προσπαθείτε να κρύψετε την αναπηρία σας κι είναι σα να λέτε: "αχ, τι φριχτός που ειν' ο πόλεμος, μένει κανείς σακάτης εκεί πέρα!" Θα 'πρεπε να ντρέπεστε! Ο πόλεμος είναι πιο πολύ φριχτός από απαραίτητος. Θέλετε δηλαδή όλα να μας τα πάρουν; Θέλετε να 'ρθουνε ξένοι σ' αυτά τα νησιά, εχθροί; Να ζείτε ανάμεσα σ' εχθρούς; Φυσικά όχι! Τα βλέπετε; Με μια κουβέντα, άνθρωπε μου, δε μπορείς να γυρίζεις έτσι... Δεν έχεις πάνω σου τίποτα απ' όσα χρειάζεται...».

     Μόλις τέλειωσε, βγήκε από το δωμάτιο και πήγε στο γραφείο, πίσω από τη πόρτα με το τσίγκινο ντύσιμο, χωρίς ούτε να κοιτάξει τον στρατιώτη. Βγήκε όμως ο χοντρός και (εξαιτίας τού ποδιού του καθώς είπε) τον πέρασε μεσ' από μιαν αυλή σε μια δεύτερη, όπου τον παράδωσε σ' ένα που γύμναζε σκυλιά. Από τότε ο στρατιώτης περνούσε τις μέρες του στην πρώτη αυλή, να προσέχει τα σκυλιά για τους τυφλούς. Δεν ήταν καθόλου λίγα και δε τα 'χανε μαζέψει με κριτήριο την ικανότητα τους να οδηγούν τους τυφλούς (απ' αυτούς τους δυστυχισμένους δεν υπήρχαν εδώ, παρά πιο λίγοι από πέντε), αλλά γι' άλλους λόγους. Έπρεπε να προκαλούν αρκετά τη συμπόνια, δηλαδή να δείχνουν αρκετή κακομοιριά. Αυτό ήταν σε μεγάλο βαθμό ζήτημα διατροφής κι αυτά εδώ μοιάζανε πολύ κακομοιριασμένα στ' αλήθεια. Αν γινόταν καμιά απογραφή και ρωτούσαν τον στρατιώτη το επάγγελμα του, θα βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση κι αυτό, ανεξάρτητα από το φόβο μην ενδιαφερθεί η αστυνομία. Δε μπορούσες να τον πεις ζητιάνο. Ήταν υπάλληλος σ' επιχείρηση που πουλούσε είδη για ζητιάνους.

     Κανείς δε προσπαθούσε πια να τον κάνει ζητιάνο σχετικά αποδοτικό. Οι ειδικοί εδώ το 'χανε καταλάβει με τη πρώτη ματιά πως ποτέ δε θα μπορούσε να καταφέρει κάτι τέτοιο. Είχε σταθεί τυχερός. Του λείπαν' όλες οι ιδιότητες που κάνουν ένα καλό ζητιάνο, είχε όμως ένα ξύλινο πόδι, πράγμα που δε θα μπορούσε να το πει ο καθένας εκεί μέσα, έν' αληθινό ξύλινο πόδι. Κι αυτό έφτανε για να του εξασφαλίσει δουλειά. Αργά και που τον φώναζαν στο μαγαζί για να δείξει το ξύλινο του πόδι σε κάποιον υπάλληλο του πιο κοντινού αστυνομικού τμήματος. Γι' αυτή τη δουλειά το πόδι του δεν θα χρειαζόταν να 'ναι τόσο αληθινό όσο δυστυχώς ήταν, ο υπάλληλος ούτε που το κοίταζε καν. Σχεδόν πάντα τύχαινε να βρεθεί στο μαγαζί η δεσποινίς Πόλυ Πήτσαμ, η κόρη του αφεντικού κι εκείνη ήξερε να κουμαντάρει τους υπαλλήλους.

     Βασικά όμως τους έξι μήνες που του 'μεναν ακόμα, ο παλιός στρατιώτης τους έζησε μαζί με τα σκυλιά. Μετά, του 'γραφε να χάσει αυτή τη ζωή, που 'χε γίνει μάλλον φτωχή, μ' έναν αξιοπρόσεχτο τρόπο, κάτω από τα χειροκροτήματα του πλήθους, μ' ένα σκοινί στο λαιμό.

     Ο κοντόσωμος άντρας που είχε δει το πρώτο πρωινό της παρουσίας του σ' αυτό το ενδιαφέρον ίδρυμα να στέκει μπροστά στο παράθυρο, ήταν ο κύριος Τζονάθαν Τζερεμία Πήτσαμ.
...
 Το Τραγούδι Της Πόλλυ Πήτσαμ

Κάποτε νόμιζα, όταν ήμουν ακόμα αγνή
-αγνή ναι, όπως ήσουν κι εσύ-
Ίσως έρθει και σε μένα κάποιος μια φορά
Και θα πρέπει να ξέρω τι να ειπώ.
Κι αν έχει λεφτά
Κι αν είναι κύριος
Κι αν ο γιακάς του είναι πάντα καθαρός
Κι αν ξέρει όλα όσα θέλει μια κυρία
Θα του πω "όχι"!
Κρατάει τότε κανείς το κεφάλι ψηλά
Και μένει ολότελα αδέσμευτος.
Βέβαια, όλη τη νύχτα λάμπει το φεγγάρι
Βέβαια, το βαρκάκι δένεται στην όχθη
Όμως άλλο τίποτα.
Ε δε γίνετ' έτσι σκέτα να ξαπλώνεσαι!
Ναι, σκληρός κι άκαρδος να 'ναι κανείς.
Ναι, μπορούσαν τόσα να γίνουν.
Μα αχ, τότε μονάχα το "όχι".

Ο πρώτος που ήρθε ήταν απ' το Κεντ
Κι ήταν πολύ καθωςπρέπει.
Ο δεύτερος είχε τρία καράβια αραγμένα
Κι ο τρίτος χαμένο το νου του για μένα.
Κι αν είχαν λεφτά
Κι αν ήταν κύριοι
Κι αν ο γιακάς τους ήταν πάντα καθαρός
Κι αν ήξεραν όλα που θέλει μια κυρία
Εγώ όμως τους είπα: "Όχι".
Κρατάει κανείς το κεφάλι ψηλά.
Κι έμεινα ολότελα αδέσμευτη.
Βέβαια, όλη τη νύχτα το φεγγάρι
Βέβαια, το βαρκάκι δέθηκε στην όχθη.
Όμως άλλο τίποτα.
Ε δε γίνετ' έτσι σκέτα να ξαπλώνεσαι!
Ναι, έπρεπε σκληρή κι άκαρδη να 'μαι.
Βέβαια, μπορούσανε τόσα να γίνουν!
Τότε όμως μονάχα το "όχι".

Αλλά μια μέρα, με γαλάζιο ουρανό
Ήρθ' ένας, χωρίς παρακάλια
Κρεμάει το καπέλο στο καρφί στη κάμαρά μου
Και δεν ήξερα πια τι να ειπώ.
Κι αν δεν είχε λεφτά
Κι αν κύριος δεν ήταν
Κι ο γιακάς του ούτε τις σκόλες καθαρός
Κι αν δεν ήξερε όσα θέλει μια κυρία
Σ' αυτόν δεν είπα "όχι".
Τότε ψηλά δε κρατάς το κεφάλι
Ούτε μένεις άλλο πια αδέσμευτη.
Αχ, έλαμπε όλη τη νύχτα το φεγγάρι
Και το βαρκάκι λύθηκε απ' την όχθη.
Κι ούτε μπορούσε να γίνει κι αλλοιώς.
Τότε πια, τι να κάνεις, ξαπλώνεσαι.
Δε μπορείς να 'σαι σκληρή, ούτε άκαρδη.
Αχ, πόσα πολλά ήταν να γίνουν
Τότε "όχι" δεν υπήρχε πια.
...

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ
:
Το Τάλαντο Των Φτωχών

Όνειρο του στρατιώτη Φιουκούμπυ

     Κι ο στρατιώτης Φιουκούμπυ ήταν στην Αγία Τριάδα. Από τον καιρό που είχε χτυπήσει τον Κόουξ, μονάχα μια φορά είχε φανεί στην οδό Ολντ Όουκ. Ο Μπήρυ τον είχε πετάξει έξω στη στιγμή. Στην Αγία Τριάδα πήγε γιατί είχε την ελπίδα να πλησιάσει τον κύριο Πήτσαμ. Ήξερε πως εκείνος κάποια σχέση είχε με το καράβι που βούλιαξε. Φυσικά όμως δεν τα κατάφερε. Έτσι, άκουσε μέσα στην εκκλησία -που, όπως κι αν είχε, θερμαινόταν- την ομιλία με τα τάλαντα. Από τότε τριγύριζε κοντά στα ντοκ, χωρίς στέγη, χωρίς φίλους, προσπαθώντας να ξεφεύγει από την αστυνομία. Μέρα με τη μέρα βούλιαζε και πιο πολύ. Για την κατηγορία στην υπόθεση Μαίρη Σουαίηερ δεν έμαθε τίποτα, γιατί δε διάβαζε εφημερίδες.
     Μια κρύα μέρα του Νοέμβρη, στην οδό Γουέστ Ίντια έγινε μια φασαρία μπροστά σ' ένα ψωμάδικο. Ένας κοντούλης νεαρός πήρε από το πάγκο ένα καρβέλι ψωμί και βγήκε τρέχοντας. Οι υπάλληλοι έβαλαν τις φωνές και μερικοί βεβαίως άρχισαν να κυνηγάνε τον κλέφτη. Εκείνος έτρεχε γρήγορα, όσο τον άφηναν τα κοντά του τα πόδια, δεν έφτασε όμως μακριά. Σε μια γωνιά του 'βαλε κάποιος τρικλοποδιά, έπεσε στο πεζοδρόμιο, τον έπιασαν, τον γύρισαν στο μαγαζί και σε λίγο τον πήρε ένας αστυνομικός. Ο κόσμος διαλύθηκε βρίζοντας.
     Ανάμεσα σ' αυτούς που είχαν κυνηγήσει τον νεαρό μετά την κλοπή ήταν κι ένας κουρελής άνθρωπος ακαθόριστης ηλικίας. Όταν παράδωσαν το παιδί στην αστυνομία, εκείνος έφυγε κατά τα ντοκ. Ήξερε εκεί ένα μέρος να περάσει τη νύχτα. Για την ακρίβεια, ήταν εκείνος που έβαλε την τρικλοποδιά στο νεαρό. το 'κανε ολότελα μηχανικά. Όταν έφτασε κάτω από τη γέφυρα του, έβγαλε κάτι μισοσαπισμένο από την τσέπη, το 'βγαλε από το χαρτί, το 'φαγε αργά, έβγαλε τα απομεινάρια των παπουτσιών που έσερνε μαζί με τα πόδια του, σήκωσε μια ορισμένη κοτρόνα, έβγαλε από κάτω δυο εφημερίδες, κάθησε, άπλωσε τις εφημερίδες στα πόδια του, άφησε το πανωκόρμι να πέσει πίσω, ακούμπησε το κεφάλι στο σακάκι, που το 'χε βγάλει στο μεταξύ και στα δυο του χέρια και μαζεύτηκε όσο πιο πολύ μπορούσε. Αποκοιμήθηκε κι ονειρευόταν.
     Μετά τα χρόνια της εξαθλίωσης ήρθε η μέρα της νίκης. Οι μάζες ξεσηκώθηκαν, τίναξαν επιτέλους από πάνω τους τους βασανιστές τους, ξέπλυναν μεμιάς από πάνω τους τους παρηγορητές τους, που ίσως να 'ταν οι πιο τρομεροί τους εχθροί, άφησαν τελειωτικά πίσω) όλες τις κούφιες ελπίδες και κατάχτησαν τη νίκη. Όλα άλλαξαν από τη ρίζα τους. Η προστυχιά έχασε τη μεγάλη της υπόληψη, το χρήσιμο το σέβονταν όλοι, η βλακεία έχασε τα προνόμια της, η ωμότητα δεν έφερνε πια κέρδη. Όχι το πρώτο, ούτε το δεύτερο πράγμα που είχαν να κάνουν, το τρίτο όμως ή το τέταρτο ήταν: μια μεγάλη Δίκη.
     Ο καθένας το ξέρει, τι είν' αυτό. Γι' αυτό το Δικαστήριο μιλούσε ξανά και ξανά όλος ο κόσμος -από τους παλιούς καιρούς το περίμεναν όλοι- κάθε λαός το ζωγράφιζε στα λόγια του με προσοχή. Μερικοί άνθρωποι είχαν προσπαθήσει να το μεταθέσουν στο τέλος τού χρόνου, αυτά όμως ήταν ύποπτα πράγματα, γιατί σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσαν οι λαοί να περιμένουν τόσον καιρό. Ούτε λόγος δε μπορούσε να γίνει πως το Δικαστήριο αυτό θα 'ταν τάχατες στο τέλος κάθε ζωής σ' αυτό τον κόσμο, γιατί στην πραγματικότητα μονάχα μετά από κείνο θ' άρχιζε η ζωή. Προτού γίνει αυτό το Δικαστήριο κανείς δεν μπορούσε βέβαια να μιλάει για αληθινή ζωή. Τώρα λοιπόν έγινε.
     Αυτός που ονειρευόταν ήταν ο πρόεδρος. Έγινε βέβαια μετά από σκληρό αγώνα, μιας κι είχε παρουσιαστεί σωρός από υποψήφιους, που φώναζαν και χτυπούσαν σαν τρελοί ένα γύρω για να κερδίσουν αυτή τη διάκριση. Επειδή κανείς δε μπορεί να εμποδίσει έναν που ονειρεύεται να πάρει τη νίκη, γι' αυτό ο φίλος μας έγινε πρόεδρος στο πιο μεγάλο δικαστήριο όλων των καιρών, του μοναδικού στ' αλήθεια απαραίτητου, καθολικού και δίκαιου. Δε θα 'φερνε μπροστά τους μόνο τους ζωντανούς, παρά και τους νεκρούς, όλους που κάποτε είχαν χτυπήσει τους φτωχούς κι ανυπεράσπιστους, με έργα ή και με λόγια μονάχα. Η δουλειά τού στρατιώτη Φιουκούμπυ, που ήταν τώρα ανώτατος δικαστής, θα 'ταν γιγάντια. Υπολόγιζε να κρατήσει εκατοντάδες χρόνια. Γιατί έπρεπε όλοι που τους είχαν ποδοπατήσει στη ζωή να μπορέσουν να καταγγείλουν.
     Μετά από βαθιά σκέψη που μοναχή της κράτησε μήνες, ο ανώτατος δικαστής αποφάσισε ν' αρχίσει μ' έναν άνθρωπο που, σύμφωνα με τη μαρτυρία ενός επισκόπου σε μια νεκρώσιμη τελετή για πνιγμένους φαντάρους, είχε μηχανευτεί μια παραβολή που τη χρησιμοποιούσαν δυο χιλιάδες χρόνια σ' όλα τα κηρύγματα και που κατά την άποψη του ανώτατου δικαστή αποτελούσε ένα ξεχωριστό κακούργημα. Η δίκη έγινε σε μιαν αυλή όπου, παράξενο, κρέμονταν ασπρόρουχα για να στεγνώσουν και μπροστά σε δεκατέσσερους σκύλους που κάθονταν μέσα σε μια μάντρα κι άκουγαν. Δεν τους είχαν δώσει φαΐ και δε θα τους έδιναν ως να βγει η απόφαση.
     Τον κατηγορούμενο τον έφεραν δυο ζητιάνοι. Ήταν μικρέμπορας ή βιοτέχνης, το 'βλεπες από το φτηνό του, αλλά ταχτικό κουστούμι και το σκληρό κολάρο. Πάνω στην έδρα του δικαστή ήταν ένα μαχαίρι κι ένα γράμμα γραμμένο με μελάνι, μ' έναν αριθμό δικογράφου επάνω. Η δίκη άρχισε με μιαν ερώτηση τού ανώτατου δικαστή, αν ήξερε τη σημασία που είχαν τα λόγια του κι ο λόγος γενικά.
     Ο κατηγορούμενος απάντησε: ναι, σαν θρησκευτικός λειτουργός ήταν πασίγνωστος. Την απάντηση του την έγραψε, καθώς κι όλες τις απαντήσεις, ένας γιγαντόσωμος ζητιάνος, ο κύριος Σμίθυ, ένας άνθρωπος που ήταν γνωστός στον ανώτατο δικαστή για την ακρίβεια του στην καταγραφή. Στον καιρό του, δηλαδή, κατάγραφε με ασυνήθιστη ακρίβεια τις εισπράξεις τού υπαλλήλου του Φιουκούμπυ στη ζητιανιά -τις ζητούσε αυτές τις εισπράξεις. Η δεύτερη ερώτηση του ανώτατου δικαστή ήταν αν ο κατηγορούμενος αναγνώριζε την ενοχή του, ότι δηλαδή στη παραβολή του είχε αναληθείς περιγραφές γεγονότων κι ότι τις είχε διαδώσει.
     Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ταραγμένος μια τέτοια ενοχή. Ήταν απόλυτα δυνατό, είπε, μ' επιμέλεια και κατάλληλη επιχειρηματική διαχείριση να βγάλει κανείς από ένα τάλαντο πέντε ή ακόμα και δέκα τάλαντα. Στην ερώτηση, με τι λογής επιχειρηματική διαχείριση, δεν ήξερε ν' απαντήσει παρά: με τη κατάλληλη, τη καθιερωμένη διαχείριση. Στην επιμονή τού ανώτατου δικαστή παραδέχτηκε πως δεν είχε ενδιαφέρον για οικονομικά ζητήματα και λεπτομέρειες. Επομένως δεν ήξερε και πολλά γι' αυτά. Ο ανώτατος δικαστής τον κοίταξε επίμονα, για να δει αν αυτή ήταν η αλήθεια και μετά χτύπησε με τη γροθιά του το τραπέζι, έτσι που το σκουριασμένο μαχαίρι και το γράμμα τινάχτηκαν ψηλά. Αλλά δεν είπε τίποτα. Συνέχισε τις ερωτήσεις.
 -«Στη παραβολή λέγατε πως όχι μονάχα μερικοί άνθρώποι, αλλά όλοι, δηλαδή όλοι οι άνθρωποι που υπάρχουν στον κόσμο, παίρνουν από ένα τάλαντο; Σας εφιστώ τη προσοχή στο ότι αυτό είναι το κεντρικό σημείο».
     Ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι είχε πει τέτοια πράγματα. Μονάχα που φαινόταν απορημένος που αυτό ήταν το κεντρικό σημείο.
 -«Τότε πέστε μας, κατηγορούμενε», συνέχισε ο ανώτατος δικαστής, ολότελα ήρεμος, «που το ακούσατε ότι όλοι οι άνθρωποι πάνω στη γη παίρνουν ένα τέτοιο τάλαντο στο χέρι, που αυξάνει και γίνεται πέντε ή και δέκα τάλαντα;».
 -«Αυτό λέγανε όλοι», απάντησε ο κατηγορούμενος αργά, γιατί σκεφτόταν ακόμα, γιατί να 'ταν ειδικά αυτό το κεντρικό σημείο.
 -«Θα τους καλέσουμε και θα τους ρωτήσουμε, εκείνους που σας το είπαν αυτό», πρότεινε με σοβαρότητα ο δικαστής. Κουδούνισε με το μεσημεριάτικο καμπανάκι κι από πίσω απ' τα ασπρόρουχα βγήκαν κάμποσοι άνθρωποι, όμοια ντυμένοι και με το ίδιο σκληρό κολάρο που φορούσε ο κατηγορούμενος, γνωστοί του, απ' τα νιάτα του, γείτονες, δάσκαλοι κι αρχιτεχνίτες, ακόμα και συγγενείς. Ήρθαν μπροστά στην έδρα και ανακρίθηκαν. Είπαν πως όλοι τους είχαν πάρει ένα τάλαντο. Σα τέτοιο τάλαντο θεωρούσαν την κοινή τους λογική, τις γνώσεις τους στη δουλειά, την εργατικότητα τους.
 -«Και μήπως είχατε και τίποτ' άλλο;», ρώτησε ο δικαστής. Τότε ένας τους είπε πως είχε κι ένα μαραγκούδικο. Αυτός ήταν ο πατέρας του κατηγορούμενου. Ένας άλλος είχε πάρει από τους γονιούς του τα λεφτά για να πάει σχολείο. Αυτός ήταν ο δάσκαλος τού κατηγορούμενου. Ένας τρίτος είχε κληρονομήσει ένα μπακάλικο. Αυτός ήταν ένας γείτονας του κατηγορούμενου. Ο δικαστής κουνούσε το κεφάλι κάθε φορά καταφατικά, σαν να περίμενε ακριβώς αυτό και τίποτα άλλο. Έριξε μια ματιά στα σκυλιά, που στριμώχνονταν στις σιδερένιες μπάρες της μάντρας τους και τους γέλασε, αθόρυβα όμως.
 -«Ώστε λοιπόν ήταν κι ένα σωρό πράγματα αυτό το τάλαντο, δεν είναι έτσι;», είπε μονάχα. Και στους μάρτυρες είπε: «Το εκμεταλλευθήκατε και καλά αυτό σας το τάλαντο;». Και φώναξαν όλοι με δυνατή φωνή πως το 'χαν εκμεταλλευτεί όσο πιο καλά μπορούσαν, πως είχαν διατηρήσει το αρχικό, είχαν κερδίσει και καινούριο και μέσα σ' όλα είχαν αναθρέψει και τα παιδιά κι είχαν δώσει κι από 'να τάλαντο στο καθένα. Ο δικαστής χαμογέλασε πάλι στα σκυλιά. Μετά ξανάφερε μπροστά του τον κατηγορούμενο. Δεν είχε βρει ποτέ στη ζωή του ανθρώπους χωρίς τέτοιο τάλαντο καθώς είχαν όλοι οι μάρτυρες; Ο κατηγορούμενος κούνησε το κεφάλι. Τότε χτύπησε ο ανώτατος δικαστής ξανά με το κουδουνάκι του φαγητού κι από πίσω από τ' ασπρόρουχα βγήκαν άλλοι άνθρωποι. Ήταν πιο κακοντυμένοι από τους προηγούμενους και τα βήματα τους πιο κουρασμένα.
 -«Ποιοί είστε σεις;», ρώτησε ο δικαστής. «Και γιατί κρατιέστε μακριά απ' τους μάρτυρες που βρίσκονται κιόλας εδώ;». Αποδείχτηκε πως ήταν οι βοηθοί, οι υπηρέτες κι οι υπηρέτριες των άλλων. Δεν ήθελαν να 'ναι τόσο ξεδιάντροποι και να 'ρθουν πολύ κοντά στ' αφεντικά τους.
 -«Γνωρίζετε τον κατηγορούμενο;», τους ρώτησε ο δικαστής. Τον ήξεραν. Ήταν αυτός που τους είχε μιλήσει πολλές φορές. Ανάμεσα στ' άλλα τους είχε πει πως ο καθένας είχε πάρει ένα τάλαντο από τον Θεό, τις πνευματικές και σωματικές του δυνάμεις, που έπρεπε να τις αυξάνει και να τις χρησιμοποιήσει σωστά. Το 'χαν ακούσει από το ίδιο του το στόμα.
 -«Ώστε σας ήξερε λοιπόν;», τους ανάκρινε ο δικαστής.
 -«Φυσικά», απάντησαν κι ο κατηγορούμενος έπρεπε να παραδεχτεί πως τους ήξερε. «Το δικό σας το τάλαντο, πολλαπλασιάστηκε;», ρώτησε αυστηρά ο ανώτατος δικαστής. Τρόμαξαν κι είπαν: -«Όχι».
 -«Εκείνος, το είδε που δε πολλαπλασιάστηκε;».
     Σ' αυτή την ερώτηση δεν ήξεραν στην αρχή τι να πουν. Αφού όμως σκέφτηκαν για λίγο, βγήκε ένας μπροστά, ένας κοντούλης νεαρός, που ήταν φτυστός ο νεαρός που ο στρατιώτης Φιουκούμπυ του 'χε βάλει τρικλοποδιά μπροστά σ' ένα ψωμάδικο, τρικλοποδιά μ' ένα πόδι που ήταν ξύλινο. Στάθηκε θαρρετά μπρος στον δικαστή κι είπε δυνατά:
 -«Πρέπει οπωσδήποτε να το 'βλεπε, γιατί εμείς παγιαίναμε όταν ήταν κρύο και πεινούσαμε και πριν και μετά το φαΐ. Δες και μοναχός σου αν μας φαίνεται ή όχι». Έβαλε τα δυο δάχτυλα στο στόμα και σφύριξε κι από πίσω από τ' ασπρόρουχα, πιο βρεμένη όμως από τους άλλους, βγήκε μια γυναίκα κι ήταν ολόιδια η μικρεμπόρισσα Μαίρη Σουαίηερ. Ο ανώτατος δικαστής έσκυψε μπροστά από την καρέκλα του, για να τη δει καλύτερα.
 -«Ήθελα να σε ρωτήσω αν είναι κρύο εκεί απ' όπου έρχεσαι, Μαίρη», είπε δυνατά, «το βλέπω όμως, πως δε χρειάζεται. Βλέπω πως είναι κρύο εκεί απ' όπου έρχεσαι».
μιας κι είδε πως ήταν εξαντλημένη, είπε: «Κάθισε, Μαίρη, περπάτησες πάρα πολύ».
Κοίταξε τριγύρω για καρέκλα, δεν είδε όμως καμιά. Ο δικαστής χτύπησε το κουδούνι, κι έπεσε χιόνι από τον ουρανό, όμως μονάχα σε μια μεριά, σαν μια κολόνα όχι πιο παχιά από 'να συνηθισμένο κορμό από δέντρο, ώσπου έγινε ένα σκαμνί από χιόνι, που μπορούσε να καθίσει. Ο δικαστής την περίμενε κι είπε ακόμα, ειδικά για κείνη: «Είναι λίγο κρύα, κι όταν ζεσταθεί, θα λειώσει το σκαμνί, μετά θα πρέπει να στέκεις ξανά όρθια, δε γίνεται όμως αλλιώς». Και στους μάρτυρες είπε: «Αποδείχτηκε. Εσάς λοιπόν σας πέταξαν έξω, όπου κλαυθμός και τριγμός των οδόντων;».
 -«Όχι», είπε ένας τους, ξεθαρρεμένος. «Ποτέ δε μας έμπασαν μέσα».
Ο δικαστής τους κοίταξε όλους σκεφτικός. Γύρισε πάλι στον κατηγορούμενο.
 -«Η υπόθεση σας είναι άσκημα, αγαπητέ μου. Πρέπει να βρείτε έναν συνήγορο. Πρέπει όμως να σάς ταιριάξει». Κουδούνισε κι από το σπίτι βγήκε ένας μικρόσωμος άντρας με πρόστυχη έκφραση στο πρόσωπο. «Εσείς είστε ο συνήγορος;», μουρμούρισε ο δικαστής. «Τότε πηγαίνετε πίσω από τον κατηγορούμενο». Όταν ο μικρόσωμος άντρας πήρε θέση πίσω από τον κατηγορούμενο, εκείνος χλόμιασε. Το 'βλεπε καθαρά πως ήταν κακιά πρόθεση του δικαστή να του δώσει αυτό τον συνήγορο.
     Ο ανώτατος δικαστής εξήγησε τώρα, που βρισκόταν η δίκη. Το δικαστήριο το θεωρούσε αποδειγμένο ότι από τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου δυο ήταν αληθινοί, πρώτο, πως τα τάλαντα μπορεί να τα εκμεταλλευτεί κανείς, δηλαδή να βγάλει κέρδη και, δεύτερο, πως όποιοι δεν έβγαζαν κέρδη ρίχνονταν σ' ένα σκοτάδι όπου κλαυθμός και τριγμός των οδόντων. Πως όμως όλοι οι άνθρωποι έπαιρναν κι από 'να τάλαντο, αυτό το δικαστήριο διακήρυχνε πως δεν είχε αποδειχθεί.
 -«Μαίρη Σουαίηερ», ξανάρχισε ο ανώτατος δικαστής, «υπόγραψες με τον κύριο Μακχήθ ένα συμβόλαιο. Έγραφε εκεί μέσα ότι δε θ' ανοίξουν καινούρια μαγαζιά στη γειτονιά τού δικού σου;». Εκείνη σκέφτηκε κι είπε:
 -«Όχι».
 -«Γιατί δεν το πρόσεξες που έλειπε;».
 -«Δε ξέρω, Φιού».
     Ο ανώτατος δικαστής κουδούνισε. Ανάμεσα από τ' ασπρόρουχα ξεπρόβαλε ένας ψηλόσωμος άντρας μ' ένα μπαστούνι από μπαμπού. Αυτός ήταν ο παλιός δάσκαλος της Σουαίηερ.
 -«Δεν έμαθες τους μαθητές σου να διαβάζουν», τον κατηγόρησε ο δικαστής. «Πως αυτό;». Ο ψηλόσωμος άνθρωπος κοίταξε προσεχτικά την καθισμένη γυναίκα και δήλωσε:
 -«Ξέρει να διαβάζει».
 -«Όμως όχι συμβόλαια, όχι συμβόλαια!», φώναξε ο δικαστής κι ήταν πολύ θυμωμένος. Ο δάσκαλος πήρε ένα ύφος σα να τον είχαν προσβάλει.
 -«Οι μαθητές μου στο Ουαϊττσάπελ δε χρειάζεται να ξέρουν να διαβάζουν συμβόλαια», μουρμούρισε. «Πρέπει να μάθουν να δουλεύουν και τότε δεν τους χρειάζονται τα συμβόλαια».
 -«Τι θα πει Ασσοσιασιόν;», ρώτησε γρήγορα ο δικαστής.
 -«Ένωση», μούγκρισε ξαφνιασμένος ο δάσκαλος. «Τι σημαίνει αυτό;».
 -«Σωστά», απάντησε ο ανώτατος δικαστής μ' ανακούφιση. «Ένωση. Και τι θα πει 'Αττικα;». Ο δάσκαλος σώπαινε, μη ξέροντας τι να πει. Ο ανώτατος δικαστής έδειξε απογοήτευση, όμως συνέχισε. «Έχετε πάει σχολείο;», γύρισε στον κατηγορούμενο, που έστεκε μαζεμένος, το κεφάλι στημένο στο στήθος. Και καθώς ο άνθρωπος με το σκληρό κολάρο έγνεψε πως ναι: «Τι θα πει 'Αττικα;». Αυτό όμως δεν το 'ξερε. Ο δάσκαλος ωστόσο προσπάθησε να του το πει. Δεν του φαινόταν σωστό, ο κατηγορούμενος να ξέρει τόσα λίγα. «Ναι», είπε ο δικαστής. «Λίγα πράγματα ξέρετε».
Αλλά ο μικρόσωμος άντρας που ήταν συνήγορος φώναξε, μόλις ακούστηκε αυτό:
 -«Ήξερε αρκετά. Για μας ήξερε αρκετά».
 -«Και βέβαια», μουρμούρισε υποταχτικά ο δικαστής. Το 'κανε καθαρά μηχανικά.
Όταν ξανασήκωσε το κουδούνι του, ήρθε ένας λιπόσαρκος άνθρωπος με σακάκι γκαρσονιού. Ήταν ο προηγούμενος που είχε το καπηλειό, πριν από τον Φιουκούμπυ.
 -«Μπορεί και γράφει;». Αυτή ήταν η ερώτηση του δικαστή στο δάσκαλο. Εκείνος κοίταξε τον μάρτυρα εξεταστικά, τον αναγνώρισε πως ήταν παλιός μαθητής του και κούνησε το χοντρό του κεφάλι πως ναι. «Σε μένα όμως», είπε με θυμό ο δικαστής στον μάρτυρα, «δε μου 'γραψες στο συμβόλαιο ότι πελατεία υπήρχε μονάχα όσο χτιζόταν η οικοδομή».
 -«Αυτό δε μπορούσα να το γράψω», απάντησε το γκαρσόνι, «δεν είχα αρκετά λεφτά όταν ξεκίνησα το καπηλειό κι ήμουν χαρούμενος που είχα ξεπληρώσει τα χρέη μου εκείνο τον χρόνο με την οικοδομή και που μπορούσα να ξαναγίνω γκαρσόνι».
 -«Ώστε λοιπόν δεν μπορούσε να γράψει!», φώναξε ο δικαστής, ξανά πολύ θυμωμένος. Μετά όμως συγκρατήθηκε κι έκανε διακοπή.
     Όπως στέκονταν όλοι και περίμεναν να ξαναρχίσει η δίκη, ο δικαστής πήγε κοντά στον δάσκαλο και τον ρώτησε με φιλική, σχεδόν υποταχτική φωνή τι θα πει στ' αλήθεια 'Αττικα. Δεν είχε προφτάσει να το βρει στο βιβλίο του, γιατί του το 'χαν πάρει. Αλλά ο δάσκαλος τον κοίταξε μονάχα και δεν απάντησε. Ο ανώτατος δικαστής αναστέναξε και ξανάρχισε τη δίκη. Μόνο που δε καλοήξερε, πως να προχωρήσει.
Έριξε μια ματιά στη κύρια μάρτυρα, τη Σουαίηερ κι είδε πως πάλι έραβε. Έραβε βελονιά τη βελονιά κι ας μη είχε ύφασμα να ράψει, μια και δεν έρχονταν πια εμπόρευμα στο μαγαζί. Έραβε λοιπόν στον αέρα και πουκάμισο δε γινόταν.
 -«Αν δεν είχε σταματήσει να 'ρχεται εμπόρευμα», ρώτησε ο δικαστής απαλά και σκεφτικά, «κι αν δεν είχε ανοίξει το καινούριο μαγαζί, μπορεί και να 'βλεπες άσπρη μέρα, δεν είναι έτσι, Μαίρη;».
 -«Γιατί όχι;», είπε κουρασμένα. «Αφού είχα τις ράφτρες».
 -«Αυτό είναι βασική παρατήρηση», είπε γρήγορα ο ανώτατος δικαστής. «δε προχωράμε όμως. Ποτέ δεν το' χα σκεφτεί πως θα 'ταν τόσο δύσκολο να ξεκαθαρίσει κανείς εδώ τα πράγματα».
     Σηκώθηκε και πήγε στη μάντρα. Τα σκυλιά έβγαλαν μικρές φιλικές γωνίτσες, μιας και νόμισαν πως τώρα θα τους έδιναν φαΐ αλλά το αίνιγμα δεν είχε λυθεί ακόμα. Ο ανώτατος δικαστής έριξε μια λοξή ματιά στους μάρτυρες. Από την μια έστεκαν οι μάρτυρες τής υπεράσπισης, που έδιναν δίκιο στον κατηγορούμενο, καλοθρεμμένοι, καλοντυμένοι, με προοπτικές κι επιτυχίες
κι απέναντί τους οι κακοθρεμμένοι, οι πρόωρα γερασμένοι, η γυναίκα που έραβε συνέχεια χωρίς πανί, πάνω στο σκαμνί από χιόνι, ο νεαρός, με το μπράτσο λυγισμένο σα να τον βάραινε ένα ψωμί, όμως χωρίς ψωμί.
     Καθώς ο δικαστής ξαναγύριζε στην καρέκλα του, κουτσαίνοντας πάνω στο ξυλοπόδαρο του, πέρασε δίπλα από τον κατηγορούμενο. Σκέφτηκε κι είπε, με χαμηλωμένη τη φωνή, καθώς περνούσε: «Δε το καταλαβαίνεις λοιπόν εσύ;».
Αλλά ο άνθρωπος με το σκληρό κολάρο σήκωσε μονάχα τους ώμους και δεν ήξερε να πει τίποτα. «Αυτή η διαφορά», αναστέναξε ο δικαστής, «...και καμιά αιτία! Κι όμως κάτι πρέπει να φταίει, αλλά τι;» Έστεκε εκεί, αναποφάσιστος, χωρίς να ξέρει αν είχε καν νόημα να ξανακάτσει στην έδρα του. «Είναι η αμάθεια μου», σκέφτηκε, «είμαι αμόρφωτος και δε μπορώ να το πω. Είμαι πάρα πολύ αμόρφωτος. Αν ήξερα μονάχα, τι είναι το τάλαντο τους!».
     Ξαφνικά σταμάτησε. Θυμήθηκε τη δύναμη που είχε αποχτήσει τελευταία. Έτρεξε στο τραπέζι. Με μια πλατιά κίνηση του χεριού χτύπησε το κουδούνι του. Από πίσω από τ' ασπρόρουχα, σε μακριά πομπή, ήρθαν οι τόμοι τής Βρετανικής Εγκυκλοπαίδειας, σαράντα τον αριθμό. Περπατούσαν μεγαλόπρεπα, ήταν χοντροί.
Στάθηκαν μπροστά στον ανώτατο δικαστή σε παράταξη, τέσσερις γραμμές βαθιά, ίδιοι στρατιώτες.
 -«Φίλοι μου», άρχισε ο δικαστής με φωνή γεμάτη σεβασμό, «ξέρετε να μας πείτε τίποτα για την αιτία που κάνει μερικούς από μάς, ένα πολύ μικρό μέρος, να πολλαπλασιάζουν το βιός τους, να το κάνουν από ένα δυο ή πέντε ή ακόμα και δέκα, όπως λέει κι απαιτεί το Ευαγγέλιο, άλλοι όμως, πολλοί, οι πιο πολλοί, το πιο πολύ που καταφέρνουν σε μια μακρόχρονη και γεμάτη δουλειά ζωή να 'ναι η φτώχεια τους. Ποιο φίλοι μου, ποιο είναι το τάλαντο των ευτυχισμένων που βγάζει τόσα μεγάλα κέρδη και που γι' αυτό το τάλαντο, όπως έχω ακούσει, τόσο σκληρός αγώνας γίνεται ανάμεσα τους; Τι είναι αυτό το τάλαντο;».
Οι σαράντα τόμοι μαζεύτηκαν όλοι σε κύκλο και συσκέφτηκαν. Μετά, ένας τους βγήκε μπροστά:
 -«Εγώ μπορώ να μιλήσω για το Κεφάλαιο», είπε με δυνατή, χοντρή και γεμάτη αυτοπεποίθηση φωνή. «Είναι το χρήμα που γεννάει τον τόκο του, όπως η γελάδα γεννάει μοσχαράκια. Κληρονομημένο ή κερδισμένο, όποιος το 'χει, αυτουνού του χαρίζει και τόκο. Ίσιος να σάς βοηθήσει αυτό». Ο δικαστής γύρισε στη Σουαίηερ.
 -«Κι εσύ είχες λεφτά, αν θυμάμαι καλά. Κατάλαβε με, δε ρωτάω τι έδωσες για να τα πάρεις, είχες όμως λίγα. Δεν αυξήθηκαν».
 -«Ναι», είπε αδιάφορα, «είχα λίγα. Τελειώσανε γρήγορα».
 -«Αυτά δε γεννήσανε, τ' ακούτε;», είπε αυστηρά ο δικαστής.
     Τότε βγήκε ένας άλλος τόμος μπροστά.
 -«Εγώ ξέρω για την Εργατική Δύναμη», είπε δυνατά. «Όταν κάποιος βάζει την εργατική του δύναμη μέσα σε κάτι, τότε αυτό παίρνει αξία. Οι πέτρες δεν αξίζουν πολλά, ένα σπίτι όμως... καταλαβαίνετε!».
 -«Α», είπε κουρασμένα ο δικαστής, «δε μπορεί να 'ναι αυτό. Εργατική δύναμη είχαμε όλοι. Αυτό όμως που τη βάζαμε μέσα δεν ήταν δικό μας ή χανόταν γρήγορα, δεν είναι έτσι, Μαίρη;». Κι άλλοι τόμοι βγήκαν μπροστά κι είπαν για Εφευρέσεις ή Οργανωτική Ικανότητα ή για Αποταμίευση. Κανείς όμως δεν ήξερε να πει σωστά, τι ήταν το τάλαντο των επιτυχημένων. Στο τέλος μπήκαν όλοι στη γραμμή σα στρατιώτες και μετρήθηκαν, για να δει ο ανώτατος δικαστής πως κανείς τους δεν έλειπε -κι αλήθεια, δεν έλειπε κανείς. Τότε ο ανώτατος δικαστής τους άφησε πάλι να φύγουν κι ήταν λυπημένος όσο ποτέ πριν. Ξανακοίταξε τη Μαίρη Σουαίηερ τη ράφτρα, τη βασική μάρτυρα.
 -«Ο Σείριος», μουρμούρισε. Κάθισε στην έδρα του και κουδούνισε με το καμπανάκι του φαγητού. Από πίσω από τ' ασπρόρουχα βγήκε ο Σείριος. Είχε πέντε μεγάλες μυτερές άκρες και δυο μικρά ποδαράκια.
 -«Το τελευταίο καιρό», ρώτησε ο Ανώτατος Δικαστής, «μπήκατε στο ζώδιο του Ζυγού;». Ο Σείριος σκέφτηκε και μετά αρνήθηκε.
 -«Αν είχατε μπει στον Ζυγό ή σε κάποιο άλλο ζώδιο, θα μπορούσε ποτέ αυτό, κατά τη γνώμη σας, να σημαίνει απειλή για το μαγαζί της κυρίας Σουαίηερ;». Ο Σείριος αρνήθηκε χωρίς καμιά σκέψη. Έδειχνε πολύ πειραγμένος.
 -«Δεν είσαστε λοιπόν ούτε σεις; Ούτε σεις το κανονίζετε αυτό; Δεν είναι αυτό λοιπόν η ευτυχία;».
 -«Ποιος τις λέει επιτέλους αυτές τις βλακείες;», είπε ο Σείριος. Ο δικαστής τον άφησε να φύγει. Καθόταν με το πηγούνι στο στήθος και κοίταζε φαρμακωμένος ίσια μπροστά. Στους μάρτυρες κατηγορίας έγινε μια ταραχή.
 -«Πρέπει να φύγουμε πια», λέγανε, «δε θα καταφέρετε να το βρείτε. Η ανισότητα είναι πολύ μεγάλη κι οι άλλοι είναι πιο έξυπνοι από μας».
 -«Η ανισότητα είναι πάρα πολύ μεγάλη», πήρε τώρα ο συνήγορος τον λόγο, σπρώχνοντας το σκληρό του κολάρο πίσω, στο σβέρκο. «Ανάμεσα σ' έναν άνθρωπο με ξύλινο πόδι και σ' έναν χωρίς πόδι, που είναι και τυφλός, υπάρχει μια τεράστια διαφορά, που έχει και τις οικονομικές της συνέπειες, αγαπητέ Φιουκούμπυ». Ο δικαστής πρόσεχε πολύ τα λόγια τού συνηγόρου, ενδιαφερόταν για κάθε του λέξη, αυτό το 'βλεπε κανείς καθαρά. Κι ο δικαστής το 'ξερε πως το 'βλεπαν όλοι.
 -«Καλέστε λοιπόν τον Μπήρυ, τον επιστάτη μου!», ζήτησε ειρωνικά ο συνήγορος. «Αυτός είναι γιος εργάτη στα ανθρακωρυχεία». Ο δικαστής σκέφτηκε. Μετά χτύπησε το κουδούνι του κι ήρθε ο Μπήρυ. Δήλωσε, χωρίς να τον ρωτήσουν, πως είχε λογαριασμό στην τράπεζα.
 -«Εμενα όμως κόβει το μυαλό μου» παινεύτηκε. «Οι καμπινέδες με τον λοξό πίσω τοίχο ήταν δικιά μου ιδέα». Ο συνήγορος συμφώνησε:
 -«Ακριβώς! Ξέρει και βγάζει κάτι από τους άλλους, αυτό είναι». Οι μάρτυρες κατηγορίας μουρμούριζαν.
 -«Σιωπή», τους παρατήρησε ο Ανώτατος Δικαστής. Η ματιά του έπεσε στ' αντικείμενα που ήταν πάνω στο τραπέζι: το μαχαίρι και το γράμμα. Σηκώθηκε, πήγε στην άλλη μεριά του τραπεζιού, έμεινε ορθός μπροστά στο τραπέζι, σα μάρτυρας κι είπε προς τα πάνω, όπως οι μάρτυρες:
 -«Εγώ πήρα αυτό το μαχαίρι για τάλαντο». Σούρθηκε βιαστικά πίσω στη καρέκλα του κι είπε αυστηρά: «Κι αυτή είναι μια βασική παρατήρηση. Μαίρη, τι πήρες εσύ;». Και της έδειξε το γράμμα, για να επηρεάσει την κατάθεση της.
 -«Εγώ πήρα το γράμμα για τάλαντο», είπε εκείνη, που το κατάλαβε. Κι έτσι τον βοήθησε να προχωρήσει.
 -«Στο γράμμα λέει ότι ξέρεις κάτι για τον εργοδότη σου, που θα τον στείλει στη φυλακή. Είναι εκβιασμός, έτσι;».
 -«Φυσικά», είπε εκείνη.
 -«Ναι, αυτό είναι το δικό μας το τάλαντο, έτσι μοιάζει το δικό μας το τάλαντο», μουρμούρισε αφαιρεμένα, «το δικό τους όμως ποιο είναι;». Καθόταν κι είχε το κεφάλι του μέσα στα χέρια, έσπαζε το μυαλό του και φαινόταν σε τέλεια απόγνωση.
«Δε λέει να ξεκαθαρίσει», παραπονιόταν. «Αυτά τα Καταστήματα! Ε... αυτά τα πολεμικά πλοία! Κέρδη πάνω στα κέρδη! Από πού βγαίνουν, λοιπόν, στ' αλήθεια; Τέτοιες γιγάντιες δουλειές, τέτοιοι πόλεμοι, τέτοια ανισότητα! Πώς τα καταφέρνουν;». Τότε όμως είδε μπροστά του τον Μπήρυ και του 'ρθε μια ιδέα. Γύρισε στο γραφιά του, που ήταν κάποτε εργοδότης του. «Σμίθυ», τον ρώτησε, «αν σ' άφηναν, τότε παλιά, να με κρατήσεις, θα 'βλεπες άσπρη μέρα;».
 -«Γιατί όχι;», απάντησε ο Σμίθυ.
 -«Τότε όμως είναι ολοφάνερο», είπε ο δικαστής κι η φωνή του έτρεμε από την έξαψη, «τότε αποδείχτηκε τι είναι το τάλαντο σας! Σήκω Μαίρη, έλα μπροστά, παιδί μου, πήγαινε μαζί τους, Σμίθυ!». Και γύρισε θριαμβευτικά στους συγγενείς του κατηγορούμενου: «Αυτό είναι το τάλαντο σας! Εμείς! Ο άνθρωπος, το τάλαντο του ανθρώπου! Όποιος δεν έχει κανέναν να εκμεταλλευτεί, εκμεταλλεύεται τον εαυτό του! Τώρα είν' ολοφάνερο! Εσείς το κρύβατε! Να ο τοίχος τού σπιτιού. Που είναι ο χτίστης; Μήπως τον πληρώσατε σωστά; Κι αυτό το χαρτί! Κάποιος το 'φτιαξε βέβαια κι αυτό! Μήπως πήρε όσα έπρεπε γι' αυτό; Και το τραπέζι! Αυτόν που πελέκησε το ξύλο, τον έχουν στ' αλήθεια εξοφλήσει; Τα ρούχα στο σκοινί! Το σκοινί! Κι ακόμα και το δέντρο, που δε φύτρωσε εκεί μοναχό του! Το μαχαίρι εδώ! Πληρώθηκαν αυτά; Όλα τα λεφτά; Φυσικά όχι! Πρέπει να βγάλει κανείς ανακοίνωση: να παρουσιαστούν όλοι αυτοί που δεν τους έχουν πληρώσει σωστά! Οι ιστορίες κι οι βιογραφίες δε φτάνουν! Πού είναι τα μισθολόγια;».
      Και γυρίζοντας στον κατηγορούμενο, με τρομερά δυνατή φωνή: «Καταδικάζεσαι! Όλα ψέματα! Διέδωσες το ψέμα! Σε καταδικάζω! Για συνεργία! Γιατί έδωσες στους ανθρώπους σου αυτή την παραβολή στο χέρι, που είναι κι αυτή ένα τάλαντο! Που το 'χουν για να κερδίζουν! Κι όλους που τη ξαναλένε, αυτούς που τολμάνε να λένε κάτι τέτοιο, τους καταδικάζω! Σε θάνατο! Και προχωρώ: όποιου του τη λένε και τολμάει να μη μπαίνει αμέσως στη μέση, τον καταδικάζω κι αυτόν! Κι επειδή κι εγώ άκουσα αυτή τη παραβολή και δε μίλησα, γι' αυτό καταδικάζω και τον εαυτό μου σε θάνατο!». Και ξανακάθισε, λουσμένος στον ιδρώτα.
     Λίγες μέρες μετά, ο στρατιώτης Φιουκούμπυ συνελήφθη. Τον δίκασαν, για μεγάλο του ξάφνιασμα, με τη κατηγορία τής δολοφονίας της Μαίρης Σουαίηερ. Καταδικάστηκε σε θάνατο και τον κρέμασαν, με τη παρουσία και τα χειροκροτήματα ενός μεγάλου πλήθους από μικρέμπορους, ράφτρες, ανάπηρους στρατιώτες και ζητιάνους.

----------------------------------------------------------------------------------------------

          Πως Ήταν... (Ι)

Πρώτα η χαρά δε μ' άφηνε να κλείσω μάτι
έπειτα μ' έκανε η έννοια ν' αγρυπνώ.
Σα μ' άφηναν κι οι δυό να γείρω στο κρεβάτι
αποκοιμιόμουν. Αλλ', αχ, ήταν σα να περνώ
στη νύχτα του Νοέμβρη, κάθε του Μάη πρωινό
.

     Πως Ήταν... (ΙΙ)

Η πίκρα σου ήταν και πίκρα μου
η πίκρα μου ήταν και δική σου
μ' εμέ όταν δεν είχες μια χαρά
δεν είχα ούτε 'γω μαζί σου.


  Αδυναμίες

Δεν είχες καμμιά.
Εγώ είχα μιά:
Αγαπούσα!

(Αποσπ. από την "Αποπλάνηση Των Αγγέλων". Εκδ. ΔΩΔΩΝΗ)

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers