—–Ο Βαγγέλης Παπαδιόχος γεννήθηκε το 1986 και κατάγεται από το Αλιβέρι Ευβοίας. Σπούδασε οικονομικές επιστήμες στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, δημόσια διοίκηση στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης κι Αυτοδιοίκησης, δημιουργική γραφή στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και σκηνοθεσία κινηματογράφου στο ΙΕΚ Ακμή. Εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος στο Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης.

—–Έχει εκδώσει τις συλλογές διηγημάτων Λαθρεπιβάτες (Οσελότος 2018), Σκοτεινά δωμάτια (Συμπαντικές διαδρομές 2019), Καθαρή πόλη (Λυκόφως 2021) και τις νουβέλες Ο μεγάλος αφέντης (Λυκόφως 2021), Ασμοδαίος (Άνω Τελεία 2024) και τις ποιητικές συλλογές Σατυρικά γράμματα (Εκδόσεις Bookstars, 2017) κι Αλκυονίδες νύχτες (Εκδόσεις Bookstars, 2022).
—–Έχει επίσης δημοσιεύσει στην ιστοσελίδα Ανοικτή Βιβλιοθήκη την ποιητική ανθολογία Μικρή ανθολογία σύγχρονης ανέκδοτης ελληνικής σατιρικής ποίησης (2020-2021) και τα θεατρικά έργα Η λυκοπαγίδα (2019), All summer long (2019), Ιδιαίτερα μαθήματα (2020), Η επανάσταση μπορεί να περιμένει (2021), Αμετιμουχαμέτωφ ο τρίτος (2021) και Η μάσκα και ο καθρέφτης (2023).
Email επικοινωνίας: vaggpap86@gmail.com

=====================================================================
——————————-Η Oργή Tων Ξαναμμένων Θηρίων
—–Ο εκτυφλωτικός καλοκαιρινός ήλιος δέσποζε στον ουρανό της Νοτιοδυτικής Αφρικανικής Δημοκρατίας όταν το ιδιωτικό τζετ του Ντικ Γουάιτ, ενός απ’ τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο, προσγειωνόταν στο κεντρικό αεροδρόμιο. Ο πανίσχυρος μεγιστάνας των μίντια ξεκινούσε τις θερινές του διακοπές συνοδευόμενος από τη νέα του εντυπωσιακή κατάκτηση, την μις Ιταλία και δημοφιλή ινφλουένσερ Ιζαμπέλα Μουνάτσι -γνωστή ως Μπέλλα Μούνα- και τους δυο δίδυμους γιγαντόσωμους σωματοφύλακές του Τσιπ και Ντέιλ. Στην κεντρική πύλη τους περίμενε ο ντόπιος ξεναγός τους Χακούνα Ματάτα, ο οποίος τους οδήγησε στο ακριβότερο ξενοδοχείο της πρωτεύουσας. Ωστόσο, ο Ντικ και η Μπέλλα δεν ταξίδεψαν από το Μαϊάμι μέχρι εκεί απλά για να περάσουν τις διακοπές τους σε ένα ακόμα πολυτελές κατάλυμα. Μόλις ξεκουράζονταν από το πολύωρο ταξίδι θα πήγαιναν κατευθείαν στο εθνικό πάρκο όπου είχαν κανονίσει ένα ιδιωτικό σαφάρι με τα αγριότερα ζώα της ντόπιας πανίδας. Ο Ντικ είχε πάθος με τα εξωτικά κατοικίδια καθώς στις βίλες του φιλοξενούσε από λύγκες και πούμα μέχρι πύθωνες και αλιγάτορες. Στη συλλογή του ήθελε πλέον να προσθέσει κι ένα βασιλικό λιοντάρι της Νοτιοδυτικής Αφρικής, το μεγαλύτερο και δυνατότερο αιλουροειδές στον κόσμο. Φυσικά η εξαγωγή και η ανατροφή αυτού του ζώου ήταν παράνομη, αλλά μπροστά στα λεφτά του αυτά ήταν ασήμαντες λεπτομέρειες.
—–Έφτασαν στο δωμάτιό τους, άφησαν τους σωματοφύλακες να φρουρούν την πόρτα τους, γδύθηκαν και μπήκαν στο ευρύχωρο τζακούζι να χαλαρώσουν. Ο Ντικ χάιδεψε το ροδαλό του πέος, που είχε επιμηκύνει στα τριάντα εκατοστά με αλλεπάλληλα χειρουργεία, κοιτώντας πονηρά την Μπέλλα. Εκείνη χασκογέλασε και σφήνωσε το εργαλείο του μέσα στα τεράστια στήθη της, που ήταν επίσης αποτέλεσμα απανωτών πλαστικών επεμβάσεων. Φιλήθηκαν και έσπρωξε το κεφάλι της στο νερό υποχρεώνοντάς την σε υποβρύχια πεολειχία.

-«Μπέλλα μωρό μου, το ξέρεις ότι ο πούτσος των λιονταριών έχει κάτι μικρά αγκάθια που διεγείρουν τα θηλυκά; Τι θα ‘λεγες να πω στον γιατρό μου να μου βάλει κι εμένα τέτοια για να ξεσκίζω το ωραίο σου μουνάκι;» τη ρώτησε.
—–Εκείνη του κατάφερε μια γερή δαγκωματιά κάνοντάς τον να κραυγάσει απ’ τον πόνο και αναδύθηκε γρυλίζοντας σαν αγριόγατα. Την άρπαξε απ’ τα πλούσια ξανθά της μαλλιά, την έσυρε έξω απ’ το τζακούζι, βούτηξε το κεφάλι της μέσα στη λεκάνη της τουαλέτας και την πήρε άγρια από πίσω. Ήταν η μόνη από τις πολυάριθμες ερωμένες του που δεχόταν με ευχαρίστηση την εκδήλωση των σαδιστικών του ενστίκτων μιας και είχε κι η ίδια παρόμοιες τάσεις.
—–Έκαναν ντους και ξάπλωσαν στο τεράστιο κρεβάτι τους με στρώμα νερού. Χρειάζονταν λίγη ξεκούραση προτού εξορμήσουν για το μεγάλο κυνήγι. Μετά από δύο ώρες παρήγγειλαν φαγητό και υποδέχθηκαν γυμνοί μια νεαρή ντόπια που κρατούσε έναν δίσκο γεμάτο φαγητά.
-«Γεια σου μαυρούλα! Ελπίζω να μην μας έφερες τίποτα σαύρες κι ακρίδες», κάγχασε ο Ντικ.
—–Η σερβιτόρα ακούμπησε τον δίσκο στο κομοδίνο δίπλα του εμφανώς σοκαρισμένη από το θέαμα που αντίκρισε και φρόντισε να αποχωρήσει γρήγορα.
-«Ομορφούλα είναι. Δεν θες να τη γαμήσεις;» τον ρώτησε η Μπέλλα.
-«Μπα, θέλω να είμαι φρέσκος για το απόγευμα».
-«Τότε μήπως να τη δώσουμε στους γορίλες μας να διασκεδάσουν λιγάκι;»
-«Μην ανησυχείς, έχω κανονίσει μια νόστιμη γαζέλα για τα σαγόνια τους».

—–Πράγματι, λίγο αργότερα, ο Ντικ φώναξε τον Τσιπ και τον Ντέιλ στο δωμάτιο και τους παρουσίασε μια πανύψηλη ντόπια πόρνη με πληθωρικές καμπύλες. Η Ιταλίδα δεν μπορούσε να κρύψει τη ζήλεια της βλέποντας τους δύο άνδρες να συνευρίσκονται έντονα με την Αφρικανή σε διάφορες στάσεις. Αλλά κι εκείνοι ήλπιζαν πως ο Ντικ θα έδινε τη συγκατάθεσή του στη Μπέλλα για να συμμετάσχει στην παρέα τους, όπως έκανε συνήθως. Όμως εκείνος είχε πλέον το μυαλό του αποκλειστικά στο απογευματινό σαφάρι και δεν ήθελε να εξαντληθούν οι δυνάμεις της. Οι σωματοφύλακες εκσπερμάτωσαν στο πρόσωπο της παρτενέρ τους και δάγκωσαν με όλη τους τη δύναμη τα στήθη της, κάνοντάς την να ουρλιάξει.
-«Γαμημένοι λευκοί αρουραίοι», μουρμούρισε.
-«Γαμημένη μαύρη σκύλα», φώναξε ο Τσιπ και ο Ντέιλ ετοιμάστηκε να τη χαστουκίσει.
—–Ο Ντικ παρενέβη και την πρόσταξε να αποχωρήσει για να εκτονώσει την ένταση. Το θερμό κλίμα μπορούσε να ξυπνήσει τα αγριότερα ένστικτα του καθενός. Μα πάνω απ’ όλα ήταν αυτή η ανομολόγητη προαιώνια κατακτητική ορμή του λευκού ανθρώπου που ακόμα δεν έχει καταλαγιάσει μέσα του όταν επισκέπτεται την αρχέγονη μαύρη ήπειρο.
-«Γιατί δεν τους άφησες να την στραπατσάρουν λιγάκι; Το πολύ πολύ να την πλήρωνες κάτι παραπάνω», είπε η Μπέλλα που δεν είχε σταματήσει να αυνανίζεται χώνοντας όλη τη χούφτα της μέσα στο μουσκεμένο αιδοίο της.
—–Ο Ντικ πήρε το χέρι της και γεύτηκε τα υγρά της που περιείχαν λίγο αίμα περιόδου, αποκτώντας όψη αρπακτικού όταν κατασπαράζει το θήραμά του.
-«Ηρέμησε γλυκιά μου Μούνα. Έχουμε αγριότερα θηρία να δαμάσουμε».
-«Για να δούμε… Μου υποσχέθηκες κάτι πολύ συναρπαστικό».
—–Έμπηξε τα μακριά της νύχια στην πλάτη του και του κατάφερε μερικές βαθιές γρατζουνιές. Ήθελε να τον υποχρεώσει να της ρίξει ένα γερό χέρι ξύλο αλλά εκείνος δεν είχε όρεξη. Για να ηρεμήσει την άφησε στα χέρια των σωματοφυλάκων οι οποίοι, αφού την ξυλοφόρτωσαν και η στύση τους πήρε ξανά την ανιούσα, την περιποιήθηκαν δεόντως σε μερικές ακροβατικές στάσεις. Μερικές φορές η πηγαία της αγριότητα τρόμαζε και τον ίδιο τον Ντικ. Όμως, έχοντας σπουδάσει ιστορία, υπέθετε πως αυτό ήταν αποτέλεσμα μιας υποσυνείδητης αίσθησης του ανικανοποίητου που είχε τις ρίζες του στην περιορισμένη συμμετοχή της Ιταλίας στις ιμπεριαλιστικές κατακτήσεις. Αντιθέτως, εκείνος σαν Αμερικανός είχε κουραστεί «να γαμάει και να δέρνει όλο τον κόσμο», όπως έλεγε και έτσι είχε στρέψει το ενδιαφέρον του στα άγρια θηρία.

—–Στις πέντε το απόγευμα ο Χακούνα Ματάτα τους παρέλαβε έξω απ’ το ξενοδοχείο με το τζιπ του για να τους μεταφέρει στο εθνικό πάρκο. Ο Ντικ φορούσε καφέ δερμάτινο τζάκετ, χακί πουκάμισο, μπεζ υφασμάτινο παντελόνι, γκρίζες δερμάτινες μπότες και σκούρο καφέ καπέλο φεντόρα με πλατύ γείσο θυμίζοντας πολύ τον Ιντιάνα Τζόουνς. Ενώ η Μπέλλα ήταν ντυμένη απλά με ένα λεοπαρδαλέ τοπάκι που μετά βίας συγκρατούσε τα στήθη της, μικροσκοπικό τζιν σορτσάκι που άφηνε ακάλυπτα τα μισά της οπίσθια και χρυσά ψηλοτάκουνα σανδάλια. Δεν θεώρησε απαραίτητο να φορέσει εσώρουχα.
—–Ο ήλιος υψωνόταν ακόμα ρωμαλέος πάνω απ’ την πελώρια σαβάνα κάνοντας τους λευκούς ταξιδιώτες να βράζουν στο ζουμί τους. Ο Χακούνα Ματάτα, απ’ την άλλη, έδειχνε άνετος παρότι κάτι δεν του άρεσε καθόλου σε αυτούς τους ξένους. Είχε μάθει να κάνει υπομονή με τις παραξενιές των λευκών αλλά αυτοί του φαίνονταν υπερβολικά αλλοπρόσαλλοι.
-«Είναι αλήθεια ότι οι άντρες εδώ την έχουν μεγάλη;» τον πείραξε η Μπέλλα. Ο Αφρικανός εκβίασε ένα χαμόγελο.
-«Αυτό κυρία μπορείτε να το διαπιστώσετε και μόνη σας».
-«Είσαι παντρεμένος;»
-«Ναι κυρία, παντρεμένος με δύο παιδιά». Ο Ντικ τη σκούντησε φιλικά.
-«Ηρέμησε μωρό μου. Ο ξεναγός μας πληρώνεται για άλλη δουλειά. Θα σου φέρω μετά το σαφάρι μερικούς ωραίους ντόπιους να σε διασκεδάσουν».

—-Ο Χακούνα Ματάτα έκανε έναν διακριτικό μορφασμό ο οποίος δεν πέρασε απαρατήρητος από τη Μπέλλα.
-«Με θεωρείς πουτάνα Χακούνα Ματάτα;»
-«Τσιτάχ», της απάντησε δείχνοντας έναν νεαρό γατόπαρδο που τους παρατηρούσε καθώς περνούσαν από δίπλα του.
-«Το γρηγορότερο αρπακτικό», πρόσθεσε ο Ντικ.
-«Πολύ θα ήθελα να φορέσω ένα μαγιό με το δέρμα του», είπε η Μπέλλα. Ο Ντικ έγνεψε αρνητικά.
-«Σου αξίζει κάτι καλύτερο πουτανίτσα μου».
—–Ένα ζευγάρι καμηλοπαρδάλεων τους κοιτούσε με περιέργεια μασουλώντας τα φύλλα ενός μπάομπαμπ. Ο Χακούνα Ματάτα τους οδήγησε στο ειδικό τμήμα του πάρκου όπου μπορούσαν να κυνηγήσουν αντιλόπες και γαζέλες με καραμπίνες που έριχναν αναισθητικές σφαίρες και τους έδωσε μερικές γρήγορες οδηγίες. Ο Ντικ και η Μπέλλα πήραν θέση βολής στα πίσω καθίσματα του τζιπ και ο Χακούνα Ματάτα πάτησε το γκάζι. Πήραν στο κατόπι ένα κοπάδι αντιλόπες και μετά από αρκετές προσπάθειες κατάφεραν να ξαπλώσουν δυο αναίσθητες. Οι επιδόσεις τους ήταν παρόμοιες στο κυνήγι των γαζελών. Όμως, ήταν φανερό ότι αυτά δεν τους συγκινούσαν αρκετά, ήθελαν κάτι περισσότερο. Πέρασαν σε μια ζώνη με πυκνότερη βλάστηση. Στα κλαδιά ενός ψηλού δέντρου ήταν σκαρφαλωμένες μερικές μαϊμούδες που τους παρατηρούσαν χαϊδεύοντας τα αχαμνά τους.
-«Μακάκα ο σειληνός, έτσι δεν είναι; Τον γνώρισα απ’ την ουρά λιονταριού», είπε ο Ντικ. Ο Χακούνα Ματάτα έγνεψε καταφατικά.
-«Ο κύριος είναι καλά διαβασμένος. Αυτούς τους πιθήκους τους φέραμε από την Ινδία».
«-Τι θα πει σειληνός;» ρώτησε η Μπέλλα τον Ντικ.

«Οι σειληνοί ήταν ερωτικοί δαίμονες της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, ακόλουθοι του θεού Διόνυσου. Ήταν κάτι μεταξύ ανθρώπων και αλόγων».
—–Η Μπέλλα δάγκωσε ελαφρώς τα χείλη της.
-«Χμμμ, μήπως είχαν κι αλογίσια πούτσα;».
—–Ο Ντικ κι οι σωματοφύλακες ξεκαρδίστηκαν ενώ ο Χακούνα Ματάτα παρέμεινε ανέκφραστος. Στο μεταξύ οι Μακάκα άρχισαν να αυνανίζονται πιο επιδεικτικά. Ο Ντικ έκλεισε το μάτι στη Μπέλλα.
-«Τους καύλωσες μωρό μου».
—–Εκείνη σήκωσε το τοπάκι της αποκαλύπτοντας τα στήθη της κι οι πίθηκοι γούρλωσαν τα μάτια και επιτάχυναν τις κινήσεις τους. Ο Ντικ κι η Μπελλα κοιτάχτηκαν χαμογελαστοί και αντάλλαξαν μερικά γλωσσόφιλα ενώ οι μαϊμούδες άρχισαν να ζευγαρώνουν μεταξύ τους.
-«Γουστάρουν κι αυτοί να βλέπουν τσόντα!» αναφώνησε εκείνη.
-«Είναι οι πρόγονοί μας. Ουσιαστικά δεν είμαστε τίποτε άλλο από έξυπνοι, άτριχοι πίθηκοι», είπε ο Ντικ.
—–Ο Χακούνα Ματάτα έγνεψε επιδοκιμαστικά. Έφτασαν στο τμήμα του πάρκου όπου απλωνόταν μια μικρή λίμνη. Εκεί ξεδιψούσε ένα μικρό κοπάδι βουβαλιών και μερικές ζέβρες.
-«Θέλω να βγω απ’ το τζιπ. Η μηχανή τα τρομάζει», είπε ο Ντικ. Ο Χακούνα Ματάτα κούνησε με έμφαση αριστερά και δεξιά το κεφάλι του.
-«Δεν μπορείτε να να βγείτε έξω απ’ το τζιπ. Αν πάθετε κάτι εγώ…»
-«Εσύ δεν θα έχεις καμιά ευθύνη. Έχω υπογράψει ειδικό συμβόλαιο με τα αφεντικά σου». —–Ο Ντικ έβγαλε ένα χαρτί απ’ την τσέπη του και του το έδειξε. Ο Αφρικανός ανασήκωσε τους ώμους του και τους άνοιξε τη πόρτα. Βγήκαν σημαδεύοντας μερικά διασκορπισμένα βουβάλια. Έριξαν μερικές σφαίρες που δεν βρήκαν στόχο και τα ζώα τους χύμηξαν. Μόλις που πρόλαβαν να πηδήξουν στο τζιπ προτού βρουν τραγικό θάνατο στα χοντρά τους κέρατα. Ο Χακούνα Ματάτα βύθισε το πόδι του στο γκάζι προσπαθώντας να συγκρατήσει τα γέλια του.
—–Το σαφάρι συνεχίστηκε με κυνήγι στρουθοκαμήλων που επίσης δεν είχε καμιά επιτυχία. Μια λεοπάρδαλη παρακολουθούσε αραχτή σε ένα δέντρο τις προσπάθειες των αδέξιων θηρευτών. Η Μπέλλα έδειξε προς το μέρος της.
-«Αυτή θέλω για το μπικίνι μου».
—–Ο Ντικ στράφηκε συνωμοτικά στον ξεναγό.
-«Θέλω να την πυροβολήσω με αληθινές σφαίρες».
—–Ο Χακούνα Ματάτα γούρλωσε τα μάτια του.
-«Είσαι τρελός! Απαγορεύεται να σκοτώσεις ζώο!»
-«Μην ανησυχείς, δεν θα καταλάβει κανείς τίποτα. Οι μπράβοι μου έχουν πιστόλια με σιγαστήρα. Θα την καθαρίσουμε και θα την πάρουμε σ’ ένα τσουβάλι», είπε κι έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα πακέτο επιταγών.

-«Εγώ δεν μπλέκομαι σ’ αυτό. Θα σας πάω πίσω», απάντησε ο Χακούνα Ματάτα και ετοιμάστηκε να βάλει μπροστά τη μηχανή.
—–Ο Ντικ έκανε νόημα στους σωματοφύλακες κι εκείνοι άρπαξαν τον ξεναγό και τον ακινητοποίησαν. Έπειτα έδωσαν στο αφεντικό τους ένα απ’ τα δυο τους περίστροφα κι αυτός πήδηξε απ’ το τζιπ κι άρχισε να βαδίζει αργά προς τη λεοπάρδαλη. Έφτασε τόσο κοντά ώστε το αιλουροειδές να θεωρήσει απειλητική την παρουσία του και να κατεβεί από το δέντρο. Ο Ντικ σήκωσε το όπλο και τη σημάδεψε και η λεοπάρδαλη βρυχήθηκε δυνατά. Την πλησίασε λίγο ακόμα γιατί δεν ήθελε να αστοχήσει κι εκείνη ξεθάρρεψε και ετοιμάστηκε για έφοδο. Λίγο πριν του ορμήσει πρόλαβε να την ξαπλώσει κάτω με μια σφαίρα ανάμεσα στα μάτια. Η Μπέλλα απαθανάτισε τη σκηνή με το κινητό της και ξέσπασε σε χειροκροτήματα. Υστέρα πέταξε θριαμβευτικά το τοπάκι της και χάιδεψε τον καβάλο του Χακούνα Ματάτα. Του κατέβασε το παντελόνι και το εσώρουχο και επιχείρησε να ερεθίσει το μουδιασμένο του πέος με τα χέρια, τα στήθη και το στόμα της. Οι προσπάθειές της δεν έφεραν αποτέλεσμα, πράγμα που την έκανε να δυσανασχετήσει.
-«Δεν του κάνει κούκου με τίποτα, είναι άχρηστος. Θέλω έναν βαρβάτο μαύρο πούτσο».
-«Φέρε μας έναν καλό επιβήτορα. Όλο και κάποιον θα ξέρεις», πρόσταξε ο Ντικ τον ξεναγό. Οι σωματοφύλακες του έδωσαν δυο σπρωξιές κι εκείνος έβαλε το γουόκι-τόκι του στα χείλη και κάλεσε κάποιον στη γλώσσα του. Πέντε λεπτά αργότερα εμφανίστηκε ένας ψηλόλιγνος νεαρός. Χαιρέτησε τους επισκέπτες με μια δόση περιέργειας και το βλέμμα του επικεντρώθηκε στην ημίγυμνη μορφή της Μπέλλα.
-«Θέλω να γαμήσεις αυτή τη μικρή καριόλα. Μην ανησυχείς, θα μείνει μεταξύ μας», του είπε ο Ντικ.
—–Ο νεαρός έμεινε άναυδος με ένα ημισχηματισμένο χαμόγελο. Ο Ντικ έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα τσεκ επιταγών και του το έδωσε. «Λοιπόν, είσαι εντάξει με αυτά;»
-«Με όλο τον σεβασμό κύριε, με τόσα λεφτά γαμάω κι εσάς».

—–Η απάντησή του τους έκανε να ξεκαρδιστούν κι ο Ντικ του χτύπησε φιλικά την πλάτη. Η Μπέλλα τον πλησίασε και του έδωσε το χέρι της.
-«Μπέλλα Μούνα, Ιταλίδα».
-«Μπέμπα Πσόλα, Αιθίοπας».
-«Τέλεια φίλε», είπε ο Ντικ, «έχεις την ευκαιρία να πάρεις μια άτυπη, έστω και καθυστερημένη, εκδίκηση για την ιμπεριαλιστική πολιτική των μακαρονάδων κατά της χώρας σου».
—–Η Μπέλλα έβγαλε το σορτσάκι και τα σανδάλια της μένοντας ολόγυμνη και στήθηκε σκυφτή με τουρλωμένα οπίσθια μπροστά στο καπό του τζιπ.
-«Γάμα με σκληρά πιθηκάνθρωπε!» φώναξε.
—–Ο Μπέμπα κατέβασε το παντελόνι και το εσώρουχό του, τη γράπωσε απ’ τα στήθη και άρχισε να την βατεύει. Το πέος του δεν είχε ακριβώς το μέγεθος που εκείνη ονειρευόταν, αλλά η εξωτικότητα της όλης ατμόσφαιρας την είχε διεγείρει απίστευτα. Τελείωσε γρήγορα πριν από αυτόν, τον ξάπλωσε κάτω, κυλίστηκαν στο χώμα και πάλεψαν για λίγο σαν άγρια θηρία. Στο τέλος πήραν στάση εξήντα εννέα, εκείνος διέγειρε τον πρωκτό της με τη γλώσσα του ενώ αυτή προγύμναζε το πέος του για μια θεαματική είσοδο από την πίσω πόρτα. Την έστησε στα τέσσερα και ολοκλήρωσε με ορμή στους γλουτούς της. Η Μπέλλα τον αποχαιρέτησε χορτασμένη προς το παρόν και ζήτησε απ’ τον Ντικ το τομάρι της λεοπάρδαλης.
-«Έχω κάτι ακόμα καλύτερο για σένα τίγρη μου. Θα σου φέρω το τομάρι του βασιλικού λιονταριού». Γδύθηκε κι εκείνος και άρπαξε ένα ξύλινο δόρυ που είχαν αγοράσει για σουβενίρ. «Πήγαινέ με στον βασιλιά της ζούγκλας. Θα μονομαχήσω μαζί του για να του πάρω το στέμμα όπως έκανε ο πρώτος σας φύλαρχος» , είπε στον Χακούνα Ματάτα.
-«Λευκέ είσαι τελείως τρελός! Δεν μπορείς να σκοτώσεις ένα βασιλικό λιοντάρι. Θα σε κάνει χίλια κομμάτια».
—–Ο Ντικ χάιδεψε τη στύση του που ήταν σκληρότερη από ποτέ.
-«Αυτό θα το δούμε».

—–Ο Τσιπ και ο Ντέιλ κόλλησαν και πάλι τα περίστροφά τους στο κεφάλι του ξεναγού υποχρεώνοντάς τον να τους οδηγήσει στην περιοχή των λιονταριών. Καθώς πλησίαζαν ο Ντικ πρόσταξε δυο φύλακες να στήσουν με συρματοπλέγματα μια αυτοσχέδια αρένα όπου ώθησαν ένα τεράστιο αρσενικό λιοντάρι, τον βασιλιά της αγέλης.
-«Πώς τον λένε;» τους ρώτησε ο Ντικ.
-«Μουφάσα».
-«Μουφάσα, είμαι ο Σκαρ», φώναξε μπαίνοντας στην αρένα.
—–Έσφιξε τα φουσκωμένα του μπράτσα και πρόταξε το δόρυ του καλώντας το λιοντάρι να του επιτεθεί. Εκείνο τον κοίταξε για λίγο σαστισμένο από την πρωτοφανή αυθάδεια και έκανε μερικά απειλητικά βήματα προς το μέρος του βγάζοντας έναν βροντερό βρυχηθμό. Ο Ντικ οπισθοχώρησε και το λιοντάρι κέρδισε μερικά ακόμα βήματα. Όμως είχε πια αντιληφθεί ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν ένας εύκολος στόχος και δεν έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον να μπει σε μια ανούσια μάχη. Απλά περίμενε να δει μέχρι πού θα το πάει ο αντίπαλός του. Ο Ντικ έριξε μια ματιά στη Μπέλλα που βιντεοσκοπούσε ενθουσιασμένη και στους Τσιπ και Ντέιλ που σημάδευαν με τα όπλα τους το θηρίο. Καταλάβαινε ότι δεν τον έπαιρνε για πολύ ακόμα να κάνει το κομμάτι του. Έβγαλε μερικές κραυγές και δυο-τρεις επιθετικές προσποιήσεις με το δόρυ. Το λιοντάρι άρχισε να εκνευρίζεται, σηκώθηκε στα πόδια του και με δυο χτυπήματα τον άφησε άοπλο. Τώρα πια η μόνη του ελπίδα ήταν να μην αστοχήσουν οι μπράβοι του. Για καλή του τύχη εκείνοι έκαναν καλά τη δουλειά τους ξαπλώνοντας με δυο σφαίρες στο κεφάλι το τεράστιο αρπακτικό μπροστά στα πόδια του. Εκείνος άρπαξε το δόρυ, το κάρφωσε με όλη του τη δύναμη στο λαιμό του και στάθηκε καμαρωτός πάνω απ’ το πτώμα. Η Μπέλλα έτρεξε κοντά του, ξάπλωσε με ορθάνοιχτα πόδια πάνω στην απαλή χρυσοκόκκινη χαίτη και ο Ντικ την πήρε με όση δύναμη του είχε απομείνει. Έπειτα άρπαξε ένα μαχαίρι, έκοψε τη χαίτη και την τύλιξε γύρω της.
-«Είμαστε πια οι βασιλιάδες της ζούγκλας», της είπε.
—–Του έσφιξε τους όρχεις και σήκωσε το κινητό της για να τραβήξει μια σέλφι. Ξαφνικά ένα κοράκι πετάχτηκε απ’ το πουθενά και της άρπαξε το τηλέφωνο μέσα απ’ τα χέρια. Ο Τσιπ και ο Ντέιλ προσπάθησαν να το πυροβολήσουν αλλά δυο ακόμα κοράκια έπεσαν πάνω στον καθένα και τους αφόπλισαν. Δυο μαϊμούδες κατέφθασαν για να συνδράμουν στο έργο των πτηνών. Πήραν τα περίστροφα απ’ το χώμα και έγιναν καπνός, ενώ ταυτόχρονα ακουγόταν ένα δυνατό ποδοβολητό. Οι σωματοφύλακες είδαν έντρομοι έναν τεράστιο ρινόκερο να ορμάει καταπάνω τους. Στο μεταξύ ο Χακούνα Ματάτα είχε απελευθερωθεί απ’ τα δεσμά του και έτρεξε προς το τζιπ. Πρόλαβε να βάλει μπροστά και να χαθεί στον ορίζοντα καθώς ο ρινόκερος ξεκοίλιαζε τους μπράβους.
—–Ο Ντικ κι η Μπέλλα, αφού ξεπέρασαν το αρχικό τους σοκ, το έβαλαν στα πόδια, γυμνοί και άοπλοι μέσα σε ένα αχανές πάρκο γεμάτο αιμοβόρα κτήνη. Ήταν ζήτημα χρόνου να βρεθούν πρόσωπο με πρόσωπο με κάποια απ’ αυτά. Ξαφνικά μπροστά τους εμφανίστηκαν δυο ύαινες που τους περιεργάζονταν με τα σάλια τους να τρέχουν, βγάζοντας εκείνα τα αλλόκοτα, σαρκαστικά γελάκια. Η Μπέλλα έπεσε με λυγμούς στην αγκαλιά του Ντικ.
-«Κάνε κάτι, δεν θέλω να με φάνε αυτά τα γαμημένα τέρατα».
-«Ηρέμησε γλυκιά μου, οι ύαινες είναι συνήθως πτωματοφάγες. Δεν νομίζω να μας επιτεθούν. Πρέπει να τις κάνουμε να τρομάξουν».

—–Προσπάθησαν να φανούν απειλητικοί με κραυγές κι έντονες χειρονομίες, αλλά τα αρπαχτικά συνέχιζαν να τους κοιτούν ατάραχα και να ξερογλείφονται. Η Μπέλλα άρχισε να τρέχει κι οι ύαινες έλαβαν το σήμα να τους επιτεθούν. Και τότε συνέβη το μόνο που θα μπορούσε να τους σώσει, έστω και προσωρινά. Οι θηρευτές τους έτυχε να διασταυρωθούν με ένα άλλο, ισχυρότερο αρπακτικό. Ένα νεαρό, αρσενικό λιοντάρι έφραξε το δρόμο τους υποχρεώνοντας τες να αποχωρήσουν.
-«Έι Σίμπα, ήρεμα!» είπε ο Ντικ βλέποντας το λιοντάρι να τους οσφραίνεται.
—–Κρατούσε σφιχτά την Μπέλλα και προσπαθούσε να την ηρεμήσει για να μην το βάλει ξανά στα πόδια. Επιχείρησαν να φύγουν οπισθοχωρώντας με αργά βήματα, αποφεύγοντας την οπτική επαφή με τον θηρευτή. Για κακή τους τύχη δυο ακόμα λιοντάρια εμφανίστηκαν και τους περικύκλωσαν. Καταλάβαιναν πια ότι το τέλος τους ήταν πολύ κοντά. Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν με πάθος.
-«Έλα να το κάνουμε για μια τελευταία φορά», της είπε.
—–Την ξάπλωσε στο χώμα, έκλεισαν τα μάτια τους και προσπάθησαν να απολαύσουν τις τελευταίες τους στιγμές. Το πέος του μπαινόβγαινε με αστραπιαία ταχύτητα στο αιδοίο της για να προλάβει να τη φτάσει σε οργασμό πριν συμβεί το μοιραίο. Ετοιμάζονταν να τελειώσουν όταν είδαν έκπληκτοι τα λιοντάρια να τους κοιτάζουν προσηλωμένα σαν θεατές συναυλίας συμφωνικής μουσικής.
-«Γουστάρουν να μας βλέπουν, μην τελειώσεις ακόμα», ψιθύρισε η Μπέλλα.
—–Ο Ντικ επιβράδυνε και τα χαρακτηριστικά του προσώπου του μαλάκωσαν. Δυο λέαινες εμφανίστηκαν και δυο απ’ τους λέοντες έπεσαν ξαναμμένοι πάνω τους και άρχισαν να τις βατεύουν. Ο τρίτος έμεινε να παρακολουθεί με ενδιαφέρον το ανθρώπινο ζευγάρι.
-«Σ’ αυτόν αρέσει να βλέπει», κάγχασε η Μπέλλα.
-«Δεν θέλεις να τον πάρεις εσύ; Είναι κρίμα να μείνει παραπονεμένος», την πείραξε ο Ντικ. Εκείνη σηκώθηκε και έσπρωξε το κεφάλι του στα σκέλια της.
-«Σκάσε και γλείφε. Να τους μάθουμε κανένα νέο κολπάκι».
—–Ο Ντικ άρχισε να της κάνει στοματικό και οι λέαινες σηκώθηκαν στα δυο τους πόδια και πρόσφεραν τα σκέλια τους στους συντρόφους τους. Το μοναχικό λιοντάρι χύμηξε στους ανθρώπους και κλώτσησε τον Ντικ παίρνοντας τη θέση του. Η Μπέλλα κατάφερε να πνίξει τη στιγμιαία της τρομάρα και παραδόθηκε χωρίς αντίσταση στη φλογερή γλώσσα του θηρίου που την έφερε στα πρόθυρα του οργασμού. Μόλις όμως ο άγριος εραστής της βρέθηκε σε πλήρη στύση το χοντρό αγκαθωτό του πέος την έκανε να τσιρίξει απ’ τον πόνο.
-«Πάρε αυτό το τέρας από πάνω μου! Μου σκίζει το μουνί στα δύο!»
—–Ο Ντικ παρέμενε κοκκαλωμένος στη θέση του γνωρίζοντας πως κάθε αντίσταση ήταν μάταιη. Το λιοντάρι τελείωσε αφήνοντας τη Μπέλλα κατάκοιτη, μέσα σε μια μικρή λίμνη αίματος. Τα αρπακτικά στράφηκαν προς τον Ντικ κι αυτός τους έκανε νόημα να σταματήσουν.
-«Ήρεμα αγόρια, δεν θέλετε κάτι από μένα. Δεν είστε τίποτα πούστηδες, έτσι δεν είναι;»

—–Σαν να τον αντιλαμβάνονταν, οι λέοντες του γύρισαν την πλάτη και απομακρύνθηκαν. Ο Ντικ πήρε μια βαθιά ανάσα αλλά η ανακούφισή του δεν κράτησε για πολύ. Μια από τις λέαινες όρμησε καταπάνω του, τον ξάπλωσε στο χώμα και κάθισε πάνω στα σκέλια του. Τον βάτεψε δυνατά προσφέροντάς του έναν ανέλπιστο, ανεπανάληπτο οργασμό και έπειτα τον έγλειψε ολόκληρο με ευγνωμοσύνη.
-«Αυτό ήθελες μωρό μου; Γιατί δεν το ‘λεγες και με τρόμαξες;»
—–Η λέαινα τον αποχαιρέτησε με έναν δυνατό βρυχηθμό και ο Ντικ παρέμεινε για λίγο ξαπλωμένος προσπαθώντας να συνέλθει από αυτό που είχε βιώσει. Κοίταξε τα μπράτσα και τα πόδια του που ήταν γεμάτα γρατζουνιές και δαγκωματιές και στράφηκε στο άψυχο σώμα της Μπέλλα. Του φάνηκε λες και το πνεύμα της μετενσαρκώθηκε σε αυτή τη λέαινα και αναρωτήθηκε αν θα γινόταν κι εκείνος ένα απ’ αυτά τα ρωμαλέα λιοντάρια όταν θα πέθαινε. Όμως δεν ήθελε να συμβεί αυτό σύντομα. Σηκώθηκε και άρχισε να τρέχει για να βρει ένα κρησφύγετο. Κοντοστάθηκε λαχανιασμένος στον κορμό ενός μπάομπαμπ και δυνατοί βρυχηθμοί έφτασαν στ’ αυτιά του. Μια μανιασμένη λέαινα όρμησε καταπάνω του, τον ξάπλωσε στο έδαφος και προσπάθησε να τον βατέψει. Καταλαβαίνοντας ότι η στύση του είχε εξαφανιστεί, έπαιξε επίμονα το πέος του με τη γλώσσα της ενώ εκείνος πάσχιζε να την απωθήσει.
-«Ηρέμησε μωρό μου, τώρα είμαι κουρασμένος. Δώσε μου λίγο χρόνο και…»
—–Εκείνη όμως δεν είχε υπομονή να τον περιμένει. Μεθυσμένη από τον πόθο και δηλητηριασμένη από τον φθόνο για την φιλενάδα της που μόλις είχε απολαύσει το κορμί του, τού έδωσε μερικές δυνατές δαγκωματιές σε μια απελπισμένη προσπάθεια να αφυπνίσει τον ανδρισμό του. Το αποτέλεσμα φυσικά ήταν το ακριβώς αντίθετο. Τον άφησε κατακρεουργημένο καθώς ο λαμπρός αφρικανικός ήλιος βασίλευε στον ορίζοντα της αχανούς σαβάνας η οποία, παρά το πέρασμα τόσων εισβολέων, παρέμενε άγρια και αφιλόξενη για τον λευκό που νόμιζε πως μπορούσε να κατακτήσει την ψυχή της.





