-


Dali &









/




 
 

 

Boris: '

         Ο Ελ Φρντο Μξιμο Κι Η Πτση Του Φεγγαριο

     Μη με ρωτσετε πως τα ξρω αυτ. Μη με ρωτσετε πως τα μαθα, οτε πως τα εδα, οτε ΓΙΑΤΙ τα εδα, οτε ΓΙΑΤΙ σας τα λω. Απλ τα εδα. Και τρα με ανβασαν μπροστ σε αυτ το κρο κοιν και να βλκα με σφυρ που επιμνει πως δεν εναι ξυλουργς, να τους τα πω. Γιατ κτι γινε κι εμαι ο μνος που το εδε. Το ψυχρ κοιν ταρακουνθηκε. Κθησα και μου βλαν να βιβλο στα πδια. 'Αρχισα να λω...
     Περπταγε μνος. Τα παποτσια του μριζαν ρομι, τα χρια του ταν καλυμμνα ως τη μση απ τα μανκια του παλτο. Σκαμμνο πρσωπο, μτη γαμψ. Καπλο παρλληλο στη μτη του. Κακς. Ηταν αυτ που οι κτοικοι της πλης φοβονταν πιο πολ σε κθε επιδρομ. Μλλον ταν νας απ αυτος. Ο θαλασσινς αρας φερε φαντσματα μαζ του, τον ψκασε στο πρσωπο. Εκενος χαμλωσε το καπλο και συνχισε να περπατει κουτσανωντας. Το περπτημα του μοιαζε με χαλασμνο ρολι, που σο πρναγε η ρα οι χτποι συντμευαν και δυνμωναν. Κτι πλησαζε. Χθηκε κοιτντας αριστερ δεξι σε μια εσοδο με χαμηλ φωτισμ. Οι χτποι σταμτησαν.
     Νχτα. Φεγγρι. Γερασμνο, με στθια που κρμονται προς τη γη σα μουχλιασμνα φροτα. Η πλη λγιζε χαμηλ, κουρασμνη. Ο θρυβος του ξλου που τρζει, και η μυρωδι του. Κρο πολ. Τι λλο να σας πω. Κθε φορ που ρχονται αυτο, κτι αλλζει. Σα να σπερουν λιβνι απ κηδεα στον αρα. Και τα δνδρα να γνονται ταφπλακες. Τι λλο να σας πω. Περμενα. Μετ μπκα κι εγ μσα. Δεν βλεπα τποτα. Μνο μριζα, ρομι και σταφδες κι ανθρπινο ιδρτα. Και γυναικεο ρωμα. Ελαφρ, χι πολ, σου τρπαγε τη μτη πως το καρφ τον τοχο. Σρθηκα σα μισοπαρλυτος ως το μρος απ' που ρχονταν τα βογγητ. Και το ρωμα. Σε μια καρκλα απνω, αφημνο το πανοφρι του και το καπλο, κατσιασμνο. Κθισα. Πνω στο καπλο. να παρθυρο φτιζε θολ τη σκην. Μνο τα παπλματα βλεπα. Κι απ' ξω το φεγγρι, να ραντζει με το κτρινο φως του τη σκην. Ακοστηκαν βματα κτω απ το παρθυρο. Σταμτησαν. Αναπνος. Κποιες φωνς μεθυσμνων, που προσπαθοσαν να μιμηθον τον χο του βιολιο και να τραγουδσουν μελωδες απ το καμπαρ που εχε κλεσει εδ κι ρες.
     Εκενος σηκθηκε απ' το κρεββτι, φρεσε το καπλο και τη καμπαρντνα του στα γργορα κι φυγε. Η γυνακα κλαιγε. ταν περεργο, κανες τους δε μ' εδε, -ευτυχς που πρλαβα να σηκωθ απ' το καπλο του, αλλις ποιος ξρει που θα μουν τρα-... Βγκε ξω. Βγκα ξω. Ισως να πγαινε πσω στο πλοο τους, δε ξρω. 'Αρχισε να τρχει, κουτσανωντας, να τρχει και να ανασανει με δυσκολα. Κοπναγε τις σιδερπορτες πσω του κι αγκομαχοσε, σα να 'θελε κπου να φτσει πρτος. Σταμτησε ξω απ την πλη του νεκροταφεου. Το φως του φεγγαριο εχε γνει μωβ. Τα δντρα ταν γυμν και ξεραμνα. Μια θηλει κρεμταν απ το μακρτερο κλαδ. Μια δεια θηλει. να ναρκοπδιο γεμτο πτματα. Πνεματα μλλον. Κι οι ατμο τους λες και κοναγαν το φεγγρι πνω κτω, το θλωναν.
     Μπκε μσα. Χωρς να κοπανσει τη σιδερπορτα. Ξεραμνος κι αφυδατωμνος σα σταφδα. Ανβηκε στο ψηλτερο λφο. Εκε, στα μαυσωλεα, μοναχικο ζωντανο, μοναχικο νεκρο. Πλοσιοι. Η ζω τους, ο θανατς τους, αγγελα ξεπεσμνου εργνη. τριψε τα χρια του να ζεσταθε. Ο ατμς της αναπνος, του θολωνε το πρσωπο, το κοναγε πνω κτω σα κονια μωρο. Η σκι μιας κουκουβγιας τον σκπασε προσωριν, αλλ γργορα φυγε. Ακολοθησε τη σκι, πνω στο βρχο. Μχρι το ψηλτερο μαυσωλεο.
     Σταμτησε μπροστ στο κοντ κτριο και κοταξε δεξι του το φεγγρι. Ακομπησε το μτωπο στο κρο μρμαρο. να φως στραψε στο διπλαν δσος. να πρσωπο σκυψε πνω απ' το φεγγρι. Σα να το πρε απφαση, ρμηξε πνω στο κτριο σπρχνωντας με τους μους του την πρτα. Τρεις φορς. Η πρτα νοιξε. σπασε. ρμηξε μσα. Σα να ζωντνευαν τα κλμματα της χρας, τα κομμνα λγια του παπ. Οι κατρες των σων εχε σκοτσει. Ο διος ο θαλασσινς αρας, που αναγκστηκε να γνει συνοδς στα θανατικ ταξδια και στις δικες αιματοχυσες του. Τον τρβηξε ξω αναπνωντας θαλασσιν αρα. να πτμα. να κρανο με τρχες που ανμιζαν γαρμπα κι να τρπιο καπλο του γαλλικο ναυτικο. Πτμα. Το ταρακοναγε εκδικητικ. Μετ το ακομπησε κντρα στο δντρο κι ρχισε να το γρονθοκοπει.Τρπιο, ξεχαρβαλωμνο. Ντροπιασμνο για αμαρτες παλις. Χωρς καμμι μετνοια, ντροπιασμνο. Το φησε να πσει, ταλαιπωρημνο, σα νυκτερδα καμμνη απ το φως.
     Κθησε κι ο διος, στο χμα. να σννεφο κρυψε το μισγυμνο φεγγρι μχρι τη μση. Βαριανσαινε. βγαλε το καπλο και το 'βαλε στο διπλαν σταυρ. Ακομπησε τους αγκνες του στα γνατα. Κοταξε απτομα δεξι. Προς το φεγγρι. Φαινταν μσα απ τη θηλει. Στρογγυλ, καταλθος στρογγυλ.
     Το καπλο του νεκρο ταρακουνθηκε απ τον αρα. Αρμρα...
     Σηκθηκε απτομα. Κοταξε προς το φεγγρι, στριψε να τσιγρο και κθισε να κοιτει τον νεκρ. Κοταξα τη ταφπλακα: Ελ Φρντο Μξιμο. Τ' νομα κποιου χαμνου πειρατ. Θυμμουν την ιστορα λη. Ενας πειρατς, παλις, που χθηκε κπου στις καραβες. Θεωρθηκε νεκρς, θμα μιας βαιας ανταρσας ενντια στο καπεταναρι του. Μετ απ μιαν κλειψη, κπου στη μση του αλατιο, τνε πταξαν στα πεινασμνα ψρια. Ο τφος του χτστηκε κενς, δειος. Κι λες οι μοιρολτρισσες ταν πληρωμνες. Το χρι του Ελ Φρντο Μξιμο κανε να γδοπο καθς πεφτε σα βαρδι στο δαφος. Γεμτο δακτυλδια.
     Πλησασε το πτμα. Το κλτσησε με φρα, τσο δυνατ που ξεκλλησε το κεφλι. Κλησε κτω, φτασε μχρι τη σιδερπορτα και σφηνθηκε ανμεσα στα κγκελα. Το φεγγρι χαμλωσε, βαρ. Μετ σκοτενιασε απτομα, δε ξρω τι γινε. Γρισε προς το μρος μου και κοταζε τα δντρα. Κτι ψαχνε. Μετ ξαναγρισε προς τον τφο, πταξε το τσιγρο του στο πτμα του παλιο πειρατ κι ρχισε να ταρακουνει την ταφπλακα πρα δθε. Σα δντρο που το ξεριζνεις. Ργισε. Εκενος συνχισε. Τελικ την τρβηξε ξω κι πεσε απ πνω της.
     'Αρχισε να την καθαρζει με ταχτητα, να βγζει τα χματα και τις ρζες, απ το μρος που βρισκταν κτω απ τη γη. Κτι λαμψε. λαμπε πολ. Το 'βλεπες σα δετερο φεγγρι, κτω απ το χμα, σα φτηνς αντικατοπτρισμς, με χωμτινες απολξεις. Το φλησε.
     ρθε πλι προς το μρος μου. ψαχνε πλι. σκυψε, σκωσε μια πτρα απ χμω και ξαναπγε στον διαλυμνο τφο. Πταξε την πτρα πνω σ' αυτ που γυλιζε. Ταρακουνθηκα. Το φεγγρι χαμλωσε. Σκωσε την πτρα και την ξαναπταξε πνω στο πργμα που λαμπε. Ξαν και ξαν. Και το φεγγρι χαμλωνε μες στους ατμος. Και νμιζα πως κουγα τα τμπανα των ιθαγενν των καραβων.
     Τουπα-ταπα-τουπα-ταπα-τουπα-ταπα-τουπα-ταπα-τουπα-ταπα...
     Χαμλωνε ρυθμικ, σα να το εχανε δεμνο με τροχαλες απ την κρη της γης και να το τρβαγαν. Λες κι ταν θεατρικ σκηνικ κι εμασταν στο διλειμα. 'Ακουγα και το σκουριασμνο τροχαλσκοινο καθς σερνταν και τριβταν πνω στη τροχαλα. Σκωσε ξαν την πτρα, την σκωσε σο ψηλτερα μποροσε και την πταξε κνωντας να σλτο στην ταφπλακα. Και ττε συνβη:
     Το φεγγρι θφτηκε. Κπου πεσε και χθηκε μσα στα χματα. Και τα χματα κλεισαν απ πνω. Και χτσανε μια πλη απ πνω. Και περπατε κσμος πνω στο φεγγρι. Ναι, περπατε! Και χωρς να το ξρει. 'Αμα σκψεις τη γη σαμε σαρντα γιρδες, θα το δεις. Γκρι σκοτειν, μουντιασμνο, σα πεθαμνο. Με τρχες να κρμονται. Και δακτυλδια. 'Ασχημο. Χωρς μοιρολτρες να το κλανε.
___________________

                     Ο Πανδοχας Κι Η Μαριοντα

     Το ζευγρι απομακρνθηκε βιαστικ απ το συντριβνι. Εχε αρχσει να βρχει. Ο ουρανς εχε το μωβ φθινοπωριν χρμα της βραδις, τα κτρια γρω κοκκνιζαν απ ντροπ. Πιασμνοι χρι-χρι, ακολοθησαν τον χο του τακουνιο της γυνακας πνω στα καλντερμια της Ρμης. Κπου βαθι, στα σπλχνα της φθινοπωριτικης Ιταλας, να ζευγρι μνο στο δρμο. Κι η βροχ να ραντζει ανελητα και να μουσκυει το γκρι του χματος.
     Φτσανε στο πανδοχεο και μπκαν σο πιο γργορα μποροσαν μσα. 'Αφησαν τις ομπρλες τους στην εσοδο. Η γυνακα ανατρχιασε και κονησε περεργα το κεφλι της για να διξει το ργος απ πνω της.
     Ο πανδοχας καθταν ακνητος πσω απ το γραφεο της ρεσεψιν και κοταζε ατραχα ευθεα μπροστ. μοιαζε γυλινος. Τα μτια του ακνητα, σα στιλβωμνα και βαμμνα απ πνω με κποια χρματα ξεφτισμνα, πως τα παλι τσγκινα παιχνδια. να καπλο κλυπτε το πνω μρος του κεφαλιο του, σαν να κρυβε κποια τερστια πληγ. Το κεφλι του ταν χωμνο μσα στο καπλο. Τα φρδια του ταν παχι, μισ ξω απ το καπλο και μισ καλυμμνα απ αυτ. Ηταν αξριστος και χλωμς και κοταζε ευθεα μπροστ, να λεκ στην πρσινη ταπετσαρα του απναντι τοχου, να λεκ απ την υγρασα της βροχς.
     Το ζευγρι πλησασε τη ρεσεψιν. Ολα τα κλειδι ταν στη θση τους. μοιαζαν να κουνιονται λγο, να τρμουν, σα να θελαν να φγουν απ τα μικρ κουτκια που τα εχαν κλεισμνα. Ο ντρας βγαλε στυλ και συμπλρωσε τα στοιχεα του στο τετρδιο που υπρχε πνω στον ξλινο πγκο. Μι διανυκτρευση. Τομασνο Ουμπρτο και Λντια Αστραπντε. Κι υπγραψε.
     Ο πανδοχας σκωσε το δεξ του χρι. Κολλημνη σ' αυτ, απ τον αγκνα και πνω ταν μια μαριοντα. Ξεφτισμνη απ παλι ξλο που εχε ρουφξει υγρασα, με λευκ δρμα και μτια που μοιαζαν να χουν ξεβψει και μαλλι κκκινα λαμπερ. Φοροσε κοστομι μοιο με αυτ του αφεντικο του. Ενα πρσινο σακκι με μπαλματα στους αγκνες κι να πορτοκαλ κοτλ παντελνι. Και καρ πρσινο πουκμισο. Η μαριοντα αναδθηκε σιγ σιγ πσω απ τον πγκο. Εκλεισε το τετρδιο κι νοιξε το στμα της.
 -"Σας εχομαι ευχριστη διαδρομ" επε και χαμογλασε δνοντας στον ντρα το κλειδ.
     Εκενος στθηκε για μια στιγμ παραξενεμνος, μα η γυνακα τον ρπαξε απ το χρι κι ανβηκαν μαζ γργορα τις σκλες. Ο πανδοχας μεινε να κοιτ τον λεκ στον απναντι πρσινο τοχο. Πριν σαρντα χρνια, ταν ταν νος ακμα και δολευε στο λιμνι, εκε στις αποβθρες, μεταφροντας κιβτια με προντα για τις μακρινς χρες της ανατολς, εδε το χρι του να κβεται απ να συρματσχοινο. Τυλχτηκε γρω απ τον αγκνα του, του το κοψε απ εκε και κτω, και το πταξε πνω στο σκαρ του πλοου. Το αμα κλησε πνω στην πλρη, πως παλι που πετγαν μπουκλια σαμπνιας για το καλοτξιδο και λουζταν το πλοι το πιοτ. Και το πλοο βφτηκε με το αμα του.
     κτοτε, στο χρι του πνω φιγουρρει αυτ η μαριοντα. Του τη κλλησε εκε ο ιατρς γιατ ταν φτην, πιο φτην απ χρι με γτζο. Σαρκαστικ, τα βρδια να τραγουδ καθς ο πανδοχας κοιμται, "κψτου το χρι για να χωρσει στο μανκι". Να γυαλζουν τα ξεφτισμνα μτια της, κθε φορ που ο πανδοχας προσπαθοσε να ξαναμιλσει. Του φυγε φανεται, μαζ με το χρι κι η λαλι. Κι ο πανδοχας κοιτοσε χλωμς κι αξριστος, με το κεφλι κλεισμνο απ το καπλο, τον λεκ στον πρσινο τοχο.
     Το νερ χτπαγε δυνατ στο τζμι. Το νερ κλαγε πνω στα τζμια και αυλακωνταν, πως το γλυκ πιοτ της σαμπνιας που λοζει τα να πλοα πριν απ το πρτο τους ταξδι. Το ζευγρι καθταν ξαπλωμνο στο κρεβτι να καπνζει. Με μτια σα ξεφτισμνα, γυμνο κι οι δο. Το φως αναμμνο. Η μαριοντα κανε βλτες στα μυαλ τους. "Σας εχομαι ευχριστη διαδρομ. Σας εχομαι..." Η μαριοντα... Το σπρο ξλο της μαριοντας, τα ξεφτισμνα μπλε μτια της και τα κκκινα μαλλι. "...ευχριστη διαδρομ". Το παγωμνο βλμμα του πανδοχα, κπου καρφωμνο απναντι σε κποια κρεμλα του τοχου. Χλωμς, σα κομμτι ξλο, με μτια ξεφτισμνα σα ψετικα. Και τα κλειδι πσω να τρζουν.
     Ο ντρας γρισε απτομα προς τη γυνακα.
 -"Δε ξρω τι μ' χει πισει". Η γυνακα τον κοταξε με μτια τρομαγμνα. "Τρμαξα. Ο τπος εχε κομμνο χρι κι αυτ η μαριοντα μοιζει με αδξια βαλμνο χανζαπλστ. Αηδασα, τρμαξα, δεν μπορ. Κατλαβε με". Η γυνακα ροφηξε το τσιγρο της με αδιφορο φος. Ο ντρας κοταξε προς την πρτα. Γρισε προς τη γυνακα που δε μιλοσε. "Ας δοκιμσουμε ξαν". Αγκαλιστηκαν και φιλθηκαν. Το νερ ρχισε να χτυπ πιο δυνατ στο τζμι, ακουγταν σα ταμπορλο, που ολονα γρηγρευε. Και μπκανε κτω απ τα σκεπσματα. Και το κρεβτι ρχισε να τρζει. Ολο και πιο γργορα. Βαρις ανσες, τα τσιγρα να κανε ρεμα στο τασκι και το τζμι να χτυπιται με τους ανμους και τα νερ της βροχς.
     Τα βματα του ανβαιναν γργορα τις σκλες, η μαριοντα εθυμη. Τραγουδοσε. "Κψτου το χρι για να χωρσει στο μανκι. Κψτου το χρι για να χωρσει..." Ο πανδοχας κοταζε χαμηλ τα πδια του, καθς φηναν πσω να-να τα σκαλι. Η μαριοντα πιστηκε απ το κεφλι της. Η πρτα νοιξε. "...στο μανκι".
     Το ζευγρι σταμτησε. Το κρεβτι συνχισε να τρζει. Τα τσιγρα ακμα καγανε στο τασκι. Η βροχ στο τζμι δυνμωνε. Ο πανδοχας κοταζε απναντι στο τζμι. Το ζευγρι κοιτοσε πανικβλητο και λαχανιασμνο τον πανδοχα. Ο πανδοχας κοταζε απναντι στο τζμι. Η μαριοντα κοιταζε το ζευγρι. Το ζευγρι κρυβταν, ο ντρας τρεμε. Ο πανδοχας βγαλε να μαχαρι απ την τσπη του. Η βροχ σταμτησε, το κρεβτι σταμτησε να τρζει. Η μαριοντα ρχισε να τραγουδει. "Κψτου το χρι για να χωρσει στο μανκι. Σφξτον με το κουτλι σου. Σφξτον". Ο πανδοχας ψωσε το μαχαρι, με το μτι γαλβανωμνο πνω στο τζμι. Η μαριοντα συνχισε να τραγουδ. Το μαχαρι κατβηκε με δναμη.
     κοψε το κεφλι της μαριοντας. Μετ το δεξ της χρι. Κι αυτ συνχισε να τραγουδ. Η μαριοντα γοντισε. Ο πανδοχας μτωνε, μτωνε απ τις πληγς της μαριοντας πνω του. Μια γραμμ αματος σχηματστηκε στο λαιμ του. Το πτμα του πεσε πνω στη διαμελισμνη μαριοντα.
     Η βροχ στο τζμι ξανρχισε...

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers