-


Dali &









/




 
 

 

Lowndes Mrs Belloc:

      
Μαρ Μπελκ Λουντς
                                                            Βιογραφικ

     Kρη του Louis Belloc, ενς γλλου δικηγρου και της Elizabeth Rayner Parkes, (κρη του ριζοσπστη του Μπρμιγχαμ, Joseph Parkes κι εγγον του Joseph Priestley). Γεννθηκε στο Marylebone του Λονδνου στην Αγγλα 5 Αυγοστου 1868. Μετακομσανε στη Γαλλα μως το 1872, λγω θαντου του πατρα και μεγλωσε κε, και πιο συγκεκριμνα στο La Celle-Saint-Cloud. πως κι ο αδελφς της, Hillaire Belloc (7/1870-7/1953), τσι κι αυτ, τανε ταλαντοχα συγγραφας, αδιφορη με τα πολιτικ και δημοσεψε τη πρτη ιστορα μλις 16 ετν. Για να καταφρει να δημοσιψει, πιασε δουλει σα δημοσιογρφος στη "PALL-MALL AVENUE" το 1884. Ακολοθησαν κι λλα μυθιστορματα που γνανε καλς αποδεκτ απ κοιν και κριτικος.
     Το 1896 παντρετηκε τον Frederic Lowndes, συντκτη των "TIMES". Το 1908 ο δισημος θεατρικς συγγραφας, Cicely Hamilton, δρυσε την WWSL (νωση Συγγραφων Γυναικν Για Tη Χειραφτηση Της Γυνακας). Το WWSL δλωσε πως αντικεμεν του ταν "να πετχει τη καθιρωση δικαιματος ψφου για τις γυνακες κι αντιμετπισ τους με σους ρους σε σχση με τους ντρες". Η Belloc ταν απ τις πρωτεργτριες. Τον Γενρη του 1913, δημοσεψε την ιδιατερα επιτυχ νουβλα, "Ο Νοικρης" (The Lodger), στο περιοδικ "McLURE'S".
     Η αντδραση στο φεμινιστικ κνημα και μλιστα με τρελ μανα, εμφανστηκε στο ανατολικ Λονδνο, στα τλη του 1888. Πολλς νες γυνακες σφχτηκαν γρια απ να καθ' ξη δολοφνο, που φηνε στον τπο του εγκλματος στελνε στις εφημερδες, σημειματα με παρατσοκλι "Τζακ Ο Αντεροβγλτης" (Jack The Reaper) και κατφερε να προκαλσει πανικ στο κοιν χωρς ποτ να συλληφθε. Η περπτωση την ενπνευσε να γρψει τη νουβλα, βασισμνη στο κλμα του φβου αυτο. Τα πρτα της βιβλα, τα υπγραφε ως ντρας με τ' νομα Philip Curtin Hedges. Τρα σα παντρεμνη, υπγραψε τον "Νοικρη" ως Marie Belloc-Lowndes.
     Χρησιμοποιθηκε απ τη WWSL, αν κι η φεμινιστικ προπαγνδα του εναι λεπττατη: "...η ιδιοκττρια δεν ργησε ν' ανακαλψει πως ο νοικρης της εχε ν' αλλκοτο εδος φβου κι απχθεια κατ των γυναικν.  ...κουγε συχν τον κ. Sleuth να διαβζει μεγαλοφνως αποσπσματα απ τη Ββλο, που ταν πολ προσβλητικ στο φλο της..." Τελικ το τομο που συμπαθοσε αυτ τ' αποσπσματα, αποδεικνεται κακοθης δολοφνος γυναικν. Το βιβλο γινε ανρπαστο καθς πολησε πιτερα απ 1.000.000 ανττυπα (μετπειτα γινε και ταινα σε τρεις τουλχιστον εκδοχς, μια απ τις οποες ταν απ κποιον, -νεαρ ττε-, 'Αλφρεντ Χτσκοκ κι ταν η πρτη του χιτσκοκικ ταινα) και θεωρεται σαν η καλτερη δουλει της Mrs Belloc-Lowndes (τσι υπγραφε απ κποιο σημεο κι στερα).
     γραψε κι
λλα σπουδαα μυθιστορματα κυρως εγκλματος φανταστικο εδους. Στις 23 Μρτη 1925 πεθανει η μητρα της, στο Σλντον του Σσεξ. Το 1934 εκλγεται μλος στη Λσχη Καθολικν Συγγραφων Εν Ζω. τανε πολ περφανη απ' αυτ το γεγονς καθς επσης κι απ τ' ,τι τανε μαζ με τον αδερφ της, οι μνοι εναπομεναντες στη ζω, συγγενες του Τζζεφ Πρστλε.
     γραφε με πνα απ καλμι και λγανε πως μοιαζε με τη βασλισσα Βικτορα.
     Πθανε στις 14 Νομβρη 1947, σ' ηλικα 79 ετν.

____________________________________

                          Η Ξεκλεδωτη Πρτα

 -"'Αφησε αυτ τη πρτα ξεκλεδωτη νεαρ μου και να θυμσαι μια για πντα, πως δε πρπει ποτ να μανταλωθε. χι πως υπρχει καννας φβος για δατο, μιας κι ο Κριος χει πντα το κλειδ πνω του".
     Η κυρα Τρκιλ κουσε τα πνιχτ λγια. Ο Κουτ, βδομος μπτλερ τους, δινεν οδηγες στον καινοριο υπηρτη μ' αργς επιβλητικς λξεις, πως το συνηθζουν οι μπτλερ ταν απευθνονται στους ταπεινος υφισταμνους τους. Αλλ τοτος δω ταν απ τη να φουρνι κι τσι αντιμλησε:
 -"Πολυ περεργη ιδα... Σγουρα... Πολ περεργη"!
 -"Μπορε να σου φανεται περεργη μιας κι εσαι ξνος, Χνρι, αλλ για μνα εναι πολ λυπηρ μνο".
 -"Λυπηρ; Γιατ αυτ κριε Κουτ";
     Απ το σημεο που η Ανν Τρκιλ εχε κοντοσταθε στη πρτα της κρεβατοκμαρς της, κουγε τη τρεμουλιαστ τρα, γνωστ απ παλι, γρικη φων ν' απαντ:
 -"Να πως γνανε τα πρματα. Ο κριος Τζων -κι ταν νας σπνιος, θαυμσιος νεαρς- δεν αναφρθηκε σαν φονευθες, απ τον συνταγματρχη του, ταν δε γρισε απ κτι που ττε το λγαν επιδρομ στις εχθρικς γραμμς. Αναφρθηκεν απλ σαν αγνοομενος. Το θερησα ως απνθρωπο και το θεωρ και τρα, γιατ ταν επμενο να ενθαρρνει ψετικες ελπδες".
 -"Θα πρπει να σκοτθηκε κριε Κουτ". Η φων του νεαρο εχε γνει σοβαρ.
 -"Η κυρα Τρκιλ ξερε πολ καλ τι σμαινε αγνοομενος, αλλ ο Κριος δε μποροσε να κνει τον εαυτ του να πιστψει πως ο γιος του -ο μοναδικς του κληρονμος, χευπψη σου- εχε πεθνει, ας το πομε, για πντα. Θυμμαι καλ πως λγες μρες μετ την ανακωχ με βρκε μια νχτα ο κριος Τρκιλ ακριβς τη στιγμ που κλεδωνα και μου 'πε: 'Αφησε τη πρτα πως εναι στο μικρ χωλ, Κουτ. Ο κριος Τζων απ κει ερχτανε πντα στο σπτι, γιατ κβει δρμο απ την πλη. Πολλο στρατιτες που 'χανε θεωρηθε αγνοομενοι, επιστρφουνε τρα απ τη Γερμανα κι τσι μπορε ο γιος μου να μπει μσα οιαδποτε μρα. Αυτ επε ο φτωχς Κριος κι εκενη η πρτα Χνρι, δεν χει κλειδωθε ποτ απ ττε".
     Τα βματα των αντρν σβσανε σιγ-σιγ και κτι ζωντνεψε στη δυστυχισμνη, μαραμνη καρδι της Ανν Τρκιλ. Πσο παρξενο τανε που δεν ξερε μχρι σμερα, αυτ την εντολ του ντρα της! ταν αλθεια πως σ' λα του τα χρνια, απ παιδκι, το αγρι της συνθιζε να ορμ μες απ την εξωτερικ πρτα του δωματου που λγανε 'μικρ χολ', με τη κραυγ: -"Μητρα! Που εσαι; Πνω;" Κι ωστσο, αν και την αγαποσε πολ, αν κι τανε πολ στεν δεμνοι οι δυο τους, εκενη πντα το 'ξερε πως ο Τζων αγαποσε πιτερο τον λιγομλητο πατρα του. Εχε τσο συγκινηθε τρα, στε κτι απ το φοβερ πνο που 'χε περσει πριν ξι χρνια, επστρεψε πλι κι ρχισε να βηματζει νευρικ πνω-κτω στην μορφη κρεβατοκμαρα που ζηλεανε πολλς απ τις φλες της. Πσον αξιολπητο τανε που γι' αυτν ταν να δωμτιο μ' αβσταχτες αναμνσεις!
     Στο φαρδ κρεβτι ιακωβιανο στυλ, που τρα περνοσε τις συχν ξγρυπνες νχτες της, εχε γεννηθε ο γιος που ο ερχομς του εχε φανε αναπφευκτος. Σγουρη πως και στο σημεον αυτ θα 'χε φανε τυχερ, πως και σ' λα τ' λλα, εχε γελσει στη σκψη πως το μωρ της θα μποροσε να 'ναι κορτσι. Πσες φορς τα τελευταα ξι χρνια δεν εχεν ευχηθε να 'χε πεθνει κενη την υπροχη μρα που γεννθηκεν ο γιος της! Ο καλς της φλος ττε, Δρ Μιναρντ, ο γερο-γιατρς του χωριο, το 'νιωθε υποχρωσ του στα τλεια χρνα που 'χαν ακολουθσει τη γννηση του Τζων, να ρχνει υπονοομενα που το παιδ δεν εχε λλον αδελφ αδελφ για να μοιρζονται το ξοχο παιδικ δωμτιο. Αλλ η Ανν Τρκιλ εχε κλεσει θεληματικ τ' αφτι της σε ττοιες συμβουλς. Πντα, σ' λη τη διρκεια της ευτυχισμνης κακομαθημνης νεανικς της ζως, κανε κενο που 'θελε και ποτ δεν εχε κνει τποτε που δε το 'θελε, στα σγουρα. Εχε χαρσει στον Τζακ της ναν υπροχο γιο, -αυτν που ο καλς γερο-Κουτ λεγε κληρονμο- κι αυτ σγουρα ταν υπεραρκετ.
     Τρα ξαφνικ, σταμτησε να βηματζει μπροστ σ' να σκαλιστ ξλινο καθρφτη. Εχε σταθε εδ ακριβς στη διρκεια των τελευταων ευτυχισμνων στιγμν της ζως της. τανε το φθινπωρο του 1918. Ο ντρας της τανε στο σπτι γι' ανρρωση απ να σοβαρ τραμα, κυκλοφοροσανε φμες για Ειρνη και γεμτοι εμπιστοσνη περιμνανε το αγρι τους σπτι, απ τη πρτη του δεια. Στις τρεις ακριβς, να θαυμσιο πρωιν του Οκτβρη, ακοστηκε κτι που 'τανε ττε πολ γνωστ χτπημα στη πρτα. Ακμα κι ταν τανε δεκαεφτχρονη νυφολα κι οι δυο τους μοιζανε πιο πολ σα δυο ευτυχισμνα παιδι, παρ σα παντρεμνο ζευγρι, ο Τζακ πντα χτυποσε πριν μπει στο δωμτιο της γυνακας του Ανν. Εχε φωνξει χαρομενα, ττε:
 -"Πρασε"!" Κι εχε μπει μ' ν' ανοιχτ τηλεγρφημα στο χρι του. τανε σα να τον κουγε τρα, μετ ξι χρνια, με τη βραχν του φων να προφρει τ' νομ της -και μετ, ταν σκωσε το χρι της σε μιαν ενστικτδικη απτομη κνηση για να προστατευτε απ το χτπημα, τα λγια του συνχισαν:
 -"Δξα τω Θε που δε σκοτθηκε, αγαπημνη μου! Εναι μνον αγνοομενος"!
     Μνον αγνοομενος; Κι ο πατρας του Τζων, χι μνον εχε συνεχσει να ελπζει, κντρα σε κθ' ελπδα, αλλ τανε και βαθι πεισμνος πως απ τα βθη κποιας γερμανικς φυλακς στω κι απ καννα γερμανικ ψυχιατρεο, το αγρι του θα γριζε πσω. Εκενη, απ την αρχ, μ' αδκρυτην απγνωση, δεν εχε νισει καμιν ελπδα κι η πεισματικ -αυτ που πνω απ μια φορ εχε μσα της χαρακτηρσει σαν ηλθια- αισιοδοξα του ντρα της, την εχε πονσει, απελπσει και κποτε κνει ξω φρενν.
     Κοταζε τρα σα να 'ταν υπνωτισμνη, το εδωλ της στο σκοτειν κρσταλο του καθρφτη. Αν και θα γιντανε σαρανταπντε στα επμενα γενθλι της, ταν αλθεια, πως τσο συχν της λγανε βαρετο νθρωποι, πως φαινταν ακμα, σα κοριτσκι. Ο χρνος ελχιστα εχεν αγγξει τ' μορφο πρσωπο και το λεπτ καμπυλγραμμο σμα της με τα σκληρ του δχτυλα. Ο Τζακ Τρκιλ μως, που δεν ταν ακμα πενντα χρονν, θα μποροσε να 'ναι κατ δκα χρνια πιο μεγλος απ την ηλικα του. Για πρτη φορ στη ζω της απψε, η Ανν αναρωτθηκε με κποιαν ανησυχα αν κι ο ντρας της τανε τσο δυστυχισμνος σο κι αυτ.
     Το βρδι αυτ τον εχε δει που καθτανε σκυμμνος στη πολυθρνα μ' να βιβλο στο χρι απ την λλη πλευρ της φωτις. Εχε πρει ξαφνικ να μολβι -τανε κτι που το συνθιζε ο Τζακ και που πντα την εκνεριζε- και σημεωσε μια παργραφο στο βιβλο που διβαζε. Σηκνοντας τα μτια της εχε ρξει να παρξενο, ντροπιασμνο, παρακλητικ βλμμα κι ταν σηκθηκε και βγκε απ τη βιβλιοθκη, γιατ ταν η σειρ του για τη συνηθισμνη τελετ της βλτας των τριν σκυλιν, εκενη δισχισε το δωμτιο για να δει τι εχε σημεισει. Ττε νιωσε ταυτχρονα ενοχλημνη, αναστατωμνη κι σως λγο συγκινημνη, γιατ αυτ που 'χε υπογραμμσει ο ντρας της, τανε δυο γραμμς: η πρτη γελοα και γνωστ, η δετερη μχρι κενη τη στιγμ γνωστη σε κενη:

                  "...φταει η μικρ χαραματι μες στο λαγοτο
                      που λγο-λγο θα χαθε η μουσικ
..."

     Τρα καθς ξεντυνταν αργ, θυμθηκε τις δυο γραμμς που 'χε σημεισει ο Τζακ. Αυτ που κενος χωρς αμφιβολα θεωροσε ακμα σα "μικρ χαραματι" μεταξ τους, στη πραγματικτητα εχει γνει χσμα που λο μεγλωνε. Κι ωστσο μια φορ, μνο μια φορ, στη πολχρονη τρα κοιν τους ζω, του εχε πει σκληρ λγια. τανε πριν χρνια, μια εποχ που 'ταν ακμα γεμτος ελπδες κι εκενη -αλμονο- απογυμνωμνη απ' αυτς εντελς, για τον πιθαν γυρισμ του γιο τους Ο εραστς εχε ξυπνσει μσα του κι ταν τα χελη του αναζητσανε τα δικ της, του 'χε πει σκληρ:
 -"Ποτ, Τζακ, Ποτ Πλι". Τσο κυριολεκτικ εχε δεχτε την απφασ της, που μτε μια φορ κτοτε, δεν εχε χτυπσει τη πρτα δωματου της, που τσον ευτυχισμνα εχανε μοιραστε επ εικοσινα χρνια.
     Σμερα, παραμον της Μρας της Ανακωχς, η μρα ταν ανυπφορη κι η Ανν επε στον εαυτ της πως την λλη χρονι θα καλοσαν ανθρπους εδ για το πρτο δεκαπενθμερο του Νομβρη. τανε πλοσιοι, φιλξενοι και -με τον εντελς διαφορετικ τρπο τους-, δημοφιλες κι οι δυο. Αλλ η πραγματικ αιτα που δε μνανε ποτ μνοι, εκτς απ τις γιορτς των Χριστουγννων και μια περοδο του Νομβρη κθε χρνο, τανε πως η διπλ μοναξι γνεται ανυπφορη ταν τη μοιρζονται νας ντρας και μια γυνακα που κποτε τανε θερμο, εκστατικ ευτυχισμνοι εραστς. Καθς η Ανν ξπλωσε στο μεγλο κρεβτι της, το ρολι του τοχου ρχισε να σημανει δδεκα, αρχζοντας μιαν ακμα Μρα της Ανακωχς και καθς γειρε πσω, τσουχτερ, δσκολα δκρια πλημμυρσανε τ' ακμα φωτειν μτια της. Η σκψη του αγοριο της τανε πολ κοντ της απψε στ' αλθεια, τσι που τη κυρεψε ακατανκητη επιθυμα να κοιτξει τη φωτογραφα με το πρσωπ του. Γλιστρντας ξω απ το κρεβτι, πλησασε το βαμμνο ντουλπι, που φλαγε ορισμνα ιερ, μυστικ αντικεμενα. Ανμεσ τους τανε και τα ερωτικ γρμματα του ντρα της, που το καθνα τους ρχιζε: "Αγαπημνη μου μικρολα..." κι τανε γραμμνα στη διρκεια του σντομου αρραβνα τους. Υπρχαν ακμα λες οι φωτογραφες του γιου της, απ ττε που 'τανε μωρ. Εχε κι να σκτσο που 'χε γνει απ τον Σρτζεντ, ταν εχε βρεθε στο Σντχερστ. Αυτ κρεμτανε τρα στη κρεβατοκμαρα του πατρα του. Δεν υπρχε καννα πορτρατο του σ' οποιονδποτε λλο σημεο του σπιτιο, που δε τονε γνριζε πια. Μερικο απ τους μεταγενστερους φλους τους δε ξρανε πως εχανε ποτ παιδ.
     Ξεκλειδνοντας το συρτρι που υπρχαν λες οι φωτογραφες του Τζων βγαλε τη τελευταα, που την εχε τραβξει μλις γινεν αξιωματικς και φοροσε τη πρτη του στολ. Καθς κοιτοσε το σχεδν παιδικ πρσωπο, μοιαζε σα να της χαμογελ περφανα, χαρομενα, μ' εμπιστοσνη. Βζοντς τη πσω στο συρτρι θυμθηκε μιαν αδξια προσπθεια, με κθε καλ διθεση παρηγορις απ μρους του εφημριου. Την εχε συναντσει σ' ναν απ τους μεγλους μοναχικος περιπτους που 'κανε κενο τον πρτο χρνο της λπης στα διαλεμματα απ τη κουραστικ ακμα πολεμικ υπηρεσα της, γιατ μετ τη Μρα της Ανακωχς, εχεν υπηρετσει εθελοντικ, για πολ χρνο, σ' αναρρωτικ νοσοκομεο για στρατιτες.
 -"Εκενος που πθανε, ωστσο ζει ακμα", της εχε πει ο εφημριος με χαμηλ φων. Τινζοντας το κεφλι της πσω, εχε φωνξει:
 -"Ξρεις πως ο ντρας μου εναι απλυτα σγουρος πως ο Τζων δεν χει σκοτωθε; Νομζει πως μπορε να γυρσει μια μρα". Με ξαφνιασμνο βλμμα και μη κνοντας καμμιν αππειρα ν' απαντσει, ο επδοξος παρηγορητς εχεν ακολουθσει τον δρμο του.
     Σμερα στο διο σχεδν σημεο, πρμα παρξενο, εχε μια παρμοια συνντηση με τον γρο Δρ. Μιναρντ, που μλλον την εχε θυμσει παρ πονσει. Εχε πρει σνταξη το 1919 και ποτ δε τον βλεπε μνο του τρα. Αλλ τη φορ τοτη, ο μοναχογις του, -νας γιος που τον εχε λυπηθε ο πλεμος- τον εχε αφσει με το αυτοκνητ τους, τσι για να κνει μια μικρ βλτα. Ο ηλικιωμνος ντρας εχε πρει το χρι της στο δικ του κι επε:
 -"Θα 'θελα να σας βλπω ευτυχισμνη, αγαπητ μου κυρα Τρκιλ" και καθς εχε κουνσει το κεφλι της -δε μποροσε να προσποιηθε μαζ του- εκενος συνχισε με κποιο τνο αληθινο θαυμασμο στην αδναμη φων του: "Εστε πολ μορφη! Δε σας ενοχλε που το λω; Μα πσο να διατηρεστε! Αυτ το απγευμα μλιστα θα μποροσατε να 'στε εικοσιπντε αντ για ...-"
 -"Σχεδν σαρανταπντε; Ναι και για κακ μου τχη, νιθω ακμα να. Θα 'δινα πολλ για να νιθω γρι Δρ. Μιναρντ".
     Κι πειτα εκενος επε κποια λξη για τον ντρα της, που την κανε να γνει κατακκκινη. Ο γιατρς δεν λεγε πολλ λγια, αλλ η κθε κουβντα του τανε διαλεγμνη.
 -"Δε μπορετε να πεσετε τον εαυτ σας, να 'στε καλ μαζ του;" εχε πει κοιτζοντας κατματα τ' μορφο πρσωπ της. Του απντησεν αμσως και πολ ψυχρ:
 -"χι με τον τρπο που το εννοετε". Εκενος, κουνντας το κτασπρο κεφλι του, εχε πρει πλι το χρι της στο δικ του.
 -"Θα πρπει να συγχωρσετε να παλι φλο, ε"; Κονησε γοργ το κεφλι της καταφατικ. Αλλ εχε νισει ττε, κι νιωθε και τρα, πως δε θα μποροσε να συγχωρσει εκενη τη -ναι! γεμτη θρσος- ερτηση.
     Ο δωδκατος χτπος του ρολογιο, σκρπισε στον ακνητο αγρα κι αμσως μετ, κουσε τον διακπτη του ηλεκτρικο να σβνει στο χολ κτω και στη συνχεια τα βματα του ντρα της που ανεβανανε τις σκλες. Τη πλημμρισε παρξενη κι απρσμενη διθεση. θελεν απλς να βγει ξω να του πει μια καληνχτα. Αλλ πνιξεν αυτ τη διθεση. Παρ' λ' αυτ, προχρησε ως τη πρτα και σβνοντας το φως, την νοιξε λγον, αθρυβα.
     Ο ΤΖακ Τρκιλ ανβαινε τις εκολες σκλες με τα βματα ενς γρου αν κι πως ξεραν κι αυτ κι ο Δρ Μιναρντ, εχεν ακμα νεανικ καρδι, σχετα πσο βαθι, λπη και χαμνες ελπδες, εχανε σημαδψει το πρσωπ του. Και νιθοντας ακμα συγκινημνη απ κενα που 'χεν ακοσει ασυνασθητα απ τον γρο-υπηρτη, περμενε ν' ακοσει τ' αργ του βματα να μπανουνε στο δωμτιο που δε λεγταν πια "Το Γραφεο Του Κριου Τρκιλ". Και ττε, νιωσε σαν η καρδι της να σταμτησε, γιατ το πμολο της ξεκλεδωτης πρτας του χολ κτω, γρισε στο σκοτδι κι να ρεμα παγωμνου αρα ρμησε προς τα πνω κι αμσως μετ, κουσε τη ξαφνιασμνη κραυγ του ντρα της:
 -"Ποις εναι;".
     Ακολοθησε μια στιγμ σιγς και μετ, σα να 'ρχονταν απ μακρι, απ απστευτα μακρι, αντηχσανε τρεις λξεις, απ μια φων που ποτ δε πστευε πως θ' κουγε πλι, ακμα και σε κποιαν λλη ζω, γιατ η Ανν Τρκιλ εχε φτσει να μη πιστεει την υπσχεση που επανλαβεν ο εφημριος, θλοντας να τη παρηγορσει. Κι οι λξεις ειπθηκαν με τη φων του του γιου της, διαπερσανε το πιο βαθ σημεο της ψυχς της, γιατ, "Φτωχ μου πατρα!", ταν το μνο που 'χε γυρσει να πει ο αγαπημνος της γιος. Αμσως μετ, κουσε την ενθουσιδη, χαρομενη φων του Τζακ:
 -"Αγαπημνο μου, αγαπημνο μου αγρι!" και το θρυβο των ποδιν του καθς βροντοσανε κατεβανοντας τις σκλες. Καθς κι εκενη ορμοσε ξω στον κυκλικ διδρομο, κουσε πλι το πμολο να γυρζει στο σκοτδι. Τα φτα κτω ανψανε και κοιτζοντας απ τα κγκελα χαμηλ, εδε τον ντρα της να στκεται στο δειο χολ, κοιτζοντας μ' κπληκτα μτια τη κλειστ πρτα. Τελικ, γρισε και κοιτζοντας ψηλ, εδε το χλομ της πρσωπο και τα ορθνοιχτα μτια της να κοιτζουνε κτω.
 -"Το κουσες κι εσ, Ανν"; Εκε με κτι που 'χε γνει τρπος ξεχνασμνης τρυφερτητας, πρε το χρι του στα δικ της:
 -"Ασφαλς τον κουσα κι εγ! Η πρτα νοιξε και μπκε μαζ με τον νεμο, αφο επε αυτ που 'χε στο αγαπημνο του κεφλι, γρισε πσω -αλλ που Τζακ, που";
     Αργτερα κενη τη νχτα, καθς η Ανν τανε ξαπλωμνη στην αγκαλι του, ο Τζακ, ο πατρας του Τζων, μουρμορισε:
 -"Γρισε για σνα, αγαπημνη μου, για να σε παρηγορσει. Αυτ τανε πολ σωστ".
 -"Για μνα, Τζακ; Ω χι"!
 -"Μα ναι, μικρ μου αγαπημνη. Θ' κουσες σγουρα τι επε"! κι εκενη νιωσε την κπληξη στη φων του.
 -Τι επε ... σε σνα;" ψιθρισε.
 -"Μνον αυτ που κουσες, μνο τις τρεις λξεις, Ανν. Επε: 'Αγαπημνη μου μητρα' ". Περμενε για μια στιγμ και μετ επε ταπειν, γιατ ταν νας πολ απλς ντρας: "τανε για να σε πληροφορσει, αγαπημνη μου κι σως και για να το μθω κι εγ πως λα πνε καλ με το παιδ μας".

Marie-Adelaide Belloc-Lowndes (Mrs Belloc Lowndes)
"The Unbolted Door" (11/11/1918)
Mετφρ: Γιργος Μπαλνος

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers