-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

(ona): & ...

                                  Βιογραφικ

      Η Σταυρολα Αντζουλκου (Mona) εναι γννημα Αθηνν (1962) αλλ θρμμα Λαρσης. Απ παπποδες-γιαγιδες χει καταγωγ απ Μνη, Πντο και Κωνσταντινοπολη, συνεπς ως κρμα πολ καλ θα βγαινε πολ μπα. Μχρι τρα δεν χει καταλξει.
     Απ σπουδς χει να επιδεξει να πτυχο Γαλλικς Φιλολογας με το οποο βγζει πλον το ψωμκι της, εν πιο πριν δοκιμστηκε σε λλες δουλεις. χει κι να πτυχικι γερμανικν, αλλ περισστερο ως ξνη γλσσα χρησιμοποιε κτι χειροποητα αγγλικ. ταν ταν να θελε να γνει δημοσιογρφος, αλλ τρμαξε απ το σινφι κι εγκατλειψε την ιδα. Απ μικρ εχε φαντασα και οι εκθσεις διαβζονταν στην τξη, αλλ το μνο που γραψε ταν μερικ ποιηματκια ταν ταν φοιττρια. Επσης εχε καλ φων και αυτ, αλλ συμμετεχε μνο σε να γνωστο φιλικ γκρουπκι. Καννα νειρ της δεν κυνγησε διτι δεν πστευε αρκετ στον εαυτ της, οτε εχε γνωστος να την σπρξουν.
     Μετ απ το διαζγι της (2004) γνωρστηκε με τον Πτροκλο που την ενθρρυνε να αναρτσει κποια πονματ της στο Στκι του, μια που εχε αρχσει να ξαναγρφει πο και πο. Χρη σ' αυτ τη φιλοξενα μαζετηκαν με τον καιρ κμποσα. Επσης βγαλε το χτι της για το θατρο ανεβζοντας παραστσεις στα σχολεα που υπηρετοσε. Πρτη αππειρα Ο Βασιλις Πεθανει του Ιονσκο, πργμα που θεωρθηκε μεγλο θρσος, παρλα αυτ ταν μια καλλιτεχνικ επιτυχα.
     χει μια κρη πολυτλαντη (ζωγραφζει, γρφει, παζει θατρο, μιλ αγγλικ, γερμανικ και γιαπωνζικα) που πιστψτε με, δεν την σπρωξε σε τποτα, απλς ενθρρυνε τις κλσεις της και που εναι, εννοεται, το καμρι της καρδις της.

      Σημ: σον αφορ το Mona, που κανονικ εναι μνα, εναι παρμνο απ να στιχκι της Σαπφος, το «εγ δε μνα καθεδω» (=εν εγ κοιμμαι μνη). ταν το ψευδνυμ μου ταν πρωτομπκα στο διαδκτυο. Μλις εχα χωρσει κι ως εκ τοτου μουν συναισθηματικ φορτισμνη.

-------------------------------------------------------------------------


Καρλ Λρσον:  Γυμν Μοντλο Γρφει Ευχετριες Κρτες
Carl Larsson
  Model Writing Postcards 1906

         Ρδινα Δωμτια

Θλω να ξρετε τι εσς σας αγαποσα
πως τα φωτειν δωμτια ττε που μουνα μικρ
Δεν ξρω πως, αλλ το φως τανε ρδινο και χρυσ
και δεν τφλωνε τα μτια.

Οι κυρες τανε ρδινες και χρυσς
και μριζαν ωραα
πιο μορφα απ' ,τι τ' νθη μες στα βζα
σαν πασχαλις του κπου απ' τ' ανοιχτ παρθυρα
-εχαμε ττε τα παρθυρα ανοιχτ,
εχαμε κπους, εχαμε πασχαλις
εχαμε τσουρκια που σιγοψνονταν στο φορνο
ακμα κι η μαγερισσα μριζε μαγι.

Ερχταν η κυρα κι γραφε στο τραπζι
βγαζε τα γοβκια της κι φηνε γυμν τα πδια στο χαλ
η γτα τριβτανε στις φτρνες της
μια στριφογυριστ ουρ στη γμπα της απνω
Εσες τη ζωγραφζατε, σας βλεπα
το μτι κοβε την κνηση του αυχνα
και το στεφνι στα μαλλι
και πιο λευκ δεν ταν απ' αυτ
Λευκ και ρδινο μαζ κι ο λιος στα μαλλι της

Το μτι τρεχε το χρι αντγραφε
γεμζατε με σγουρες κινσεις τον καμβ
-πσα προσχδια βρεθκανε μετ,
μα μνον να με τα χρματα της μνμης
που παρδοξα η κυρα εναι γυμν
αλλ τα πιπλα σε να ροδ που δεν ξανδα-
και το μικρ στο πτωμα βζαινε το δχτυλο στο στμα
Δεν με προσχατε, κοιτοσατε εκενη
κι εκενη γραφε απαντσεις σε χρτινες ευχς.

Δεν το θυμστε τρα πια.
Αχ, να 'χα τις ζωγραφις σας!
Θα σας τις δειχνα μνο να θυμηθετε.
Εστε κορακοζητος, κοντ ενενηνταπντε.
Και σας ταζουν σα μωρ, μα χετε μνμη;
Μνο σε σας μιλ
και στην επσκεψη παξ της εβδομδος
Πινλα δεν σας δνουν πια, "πολλς ζημις" μου λνε
κι οτε που με θυμστε πια.

Εγ μως σας θυμμαι,
χι πως τρα που μυρζετε σα γρος,
αλλ σα νο δανδ με τα πινλα
να κνετε προσχδια την μορφη κυρα
πιο μορφη απ' τα λλουδα και τις νεκρς τις φσεις
πιο ζουμερ απ' τα ευωδιαστ τα φροτα στην πιατλα
και πιο κομψ απ' τα σχδια
που λο και γνονταν ψυχρ και σαν καρικατορες

Εναι εδ σ' αυτ το χρωμο δωμτιο του ασλου
που ξαναβρσκω τα μορφα δωμτια που θυμμαι
ρδινα και χρυσ και πλλευκα συνμα
και που το φως δε πλγωνε τα μτια.

      Τα Μονοπτια Της Θλψης

Δεν θα ξαναπρω ποτ αυτ τα μονοπτια
σο κι αν ο βαλττοπος εναι καλ κρυψνα
σο κι αν ξρω - θαρρ πως ξρω-
κθε λακοβα, κθε λχμη, κθε στο δαφος σχισμ.
Πσο χω μθει ακνητη να μνω, σαν το βατρχι σιωπηλ
πσο να γνομαι να με το χμα και το βορκο.
Οι αναθυμισεις χουν γνει ο αρας μου
χω ξεχσει κανονικ να αναπνω.
Χρνια στο βλτο μαθα τα σουσομια του
τσο που σγουρα δικ μου εναι πια τρα.
Και τα πατματ μου φησαν τα χνρια τους
δια στην δια θση μαρμρωσε η ιλς.
ταν ο πνος στην αρχ κι η χαρ του πνου στο κατπι.
Τρα μου μεινε μονχα η συνθεια.
Αλλ βαρθηκα και λω να αλλξω
Αυτ χω ως χαμαιλων μ' αυτ θα πορευτ.
Κι αν θα με κψει ο λιος της ερμου
κι αν το δρμα μου, τσι πως ξμαθε, αν αφυδατωθε
θα 'ναι σκληρ αλλ δεν το μπορ λλο
Δεν θλω εδ στο βλτο να χαθ.

                      Γκθικ Στυ

Δεν θα σου δεξω τη γκθικ ψυχ μου
αυτ που κρβεται στα στεν που ο νεμος σφυρζει
τις νχτες ακος μουγκ ουρλιαχτ πσω απ τις πρτες
γρλιες ανοιγοκλενουν σα ν' αποκαλψουν την απγνωση.

Μα θα σου δεξω τις λαμπρς μου λεωφρους
με τις βιτρνες τις κατφωτες
-χι κατφορτες, αφο η μδα προστζει μινιμαλισμ.
Για δες τα ξυπν μου τα αστεα
δες τις κινσεις μου, πς κουν το πδι με το κομψ γοβκι
πς σηκνω τα φρδια παιχνιδιρικα
και το χαμγελο λο συνενοχ και κλεσιμο ματιο.

Η συμφωνα ταν αυτ η γραφη.
τσι θα με δεχτες σ' αυτ τη μαρη τρπα
που την στολσαμε με τα λαμπινια της γιορτς.
Μερικς φορς ξεχνιμαστε
κι οι δρμοι μας γρφουν «Καλ Πσχα»
εν εναι Χριστογεννα.
Τι θα κνουμε μα περσουν δο χρνια
κι εμες ακμα φορμε τα προπρσινα;
Εδ που το μνο που μνει σταθερ
εναι η μαρη του χους η ανσα.

[Κι μως, χνεις.
Η Γοτθικ μου πολιτεα εναι μορφη.
Με τα ψηλ της κστρα και τους καθεδρικος ναος
και τη μυσταγωγα της μπα-ρκ της μουσικς.  
Και με τον λκο να νυχτοπερπατ στους δρμους της
λες τις νχτες, και τις ασληνες
και τις λουσμνες με το φως του φεγγαριο.
Ο λκος γριος, μοναχικς κι αγρωχος
κι μως, πσο μας μοιζει!
Φοβται ο καθες το γνωστο
μα πιτερο εκενο που γνωστ του εναι.
Η πολιτεα θα μας εκδικηθε
μνο και μνο διτι απροσπλαστη θα μενει.
Εσ που κιτεψες την αλθεια μου να ψξεις
κι εγ που απ δειλα δεν σου δνω τα κλειδι.]

       ρθιες Σκψεις

Μου αρσουν οι ρθιες σκψεις
Σαν τις κολνες στιβαρς
κρατον στο επιστλιο ολκληρους ναος
και μεγαλοπρεπ οικοδομματα

Αλλ ξεχνμε πως αντθετα με τις κολνες
εμες χουμε το σαρκι που ροκανζει απ μσα
και δεν εναι μολβι, χι
εναι επλαστος μυελς
ζεστς χυλς που τη ζω κραδανει
ζεστς χυμς που τη ζω γενν
Μα κενη σαν κορτσι που κρυφτ παζει
κρβεται χαχανζοντας σε μικροσκοπικος μαινδρους
κι πειτα λει «Φτου!» και βγανει
απ μια γωνι που δεν περμενες
σου βγζει γλσσα και πετιται αλλο.

Σκψου μονχα πσα κτρια χουν πσει
κι ας μεναν ρθιες οι κολνες

Σε Χρνο Δανεικ...

Μλια μασταν χωρισμνοι
Αλλ βρισκμασταν
και ττε υπρχε μνο το κρεβτι
να δωμτιο με κλειστ παρθυρα
να μην ακον οι γετονες
τη φουρτουνιασμνη θλασσα των κραυγν μας

Το μεθσι το μετροσαμε με φορς, μ' εντσεις
γελντας το 'χαμε, λγαμε,
για θεραπευτικος σκοπος
αφο δεν τολμοσαμε να πομε λξεις μεγλες
Γιατ εναι τσι η αρρστια των καιρν
κι εμες εμαστε παιδι ενς παλιο αινα.

'Αντε μετ να κρψεις θλασσα σ' να μπουκλι.
Να τη μετρσεις και να τη μελετσεις
σαν να δεγμα κλινικ.
-"Να ζσω", λεγα. "Να κρυφτ.
'Ασε μου τα σημδια σου, κνε με δικ σου".
-"Βοθησ με", λεγες. Δεν στεργα.

τανε δανεικς αυτς ο χρνος.
-"Θα σου κουρσψω  ,τι χεις και δεν χεις", εχες πει.
-"Εσαι το σχοινκι του χαρταετο μου", εχα απαντσει.
Σου εχα αφσει αμαντι το κορμ μου
αλλ οι μσα πλες μεναν, απρθητες.

Εναι ρηχ η μνμη του κορμιο;
Εναι επιφνεια το δρμα που σπαρζει;
Εναι να τποτα που γι' γγιγμα βο;  
Οτε να ξαφνιαστομε δεν προλβαμε καλ
κι σα που χωρσαμε
σε χρνο δανεικ...

                       Στλλα

Σμερα η Στλλα γυλισε ξαν τα γιατροσφια.
Εναι που ο καθνας διαλγει τη θρησκεα του.
'Αλλος τη θλει αυστηρ και με θυσες πολλς,
λλος εκστατικ, φανατικ λατρεα του
κι λλος μονχα με ομορφι, οδυνηρ κι ατφια.

Η Στλλα εναι ιρεια μα δεν ξρει
να τ' ονομσει δεν μπορε, μα νιθει
το κλεσμα ακοει και στργει να βιαστε
Εναι καθριο κι επιτακτικ. τανε πντα εκε.

Απψε τα φεγγρια βαλαντνουν
Απψε τα αρματα σμγουνε στις γωνις
απ ανατολ κι απ πιο πρα λα φερμνα
Θυμζουνε βουν, θυμζουν λχμη
και το αλτι του μικρο μας παφλασμο.

Απψε κρουσταλλιζουν τα χαμγελα
στρφτουν τα δντια. μερο κι υποταγμνο τποτα.
Μτια λο μαρο ρεβος, μτια σου, μτια μου, μτια της
Θα βγομε στο κυνγι πλι απψε.

Και θα μετρσουμε λγια και σιωπς
και βματα στο πλακστρωτο  
και βματα στο ζεμπκικο
και παλαμκια κι απαρατητοι καπνο.

Θα θες να εσαι παντο και πουθεν.
Σε ποιον μικρ Θε θα χσεις τις σπονδς σου;
Σε ποιον μεγλο θα προσευχηθες;
"Ζτα μου απψε ,τι θες, μα να 'ν' μεγλο, ακος";

Αυτ η 'Ανοιξη ζητει τον Αμν της.
'Αδωνη σ' επανε, σ' επανε Χριστ;
Ποιο σε λατρψαν, ποιο σε προδσανε ξαν
κι χι για πντε αργρια, μα πντε δρμια σιγουρι;

Η Στλλα περπατει αργ.
τανε πντα η κορυφαα του χορο,
λιγκι ξενικ για Μυροφρα.
Κτι απ' την γρια της Μδειας ομορφι,
σκληρς ανθς, μοναχικς
και σε καννα κονοστσι αφημνος.

Τοτη την 'Ανοιξη δεν θα την υποτξεις
Νχτες ατλειωτες, σντομα πρωιν
τρλιες του Μτσαρτ, παιχνιδιρικες κραυγς
κι ενοτε ο βαθς του πθου βγγος.

Τσο βαθς σαν ν' ανασανει η γη
τσο απαλς σαν μγουλο νιογννητου.
Τρικλζουνε πριν να σταθον τα ελαφκια,
μα ο χορς τα συνεπαρνει αμσως βιαστικ.

Βιαστικ κι αβαστα συνμα
Γιατ, σο κι αν απορες, πντα ρχεται το θμα
Απψε λοι στολζονται δχως να ξρουν το γιατ
Αφνουν να το ξρει μονχα το κορμ

   Προσευχ Του Ιερνυμου Μπος

Πλι τα τρατα μ' επισκεφθκανε Καλ μου
ρθαν και χεροπδαρα δσανε τη ψυχ μου
με το κορμ να σρνεται πσω απ' την αλυσδα
σαν τρυπημνο φλμπουρο, σαν δεια πεταλδα.

Οι εφιλτες εναι εδ. Οι δαμονες γελνε.
Μου κλβουνε τα ροχα μου και με τραβολογνε.
Με βασανζουν μουσικς, αφιονισμνο μπρο
που ξαφνικ μ' αφνουνε μονχο μου στο κρο.

Εφτ 'ναι τ' αμαρτματα, εφτ 'ναι και τα ππλα
εφτ Σαλμες μου ζητον "σα κι αν χεις , φρτα"
"Δεν χω" λω, μα ξαν, να μου χορψουν θλω
κι αν μου γελον σαρκαστικ, εμαι σαν τον Οθλο

Και κολασμνα τις ζητ κι σα κι αν χω δνω
κι αργρια και κοσμματα επ πινκι αφνω
μνο να μπω στον κσμο τους, στο αινιο πανηγρι
και το κεφλι πριν κοπε στον κρφο τους να γερει

Μα πριν προλβω ο δσμοιρος το στμα μου ν' ανοξω
λγα κερσια να γευτ, λγο να τις αγγξω,
αυτς αλλζουνε μορφ και γνονται διαβλοι
"Ξαν στη Κλαση εσαι βρε!" να μου φωνζουν λοι.

Περιγελον οι δαμονες και παζουνε μαζ μου
σπου το νιθω, κλβουνε στο τλος τη μορφ μου.
Ας ταν να διαλξω εγ ποιος να 'ναι ο σταυρς μου
να ξρω το μαρτριο που μανεται εντς μου.

Μικρς, πικρς κι αχρταγος εναι ο εγωισμς μου
βοθησ με, Δσποινα, να πψει ο καημς μου.
Λγες σταγνες βλσαμο και η πληγ θα κλεσει
σαν μπω στο 'Αβατ σου εδ πανρχαιο παρεκκλσι.

Εικνες  απ' ονερατα θα σου χαρσω Φως μου
του παραδεσου, του εδ, μα και του κτω κσμου.
λεος δεξε, Δσποινα κι ας εμαι τρωγλοδτης
και εκν-κων γνομαι στους εφιλτες δτης.

Μα αν για σνα εμαι μικρ κι ασμαντο ρεμλι
σε με το κρασ να πιω που δνει αινια ζλη
κι τσι να μην πονω πια σα χνομαι κει κτω
με πφερα και μουσικς να πφτω ως τον πτο!

                                Το Α της Αγπης...

                        Για να μθεις το Α της Αγπης
                        πρπει να πεθνεις και ν' αναστηθες
                        ξαν και ξαν και ξαν...

                        Γιατ μως να εσαι τσο Απν;

        Οι Λξεις

Στην πυρ οι μορφες λξεις μας
οι κομψς
οι γριες
οι τραβηγμνες απ τα μαλλι
οι βγαλμνες απ ξπνοα χελη
ασθμανουσες
φονικς
πανμορφες
και γελοες.
Οδυνηρ γελοες.
Συγκινητικ αγνς
και βλακωδς επιζσασες,
επιζσασες  πντως.

Οι λξεις μας
τα πεα πτερεντ μας
και τα scipta manent μας
που και scripta να μην ταν
πλι θα μας μεναν.

Κι αν δεν εχαμε τις λξεις
θα πρεπε να τις εφερουμε...

              Ω Πικρα Μου...

Ω πικρα μου εσ, προσωπικ παντιρα
της γκρζας της ζως μου η σκακιρα
γονη θλψη και πο να σε βολψω
με τι βοτνια να σε γιατροπορψω

Ξεχελισαν παλι συρτρια και σεντοκια
πολλο μεσαωνες, λγες αναγεννσεις
ξεις αφξεις ουκ -και στα γνωστ κουτοκια
ακογεται χαιρκακα- εν τω πολμω θνξεις

Μικρ στματα ανοιγοκλενουν σιωπηλ
Κτι φωνζει μα δεν ακογεται καλ
και του τσιγρου ο καπνς κι η γεση
λες κι βαλε στοχημα να δομε αν θ' αντξει.

Τελεωσε η γιορτ, χαρτι, σκουπδια
και με το χραμα μεναν τ' αποκαδια
να τα μαζψω δε βαστ,
να εγκαταλεψω δε μπορ

Να σε καλσω εναι απαγορευμνο
χρηστο κι ανφικτο εδ να περιμνω
σο αλλζει δρμα γι' λλη μια φορ
η μρα, η εποχ και η χρονι.

Αγρπνια Ενς Φιλμουσου Ξεπεσμνου Ευγενος

Θα 'πρεπε να 'χα μιαν απντηση ως τρα
Τσες επιστολς με βουλοκρι σφραγισμνες
Τσα σημδια χαραγμνα χρυσοποκιλτα
Τσους πληρωμνους ποιητς
με μερικ δικ μου ενδιμεσα σοφ αραδιασμνα.

Και τρα; Οτε amica silentia lunae δεν μπορ να πω
Πς εναι δυνατν ττοιες σιωπς να εναι αγαπημνες;
Αδιφορα αν κι μορφη η σελνη αργοπερν
κι ο βασιλες επιστολ δε στλνει.

Να πω εκε αφ' εαυτο και να προσπσω;
Δεν θα το κνω. χει κι η δικ μου οικογνεια υπερηφνεια
Ωστσο ανησυχ, μπως οι βρβαροι στελουν τις δικς τους τις ορδς.
σως λοιπν το βασιλα να ξεχσω.
σως με τους βαρβρους συναλλαγ να κνω.

Ββαια απ ποηση ετοτοι δε σκαμπζουν.
Μα μπως κι οι δικο μας;
Τζμπα τα μορφα τα λγια τα μεγλα
Τυλξαμε την ξιπασι σε ακριβς περγαμηνς
Να δομε τρα πς απ' τους αγροκους το τομρι μας θα σσουμε.

           να Γλαυκ Κομμτι

Πς θα 'θελα να 'χα, μτια μου,
τη λση του γρφου εντς μου
χι να τρξω να στην πω,
σαν τα παιδι που ανακαλπτουν θησαυρος
οτε να την κρατσω μυστικ,
σαν καρβουνκι αναμμνο
στο κρατο του βονσου φυλαγμνο
πως κνανε οι παλιο σαν ταξιδεαν.
Γιατ μια ττοια γνση εναι φως
και ττοιο φως δεν κρβεται
μνο διαχεται και φανερ γλυκανει τη ζω.

Το φως εναι να φανεται, το φως για να φωτζει
Πεθανει μσα σε κλειστ κουτι και τφους
αλλ κι εκε, για δες, σαν ανμνηση υπρχει
σαν αντανκλαση του λιου σε πηγδι.

Πσο μου λειψε, γλυκει μου αυτ το φως...
Στη φυλακ μου πασπατεω πλκες υγρς κι ανλιες
σαν τυφλοπντικας χωρς το ργχος που σκβει γαλαρες
Μα ξρω πως στην κρη με περιμνει να γλαυκ κομμτι
να κομμτι ουρανο, για σνα και για μνα.

          Απ-νθρωπος...

Αχ τι ψυχ θα παραδσεις στρατιτη;
Εσ σουν που σκτωσες εκενο το παιδκι;
Εσ που πτησες κενο το κουμπ;
Κοτα στρατιτη τις φωτογραφες
κρετινα σματα, πληγωμνοι δρμοι, καμνα χωρι
Κοτα στρατιτη στα μτια
αυτν που βασανζεις
που τα χρια του δνεις
που τα μυαλ του τινζεις στον αρα
που βιζεις με δυο χιλιδες τρπους
και που στα ζρια παζεις την οδνη του
Τι επες; Εκτελοσες διαταγς...
Τι επες; σουν φτωχς κι θελες να εξασφαλσεις μια καριρα
Τι επες; Εγ; Εγ σπιτκι μου εμαι
Ναι, βλπω τηλεραση, μλλον χι, δε βλπω
Εμαι ευασθητος και με ταρζουνε αυτ
Αμν πια, τποτα καλ δεν χει να γελσουμε...

             Χωρς Φειδ

Τσσερεις φορς ως τρα χω πεθνει.
Αλλ σα γτα που 'μαι μου υπολεπονται λλες τρεις ζως.
Ω, χωρς φειδ κι αυτς θα τις περσω.
τσι κι αλλις κθε μρα αυτοκτον
τργοντας μακαρνια.
                                          
                               Περανδρος

Ο νεαρς γλπτης Περανδρος ταν ευσεβς και βλσφημος μαζ.
Λτρευε τη Κπριδα, κανε ικεσες και σπονδς στο νομ της
Με πση αυτοσυγκντρωση σκλιζε τον βρχο
Απαλ πς χιδευε μετ τη λειασμνη πτρα
και μχρι τα ακροδχτυλα ριγοσε.
Μα ωστσο λτρευε και την ιερδουλο Κλειτ, που ταν το μοντλο.
Τη μρα την στηνε για να πλσει την Αφροδτη.
Τη νχτα παθιασμνα της κανε ρωτα αχρταγο κι ασγαστο.
σο κι αν κανε, μχρι που πεφτε χυμνος πνω στο κορμ της
σο κι αν τρεμε πια απ εξντληση, πλι την θελε ακρεστα
Εκενη πλι στα φλογερ του λγια με χαμγελο απαντοσε
κι ταν εκενος τη ρωτοσε κτι χασμουριτανε,
πρτα κρυφ, στερα φανερ
σπου στο τλος την παιρνε ο Μορφας.
Εκενος γρυπνος ως την αυγ στεκταν
Με τα ακροδχτυλα καμι φορ γγιζε το γοφ της
και ριγοσε.

τσι προχρησε ο καιρς σπου το γαλμα τελεωσε.
Με μουσικς και τελετς και τους πιστος να γρω
για τα αποκαλυπτρια εχε φτσει η στιγμ
κι ταν κι ο δσκαλος του γλπτη εκε,
ο γρων πια Γλακος, ο γνωστς.
Μα ταν πια φνηκε η αγαλματνια λμψη της θες λοι σιγσανε
υπκωφη, οδυνηρ η σκψη ντθηκε με λξεις:
 -"Διπραξεν βριν ο Περανδρος!"

Τη λση δωσε ο Γλακος,
που σκεπτικ μια το γλυπτ κοιτοσε, μια το γλπτη.
Με σεβασμ και τρυφερτητα, φρο τιμς απτισε στο ργο
κι τσι η στιγμ απεσοβθη.

Μα τποτα δεν αλλζει του μθου το γραφτ!
Χθηκε, λνε, ο Περανδρος
Τρλα του δωσε η Θε στις φρνες, απ φθνο
κι η μαρη θλασσα πρε το παλικρι,
διτι τσι εναι πντα οι Θες:
ζηλιρες, θηλυκις και ματαιδοξες...

               Νιβη Nocturne

Της νχτας τα πουλι κρατον τα μτια μου ανοιχτ
και ποιος την πενα μου μπορε να την κορσει
Ψχνω εναγωνως μια μπουκι
-αχ, να 'ναι λγοι στχοι
αχ μια εικνα, μια αγκαλι-
Στα θυμητρια μου κολλ
σο κι αν ξρω πσο δικα πον
ταν με αρνθηκες απλ ο κσμος μου κατρρευσε
«Θα ζσω επα» , κι απ ττε ψευτοζ
Χνω σιγ-σιγ ακμα και τα ψετικα δωρκια που 'χαμε ανταλλξει
ταν θα γνουν θρψαλα εντελς θα τα 'χει πρει κιλας ο αρας
μα εγ θα χω πετρσει περιμνοντας
σαν γαλμα της Νιβης που 'χει χσει τα παιδι της.

Η Μυστικ Γλσσα Των Απλν Πραγμτων

Πλνθοι κραμοι ατκτως ερριμμνοι, η ζω μου
κι εγ στη μση να ψελλζω τα στιχκια
Θα μου πεις στους χαλεπος καιρος
εναι που η ποηση ανθζει
κι εναι τα νθη της κθε λλο παρ αθα
αμα πηγμνο ζωνταν, χουν τα πταλ της
και στις σχισμδες των βρχων προτιμ
παρ στους μερους τους κπους να φυτρνει

Κι μως, η ζω εναι εδ.
Βο μες στις σιωπς, σφζει στις φλβες
περιγελ τα ργα των ανθρπων
βγζει τη γλσσα στις διδαχς των σοβαρν
-σοβαρ εν' τα πρβατα λεγε ο Καβφης-
κατρακυλ στις κουπαστς σαν σκανταλιρικο παιδ
αφνει χνη στα παλι σου ροχα
τα ποτισμνα με ξεχασμνες μυρωδις

Υπρξε μια στιγμ, -θυμσαι;-
που πταξες με χρη το φουστνι
με κοταξες, χαμογλασες κι πεσες στο νερ
κι ταν η στιγμ Ελευθερα
κι τανε γλιο και Νιτη κι Ομορφι.
Θα πρω αυτ αποσκευ
μια που το ταξδι συνεχζεται
Μακρι να συγχωρσεις την ανοησα των καιρν
μακρι αγπη να οσμωθες
μακρι την στατη στιγμ
τ' νομ σου να θυμσαι
και το πρτο της ζως σου το χαμγελο
γιατ εκε μσα κρβεται ο Θες.

Επειδ Η Αγπη...

Επειδ η αγπη          
   γινε υπθεση            
   ακριβ τσο                
   σπνια τσο                
   ξενικ τσο                
και δεν χω να δσω        
εκτς απ' την καρδι μου
   -να σρκινο μλο-            
και τις φαντασισεις        
μιας καθωσπρπει κρης  
το στατο φλημα πρε    
κι απλλαξ με λυκαυγς
   τσι κι αλλις
     τα νειρα
   εναι υπθεσις
αυστηρς προσωπικ
                    
                       Τα Φλλα

Στις πλκες της αυλς μου δυο-τρα φλλα μνσκουν πεταμνα
Κι σο κι αν τα σκουπζω πντα θα εναι εκε
να μου θυμζουν τι η ζω κθε στιγμ πεθανει
                       κι αναγεννται
                       πεισματικ
                       αδυσπητα
                       κι αδικοπα

ταν, Κποτε, Μια Μρα...

Η μρα αυτ ξεχστηκε
κι ρχεται η νχτα
μ' νειρα ακαθριστα γεμτη
που δε θυμμαι το πρω.
Μα η σκι τους μνει
στα βματα, στις κρες των χειλιν μου
στο γριο γλιο μου ελλοχεει
στην πενα την πρωτγονη
στις ελλιπες κουβντες
στις μπουκωμνες τις σιωπς
και στις φρενρεις ενοτε κινσεις
Η μρα αυτ ξεχστηκε
γινε η κηδεα, το μνημσυνο,
δεια η σλα εκδηλσεων.
Τι εκδηλσεις πια;
Εδ τελεισανε ακμα κι οι δηλσεις

             Μπαρκια

Στις σελδες που αχρταγα διβασα
στα ξενχτια που ως τον πτο τα ροφηξα
στα τσιγρα που ασγαστα κπνισα
στα φιλι που ακρεστα πια
Θα σηκνω μπαρκια.

Μχρι εκε που το δρμο μου γρεψα
μχρι εκε που απ' τον πνο μου λγισα
κι απ κει μες στο θσαμπο πλι
τη δικ σου σκι να ζητ
Θα σου στλνω καπνο σηματκια

Και θ' ανογω το νθος μου πλι
να ξεχνω το χθος στην πλη
να κερδζω παρταση λλη
ξεγελντας αχν τον καιρ
μπως κποτε, σως, σε βρω.

Δανεικς Εφιλτης

Χθες βρδυ μπκε σε νειρο λλου
-"Δεν εν' δικ μου" επε, "το τοπο τοτο
η ρημος αυτ η παγωμνη, η ομχλη
"
Ασπρμαυρο το σκηνικ και μσα απ' την αχλ
νθρωποι μπαινοβγαναν
πγαιναν στους σωρος των παπουτσιν
ψαχολευαν λγο κι παιρναν κτι
και το 'κρυβαν στον κρφο τους
και πλι σκυφτο φευγαν
και κρβανε το πρσωπ τους και τα χρια

Πγε κι αυτς κι ξαφνα κατλαβε
πως τα παποτσια ταν των νεκρν στα κρεματρια
Γιατ οι Ναζ κρτησαν λα τα τιμαλφ;
λα σε τξη, λα με ταμπελτσες κι ετικτες
δντια χρυσ, καδνες, μα τα παποτσια;
Γιατ αυτ τσι πρχειρα, χμα και σε σωρος;

Πλησασε κι σκυψε. Βρκε να παπουτσκι παιδικ
αυτ με τη μπαρτα για μωρ
-"Δικ μου εναι", επε και τρμαξε " μπως να 'ν' του γιου μου;"
Το κρτησε σφιχτ κι ψαξε για το ταρι
να γοβκι βρκε: "Μα εναι το δικ της!"
Αχ το βαθολωμα της καμρας μνο δικ της ταν
Πιο πρα μια παντφλα πατημνη -της γιαγις του!
-"Ξπνα!", του επε μια φων
-"Δε θλω", επε και κρτησε τ' αγαπημνα απομεινρια
-"Δεν εν' δικ σου τ' νειρο, θυμσαι;"
-"Δε θλω", και πλι κλαγοντας, μα ξπνησε τελικ.
Στο χρι του κρατοσε να γοβκι.
Το στησε στο τραπζι και ψησε καφ
-"Δεν εν' δικς μου εφιλτης", απεφνθη τελικ
Κι ναψε τηλεραση και τσιγρο

               Αιμορραγα

Στιγμς-στιγμς αισθνομαι το αμα μου να ρει
εναι πληγ που απλνεται κτω απ' την αμυχ
κι οτε που ορζω εγ το σμα μου που καει
οτε και την εξριστη, τη χανουσα ψυχ

               Ερτημα...

Το πρτο χτπημα εναι πντα τρυφερ
και την ανσα απαλανει
Το δετερο γνεται πιο σκληρ
καθς στα σπλχνα κατεβανει
Το τρτο το βαρτερο
ηχε σαν ειμαρμνη
Να' ναι αδηφγα η ψυχ πεινασμνη;

         'Aγνωστη Χρα...

Φορς-φορς αισθνομαι σε ξρω
το στμα σου μου αφνει γεση απ τσιγρο και κρασ
και στο μουστκι που τζουνει, η αρμρα χει φωλισει
τα χρια αργασμνα και τραχι
σαν των ψαρδων μια φορ στον Πλαταμνα

Κι λλοτε μια γνωστη χρα εσαι
λεωφροι απερπτητες, σκιδη μονοπτια
στα μτια σου δρμοι νυχτις διανουν τις πορεες
κορδλες ποταμν φωτς τυφλνουν κι ανακλνται
κι οι σκψεις μας παρλληλες δεν τμνονται ποτ

Οχομαστε στη νχτα σιωπηλ
Αθνα-Λρισα τσσερις ρες και μισ
ταν θα φτσουμε τα μικρ μας θα κοιμονται
στο πσω κθισμα μαζ
στα νχια περπατντας και παρνοντς τα αγκαλι
θα τ' απιθσουμε τον πνο να συνεχσουν αταλντευτα.

στερα... Θα με κοιτξεις στερα; Θα με κρατσεις;
'Aλλη μια νχτα κρτησ με
στα μπρτσα σου γλυκ να κοιμηθ
κι αν τιναχτ μη με αφσεις
κι αν σου γυρσω πλτη μη μ' αφσεις

Τσα ταξδια θλουν τον κουρνιαχτ τους να αφσουν
σαν ζημα στο δρμα, σαν κκλους στους κομμνους μας κορμος
Αν με αφσεις τα χνρια μου θα χσω
'Aγνωστες χρες κι εγ να ψχνω τον τορ
κομμτια απ μυρωδις και γεσεις μακρινς
πως αυτ που βλπουν τα μικρ στα νειρ τους.

             Παραδρομ...

Τα νειρ μου πντα τανε γαλζια
με λγο κκκινο σαν παπαρονες σε λιβδι
Γι' αυτ και σ' αναγνρισα αμσως
που πδαγες πνω απ' το κμα
σαν πταγες τη σατα στο ακρογιλι
Σε γνρισα κι απ' τη νερνια μουσικ σου
και μαγεμνη σ' κουγα να καλπζεις.

στερα απορ: πς γνεται να εσαι τσο απμακρος
πς γνεται η λμνη σου ρεμο βαλτοτπι
πς νεροπολια αποδημον για το Νοτι
τα μνα χνη οι μικρς λακκοβες κι οι γυρνοι
που ακμα να κοζουν δε μπορον
Ντες σα βτσαλα και πλιτς!
σως να 'κανα λθος τελικ
σως και σνα στ' νειρ μου μνο να σ' εδα.

        Ανακοφιση...

'Αργησα να γυρσω αγαπημνε
ταν μακρ ταξδι κι εππονο
Χαθκαμε στα κματα, σκορπσαμε στα πλτη
Τρμαξα να σε γνωρσω μες στο γκρζο
Ψιχα απ' το παιδ που ξερα στα μτια σου
Θρασματα απ τον ντρα που γνρισα
μσα στην αγκαλι σου
κλεισα τα μτια κι εδα και πλι το παιδ
Ανσανα...

                 (Επι)Φυλακ...

Ποια η διαφορ μεταξ ενς παιδιο κι ενς φυλακισμνου;
Το παιδ θα παξει με τον λιο
Κι αν δεν χει να πρσινο φλλο θα παξει με τα δχτυλ του
Θα γνονται διφανα μες απ' το φως
και μρια χρματα θα παρελανουνε στο φσμα
ταν μεγαλσει θα ξεχσει το παιχνδι
μα δε θα ξεχσει το πρασμα απ' το φως

Ο φυλακισμνος εναι να παιδ που χει ξεχσει και το φσμα
Κοκαλωμνος στκει επ ρες
στην δια στση κουλουριασμνος
ακνητο το μτι μοιζει να μη βλπει
κι μως ολκληρος παρακολουθε μιαν ηλιαχτδα
μια γραμμολα ηλιφως που φτνει απ' τη γρλια
ταν θα δσει ο φυλακισμνος θα μενει στο σκοτδι
μα πλι τοτη τη γραμμολα θα προσμνει
ξαν με την αυγ τον κκλο της να κνει...

Σου Μιλ Για Την Αγπη...

Σου μιλ για την αγπη και πονω

Τι μορφα που ταν τα χρια της
τα χελη της με τη μικρ ρυτδα στη γωνα,
και τα γλυκ λακκκια της
τα μτια της  - ολφωτα - ταν τα σκωνε σε σνα...


Σου μιλ για την αγπη και παγνω

μηρος εσαι μα χι ποιητς
πη ηρων σιωπηλν
ανδραγαθματα μικρ μου γρφεις τι κνεις
μα μηρος κρατισαι στην απομνωσ σου

Σου μιλ για την αγπη και κρυφοβαλαντνω

Πς ντεξες κι φησες να σου φγει...
Χλωμ η ψη της ταν σου επε αντο
Δεν εδες καν την κκληση...
A-Dio θα πει προς τον Θε... δεν το 'ξερες;

             χω να Πνακα...

χω να πνακα παλι, μισοαρχινισμνο
Πς λλες χουν κντημα λλοι χτζουν σπτι
και λγο-λγο το μοχθον απλ παρατημνο
το αφνουνε να βρσκεται σα μισοτελειωμνο,
σα Πηνελπης υφαντ, σα ξμπλι αραχνιασμνο;
τσι κι εγ τον πνακα χω απ χρνια αρχσει
μη με ρωττε τι σχολ, μη με ρωττε ττλο
ξεκνησα ανατολ, κοντεω πια στη δση
και σο για το θμα του λο κι αυτ αλλζει
πως αλλζει κι η ζω και πως η δια μνει
και μλο που το τλος μας κποτε πλησιζει
θλουμε να πιστεουμε πως κποιος περιμνει
να δει και πσω απ' τον καμβ τι εναι καμωμνο
και πως δε σπαταλσαμε τα χρνια μας αδκως
πως κτι μεινε απ μας, στω και να χνος.

Εγ μικρολα το ρχισα, σαν μουνα παιδκι
σαν ο παππος μου μου 'δωσε χρματα και πινλο
και μια γωνι του τοχου του στην καρβουναποθκη
Πρ' το δικ σου μτια μου και γμισ το λο
Με τι χαρ το αρχνισα, τι πθο και τι πθος
κι αν οι γονες μου γκρνιαζαν κι λεγαν ταν λθος
που λο γμιζα μπογις  το σπτι και τα ροχα
εκενος χαμογλαγε: -«Αφστε το παιδ...»

Κι τσι κι εγ ξεκνησα και γμισα τον τοχο με καρβια,
με δντρα, λιους, πρσωπα και σπτια σε λιβδια
μα μεγαλνοντας λλαζα ζωγραφις
κι ονερατα παρξενα γμιζαν τις γωνις
ταν η τρλα μου αυτ μα τη δεχτκανε λοι
σαν κακη παραξενι που κανα στη σχλη
γιατ μνο σα πγαινα εκε πιανα τα πινλα
αλλις τπος κι υπογραμμς και φρνιμη κοπλα.

Μα ρθαν χρνοι δσεκτοι και πθανε ο παππος
το σπτι μας πουλθηκε, διαλθηκε η οικογνεια
σπουδς, χρνια γυμν, δουλει και γμος και παιδι
ρθανε λπες και χαρς, σα που τραβμε λοι
ξεχστηκε ο πνακας κι εγ μουν πια λλη.
Μα τυχε και πρασα μια μρα απ' το χωρι μας
και ζτησα μα στιγμ να δω το σπιτικ μας
Εχανε βψει ββαια τον τοχο λουλακ
μα απ κτω φανονταν τα χνη απ' τα παλι μου
Δκρυσα και καννισα να το νοικισω πλι
Μνο την αποθκη», επα στον κπληκτο ιδιοκττη.

Κι ποτε πνγομαι απ τον κματο της πλης
του μσα και του ξω μου τραβω για το χωρι
στα χρματα στα σχματα τα χρια μου απλνω
σα δεν μπρεσα ποτ να εκφρσω ξεδιπλνω
τφλα να χουνε Σαγκλ, Νταλ, Ντιφ και Σλε,
μουσεο μου προσωπικ που λλο μτι δε θα δει
μια αποθκη μυστικ και μνο εγ χω το κλειδ
κι τσι ξορκζω το κακ που το 'χω στοιχειωμνο
κι απεικονζω τεχνα ,τι χω ονειρεμνο.
στερα πλνω ενδελεχς τα χρια κι επιστρφω
στο σοβαρ τον κσμο μας που νμους δεν αντχει
λλους απ' τους επσημους τους τχα θεσπισμνους.

χω να πνακα λοιπν μισοαρχινισμνο
κι οτε που ξρω αν ποτ θα εναι τελειωμνος
σως μα τελεισω εγ τελεισει και εκενος
σως μως ατλειωτος να μενει εσαε
σως μια μρα πια λεφτ δεν χω για το νοκι
και ττε πλι οι τοχοι θα γνουν λουλακ.

           Παρν...

ρθε νας φλος και μου επε:
 -«Μθε να ζεις με το παρν.
    λο στο μλλον πας, λο στο παρελθν
».
Κοιτ τα χρια μου μπως και νισω το παρν
μα μου γλιστρ σα σεληνσκονη μες απ' τα δχτυλ μου
Κοιτ τα μτια μου μ' νταση στον καθρφτη:
σοφα των πανρχαιων σπηλαων, σοφα της κοιλις, του DNA
αλλ πο εναι το παρν;
Κοιτ το παιδ να μεγαλνει: να ο δικς μου τρπος να μετρ το χρνο
Χρνος. Ο Χρνος - Κρνος των Ελλνων
Χρνος, η τταρτη δισταση.
Το διηνεκς. Η σταθερ λμδα. Το Ανστνειο σμπαν.
Μπως ξεφεγει κτι;
Τ εναι παρν;
Μια χρυσαφνια μγα ζουζουνζει. Ο σκαραβαος των Αιγυπτων;
Μια στλα πφτει. Ενεστς. πεσε, πει. Παρελθν.
Να ετοιμσω φαγητ. 'Αμεσο μλλον.
Γραμματικ του σμπαντος γι' αμρφωτους.

Ουφ, δεν το γνωρζω το παρν.
Ας πω καλτερα να πρω το μικρ απ' το σχολεο.
να λεπτ μαζ του εναι παρν μας συνεχς.
Αχ, πς το ξχασα; «Μνο μικρ παιδι ζονε μες στο παρν τους»
επε ο φλος ο σοφς. Το τρα μονχα χει σημασα
 -«ρθε το "στερα" μαμ»;
 -«Πμε μικρ μου να σε βλω στο κρεβτι».
Στλα τη στλα κυλ ο χρνος στην κλεψδρα
Κοιμσου, αγπη μου, ζσε στον χρονο τον πνο του ονερου...

«Θα Σε Ξεχνω Κθε Μρα...»

Πληθνανε πλον οι εκλιπντες
σχημτισαν πια τγματα οι απντες
Πσα επιτμβια ακμα να χαρξω;
Σε πσα μνματα κτερσματα να ψξω;

Κι εγ τρα καλομαι για να ζσω
ξαν το μλο της Εδμ να ξεφλουδσω
Μσα απ σρματα περνω και ματνω
μως απ σματα εσνα ξαρματνω

Δχως τις λξεις κθε μρα κι απ λγο να ξεχνω
πσο πολ, πσο παρλογα ακμα σ' αγαπω

μως εγ μα μονχα γλσσα γεννθηκα μιλντας
κι τσι μνο τους ανθρπους γνρισα, αγαπντας
Δε με τρομζουν πια οι μορφς των εκλιπντων
μα με τσακζουν οι λιποταξες των απντων

Θα βρω το νμα , θα ψξω τη γιατρει
μια μετακμιση ακμα σε λλη γειτονι
μσα στις κοτες χμα οι αναμνσεις
μες στο πατρι, τποτα μην αφσεις

Δχως τις λξεις κθε μρα κι απ λγο να ξεχνω
πσο πολ, πσο παρλογα ακμα σ' αγαπω

              Σε Ανστησα

Σε ανστησα, τσες φορς σε ανστησα
στις ζεστς πτυχς μου σε κρτησα
στα χρια μου σε ανστησα
Τα δχτυλ μου γιναν διφανα απ' το φως
καθς το θαμα αναγεννιταν
Ψυχ απ την ψυχ μου σε ανστησα
τσες φορς...

Πσες φορς, μου λες, πρπει ακμα να παλψω ;
Πσους θαντους μικρος μεγλους να μετρσω ;
Πσοι δαμονες ακμα να φανον;
Πσες φορς το βμα, το γλιο, το κλμα...
Σε ανστησα, σε κρτησα και φεγεις χελιδνι
χελη κλειστ, χρια αδειαν

Σε ανστησα και ακμα σε ανασανω
στις φοχτες μου ζεστ το χντο
Μεσημρια Κυριακς σε ηλιλουστα σοκκια
Βρδια του χειμνα ανλγητα, κι εσ να φεγεις...
πσες φορς ψυχ απ' την ψυχ μου εσ
πσες φορς...

"Eμαι τρελλ να σε θυμμαι με αυτ το βαλσκι
πει καιρς που δεν υπρχει για μνα Ιθκη..."

                       Φθινπωρο

Μου αρσει το φθινπωρο, κποτε το ανδειξα δικ μου
Τα κτρινα φλλα, η σκουρι στα δντρα, οι ριπς
οι ριπς του ανμου που γεννον ανατριχλα
ο ουρανς που σκοτεινιζει, τα σννεφα που κυοφορον βροχ
και το νωπ το χμα, μαλακ, βουλιζουν τα παποτσια
Οι μυρωδις της σψης σε υπνωτζουν
και μαλακ σε ρχνουν σε χανωση γλυκει

Το φως, πτε χλωμ, πτε λαμπρ
Σε τποτα δε μεινει την κρυφ ανησυχα για το χειμνα που ρχεται
Σε τποτα δε μεινει τη λιγωμρα της ψυχς, γι αυτ που χασες,
γι αυτ που πθανε στα χρια σου
ποιος δεν το καταλαβανει απορε
εγ και οι φυλακισμνοι μνο ξρουμε
πσο πολτιμο εναι το κομμτι του ουρανο,
αυτ που βλπεις μσα απ' τις γρλιες, μσα απ τα κγκελα.

Περιπατομε ενοτε στις παρυφς του δσους
Αρκε αυτ για τους εν ενεργεα μστες
Αρκε αυτ για σους ψλναν ελεγεες στην περασμνη τους ζω

Κι λλοτε κνουμε γρους σε κλειστς αυλς
μικρ τα βηματκια, σρνοντας το ποδρι με το σδερο δεμνο
Κι λλοτε μνο το μικρ κομμτι του ουρανο μσα απ' τις γρλιες

Φθινπωρο, φθνουν οι οπρες
Φθνουν τα κτταρα, κλενουν προστατευτικ οι προι
Πρπει να προφυλσσεις και να κρατς προσεχτικ στις φοχτες
,τι  κυοφορεται για τους μελλοντικος χειμνες

Η Ενδκατη Μωρ Παρθνα...

Ετομαζε το σπτι με αγαλλαση
πλενε και συμμζευε με προσμον
στρωνε τα κιλμια με προσλωση
και μσα της η μελωδα αντηχοσε
"Ιδο, ο Νυμφος ρχεται, εν τω μσω της νυκτς..."

τρεχε στα ρουμνια με αγαλλαση
μζευε λουλουδκια και καρπος
να τα στολσει, να μη λεψει τποτα
και μσα της η καρδι της τραγουδοσε
"Ιδο, ο Νυμφος ρχεται, λαμπρο αστρος εοικς..."

Μα κτι λειπε και προφανς
ο Νυμφος δεν εφνη...

Για την ενδκατη μωρ παρθνα κανες δεν γραψε γραμμ
Θα ταν φανεται πολ μωρ, πολ παρθνα
και δεν εχρεσε οτε σε τση δα παραβολ

            Ιχθες

Φρεσα την πανοπλα των λεπιν
μεττρεψα τους πνεμονες σε βργχια
υποδθηκα τη σοφα των ψαριν
του αχινο τα ζωνταν τα αγκθια

Κι λα αυτ για να καταδυθ στο βθος
το υδτινο το λκνο της κοιλις
Φοβθηκα μην ξανακνω λθος
και ξαναπσω στις φλγες της φωτις

Μα η σοφα δεν κερδζεται με φβο
και η σιωπ να λλο τεχος εναι
Ξεχνμε εκολα τον πρτο μας το λγο
που μας εξθεσε στον πνο και στο κρναι

Τρα δε θλω -λω- πανοπλα να φορ
μισ τα λπια που το δρμα μου καλπτουν
με ηδον και δος πλι προσχωρ
σ' αυτ που τα δχτυλ μου ανακαλπτουν

Φωτειν Μετωρο...

Φωτειν μετωρο
σκοτειν σηματοδτη
της ψυχς μου ανρωτο
το κρασ που δνει νιτη
κανες κι ανβλυσε

Κντρισες με μιας την ρπα
και τ' στρα τα κρυμμνα
φωταγγησαν τη στρτα                  
Κι η δροσι σου στα φρυγμνα
χελη μου κατλυσε

Η ασημι σου λμψη ιριδζει σιωπηλ
το θνατ μου αναστλλει π' αριστο
Θεριεει πλι η ελπδα για γιατρει
στο μακριν πλαντη τον εξριστο

σο το χρι Του Θεο εναι δυνατ
τσο του Αδμ νωχελς και αφημνο
Δεκδες χρνια θα σε περιμνω
ωστου να βρεθομε σε γη και ουραν

           Ιαχ

Εμαι η νχτα
αστρια στραγγζω απ το φως τους
και φεγγοβολ

Εμαι η μρα
δουλεω και προσφρω και αλυχτ
και μσα απ τις δονσεις μου κερν
απ' το κρασ που παργω στο αμπλι μου

Ευτυχισμνος ποιος δπλα μου περν
αν ξερε πση αγπη κρβω
πση οδνη, πση προσφορ
Η κραυγ μου περφανα πετιται και βο
Δεν εμαι ανκανη
Δεν εμαι ανκανη

Δεκδες μλια τρεξα σε αγνες
στη δναμ μου πλλονταν λαγνες
κι απ' τους μαστος μου βζαξαν αινες
σταγνες του ιδρτα σε στρατνες
κι ας μη το ξερα κι ας μη το μολογοσα

Και τρα που 'χω περσει συμπληγδες
και τρα που στο διβα μου σε βρσκω
σου λω, σου δηλνω κι ας το ακοσεις
και αν μπορες μονχα να το νισεις
πρε το βμα, γγιξ με και μοιρσου με
Εμαι Γυνακα εμαι ρωτας και Γη
εμαι η Μνα η δικ σου κι η δικ μου

'Aκου με πλι, πρε τη σκυτλη
Δεν εμαι ανκανη
Εμαι και πλι δυνατ
'Aρτεμη, Εκτη και Εκβη
Ελνη, Αφροδτη, Νιβη κι Αθην
μνους αν μου γρψεις θα το αξζω
Σπονδ αν κνεις θα την πιω

Το χμα τοτο περιμνει τη βροχ του
Το πνεμα τοτο περιμνει το φιλ του
Εναι μαγεα, εναι μθεξη κι αιτα
εναι ψιστη τιμ, σε προσκαλ
Κι μα μπορσουμε, ποιος ξρει,
σως μια μρα βρομε και το αιτιατ

Κι Ο Πθηκος Το Δχτυλο Κοιτοσε...

Το ξρουμε
πως λα εναι χρηστα κι εφμερα
Το ξρουμε
πως λα μοναδικ κι αινια εναι
Το ξρουμε
δχως κανες να μας το πει

Κθε στιγμ τα θαματα μπροστ μας
Κθε στιγμ να μωρ γεννιται
και κποιοι ταξιδεουνε απναντι,
απ' τον Αχροντα στο σκοτειν τον 'Αδη

Κθε στιγμ να λουλοδι ανογει
κι στερα δνεται καρπς
Κθε στιγμ νας ρωτας χτυπιται
κι στερα σρνεται στη γη 

Κθε στιγμ το μτι μας θα 'πρεπε να θαμπνει
Τι εναι αυτ που μονμως μας στραβνει;
Σχεδν τυφλο διανουμε τη ζση
Μα τποτα τελικ δε θα εμποδσει
ταν θα φτσει η στιγμ
γονυπετες, τρμοντας και γυμνο
αναφορ να δσουμε εκε
και σιωπηρ να αποτσουμε τιμ.

Το Δλημμα Του Δον Χουν

Προσπθησα και πθησα
μια μορα να χαρξω
Μια αγπη και μια εκκλησι
σεπτ να προσκυν

Μα πατρδα μοναχ
να χω να λατρεω
κι να μονχα ορζοντα
για πντα ν' αγναντεω

Το πθησα, το πσχισα
μα πντα μου διαφεγει
και χθηκα σε δαδαλους
και σστισα σε πθη

Σε πνθη που δε γιτρεψαν
τη δψα μου ποτ...

Μονχος μου, εξριστος,
κι ας εμαι βετερνος
και στης αγπης το φιλ
και στου πολμου τη κλαγγ

Και τρα πλι δλημμα
και τρα πλι μχη
σα χρνια κι αν πρασαν
στο διο το σκαλ!

,τι κι αν λει ο ποιητς,
ποιο θα 'ναι το βραβεο
καννας πριν το τλος μας
δε θα μπορε να πει   

        Μνυμα Σε Μπουκλι

Με τα στιχκια να σε κρατσω προσπαθ
μα με γερνον τα λγια τα χαμνα
η σιωπ σου με βουλιζει ολονα
σε μαρη θλασσα ν' αντξω δε μπορ

σουν το φως μα σβνεις σο πει
φντασμα τριγυρνς στου νου την πρτα
αχ να σε νιωθα και πλι σαν και πρτα
μα σκοπα η καρδι μου σπαρταρει

Εναι χαρο κι απλπιδο παιχνδι
να κνω πως δεν ξρω πως σε χνω
στα δχτυλ μου τποτα πια δεν πινω
αφο λα δεχνουν πως χεις κιλας φγει

Η ζω δεχνει τους τρπους εχες πει
ποτ δεν ξρεις το αριο τι θα φρει
μα δεν τολμ οτε να περιστρι
να στελω να σου δσει μια ευχ

Μνο μηνματα μσα σε μπουκλι
γενικευμνοι κδικες σε λξεις τυλιγμνοι
δθεν αδιφοροι, κπως μεταλλαγμνοι
μην τχει και το καταλβουνε οι λλοι

       Η Αγπη Αργησε Μια Μρα

Η αγπη ργησε να 'ρθει στο ραντεβο μια μρα
ταν να πει Κυριακ μα φτασε Δευτρα
κι τσι τα βρκε λα κλειστ, γπεδα και πλατεες,
καφενεδκια, μαγαζι, θατρα, πολιτεες

Οι φοινικις της καρτ ποσταλ κιτρνισαν και τοτες
πο 'ναι τα λγια που 'λεγες, πο 'ναι τα λγια που 'πες

Μνο το αγρι ακογεται το κμα να χτυπει
Εναι κι αυτ παρηγορι γιατ τσι πως σκει
σκεπζει της καρδολας μου τον στερο το βρντο
το σιγαν μουρμορισμα και το δεμνο κμπο

Μσα σε στενοσκακα σε ψχνω απεγνωσμνα
κι ας εναι λα πια κλειστ του φθινοπρου τρνα
ορστε, σ' ρημους σταθμος τι τχα περιμνω
το ξρω πως το τρνο σου εναι γι' αλλο ταμνο

Στη χρα του Ποτ-Ποτ ταξδεψα να βρδυ
νμιζα θα 'βρισκα το φως μα ταν λλο σκοτδι
κι αυτ που μσεψε απ 'με τανε η σκι σου
ποτ μου εγ δεν κορσεψα το κστρο της καρδις σου

Για αρραβνες μυστικος, ποτ σου μη μιλσεις
αν το κλειδκι δε μπορες στην πρτα να γυρσεις

Το κμα σβνει μαλακ τα χνη μας στην μμο
ζσαμε και δε ζσαμε, τι τχα παραπνω
να πομε, να προσμνουμε, δεν ξρω πο να πω
πνε αινες κιλας τρεις που σου 'πα σ' αγαπω

Τα λγια εναι περιττ, οι στχοι της ορφνιας
δεν εναι καν το τρπαιο χαμνης περηφνιας
Η αγπη ργησε να 'ρθει μνο μια χιλιετα
το ξρω, εναι σκοπο να ψχνω την αιτα

Πλι τα σμαντρα χτυπον και ξρω με καλονε
το πρσωπ σου δε θα δω κι οι μρες που θα 'ρθουνε
λλες πια γεσεις, μυρωδις, κι αρματα θα χουν
και μη μου πεις ποτ ξαν οι καρδις πως δεν αντχουν

Δε θα σε ξαναδ ποτ, καλ σου κατευδιο
πντοτε θα διαβζω εγ το μαγικ σου ζδιο
Θα ζσεις πιτερο απ με, το ξρω, το μαντεω
μα τποτε οτε για 'σε διο θα 'ναι πιστεω

Αν στω μνο τσο δα με εχες αγαπσει
δια δε θα 'ναι πια για σε ετοτη εδ η ζση
Στο πνθεν σου το κρυφ θα 'μαι μια Μοναλζα
με ζωνταν χαμγελο, κι ας εμαι σε κορνζα 

       Δεν Εναι Δυνατν...


Δεν εναι δυνατν 'γω να μη θλβομαι
σα σκφτομαι πως μνος τρχεις
γυρνς στο σπτι και πλι ολομναχος
κι αναρωτιμαι πως αντχεις

Χαμογελς σα βλπεις τα παιδι σου
πονει η καρδι σου μα επιμελς το κρβεις
Ξαν η νχτα με τα στρα στην ποδι σου
κποιους παλιος καημος αναγνωρζεις

Ποιματα, πεζ, πνακες, τραγοδια
να μερικ απ τα δεκανκια για να βγεις
απ' το αδιξοδο «τα δια και τα δια»
ξαν τη ζση μην απαρνηθες

Και σε θυμμαι φλε, σαν και μνα
εσαι και συ καβορι στα ρηχ
ψχνεις τροφ να θρψεις την καρδι σου
που πθησε μια μρα να πλεσει στ' ανοιχτ

Μσα στη νχτα θα κοιμσαι σως
σως και χι, σως ξενυχτς
μα πλι μνος δχως να χορτσεις
φιλ και χδι και ρωμα αγκαλις.

   Σε να Σγχρονο «Κορο»


Καλς τονα τον μορφο, το μαρμαρνιο Κορο
πιανιστικς θα φτανε ακμα και το Σγορο
- αν ξερε να παζει! -
                                 Μα εναι βλπεις λυτα
προβλματα πολπλοκα επνω στο τραπζι

Ο Κορος εναι δυνατς, μα εναι κολλημνος
και με κοιτει ανμπορος αφο 'ν' τσι φτιαγμνος
τα χρια πνω στα γοφι
κλεισμνα πντα σε γροθι
μ' να μειδαμα μικρ
να κρυμμνο μυστικ
στα χελη σφραγισμνο

Ποια ρμη αναδπλωνε ραγε στα πεδα,
ποια λμψη και ποια λεβεντι δειχνε στα θηρα;
Μα τρα πτρινος κοιτ, ακινητοποιημνος,
κι σο κι αν χει αρχοντι
απ τα χρνια τα παλι
τσι μονχα θα κοιτ, για πντα ο καημνος.

      Nχτα Με Δκατα

Aρχζω πλον να 'χω μυστικ
πλεστα απ σνα, μσα στο συρτρι
μες στο σεντοκι μου γρμματα παλι
κιτρινισμνα,
κι λλα πιο πρσφατα,
μισοαρχινισμνα.

Εναι καιρς για σιγαλι...
Σους, το φεγγρι δες αρχζει
τη βλτα του απ' τα αριστερ
μισ βαρκολα πταται, αρμενζει
Εμαστε λγοι για να κλαμε, δες
εμαστε Μγας ο καθνας Κσμος
ταξδι μου αλαργιν, μισοταξιδεμνο,
ταμνο σ' ναν γνωστο Θε
μισ εδ, μισ στον θλο του υλου,
δες, πεθανω,
μα την αυγολα πλι εδ,
μισ κορμ, μισ ψυχ, μισ κομμνο ρδι.

Δεν βλπεις το χαμγελο, δεν πνεις καν το δκρυ,
γεσεις, εικνες ζωντανς, δε γεεσαι, δε βλπεις
να μην πονμε, να μη νιθουμε λοιπν.
Καλτερα τσι

Πλι ο αρας φρνει μυρωδις,
γνωστες κι μως τσο οικεες
Πο να 'σαι τρα δε ρωτ
κι μως αντχω λλη μια νχτα να κοιτ
το πρσωπ σου πνω στο στερωμα
Σαν το φεγγρι εσ κοιτζεις σοβαρ
λα τα βλπεις και τα καταλαβανεις
βαρ το τμα σου μα ελαφρ το διβα
Aραγε θα θελσεις να 'ρθεις, θα μπορσεις;
Aραγε το κλειδ μου θα αντξεις να γυρσεις;
Κι αν δεν το βρεις;  κι αν δεν θελσεις;  δεν αντξεις;
Τι νοστα ερωτματα!
Η νχτα μου γελ, κοντεει η μρα,
ξρω, δεν ξρω, ο γρφος ξεγελ,
να παιχνδι να περν το νμα μου πιο πρα

(Πσα απ' τη Μεγκ σε με;
 Πσα απ' τον Τομ σε σε;
 Περπου εμες
 Καθλου εμες
 Περπου περιθριο
 Ακροβατομε κι στερα γλιστρμε
 Εθελοντς κπτωτοι της γιορτς
 Δε χσαμε, μονχα ξαγρυπνμε
 Δε φταω εγ, τα δκατα μιλνε
 και σου γυρζουν μπομερανγκ, ω Τλε,
 Καθλου εγ, μονχα εγ
 Εσ Απν, Εσ Παρν
 Ωσε παρν...)

(Παραλρημα... πειρζει;
Δες το κι αλλις και μη σε νοιζει,
νοιξη εναι, θα περσει,
πλι θα ρθει η λογικ
το νειρο να πισει απ' το μαλλ
μα το πρω συγνμη θα ζητσει
κι αυτ θριαμβευτς θα ξαναρχσει...)
 
Λγε Τ Σιγς Κρεττον Σιγν Κρτει

Ας μιλσει τρα η σιωπ
η σιγ του πνου
των κρυφν δακρων

Ας κρατσουμε τρα σιγ
σο κρατει η ανσα πριν βγει
στο "ραγε θα 'ρθει;"

Η σιωπ εναι χρυσς
μα ο κρυφς θησαυρς
την καρδι μου βαρανει

Πς μπορες ν' αγκαλισεις μια πνο;
Πς μπορες ν' αγαπσεις μια φων;

Μα πς μπορες να πψεις ν' αγαπς
τη ψυχ σου ξαν ν' αρνηθες;

Against all odds I love you
for what is worth I love you
Am I so stupid waiting a so little something
getting my arms empty
getting my desert soul
I have to go
please forgive me
please forget me

                   Ενπνιο...

Τι μορφα τα γυμν σου στθη απλωμνα
μια συστολ, μιαν αθωτητα που βγζουν
στα νειρ σου δαχτυλδια αγορζεις
στις αγορς της Δαμασκο και της Βαγδτης
και σταφλια δαγκνεις του Λιβνου
το ρωμ σου απαλ την κμαρα ευωδιζει
τσο απλ, τσο γεμτη, τσο παραμυθνια
στις μτες πρπει να πισωπατσω
αυτ τη χρη ποτ να μην ξυπνσω
τσακ -το τρξιμο της πρτας-
με να αχ θα αλλξεις το πλευρ
για να λεπτ ακμα κοντ σου θα σταθ
το νειρ σου να μη τσαλαπατσω 
 
Παραμθι και ζω πντα ενωμνα
χιαστ, ζευγαρωτ, χρι με χρι
νας πλαντης που ακολουθε
σοφ κι απεγνωσμνα
το δικ του φωτερ αστρι

        χω να Σμα...

χω να σμα
που αντχει ακμα

χω δυο μτια που σννεφα κοιτον
μπαμπακνια κστρα, πρτες πυργωτς
ποις Πλες ακμα εναι κλειστς

Οι Τιτνες φυγαν και κρφτηκαν
νικθηκαν απ τα λοτρινα ζωκια
του μικρο που κρατς στην αγκαλι σου
-του παιδιο που επιζε στα νειρ σου-

νας μικρς Θες με χαιρετ
μου κλενει και το μτι
κνω πως δε ξρω ποιο κλειδ κρατ
και πως με περγελ
κρβοντς το πσω απ την πλτη

Ο καιρς περν για κποια κτταρα παλι
για κποια εναι φρσκος και νεκοπος
κι αν για κτι εναι πια αργ
για κτι λλο προχωρει απρσκοπτος

χω να σμα
που δονεται ακμα

ριμο στχυ και φλαμορι Αμοργιαν
μαγι το δρμα μου μυρζει
κι αν απ' αυτ τποτα δε σ' αγγζει
πλι η αρα σου σματα θα πρει
και θα ξυπνσεις ξαφνικ
με δρα περιστρια
κατατιθμενα πνω στο μαξιλρι

χω να σμα
που μ' εκδικεται ακμα...

  Και Πλι Κυνηγς...
                                                             ( I' m a hunter again... DIDO)
Με βλπω πλι κι απορ:
πως σηκνω το μπρτσο μου απαλ
και κνει τξο
ξοχο ργο τχνης!

Τεντνω τα πδια μου, τανυμαι
να μυρμγκιασμα απλνεται παντο
Κνω να βμα κι στερα κι λλο κι λλο
Τι αγαλλαση, τι θαμα
κινητικς κι ισορροπας!

Κρατς-κρατς τα φυλλαρκια 
κτω απ' τις πατοσες μου
Σε λγο λοι θα το χουν πρει εδηση:
τλος η μακρι χειμρια νρκη

Για δκα χρνια η αρκοδα θρεψε τα παιδι της
ζεστ κοιλι στη σκοτειν σπηλι
Μα τρα πλι νοιξη κι στερα καλοκαρι...

μορφες οι ργες της βελουδνιας γονας μου
Οσφρανομαι -χελη ανοιχτ, μουστκια σ' κσταση-
κτι σιγοτρμει και γρυλζει
εναι η δικ μου μυρωδι μα και των λλων
Εμαι και πλι κυνηγς

Απ το λφο απνω ατενζω τη σαβνα
Εμες οι τγρεις εμαστε -λει- ζα μοναχικ
que peu m' importe
εμαι και πλι τγρης
η δναμη μσα μου
κι εμπρς μου
η σαβνα περιμνει
το κλεσμα και την απκρισ μου
Εμαι και πλι κυνηγς

Συνηθζονται...

Συνηθζονται,
λα στο τλος συνηθζονται

Να ξυπνς το πρω  και να πονς
σα να σ' χουνε δερει λη τη νχτα
Να γρνεις το βρδυ και να κλαις
τη συνθη ρα
του ανομολγητου θρνου

Η γκριζδα της πλης
η μαυρλα της ψυχς
η ασχμια της ζσης
λα στο τλος συνηθζονται

Το ανθρπινο γνος χει επιζσει δεινοσαρων
χει επιζσει κατακλυσμν
χει επιζσει αδελφοκτνων πολμων
Θα το αντξουμε κι αυτ...


Μα να καρδι μου δεν το 'χω συνηθσει
οτε και συ, οτε κανες
Η απλεια ακμα πονει
οι Πλες της Εδμ πντα κλειστς
μα η νοσταλγα ζωνταν

Αυτ, ψυχ μου, δε συνηθζεται...

Παραχαρκτης

Παραχαρκτης
μιας πορεας στρεβλς
ατρμονης κυκλικς επιστροφς
Ζω μου που δε σ' ζησα
παρ απ' τα παρασκνια

Παραχαρκτης
του χρτη του κορμιο σου
πσα μονοπατκια, πσες κρυφς σκοτεινς γωνες
Μ' αρσει να πιστεω πως εμαι ο μνος
ο πρτος που σε πτησα κρυφ
που κορσεψα τις κορφς και τα λαγκδια σου
Χρυσ το δρας της Κολχδος
Χρυσ και σιταρνιο το δμας σου
Θα με θυμσαι μα φγεις
Σοφ χω βλει τα σημδια μου
Δεν εμαι καν Ισων
νας φτωχς παραχαρκτης εμαι

Ο Στρατηγς Επιστρφει...

Ο στρατηγς επιστρφει απ' τη μχη
επιστρφει απ τον πλεμο
επιστρφει απ το πλαγο
Η Πραλος φτασε στην ρα της
σωστ τα λφυρα, μετρημνες οι απλειες
Καλ η υποδοχ στο λιμνι
λαμπρ η θυσα στο να
λα καλ λοιπν...

Τρα στο σπτι, οκαδε
Πς να 'ναι η σοδει
πς να 'ναι τα παιδι
το 'να  μικρολι τ' φησε, βζαινε της μνας...
ζει ραγε ο γρο ταρος του;
τσο καιρ καλ τανε χωρς αυτς τις ννοιες
Να θυμηθε να γυαλσει λγο το θωρκιο...
χι, αυτ εναι δουλει του παραγιο...
Να φτιξει στω τις πτυχς, πως κουρελιστηκαν λα
τρεις εποχς ταξδεψε, μα τρα φανονται τη
Ωχ, αριο θα τα σκεφτε, τρα εναι κουρασμνος
τελεωσε ο πλεμος
ρθε ο καιρς της λθης

Ας τελεισει το μονοπτι που σπτι μας φρνει
Ακμα κι αν χαδης η αγκαλι της σπηλις
Εναι να κποιο τρμα, δεν εναι;

                Je Te Parle De L' Eternite
                                                               (Σου μιλ για την αιωνιτητα)
Σου μιλ...
                   Κθε ρα σου μιλ
                   με λξεις φεγγαρσιες
                   και λξεις γινες
                   με λξεις μισιακς
                   και λξεις ονειρεμνες
                   Κθε πρω
                   και κθε νχτα
                   Μσα απ' τα μχια φλλα μου
                   κραυγζω
                   μα χνεται σαν ψθυρος
                   πως κυλει στο τζμι η βροχ
                   να απομεσμερο φθινοπρου Κυριακς

                   Αιωνιτητα εναι η κθε μας στιγμ...

             Δε Mνει Πια Εδ...  
                         
Δε μνει πια εδ
               αυτς που κποτε αναπαυταν στη ποδι μου
               φυγε
               εγκατλειψε
               δεια την αγκαλι μου
               Τerra incognita απ δω
               terra interdiva απ κει
               ρημη χρα
               ελαφρς λεηλατημνη
               Βματα σβνουν
               σκις που χνονται
               Πο τχα ν' απιθσω την καρδι μου
               πο θε ν' αφσω
               τα αζτητα φιλι μου;
               Γιατ ποτ καμι εξγηση δε δθηκε
               και πρπει ωστσο να κνω υπομον

               Εντξει κουνελκι μου
               Εκε που πγες θα σε φνε οι λκοι
               Εδ που μνω θα με θψει η σιωπ
               Αχ να μποροσα να 'βλεπα το φως
               εκενο το απλ των πρτων χρνων
               εκενο το αγν, το γιο
               το γριο κρασ της Πρτης Κοινωνας

      Η Σιωπ Σου Μου Μιλ...

Η σιωπ σου μου μιλ με χλιους τρπους.
Μου λει αυτ που ψιθυρζουν στο αφτ οι εραστς
μια νχτα του χειμνα στο βουν
και δπλα ακογεται βαθι η ανσα των αμνν.

Μου λει το σπαραχτικ τραγοδι των αστρων
που στλνουνε τη λμψη τους τη φωτς μακρν
εν τα δια τ' στρα χουνε κιλας σβσει.

Μου λει την απγνωση μιας κρας λαμπερς νυχτις.
λα μιλονε κτω απ το κλυφος.
Κι αν εχες το αφτ ν' ακοσεις πιο βαθι
θ' κουγες το βμβο της ζως που πνει
λλοτε τα λοσθια κι λλοτε τη σπαραχτικ κραυγ της γννας.

Μιλει ακμα και μια γλσσα γνωστη.
Ποις εσαι αγαπημνε;
Πς μιλς;
Πς κλαιν' τα μτια σου και πς σωπανει η μιλι σου;
Δεν εναι λες οι σιωπς ευτυχισμνες,
δεν εναι το ζεστ χδι του μετ.
Μα εναι μια εκκωφαντικ σιωπ.

Μακρι να 'ξερα τους κδικες να λσω.
Ττε τα λγια θα 'τανε ντως χρηστα.
να σου βλμμα θα 'φτανε
να χαμγελο κρυφ, γλυκ,
και ττε το περπτημα στα κματα
ρεμος θλος και περπατος θα τανε.

Αχ να 'χα της καρδις σου το κλειδ!
ττε οι σιωπς θα 'ταν αγαπημνες.
Λατρεμνες.

                   Ελεγεα

Ποι τεχη θα σε φιλοξενσουν;
Ποις γλπτης θα σκαλσει τη μορφ σου;
κι στερα απ χρνια
αποσβολωμνοι τουρστες θα χσκουν να κοιτον

Ποις νεμος θα σε σκορπσει;
Ποις ρωτας θα σε ανεβσει;
Ποι χελη θα σε πιονε;
Ποι στμα θα σε τραγουδσει;

Σε ποι παραλα τα πδια θα σε πνε
γλυκ τα αλμυρ νερ να σε φιλσει;
Ποι χρια θα σε αγγξουνε;
Ποι αγκαλι ζεστ θα σε κρατσει;

Ποι πλη, ποι χρα, ποι εποχ θα σε διεκδικσει;
Ποι πρωιν, ποι βρδυ, ποι νυχτι;
Λουλοδι εσ της νοιξης, αναα ανοιχτ,
σκληρ κι απαλ, πνο, ρομφαα,
'Αγγελος, εξγγελος, παρλογα αγνς
σα κι αν ξρω, τποτα δεν εδα,
μνο το πρασμ σου νιωσα κρυφ
κρυφ χαρ, πνιχτς λυγμς και φοσκωμα στα στθια
Εναι πολ, κι ας εναι λγο μοναχ.

            Θλακας

Μες στο κουκολι σου τυλχτηκες.
σφιξες την κπα,
σφιξες τα δντια,
σφιξες την κοπα το ζεστ καφ στα χρια.
σφιξες την καρδι σου.
Θλακας μσα στο σνολο η μονδα
Φλακας ενς κρυμμνου μυστικο.

Οτε να κλψεις δεν μπορες με τση αγριδα.
Εκτς κι αν δεις ανεμνες να ανθζουν
Εκτς κι αν τα κοτσφια αφουγκραστες
Εκτς κι αν κτι λλο ψυχανεμιστες...

Πσο σκοτδι, πση ερημι μες στο κουκολι,
παρλαυτ παρηγορι και βλσαμο:
ξω να μανεται ο βορις στο κρο
μσα να περιφρονται οι 'Αλλοι σα σκις
πιο μσα -ακμα στο κουκολι σου- Εσ
Μ' να βιβλο, ναν καφ και μια ελπδα.
Θλακας μσα στο σνολο η μονδα
Φλακας ενς κρυμμνου μυστικο.

Κατρακυλον Οι Μρες...

Κατρακυλον οι μρες
Αδηφγες οι νχτες
Μα το πρω χει ξεπλνει τις πλκες της αυλς μας
Κθε πρω...
Κθε φιλ...
Που δωσες που δεν δωσες

Κθε σκαλ
Πσος κπος η κθε ανσα!
Πσο θμπος η κθε στιγμ!
Πσο το θαμα σε να κοριτσστικο θρσμα!
"Μ' αγαπς; Μ' αγαπς ακμα;"

Πσο το γλιο σε να παιδ!
να παχουλ χερκι που παιδεει να παιχνδι
Ο αετς ζητ να πετξει
Τραβ το σκοιν και χνεται στα ουρνια

Θλει δουλει και κπο η λευτερι

Κατρακυλον οι μρες
Αδηφγες οι νχτες
Προμηθας Δεσμτης η ψυχ μας
Εμαστε ακμα εδ...
Καλημρα!
 
                       Μπορες Και Πιο Πρα.

                  ταν πας πρα απ τα ρια του πνου
                  ο πνος δεν υπρχει πια.
                  ταν τον νισεις πρα ως πρα
                  τα κτταρ σου αδειζουν
                  και παεις να πονς.
                  Μπορες και πιο πρα.

                  Στα νειρ μου περιπλανθηκα
                  πρασα απ' την αγπη
                  πρασα απ' τον ρωτα
                  πρασα απ' την ρνηση.
                  Εδα λουλοδια να γερνον
                  ζωκια να πεθανουν.
                  Εδα να φυτρνει νας σπρος
                  σε μια σχισμδα βρχου,
                  μια χοφτα χμα, δυο μπουκις.
                  Μια χοφτα χινι
                  λιωτο κι αμλυντο για μνες.
                  Εδα πεδιδες, εδα τον λιο να γερν,
                  εδα το Τλος.
                  Εδα χιλιδες κορμι
                  πεσμνα, ψυχα, παρξενα.

                  Ο θνατος στα νειρα σημανει αλλαγ.
                  Μη τη φοβσαι.
                  Ο φβος εναι αυτς που σε γερν
                  που σε κρατ αιχμλωτο.
                  Μη τη φοβσαι.

                  'Ασε τα μαλλι σου να μακρνουν
                  να γνεις γρος Τειρεσας,
                  σοφς Ερμς και Αφροδτη.
                  Να γνεις γελαστ μωρ
                  'Αχρηστος μντης της ανθρπινης βλακεας.

                  κψ' τα.
                   Γνε γυμνς δκτης, νοιξε τα μπρτσα
                   νοιξε τα σκλη, γνε χι.
                   Γνε ο νθρωπος-σταυρς του Ντα Βντσι.
                   Γνε ο σταυρωμνος εαυτς σου
                   Ξαναγεννσου.

                   Ετοιμσου για το νο πνο
                   τον πνο της γννας
                   τον πνο της πρτης ανσας
                   ξαν.
                   Γνε ελεθερος
                   Ξεκνα.

Χαρομενο, Απροσδκητα

Υπρχουνε παρξενα σημδια
πτε να κκκινο, πτε να φοξια,
πτε να μπλε, πτε να πρσινο
και στη καρδι μου ανθζει ουρνιο τξο

To χελωνκι το νεογννητο
βρσκει μονχο του το δρμο
τραβει αμετκλητα για θλασσα
τι κι αν το φει το μαρο ψρι
αμσως μλις μπει,
τι κι αν θα γνει μαθουσλας,
ο γρο βοδας των θαλσσιων χελωνν

Η ζω τραβει την ανηφρα
κι στερα κοντοστκεται να πιει να νερ
να πρει ανσα
να κρουσταλλισει στη δροσι
κρυφ απ το λιοπρι
σα νιο κορτσι να γελσει και ν' αστειευτε
και να φλερτρει

Υπρχουνε παρξενα σημδια
Αpres la pluie le beau temps*                          
και η καρδι μου ανογει ουρνιο τξο

On ouvre la fenetre                                          
tu etais la                                                           
tu l' es toujours                                                  
derierre le rideau                                               
bonjour, toujours                                                
toujours pour la premiere fois
...**

               * Μετ τη βροχ ο καλς καιρς

             ** Ανογουν το παρθυρο
                  σουν εκε
                  πντα εσαι
                  πσω απ' την κουρτνα
                  καλημρα, πντα
                  πντα για πρτη φορ...


     Τυχαα Συνντηση Στο Δρμο

Πρασε δπλα του, ξυστ. Μα μτε που εστθη
"Για δες", εσυλλογστηκε, "κι μως την αγαποσα.

Τρα τα ξμπλια κρμονται, τοφες απ' τα μαλλι της
μικρος θαντους μαρτυρ η δεια η ματι της".

Επε και ματαγρισε την πλτη για να φγει
τανε γρος -και λοιπν;- μπως αυτς εθγη;

Η λλη φταιγε -πντα οι λλοι φτανε!

Για τα στραβ, τα δικα, τα δκια και τα σια
θλει δουλει και λεβεντι να ζεις παλικαρσια.

Αν μια φορ δεν στερξες, ζω να πολεμσεις
μτε στο θνατο κοντ δε θα τη κατακτσεις.

Μικρς κουβντες, μισιακς, τποτα δεν ορζεις
κι μα περσει απ μπροστ, δεν την αναγνωρζεις.

Του Κσμου Τα Απογματα...

Του κσμου τ' απογματα εμαι γω
ανογουνε οι Πλες του ουρανο
ανογουν οι δικς μου πλες
το ρωμ μου αψ
τα δατ μου χορταριζουνε τις χθες
ποιος θα αρνηθε το κλεσμ μου αυτ;

Του κσμου τ' απογματα εμαι γω
εμαι εδ ταν γυρνς απ' τη δουλει σου
να φιλ; Μια ερτηση απλ
γυρνς τη πλτη γερμνος στη φωλι σου

Εμαι εδ, μα εσαι αλλο, μρα τη μρα
πρε τα λγια, γνε πιστς προσκυνητς
ενς ναο που κετεται  εδ πρα
στα πδια σου τα πδια μου ανοιχτ
μικρ σπονδ, μικρς βωμς, μεγλη η θυσα
ενς Θεο που σπασε και τον αυλ παρτησε
κοιμθηκε και το νομ του ξχασε

Του κσμου τ' απογματα εμαι γω
ξαν οι σκιοι θα μακρνουν, θα κυλσουν
μα ποιος τα ρμματα θα δσει της μορφς μου
Του κσμου οι σιωπς δεν θα καλψουν
την οιμωγ της ανοιχτς πληγς μου

Του κσμου τ' απογματα εναι δω
αυλς λουλουδιασμνες
βρξιμο με το λστιχο να κατακτσει η σκνη
βγανουν στο δρμο να τα πουν γειτνισσες αντμα
μα εγ με τα παντζορια μου κλειστ
αναπολ το γλιο και το κλμα
ξυπνς και θλεις τον καφ σου
λα ξεχνιονται και ξαν
τ' απογματα περννε κι ρχεται το δελι
το δεπνο, το απδειπνο στου κσμου το μαντλι
σαν ρτος φυλαγμνος στοργικ
κανες εδ δεν θα φυλ σκοπι
σαν ρθει η ρα η σελνη να ανατελλει.

                   Το Σπτι Αυτ...

Το σπτι αυτ κανες δεν θα το κατοικσει
Εναι γεμτο απ φαντσματα και θμησες παλις
Βματα κι απηχοι ακογονται, φωνς και ψθυροι
Μια γριολα κθεται στην κουνιστ καρκλα
Ποιος ν' αγαπσει να σπτι παλι αν δεν αγαπσει τους κατοκους του;
Αν τρομζει στο κθε φντασμα που προβλλει απ' τις γωνες;
Οτε "ενοικιζεται" οτε "πωλεται"
Το σπτι αυτ θα παραμενει στα αζτητα.

"What Ιs Α Υouth?"

Τ εναι η νιτη
παρεκτς να βοισμα στ' αφτι
για τους γηραλους που στκονται σους καφενδες;

Τ εναι η νιτη;

να παιχνδισμα τσο σοβαρ
χειλκια σουφρωμνα απ' τη προσπθεια
κι στερα να χαμγελο ως τ' αφτι
«Σε νκησα, μπαγσα»

Παζουνε μπσκετ οι νεαρο
ιδρτας, πεσμα, φορκα αλλ και θραμβος
Στο χρτο να κορτσι παρακολουθε
λα τα αγρια κι  στερα μνο να

Μετ θα 'ρθει και θα καθσει
ξπνοο προσωριν κι αυτ
στο χρτο, πλι της
Θα μενουν ως αργ, ταν θα χουν φγει λοι
ο ρωτας θα πλεχτε
πως το στεφανκι απ τα στχυα τ' γρια
που ασυνασθητα θα πλκει κενη, λη την ρα

Θα της χαρσει να λουλοδι κι να χαμγελο στραβ
δθεν για να σκεπσει τη γλυκι αιδ
Παρξενο: χρνια πολλ μετ εκενο θα θυμονται
το πρτο εκενο το φιλ
με αγικλημα και καλοκαρι μυρωμνο

Τ εναι η νιτη;

Παρξενο, η νοιξη με πινει λες τις εποχς
σαν νθος που ανογει στη σιωπ,
γιατ κανες μας δεν ακοει
τα αλληλοα των μικρν εντμων
στερα ξαφνικ χιλιδες τμπανα και μουσικς αρινες
γεμζουνε το μσα και το ξω
Θλουν να ξεχυθον
κι εγ ρουφω απεγνωσμνα τη ζω ως το μεδολι
πως το βρφος το μαστ

Στο βθος λοι ξρουμε
και προσκυνμε σγκορμοι, μ' να πνιχτ λυγμ,
την βη την αινια
και συγχωρομε το Ρωμαο που ργησε να 'ρθει,
την Iουλιτα που βιστηκε να πιει φαρμκι να πεθνει
'Αμα δεν ξρεις να πεθανεις απ αγπη,
ττε προς τ ο ρωτας για τη ζω;

Παραλλαγ

What is a youth
than children's heart into a game
What is a game
than dream within a dream
and pulse against your chest
What is your "hi"
than a sound without an echo
your last song
your last private dance
your lost, long time ago, saints.

Ο νθρωπος Και Το Ξωτικ

     Μια φορ κι ναν καιρ ταν νας νθρωπος. ταν πολ καιρ μνος και απογοητευμνος και συνθως καθταν κι κλαιγε τη μορα του κλεισμνος σπτι. Μια μρα μως φρεσε το παλτ του, βαλε τα χρια στις τσπες και ξεκνησε σκυφτς να περπατει, δχως σκοπ.
     Περπτησε, περπτησε, περπτησε χωρς ν' ακοει τποτα οτε να κοιτζει γρω του. Περπτησε πολ κι λο συνχιζε. Σιγ-σιγ ξεπρασε τα ρια της πλης και βγκε στη δημοσι. Συνχισε να περπατ σπου φθασε σε να σδενδρο. Συνχισε λγο ακμα σπου βρκε μια πτρα και κθισε να ξεκουραστε. σως να τον πρε και λγο ο πνος.
     Ξαφνικ κουσε κτι χαρχαλματα. μαθος πως ταν στη φση ντας παιδ της πλης, ανησχησε. "σως εναι κποιο ζωκι", σκφθηκε κι νοιξε λγο τα μτια του. Κι αυτ που εδε τον κανε να τιναχτε ξαφνιασμνος: Λγο πιο πρα, δπλα του σχεδν, ταν να πλσμα μικρ και χαριτωμνο, με ξανθωπ τσουλοφια να πετγονται απ τα μυτερ αυτκια του που ταν ιδιαζντως μεγλα για το πρσωπ του, με πρασινωπ φορεσι και... φτερ στους μους. Μικρ φτερ, χι μεγλα πως εχε δει στις εικνες να χουν οι γγελοι.
     Το πλσμα κτι κανε. Ο νθρωπος δεν ξερε ακριβς τι, αλλ του φαινταν πολ απασχολημνο να σκαλζει ελαφρ κτι με το ραβδκι του. Μα τι ταν; Τι του θμιζε; Γιατ εχε την εντπωση πως κπου το εχε ξαναδε. Αλλ πο; Κι εξλλου αυτ ταν αδνατον. Και ττε το θυμθηκε: Μικρς εχε δει να ργο με κινομενα σχδια, τον Πτερ Παν. Τοτος εδ ο μικρολης ταν ολιδιος ο Πτερ Παν, εκτς απ τα φτερ, βεβαως.
     Ο νθρωπος εχε καιρ να φει κανονικ κι απ πνο οτε λγος. Εχε χσει την ασθηση του χρνου, δεν ξερε καν τι μρα ταν.
     "Αρχζω να τρελανομαι", επε μσα του ρεμα. ρεμα, γιατ δεν τον νοιαζε τποτα. Εχε παραιτηθε εδ και κμποσο καιρ. τσι λοιπν παρακολουθοσε με περιργεια τον Πτερ Παν να σκαλζει τα θμνα.
     "Αν εναι να τρελαθ, ας γνει", σκφθηκε. "Δε βαρισαι! " Και κοταζε ρεμα μεν, αλλ με απροκλυπτη περιργεια το πλσμα. Θαμαζε το τι σκαρφζεται ο νους κι αναρωτιταν πο το πγαινε και γιατ να διαλξει να ττοιο ον το υποσυνεδητ του για να του δεξει... τι ραγε;
     Το ξωτικ σιγοτραγουδοσε. Εχε πρει εδηση τον νθρωπο φυσικ, αλλ δεν του δινε σημασα. Εναι γνωστ εξλλου τι οι νθρωποι δεν διακρνουν τποτα, δεν βλπουν τα ξωτικ. ταν εξασφαλισμνη η ησυχα του. Τοτος εδ σα να κοιμταν κιλας.
     Ξαφνικ εχε την δυσρεστη ασθηση τι τον παρακολουθοσαν. Σηκνει το κεφλι και βλπει δυο μτια να τον κοιτζουν ζωηρ. Ο νθρωπος ταν ακνητος, σαν κουβαριασμνος, αλλ τα μτια του ταν προσηλωμνα πνω του, σα να τον σρωναν απ' κρη σ' κρη.
 -"Τι με κοιτς, νθρωπε; " τον ρτησε. Ο νθρωπος αναπδησε απ κπληξη. Το πλσμα μιλοσε και μλιστα φναζε επιτακτικ και τσιριχτ. "Σαν ενοχλημνο", σκφθηκε. Δεν απντησε. Τι να απαντσει; 
 -"Σε ρτησα κτι”, ξανπε το ξωτικ, "δεν ακος;
 -”Τ εσαι; ”, ψιθρισε ο νθρωπος. Η φων του σε αχρηστα τσο καιρ, ακοστηκε σαν σκουριασμνη βδα. "Απ πτε χω να μιλσω σε νθρωπο;" αναρωτθηκε πικραμνα. "Αλλ μπως και τρα, σε νθρωπο μιλω;"  Ξερβηξε λιγκι και προσπθησε ξαν:
 -"Τι εσαι; "
 -"Ξωτικ φυσικ" απντησε ανυπμονα το ξωτικ, πριν προλβει ο λλος να ολοκληρσει τη λξη του. "Εσ μως πς και με βλπεις; "
 -"Εεε..." κανε αμχανα ο λλος. "κανες λγο θρυβο...", συμπλρωσε απολογητικ.
 -"Σε ξπνησα; " ρτησε το ξωτικ.
 -"Εεε, μλλον", μουρμορισε ο νθρωπος. Αυτς δεν ταν ενοχλημνος, μνο απορημνος. Αλλ και πλι χι πολ.
 -"τσι εξηγεται! ", επε με στμφο το ξωτικ.
 -"Τι εξηγεται; " ρτησε ο νθρωπος.
 -"Το τι με βλπεις. Κανονικ οι νθρωποι δεν μας βλπουν", αισθνθηκε την ανγκη να εξηγσει βλποντας το φος του ανθρπου. "Εδ που τα λμε, πολ λγα βλπετε", κανε περιφρονητικ.
 -"Τι δε βλπουμε; "
 -"Τποτα, σου λω". κανε μια κνηση κυκλικ με το χρι, κοιτζοντας γρω. "Τα πντα. Ακος τα σαλιγκρια; " ρτησε επιθετικ.
 -"χι..." μουρμορισε ο νθρωπος. Δεν του πρασε απ' το νου να διαμαρτυρηθε τι τα σαλιγκρια δεν χουν φων.
 -"Τα κλαρι; "
 -"χι... ναι, ταν τα σαλεει ο νεμος..."
 -"Α, θαυμσια! Και τι λνε; "
 -"Πο θες να ξρω; Μα τι με ρωτς; "
 -"Τα βλπεις; " αναφνησε θριαμβευτικ το ξωτικ. "Τποτα. Νολα. Εστε νολες! " Και το πισανε τα γλια.
     Ο νθρωπος δυσαρεστθηκε. λλο να το λει ο διος, λλο να του το πετει ο σβερας* στα μοτρα.
 -"κου να σου πω..." ρχισε..
 -"Τι; " ρτησε προκλητικ το ξωτικ. "Τποτα δεν ξρετε!"
 -"Αυτ ξαναπς το", μουρμορισε ξαν ο νθρωπος και σα να ξεφοσκωσε πλι. "Αλλ για πες", συνχισε αμσως μετ, "εσνα πς σε ακοω και σε βλπω; Μπως εσαι μσα στον πνο μου; Μπως ονειρεομαι;"
 -"Χαχα", γλασε το ξωτικ. "Εσαι τελεως κουτεντς".
 -"Μα εσ επες προηγουμνως..."
 -"Επα πως επειδ κοιμσουν και σε ξπνησα, με ακος. Μου το εχαν πει κτι παπποδες, τι συμβανει καμι φορ σε ορισμνους ανθρπους. Μπως τελευταως χασες κποιον; Πθανε κποιος δικς σου; "
     Ο νθρωπος μεινε ασλευτος. Αν εχε χσει κποιον δικ του...
 -"Πθανε κανες; " ξαναρτησε, με επαγγελματικ φος το ξωτικ.
 -"χι..." ψιθρισε βραχν ο νθρωπος. "Δηλαδ", συνχισε καθαρζοντας τη φων του, "κθε μρα πεθανουν..."
 -"Εννο δικς σου, νθρωπε!" αναφνησε ανυπμονα το ξωτικ.
 -"χι ακριβς... αλλ χασα κτι...κποιον. Κποια, θελα να πω".
 -"Γυνακα; " ρτησε με ενδιαφρον το ξωτικ.
 -"Ναι..."
 -"Τη γυνακα σου; "
 -"χι..."
 -"Αδερφ; Ξαδρφη; Μνα;"
 -"χι, χι... Γυνακα μου ταν", προσπθησε να εξηγσει, "αλλ δεν μασταν παντρεμνοι".
 -"Αγαπισασταν; "
 -"Ναι... δηλαδ τσι νμιζα..." Η φων του ανθρπου λο και χαμλωνε. Αλλ το ξωτικ κουγε, -εδ μποροσε να ακοει τα σαλιγκρια!
 -"Πγε με λλον;"  Το ξωτικ δεν εχε χνος λπησης αποδοκιμασας στη φων του.
 -"Πγε... ξαναγρισε στον ντρα της".
 -"Αχ! " φναξε το ξωτικ.
 -"Τι; " ρτησε αμυντικ ο νθρωπος.
 -"τσι εξηγεται!", ξανπε με φος πολξερο το ξωτικ. βαλε τα χρια στις τσπες κι ρχισε να σουλατσρει κορδωμνο. "Κλασικ περπτωση συγκρουσιακο συνδρμου", πταξε με φος.
     Ο νθρωπος μεινε με ανοιχτ το στμα.
 -"Μπως εσες τα ξωτικ σπουδζετε σε σχολς ψυχολογας;", ρτησε στο τλος.
 -"Χαχα, εμες λα τα σπουδζουμε μα θλουμε", κοκορετηκε το ξωτικ. "Αλλ χι σε σχολς. Δεν τις χρειαζμαστε. Εμαστε πιο ξυπνοι απ σας, νθρωπε!"     
     Ο νθρωπος δε μλησε. Τι να πει; Το ξωτικ του θμιζε δυσρεστα να απ τα πρην αφεντικ του. Κι ναν Γυμνασιρχη που εχαν κποτε στο σχολεο. "Αν εναι λοι σαν αυτν εδ..." ρχισε να σκφτεται.
     Εκενη τη στιγμ το ξιπασμνο, τσι πως στεκταν ισορροπντας στις φτρνες του, ξαφνικ σα να παραπτησε και παραλγο να πσει. Κατφερε να το αποτρψει, αλλ ταν τσο αστεο που ο νθρωπος μετ βας απφυγε να γελσει. Κι αυτ ταν αξιοσημεωτο, αν σκεφτε κανες τι εχε μνες να σκσει το χελι του.
 -"Λοιπν; " ρτησε το ξωτικ.
 -"Τι λοιπν; "
 -"Λοιπν, αφο δεν ταν γυνακα σου η παντρεμνη και δεν πθανε, γιατ εχες αυτ το... αυτ τη σγκρουση; "
     Εκενη τη στιγμ φευγαλα πρασε απ το νου του ανθρπου τι το ξωτικ του δεν ταν και τσο σπουδαγμνο, απλς του ρεσε να κομπορρημονε, Αλλ πολ φευγαλα, γιατ λλο τον απασχολοσε.
 -"Δεν καταλαβανεις..."
 -"Και γιατ να μην καταλαβανω;"
 -"Δεν ξρω πς το χετε εσες. Εμες... εμες ... Εγ εχα ρωτα με αυτ τη γυνακα"!
 -"Και λοιπν;"
 -"Ξρεις τι εναι ο ρωτας;"
 -"χι δεν ξρω, εσνα περμενα να μου πεις! "
 -"Μη θυμνεις... Απλς... απλς για μνα ταν ολκερη η ζω μου. Της δωσα τα πντα, κατλαβες; Τα πντα... κι εκενη... λους τους ρκους μας, λα μας τα νειρα τα πρδωσε, τα ποδοπτησε..."
 -"Φυσικ εναι".
 -"Πς φυσικ δηλαδ;"
 -"Μα ταν παντρεμνη. δη εχε απατσει τον ντρα της", επε το ξωτικ ανασηκνοντας τους μους.
 -"Ναι... Αν ξερες πς με πονοσε αυτ.... Απ την αρχ το φοβμουν..."
 -"Αχ, μα ττε τποτα δεν χρηκες, νθρωπε! Τι στο καλ το ξεκνησες;"
 -"Ποτ δεν εχα γνωρσει κποια σαν αυτ... ταν μοναδικ για μνα. Ξεχωριστ! "
 -"Και μετ τ γινε;"
 -"Μετ; Μετ τποτα. Ξαναγρισε στον ντρα της. Δεν ξαναειδωθκαμε".
 -"Πει καιρς;" 
 -"Δυο χρνια".
 -"Δυο χρνια; Εσαι χαζς; Πσα χρνια ζετε εσες οι νθρωποι";
 -"Καμι εβδομηνταρι κατ μσον ρο".
 -"Ελχιστα! Και τον ξοδεετε μυξοκλαγοντας;"
     Ο νθρωπος δεν απντησε αμσως. Αισθανταν ντροπ.
 -"Την ξαναεδα", επε σιγαν μετ απ λγο.
 -"Πτε;"
 -"Πρσφατα".
 -"Σου μλησε;"
 -”χι... δεν την εδα απ κοντ. Στην τηλεραση ταν".
 -"Στην ποια;"
 -"σε... κτι δικ μας, ανθρπων ργα. Εναι να μηχνημα με μια οθνη, σαν παρθυρο. Μπορες να δεις εικνες απ μακρι, γεγοντα που χουν δη συμβε".
 -"Ωωω!" φναξε εντυπωσιασμνο το ξωτικ. Αφνης φαινταν σαν παιδκι. Προφανς δεν εχαν τηλεραση τα ξωτικ.
 -"Και μπορες τα δεις τα πντα στην τηλεραση;", ρτησε.
 -"χι τα πντα. ,τι αποφασζουν οι νθρωποι της τηλερασης. ,τι αφνει κρδος".
 -"Κι αυτ η κυρα φηνε κρδος;"
     Ο νθρωπος χασκογλασε κεφα.
 -"Αυτ η κυρα ταν σζυγος ενς δημρχου. Σε κποια εκδλωση του Δμου που εχε παρευρεθε, τραβξανε φιλμ κι ταν κι αυτ μσα".
 -"Φιλμ;" 
 -"Ταινα. Πολλς εικνες μαζ στη σειρ".
 -"Α, μλιστα. Και;"
 -"Και... ταν σαν να την χανα δετερη φορ".
 -"Γιατ;"
 -"Γιατ... δεν ταν πως την ξερα. ταν σα να ταν μια λλη. ταν μια λλη".
 -"Ασχμυνε; Γρασε;"
 -"χι δε γρασε. Εναι μορφη γυνακα, αντικειμενικ. Αλλ ταν τσο στυλιζαρισμνη, λεγε κτι πομπδεις γελοιτητες... ταν... γελοα".
 -"Γελοα;"
 -"Γελοα..."
 -"Μα ττε σθηκες νθρωπε! Τι κθεσαι και κλαις;"
 -"Δεν σε καταλαβανω..."
 -"Αν η πρην αγαπημνη, αν το αντικεμενο του πθου σου, πως λνε οι ποιητδες, που για σνα ταν ψηλ, γνεται γελοο, πει, σου φεγει κι ο ρωτας. Γιατρεεσαι!"
     Ο νθρωπος μεινε σιωπηλς. Το ξωτικ κανε μια κνηση σαν να καθαρζει τη σκνη απ τα χρια του.
 -"Ππαλα σου λω!", ξεφνισε χαρομενα, λο σιγουρι.
     Στον νθρωπο ρχισε να χαρζει να δειλ χαμγελο. ταν το πρτο, μετ απ χρνια.
 -"σως χεις δκιο ", παραδχτηκε.
 -"Φυσικ κι χω δκιο. Πντα χω!", επε με αυταρσκεια.
     Αλλ τον νθρωπο δεν τον ενχλησε. Εχε αρχσει να τον κνει χζι...
 -"Τι σου εχαν πει οι παπποδες; Για τους ανθρπους που βλπουν ξωτικ, εννο".
 -"πως σου επα, συμβανει μα ξυπνσουν ξαφνικ κι μα τους χει συμβε κτι, ετε πολ καλ ετε πολ κακ. Ειδικ το δετερο. Οι συμφορς κλενουν τα μτια, αλλ ανογουν τη ψυχ ", επε παραδξως απλ, το ξωτικ.
 -"Και μετ; Εξακολουθον να σας βλπουν;"
 -"Ω ναι, μετ εναι αλαφροσκιωτοι".
 -"Και τι κνουν; χει αυτ εππτωση στη ζω τους;" 
 -"Εξαρτται. Συνθως ναι".
 -"Δηλαδ;"
 -"Μερικο μνουν εδ, μαζ με μας και τις νεριδες. Καταλαβανεις, μετ μπορον να δουν κι λλα μαγικ πλσματα".
 -"χει πολλ;"
 -"Φυσικ. Απ πο νομζεις αντλον τις ιστορες τους οι παραμυθδες και οι τροβαδοροι;"
 -"Σοβαρ μιλς;"
 -"Ναι... σοι γυρζουν πσω, στον κσμο των ανθρπων, χουν πει ιστορες που ευτυχς οι υπλοιποι δεν τις πιστεουν, εναι κοντφθαλμοι κι τσι χουμε κι εμες την ησυχα μας".
     Ο νθρωπος κουγε σιωπηλς, χαμογελαστς.
 -"Πς σε λνε;", ρτησε μετ απ λγο.
 -"Γκτλιμπ. Εσνα;"
 -"Τμας Μαν. Θλεις να γνουμε φλοι;"
 -"Δεν βλπω πς μπορομε να το αποφγουμε", επε γελαστ ο Γκτλιμπ.
     Και κνησαν μαζ για το δσος...

* Σβερας = ανσυχος, δραστριος, ζωηρς σα παιδ (Αργιθεατικ διλεκτος).

                  Τα Κλειδι

Δεν ξρεις πσο βαρανουν τα κλειδι
πσο τις φοχτες μου πληγνουν
σε ποια τσπη κι αν τα κρψω την τρυπον
και απ μσα γδρνουν την ψυχ μου

Εναι και κπος και βρος περιττ
και δεν θυμμαι πια τι αντιστοιχε σε τι
Να ‘ναι η μικρ αποθηκολα αριστερ;
Μπως η αθουσα με τα ταριχευμνα τα κρανα;
Μπως και μπρδεψα την αθουσα διασκψεων
μ' εκενη που βλπαμε ταινα;
Μπως και λθεψα κτι σοβαρ και κλειδωθ
μσα σε τοτο τον λαβρινθο-οχυρ;

Κποτε ταν χαρ κι επτευγμα
ξερα πο το καθετ ταιριζει
τοτο εδ εν’ το κλειδκι για τη γμπα της
αυτ για το μικρ της δαχτυλκι
αυτ για την μπουκλτσα στα μαλλκια της
αυτ για ταν θυμωμνη με κοιτζει.

Κποτε βαζα ετικτες με τα χρματα
το ροζ για το παιδ, λικο της αγπης
γαλζιο για τη σκψη μας, κτρινο της ζως μας…
Πς καταντσανε λα γκρι, μα θολορα λα
θρασματα κι αννυμα σαν ορφαν ειδλια
Κι εγ απ τη μια δσμιος μιας δειας ειρκτς
κατντησα δεσμοφλακας της διας μου της ζως      

 Τζρτζιο Ντε Κρικο: Το Ανιγμα Του Πρωινο
               Εδα Τα Φαντσματα... :               

Εδα τα φαντσματα κι τανε μρα μεσημρι
κι ο λιος κατακρυφος
και οι σκις σκληρς.
Δεν εχα πο να κρυφτ.

Και οι σκουρις στ’ ακινητοποιημνα τρανα
να ζωγραφζουν το δικ τους αμα.
Εδ ο φνος γνεται βουβ
και εναι δη αργ πριν καν αρχσει...

Τους εδα, χρευαν στην αχλ
και δεν φοβνταν.
γνωστα μηχανματα ενς λλου αινα
αλφαδιασμνα τακτικ
κι εκενοι νετοι
σα να μιλον στην αγορ
Με εδαν. Με αγνησαν.
Δεν εχα πο να κρυφτ.

Τους κουγα
απηχοι και ψθυροι
σαν γλια και πειργματα.
«Πσο πιο ζωντανο
σκφτηκα με ζλια
και προχρησα.

Αν θλω να κρυφτ πρπει να ψξω για σκις πιο βολικς
να χω μα δικαιολογα για το κρο
και τοτη την ψυχρ την αποστωση...

                  Κεν

Θα αδεισω λους τους φακλους
Κεν
Θα σβσω λα τα μηνματα
Κεν
Θα πετξω λα σα δεν αντχω
Κεν...
Θα βψω σπρους τους τοχους στο δωμτιο

Και θα πεθνω στο λευκ κελ μου

Με Τη Σιωπ Απντησες...

Και ββαια μου απντησες.
Με τη σιωπ σου απντησες.
Η σιωπ, απ' που κι αν ορμει
απ' σους δρμους κι αν περσει,
σε να καταλγει:

Δεν χω τποτα να πω.
Τποτα να σου πω.

Το τποτα αυτ
τσο μικρ και τσο μεγλο
τσο κεν και τσο πυκν
τσο πνιγηρ
και τσο ασφυκτικ
αυτ το τποτα,
να ο, να ο, να ο
να στμα ανοιχτ που δεν ακογεται
βροντοφωνζει, ωρεται, γο
εναι το τποτα παντο και πουθεν.

----------------------------------------------------------------------------------

                                       ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

       Maintenant Je Sais

Quand j'étais gosse, haut comme trois pommes,
J'parlais bien fort pour être un homme
J'disais, je sais , je sais , je sais , je sais
C'était
l'début, c'était l'printemps
Mais quand j'ai eu mes 18 ans
J'ai dit, je sais , ça y est, cette fois je sais
Et aujourd'hui, les jours où je m'retourne
J'regarde la terre où j'ai quand même fait les 100 pas
Et je n'sais toujours pas comment elle tourne !
Vers 25 ans, j'savais tout : l'amour, les roses, la vie, les sous
Tiens oui l'amour ! J'en avais fait tout le tour !
Et heureusement, comme les copains, j'avais pas mangé tout mon pain
Au milieu de ma vie, j'ai encore appris
C'que j'ai appris, ça tient en trois, quatre mots
Le jour où quelqu'un vous aime, il fait très beau,
j' peux pas mieux dire, il fait très beau!
C'est encore ce qui m'étonne dans la vie,
Moi qui suis à l'automne de ma vie
On oublie tant de soirs de tristesse
Mais jamais un matin de tendresse!
Toute ma jeunesse, j'ai voulu dire je sais
Seulement, plus je cherchais, et puis moins j' savais
Il y a 60 coups qui ont sonné à l'horloge
Je suis encore à ma fenêtre,
je regarde, et j'm'interroge?
Maintenant je sais, je sais qu'on ne sait jamais!
La vie, l'amour, l'argent, les amis et les roses
On ne sait jamais le
bruit ni la couleur des choses
C'est tout c'que j'sais ! mais ça, j'le sais...!
                                                                  Jean-Loup Danadie

         Τρα Ξρω

Σαν μουνα μικρς, δυο σπιθαμς,
μιλοσα δυνατ να φανομαι ντρας
κι λεγα ξρω, ξρω, ξρω, ξρω!
ταν η αρχ, ταν η νοιξη
μα ταν γινα δεκαοχτ επα ξρω,
επιτλους, αυτ τη φορ ξρω!
Και σμερα, τις μρες που επιστρφω,
κοιτζω τη γη που παρλαυτ κανα και κποια βματα
κι μως δε ξρω ακμα πς γυρζει!
Στα εικοσπντε τα 'ξερα λα:
τον ρωτα, τα ρδα, τη ζω, τα λεφτ...
Α ναι, ββαια, τον ρωτα! Εχα κνει λο τον γρο!
Ευτυχς που πως κι οι φλοι μου δεν εχα φει λα μου τα ψωμι
Στο μσο της ζως μου μαθα πλι κτι
Αυτ που μαθα χωρ σε δυο λγια
"Τη μρα που κποιος σ' αγαπ, κνει λιακδα!"
Δε μπορ πιο πλρια να το πω, χει θαυμσιο καιρ!
Αυτ που με εκπλσσει στη ζω
εμνα, που πια εμαι στο φθινπωρο,
εναι πς ξεχνμε ολκληρες νχτες θλψης
μα ποτ να πρωιν τρυφερτητας!
Σ' λη τη νιτη μου θελα να λω πως ξρω
μνο που, σο πιο πολ ψαχνα, τσο λιγτερο ξερα.
Τρα πια που 'χω καβατζρει τα εξντα
στκομαι ακμα στο παρθυρο, κοιτ, αναρωτιμαι...
Τρα ξρω, ξρω πως ποτ δε ξρουμε!
Τη ζω, τον ρωτα, το χρμα, τους φλους, τα ρδα...
Ποτ δεν ξρουμε τον χο και το χρμα των πραγμτων
Αυτ εναι λο κι λο που ξρω.
Αλλ τουλχιστον το ξρω!

                 Sur La Pointe Des Pieds

               Il n' y a plus rien qui reste
                      entre mes dix doigts
               Une ombre qui s' efface
                      Au centre
                      un bruit des pas
               Il faut etouffer la voix qui monte trop
               Celle qui gemissait et qui ne mourrait pas
               Celle qui allait plus vite
               C'est vous qui arretiez ce magnifique elan
                      L'espoir et mon orgueil
                         qui passaient dans le vent
               Les feuilles sont tombees
                     pendant que les oiseaux comptaient
                              les gouttes d' eau
               Les lampes s' eteignaient derriere les rideaux
               Il ne faut pas aller trop vite
               Crainte de tout casser en faisant trop de bruit

Pierre Reverdy "Sources Du Vent

 COLLECTION LITTERAIRE LAGARDE & MICHARD

Edition BORDAS (XXe siecle) 1973

Στις Μτες Των Ποδιν

Τποτα πια δεν μνει
λα γλιστρον μσα απ' τα δχτυλ μου
Μια σκι που σβνει
Στο κντρο
θρυβος βημτων
Πρπει να πνξουμε τη φων που παρανβηκε ψηλ
Εκενη που παλλταν και δεν πθαινε
Εκενη που παραπγαινε γργορα
Εσες εστε που αναχαιτζατε αυτ την υπροχη φρα
Την ελπδα και την περηφνεια μου
που περνοσανε στον νεμο
Τα φλλα πεσαν
ενσω τα πουλι μετροσαν
τις στλες της βροχς 
Τα φτα σβναν πσω απ' τις κουρτνες
Δεν πρπει να πηγανουμε πρα πολ γργορα
Απ φβο μπως λα σπσουνε μ' ναν ορυμαγδ.

Πιρ Ρεβερντ "Πηγς Του Ανμου"

     Il n'y a Pas d' Amour Heureux

Rien n'est jamais acquis à l'homme Ni sa force
Ni sa faiblesse ni son coeur Et quand il croit
Ouvrir ses bras son ombre est celle d'une croix
Et quand il croit serrer son bonheur il le broie
Sa vie est un étrange et douloureux divorce
Il n'y a pas d'amour heureux

Sa vie Elle ressemble à ces soldats sans armes
Qu'on avait habillés pour un autre destin
A quoi peut leur servir de se lever matin
Eux qu'on retrouve au soir désoeuvrés incertains
Dites ces mots Ma vie Et retenez vos larmes
Il n'y a pas d'amour heureux

Mon bel amour mon cher amour ma déchirure
Je te porte dans moi comme un oiseau blessé
Et ceux-là sans savoir nous regardent passer
Répétant après moi les mots que j'ai tressés
Et qui pour tes grands yeux tout aussitôt moururent
Il n'y a pas d'amour heureux

Le temps d'apprendre à vivre il est déjà trop tard
Que pleurent dans la nuit nos coeurs à l'unisson
Ce qu'il faut de malheur pour la moindre chanson
Ce qu'il faut de regrets pour payer un frisson
Ce qu'il faut de sanglots pour un air de guitare
Il n'y a pas d'amour heureux

Il n'y a pas d'amour qui ne soit à douleur
Il n'y a pas d'amour dont on ne soit meurtri
Il n'y a pas d'amour dont on ne soit flétri
Et pas plus que de toi l'amour de la patrie
Il n'y a pas d'amour qui ne vive de pleurs
Il n'y a pas d'amour heureux
Mais c'est notre amour à tous les deux

Louis Aragon (La Diane Francaise, Seghers 1946)

    Δεν Yπρχει Eυτυχισμνη Aγπη

Τποτα και ποτ δεν αποκτ στ' αλθεια ο νθρωπος
Οτε τη δναμη οτε την αδυναμα οτε την καρδι του
Κι ταν πιστεει πως ανογει τα μπρτσα του
ο σκιος του σχηματζει να σταυρ
Κι ταν πιστεει τι σφγγει στα χρια την ευτυχα του
τη σμπαραλιζει σπζοντς την
να παρξενο κι οδυνηρ διαζγιο η ζω του
Δεν υπρχει ευτυχισμνη αγπη

Η ζω του μοιζει με στρατιτες δχως πλα
που τους εχαν ντσει γι' λλο πεπρωμνο
Σε τι χρησιμεει να σηκνονται νωρς
σ' αυτος που το βρδυ βρσκει πραγους, αββαιους
Πετε αυτς τις λξεις "Η ζω μου" και συγκρατστε τα δκρυ σας
Δεν υπρχει ευτυχισμνη αγπη

Αγπη μου, μορφη, μονκριβη αγπη μου, πληγ μου
Σε κουβαλ εντς μου σαν πουλ τραυματισμνο
Και τοτοι 'δω μας βλπουν να περνμε και δεν ξρουν
Λνε ξαν τα λγια που για σνα εχα πλξει
μα στα μεγλα μτια σου χουν δη πεθνει
Δεν υπρχει ευτυχισμνη αγπη

Ο καιρς για να μθουμε να ζομε χει κιλας περσει
Κλανε τη νχτα στην νωσ τους οι καρδις μας
Πση δυστυχα θλει και το πιο μικρ τραγοδι
Πσες λπες για να πληρσεις να ργος
Πσοι λυγμο για μια πνο κιθρας
Δεν υπρχει ευτυχισμνη αγπη

Δεν υπρχει αγπη που να μην χει πνο
Δεν υπρχει αγπη που να μη σε ματνει
Δεν υπρχει αγπη που να μη σε εξουθεννει
Και πιτερο κι απ σνα, η αγπη για την πατρδα
Δεν υπρχει αγπη που να μην τρφεται με δκρυα
Δεν υπρχει ευτυχισμνη αγπη
Μα εναι η αγπη μας, μνο για μας τους δυο

Λου Αραγκν (La Diane Francaise, Seghers 1946)

-------------------------------------------------------------------------------------------

                                              ΠΕΖΑ

                                   Ολιγλεπτη Στση...

     Το τρνο της αιωνιτητας κνει λγες στσεις. Ολιγλεπτες. σα για μερικ ανεφοδιασμ, σως να κατβει νας υπλληλος και ν' ανβει λλος. Δεν εναι λες κανονικο σταθμο, να 'χεις προετοιμαστε, να 'χεις κατεβσει τις βαλτσες απ τα ρφια, να 'χεις φορσει το παλτ σου και να 'χεις στηθε στο διδρομο για την ξοδο. Καμι φων στο μεγφωνο δε σε προετομασε, καννα σφριγμα.
     Οι επιβτες συνθως κοιμονται κι αν γνει δυστχημα, λγοι επιζσαντες θα εξιστορσουν με γουρλωμνα μτια τον τρμο που τους κανε να πεταχτον απ τον πνο, οι υπλοιποι απλς θα συνεχσουν το ταξδι, αδιατρακτα ...στω φαινομενικ.
     Σ' αυτς τις ολιγλεπτες στσεις, που δεν μοιζουν καν στσεις, καθς ρολρει ακμα το τρνο, ακος ακμα ντοκου-ντουκ το βουητ, συμβανουν πργματα παρξενα. να παιδ ξυπν και κουτουλ το κεφλι στο τζμι. Μα εναι να περιβλλον που δεν ξρει κι η περιργεια θα το κνει να παραμενει σιωπηλ. Εναι προνμιο σπνιο και θριαμβευτικ να εσαι ξπνιος ταν οι λλοι δπλα σου κοιμονται.
     Λγοι χοι, θρυβοι πνιχτο. Ποις κατεβανει; Ποις σρνει τι; Να 'ναι τχα κτι σοβαρ  μπως απλ ο συνοδηγς θλει ν' αφσει κτι σ' να ταχυδρμο; Και ποις θα κρνει αν εναι σοβαρ; Μπορε το ραβασκι που βιαστικ αφνει μια κοπλα στα χρια του συνεπιβτη να το πει στο χωρι, να 'ναι ντως σοβαρ. Σε λγες φρσεις κρβεται καμι φορ σπαραχτικ η αλθεια μιας ζως «Γρισε πσω. Σ' αγαπ». «Φεγω», απλ και κοφτερ. ακμα «Το γλα εναι στο ψυγεο». Κανες δε ξρει τη σπουδαιτητα του κσμου. Γι' αυτ το τρνο κνει αυτς τις στσεις. Θλει μερικ αποσυμπεση, αλλις θα σκσει με τσα που μεταφρει στη κοιλι του.
     Στα δυο λεπτ που μεσολαβσανε, παρθκανε κατ καιρος αποφσεις καριες. Ξρετε σεις, τα μεγλα "ναι" και τα μεγλα "χι". Δε φνηκε ποτ αυτ. ταν μρος μοναχ του ταξιδιο. πως οι φρσεις που λες για να περσεις, «Με συγχωρετε, θα κατεβετε;», ττοια. Αργτερα μως, αργτερα. Αργτερα και σε στιγμς ανποπτες ρχονται ξαφνικ οι εικνες, οι οσμς, οι χοι και γυρεουνε δικαωση. Θυμσαι τα μτια της, δυο κσμοι ανοιχτο στο χος. Σ' εχε ρωτσει τρμοντας "Τ ρα εναι;" κι εσ απντησες ευγενικ κι αδιφορα. "Ευχαριστ", μουρμορισε και χθηκε. Μες στη νχτα ξαφνικ τ γυρεει η μορφ της; Και ξρεις πια με βεβαιτητα τι δεν θελε την ρα, χι. Κι εσ θραμβε της βλακεας θερησες τι κανες το καθκον σου. Και την χασες. Οτε το νομ της δεν μαθες ποτ...
     Θυμμαι κι λλα. Το τσιγγανκι αφνης που το κοροδεανε τ' λλα παιδι κι εκενο πεσε στη λσπη. Ρψασπις που στθηκες! Θα 'τανε δεν θα 'τανε τεσσρων, σως και λιγτερο. Σπραζε στο κλμα. Θα μποροσες να πεις δυο λγια στα μεγαλτερα παιδι, να τα μαλσεις. Θα μποροσες να το σηκσεις απ τη λσπη και να το πρεις αγκαλι. Μια κουβεντολα τρυφερ και να το παραδσεις στο μεγλο του αδρφι που στεκταν δπλα του αμχανο. Αλλ δεν ταν στη δικ σου γειτονι! Δεν ταν η δουλει σου! Τι βολικς δικαιολογες!
     Στο τρνο φιληθκαν βιαστικ. «Αντο», επαν. «Θα σε ξαναδ». Και δε ξαναειδωθκανε. Στο δευτερλεπτο πριν κατβει εκενη, το διαιστνθηκαν. Αλλ δε θλησαν να το παραδεχτονε. Το μπουφν, τα γνεια του, εχανε τη μυρωδι της. Αλλ τα ροχα κποτε πλνονται. Κι σο για τα γνεια...
     Χρνια μετ, μερικς φορς το κουλορι με σουσμι χει τη μυρωδι του γρσου. τανε το τρνο που ξαναξεκναγε. Ντοκου-ντοκου-ντουκ κι αυτ ταν. Ο μικρς φησε το μισοφαγωμνο κουλορι που του εχαν αγορσει σ' να κεντρικ σταθμ κι γειρε το κεφλι στο πλι. τσι με τη μυρωδι της μνας του να τον καθησυχζει, αποκοιμθηκε...

                                Η Mικρ Γοργνα & Η Αφασα

     ταν πρωτοκουσα το παραμθι της μικρς γοργνας αποφνθηκα τι δε μου ρεσε. Χαζ ταν, σκφτηκα. Γιατ να μη μθει ποτ ο πργκιπας τι εκενη τον εχε σσει απ το ναυγιο; Γιατ να δεχτε τσι παθητικ εκενη, να παντρευτε αυτς μιαν λλη, επειδ αυτ η λλη καρπθηκε τη λανθασμνη ερμηνεα που δωσε ο πργκιπας, τι τχα αυτ η λλη τον εχε σσει; Καμα δικαιοσνη! Κι απ τα παραμθια, ειδικ ταν εμαστε μικρο, περιμνουμε απονομ δικαιοσνης.
     Ββαια κι ο πργκιπας δικαιοσνη πγε να απονεμει, λα μως που κανε λθος εκτμηση. Μπως απ ασθημα ευγνωμοσνης και μνο δεν παντρετηκε αυτ την λλη ο πργκιπας; Ττε ο ρωτας πο εναι; χι, δεν την αγπησε τη γοργνα ο πργκιπας, τη λυπθηκε μνο, γι' αυτ και τη κρτησε στο παλτι του να ζσει εκε η φτωχ μουγκ καλλον. Δεν ξιζε την αγπη της, αποφνθηκα. Κρμα κι αυτ απαρνθηκε τον κσμο της, την υπστασ της, για χρη του.
     ταν το ξανασκφθηκα μεγλη η ιδα ακριβς αυτ μ' κανε να αναθεωρσω. Αχ, αυτ η δναμη της αγπης, που εναι ικαν για αυταπρνηση, προκειμνου ο αγαπημνος να εναι καλ! Τι τραγικ, τι συγκινητικ παραμθι! Απαρμιλλη διδαχ, εξ απαλν ονχων!
     Ωστσο μλις τρα το ξανασκφτομαι. Η λλειψη λγου στο παραμθι αυτ ισοδυναμε με λλειψη επικοινωνας. σως να τα πγαιναν καλ ο πργκιπας και η γοργνα, σως να ταν φτιαγμνοι ο νας για τον λλον. Αλλ, δεν επικοινωνοσαν! Κι η επικοινωνα εναι το παν σε μια σχση, τσι δεν  εναι; κανε λθος η γοργοντσα μας. Πστεψε τι η δικ της αγπη ταν αρκετ. χι, εγ κνω λθος. Αυτ επλεξε. Να ζει κοντ του, στω και στη σκι του. Να πον κθε μρα που δεν εναι στην αγκαλι του, που τον χαρεται μια λλη. Που βλπει  τα παιδι του να γεννιονται και να μεγαλνουν δπλα του. Που δεν υπρχει πια επιστροφ για την δια, ο υγρς κσμος της θλασσας της εναι απαγορευμνος, μα και στη ξηρ δεν εναι παρ μια παρας, ακμα κι αν μαθε να περπατ, σως και να χορεει στα νεοαποκτηθντα ποδαρκια της.
     Η αφασα, το να μη μιλς δηλαδ, χωρζει τους ανθρπους. Το τραγικ με τη γοργνα εναι τι θελε να μιλσει, μως δεν μποροσε. Το τραγικ με τους ανθρπους εναι τι ξρουν να μιλον, μως δεν το κνουν. Το τραγικ με τη γοργνα εναι τι ταν εν γνσει της, επλεξε να θυσιαστε στο βωμ του ρωτ της. Το τραγικ με τους ανθρπους εναι τι δεν το επιλγουν συνειδητ, απλς εγκλωβζονται στο να μην εκφρζονται. Τελικ παγιδεονται. Πσες ανοσιες κουβντες κνουμε, πσες χαζομρες λμε και κνουμε, μα την ουσα συχν την χνουμε, για χρνια πολλς φορς, για μια ζω μερικς λλες.
     Θλει θρρος αλλ και σοφα να μιλς κι λλη τση να σωπανεις. μως ο λγος, κατ τη γνμη μου, χει πντα λγο να γνεται, αρκε φυσικ να υπρχουν αφτι να τον ακοσουν.

                                                Ο γγελος

     Τον περιμναμε τον γγελο. Εντοτοις, ταν φτασε λοι μας κοντανασναμε, μας ρθε ξαφνικ. Εμες, τα παιδι, σταματσαμε να παζουμε στην πλατεα και μπκαμε στην αυλ του Αγγλου. ταν φλος μας. Πριν λγο καιρ ακμα παιρνε μρος κι αυτς στα θορυβδη παιχνδια μας. Κρυφτκαμε κτω απ το παρθυρο του φτωχικο σπιτιο. Λοξοκοιτζαμε κρυφ, και, πργμα ασλληπτο για μας, κναμε μια παρξενη ησυχα.
     Η μνα επε να αδναμο «Μη!...» και τα μτια της τα τσο πονεμνα ξαναβορκωσαν. Ο γγελος χαμογλασε με γλυκτητα . «Πρπει», επε.
Η γυνακα κατνευσε. «Λγο ακμα», παρακλεσε. «Λγο να τον ετοιμσω, να τον πλνω, να τον στολσω...»  Στην πραγματικτητα δεν επε τσα πολλ. Μλησε με τα μτια.
     Οτε ταν ανγκη να τον πλνει, πιο καθαρ παιδ απ τον 'Aγγελο δεν υπρχε. Μλιστα, να παρξενο πρμα, σο αρρσταινε τσο πιο καθαρς μου φαιντανε. Σαν να γινταν λγο αρατος σιγ-σιγ, τα χερκια του φεγγζανε, τα δχτυλ του ταν σχεδν διφανα. Και μοσχομριζε. Δεν κνω πλκα, ευωδαζε σα μρο, αλλ χι βαρι, απαλ κι αρινα. Το ξρω, γιατ εχα πει επσκεψη με τη γιαγι μου. Η γιαγι μου ταν η μνη στο χωρι που δε φοροσε τσεμπρι. Επσης η μνη που δε κουτσομπλευε με τις γειτνισσες. Καθς πηγαναμε, ταν πολ στεναχωρημνη. Μου επε να καθσω συχος, να μην κνω φασαρα. Θχτηκα, μου μιλοσε λες και μουν καννας μικρς, λες και δεν πγαινα δη πρτη δημοτικο. ταν πγαμε κτσαμε λγο. ταν λγο σα να μαστε στην εκκλησα, σκοτειν και δροσερ και συχα. ταν φγαμε, η γιαγι μου εχε ξαστερσει. κλαψε λγο, μα μου επε: «Αυτ το παιδ θα πει στον Παρδεισο». Το επε τσο ωραα, που σχεδν ζλεψα, θελα κι εγ να πω στον Παρδεισο. μως, παραδξως, δεν επα τποτα. Γιατ κι εγ, χωρς να χει γνει τποτα συνταρακτικ, νιωθα ωραα και ησυχασμνος, πως ταν θελα να κοιμηθ και με παρνανε αγκαλι. Ββαια τρα μεγλωσα και βρυνα, μα πιο μικρς σαν μουν μου το κνανε το χατηρκι.
Ο γγελος πλι  κατνευσε. «Για λγο» , σμαινε το γνψιμ του, λοι το καταλβαμε. Ξαφνικ ο πατρας σηκθηκε ρθιος. «χι!», επε. Στλωσε τα πδια λγο ανοιχτ, σφιξε τις γροθις του και κοταξε τον γγελο προκλητικ στα μτια. «χι», επε ξαν.  «Σαρντη...» ψιθρισε παρακλητικ η γυνακα. «Μη...» Ο ντρας γρισε προς το μρος της. «Μα Θεαν θα μας τον πρει! Κι αυτν! Δεν γνεται, χι!» τρεμε σγκορμος. Στρφηκε προς τον γγελο: «χι ακμα!» επε προστακτικ. Ο γγελος χαμογλασε λυπημνα. «Πρε μνα» επε πλι ο ντρας.
     Νομζω τι τον γγελο τον βλπαμε λοι μας, αν και δεν εμαι σγουρος. Δεν ξανδα αγγλους, αν και ττε μου φνηκε απολτως φυσιολογικ. Εγ βλεπα μια ωραα κοπλα, κι ταν γεννθηκε η κρη μου, μου φνηκε πως την ξανδα. Η γυνακα βλεπε μια ψηλ ξανθι φιγορα του ελους, με χρυσλευκο χιτνα  και φτερ, σχεδν αδνατον να την αντικρσεις με το βλμμα, αλλ την βλεπες κι αφο κλεινες τα μτια σου. Ο ντρας μως βλεπε ναν αντπαλο. Τα μοσκουλα του αγγλου διαγρφονταν καθαρ κτω απ το χιτνα , τσι του φαινταν εκενου. Δεν θα τον φηνε να του πρει το στερνοπολι του, χι δχως μχη τουλχιστον. «Αν πρω σνα», εξγησε υπομονετικ ο γγελος, «θ' αφσεις ορφαν αυτ το παιδ και χρα τη γυνακα. Μη του στερσεις τη θση που δη τον περιμνει. τσι κι αλλις, σε λγο θα εσαστε μαζ»
     Ανατριχισαμε λοι. Την εποχ εκενη -αλλ οτε και σμερα τολμ να πω- δεν καταλαβαναμε τσο τις ννοιες «τρα», «στερα», «σε δκα χρνια, σε πενντα, σ' εκατ» Αλλ ββαια για τους αγγλους η δικ μας φθαρτ ζω εναι απειροελχιστη, σταγνα στον ωκεαν.
     Ο ντρας κοταξε τη γυνακα. Θυμθηκε λους τους αγνες της, τις δσκολες εγκυμοσνες της , τις αποβολς της, τη βαθι μα ανεπωτη λαχτρα της, τη γννα της που κντεψε να πεθνει η δια. Και τρα αυτ... του φαινταν ασλληπτη αδικα, δε τη χωροσε ο νους του. Κοταξε το παιδ. ταν σα να μην τανε του κσμου τοτου, του φνηκε κιλας τι φωτιζταν το προσωπκι του... «Σαν γγελος», συλλογστηκε κι ανατρχιασε ολκληρος. Ξανακοταξε τον γγελο. Μετ ξαν τη γυνακα. ταν σαν χυμνη η μορφ της, μα του κανε σιωπηλ νημα. σκυψε το κεφλι, κρμασε.
     στερα γινε κτι που δεν μπορ να περιγρψω. Ο γγελος σκυψε και φλησε απαλ το παιδ στο μτωπο. στερα τεινε το χρι, Σαν να τους ευλγησε. Φως και ουρνια μουσικ. Μπορε και να τα φαντστηκα. Δε θυμμαι πς πγα σπτι εκενο το βρδυ.
     Την λλη μρα μαθετηκε στο χωρι τι πθανε ο 'Αγγελος. Εμες τα παιδι μασταν ασυνθιστα σιωπηλ κι συχα, μα λγω της ημρας κανες δεν το πρσεξε, θα το θερησαν φυσικ. Οι γονες ταν συχοι, σα να 'χε περσει κτι γιο απ τις μορφς τους και τις εχε εξαλσει. στερα το σχολεο τελεωσε και πγαμε διακοπς στο χωρι των θεων μας που μας φιλοξενοσαν κθε χρνο. Αργσαμε να επιστρψουμε, οι γονες μου εχαν κτι δουλεις που μας καθυστρησαν. ταν τελικ γυρσαμε το σχολεο εχε αρχσει, και η μνα του Αγγλου εχε δη πεθνει. «Δεν ντεξε η κακομορα», μας επε η γιαγι. Φοροσε μαρα. Δεν παραξενετηκα. Ο πατρας ντεξε λγα χρνια ακμα, μα ταν η σκι του εαυτο του.
     Σπνια ξαναπαξαμε στη γειτονι του Αγγλου. Μα κθε φορ, μριζα κενο το ρωμα κι ταν σα να εσαι σ' εκκλησα, δροσερ, σιωπηλ και παργορα.

                               Η Μγισσα της σκας

     Η δρση φρνει αντδραση. Γνωστ και μη εξαιρετο. Αλλ κι η μη δρση φρνει αντδραση, πως και μη αντδραση. λα τα τα χωρει αυτ η γκλβα, εμαστε πια τσο προωθημνοι μερικο του αινα που φυγε...

     ποιος χμα τρει, λσπη φτνει... μνο που οι γνμες διστανται αν αυτ εναι θετικ χι...
     Ο Πρωτομστορας φτυσε στις παλμες Του, πλασε απ λσπη τ' ανθρωπκια του και μετ καταλλους τα φσηξε για να τους δσει πνο, κατ' λλους, βλσφημους, τα φτυσε ετε για να μην τα ματισει ετε απ λλη πρθεση ορμμενος. 'Aγνωστο παραμνει αν ακμα δνει συγχαρητρια στον Εαυτ του κτι λλο.
     Αν εχα μεγαλσει σε παρθεναγωγεο ττοιες αμαρτωλς σκψεις θα με βασνιζαν σε βαθμ να χω ανγκη να τιμωρσω σκληρ τον εαυτ μου. Αν δεν εχα μεγαλσει εν μρει σε παρθεναγωγεο ττοιες σκψεις οτε που θα μου περνοσαν ποτ απ το νου. Μα θα χανα σε νταση και πλοτο συναισθημτων πιστεω
.

     Κποτε μια γυνακα ταν εξαιρετικ μαγερισσα, γι' αυτ ξακουστ και περιζτητη ταν γινταν τραπζι σπτι της. μως περισστερο απ' λα φημιζταν για το ψωμ της.
     Μια μρα μια νεαρ γυνακα παραφλαξε στο μαγειρι που κλεινταν η μαγερισσα να δει ποιο εναι το μυστικ της τσης νοστιμις. Ο λγος ταν τι θελε να κερδσει ξαν τον ντρα της που εχε ξεμυαλιστε απ τα θλγητρα της μαγερισσας και που και να βρισκταν λλο δεν κανε απ το να επαινε το ψωμ της. Με κατπληξη και ολγη αηδα διαπστωσε τι η μεγαλτερη γυνακα μζεψε το σλιο της κι ριξε μια γερ φτυσι στη ζμη της. Στη συνχεια και κατ τη διρκεια του ζυμματος το επανλαβε μερικς φορς, αλλ πιο απαλ και χτυπντας ελαφρ τη ζμη μχρι να ρθει να γνει λεο ζυμαρκι.
     Μετ την πρτη κπληξη κι αποστροφ η νεαρ παρακολουθοσε με μεγαλτερο ενδιαφρον και κατγραφε τα πντα σχολαστικ στο νου της. ταν η μεγαλτερη γυνακα, αφο σκπασε κανονικ το ζυμρι της και το φησε κοντ στη φωτ σκεπασμνο να ανεβε φυγε απ το μαγειρι της, η νεαρτερη βγκε στα μουλωχτ  απ την κρυψνα της που εχε πιαστε τσην ρα. Προσεχτικ πλησασε στην πλινη γαβθα και οσμστηκε το ζυμρι: μοσχοβολοσε δη το τιμο!
     "Μα τ τρει ραγε αυτ η γυνακα;" αναρωτθηκε. Γιατ στο νου της εχε δη αρχσει να σκφτεται διφορους συνδιασμος διατροφς, που ενδεχομνως δινε αυτ το εξαιρετικ ρωμα στο τελικ αποτλεσμα  Δεν τλμησε να το αγγξει, δη το δος της παραταν μεγλο κι εξλλου δεν ταν στ' αλθεια κακς νθρωπος, δεν θελε να χαλσει τον κπο της λλης.
     Επστρεψε σπτι της σκεφτικ, μα δεν επε λξη σε καννα. 'Αρχισε μως να επιδδεται στην πρακτικ αυτ. Την πρτη φορ δε φνηκε να προσχει κανες τποτα, απ το ψωμ μως που φτιαξε η δια δεν μεινε οτε ψιχουλκι, γινε ανρπαστο! Ευχαριστημνη ρχισε να πειραματζεται και σε λγο διαπστωσε τι ανλογα το τι εχε βλλει στο στμα της πριν, το ζυμρι της παιρνε εκπληκτικς μυρωδις και το ψωμ της εχε την ιδιτητα να ευφρανει και να παρηγορε. Ενθουσιασμνη αλλ και περφοβη, ρχισε να προσχει να μην ζυμνει μα η δια ταν ρρωστη δυστυχισμνη, γιατ ττε το ψωμ της γινταν πικρ κι ποιος το' τρωγε αρρσταινε.
     Μα το εκπληκτικτερο απ' λα, αυτ που κανε τη δικ της καρδι να πετ και το κορμ της να πλλεται ταν τι ο ντρας της δεν εχε μτια γι' λλη και μλιστα λο και παρταγε το καφενεο για να εναι κοντ της σο πιο πολ γινταν.
     Μια μρα, καθς πγαινε προς την εκκλησα του χωριο εδε απ απναντι την λλη γυνακα, τη μαγερισσα, να ρχεται. ταν διασταυρθηκαν τα βματ τους, η λλη της χαμογλασε και σα να της κλεισε το μτι αδιρατα. Η νετερη ττε νιωσε μια μεγλη ανακοφιση. Κατλαβε τι η λλη γυνακα ξερε το μυστικ της, ενδεχομνως μλιστα να την εχε πρει εδηση ταν εκενη εχε παραφυλξει, αλλ τι δε θα λεγε κουβντα σε καννα. Για πρτη φορ μετ απ μνες νιωσε λιγκι να χαλαρνει. Χιδεψε ελαφρ την κοιλτσα της που εχε αρχσει δη να φουσκνει κι αυτ σα ζυμαρκι, χαμογλασε και συνχισε το δρμο της ανλαφρα...
     Σε λγους μνες θα εχε να ετοιμσει κτι καλτερο ακμα για τον ντρα της...

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers