Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Ο Dali & Εγώ 

κ. ΣΥΝΟΜΙΛΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ DALI: Ο Κλειδο-Φύλακας

 

      
                                            Η Εμμονή Της Μνήμης


     (Πολλές φορές το μυαλό σκαλώνει, σ' ένα όνειρο. Σ' ένα φόβο. Τα ρολόγια δεν αντέχουν στο χρόνο, τον ίδιο αυτό χρόνο που μετράνε. Στρατιές μηρμυγκιών, οι στιγμές, κατατρώγουν τους δείκτες, σχηματίζοντας παράλληλα νέους, ρεαλιστικώτερους. Μια μορφή ή ένα άτι σελωμένο, με ρολόϊ. Κοιμώνται ή μήπως είναι νεκρά. Ένα κλαρί γυμνό κι ένα τοπίο επίσης γυμνό, κρατάν ένα ρολόϊ. Ο χρόνος, "γλύπτης των ανθρώπων παράφορος" ζεύει τα όνειρα. Ωστόσο εδώ, κατά τη προσωπική μου άποψη, ο καλλιτέχνης δε μιλά απλά για το χρόνο το γλύπτη, έτσι γενικά. Μιλά και συγκεκριμενοποιεί το χαμένο χρόνο, το σιωπηλό χρόνο, τον οποίο τόνιζει με ιδιαίτερα μεγάλην έμφαση!)

     Σε λίγες μέρες θα 'κλεινε τριάντα έτη -ψυχή τε και σώματι- υπηρεσίας, στο μεγάλο Πύργο. Κόντευε τα πενήντα χωρίς να 'χει κάνει τίποτε για τον εαυτό του. Τα τελευταία πέντε χρόνια τα πράγματα δε πήγαιναν και τόσο καλά. Δηλαδή δεν πήγαιναν καθόλου μα καθόλου καλά κι έτσι, μόνος κι έρημος καθώς ήτανε, συνέχαιρε τον εαυτό του για το μεγάλο κόλπο πού 'χε συλλάβει. Από 'κείνη τη μέρα που... αλλά καλύτερα ας τα πάρουμε με τη σειρά. 
     Ήταν κάτι λιγότερο από είκοσι, όταν έπιασε δουλειά στον Πύργο. Ορφανός, παιδί αγνώστων γονέων, μεγαλωμένος στο ορφανοτροφείο της περιοχής, είδε μ' άμαθα μάτια, σα μεγάλη ευκαιρία, αυτή τη δουλειά. Είδε με μίζερα μάτια, τόσα πλούτη και με πυρετώδικη σκέψη, άρχισε να ψάχνει τρόπους εδραίωσής του στο Πύργο. Αυτό δεν άργησε πολύ να γίνει πραγματικότητα. Μόλις στο δεύτερο χρόνο του εκεί, του ανατέθηκε η φύλαξη της Πύλης.
     Κάτισχνος, άσχημος, μ' αραιά μαλλιά και μικροκαμωμένος καθώς ήταν, δεν ενέπνεε φόβο σε πιθανούς εισβολείς, όμως μιας κι εξέλιπε παντελώς τέτοιος φόβος, η φύλαξη της Πύλης ήταν μία εργασία περισσότερο  διακοσμητική, ειδικά γι' αυτό το πρόθυμο κι ευγενικό νέο, παρά πραγματικά χρήσιμη.  Όταν του 'δειξαν το καμαράκι της Πύλης, αμέσως η προσοχή του έπεσε στο κουτάκι των λιγοστών κλειδιών. Μαγεύτηκε κι ερωτεύτηκε αυτά τα μικρά μεταλλικά αντικείμενα, που τόσο περιορίζουν και τόσο επιτρέπουν! Ότι και να του έδειξαν, ότι κι αν του είπαν, το μυαλό του είχε σταθεί πεισματικά στα, διαφορετικού μεγέθους και χρώματος, κλειδιά!
     Ο Πύργος τότε δεν είχε τη μορφή που 'χει σήμερα. Οι προσθήκες που διήρκεσαν περίπου μια δεκαετία, του 'δωσαν τη θαυμαστή μεγαλοπρέπειά του. Σήμερα, όποιος τον επισκεφθεί, θα 'δει στην επικράτειά του, ένα πανέμορφο δασάκι, κήπους με όμορφα λουλούδια, περιβόλια με ζαρζαβατικά, θερμοκήπια με σπάνια άνθη και λαχανικά, στάβλους με άλογα κούρσας, κοτέτσια γι' οικόσιτα ζώα -γουρούνια, κότες, πάπιες, κουνέλια- δυό μεγάλους σκύλους-φύλακες. Στο εσωτερικό του, εκτός των τριών υπνοδωματίων των Αφεντάδων και της κάμαρας της Πύλης, έχει δυό ξενώνες, τρεις μεγάλες σάλες, τέσσερα καθιστικά, -ένα για κάθε σημείο του ορίζοντα- δυό γραφεία -ένα του Αφέντη κι ένα για την εκάστοτε οικονόμο- μία μεγάλη βιβλιοθήκη, αίθουσα παιγνίων και μπιλιάρδου, δυό κουζίνες κι ένα μαγειρείο, τρεις τραπεζαρίες -οι δυό μεγάλες κι η μια μικρή για το προσωπικό- το θησαυροφυλάκιο, δυό κελάρια -κρασιού και τροφίμων- αποθήκες -για τους κηπουρούς, σταβλίτες, για τις καμαριέρες και για τα άλλα γενικής φύσεως είδη- υπνοδωμάτια για το προσωπικό και φυσικά οι κοινόχρηστοι χώροι που μαζί με τους ενδιάμεσους διαδρόμους, αποτελούν το σύνολο ενός μεγάλου οικήματος-χωριού!
      Στην αρχή λοιπόν της σταδιοδρομίας του εκεί, δεν υπήρχαν τόσα κλειδιά, όμως με όλες αυτές τις προσθήκες και το κατάλληλο δικό του ...χειρισμό, αυτά πλήθαιναν. Αν υπολογίσει κανείς ότι, εκτός των κλειδιών της κάθε πόρτας, υπάρχουν και κλειδιά επιμέρους χώρων -ερμάρια, ντουλάπια, συρτάρια κλπ- τότε θα έχει ολοκληρωμένη εικόνα. 
     Δούλεψε πολύ σκληρά και μεθοδικά, όλα αυτά τα χρόνια, τόσο στη ψυχολογία των Αφεντάδων, όσο και στην οργάνωση της κλειδοθήκης του, που κατάφερε να γίνει ο Απαραίτητος Κλειδο-φύλακας του Πύργου! Ανασφαλής και πανούργος, μεθοδικός και μονομανής, στερούμενος άλλων προσωπικών παθών κι αδιαφορώντας για κάθε είδους προσωπική ζωή, συγκέντρωσε όλη τη προσοχή του στο πάθος του κι έτσι τα κατάφερε περίφημα.
     Σιγά-σιγά άλλαξε όλες τις υπάρχουσες κλειδαριές κι οι καινούργιες είχαν όλες πανομοιότυπα κλειδιά. Το ίδιο γινόταν με κάθε νέο κλειδί που ερχόταν να προστεθεί στα παλιά. Έπειτα έφτιαξε ταμπελίτσες, κωδικοποιημένες με ένα δικό του κώδικα για κάθε ένα απ' αυτά, χωρίς ωστόσο να τις δίνει μαζί με τα κλειδιά. Θέσπισε βιβλία παραλαβής και παράδοσης τους, το ίδιο κωδικοποιημένα, σε βαθμό που ακόμα κι εκείνος που παραλάμβανε ένα κλειδί, δεν θα αναγνώριζε τη καταχώρησή του.
     Δε ξόδευε σχεδόν καθόλου από το μισθό του, παρά μόνο για τις κατά καιρούς δωροδοκίες του σε κλειδαράδες, μαστόρους και στο να αλιεύει πληροφορίες από το προσωπικό. Όσο για χρόνο, είχε άφθονο μιας και η δουλειά του δεν ήταν κουραστική κι ας ακούγεται πολύπλοκη!
     Συνέχιζε να χτίζει τον ιστό του, μαθαίνοντας τα πάντα για τους χώρους του Πύργου, είτε ψαρεύοντας το προσωπικό, είτε κυκλοφορώντας τις νύχτες κρυφά στους χώρους του, με μια μεγάλη αρμαθιά κλειδιά, σημειώνοντας και καταγράφοντας τα πάντα, πάλι με κώδικα. Αυτό σήμαινε πλέον, ότι σε λίγο καιρό δε πήγαινε κανείς να του ζητήσει ένα κλειδί για κάποιο χώρο. Απλά έλεγε τι πράγμα γύρευε κι ο Κλειδο-φύλακας του έδινε τη σειρά με τα κλειδιά που θα χρειαζόταν, καθώς και τις απαραίτητες οδηγίες. Έτσι, με το ρυθμό που το προσωπικό άλλαζε, με την πάροδο των ετών, ο Κλειδο-φύλακας είχε γίνει τρομερά χρήσιμος στον Πύργο.
     Μόνο σε ένα χώρο δεν είχε πρόσβαση, αν κι αυτό δε τον πολυένοιαζε ουσιαστικά, παρά μόνο στο ότι δεν είχε ακόμα τον πλήρη έλεγχο. Αυτός ο χώρος ήταν το θησαυροφυλάκιο. Εκεί ούτε καν η Αφέντρα έμπαινε, μόνο ο Αφέντης είχε το κλειδί. Από 'κει και πέρα, η εκάστοτε οικονόμος είχε κάπως μεγαλύτερη πρόσβαση κι όλοι οι υπόλοιποι μπορούσαν να εισέλθουν αυστηρά και μόνον σε χώρους που άπτονταν των αρμοδιοτήτων τους.
     Ο Αφέντης ήταν σχετικά καλός και φιλήσυχος άνθρωπος και καθώς τον έβλεπε να είναι τίμιος, σωστός και μετρημένος, χωρίς προσωπικά πάθη, άρχισε να τον εμπιστεύεται απεριόριστα. Μάλιστα αφέθηκε να πειστεί στα μέτρα ασφαλείας που του πρότεινε κι έτσι συνειδητά σχεδόν του παρέδωσε την άτυπη εξουσία. Το εισόδημα που εισέρρεε στο Πύργο ήταν υπεραρκετό και σταθερό κι έτσι όλα πήγαιναν καλά. 
     Όλα άλλαξαν για το φίλο μας προ πενταετίας. Ήταν εκείνη τη ζεστή μέρα, που αφήνοντας τη Πύλη για να πάει στη τουαλέτα και περνώντας από το "γυναικών", είδε από τη μισάνοιχτη πόρτα μια νέα καμαριέρα να δροσίζει το λαιμό και το ανοιχτό μπούστο της. Είχε ρίξει πίσω τα κατάμαυρα μακριά μαλλιά της κι ήταν ένα χάρμα οφθαλμών, με την άκρη μιας κατακόκκινης παρειάς κι έναν αλαβάστρινο λευκό λαιμό να φαίνονται από το πλάι! Πρέπει να 'ταν καινούργια στο Πύργο, γιατί δε την είχε ξαναδεί -όχι πως παρακολουθούσε  κι ιδιαίτερα, αυτά τα θέματα- κι ήταν μια στιγμιαία οπτική επαφή, γιατί τρομαγμένος αποσύρθηκε βιαστικά στο "ανδρών". Ταράχτηκε τρομερά απ' αυτό που αντίκρισε, ζαλίστηκε και καθώς μετέφερε ακόμα αυτή την εικόνα, γλίστρησε απρόσεκτα στο φρεσκοσφουγγαρισμένο πάτωμα κι έπεσε πίσω.
     Όταν συνήλθε, μετά από μισή ώρα περίπου, το πρώτο πράγμα που είδε εμπρός στα μάτια του ήταν εκείνος ο μπούστος, τα ολοκόκκινα μάγουλα, ο κυκνίσιος λαιμός να προσπαθούν να τον συνεφέρουν. Το αμέσως επόμενο ήταν ο Αφέντης, που θορυβημένος απ' τις φωνές της καμαριέρας, είχε σπεύσει τρέχοντας. Τελικά δεν είχε τίποτε το ανησυχητικό, ωστόσο τα πράγματα είχαν αλλάξει άρδην και μάλιστα από δυο διαφορετικούς δρόμους.
     Ο πρώτος αφορούσε αυτό τον ίδιο! Από 'κείνη τη μέρα κι ύστερα άρχισε να νοιώθει περίεργα πράγματα μέσα του. Το μυαλό του, κι ενώ μέχρι τότε δούλευε ρολόι, άρχισε να μη συγκρατεί τις νέες χρήσιμες πληροφορίες, παρεμβάλλοντάς του εικόνες απ' τη σκηνή που τόσο το τάραξε τότε. Τίποτε πια δεν εύρισκε ενδιαφέρον, ούτε καν τα αγαπημένα του κλειδιά. Ξεχνούσε πολύ εύκολα κι ευτυχώς που 'χε οργανώσει τόσο καλά και μεθοδικά τη δουλειά του, ειδ' άλλως θα είχε πολύ σοβαρότερα προβλήματα. Όλα αυτά τα συμπτώματα, άλλαξαν προς το χειρότερο, τον ήδη διαταραγμένο χαρακτήρα του. Έγινε δύστροπος, απότομος κι ακόμα πιο απόμακρος. 
     Καταλαβαίνοντας κι ο ίδιος ότι κάτι είχε σπάσει μέσα του, άρχισε να νοιώθει πανικό, καθώς φοβήθηκε πως η θέση του ήταν πλέον επισφαλής. Πέρασε μερικά χρόνια μέσα σε μια προσωπική κόλαση και τελικά το πολύ αρρωστημένο πια, μυαλό του συνέλαβε ένα σχέδιο μόλις προ μηνός. Η αφορμή ήταν μια γιορτή που προανάγγειλε ο Αφέντης για τη προσεχή Κυριακή. Ήταν μια εντελώς απρογραμμάτιστη γιορτή, διότι δεν ήταν καμιά σχόλη, ούτε καμιά επέτειος, ούτε γιόρταζε κανείς, ωστόσο κατά μια σατανική σύμπτωση -έτσι του φάνηκε τότε- συνέπιπτε με το κλείσιμο της τριαντακονταετίας του! 
     Το σχέδιο έπρεπε να εφαρμοστεί την ημέρα της γιορτής, γιατί πάντα στις φιέστες του Πύργου, εκείνος περνούσε απαρατήρητος. Ήταν απλό στη σύλληψη και στην εφαρμογή: Θα χαλούσε με τρόπο τη κλειδαριά του θησαυροφυλακίου και δωροδοκώντας το κλειδαρά, θα αποκτούσε πρόσβαση και στο τελευταίο προπύργιο, μ' ένα αντικλείδι. Θα 'ρπαζε κάτι απ' τους αμύθητους θησαυρούς τη μέρα 'κείνη και θα 'φευγε διακριτικά, ανακατεύοντας όλα τα κλειδιά και βάζοντας φωτιά στο καμαράκι, έχοντας κανονίσει από πριν το μέσο φυγής προς άγνωστη κατεύθυνση.
     Όταν απέκτησε πρόσβαση στο θησαυροφυλάκιο, το ίδιο βράδυ το επισκέφτηκε. Τότε βρέθηκε στη μεγαλύτερη έκπληξη της ζωής του. Μόλις αντίκρισε τόσα πλούτη, η εικόνα εκείνη, της νέας κοπέλας, ξαναγύρισε πολύ έντονα, φέρνοντάς του μια τρομερή στύση κι ολοκλήρωσε σχεδόν αμέσως, χωρίς καν να αγγιχτεί! Αυτό τον συγκλόνισε, μιας και δεν είχε νοιώσει ξανά τέτοια έκρηξη, τον τρόμαξε και τον μπέρδεψε ακόμα περισσότερο. Κάθε βράδυ λοιπόν διακινδυνεύοντας, ανέβαινε εκεί με την ελπίδα να ξαναζήσει κάτι ανάλογο, αλλά του κάκου. Μεσ' στο μυαλό του ανακατεύτηκαν πλούτος και πόθος με τόσο ανίερο τρόπο, που αναγκάστηκε να τροποποιήσει ελαφρά το σχέδιό του και να συμπεριλάβει μέσα σε αυτό και τη νέα! (Ω πόσες και πόσες φορές την είχε παρακολουθήσει κι αγκαλιάσει με το βλέμμα του, όλες αυτές τις μέρες!)
     Έβγαλε κρυφά μερικά κοσμήματα, τα εκτίμησε και διαπραγματεύτηκε χωρίς βιασύνη, μεθοδικά όπως πάντα. Πέτυχε πολύ καλές τιμές -θα μπορούσε να ζήσει δέκα ζωές με αυτά, τόσον αυτός όσο κι η κοπέλα- και τα ξαναγύρισε πίσω κρυφά, έτοιμος για τη μέρα Χ, που έφτανε πλέον σε τρεις ημέρες. 
     Ήταν ακόμα Πέμπτη, αλλά τον είχε πιάσει αδημονία, σα πυρετός, πράγμα που 'κανε τον Αφέντη, που τον παρακολουθούσε κρυφά εδώ και πέντε χρόνια, να τρίβει τα χέρια του για την έξυπνη λύση πού 'χε σκεφτεί. Όπως προαναφέρθηκε, η σκηνή εκείνη είχε επιδράσει όχι μόνο από τη μεριά του Κλειδο-φύλακα. Ο Αφέντης είχε τότε συνειδητοποιήσει με δραματικό τρόπο, πόσο ανίσχυρος κι άσχετος με τα του σπιτικού του ήταν! Έπειτα πρόσεξε πόσο είχε χειροτερέψει ο έμπιστός του κι αυτό τον τρόμαξε. Ωστόσο, άβουλος και καλοκάγαθος καθώς ήταν, άργησε να λάβει τα μέτρα του. Μέχρι που πριν ένα περίπου μήνα κι εξ αιτίας της τριαντακονταετίας του Κλειδο-φύλακα, σκέφτηκε να οργανώσει μια γιορτή προς τιμή του, να του δώσει ένα αρκετά παχυλό εφ' άπαξ κι ένα σεβαστό μηνιαίο εισόδημα και να τον συνταξιοδοτήσει μετά βαΐων και κλάδων!
     Για να γίνει όμως αυτό, χρειαζόταν κάτι ακόμα... Τη τελευταία εργάσιμη μέρα του Κλειδο-φύλακα, τη Παρασκευή δηλαδή, ο Αφέντης είχε καλέσει πέντε κλειδαράδες, που θ' άλλαζαν όλες τις κλειδαριές στο Πύργο και μάλιστα με λιγότερα κι εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους κλειδιά...

                                                               Φλεβάρης 2002

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers