-


Dali &









/




 
 

 

Boris: '


            Ο Ελ Φρντο Μξιμο Κι Η Πτση Του Φεγγαριο

     Μη με ρωτσετε πως τα ξρω αυτ. Μη με ρωτσετε πως τα μαθα, οτε πως τα εδα, οτε ΓΙΑΤΙ τα εδα, οτε ΓΙΑΤΙ σας τα λω. Απλ τα εδα. Και τρα με ανβασαν μπροστ σε αυτ το κρο κοιν και να βλκα με σφυρ που επιμνει πως δεν εναι ξυλουργς, να τους τα πω. Γιατ κτι γινε κι εμαι ο μνος που το εδε. Το ψυχρ κοιν ταρακουνθηκε. Κθησα και μου βλαν να βιβλο στα πδια. ρχισα να λω...
     Περπταγε μνος. Τα παποτσια του μριζαν ρομι, τα χρια του ταν καλυμμνα ως τη μση απ τα μανκια του παλτο. Σκαμμνο πρσωπο, μτη γαμψ. Καπλο παρλληλο στη μτη του. Κακς. Ηταν αυτ που οι κτοικοι της πλης φοβονταν πιο πολ σε κθε επιδρομ. Μλλον ταν νας απ αυτος. Ο θαλασσινς αρας φερε φαντσματα μαζ του, τον ψκασε στο πρσωπο. Εκενος χαμλωσε το καπλο και συνχισε να περπατει κουτσανωντας. Το περπτημα του μοιαζε με χαλασμνο ρολι, που σο πρναγε η ρα οι χτποι συντμευαν και δυνμωναν. Κτι πλησαζε. Χθηκε κοιτντας αριστερ δεξι σε μια εσοδο με χαμηλ φωτισμ. Οι χτποι σταμτησαν.
     Νχτα. Φεγγρι. Γερασμνο, με στθια που κρμονται προς τη γη σα μουχλιασμνα φροτα. Η πλη λγιζε χαμηλ, κουρασμνη. Ο θρυβος του ξλου που τρζει, και η μυρωδι του. Κρο πολ. Τι λλο να σας πω. Κθε φορ που ρχονται αυτο, κτι αλλζει. Σα να σπερουν λιβνι απ κηδεα στον αρα. Και τα δνδρα να γνονται ταφπλακες. Τι λλο να σας πω. Περμενα. Μετ μπκα κι εγ μσα. Δεν βλεπα τποτα. Μνο μριζα, ρομι και σταφδες κι ανθρπινο ιδρτα. Και γυναικεο ρωμα. Ελαφρ, χι πολ, σου τρπαγε τη μτη πως το καρφ τον τοχο. Σρθηκα σα μισοπαρλυτος ως το μρος απ' που ρχονταν τα βογγητ. Και το ρωμα. Σε μια καρκλα απνω, αφημνο το πανοφρι του και το καπλο, κατσιασμνο. Κθισα. Πνω στο καπλο. να παρθυρο φτιζε θολ τη σκην. Μνο τα παπλματα βλεπα. Κι απ' ξω το φεγγρι, να ραντζει με το κτρινο φως του τη σκην. Ακοστηκαν βματα κτω απ το παρθυρο. Σταμτησαν. Αναπνος. Κποιες φωνς μεθυσμνων, που προσπαθοσαν να μιμηθον τον χο του βιολιο και να τραγουδσουν μελωδες απ το καμπαρ που εχε κλεσει εδ κι ρες.
     Εκενος σηκθηκε απ' το κρεββτι, φρεσε το καπλο και τη καμπαρντνα του στα γργορα κι φυγε. Η γυνακα κλαιγε. ταν περεργο, κανες τους δε μ' εδε, -ευτυχς που πρλαβα να σηκωθ απ' το καπλο του, αλλις ποιος ξρει που θα μουν τρα... Βγκε ξω. Βγκα ξω. Ισως να πγαινε πσω στο πλοο τους, δε ξρω. ρχισε να τρχει, κουτσανωντας, να τρχει και να ανασανει με δυσκολα. Κοπναγε τις σιδερπορτες πσω του κι αγκομαχοσε, σα να 'θελε κπου να φτσει πρτος. Σταμτησε ξω απ την πλη του νεκροταφεου. Το φως του φεγγαριο εχε γνει μωβ. Τα δντρα ταν γυμν και ξεραμνα. Μια θηλει κρεμταν απ το μακρτερο κλαδ. Μια δεια θηλει. να ναρκοπδιο γεμτο πτματα. Πνεματα μλλον. Κι οι ατμο τους λες και κοναγαν το φεγγρι πνω κτω, το θλωναν.
     Μπκε μσα. Χωρς να κοπανσει τη σιδερπορτα. Ξεραμνος κι αφυδατωμνος σα σταφδα. Ανβηκε στο ψηλτερο λφο. Εκε, στα μαυσωλεα, μοναχικο ζωντανο, μοναχικο νεκρο. Πλοσιοι. Η ζω τους, ο θανατς τους, αγγελα ξεπεσμνου εργνη. τριψε τα χρια του να ζεσταθε. Ο ατμς της αναπνος, του θολωνε το πρσωπο, το κοναγε πνω κτω σα κονια μωρο. Η σκι μιας κουκουβγιας τον σκπασε προσωριν, αλλ γργορα φυγε. Ακολοθησε τη σκι, πνω στο βρχο. Μχρι το ψηλτερο μαυσωλεο.
     Σταμτησε μπροστ στο κοντ κτριο και κοταξε δεξι του το φεγγρι. Ακομπησε το μτωπο στο κρο μρμαρο. να φως στραψε στο διπλαν δσος. να πρσωπο σκυψε πνω απ' το φεγγρι. Σα να το πρε απφαση, ρμηξε πνω στο κτριο σπρχνωντας με τους μους του την πρτα. Τρεις φορς. Η πρτα νοιξε. σπασε. ρμηξε μσα. Σα να ζωντνευαν τα κλμματα της χρας, τα κομμνα λγια του παπ. Οι κατρες των σων εχε σκοτσει. Ο διος ο θαλασσινς αρας, που αναγκστηκε να γνει συνοδς στα θανατικ ταξδια και στις δικες αιματοχυσες του. Τον τρβηξε ξω αναπνωντας θαλασσιν αρα. να πτμα. να κρανο με τρχες που ανμιζαν γαρμπα κι να τρπιο καπλο του γαλλικο ναυτικο. Πτμα. Το ταρακοναγε εκδικητικ. Μετ το ακομπησε κντρα στο δντρο κι ρχισε να το γρονθοκοπει.Τρπιο, ξεχαρβαλωμνο. Ντροπιασμνο για αμαρτες παλις. Χωρς καμμι μετνοια, ντροπιασμνο. Το φησε να πσει, ταλαιπωρημνο, σα νυκτερδα καμμνη απ το φως.
     Κθησε κι ο διος, στο χμα. να σννεφο κρυψε το μισγυμνο φεγγρι μχρι τη μση. Βαριανσαινε. βγαλε το καπλο και το 'βαλε στο διπλαν σταυρ. Ακομπησε τους αγκνες του στα γνατα. Κοταξε απτομα δεξι. Προς το φεγγρι. Φαινταν μσα απ τη θηλει. Στρογγυλ, καταλθος στρογγυλ.
     Το καπλο του νεκρο ταρακουνθηκε απ τον αρα. Αρμρα...
     Σηκθηκε απτομα. Κοταξε προς το φεγγρι, στριψε να τσιγρο και κθισε να κοιτει τον νεκρ. Κοταξα τη ταφπλακα: Ελ Φρντο Μξιμο. Τ' νομα κποιου χαμνου πειρατ. Θυμμουν την ιστορα λη. Ενας πειρατς, παλις, που χθηκε κπου στις καραβες. Θεωρθηκε νεκρς, θμα μιας βαιας ανταρσας ενντια στο καπεταναρι του. Μετ απ μιαν κλειψη, κπου στη μση του αλατιο, τνε πταξαν στα πεινασμνα ψρια. Ο τφος του χτστηκε κενς, δειος. Κι λες οι μοιρολτρισσες ταν πληρωμνες. Το χρι του Ελ Φρντο Μξιμο κανε να γδοπο καθς πεφτε σα βαρδι στο δαφος. Γεμτο δακτυλδια.
     Πλησασε το πτμα. Το κλτσησε με φρα, τσο δυνατ που ξεκλλησε το κεφλι. Κλησε κτω, φτασε μχρι τη σιδερπορτα και σφηνθηκε ανμεσα στα κγκελα. Το φεγγρι χαμλωσε, βαρ. Μετ σκοτενιασε απτομα, δε ξρω τι γινε. Γρισε προς το μρος μου και κοταζε τα δντρα. Κτι ψαχνε. Μετ ξαναγρισε προς τον τφο, πταξε το τσιγρο του στο πτμα του παλιο πειρατ κι ρχισε να ταρακουνει την ταφπλακα πρα δθε. Σα δντρο που το ξεριζνεις. Ργισε. Εκενος συνχισε. Τελικ την τρβηξε ξω κι πεσε απ πνω της.
     ρχισε να την καθαρζει με ταχτητα, να βγζει τα χματα και τις ρζες, απ το μρος που βρισκταν κτω απ τη γη. Κτι λαμψε. λαμπε πολ. Το 'βλεπες σα δετερο φεγγρι, κτω απ το χμα, σα φτηνς αντικατοπτρισμς, με χωμτινες απολξεις. Το φλησε.
     ρθε πλι προς το μρος μου. ψαχνε πλι. σκυψε, σκωσε μια πτρα απ χμω και ξαναπγε στον διαλυμνο τφο. Πταξε την πτρα πνω σ' αυτ που γυλιζε. Ταρακουνθηκα. Το φεγγρι χαμλωσε. Σκωσε την πτρα και την ξαναπταξε πνω στο πργμα που λαμπε. Ξαν και ξαν. Και το φεγγρι χαμλωνε μες στους ατμος. Και νμιζα πως κουγα τα τμπανα των ιθαγενν των καραβων.
     Τουπα-ταπα-τουπα-ταπα-τουπα-ταπα-τουπα-ταπα-τουπα-ταπα...
     Χαμλωνε ρυθμικ, σα να το εχανε δεμνο με τροχαλες απ την κρη της γης και να το τρβαγαν. Λες κι ταν θεατρικ σκηνικ κι εμασταν στο διλειμα. κουγα και το σκουριασμνο τροχαλσκοινο καθς σερνταν και τριβταν πνω στη τροχαλα. Σκωσε ξαν την πτρα, την σκωσε σο ψηλτερα μποροσε και την πταξε κνωντας να σλτο στην ταφπλακα. Και ττε συνβη:
     Το φεγγρι θφτηκε. Κπου πεσε και χθηκε μσα στα χματα. Και τα χματα κλεισαν απ πνω. Και χτσανε μια πλη απ πνω. Και περπατε κσμος πνω στο φεγγρι. Ναι, περπατε! Και χωρς να το ξρει. μα σκψεις τη γη σαμε σαρντα γιρδες, θα το δεις. Γκρι σκοτειν, μουντιασμνο, σα πεθαμνο. Με τρχες να κρμονται. Και δακτυλδια. σχημο. Χωρς μοιρολτρες να το κλανε.

                                                                                                           15/10/2001

                Εκδρομ Του Μηχανικο Στο Αεροδρμιο

     Μετακινθηκε παρλληλα προς το κθισμα και κθισε δυ θσεις παραδπλα. Κοταξε ευθεα μπροστ και τα μτια του ναψαν σπθες, οι κρες τους ανοιγκλεισαν και τα ανοιγκλεισε απτομα. Η κνηση στο αεροδρμιο αυξημνη πως πντα, αλλ οι τοχοι μοιαζαν να ρουφνε κθε χο μσα στην τερστια αθουσα αναμονς. Ενοιωθες πως ταν κποιος θα νοιγε το στμα του να μιλσει, νας τερστιος ανεμιστρας στο μακριν ταβνι θα ροφαγε τον χο σα μπουρμπουλθρα. Οι κινσεις αργς, τα καρτσια μοιαζαν να σρνονται κοιμισμνα πνω στο μρμαρο, και οι βαλτσες τραμπαλζονταν σα χοντρς χορετριες μπαλλτου στους ιμντες.
     Στο χρι του κρατοσε μια σακκολα σπρη με κκκινο πλασιο μαζ με να περεργο εξρτημα μηχανολογικ. Κσμος πρναγε μπροστ του, πρασα και εγ μπροστ του. Μου δθηκε η εντπωση πως ταν σκαλιστς στον τοχο, τσι ακνητος που καθταν σα παγωμνο κρσταλλο. Και καθς τον προσπρασα, μου φνηκε να χνει τις τρεις του διαστσεις, να μην εναι πι σκαλιστς και ανγλυφος, μα να γνεται εππεδος, ζωγραφιστς. Κλλησε πσω στον τοχο σαν αυτοκλλητο και οι κρες των ματιν του αναδιπλνονταν ρυθμικ. Καμμι απολτως κνηση, μοιαζε να μην αναπνει. Το χρι του στιλβωμνο πνω στη σακκολα, την κρταγε σα γερανς σφιχτ.
     Ηταν το μνο ακνητο κομμτι της αθουσας αναμονς. Κομμτι. Σαν τοχος. Παγερ ανκφραστος, σκαλισμνη μορφ σε μρμαρο. Η μνη κνηση πνω του ερχταν ταν κποιος νοιγε την πρτα, και ο αρας σπρωχνε τα μαλλι του προς τα αριστερ, λα μαζ, σα να ταν κολλημνα.
     Στην απναντι μεγλη τζαμαρα πεφταν οι σκις των αεροπλνων, και τραμπαλιζταν απ τους αρες. Δπλα του μια γιαγι εχε αποκοιμηθε και γερνε το κεφλι της στον τετργωνο του μο. Μλις τον ακομπησε, ξπνησε απτομα και πετχτηκε προς την λλη μερι. Εκενος σηκθηκε αργ και κατευθνθηκε προς λλη θση.
     Το περπτημα του μοιαζε κουρδισμνο… Κοναγε το δεξ χρι ταυτχρονα με το αριστερ πδι, εναλλξ μετ και για το λλο πδι. Και το κεφλι του στριβε ανεπασθητα προς τις γωνες της αθουσας, σα να ψχνει κτι να βρει. Το δεξ του χρι πλησασε το αριστερ, ρπαξε το μηχανολογικ εξρτημα και το χωσε βαια στην δεξι τσπη. Κατευθνθηκε προς την τουαλτα.
     Το μτι του καθρεπτιζταν πνω στον καθρπτη και το εδωλο του τραμπαλιζταν σα φλιπερκι μεταξ του καθρπτη και του ματιο του, και μοιαζε να ξεμακρανει ολονα. Οι κρες των ματιν του συστλθηκαν απτομα. Μπερδετηκε, και κοταξε κτω στο νιπτρα. Εβγαλε το μηχανικ εξρτημα και το ακομπησε στον νιπτρα. Εβρεξε τα χρια του και πλωσε το νερ πνω στα μαλλι του. Στγνωσαν αμσως.
     Κλεστηκε σε μι απ τις μονωμνες τουαλτες. Εβγαλε το κτρινο γκρι μπουφν και την μπλοζα του. Απ την δεξι τσπη του βγαλε να χων και το στερωσε στον δεξι του μο, στην τρπα που εχε εκε. Εβαλε το κλειδ στην ειδικ θκη στο στρνο του και ετοιμστηκε.
     Το εξρτημα. Εψαχνε στη μνμη του να βρει το εξρτημα. Μνο με αυτ θα μποροσε να γυρσει το κλειδ στο στρνο του. Πανικβλητος, φησε τα ροχα του μσα στην τουαλτα και βγκε με το χων στον μο και το κλειδ στο στρνο μπροστ στον καθρπτη, που εχε αφσει το εξρτημα. Το μγκωσε στα δχτυλα του, και τη στιγμ που κανε να γυρσει για να ξαναμπε στην τουαλτα, ανογει η πρτα. Οι τοχοι παγνουν και βρζουν ταυτχρονα. Οι κρες των ματιν του πλλονται σαν ανθρπινες καρδις, με ψετικη αγωνα, ατσλινη. Το χων στον μο του τραμπαλζεται και η αλυσιδτσα στο κλειδ τρπεται αριστερ δεξι. Το νερ στη βρση ακμα τρχει. Εκενος χει το εξρτημα στο χρι του.
     Απναντι, παγωμνος και φοβισμνος, μλις εχε μπει ο υπλληλος που καθριζε τις τουαλτες. Το μουστκι του εχε παγσει και απ κτω το στμα του μοιαζε με χων, παγωμνο και τρεμμενο συνμα. Ετρεμε, καρφωμνος στην δια θση. Κοιτοσε ευθεα μπροστ, αυτ το πργμα που σα χαλασμνο εργοστασιακ εξρτημα εχε μεταμφιαστε σε ντρα και ανσαινε σα κουρασμνος εργτης δπλα στο νιπτρα. Οι ιμντες μσα του, οι τροχαλες, οι βδες, οι μετρητς και τα καλδια μσα του, λα ανσαιναν αποτελεσματικτητα. Και ποτ σα μηχαν δεν εχε αποτχει.
     ρπαξε το εξρτημα απ το νιπτρα και το χρι του μαγνητστηκε γρω του. Στιλβθηκε εκε, σα να γεννθηκαν μαζ ως μηχανς, απ την δια μηχαν. Εσφιξε στη γροθι του την αλλκοσμη τανλια και την βοιξε με δναμη στο κεφλι του ανθρπου. Ξεκλλησε την τανλια απ το σμπαραλιασμνο κεφλι, και την κρφωσε στην πλτη του καθς ο νθρωπος πεφτε. Γραμμς αματος στλισαν προσωριν τον αρα, στερα κθισαν πνω στο δρμα του, στο χων, στους τοχους, και στα μτια του απνω. Τα μτια του κλεισαν και ξαννοιξαν, οι κρες συστλθηκαν και διεστλλησαν, και το αμα πετχτηκε με βα απ μσα τους. Μπκε πλι στην τουαλτα.
     Κλεστηκε εκε. Το πτμα ξω εχε κολλσει το πτωμα. Τα γυαλι του χνιζαν, το στμα του κολλημνο στο πτωμα, το μουστκι λερωμνο απ το διο του το αμα. Η κηλδα αματος γρω μεγλωνε. Ηχος καννας, το τερστιο βεντιλατρ του αεροδρομου μογκωνε τα πντα.
     Εκενος πανικβλητος κοψε το σωλνα απ το καζανκι και τον βαλε στο χων. Με την τανλια γρισε το κλειδ στο στθος του, και το χων ρχισε να ρουφει το νερ. Μαζ με το νερ, μπκαν μσα του και οι ρανδες αματος που εχαν πεταχτε πνω στο χων. Τα υγρ στροβιλστηκαν για λγο στο χων παρνωντας μια ροζ απχρωση σα βυσσινδα και χθηκαν στις εσωτερικς του σωληνσεις. Τα μτια του στραψαν. βγαλε το χων και το κλειδ. Πταξε το κλειδ στη χστρα και τρβηξε το καζανκι. Ντθηκε και βγκε γργορα πλι ξω, στην αθουσα αναμονς.
     Το τερστιο βεντιλατρ που ροφαγε τους χους εχε σταματσει να δουλεει. Τρα μπερδευταν απ τους πολλος χους, μπλκονταν, γνονταν μια τερστια πολχρωμη γιρλντα και χνονταν βαια σα τρυπνι μσα στα αυτι του. Τα πδια του ρχισαν να κουνιονται ρυθμικ, ακολουθντας τον τυπο ρυθμ του θρυβου. Τα κοναγε πνω κτω και τα τριβε με μηχανικς κινσεις πνω στο μρμαρο. Ακουγταν μσα σε λους τους λλους χους και ο θρυβος απ τους πιεστρες και τους ιμντες στα πδια του. Ενα παιδκι τον πιτσλισε με το νεροπστολο στο γνατο και το υγρ διαπρασε το φασμα και βρεξε το δρμα του. Κρωσε.
     Ξαφνικ στο μυαλ του στραψαν οι εικνες απ τη δολοφονα που μλις εχε διαπρξει. Η τανλια καθς σφηνωνταν ανμεσα στα κκκαλα και τους ιστος του κρανου, οι πιτσιλις το αμα, τα λευκ πλακκια που λαμπριζαν απ πσω, και ο χος απ το νερ που τρεχε στη βρση και στο καζανκι μσα στην τουαλτα. Ανατρχιασε. Τα μαλλι του κθισαν σε μια περεργη στση, πεταγμνα ρθια και σγουρ.
Για μια στιγμ τα πντα πγωσαν γρω. Ο καπνς που πλανιταν γρω πγωσε και μεινε στον αρα κρυσταλλωμνος, ο κσμος πγωσε και κοκκλωσε σαν πτρινα αγλματα. Εκενος σηκθηκε και περπτησε προς την ξοδο. Καθς φευγε, οι ανγλυφοι νθρωποι, σα μαρμρινες μορφς, του φνηκαν να στιλβνονται εππεδοι, σα ζωγραφις με μια δισταση. Πταξε την τανλια στον καπν και θρυματστηκε. Περπτησε προς την ξοδο και ξανακοκκλωσε, πριν λα ζωντανψουν ξαν.

                                                  10/1/2002

     Η Μελοδραματικ Δολοφονα Του Σενιρ Φελπε Σντσεζ

     Οι υπλοιποι εχαν αποκοιμηθε γρω απ την πισνα. Ο λιος στο ψηλτερο σημεο. Κτω φαινταν η παραλα και τα σπρα κυματκια της θλασσας, ο κσμος που βοταγε και τα φρσμπι που βολτοφρναν πνω κτω τον κβο. Αραλκι. Καλοκαρι. Φραπ κοκτιλ, λοι με μια τρπουλα στο χρι. Ντια Ισπανα, τα παρλια στη Μεσγειο. Γινος παρδεισος...
     Χαμνος στο δρμο, περπατντας κπου μεταξ Νεβδας και Βαλνθιας. Ο ιδρτας να βολτοφρνει στο μτωπο του. Πουκμισο ανοιχτ, φανελκι βρμικο απ τη λσπη και μαλλ κολλημνο στο κεφλι σα τρχινο τουρμπνι. λιος κι αντιηλι απ την σφαλτο. κουγε τον εαυτ του ν' αναπνει. κουγε τα πδια του να σηκνονται και να ξανακουμπνε το δαφος. Εχε γνει πι μηχανικ το περπτημα. Το να πδι πγαινε πιο μπροστ για να μην πσει. Και μετ το λλο. Εναλλξ και περπταγε. Νμιζες πως κτω απ το δρμα του αντ για κκκαλα και μες εχε δοκρια και τροχαλες, πρωτγονα μηχανματα για να περπατει «αυτνομα». Κπου μακρι φνηκε μια πινακδα.
     Ο Ενρκε σηκθηκε. Γελοσε, τσι που εχαν αποκοιμηθε οι λλοι. Εμοιαζαν με αυγ χυμνα αδξια σε κποιο τηγνι. λλοι τους εχανε μενει με το στμα ανοιχτ, με μγες να σουλατσρουν στο μπρτσο, λλοι κρατοσαν ακμα το ποτρι με την πνια κολντα και αποκοιμντουσαν εν το ποτ χυνταν στο νερ της πισνας. Αραλκι. Δυο-τρεις γκμενες ανβηκαν απ την παραλα στην πισνα. Ο Ενρκε γνεψε στη μια κι αυτ κθησε κοντ του.
     Εψαξε βιαστικ στις τσπες του. Το παντελνι κλλαγε στα πδια του απ τον ιδρτα κι η πλτη του λιωνε. Μριζε επιτλους την αλατλα της παραλας. φτανε. βγαλε να πιστλι απ την τσπη. Ο δρμος δειος. Μλις φτασε μπροστ στην πινακδα, το στρεψε στον αριθμ των χιλιομτρων κι νοιξε μια τρπα, ακριβς στο κντρο του οχτ. Ο σενιρ Φελπε Σντσεζ φαινταν πραγματικ τοιμος για κθε ενδεχμενο. Και πραγματικ πολ κουρασμνος.
 -"Τι θα πιεις κοκλα; Λγομαι Ενρκε και το μρος αυτ εναι δικ μου".
 -"Δε θα λεγα χι σ' να μπακρντι με τριμμνο πγο κριε Ενρκε".
 -"Μη με λες κριο, νιθω σχημα".
 -"Αλθεια, κριε Ενρκε, ο συνταιρος σας Ντον Φελπε, τι απγινε; Τον ψχνω, μου εχε εμπιστευτε κτι δικ του και πρπει να του το επιστρψω".
     Το μτι του Ενρκε στραψε. Τρα γνονταν λα ξεκθαρα επιτλους. Ο Φελπε λειπε δο εβδομδες τρα κι εχε θεωρσει πως φυγε, πως λεγε, για το Μαμι. "Εμ ββαια", σκφτηκε ο Ενρκε, "ο Φελπε παραεναι ηλθιος για να κνει κτι ττοιο. Θα γυρσει εδ, τσι δειλς που εναι. Και θα πει ως πρσχημα πως φησε το πορτοφλι του στη γκμενα αυτ. λο τρπια λλοθι εσαι, Φελπε".
 -"Ο Φελπε ταν φυγε μου παραχρησε την κυριτητα του μρους. Μου εχε πει οτι θα πγαινε στο Μαμι για νες δουλεις. Δε νομζω να τον ξαναδομε".
     Σηκθηκε και κανε νημα στο σερβιτρο.
     Μυρωδι αλατιο και βρεγμνου γυναικεου κορμιο. Αντιηλιακ, μμος, θαλασσλα. Κι να ελαφρ ρωμα μπρας, μλλον απ ψευδασθηση. Στο βθος η θλασσα, με τ' σπρα κυματκια. Κτρια χαμηλ, με κπους, δρμοι μεγλοι και γεμτοι εντυπωσιακ αυτοκνητα. Γυνακες καλοντυμνες με οπσθια κουνμενα σα τραμπλες. Κι ο λλοτε αξιοπρεπστατος σενιρ Φελπε Σντσεζ, καταδρωμνος σα κομμτι καταφι με σορπια, να ζχνει τη βρμα της ταξιδιρικης κορασης, την υγρασα που του κοβε την πλτη στα δυο, αξριστος κι αχτνιστος. Και τα μτια της υψηλς κοινωνας στραμμνα πνω του, χωρς ν' αναγνωρζουν καν ποις εναι, μα μονχα να αναρωτιονται «αχ τον φουκαρ, πως να βρθηκε σε ττοια κατσταση;».
     Πρασε ξω απ μι μπυραρα, παιζε το "Τhe Thrill Is Gone". ρχισε να σιγοτραγουδει τα λγια και το βμα του γρηγρεψε.
     Ο Ενρκε γρισε πλι στην κοπλα με δο ποτ.
 -"Το μπακρντι σας μαντμ. Παραξενεομαι, ακμα δε μου επατε το νομα σας..."
 -"Προτιμ να μνω αννυμη".
     Ο Ενρκε πγωσε. Πρτη φορ αποτυγχνει. Μετακινθηκε λγο στην ξαπλστρα και πλησασε πιο πολ την μορφη γυνακα.
 -"Κοιττε, ξρω πως πειροι πριν απ μνα σας καναν τα κοπλιμντα του τπου «τα μτια σας εναι σαν ανοιχτ πλαγος, αφστε με να γνω κακι ναυαγημνο σ' αυτ» και διφορα παρμοια. Δε θλω να γνω σα τους λλους". Η κοπλα ροφηξε λγο απ το ποτ της και τον κοταξε στα μτια. Δε μιλοσε. "Μη γνεστε ψυχρ. Αλθεια, γιατ μου αρνεστε το νομα σας; Εναι μπως απρρητη πληροφορα;"
     Η κοπλα σηκθηκε, κρατντας το ποτ.
 -"Αν ρθει ο κριος Σντσεζ, θα 'μαι στο δωμτιο τετρακσια εκοσι οχτ. Πετε του πως εναι επεγον".
 -"Μα..."
 -"Σας ευχαριστ για το ποτ".
     H ταμπλα φνηκε: «Albergo Della Notte». Πανδοχεο Της Νχτας. Θυμταν σα χθες, πως τοβλο-τοβλο το εχε χτσει. Θυμταν το πρβλημα που εχε προκψει με την υδροδτηση της πισνας, τα συνεταιριλκια με κενο τον απατενα τον Ενρκε. Και τρα, σο λειπεν εκενος σε μι αποτυχημνη κομπνα στο Μαμι, ο Ενρκε να λυμανεται τους κπους του. Να φρνει φλους του, να διοργαννει ργια στο ξενοδοχεο και μονχα σε τσσερα δωμτια να χει κανονικος πελτες. λα τ' λλα απ τους τσγλανους τους φλους του Ενρκε. Σγουρα εχε απολσει ορισμνες καθαρστριες λγω οικονομικο ελλεματος και το ξενοδοχεο θα βρμαγε τρισθλια. Μνο τον μπρμαν δε θ' απλυσε. σιωσε το γιακ του κι ανβηκε τα σκαλι της πισνας.
     Τα βλμματα τους συναντθηκαν. Ο Ενρκε πγωσε για μια στιγμ. Μετ σηκθηκε τρομαγμνος, σα να εχε ξυπνσει απ κποιο ευχριστο νειρο, μζεψε τις πετστες του και το ποτ κι ανβηκε γργορα προς τα πνω. Ο Φελπε κθησε σε μια απ τις σεζλνγκ. βαλε τα χρια πσω απ το κεφλι και κθησε να κοιτει τα ελχιστα βαμβκια γρω απ τον λιο.
     Tο επμενο πρω ο σενιρ Φελπε Σντσεζ βρθηκε πνιγμνος να επιπλει στην πισνα...

                                                                                                        15/11/2001

                        Ο Πανδοχας Κι Η Μαριοντα

     Το ζευγρι απομακρνθηκε βιαστικ απ το συντριβνι. Εχε αρχσει να βρχει. Ο ουρανς εχε το μωβ φθινοπωριν χρμα της βραδις, τα κτρια γρω κοκκνιζαν απ ντροπ. Πιασμνοι χρι-χρι, ακολοθησαν τον χο του τακουνιο της γυνακας πνω στα καλντερμια της Ρμης. Κπου βαθι, στα σπλχνα της φθινοπωριτικης Ιταλας, να ζευγρι μνο στο δρμο. Κι η βροχ να ραντζει ανελητα και να μουσκυει το γκρι του χματος.
     Φτσανε στο πανδοχεο και μπκαν σο πιο γργορα μποροσαν μσα. φησαν τις ομπρλες τους στην εσοδο. Η γυνακα ανατρχιασε και κονησε περεργα το κεφλι της για να διξει το ργος απ πνω της.
     Ο πανδοχας καθταν ακνητος πσω απ το γραφεο της ρεσεψιν και κοταζε ατραχα ευθεα μπροστ. μοιαζε γυλινος. Τα μτια του ακνητα, σα στιλβωμνα και βαμμνα απ πνω με κποια χρματα ξεφτισμνα, πως τα παλι τσγκινα παιχνδια. να καπλο κλυπτε το πνω μρος του κεφαλιο του, σαν να κρυβε κποια τερστια πληγ. Το κεφλι του ταν χωμνο μσα στο καπλο. Τα φρδια του ταν παχι, μισ ξω απ το καπλο και μισ καλυμμνα απ αυτ. Ηταν αξριστος και χλωμς και κοταζε ευθεα μπροστ, να λεκ στην πρσινη ταπετσαρα του απναντι τοχου, να λεκ απ την υγρασα της βροχς.
     Το ζευγρι πλησασε τη ρεσεψιν. Ολα τα κλειδι ταν στη θση τους. μοιαζαν να κουνιονται λγο, να τρμουν, σα να θελαν να φγουν απ τα μικρ κουτκια που τα εχαν κλεισμνα. Ο ντρας βγαλε στυλ και συμπλρωσε τα στοιχεα του στο τετρδιο που υπρχε πνω στον ξλινο πγκο. Μι διανυκτρευση. Τομασνο Ουμπρτο και Λντια Αστραπντε. Κι υπγραψε.
     Ο πανδοχας σκωσε το δεξ του χρι. Κολλημνη σ' αυτ, απ τον αγκνα και πνω ταν μια μαριοντα. Ξεφτισμνη απ παλι ξλο που εχε ρουφξει υγρασα, με λευκ δρμα και μτια που μοιαζαν να χουν ξεβψει και μαλλι κκκινα λαμπερ. Φοροσε κοστομι μοιο με αυτ του αφεντικο του. Ενα πρσινο σακκι με μπαλματα στους αγκνες κι να πορτοκαλ κοτλ παντελνι. Και καρ πρσινο πουκμισο. Η μαριοντα αναδθηκε σιγ σιγ πσω απ τον πγκο. Εκλεισε το τετρδιο κι νοιξε το στμα της.
 -"Σας εχομαι ευχριστη διαδρομ" επε και χαμογλασε δνοντας στον ντρα το κλειδ.
     Εκενος στθηκε για μια στιγμ παραξενεμνος, μα η γυνακα τον ρπαξε απ το χρι κι ανβηκαν μαζ γργορα τις σκλες. Ο πανδοχας μεινε να κοιτ τον λεκ στον απναντι πρσινο τοχο. Πριν σαρντα χρνια, ταν ταν νος ακμα και δολευε στο λιμνι, εκε στις αποβθρες, μεταφροντας κιβτια με προντα για τις μακρινς χρες της ανατολς, εδε το χρι του να κβεται απ να συρματσχοινο. Τυλχτηκε γρω απ τον αγκνα του, του το κοψε απ εκε και κτω, και το πταξε πνω στο σκαρ του πλοου. Το αμα κλησε πνω στην πλρη, πως παλι που πετγαν μπουκλια σαμπνιας για το καλοτξιδο και λουζταν το πλοι το πιοτ. Και το πλοο βφτηκε με το αμα του.
     κτοτε, στο χρι του πνω φιγουρρει αυτ η μαριοντα. Του τη κλλησε εκε ο ιατρς γιατ ταν φτην, πιο φτην απ χρι με γτζο. Σαρκαστικ, τα βρδια να τραγουδ καθς ο πανδοχας κοιμται, "κψτου το χρι για να χωρσει στο μανκι". Να γυαλζουν τα ξεφτισμνα μτια της, κθε φορ που ο πανδοχας προσπαθοσε να ξαναμιλσει. Του φυγε φανεται, μαζ με το χρι κι η λαλι. Κι ο πανδοχας κοιτοσε χλωμς κι αξριστος, με το κεφλι κλεισμνο απ το καπλο, τον λεκ στον πρσινο τοχο.
     Το νερ χτπαγε δυνατ στο τζμι. Το νερ κλαγε πνω στα τζμια και αυλακωνταν, πως το γλυκ πιοτ της σαμπνιας που λοζει τα να πλοα πριν απ το πρτο τους ταξδι. Το ζευγρι καθταν ξαπλωμνο στο κρεβτι να καπνζει. Με μτια σα ξεφτισμνα, γυμνο κι οι δο. Το φως αναμμνο. Η μαριοντα κανε βλτες στα μυαλ τους. "Σας εχομαι ευχριστη διαδρομ. Σας εχομαι..." Η μαριοντα... Το σπρο ξλο της μαριοντας, τα ξεφτισμνα μπλε μτια της και τα κκκινα μαλλι. "...ευχριστη διαδρομ". Το παγωμνο βλμμα του πανδοχα, κπου καρφωμνο απναντι σε κποια κρεμλα του τοχου. Χλωμς, σα κομμτι ξλο, με μτια ξεφτισμνα σα ψετικα. Και τα κλειδι πσω να τρζουν.
     Ο ντρας γρισε απτομα προς τη γυνακα.
 -"Δε ξρω τι μ' χει πισει". Η γυνακα τον κοταξε με μτια τρομαγμνα. "Τρμαξα. Ο τπος εχε κομμνο χρι κι αυτ η μαριοντα μοιζει με αδξια βαλμνο χανζαπλστ. Αηδασα, τρμαξα, δεν μπορ. Κατλαβε με". Η γυνακα ροφηξε το τσιγρο της με αδιφορο φος. Ο ντρας κοταξε προς την πρτα. Γρισε προς τη γυνακα που δε μιλοσε. "Ας δοκιμσουμε ξαν". Αγκαλιστηκαν και φιλθηκαν. Το νερ ρχισε να χτυπ πιο δυνατ στο τζμι, ακουγταν σα ταμπορλο, που ολονα γρηγρευε. Και μπκανε κτω απ τα σκεπσματα. Και το κρεβτι ρχισε να τρζει. Ολο και πιο γργορα. Βαρις ανσες, τα τσιγρα να κανε ρεμα στο τασκι και το τζμι να χτυπιται με τους ανμους και τα νερ της βροχς.
     Τα βματα του ανβαιναν γργορα τις σκλες, η μαριοντα εθυμη. Τραγουδοσε. "Κψτου το χρι για να χωρσει στο μανκι. Κψτου το χρι για να χωρσει..." Ο πανδοχας κοταζε χαμηλ τα πδια του, καθς φηναν πσω να-να τα σκαλι. Η μαριοντα πιστηκε απ το κεφλι της. Η πρτα νοιξε. "...στο μανκι".
     Το ζευγρι σταμτησε. Το κρεβτι συνχισε να τρζει. Τα τσιγρα ακμα καγανε στο τασκι. Η βροχ στο τζμι δυνμωνε. Ο πανδοχας κοταζε απναντι στο τζμι. Το ζευγρι κοιτοσε πανικβλητο και λαχανιασμνο τον πανδοχα. Ο πανδοχας κοταζε απναντι στο τζμι. Η μαριοντα κοιταζε το ζευγρι. Το ζευγρι κρυβταν, ο ντρας τρεμε. Ο πανδοχας βγαλε να μαχαρι απ την τσπη του. Η βροχ σταμτησε, το κρεβτι σταμτησε να τρζει. Η μαριοντα ρχισε να τραγουδει. "Κψτου το χρι για να χωρσει στο μανκι. Σφξτον με το κουτλι σου. Σφξτον". Ο πανδοχας ψωσε το μαχαρι, με το μτι γαλβανωμνο πνω στο τζμι. Η μαριοντα συνχισε να τραγουδ. Το μαχαρι κατβηκε με δναμη.
     κοψε το κεφλι της μαριοντας. Μετ το δεξ της χρι. Κι αυτ συνχισε να τραγουδ. Η μαριοντα γοντισε. Ο πανδοχας μτωνε, μτωνε απ τις πληγς της μαριοντας πνω του. Μια γραμμ αματος σχηματστηκε στο λαιμ του. Το πτμα του πεσε πνω στη διαμελισμνη μαριοντα.
     Η βροχ στο τζμι ξανρχισε...                           30/11/2001

------------------------

Φιλοξενεται και στα Διαδικτου με κεμεν του και βιογραφικ!

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers