Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Φανταστικό 

Lowndes Mrs Belloc: Η Ξεκλείδωτη Πόρτα

 

    
 Μαρί Μπελόκ Λόουντς
                                                     Βιογραφικό

     Kόρη του Louis Belloc, ενός γάλλου δικηγόρου και της Elizabeth Rayner Parkes, (κόρη του ριζοσπάστη του Μπέρμιγχαμ, Joseph Parkes κι εγγονή του Joseph Priestley). Γεννήθηκε στη Γαλλία το 1868. Μετακομίσανε στην Αγγλία το 1872, λόγω θανάτου του πατέρα. Όπως κι ο αδελφός της, Hillaire Belloc (7/1870-7/1953), έτσι κι αυτή, ήτανε ταλαντούχα συγγραφέας, αδιάφορη με τα πολιτικά και δημοσίεψε τη πρώτη ιστορία μόλις 16 ετών. Για να καταφέρει να δημοσιέψει, έπιασε δουλειά σαν δημοσιογράφος στη "PALL-MALL AVENUE" το 1884. Ακολούθησαν κι άλλα μυθιστορήματα που γίνανε καλώς αποδεκτά από κοινό και κριτικούς.
     Το 1896 παντρεύτηκε τον Frederic Lowndes, συντάκτη των "TIMES". Το 1908 ο διάσημος θεατρικός συγγραφέας, Cicely Hamilton, ίδρυσε την WWSL (Ένωση Συγγραφέων Γυναικών Για Tη Χειραφέτηση Της Γυναίκας). Το WWSL δήλωσε πως αντικείμενό του ήταν "να πετύχει τη καθιέρωση δικαιώματος ψήφου για τις γυναίκες κι αντιμετώπισή τους με ίσους όρους σε σχέση με τους άντρες". Η Belloc ήταν από τις πρωτεργάτριες. Τον Γενάρη του 1913, δημοσίεψε την ιδιαίτερα επιτυχή νουβέλα, "Ο Νοικάρης" (The Lodger), στο περιοδικό "McLURE'S".
     Η αντίδραση στο φεμινιστικό κίνημα και μάλιστα με τρελή μανία, εμφανίστηκε στο ανατολικό Λονδίνο, στα τέλη του 1888. Πολλές νέες γυναίκες σφάχτηκαν άγρια από ένα καθ' έξη δολοφόνο, που άφηνε στον τόπο του εγκλήματος ή έστελνε στις εφημερίδες, σημειώματα με παρατσούκλι "Τζακ Ο Αντεροβγάλτης" (Jack The Reaper) και κατάφερε να προκαλέσει πανικό στο κοινό χωρίς ποτέ να συλληφθεί. Η περίπτωση την ενέπνευσε να γράψει τη νουβέλα, βασισμένη στο κλίμα του φόβου αυτού. Τα πρώτα της βιβλία, τα υπέγραφε ως άντρας με τ' όνομα Philip Curtin Hedges. Τώρα σα παντρεμένη, υπέγραψε τον "Νοικάρη" ως Marie Belloc-Lowndes.
     Χρησιμοποιήθηκε από τη WWSL, αν κι η φεμινιστική προπαγάνδα του είναι λεπτότατη: "...η ιδιοκτήτρια δεν άργησε ν' ανακαλύψει πως ο νοικάρης της είχε έν' αλλόκοτο είδος φόβου κι απέχθεια κατά των γυναικών.  ...άκουγε συχνά τον κ. Sleuth να διαβάζει μεγαλοφώνως αποσπάσματα από τη Βίβλο, που ήταν πολύ προσβλητικά στο φύλο της..." Τελικά το άτομο που συμπαθούσε αυτά τ' αποσπάσματα, αποδεικνύεται κακοήθης δολοφόνος γυναικών. Το βιβλίο έγινε ανάρπαστο καθώς πούλησε πιότερα από 1.000.000 αντίτυπα (μετέπειτα έγινε και ταινία σε τρεις τουλάχιστον εκδοχές, μια από τις οποίες ήταν από κάποιον, -νεαρό τότε-, 'Αλφρεντ Χίτσκοκ κι ήταν η πρώτη του χιτσκοκική ταινία) και θεωρείται σαν η καλύτερη δουλειά της Mrs Belloc-Lowndes (έτσι υπέγραφε από κάποιο σημείο κι ύστερα).
     Έγραψε κι ά
λλα σπουδαία μυθιστορήματα κυρίως εγκλήματος ή φανταστικού είδους. Στις 23 Μάρτη 1925 πεθαίνει η μητέρα της, στο Σλίντον του Σάσεξ. Το 1934 εκλέγεται μέλος στη Λέσχη Καθολικών Συγγραφέων Εν Ζωή. Ήτανε πολύ περήφανη απ' αυτό το γεγονός καθώς επίσης κι από τ' ό,τι ήτανε μαζί με τον αδερφό της, οι μόνοι εναπομείναντες στη ζωή, συγγενείς του Τζόζεφ Πρίστλεϋ.
     Έγραφε με πένα από καλάμι και λέγανε πως έμοιαζε με τη βασίλισσα Βικτορία.
     Πέθανε στις 14 Νοέμβρη 1947, σ' ηλικία 79 ετών.

__________________________________________________________________

 -"'Αφησε αυτή τη πόρτα ξεκλείδωτη νεαρέ μου και να θυμάσαι μια για πάντα, πως δε πρέπει ποτέ να μανταλωθεί. Όχι πως υπάρχει κανένας φόβος για δαύτο, μιας κι ο Κύριος έχει πάντα το κλειδί πάνω του".
     Η κυρία Τόρκιλ άκουσε τα πνιχτά λόγια. Ο Κόουτ, ό έβδομος μπάτλερ τους, έδινεν οδηγίες στον καινούριο υπηρέτη μ' αργές επιβλητικές λέξεις, όπως το συνηθίζουν οι μπάτλερ όταν απευθύνονται στους ταπεινούς υφισταμένους τους. Αλλά τούτος δω ήταν από τη νέα φουρνιά κι έτσι αντιμίλησε:
 -"Πολυ περίεργη ιδέα... Σίγουρα... Πολύ περίεργη"!
 -"Μπορεί να σου φαίνεται περίεργη μιας κι είσαι ξένος, Χένρι, αλλά για μένα είναι πολύ λυπηρή μόνο".
 -"Λυπηρή; Γιατί αυτό κύριε Κόουτ";
     Από το σημείο που η Ανν Τόρκιλ είχε κοντοσταθεί στη πόρτα της κρεβατοκάμαράς της, άκουγε τη τρεμουλιαστή τώρα, γνωστή από παλιά, γέρικη φωνή ν' απαντά:
 -"Να πως γίνανε τα πράματα. Ο κύριος Τζων -κι ήταν ένας σπάνιος, θαυμάσιος νεαρός- δεν αναφέρθηκε σαν φονευθείς, από τον συνταγματάρχη του, όταν δε γύρισε από κάτι που τότε το λέγαν επιδρομή στις εχθρικές γραμμές. Αναφέρθηκεν απλά σαν αγνοούμενος. Το θεώρησα ως απάνθρωπο και το θεωρώ και τώρα, γιατί ήταν επόμενο να ενθαρρύνει ψεύτικες ελπίδες".
 -"Θα πρέπει να σκοτώθηκε κύριε Κόουτ". Η φωνή του νεαρού είχε γίνει σοβαρή.
 -"Η κυρία Τόρκιλ ήξερε πολύ καλά τι σήμαινε αγνοούμενος, αλλά ο Κύριος δε μπορούσε να κάνει τον εαυτό του να πιστέψει πως ο γιος του -ο μοναδικός του κληρονόμος, έχε΄υπόψη σου- είχε πεθάνει, ας το πούμε, για πάντα. Θυμάμαι καλά πως λίγες μέρες μετά την ανακωχή με βρήκε μια νύχτα ο κύριος Τόρκιλ ακριβώς τη στιγμή που κλείδωνα και μου 'πε: 'Αφησε τη πόρτα όπως είναι στο μικρό χωλ, Κόουτ. Ο κύριος Τζων από κει ερχότανε πάντα στο σπίτι, γιατί κόβει δρόμο από την πύλη. Πολλοί στρατιώτες που 'χανε θεωρηθεί αγνοούμενοι, επιστρέφουνε τώρα από τη Γερμανία κι έτσι μπορεί ο γιος μου να μπει μέσα οιαδήποτε μέρα. Αυτό είπε ο φτωχός Κύριος κι εκείνη η πόρτα Χένρι, δεν έχει κλειδωθεί ποτέ από τότε".
     Τα βήματα των αντρών σβήσανε σιγά-σιγά και κάτι ζωντάνεψε στη δυστυχισμένη, μαραμένη καρδιά της Ανν Τόρκιλ. Πόσο παράξενο ήτανε που δεν ήξερε μέχρι σήμερα, αυτή την εντολή του άντρα της! Ήταν αλήθεια πως σ' όλα του τα χρόνια, από παιδάκι, το αγόρι της συνήθιζε να ορμά μες από την εξωτερική πόρτα του δωματίου που λέγανε 'μικρό χολ', με τη κραυγή: -"Μητέρα! Που είσαι; Πάνω;" Κι ωστόσο, αν και την αγαπούσε πολύ, αν κι ήτανε πολύ στενά δεμένοι οι δυο τους, εκείνη πάντα το 'ξερε πως ο Τζων αγαπούσε πιότερο τον λιγομίλητο πατέρα του. Είχε τόσο συγκινηθεί τώρα, ώστε κάτι από το φοβερό πόνο που 'χε περάσει πριν έξι χρόνια, επέστρεψε πάλι κι άρχισε να βηματίζει νευρικά πάνω-κάτω στην όμορφη κρεβατοκάμαρα που ζηλεύανε πολλές από τις φίλες της. Πόσον αξιολύπητο ήτανε που γι' αυτήν ήταν ένα δωμάτιο μ' αβάσταχτες αναμνήσεις!
     Στο φαρδύ κρεβάτι ιακωβιανού στυλ, που τώρα περνούσε τις συχνά ξάγρυπνες νύχτες της, είχε γεννηθεί ο γιος που ο ερχομός του είχε φανεί αναπόφευκτος. Σίγουρη πως και στο σημείον αυτό θα 'χε φανεί τυχερή, όπως και σ' όλα τ' άλλα, είχε γελάσει στη σκέψη πως το μωρό της θα μπορούσε να 'ναι κορίτσι. Πόσες φορές τα τελευταία έξι χρόνια δεν είχεν ευχηθεί να 'χε πεθάνει κείνη την υπέροχη μέρα που γεννήθηκεν ο γιος της! Ο καλός της φίλος τότε, Δρ Μέιναρντ, ο γερο-γιατρός του χωριού, το 'νιωθε υποχρέωσή του στα τέλεια χρόνα που 'χαν ακολουθήσει τη γέννηση του Τζων, να ρίχνει υπονοούμενα που το παιδί δεν είχε άλλον αδελφό ή αδελφή για να μοιράζονται το έξοχο παιδικό δωμάτιο. Αλλά η Ανν Τόρκιλ είχε κλείσει θεληματικά τ' αφτιά της σε τέτοιες συμβουλές. Πάντα, σ' όλη τη διάρκεια της ευτυχισμένης κακομαθημένης νεανικής της ζωής, έκανε κείνο που 'θελε και ποτέ δεν είχε κάνει τίποτε που δε το 'θελε, στα σίγουρα. Είχε χαρίσει στον Τζακ της έναν υπέροχο γιο, -αυτόν που ο καλός γερο-Κόουτ έλεγε κληρονόμο- κι αυτό σίγουρα ήταν υπεραρκετό.
     Τώρα ξαφνικά, σταμάτησε να βηματίζει μπροστά σ' ένα σκαλιστό ξύλινο καθρέφτη. Είχε σταθεί εδώ ακριβώς στη διάρκεια των τελευταίων ευτυχισμένων στιγμών της ζωής της. Ήτανε το φθινόπωρο του 1918. Ο άντρας της ήτανε στο σπίτι γι' ανάρρωση από ένα σοβαρό τραύμα, κυκλοφορούσανε φήμες για Ειρήνη και γεμάτοι εμπιστοσύνη περιμένανε το αγόρι τους σπίτι, από τη πρώτη του άδεια. Στις τρεις ακριβώς, ένα θαυμάσιο πρωινό του Οκτώβρη, ακούστηκε κάτι που 'τανε τότε πολύ γνωστό χτύπημα στη πόρτα. Ακόμα κι όταν ήτανε δεκαεφτάχρονη νυφούλα κι οι δυο τους μοιάζανε πιο πολύ σα δυο ευτυχισμένα παιδιά, παρά σα παντρεμένο ζευγάρι, ο Τζακ πάντα χτυπούσε πριν μπει στο δωμάτιο της γυναίκας του Ανν. Είχε φωνάξει χαρούμενα, τότε:
 -"Πέρασε"!" Κι είχε μπει μ' έν' ανοιχτό τηλεγράφημα στο χέρι του. Ήτανε σα να τον άκουγε τώρα, μετά έξι χρόνια, με τη βραχνή του φωνή να προφέρει τ' όνομά της -και μετά, όταν σήκωσε το χέρι της σε μιαν ενστικτώδικη απότομη κίνηση για να προστατευτεί από το χτύπημα, τα λόγια του συνέχισαν:
 -"Δόξα τω Θεώ που δε σκοτώθηκε, αγαπημένη μου! Είναι μόνον αγνοούμενος"!
     Μόνον αγνοούμενος; Κι ο πατέρας του Τζων, όχι μόνον είχε συνεχίσει να ελπίζει, κόντρα σε κάθ' ελπίδα, αλλά ήτανε και βαθιά πεισμένος πως από τα βάθη κάποιας γερμανικής φυλακής ή έστω κι από κανένα γερμανικό ψυχιατρείο, το αγόρι του θα γύριζε πίσω. Εκείνη, από την αρχή, μ' αδάκρυτην απόγνωση, δεν είχε νιώσει καμιάν ελπίδα κι η πεισματική -αυτή που πάνω από μια φορά είχε μέσα της χαρακτηρίσει σαν ηλίθια- αισιοδοξία του άντρα της, την είχε πονέσει, απελπίσει και κάποτε κάνει έξω φρενών.
     Κοίταζε τώρα σα να 'ταν υπνωτισμένη, το είδωλό της στο σκοτεινό κρύσταλο του καθρέφτη. Αν και θα γινότανε σαρανταπέντε στα επόμενα γενέθλιά της, ήταν αλήθεια, όπως τόσο συχνά της λέγανε βαρετοί άνθρωποι, πως φαινόταν ακόμα, σα κοριτσάκι. Ο χρόνος ελάχιστα είχεν αγγίξει τ' όμορφο πρόσωπο και το λεπτό καμπυλόγραμμο σώμα της με τα σκληρά του δάχτυλα. Ο Τζακ Τόρκιλ όμως, που δεν ήταν ακόμα πενήντα χρονών, θα μπορούσε να 'ναι κατά δέκα χρόνια πιο μεγάλος από την ηλικία του. Για πρώτη φορά στη ζωή της απόψε, η Ανν αναρωτήθηκε με κάποιαν ανησυχία αν κι ο άντρας της ήτανε τόσο δυστυχισμένος όσο κι αυτή.
     Το βράδι αυτό τον είχε δει που καθότανε σκυμμένος στη πολυθρόνα μ' ένα βιβλίο στο χέρι από την άλλη πλευρά της φωτιάς. Είχε πάρει ξαφνικά ένα μολύβι -ήτανε κάτι που το συνήθιζε ο Τζακ και που πάντα την εκνεύριζε- και σημείωσε μια παράγραφο στο βιβλίο που διάβαζε. Σηκώνοντας τα μάτια της είχε ρίξει ένα παράξενο, ντροπιασμένο, παρακλητικό βλέμμα κι όταν σηκώθηκε και βγήκε από τη βιβλιοθήκη, γιατί ήταν η σειρά του για τη συνηθισμένη τελετή της βόλτας των τριών σκυλιών, εκείνη διέσχισε το δωμάτιο για να δει τι είχε σημειώσει. Τότε ένιωσε ταυτόχρονα ενοχλημένη, αναστατωμένη κι ίσως λίγο συγκινημένη, γιατί αυτό που 'χε υπογραμμίσει ο άντρας της, ήτανε δυο γραμμές: η πρώτη γελοία και γνωστή, η δεύτερη μέχρι κείνη τη στιγμή άγνωστη σε κείνη:

                  "...φταίει η μικρή χαραματιά μες στο λαγούτο
                      που λίγο-λίγο θα χαθεί η μουσική
..."

     Τώρα καθώς ξεντυνόταν αργά, θυμήθηκε τις δυο γραμμές που 'χε σημειώσει ο Τζακ. Αυτό που κείνος χωρίς αμφιβολία θεωρούσε ακόμα σα "μικρή χαραματιά" μεταξύ τους, στη πραγματικότητα είχει γίνει χάσμα που όλο μεγάλωνε. Κι ωστόσο μια φορά, μόνο μια φορά, στη πολύχρονη τώρα κοινή τους ζωή, του είχε πει σκληρά λόγια. Ήτανε πριν χρόνια, μια εποχή που 'ταν ακόμα γεμάτος ελπίδες κι εκείνη -αλίμονο- απογυμνωμένη απ' αυτές εντελώς, για τον πιθανό γυρισμό του γιού τους Ο εραστής είχε ξυπνήσει μέσα του κι όταν τα χείλη του αναζητήσανε τα δικά της, του 'χε πει σκληρά:
 -"Ποτέ, Τζακ, Ποτέ Πάλι". Τόσο κυριολεκτικά είχε δεχτεί την απόφασή της, που μήτε μια φορά έκτοτε, δεν είχε χτυπήσει τη πόρτα δωματίου της, που τόσον ευτυχισμένα είχανε μοιραστεί επί εικοσιένα χρόνια.
     Σήμερα, παραμονή της Μέρας της Ανακωχής, η μέρα ήταν ανυπόφορη κι η Ανν είπε στον εαυτό της πως την άλλη χρονιά θα καλούσαν ανθρώπους εδώ για το πρώτο δεκαπενθήμερο του Νοέμβρη. Ήτανε πλούσιοι, φιλόξενοι και -με τον εντελώς διαφορετικό τρόπο τους-, δημοφιλείς κι οι δυο. Αλλά η πραγματική αιτία που δε μένανε ποτέ μόνοι, εκτός από τις γιορτές των Χριστουγέννων και μια περίοδο του Νοέμβρη κάθε χρόνο, ήτανε πως η διπλή μοναξιά γίνεται ανυπόφορη όταν τη μοιράζονται ένας άντρας και μια γυναίκα που κάποτε ήτανε θερμοί, εκστατικά ευτυχισμένοι εραστές. Καθώς η Ανν ξάπλωσε στο μεγάλο κρεβάτι της, το ρολόι του τοίχου άρχισε να σημαίνει δώδεκα, αρχίζοντας μιαν ακόμα Μέρα της Ανακωχής και καθώς έγειρε πίσω, τσουχτερά, δύσκολα δάκρια πλημμυρίσανε τ' ακόμα φωτεινά μάτια της. Η σκέψη του αγοριού της ήτανε πολύ κοντά της απόψε στ' αλήθεια, έτσι που τη κυρίεψε ακατανίκητη επιθυμία να κοιτάξει τη φωτογραφία με το πρόσωπό του. Γλιστρώντας έξω από το κρεβάτι, πλησίασε το βαμμένο ντουλάπι, που φύλαγε ορισμένα ιερά, μυστικά αντικείμενα. Ανάμεσά τους ήτανε και τα ερωτικά γράμματα του άντρα της, που το καθένα τους άρχιζε: "Αγαπημένη μου μικρούλα..." κι ήτανε γραμμένα στη διάρκεια του σύντομου αρραβώνα τους. Υπήρχαν ακόμα όλες οι φωτογραφίες του γιου της, από τότε που 'τανε μωρό. Είχε κι ένα σκίτσο που 'χε γίνει από τον Σάρτζεντ, όταν είχε βρεθεί στο Σάντχερστ. Αυτό κρεμότανε τώρα στη κρεβατοκάμαρα του πατέρα του. Δεν υπήρχε κανένα πορτραίτο του σ' οποιονδήποτε άλλο σημείο του σπιτιού, που δε τονε γνώριζε πια. Μερικοί από τους μεταγενέστερους φίλους τους δε ξέρανε πως είχανε ποτέ παιδί.
     Ξεκλειδώνοντας το συρτάρι που υπήρχαν όλες οι φωτογραφίες του Τζων έβγαλε τη τελευταία, που την είχε τραβήξει μόλις έγινεν αξιωματικός και φορούσε τη πρώτη του στολή. Καθώς κοιτούσε το σχεδόν παιδικό πρόσωπο, έμοιαζε σα να της χαμογελά περήφανα, χαρούμενα, μ' εμπιστοσύνη. Βάζοντάς τη πίσω στο συρτάρι θυμήθηκε μιαν αδέξια προσπάθεια, με κάθε καλή διάθεση παρηγοριάς από μέρους του εφημέριου. Την είχε συναντήσει σ' έναν από τους μεγάλους μοναχικούς περιπάτους που 'κανε κείνο τον πρώτο χρόνο της λύπης στα διαλείμματα από τη κουραστική ακόμα πολεμική υπηρεσία της, γιατί μετά τη Μέρα της Ανακωχής, είχεν υπηρετήσει εθελοντικά, για πολύ χρόνο, σ' αναρρωτικό νοσοκομείο για στρατιώτες.
 -"Εκείνος που πέθανε, ωστόσο ζει ακόμα", της είχε πει ο εφημέριος με χαμηλή φωνή. Τινάζοντας το κεφάλι της πίσω, είχε φωνάξει:
 -"Ξέρεις πως ο άντρας μου είναι απόλυτα σίγουρος πως ο Τζων δεν έχει σκοτωθεί; Νομίζει πως μπορεί να γυρίσει μια μέρα". Με ξαφνιασμένο βλέμμα και μη κάνοντας καμμιάν απόπειρα ν' απαντήσει, ο επίδοξος παρηγορητής είχεν ακολουθήσει τον δρόμο του.
     Σήμερα στο ίδιο σχεδόν σημείο, πράμα παράξενο, είχε μια παρόμοια συνάντηση με τον γέρο Δρ. Μέιναρντ, που μάλλον την είχε θυμώσει παρά πονέσει. Είχε πάρει σύνταξη το 1919 και ποτέ δε τον έβλεπε μόνο του τώρα. Αλλά τη φορά τούτη, ο μοναχογιός του, -ένας γιος που τον είχε λυπηθεί ο πόλεμος- τον είχε αφήσει με το αυτοκίνητό τους, έτσι για να κάνει μια μικρή βόλτα. Ο ηλικιωμένος άντρας είχε πάρει το χέρι της στο δικό του κι είπε:
 -"Θα 'θελα να σας βλέπω ευτυχισμένη, αγαπητή μου κυρία Τόρκιλ" και καθώς είχε κουνήσει το κεφάλι της -δε μπορούσε να προσποιηθεί μαζί του- εκείνος συνέχισε με κάποιο τόνο αληθινού θαυμασμού στην αδύναμη φωνή του: "Είστε πολύ όμορφη! Δε σας ενοχλεί που το λέω; Μα πόσο νέα διατηρείστε! Αυτό το απόγευμα μάλιστα θα μπορούσατε να 'στε εικοσιπέντε αντί για ...-"
 -"Σχεδόν σαρανταπέντε; Ναι και για κακή μου τύχη, νιώθω ακόμα νέα. Θα 'δινα πολλά για να νιώθω γριά Δρ. Μέιναρντ".
     Κι έπειτα εκείνος είπε κάποια λέξη για τον άντρα της, που την έκανε να γίνει κατακόκκινη. Ο γιατρός δεν έλεγε πολλά λόγια, αλλά η κάθε κουβέντα του ήτανε διαλεγμένη.
 -"Δε μπορείτε να πείσετε τον εαυτό σας, να 'στε καλή μαζί του;" είχε πει κοιτάζοντας κατάματα τ' όμορφο πρόσωπό της. Του απάντησεν αμέσως και πολύ ψυχρά:
 -"Όχι με τον τρόπο που το εννοείτε". Εκείνος, κουνώντας το κάτασπρο κεφάλι του, είχε πάρει πάλι το χέρι της στο δικό του.
 -"Θα πρέπει να συγχωρήσετε ένα παλιό φίλο, ε"; Κούνησε γοργά το κεφάλι της καταφατικά. Αλλά είχε νιώσει τότε, κι ένιωθε και τώρα, πως δε θα μπορούσε να συγχωρήσει εκείνη τη -ναι! γεμάτη θράσος- ερώτηση.
     Ο δωδέκατος χτύπος του ρολογιού, σκόρπισε στον ακίνητο αγέρα κι αμέσως μετά, άκουσε τον διακόπτη του ηλεκτρικού να σβήνει στο χολ κάτω και στη συνέχεια τα βήματα του άντρα της που ανεβαίνανε τις σκάλες. Τη πλημμύρισε παράξενη κι απρόσμενη διάθεση. Ήθελεν απλώς να βγει έξω να του πει μια καληνύχτα. Αλλά έπνιξεν αυτή τη διάθεση. Παρ' όλ' αυτά, προχώρησε ως τη πόρτα και σβήνοντας το φως, την άνοιξε λίγον, αθόρυβα.
     Ο ΤΖακ Τόρκιλ ανέβαινε τις εύκολες σκάλες με τα βήματα ενός γέρου αν κι όπως ήξεραν κι αυτή κι ο Δρ Μέιναρντ, είχεν ακόμα νεανική καρδιά, άσχετα πόσο βαθιά, λύπη και χαμένες ελπίδες, είχανε σημαδέψει το πρόσωπό του. Και νιώθοντας ακόμα συγκινημένη από κείνα που 'χεν ακούσει ασυναίσθητα από τον γέρο-υπηρέτη, περίμενε ν' ακούσει τ' αργά του βήματα να μπαίνουνε στο δωμάτιο που δε λεγόταν πια "Το Γραφείο Του Κύριου Τόρκιλ". Και τότε, ένιωσε σαν η καρδιά της να σταμάτησε, γιατί το πόμολο της ξεκλείδωτης πόρτας του χολ κάτω, γύρισε στο σκοτάδι κι ένα ρεύμα παγωμένου αέρα όρμησε προς τα πάνω κι αμέσως μετά, άκουσε τη ξαφνιασμένη κραυγή του άντρα της:
 -"Ποιός είναι;".
     Ακολούθησε μια στιγμή σιγής και μετά, σα να 'ρχονταν από μακριά, από απίστευτα μακριά, αντηχήσανε τρεις λέξεις, από μια φωνή που ποτέ δε πίστευε πως θ' άκουγε πάλι, ακόμα και σε κάποιαν άλλη ζωή, γιατί η Ανν Τόρκιλ είχε φτάσει να μη πιστεύει την υπόσχεση που επανέλαβεν ο εφημέριος, θέλοντας να τη παρηγορήσει. Κι οι λέξεις ειπώθηκαν με τη φωνή του του γιου της, διαπεράσανε το πιο βαθύ σημείο της ψυχής της, γιατί, "Φτωχέ μου πατέρα!", ήταν το μόνο που 'χε γυρίσει να πει ο αγαπημένος της γιος. Αμέσως μετά, άκουσε την ενθουσιώδη, χαρούμενη φωνή του Τζακ:
 -"Αγαπημένο μου, αγαπημένο μου αγόρι!" και το θόρυβο των ποδιών του καθώς βροντούσανε κατεβαίνοντας τις σκάλες. Καθώς κι εκείνη ορμούσε έξω στον κυκλικό διάδρομο, άκουσε πάλι το πόμολο να γυρίζει στο σκοτάδι. Τα φώτα κάτω ανάψανε και κοιτάζοντας από τα κάγκελα χαμηλά, είδε τον άντρα της να στέκεται στο άδειο χολ, κοιτάζοντας μ' έκπληκτα μάτια τη κλειστή πόρτα. Τελικά, γύρισε και κοιτάζοντας ψηλά, είδε το χλομό της πρόσωπο και τα ορθάνοιχτα μάτια της να κοιτάζουνε κάτω.
 -"Το άκουσες κι εσύ, Ανν"; Εκεί με κάτι που 'χε γίνει τρόπος ξεχνασμένης τρυφερότητας, πήρε το χέρι του στα δικά της:
 -"Ασφαλώς τον άκουσα κι εγώ! Η πόρτα άνοιξε και μπήκε μαζί με τον άνεμο, αφού είπε αυτό που 'χε στο αγαπημένο του κεφάλι, γύρισε πίσω -αλλά που Τζακ, που";
     Αργότερα κείνη τη νύχτα, καθώς η Ανν ήτανε ξαπλωμένη στην αγκαλιά του, ο Τζακ, ο πατέρας του Τζων, μουρμούρισε:
 -"Γύρισε για σένα, αγαπημένη μου, για να σε παρηγορήσει. Αυτό ήτανε πολύ σωστό".
 -"Για μένα, Τζακ; Ω όχι"!
 -"Μα ναι, μικρή μου αγαπημένη. Θ' άκουσες σίγουρα τι είπε"! κι εκείνη ένιωσε την έκπληξη στη φωνή του.
 -Τι είπε ... σε σένα;" ψιθύρισε.
 -"Μόνον αυτό που άκουσες, μόνο τις τρεις λέξεις, Ανν. Είπε: 'Αγαπημένη μου μητέρα' ". Περίμενε για μια στιγμή και μετά είπε ταπεινά, γιατί ήταν ένας πολύ απλός άντρας: "Ήτανε για να σε πληροφορήσει, αγαπημένη μου κι ίσως και για να το μάθω κι εγώ πως όλα πάνε καλά με το παιδί μας".
____________________________________________________________

Marie-Adelaide Belloc-Lowndes (Mrs Belloc Lowndes)
"The Unbolted Door" (11/11/1918)
Mετάφραση: Γιώργος Μπαλάνος

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers