-

Dali &

-


-








.

--.


.

./.


 
 

 

:


  Βιογραφικ

     Ο Μικλης (Μιχαλ) Γ. βλιχος ταν λληνας σατιρικς ποιητς και τκτονας απ τη Κεφαλλονι, απ τους τελευταους εκπροσπους της Επτανησιακς Σχολς. Μυθηκε στις αναρχικς ιδες στην Ελβετα, που σποδαζε και με την ελευθερφρονα στση του προκαλοσε συχν τη μνι των συμπατριωτν του Ληξουριωτν.  Ισοβως ιδεολογικς πολμιος του κλρου, της ανθρπινης αδυναμας κι γνοιας. Στο χρο της λογοτεχνας πρωτοεμφανστηκε με δημοσιεσεις σοννττων, λυρικν και σατιρικν ποιημτων, που αντιμετπιζε περισστερο ως ργανο κριτικς των ηθν του καιρο του, παρ ως λογοτεχνματα. σο ζοσε δεν εξδωσε ργα του, παρ τ' τι ταν ιδιατερα δημοφιλς στο αναγνωστικ κοιν. Τα παντ του συγκεντρθηκαν κι εκδθηκαν το 1976, εν προηγθηκε το 1959 η κδοση ενς μικρο τμου ποιημτων του. ταν αργτερα επστρεψε στο Ληξορι, ταξε σκοπ της ζως του την ηθικ και πνευματικ αναμρφωση των συμπολιτν του, την απελευθρωσ τους απ τις θρησκευτικς και κοινωνικς προκαταλψεις τους. Ως πλο σ' αυτν τον αγνα χρησιμοποησε τη στιρα, μα στιρα καυστικ, που γργορα του στρησε φιλες και συμπθειες και τον κανε να ζει μσα σε κοινωνικ και πνευματικ μοναξι. και τκτονας κυρως μως ταν προς και καταδεκτικς, συμπαθς δσκαλος κι αγαπητς φλος για τους Ληξουριτες, μως η καυστικ στιρ του απομκρυνε, στα τελευταα χρνια της ζως του, πολλος φλους απ κοντ του.

     Γεννθηκε στο Ληξορι στις 18 Μρτη 1844 και μεγλωσε σε περιβλλον ευνοκ για τη πνευματικ του ανπτυξη, απ τους επορους γονες, τον Γεργιο βλιχο του Θεοδρου (1807-28/10/1897), την Ειρνη Κουροκλη του Σπυρδωνος (1820-17/1/1845) κι εχε ναν αδελφ, το ζωγρφο Γιργο βλιχο. Απ παιδικ ηλικα δχτηκε την επδραση του Λασκαρτου, Ανδρα Μορφερρτου, των Ριζοσπαστν και σ' εφηβικ ηλικα ενθουσιζεται με τον αγνα τους και συνδεται φιλικ μαζ τους. Σποδασε στο εκε Πετρτσειο Γυμνσιο, χωρς να αποφοιτσει και μετ στην Ελβετα στο Πανεπιστμιο της Βρνης, που κι λθε σ' επαφ με τον αναρχισμ και τις ιδες του Κροπτκιν και του Μπακονιν κι γινε φλος του, καθς και μλος της A' Διεθνος -κατ μαν ανεξακρβωτη πληροφορα, συμμετεχε στα γεγοντα της Παρισινς Kομμονας. ζησε κποια χρνια στο Παρσι, τη Ζυρχη και τη Βενετα. ταν το 1872 επστρεψε στη πατρδα του, συνχισε και συμπλρωσε τη ποηση του συμπατριτη του Λασκαρτου, εστιζοντας τη λεπτ ειρωνεα του στον αγνα κατ της κοινωνικς αδικας, της θρησκοληψας, της πλουτοκρατας και του πολμου.
     Για να μικρ διστημα συνεργστηκε λογοτεχνικ με τους Παναγιτη Παν και το Βαλαωρτη -που κι αυτς εχε επηρεασθε απ τις διες ιδες, αλλ τις ξχασε ταν εξελγη βουλευτς Eπτανσων- υπρξε ωστσο πολ φειδωλς στις δημοσιεσεις και γι' αυτ το σνολο της δημοσιευμνης ποιητικς του παραγωγς (κυρως σοννττα) δε ξεπερν τις 100 σελδες. Στη περοδο 1912–1913 πντως, κανε τις τακτικτερες δημοσιεσεις του στο περιοδικ Ζιζνιο. Παρ την ευψυχα και την ισχυρ του προσωπικτητα, δεν κατρθωσε να επηρεσει αποτελεσματικ την επτανησιακ διανηση της εποχς κι εν, πως γρφει ο Γιννης Κορδτος, στην Αθνα η ποησ του εκτιμθηκε πολ, η ασφυκτικ ελεγχμενη απ τους πλοσιους και τους παπδες τοπικ κοινωνα τον οδγησε γργορα στην απομνωση. μεινε μχρι το θνατ του συνεπς στις αθεστικς κι αναρχικς θσεις του κι αποχαιρτησε τους φλους του με τα εξς τελευταα του λγια: "Μη θρηνετε, γιατ ο Μικλης πει στη ζω".



     Πολιτικ ταν οπαδς του Ληξουριτη ριζοσπστη πολιτικο Γεωργου Τυπλδου-Ιακωβτου, γνωστο με το προσωνμιο Γιωργαντρας, λγω της πληθωρικς παρουσας του στη Βουλ. πως κι εκενος, πστευε πως ο μεγαλτερος εχθρς του ελληνισμο ταν η Ρωσα, γι' αυτ και σατριζε δριμτατα τον Ελευθριο Βενιζλο, ταν αυτς πρε, στον Α' Παγκ. Πλ. το μρος της Αντντ, που τανε βασικ μλος η μισητ Ρωσα. Σγχρονος και συμπατριτης του Λασκαρτου, πστευε, πως κι εκενος, στην αναμορφωτικ κι ηθικοπλαστικ δναμη της στιρας. Η στιρ του δεν καταφεγει τσον εκολα στο γλιο, σο κενου. Εναι πιτερο σκυθρωπ, πικρ κι αιχμηρ ("...με πσσα και με θειφι γρφω"). Εν τοτοις κτω απ την οργλη στιρα κρβεται πντα τρυφερτητα κι ελεγειακ λυρικ διθεση, πως ταν ακριβς κι ο ποιητς ως νθρωπος. σοι τονε γνωρζανε, τον περιγρφουν ως εξαιρετικ προ και προσην. Ζοσε στη συνοικα του Αγου Δημητρου και στο σπτι του εχε δπλα-δπλα την εικνα του Αγου Ανδρα και τη προσωπογραφα του Μπακονιν για να υπενθυμζει στον επισκπτη πως ο νοικος του σπιτιο τανε σαρκαστς κι θεος. Σμφωνα, μως, με τους φλους του δεν ταν θεος, αλλ πστευε σε μα δετερη ζω και σ' να δικ του θε.
     O Mικλης βλιχος ρχισε γργορα να γρφει στχους και να ζει μνος σαν ασκητς. Παρμεινε αναρχικς και με τους στχους του σατριζε λα τα κακς κεμενα της εποχς. H στιρ του, δουλεμνη, μεση και καυστικ, στρεφτανε κατ πντων των δεινν του λαο. Δεν σκφθηκε ποτ να γρψει μια δικ του θεωρητικ ποψη και του αρκοσε να σατιρζει το θεομπαχτη, τον πατριτη, το φοροεισπρκτορα, το θρησκληπτο, το δικαστ, τον αστυνομικ, τον κυβερντη. Oι στχοι του ταν οργισμνοι κι εχαν εντελς προσωπικ φος που τους κανε να διαφρουν απ τους στχους των λλων σατιρικν ποιητν της εποχς. Το πιο φιλδοξο ργο του εναι το μακρστιχο σατιρικ ποημα Η Πινακοθκη της Κολσεως, που μεινε ημιτελς. Σ' αυτ φαντζεται τον εαυτ του σα ζωγρφο, που τον αγγρεψε ο διβολος να στολσει τη Κλαση με εικνες ψυχν σατανικν. Κατρθωσε τσι να ζωγραφσει τα πορτρατα των πλον μισητν του προσπων και να προκαλσει την οργ των συμπατριωτν του με τους καυστικος στχους του. Τα τελευταα χρνια της ζως του τα πρασε στο Αργοστλι. Συχν επστρεφε στην αγαπημνη γενθλια πλη του, με νοσταλγικ διθεση. "Το Ληξορι εναι οι φλοι μου", λεγε, στω κι αν οι φλοι του ταν πλον λιγοστο.
     Ο Μικλης βλιχος πθανε στο Αργοστλι στις 28 Νομβρη 1917, στα 73 του. Η σορς του διακομστηκε στο Ληξορι, που κι ετφη. Το φρετρ του υποβαστζετο απ νους του Ληξουρου που τον κλαψαν με πραγματικ συγκνηση καθς ταν ιδιατερα αγαπητς στην εκε νεολαα. Στη διρκεια της ζως του, δημοσευσε σκρπια τα ποιματ του σε περιοδικ χειργραφα γνωστ μνο σε λγους. Το 1920 γινε το πρτο μεγλο λογοτεχνικ αφιρωμα στο ργο του απ το περιοδικ Νουμς (9 Μη -βλ. παρακτω), εν μλις το 1959 κυκλοφρησαν 1η φορ συγκεντρωμνα τα ποιματ του απ το Χαρλαμπο Λιναρδτο. Kι αυτ γιατ πολ δσκολα μενε ικανοποιημνος απ τα γραπτ του, στε να τα δνει στη δημοσιτητα. Πστευε στη κοινωνικ δναμη της ποησης κι ειδικ της στιρας. ταν ακραιος νθρωπος, με σπνια συνεδηση, εριστικς και αρκετ μετριφρονας. Ποτ δεν υπγραφε τα ποιματ του με το πραγματικ του νομα, αλλ χρησιμοποησε περπου 30 διαφορετικ ψευδνυμα, αν κι απ το 1912-13 δινε ενυπγραφους στχους για δημοσευση στο περιοδικ Zιζνιο. Eχε λγους φλους και πθανε μνος, παραγνωρισμνος. χει κυκλοφορσει μνον να βιβλο με τα παντ του, που περιλαμβνει κριτικ πρλογο του Kωστ Παλαμ και μια πιτερο πλρης βιογραφα του απ τον Eπαμειννδα Mλαινο και κυκλοφρησε στην Aθνα το 1959. Τελευταα κυκλοφρησε ν ακμα βασικ βιβλο για τον βλιχο, απ το Βαγγλη Σακκτο.
    Πρκειται για να σατιρικ που στα ποιματ του αποφεγει το στομφδες φος και το παρωδε ταν το συναντ σ' λλους ποιητς, πως στο Βαλαωρτη, μνοντας πιστς στη Σολωμικ σχολ κι Επτανησιακ παρδοση. Διλεξε να ζσει σε ηθελημνη αφνεια και μετριοφροσνη εν πολλς φορς παρεξηγθηκε για κποιες πρξεις του. Η ζω του εναι να γραφο βιβλο και το σστημ του να μην αλληλογραφε με καννα το ονμαζε γραμματοαγραφα. Ακμα και το ργο του μετ το θνατ του ταν διασκορπισμνο και στη συνχεια γιναν προσπθειες συγκντρωσης των ποιημτων του. Αυτ οφελεται χι μνο στο γεγονς τι δεν ταν πολυγραφτατος, αλλ και στ' τι ταν πολ αυστηρς με τους στχους του και δσκολα μενε ικανοποιημνος απ αυτος, στε να τους δημοσιεσει να τους δσει στους φλους του κι εξ αιτας της μετριοφροσνης του μεινε για πολλ χρνια στην αφνεια.
     Απ μικρς βρθηκε σε εξαιρετικ κοινωνικοπολιτικ περιβλλον κοντ στον Λασκαρτο, τους Ιακωβτους, τον Ανδρα κι Ιωσφ Μομφερτο και τους Ριζοσπστες. Μη ξεχνμε τι το 1859 εκδδεται το ργο του Σολωμο συγκεντρωμνο απ τον Ικωβο Πολυλ. Ο βλιχος θα συνεχσει τη μεγλη παρδοση των Επτανησων. Γνρισε τον Ψυχρη με τον οποο θα 'χει επικοινωνα κι αργτερα καθς συμφωνον οι απψεις τους σχετικ με τη δημοτικ γλσσα. Το 1888 θα εμφανιστε ο Ψυχρης στα ελληνικ γρμματα που τα διδγματα θ' ακολουθσει ο Παλαμς. Εναι μια κρσιμη περοδος για την ελληνικ γλσσα και το γλωσσικ ζτημα, με αποκορφωση το κψιμο της μετφρασης του Ευαγγελου το 1901. Το Ληξορι που κατ την Ενετοκρατα υπρξε σπουδαο πνευματικ κντρο, στην εποχ του βλιχου βρισκτανε σε παρακμ. χει χαθε πια η παλι νθιση και τα Επτνησα χουν ενωθε με την υπλοιπη Ελλδα που επικρατε ο λογιοτατισμς του Αχιλλα Παρσχου. Αυτ εναι το κατλληλο κλμα για να αναπτξει τη στιρ του. Παρνει τη θση ελεθερου σκοπευτ και καυτηριζει με τους στχους του τα κακς κεμενα. Δηλνει το παρν και σχολιζει λα τα γεγοντα, χι μνο σε τοπικ εθνικ εππεδο. τσι το 1909 ενθουσιζεται με το κνημα στο Γουδ γρφοντας το ποημα Ανρθωσι αλλ την επμενη χρονι απογοητεεται ταν στις βουλευτικς εκλογς ο λας ψφισε τους διους βουλευτς που κατηγοροσε ως φαλους και διεφθαρμνους. Επσης, με αφορμ να βιβλο που λαβε με φουτουριστικ περιεχμενο που πως λεγε δε μποροσε να καταλβει, δε δστασε να εκφρσει την αρνητικ του ποψη για το φουτουρισμ γρφοντας στην ιταλικ γλσσα επγραμμα που σατιρζει το ιταλικ αυτ λογοτεχνικ κνημα. Στη συνχεια η Εστα αναδημοσιεοντς το θα σχολισει τι ο βλιχος εναι νας εκ των ευφυεστρων και πλον εμπνευσμνων επτανησων σατιρικν.
     λλο να απ τα στοιχεα που τον χαρακτριζαν ταν το γεγονς τι ταν τκτων κι αυτ ταν η αιτα να περιοριστε ακμα περισστερο ο κκλος των συναναστροφν του εφσον κτι ττοιο εκενη την εποχ καταδικαζταν σε κοινωνικ απομνωση. Ωστσο, αυτ δεν εμπδιζε το θρησκευτικ του ασθημα. Στον Α' Παγκ. Πλ. η Ελλδα μπανει στη Παγκσμια σρραξη το 1917 μετ απ ναν Εθνικ Διχασμ (Βασιλις Κωνσταντνος - Βενιζλος) κι θαλσσιο αποκλεισμ απ τους Αγγλογλλους. Η απβασ τους στη Κεφαλονι απ το 1916 οδγησε το νησ σε λλειψη τροφμων, εν υπρξαν κι αρκετ θματα απ τη πενα. Ο βλιχος ξεσπ σε δριμτατους, πικρχολους, σαρκαστικος κι ειρωνικος στχους. Ο πλεμος τον εξοργζει ειδικ ταν βλπει τον τπο του να ρημζει. δικα κποιοι τον κατηγρησαν για φιλοβασιλισμ και Καζερο-Γερμανολατρεα.
     Ο Μικελκης, πως του ρεσε να τον φωνζουν (καθς η κατληξη -κης ταν τιμητικ), ζησε σημαντικ γεγοντα που διαδραματστηκαν εκενη την εποχ κι ρθε σε επαφ με εξχουσες προσωπικτητες και κινματα που επηρασαν την ιστορα. Μετ την οριστικ επιστροφ του στο Ληξορι ασχολθηκε με τη στιρα. Οι φιλες του τανε πνευματικς και λγω της καλλιργεις του περιορισμνες. Επσης, εναι γνωστ η αλληλογραφα του βλιχου με τον Παλαμ, που ταν πληροφορθηκε το θνατ του μιλ μ' επαινετικ λγια για τη προσωπικτητα και το ργο του στο ρθρο του Οι παραγκωνισμνοι, κεμενο που παρατθεται ως κριτικ σημεωμα στην κδοση του Χ. Λιναρδτου, Μικλη βλιχου Τα Ποιματα. Ανατη αρρστια που επιδεινθηκε απ το ναυτικ αποκλεισμ του νησιο απ τους Αγγλογλλους και την λλειψη τροφμων, τον οδγησε στο Νοσοκομεο Αργοστολου. Με το θνατ του σβησε κι ο τελευταος εκπρσωπος της Σολωμικς Σχολς.

     Στο μεγλο ποημ του Πινακοθκη Της Κολσεως, που κλαση εναι μια μαυροφορεμνη γυνακα κι ο διος ο ποιητς νας ζωγρφος, που του ανατθηκε η διακσμηση του σαλονιο της, ζωγραφζει τις προσωπογραφες λων των προσπων που μισε, μαζ και του αδερφο του, με αποτλεσμα να εξεγερθον εναντον του οι συμπατριτες του κι αναγκστηκε αν κι ταν ηλικιωμνος κι ρρωστος, πασχε απ χρνια αδρνεια των εντρων, να εγκαταλεψει το Ληξορι και να εγκατασταθε στο Αργοστλι. Το φθινπωρο του 1917 ασθνησε και λγω του ναυτικο αποκλεισμο που εχε επιβλλει στο νησ ο αγγλο-γαλλικς στλος, νοσηλετηκε στο νοσοκομεο του Αργοστολου, που και πθανε, χωρς να προλβει να ολοκληρσει το ργο.
     Το 1877 στερα απ τις δεκαετες σπουδς στην Ευρπη, για λγους υγεας μεινε στην Κρκυρα και σε ηλικα 34 χρονν εγκαταστθηκε οριστικ στο Ληξορι. Αν και ταξδευε αρκετ, παρμεινε τπος ανθρπου που επιθυμε να ζσει και να πεθνει στον τπο που γεννθηκε. Μιλοσε ριστα Ιταλικ, Γαλλικ, Γερμανικ και Ισπανικ, τα οποα διδχθηκε απ το φλο του Αγαμμνονα Λοβρδο, μπορο στη Βαρκελνη. πως χαρακτηριστικ τνισε στο επικδειο ρθρο του για τον βλιχο ο Παλαμς: "Δικειτο δυσμενς προς το υφιστμενον κοινωνικν καθεστς και εμσει την στρατοκραταν και τον πλεμον".
     Εναι ο τελευταος εκπρσωπος της Επτανησιακς ποιητικς σχολς και συνεχιστς του ργου του Λασκαρτου, αν και δεν διαθτει οτε τη δναμη οτε την εκφραστικ ευστοχα του. Το ποιητικ του ργο, εναι λιγοστ, καθς μετ βας ξεπερν να βιβλο 100 σελδων. Σπνια υπγραφε τα ποιματ του και χρησιμοποησε περ τα 25 διαφορετικ ψευδνυμα, πως "Φιλαλθης Ατσαλνιος", "Μοναχς Ακκιος Παιγνιδογτσουλος", "Ενας ειλικρινς Ριζοσπστης", "Ιερεμας Περδρομος", "Σφογγαρκης", "Αμν", "Χλωροκοκης", "Τρελλκης", μως απ την περοδο 1912-13 δινε ενυπγραφους στχους στο περιοδικ Zιζνιο. Τα ποιματ του ταν ανκδοτα σκορπισμνα σ' εφημερδες, περιοδικ και χειργραφα, που εχαν οι φλοι του.
     Θεωροσε τη στιρα κριτικ κι λεγε χαρακτηριστικ "...Για να σατιρσεις να πρσωπο, σημανει πως του κνεις πρτα κριτικ και το συμπρασμ σου το λες με στχους". Ο Βλσης Γαβριηλδης, ιδρυτς, εκδτης και διευθυντς της αθηνακς εφημερδας Ακρπολις τον εχε ονομσει "Αρχλοχον" και "λαξευτν του στχου", εν λεγε για το ργο του ποιητ "...αν μαν ημρα ιδον το φως τα ποιματα του βλιχου, νας πλαντης πρτου μεγθους θ' αναλμψη στον Ιονικν ορζοντα...". Γλσσα του ργου του εναι η δημοτικ, την οποα θεωροσε προγγελο της εθνικς αναγεννσεως και στα ποιματ του παρουσιζεται ως αντπαλος του καθαρευουσινου Γιργου Μιστριτη και φλος του πατριρχη του δημοτικισμο Γιννη Ψυχρη. Απ την αλληλογραφα του, την οποα δημοσευσε ο Γιργος Αλισανδρτος, προκπτει τι εχε αναπτξει φιλα και με τον Παλαμ, τον οποο εχε καλσει για επσκεψη, στο Ληξορι. Στη ποησ του μεινε θαυμαστς του Σολωμο, διατηρντας επιμνως τη λεγμενη επτανησιακ παρδοση (που κποιοι τον ορζουν ως τον τελευταο εκπρσωπο) και πντα εναντιομενος στο στομφδες φος των συγχρνων του ποιητν.
    μεινε μχρι τις τελευταες του ημρες δημοτικιστς, εκ πεποιθσεως μετριφρων ("οτε η τωροφημα οτε η υστεροφημα με γνοιζουνε") και συνεπς στις αναρχικς θσεις του (που τις βλεπε κυρως ως ργανο υπρτατης αριστοκρατας κι απαλλαγς των ανθρπων απ προλψεις και δεισιδαιμονες), χι μως και στις αθεστικς, καθς συχν παλινδρομοσε μεταξ της κλασσικς αθεας και μιας εξιδανικευμνης εικνας για τον Χριστ (μαρτυρεται τι πνω απ το γραφεο του το πορτρατο του Μπακονιν στεκε δπλα στην εικνα του Αγου Ανδρα). ταν πληροφορθηκε τον θνατ του, ο Παλαμς επανεσε την προσωπικτητα και το ργο του στο κεμενο Οι παραγκωνισμνοι. πως σημεινει ο Μ. Παπαωννου (Μιχλης Παπαωννου) στο Ριζοσπστη (9-10/7/75), "ο βλιχος ζησε στη σκι του πολυακουσμνου συμπατριτη του Ανδρα Λασκαρτου. Κι οι δο τους Ληξουριτες. μως, εν ο Λασκαρτος κατχτησε την πανελλνια δξα, γινε δεκτς και στην Αθνα, ο βλιχος μεινε ριζωμνος στη γενθλια γη και πρασε τη ζω του αθρυβα, με συντροφι τους μαθητδες, τους καλος του φλους, και με το γλυκ κρασκι μας μας και με τη μουσικ μας". νθρωπος του 19ου αινα, της βιοτεχνικς, εμπορικς πλης, που δεν χει αποκοπε ακμη απ την αγροτικ ενδοχρα. Το ταβερνκι ταν το κντρο της πολιτικς και κοινωνικς ζως. Οι ιδεολγοι του ποτηριο απλο, γνσιοι νθρωποι, με κποια προσωπικτητα δεν εχαν ακμη επηρεαστε απ τα ψετικα στολδια, δεν εχαν ακμα σκλαβωθε απ τις μικροαστικς μηχανικς συνθειες.
     Στα 1844 γεννθηκε και πθανε το Νομβρη του 1917 -θμα του αποκλεισμο κι αυτς. Ο Λασκαρτος εχε γεννηθε 33 χρνια και πθανε 16 χρνια νωρτερα απ τον βλιχο. Η μακροζωα του Λασκαρτου -πθανε στα 1901- τους κνει σγχρονους. Εναι κι οι δο αναθρεμμνοι με το πνεμα της Γαλλικς Επανστασης, μνο που ο βλιχος προχρησε παραπρα. Η θαυμαστ διαγεια του νου του φανεται να εναι παθλο των σπουδν του στην Ευρπη. Ευρωπαος, λοιπν, απ τους πρτους ουτοπικος σοσιαλιστς μας. 12 χρνια νετερος απ τον λλο συμπατριτη του ουτοπιστ σοσιαλιστ, τον Παναγιτη Παν, που μλλον πρπει να θεωρεται κι ο πρτος σοσιαλιστς ποιητς μας. Λγα γραψε ο Μικελκης βλιχος, μα δε λεπει απ καμμι ανθολογα. Κι ανκει σε κενους που πραν τη σελδα τη σελδα τους στις ανθολογες με το σπαθ τους. Η στιρ του εναι ,τι καλτερο διαθτει η παρδοση στην Ελλδα: Λασκαρτος, Παλαμς, Βρναλης κλπ. Γι' αυτ κι εναι νας απ τους θεους της γραμματολογας μας, απ τους πρτους σοσιαλιστς ποιητς μας.


_________________________
     Γεννθηκε στο μικρ Ληξορι, που φανεται πως το νερ του χει το αλτι εκενο, που πρε κι αυτς μαζ με τον λλο συνδελφ του στη Στιρα, το Λασκαρτο, και το 'ριξε στα τραγοδια του για να τους δσει τη θεα νοστιμδα, που σο κνεις τα διαβζει τσο και του ανογει, η ρεξη. Γεννθηκε στα 1844, τα πρτα γρμματα διδχτηκε στο Πετρτσειο Λκειο τον Ληξουριο κι στερα τλειωσε τις σπουδς στο Πανεπιστμιο της Βρνης της Ελβετας. Γρισε στα σπουδαιτερα κντρα της Ευρπης (Παρσι, Ζυρχη, Βενετα κτλ.) μελετντας διαρκς τη σγχρονη κνηση, των γραμμτων. Στη Βρνη ττε θριμβευε ο Ρσος αναρχικς Μπακονιν, που οι θεωρες χι λγη επδραση φεραν στον βλιχο και μ' αυτς τις θεωρες εχε μορφσει το χαραχτρα του, χαραχτρα επαναστατικ, χαραχτρα αναμορφωτικ που μισοσε τη σαπλα, ιδως την κοινωνικ κι θελε το γενικ ξερζωμα στο συνηθισμνο καθεστς, στηρζοντας τη γνμη του στο αθνατο δδαγμα "Πρπει να εσαι κι χι να χεις, γιατ ταν εσαι, χεις, εν ταν χεις μπορε να μην εσαι". Επιστρφει στο Ληξορι και ζει με περιορισμνες σχσεις, περιστοιχισμνος πντα απ μερικος θαυμαστς του, που τον περιβαλαν με μια ανεχτμητη αγπη, ζει περιορισμνος, γιατ παρεξηγεται απ τον πολ λα, που ακμα δεν του 'χουν πσει απ' τα μτια του τα σγνεφα της νχτας, του σκοταδισμο, της ψευτις και δεν μπορε να διακρνει τον λιο της αλθειας, παρεξηγεται κθε του λξη εδ κθε του κνηση, σε ττοιο σημεο, που θυμμαι κποιον σοβαρν μλιστα γραμματιζομενον, να λει: "Τι τον πλησιζετε τον μασνο, που για περιφρνηση χει στο σπτι του κρεμασμνο ανποδα το Χριστ". Και τι ταν αυτ; Μια εικνα ζωγραφισμνη απ τον αδερφ του βλιχου, ζωγρφο και παρστανε τη σταρωση του γιου Αντρα, που σταυρθηκε ανποδα. Παρεξηγετο γιατ με τα λγια του και τα αθνατ του τραγοδια τανε μστιγα σε κθε σπιο, σε κθε κτροπο ετε στη πολιτεα ετε στη κοινωνα, ετε στη θρησκεα, που κεραυνοβολοσε ακατπαυστα τους ψετικους τπους, τους ασυμββαστους με τα λγια του Χριστο και την υποκρισα των παπδων, απ τους οποους κανες δεν τνε χνευε, γιατ με φαρμκι, μπορ να ειπ, χυνε λη του τη χολ για να τους κατηγορσει με την ιδα -την αλνθαστη ββαια και γενικ απ τους ξυπνους ανθρπους παραδεγμνη- πως αυτο με τα ργα και τα λγια, τους καταστρφουν το σκοπ τον ηθικ, τον ιδεδη του Ναζωραου κι εναι αναχρονισμς μες στη λογικ.
     Το σπτι του, στη ρομαντικ συνοικα του Αγ. Δημητρου, ταν το σπουδαστριο των λγων φλων του κι εκε μσα ετελετο η θεα πραγματικς μυσταγωγα με τ' αθνατ του διδγματα, που ποθοσε να μας τα λει σε στεν κκλο, αλλ ηθικ, -πως λεγε- και τ' ακοαμε με θρησκευτικ ευλβεια, παρνοντας απ' αυτ τα θεμλια, τ' ακλνητα, να διαμορφσουμε χαραχτρα γρανιτνιο, καθς μας το 'λεγε κι ο αλησμνητος ποιητς. Καθαρς και μωμος καθς τανε στη συνεδηση, καθαρς ταν και στο σμα και στο φαγητ του μχρι σκολαστικισμο, -πρμα που τον κατντησε ενοχλητικ σε λα τα ξενοδοχεα, που βρμικες συνεδησες εχαν συνδυαστε με τη γενικ σε λα, τρφιμα, ροχα αγγει κτλ., βρμα. Στην απομνωσ του απ την λαλη κοινωνα, εντρυφοσε και δημιουργοσε μια ζω ολκερη, απεικονισμνη με δυνατ χρματα στους στχους του. Συζητοσε κι δειχνε αμσως τη φιλοσοφικ του σκψη, μισοσε την επδειξη, τα επιχειρματ του σαν ακαταγνιστα, κι που συναντοσε εμπδια, εκε τανε υπροχος, εκε θαυμζαμε τον αληθιν, τον ανκητο παλαιστ· δεν ενικοσε, εσντριβε τον αντπαλο· που συναντοσε την αδυναμα συνδυασμνη με την παρλογη ισχυρογνωμοσνη, δεν εσπαταλοσε τον πολτιμ του χρνο, αλλ παυε τη συζτηση με το αθνατ του απφθεγμα: "Λεπει η μηχαν και το υλικ, δηλαδ το μυαλ και η μρφωση".
     γνωστος σχεδν, γιατ εχε την ιδιοτροπα να μη δημοσιεει σχεδν τποτε, επειδ εχε μορφσει τη γνμη πως δεν πρπει να δημοσιεει κανες τποτε, που πιθανν στερα ν' αναγκαστε ναν το αλλξει· γνωστς μως στο φιλολογικ κσμο, που τον εχαν σε μεγλη εχτμηση και σεβασμ και ιδως ο ποιητς Παλαμς, που σε κποιο του τραγοδι τον γραψε "συνδελφο ποιητ" για να λβει ευθς αμσως την ακλουθη απντηση (Το ποημα του Παλαμ "ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ Μ. ΑΒΛΙΧΟ ΤΟΥ ΛΗΞΟΥΡΙΟΥ" κι η απντηση του βλιχου "ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΠΑΛΑΜΑ, -ΑΠΟΚΡΙΣΙ ΕΙΣ ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ" δημοσιετηκαν στο 464ο τεχος του περιοδικο "Ο Νουμς", στις 28 του Γενρη 1912):

Συνδελφο με κρζεις ποιητ,
εσ, πηγ δατος αλλομνου,
νμα ψαλμο ζως, πατρδας ανου,
που αινια Ελλδα βουζει θαυμαστ.

Κι μποτες απ' αυτ να ποτιστε
το χμα αυτο του τπου του καμνου!
Και να 'ναι κι η βουλ του πεπρωμνου
ξαν με δφνες νες να στολιστε!

Μα εγ εμαι ρημου βρχου μια βρυσολα
που ρημη ρει σ' ρημο γιαλ
και ρει σαν να κλαει την ερημι της…

Και μνο νχτα μρα βρδυ, αυγολα
κρνει με του πελου το βογκητ
σαν ρτει φτερωτς να πιει διαβτης….

     Μσα στην οποα φανερνεται η μετριοφροσνη του ποιητ κι ο πθος του για την Ελλδα μας, που την ποθοσε και κενος δαφνοστολισμνη με δφνες αμραντες, αληθινς και συχν, βλποντας την αδυναμα και την δικη καταφρνεσ της, κλαει με πικρχολα δκρυα. Η δυστυχα τον συγκινοσε, η φτχεια του προκαλοσε τα σπλαχνικ του δκρυα και συχν τον ακοαμε να λει: "Του ποιητ αχριστς του σντροφος πρπει να εναι η συμπνεση και τα δκρυα".



     Εχε στιγμς που βυθιζνταν σα σε κσταση που κποιο τυχαο περιστατικ του αφαιροσε λη του την προσοχ και ττε κρεμιμαστε απ τα χελη του· ταν η στιγμ που η ψυχ του χυνε τα πιο γλυκ της μλια, και μεις αχρταγα, σα φιλπονες μλισσες, τ' αρπζαμε και τα αποθηκεαμε.
Πολλ ττοια περιστατικ μας δωσαν να εννοσουμε τη δναμη της σκψης του· σαν τα εξς: στην αρχ του Ευρωπακο πολμου, που κυριολεχτικς με την κρηξ του τον καμε, απ τη φρκη και τον αποτροπιασμ του, νευρικτατο, σε τρπο που να μην χει ποτ ησυχα, καθμαστε στο παραλιακ καφενεο του Ληξουριο και βλπαμε να αεροπλνο που πετοσε, κι ακοσαμε απ το στμα του ποιητ: "Ο νθρωπος κατρθωσε να γνει πουλ και ψρι (αεροπλνο και υποβρχιο), μα ακμα δεν κατρθωσε να γνει νθρωπος". Και το λλο: Τον ρωτσαμε αν καμαν καλ οι σοσιαλιστς ν' αναμιχτον στον πλεμο κατ το 1914 κι αν θα ζημιωθε χι απ' αυτ την ανμειξη ο σοσιαλισμς κι απ ττε μας δωκε την απντηση. "πρεπε ν' αναμιχτον γιατ η στρατοκρατορα θαν τους σφαζε σαν το Ζωρς· ο σοσιαλισμς θα νικσει, γιατ πρπει ο πλεμος να χτυπηθε δι του πολμου το χακ δι του χακιο". Ο πλεμος και μλιστα μεταξ χριστιανν, του προκαλοσε την υπρμετρη πκρα, που θαυμσια τη ζωγραφζει στα δυο του ακλουθα ποιματα. Το να το καμε στην πρτη παρκληση που γνηκε το 1912 στη Μητρπολη του Ληξουριο και διαβστηκε η ευχ της Ιερς Συνδου κατ των εχθρν της Ελλδα, το επιγρφει "Η πρτη παρκληση το βρδυ με την κρυξη του πολμου μας" και λαβανει αρχ απ το ρητ του αποστλου Παλου: "η δε δναμις της αμαρτας ο νμος" και λει:

Φωτοπεριχυμνη η εκκλησι
μσα με φβο του Θεο γυρεουνε
-Ν κ α ς   κ α τ    β α ρ β ρ ω ν- να μας δσει,
κι απ' ξου κτι βρμικα σκυλι
σκουρδουμπελοκοπντας σκαρδακεουνε
χωρς Π α τ ρ δ α και Θ ε και γνση!
Πστε μου τρα, ανθρποι λογικο,
μσα απ' ξου εναι η λογικ;
Και εν απ μσα αντηχει το Α μ ν,
των σκλων εναι το Ε ι ρ ν η   υ μ ν:
κι απ την αναρχα χετε τρμο
μη μοισουμε τα ζα χωρς το νμο.

     Και το λλο, που το 'γραψε στα Χριστογεννα του 1914 και τ' αφιερνει "στον Ππαν της Ρμης Πον για τις προσπθεις του για την ειρνη", και λει:

Δεν εν' αλθεια… Εν' νειρο κακ!
τ' ανθρπινο αμα ρει ποταμς,
κοκκνησε κι αυτς ο ωκεανς.
Δεν εν' αλθεια ττοιο ξαφνικ!
Καονται χρες… νειρο φριχτ!
Η γη εναι φλγες… ο ουρανς καπνς!
Κι γρια Σ τ α υ ρ    σ υ ν τ ρ β ε ι    λ λ ο ς   Σ τ α υ ρ ς!
βγκος ο αρας, ψυχομαχητ.
Κι νωθεν μνος γιος αντηχει:
Χ ρ ι σ τ ς   γ ε ν ν τ α ι -του Κυρου η χρις-
αγνς αμνς της παναγας αγπης…
Μα απ τον δη ο Σατανς γελει
που ακμα εναι Θες του κσμου ο ρης,
κι ως κι ο Πολιτισμς μγας χασπης!

     Τη δξα του πολμου την καταφρονοσε και ζητοσε τη δξα στη βιοπλη για την ηθικ ανψωση της κοινωνας και πονοσε λαχταριστ σε στιγμς που μθαινε πως καννας νθρωπος των γραμμτων πεφτε θμα της λσσας του πολμου· και την πκρα του αυτ τη την αφνει κατκαρδα να φανεται στα δυο του ακλουθα τραγοδια. Το πρτο το στρνει στο φλο του Ψυχρη, στο Παρσι, κλαοντας το θνατο του γιου του στο μτωπο το Γαλλικ. Το επιγρφει: "Στον Ψυχρη, για το θνατο του παιδιο του στον πλεμο, γκαρδιακ συλλπημα".

Κατρα να 'χει ο πλεμος
που τους βλαστος θερζει,
κατρα, η Δξα η μταιη
που σπρνει συμφορς,
που αγαπημνα αντργυνα
σκληρ τ' αποχωρζει!
και που γονων απνθρωπα
σουβλζει τις καρδις!..
Σε σε, πατρα δστυχε,
τα λγια ετοτα λω,
στο σκοτωμ του τκνου σου
με θλψη της ψυχς,
και τον αγιτρεφτο χαμ
—φλος— μαζ σου κλαω
ποτρι που σε κρασεν
ο πλεμος να πιεις!…

     Και τ' λλο αφιερωμνο στο Μαβλη, ταν σκοτθηκε στο Δρσκο. Το επιγρφει: "Ο καημς μου για το χαμ του φλου μου Μαβλη που στη μχη στο Δρσκο εσκοτθηκε".

     Παρνει κατπι κποιο γαλλικ απφθεγμα, το εξς:

"Heureux, qui pour la gloire et pour la liberté dans l' orgueil de la force et l'ivresse du rêve, meurent ainsi d'une mort éblouissante et brève (La morte de l'aigle)" και λει:

Μα η φιλα κλαει, κλαει, κλαει…
γιατ τη θλψη η Δξα δεν κοιμζει!

Μαβλη μου! Αχ, ο κσμος σε φημζει
και την αξα κι αρετ σου λει,
κι ο ηρωικς σου ο θνατος του εμπνει
εγκμια και με δφνες Σε στολζει!

Και μρτυρα -Ποιητ- Σε αθανατζει
μα η φιλα κλαει… κλαει… κλαει…
κι αφ' τον καημ θερμ το δκρυ ρει
που η Δξα σου τη θλψη δεν κοιμζει!

Μαβλη μου! αχ, λεγα εγ σαν γρος
εμ η γλυκι φιλα σου πως θα κλψει!
κι ξι Σου λγια πνου δεν ευρσκω…

Κι ερηκε η Μορα απντεχο να μρος
μες στη φωτι, στο Δρσκο να σε θψει,
και ναν το στσει Δξας οβελσκο!

     Επαναστατοσε η συνεδησ του και μισοσε -μπορε να πει κανες- και μια τξη ανθρπων, που χωρς να 'χουν να προσφρουν τποτε στον πλεμο, λο για πλεμο μιλοσαν, κι ναν ττοιον παρνοντας μοντλο, ρχνει σ' αυτν το φαρμκι του, φαρμκι στην καρδι, που λινει τον αντπαλο στα πδια του και τον καταντει τλειο πτμα· το επιγρφει: "Ο μοχθηρς Ψευτοφιλπατρις"

Το πρσωπ του εκενο το γιωμνο
που της καρδις του δεχνει τη σκουρι,
το γλιο το κρυφ και λυσιασμνο
που η δυστυχα των λλων του γενν.

Το φθονερ του μτι το σβησμνο,
που δεχνει βουλιμι για συμφορ,
μας εξηγον γιατ' εναι διψασμνο
τ' αχελι του και πλεμο ζητ.

Διψει να ιδε στα μαρα φορεμνους
πατρες και μανδες που μισε,
να τους ιδε στα δκρυα τους πνιγμνους.

Θα 'ναι δροσι στην ρμη του ψυχ…
Για τοτο υπρ Πατρδος σκοζει-κρζει
ρνιο, που για κουφρια αναστενζει!

     Οπαδς πιστς των ιδεν του μεγλου πολιτικο του Ληξουριο του Γιωργαντρα Ιακωβτου, που μνο εμπδιο στα νειρα της Φυλς -χι και τσο δικα- βλεπε τη Ρωσα, την αρκοδα με τους χαχλους της, βρισκτανε σε διαρκ παροξυσμ απ την αρχ του ευρωπακο πολμου, φανταζμενος τον προσανατολισμ μας με το μρος της Αντντ, που 'χε συνεργτη τη Ρωσα, τλεια καταστροφ στα ιδανικ μας· και γι' αυτ, διαφωνντας με την πολιτικ του προδρου της Κυβερνσεως, σατιρζοντας την πολιτικ ιδεολογα του δειχνε της ιδικς του ψυχς τους στοχασμος. Κι γραφε, ττε που μας καλοσαν οι Σμμαχοι στα Δαρδανλια:

               Η Πλη

Δεν σωνε η Ελλδα μας μον
…………. την Πλη για να πρει,
κι αφο την καταφραμε διπλ
την κρζουν στα μπουγζια για φανρι.
Απνου κτου και για ψαρτικ
το ιστορικ να ψλει το τροπρι,
"τ η   υ π ε ρ μ χ ω" κι τσι λου-λου εκε
με την Αντντ η Αρκοδα να μπουκρει.
Κατακαημνη Πλη! τι εναι ετοτα
(που για σε το Γνος αινες τρμει)
για ενς ψευτομεσσα τη μεσιτεα,
και για μπαξσι λγη Μικρασα,
βγανοντας απ' του Τορκου το χαρμι
να γνεις του Χαχλου Μαντενοτα.

     Με το φβο μες στη ψυχ, μπως με τη νκη της Αντντ ανοξει το αχρταγ της στμα η Ρωσα και μας καταπιε, κατντησε αμελικτος κατγορος, γι' αυτ και μνο το ζτημα, του αρχηγο της Φυλς, τον οποον εθερει ξυπνον καθ' λα τ' λλα, αλλ πως πφτει σε βυσσο με την πολιτικ του. Μ' αυτν την αφορμ και χωρς ποτ ανθικο σκοπ, συμφρο υστεροβουλα, απ αγν αντθεση γνωμν, ετντωνε το τξο του και χτυποσε σε κθε περσταση πο' 'βρισκε την πολιτικ του Κυβερντη, παρνοντας σχεδν πντα τα Δαρδανλλια βση κι γραφε: "Το καφτ μου δκρυ εμπρς στα Δαρδανλλια, αφιερωμνο στη μνμη του Γεωργου Ιακωβτου".

Εγ 'μαι, σαρκαστς, εγ 'μαι εμπαχτης.
Γελω και το κκκινο το αυγ
και μνο πως δεν εμαι θεομπαχτης,
απ κακ κεφλι μου κι αυτ.

Ως και με την αρρστια μου, τα γλια
τα σκω, σαν ο πνος μου περνει.
Κι ωστσο εμπρς στα Καψο-δαρδανλλια
τρα καφτ το δκρυ μου κυλει.

χι γι' αυτος που ο πλεμος θερζει
να κμουν Πσχα ψρια και πουλι,
Αφο κι η Θεα Πρνοια φροντζει
με δκιο και γι' αυτ της τα παιδι.

Μα εδ που η Αντντ κουβλησε αφ' τα πρατα
της οικουμνης στλους και στρατεματα.

και του Σ τ α υ ρ ο της σπασε τα κ ρ α τ α…
(που απ κουκ και μεις να μπομε στα αματα,)

εδ, εδ της τχης μοχθηρα!…
Με της Αντντ τας τ η λ ι κ α τ α ς    τ τ α ς!
Κι ναν του Γνους που 'χαμε Μεσσα
βγκε κι αυτς, αλμονο, Κλουβτας!

     Και σ' λλο τραγοδι πλι σαρκαστικ γραφε· το επιγρφει "Ο υπερντρτνωτ Μεσσας" και το αφιερνει "Εις το σεσωσμνο τρα πλον Ελληνικ Γνος" και λει:

τι ντως εναι υπερντρτνωτ ο Μεσσας.
ο Κριος Βενιζλος σοβαρς,
τσοι το δεχνουν -χι νας Σταυρς,
Κι ο Ελληνικς κι ο Μγας της Γαλλας.
εν να μνον λαβε ο Χριστς,
και ξλινον κι αυτν κι νευ ταινας.
Και τρα εν οι Εβραοι στις προφητεες
βλουνε τα γυαλι τους και κοιτξουνε,
τις οδε… Μπως χουμε αμαρτες
και μες το, Θε καλ, μας τον αρπξουνε.

     Τη δναμη μως του σαρκασμο του τη δεχνει στο ακλουθο, που το επιγρφει: Condensed actuality - Κραυγ περ δικαου

Αφο κατ βαρβρων Γερμανν
δε θλησε η Ελλς να πολεμσει
Δκαιον βρσκω τον αποκλεισμν
και δκαιον απ πενα να ψοφσει.

Μα το φτωχ το ζο να πεθανει
της πενας για δικ μας μοχθηρα!
Σκεφτετε το, Λαο πολιτισμνοι….
Σ' αυτ, φοβομαι, γνεται αδικα.

Σεις χετε εταιρεες για τα ζα….
-Ερεξομαι προς τατας μετ θρρους,
Ερρτω ο πταστης! σσατε τ' αθα
τ' λογα, τα μουλρια, τους γαδρους…

Δκαιον μως ο οκτος ν' απλωθε
κι εις τους εκ του ποιμνου του Μεσσα,
κι αθους κι αυτος, δικαως να τους δεχθε
στην Κιβωτ της μσα η σωτηρα.

     Κι η επανσταση του 1909 δεν τον αφκε αδιφορο. Στην αρχ την δχτηκε με μεγλη ευχαρστηση, αναμνοντας να ιδε, καθς λοι μας, κποιο ευχριστο αποτλεσμα, μα μως, καθς εδε πως οι αξιωματικο στο τλος φρντισαν μνο και μνο για σιρτια -αλμονο μας αν μχρι στο τλος μεναν οι διοι να διευθνουν, και δεν ευρισκτανε ο απ μηχανς Θες ο νος της Κρτης Επιμενδης, να πρει στα χρια του το τιμνι- ττε κι ο ποιητς αφνει τη μοσα του λετερη και με δναμη Αρχιλχειο την καφτηριζει με 3 του πολ φαρμακεμνα τραγοδια. Το να το επιγρφει:  "Το Μπουσουλτο"

Αυγοστου δεκαπντε "Ανγκη ειλικρινεας"
να γουδ τα πντα κνει τρμματα.
Οκτ Αυγοστου πλι δια θαυματουργας
τα πντα βγανουν σα, μα βλαστμα τα.
Προς δε βγανουν και μνουν χλιες οργις σιρτια
γιατ αν δεν περισσεουν δεν πνε εμπρς τα σπτια.

     Σατιρζει με δυνατ αγανχτηση τα ρθρα της εφημερδας Ο Χρνος που εχαν την επιγραφ "Ανγκη ειλικρινεας", το Γουδ, την εθνοσυνλευση και τελευταα τους προβιβασμος των αξιωματικν. Το λλο το επιγρφει: Η ανρθωση (Κδρο)

Της αρετς και της τιμς τ' ασκρι
σρνει στην καταδκη μ' απονι,
τη μοιχαλδα τη φαυλοκρατα
να την λιθοβολσει,
και σ' λο αυτν τον χραντο ντουνι
(που φανουντ' λοι ανθρποι απ' λλο αστρι)
δε βρσκει η δυστυχι της ευσπλαχνα
και μτι να δακρσει.
Και μια γλυκι μαζ της καν στιγμ
κανες δεν της θυμται περασμνη.
Ο νμος εναι Μωυσς… Πυγμ,
Βαρετε της -Η ανρθωση να γνει!

     Και σαν επακολοθηση για τοτο, γρφει το λλο και το επιγρφει: "Ο σκασμς μου".

Κι ομπρς στο κδρο τοτο ο ποιητς
που ζησε κουτ σαν ασκητς,
και μτε τη ματι της
σαν να' τανε σακτης
δεν λαβε την τχη ν' αντικρσει·
σκει κι αυτ γιατ να μη γλεντσει…
αφο… κι αφο με μια καλ μπουγδα
ση κι αν χουν λρα κι απλυσι
βγανουν τα ροχα κρνα στην ασπρδα,
κι αφο με το λες της κι η Εκκλησι
νηστεσαντας και μη
λους στερν γραμμ
μ' να κερ στο Πσχα ισοπεδνει…
Κι τσι κι αυτς με τη στερν του γνση
επ τη πολυελαω μας ανορθσει,
λο το παρελθν του φασκελνει.

     Το γρυπν του μτι δεν αφκε τποτε ταχτο, αχτπητο· η κοινωνικ και πολιτικ αταξα αλπητα χτυπθηκε απ τον καμπτο ποιητ, μα μως η θρησκευτικ παραμρφωση η ψετικη απδοση κι η εξγηση στις μεγλες αλθειες του μεγλου κρυκα της Αγπης και της Ειρνης, του Θεο της Αλθειας και του Φωτς, του Χριστο, ερηκε τον αμελιχτ της διχτη, ταν σκεφττανε να γρψει κτι τι για το θμα αυτ, την πννα του τη βουτοσε στο πιο δραστικ δηλητριο κι βγανε λη του τη χολ, την οποαν χι λγες φορς αιστνθηκε να την φαρμακνει η παπαδοσνη μας που δε βρσκεται στη θση της, πο' 'χει ξεφγει απ το σκοπ της, που μας κατντησε την εκκλησι του Χριστο χι πια αμνδα, καθς την λεγαν οι προφτες, αλλ προβατνα που διαρκς την αρμγουν αυτο οι υποκριτς που μοιζουν πραγματικ στους προκατχους τους Φαρισαους· κι ο ποιητς, αγαναχτισμνος, γρφει τα τραγοδια του, λεγχο σ' λην αυτ την θλια κατσταση, ελπζοντας -μταια μως- μην ο λεγχος φρει τη διρθωση. Απ' λα του θ' αναφρω τρα τα καλτερ του. Το πρτο το επιγρφει: "Τα Χριστογεννα"

Στη φτνη των κτηνν Χριστς γεννται
χωρς της Επιστμης συνδρομ,
η Θεα Φσις κνει για μαμ
κι ο δρκος, σαν αρν, Θες, κοιμται.
Αριο ντρας, σα ληστς κρεμται,
-Να του κσμου θλει οικοδομ-
Σταυρ του δνει ο Νμος πληρωμ,
πλην γιο φως στον τφο του γεννται.
Δικοι του Βαλ, δεν εναι δικς σας,
αυτς της φτνης ο φτωχς Χριστς,
που εκρυξε για νμο του τη χρη.
Εσς τιμ σας μνη: Το σ τ ι χ ρ ι
Π ο μ π ς,   Θ ε ο π ο μ π ς το ιδανικ σας,
κι εν' ο Θες σας, σαν εσς, μιαρς!…

     Το λλο το επιγρφει: "Προσωπο -ψυχογραφα ενς θεομπαχτη"

Στις φλβες σου φαρμκι και χολ,
αντς για αμα, ρει, Θεομπαχτη, πλνε,
κι εν το στμα σου για θρησκεα μιλε.
λσσας αφρος τα χελη σου σκορπνε .

Εσαι αφ' των Φαρισσαων τη φυλ,
που του Χριστο τη σταρωση θυμνε,
και μση μνον η καρδι σου κλει,
ωσν οχις που στη φωλι τους να 'ναι.

Κνε νηστεες, αγρτη, και σταυρος,
γλα τις γυναικολες με τα ψματα
και μνιζε εναντον στους ασεβες,

πλην μτην σκοτεινος ποθες καιρος
και μταια διψς γι' απστων αματα,
την παθες!…αργ να γεννηθες.

Και το τρτο, που το αφιερνει: "Εις τον παπα-Σκιαδ"

Ευλογημνε μου, παπα-Σκιαδ,
σε βλπω ως και τρα, στα γερματα,
με την παλι σου ευλβεια μπροστ,
πιστνε πντα στ' για προστματα,
να βγανεις κοτσι-κοτσι, ξεσυρτ,
χωρς να σε πειρζουν τα σκοντματα,
ν' αγιζεις σαν και πρτα ταχτικ
της Χριστιανς την πρτα και τα πρματα!
Και μου τονζει, ως κι εμ, τη λρα
η αμραντ σου, δσποτα, αγιαστρα!

     Αλλ και στ' λλα του σατιρικ την αυτ δναμη δεχνει. Και στο ζτημα της γλσσας νεωτεριστς, ταν οπαδς της δημοτικς, της γλσσας που σο πει, τσο θεριεει γιατ εναι ζωνταν και κθε ζωνταν, μ' λα τα εμπδια, θα δεξει τη ζω του. Μισοσε τους σχολαστικος καθαρευουσινους και ιδιατερα τον αρχηγ τους το Μιστριτη, τον οποον κυριολεχτικ ζεματζει με το ακλουθο τσουχτερ του σοντο· παρνει γι' αυτ βση τα λγια απ τον Προμηθα του Αισχλου, "Την πεπρωμνην δε χρη ασαν φρειν ως ρστα, γιγνσκειν θ' τι το της ανγκης στ' αδριτον σθνος" και τ' αφιερνει:

    Εις Μιστριτην τον πνυ

Εις των λογδων του θνους το Ιερν
περ θα εγερει η να μας Ιστορα,
εις το στασδιον το Δεσποτικν
θα θσει Σε, της γλσσης μας Μεσσα.
Και μως, επκλωσ Σοι μαλλιαρν
νομα φρειν ασης μοχθηρα,
Μυστρν2 μιμνσκον τυροκομικν

αντ να λμπει εν τοτω η Λακωνα.
Και ουτωσ φευ! εις παντας αινας,
ξεις τον ρπον του βαρβαρισμο!
Εν του χυδαιολγου του Ψυχρη
(που της γλσσας εναι ο λυμενας,
και Πατριρχης του μαλλιαρισμο)
τ' νομα Ελληνικ θα φιγουρρει.

     Κι ταν μια φορ τανε μρτυρας σε κποια υπθεση στο Πρωτοδικεο του Αργοστολιο, κι ο πρεδρος του επε να ορκιστε, αρνθηκε κι επε: "ρκος εναι η συνεδηση, ο Χριστς απαγορεει τον ρκο", κιντνεψε να καταγγελθε ως θ ε ο ς, κι γραψε γι' απντηση στον Πρεδρο το εξς· που το επιγρφει: "Του Προεδρεου το κουδουνκι"

Το βλπω στην αλθεια με καημ,
που δεν εναι στη θση του βαλμνο
αυτ του προεδρεου το κουδουνκι,
του λεπει μια κρεμστρα για λαιμ
κι εν το πρμα (πρβατο) εμπρς του στελιασμνο,
μταιο το 'χει η μπνκα στολιδκι…

     Και σε δυο γεροντοκριτσα που κποτε κτι εναντο του επανε, αφιερνει το ακλουθο:

Κτι κοκκαλα ντυμνα μες σε ροχα γυναικεα
που τους φανεται πως εναι θηλυκ χωρς τ' αστεα,
με ιδα μες στο μεντολι
πως τα λιχουδεουν ολοι,
συζητοσανε μια μρα στη φτωχ μας τοτη γη,
μπως κνδυνος υπρχει για βιαα απαγωγ!
Κι νας επε απ τσου φλους
"να φοβνται μνο σκλους".

     Και στο Γυμνασιρχη Α. Παπαγεωργου, που καθιρωσε τις αρλουμπστικες και περφημες για αλαλι διλεξς του, στο Ληξορι, γραφε:

Εν' η ζω μας να καλαμπορι
αφο εναι συνεχς και πεθαμς·
και το "ουδν οδα" γνσεως ορισμς,
εις αυτ εξαιρντας μνο το Ληξορι,
που τη συνδρομ του Γυμνασιρχη
α γ ν ο α ς  γ ν ο ι α υπρχει!

     Και ταν καψαν στην Αθνα του Ευαγγελου τη μετφραση πλι και ττε γραψε το εξς:

Αν εχε στμα τ' αγαθ βιβλο
θε μιλσει μες αφ' την πυρ
κι θελε ο κσμος πλι ξανακοσει
τ' απρσιτο του λγου μεγαλεο
εκενην τη φων την Ιερ
Συγχρησ' τους, πατρα μου,
δεν ξρουν τι ποιοσι".

     Εκε μως που φανεται η δναμη στη στιρα, εκε που το φαρμκι εναι χυμνο μ' αφθονα, που δεν τσοζει, αλλ θανατνει, εναι το ργο του Η  Π ι ν α κ ο θ κ η  Τ η ς  Κ ο λ σ ε ω ς. Φαντζεται τη Κλαση μια γυνακα στα μαρα ντυμνη, τον εαυτ του ζωγρφο και τον προσκαλε να της ζωγραφσει τη σλα της· τις εικνες τις παρνει εκ του φυσικο, αρπζει λους σους δε βλπει να στκουν καλ στην κοινωνα, και τους μαστιγνει· δεν ευσπλαχνιται οτε τον αδερφ του, για τον οποον γρφει:

μπα και συ, να μη σε ονομσω,
στης αηδας μου το τραγοδι,
που θελα την καρδι μου να ξερσω
στον τφο σου για νεκρικ λουλοδι κτλ.

     Για προομιο στο δυνατ του αυτ ργο γρφει:

Τη κλαση με εικνες να στολσει
εμπκε στον Διλου το κεφλι
και γρισε τον κσμο να ζητσει
πρσωπα που ν' αρμζει εκε να βλει…

Μα πουθεν δεν ηρε να εχτιμσει
κακας βθος που να κνει ζλη,
σαν στην Κεφαλονι και ν' αγαπσει
ψυχς σατανικς, φρικδη κλλη…

Κι αγγρεψε κι εμ, φτωχ ζωγρφο
που κπου εχε δικ μου δει δουλει,
για της Πινακοθκης του τεχντη.

Γι' αυτ με πσσα και με θειφι γρφω
κι η Μοσα μου στον χαρο μπελι,
με την κακ μου τχη κλαει και φρττει.

     Και σε μερικ δστιχα ακμα εναι κι εκε χι λιγτερο δηχτικς. Για κποιο γιατρ κομπογιανντη γραφε μια φορ:

Για το γιατρ που πθανε, ολγοι στην κηδεα του!
Την στειλε για υποδοχ μπροστ την πελατεα του.

     Σε κποιον λλον γραφεν επσης:

Κρμα για σε, για δστιχο, να χαλαστε μελνι,
Γατψαρο, ποιος φρνιμος, το βνει στο τηγνι;

     Σε κποιους επσης εμπρους συγγενες του στ' Αργοστλι χρωστοσε μερικ χρματα· τους ζτησε μια φορ λγο φασμα για εσρουχα· εκενοι, γνωρζοντας πως ο ποιητς θα το πρει και κενο χρεωστικ του 'δωσαν φασμα ελεειν· αυτ το περιστατικ σατιρζοντας γραφε:

Τα σπια και τα σκρτα λα περννε
αλσματα για κενους που χρωστνε.

     Επσης αφιρωσε να δστιχο στο Βιλλρδο, να τπο μεγαλομανος ηλθιου κι γραφε:

Τ' αστεα του πατρα σου θα μενουν φημισμνα
απ' λα ως αριστοργημα, μας φησεν εσνα!

     Και σαν επισφργιση στο σατιρικ του ργο, τρα στις τελευταες του στιγμς, σατιρζει και τις συμβουλς των γιατρν που του 'λεγαν πως νια γνει καλ -βασανιζταν με μιαν ελεειν αρρστια των εντρων που και τον στειλε στον δη- του χρειαζτανε να πει στην εξοχ κι γραφε:

        Η αρρστια μου

Λει ο γιατρς πως καθαρν αρα
η βουλιασμνη αρρστια μου πως θλει.
προ πντων για να λβει θεραπεα
Μα εδ, γιατρ μου, εναι αντινομα,
αφο χει δικασμνο το Μικλη
η ανγκη στο καθκι νχτα μρα·
Κι τσι μες στα σιγρια (πιπλα) του σπιτιο
κοπωμα ναν κι αυτς του κανατιο!

     Μα ο ποιητς, που με αμυδρτητα σας τον παρουσιζω, ως τρα, για σατιρικ, και λω με αμυδρτητα, γιατ τα δυνατ του ργα δυστυχς ακμα δεν τα μθαμε, γιατ εναι αδημοσευτα, στα χρια του παλιο και καλο του φλου Θρασ. Μομφερτου, δεν χει μνο δναμη στη στιρα. Η μοσα του καμι φορ ξεχνοσε το φαρμκι της και σαν ξεχασμνη φηνε να χνεται απ το στμα της μελιστλαχτο νμα με μια περιπθεια και μ' να λυρισμ που δεν εναι καθλου καττερος απ κενον που συναντομε στους αρχαους μας λυρικος. Λυπομαι που μου λεπουν τα δυο του καλτερα λυρικ ργα Η βασλισσ μου, και Το Κυπαρισσκι μου που μσα σ' αυτ φανεται πως θα 'ναι ολοζντανη η δναμ του, γιατ γι' αυτ μας λεγε: "'λα μου τ' λλα ργα θα μου τα σβσει η κριτικ, αλλ στη Βασλισσα μου και στο Κυπαρισσκι μου δε θα βλει ποτ χρι". Απ' σα μως λυρικ του χω στα χρια μου, θ' αναφρω μερικ και θα προσπαθσω να δσω μια εικνα στη να μορφ του ποιητ. Και πρτο θ' αναφρω κποιο ποημα που αφιρωσε σε κποια αγαπημνη του Λουζα ταν ο ποιητς εχεν ηλικα 20-22 ετν. Το επιγρφει:

Παρπονο εις μαν Λουζαν

Με λει η Λουζα ασεβ
και τα ωραα της μτια δε γυρζει
τον τυχο να ιδε τον ποιητ
γιατ κερι σ' αγους δεν ανβει
και δεν πηγανει, αχ! να μεταλβει…
Κι αν τανε η Λουζα μια ομορφι
σα μια αγα Ορθδοξη που να 'χει
το χρμα της ελις, χολερικι,
και στραβομορα με κυρτ τη ρχη,
υπομον, θε να 'λεγα! ας εναι…
Φτια φαρμκια, στιχουργ μου πνε.
Μα να 'ναι νας γγελος σωστς
με δχως πνο τα φτερ να φρει
ωσν αφ' τον Παρδεισο αρπαχτς
αφ' του Ζωγρφοιυ Ραφαλ το χρι,
και να μη στρφει κν να με κοιτζει,
μες στη χολ μου την ψυχ μου βρζει.
Αχ, μη Λουζα, μη λγεις ασεβ,
μπως κι εγ Θε λες δεν πιστεω;
στην ομορφι εικνα του πιστ,
μπως, τι λλο παρ' αυτν λατρεω:
Και μπως εμπροστ στην ομορφδα
δεν καεται η καρδι μου σα λαμπδα
πειτα την αγπη, εντολ
μεγλη σαν τον διο το Θε μας,
εσ την εχτελες απ τους δυο μας
μπως να πεις μπορες πως πιο πολ;
Αχ, μη με λες, Λουζα, πιστονε
να μη πιστψω το Θε σκληρνε.
Μα η Λουζα χι μνο να με ιδε
τα ωραα της τα μτια δε γυρζει,
μα οτε καν ακοει τη παλαβ
τη μοσα μου αν σως μουρμουρζει
να τραγοδι ττοιο δχως χρη,
που αν του λιου εκενου μνο μα
αχτνα εχε, θα 'λαμπε ως φεγγρι,
μσα στων τραγουδιν την απειρα!

     Μσα στο τραγοδι αυτ μπορε κανες να ειπε πως βρσκει λα τα συστατικ που χρειζονται για να ειπωθε να ποημα λυρικ. Εδ μως δε συναντ κανες μνο το αστημα να ξεχειλζει, βλπει και τη ζωηρτητα στις διφορες εικνες, με τις οποες κατορθνει ο ποιητς να μας συγκρατσει ακραιους μσα στην ννοια. Και στ' λλα μως που θ' αναφρω δεν εναι οτε πιο λγη, οτε πιο καττερη η περιπθεια και το αστημα του ποιητ. Κι γραφε:

     Εις το χερκι της

ταν αφρτο, τρυφερ χερκι,
παρνω γλυκ μες στο δικ μου χρι,
για να σε χαιρετσω,
γλυκανει ατη η στιγμ πολ φαρμκι,
και μια κουφ πνο ζως μου φρει
κι επιθυμω να ζσω.
Και πλι στο δικ σου το γερκι,
(που μ' ελεες και δχως ναν το ξρεις)
τολμω να πιθυμσω,
με της ψυχς να θερμ φιλκι
πως μικρ σαν σατεει αστρι,
τσι κι εγ να σβσω.

     Και σ' λλο:

          Η τριανταφυλλι

Σε μια τριανταφυλλι που μου στολζει
λ' ανθισμνη το μικρ μου ανθνα
δωσα τ' νομ σου το χρυσ.
Κι πως εκενη ετοτο δε γνωρζει,
δεν ξρεις και συ πσο σ' αγαπ,
Συ πο' 'χεις τα χρυσ μαλλι κορνα,
Βασλισσ μου, φλημα δειλ,
εν' το μικρ μου αυτ φτωχ τραγοδι,
που προς εσ πετει ερωτεμνο
σαν πεταλοδα σ' μορφο λουλοδι,
για να σου πω το πσο σ' αγαπ,
για να σου πω το πς για σε πεθανω.

     Και στα δυο του αυτ τραγοδια πλι φανεται μια περσσια χρη και μια τρυφερδα χι απ τις συνηθισμνες. Μα που κι ταν γραφε λυρικ ο ποιητς μας παντο μας παρουσιζεται παθεμνος, παντο μας παρουσιζεται να αισθνεται, να συμμερζεται, να πονε, να κλαει και να χαρεται. Και στ' ακλουθ του ο διος φανεται να λει:

             Παρπονο

Αχ, κτι γιασεμι λησμονημνα
που ελπζανε να λβουνε τη χρη,
σε μια καρδι χρυσ για μαξιλρι,
να μαραθον απνω ζηλεμνα…
χαρο και θλιμμνο ριζικ τους,
τα πρε ο αρας, τα 'ριξε στη σκνη…
μα εκεθενε με φβο ξεφυτρνει
φτωχ τραγοδι, το παρπονο τους!

     λλο, που το αφιερνει σε κποια γνωστ του

                          Εις την…

Ομοιζεις με την  ν ο ι ξ η  με τ' ανθηρ σου νιτα
κι χουνε του  Κ α λ ο κ α ι ρ ι ο   τα μτια σου πυρδα,
και του σεμνο  Φ θ ι ν π ω ρ ο υ  τα χελη νοστιμδα
μα και  Χ ε ι μ ν α  κρβουνε τα στθη τα χιοντα!

     Κι εξακολουθε σε κθε του τραγοδι να μας παρουσιζει την ομορφι και την νθιση της νοιξης, καθς θα φανε στα παρακτω. γραφε για κποια κποτε και τι λεγε:

                Πασχαλιν

Δεν χεις της μοσκις την ομορφδα,
οτε του ρδου, λυγερ μου, ξνη,
στην ψη τη ζωηρ την κοκκινδα
οπο σε τσες λμπει, αγορασμνη!

Μα 'χει το πρσωπ σου τση ασπρδα,
σα να 'σουν απ ανθγαλα πλασμνη,
και τση χει το γλιο σου γλυκδα,
με ζχαρη σα να 'σουν ζυμωμνη!

Και μοιζουν τσο, Κρη μου καλ,
με γλκισμα απ γλα, αυτ τα κλλη,
και τσο, αχ! μου αρσουνε πολ,
και τσο μου ζαλζουν το κεφλι,
που χι να σου δσω να φιλ.,
θελα να σε φω με το κουτλι!

     Και στο λλο, που το επιγρφει:

           Σαρακοστιαν

Μ' αυτ τα μτια σαν ελις,
παντοτιν θε να 'κανα νηστεα!
κι θε αστοχσω Πσχα και Τυρνς
να την περνω με ξεροφαγα!…
να προσφαζω με γλυκεις ματις,
δοξζοντας Χριστ και Παναγα!

     Και σε κποιο λεκωμα της δεσποινδας Χαριττου γραφε:

θελα το φτωχ μου καλαμρι,
αντ μελνι για να πρει η πννα,
λιωτ να 'χει για σε μαργαριτρι.
Κι αντ για λγια εδ καλλωπισμνα,
μ' αυτ να γρψω μνο τ' νομ σου.
συμβολικς με τη σεμν λαμπρδα,
να παραστανει τη γλυκι θωρι σου,
καθς και της ψυχς την ομορφδα!

     Και με τη μετριοφροσνη του τη μεγλη που τον κανε να μνει αφανς και γνωστς μνο σ' να μικρν κκλο απ θαυμαστς του, γρφει να απ τα πιο ωραα κι εοσμα λουλοδια του ποιητικο του ανθνα, συνδυζοντας ταυτχρονα στη μετριοφροσνη κι ναν αφνταστο λυρισμ, και το επιγρφει:

     Το βραβεο των στχων μου

Δε στρνω εγ σ' αγνες τους φτωχος
τους στχους μου, που δφνες δε γυρεω·
αγπη μου, αφ' της γης τους θησαυρος
το γλιο σου μονχα εγ ζηλεω.
Και στους κρυφος μου μσα τους καημος
που με μια τχη σπλαχνη παλεω,
αυτ τα μτια -αυτος τους ουρανος-
σαν αση κι ελπδα μου αγναντεω!
Κι αφ' την καρδι μου στο δικ τους φως,
σα μυρουδτα ανογουνε λουλοδια…
Για σνα λω τα ρμα μου τραγοδια…
Βραβεο τους ο γλυκς ανασασμς,
στο διβασμ τους χδι αγαπημνο,
κι εγ σημος στον κσμο ας απομνω.

     λλα και στις νεκρολογες του μας παρουσιζεται νεωτεριστς, ξεφεγει απ τα συνηθισμνα, τα τριμμνα, και στην κλψα του μσα μας αρπζει και μας φρνει σ' να νο κσμο. Απ' αυτς θ' αναφρω δο, αναφερμενες στην δια οικογνεια Δ. Λοζη, για το θνατο των δυο παιδιν της. Το πρτο το 'φτιασε την 27 Οχτβρη 1891, στο θνατο του πρτου παιδιο, Σπρου. Το επιγρφει "Δκρυ" κι απνου γρφει τα εξς λγια του Αλφρδου Μυσσ:

"Le seul bein qui me reste au monde
est d' avoir quelque fois pleure"

Επλεψες, παιδκι αγαπημνο,
με το σκληρ το Χρο σα λιοντρι.
Βλαστρι θαλερ κι ολανθισμνο,
με του βορι τη λσσα, σαν πρινρι…
Κι πεσες… αχ… στην πλη νικημνο
Ο Θνατος για δξα του ας το πρει…
Εναι ειρωνεα ο βος μας…. και ξνο
Εναι ,τι ωραο ζει στη γη για χρη!
Τα ολφωτ σου μτια θα θυμονται
οι δστυχοι γονιο σου για λαχτρα!
Κι αν εις τον πνο κποτε ευτυχες
τα ιδον, σε να θα βρεθον τρομρα,
ξυπνντας στο σκοτδι της ζως,
που το γλυκ τους φως θε να στερονται.
Και συ, τραγοδι μαρο, απελπισμνο
στον κσμο τι ζητες;
-Δκρυ εμαι εγ θερμ κι αγαπημνο,
οδνη της ψυχς.
Στλα δροσις… σε τφου λουλουδκι
χαρο "χαρε"… τελευταο φιλκι..
μνον εγ στη γη δεν εμαι ξνο…

     Και το δετερο, που το επιγρφει "Λγια Πνου" στο θνατο του δετερου παιδιο Αντρα:

Στους θρνους σας, στη πρτη συμφορ
επα κι εγ του πνου σας τραγοδι,
μα η διωγμνη εγρισε Χαρ
φρνοντας νο αφνταστο λουλοδι,
κι εστγνωσαν τα μτια τα θλιμμνα
κι ανθσαν πλι γλια αγαπημνα.
Κι λαμψε να ολχαρη ζω
χαρς κι ελπδες κι νειρα γεμτη
ωσν λαμπρς ημρας χαραυγ!
Και μως… μνον ειρωνεα κι απτη
εβγκαν λα… κι σπλαχνη ειμαρμνη
φλιαζε στ' νθι σαν οχι κρυμμνη…
Και μες στην αγαλλαση, το μιαρ
και το φριχτ της χυσε φαρμκι…
Κι δωσε του μαρτριου το Σταυρ
σ' να αγγελοδι πιο παρ παιδκι·
κι εγνατε και σεις μχρι θαντου
μρτυρες στο σκληρ το Γολγοθ του!
Και τρα, που σε μαρο ωκεαν
ο πνος την ψυχ σας τη βυθζει,
ο Γολγοθς (που τον ουραν
μνος αυτς με την κορφ του εγγζει),
μποτε απ το φως του να σας δνει
μικρ παρηγορι για ελεημοσνη!

     Κι απ την περιπθεια απ τη κλψα ξεπετιται ευθς και γελει ευτρπελα δεχνοντας μες στους στχους του με ζηλευτ κι ντεχνη αφλεια την αθα αστειτη. Και γρφει:

      Ερωτικ επιστολ

Η χθεσιν μαζ σου τσακωμρα
μ' καμε τη ζω να βαρεθ
και μου 'ρθε και στο νου να σκοτωθ,
χωρς ν' ακοσω στη καρδι τρομρα.
Κι επα· στο τφο δεν εναι λαχτρα!
Και πρα το ξουρφι να σφα,
και το 'χα ναν το χσω στο λαιμ,
για να τελεισει κθε φαωμρα…
Μα δεν ηξρω πς και τι και ποιο,
κι αντς να κμω ττοια αντραγαθα
εβρτηκα με μιας να ξουριστ…
Κι εκπασε και τοτη η τρικυμα…
Κι αντ να μ' αγροικσεις σκοτωμνονε,
θα 'ρτω να με φιλσεις ξουρισμνονε!

     Μχρι στη τελευταα του στιγμ γραφε και ποτ δεν κουρστηκε καθς ο διος σ' να του τραγοδι γρφει σε κποια γνωστ του που τον ρτησε "Τι κνει η μοσα του".

Ακμα δεν εχρεψα αφ' τη μοοα
και κοπελζει ακμα ο πειρασμς
και μου γυρεει ακμα πντα λοσα
κι εναι στον Αη καθρφτη πντα ομπρς…
Χρος ββαια πιο καλ θα ζοσα,
κι οτε το 'να με τ' λλο θα χτυποσα
τα χρια, πως με φρνει ο απερπισμς…
Και τρα μες στου βου μου το χειμνα,
μες στη γεροντικ της αγκαλι
βρσκω πυρδα της ζως ακμα
και στο ξεθωριασμνο της το στμα
τα πιο θερμ και γκαρδιακ φιλι
οπο μου μνουν πλον και τα μνα….

     Αυτ εναι η εικνα του ποιητ -αν μπορ να 'χω την απατηση πως πτυχα να ζωγραφσω, πραγματικ την εικνα του χωρς να ξρω απ ττοια ζωγραφικ. Με ρεμη και γαλνια τη συνεδηση μχρι στην τελευταα του στιγμ, ξακολουθοσε να μνει ο διος, πως ρχισε. Φιλοσοφντας και την παραμικρτερη κνηση και χτυπντας αλπητα κθε χτροπο, κθε εκτροχιασμ της κοινωνικς μηχανς. Κι ο συκοφαντημνος ως θεος!, μασνος, (αν μπορε να ειπωθε πως εναι συκοφαντα και βρισι το μασνος), ξεψχησε συχα μσα σ' να δωμτιο του νοσοκομεου Αργοστολιο (τσι πεθανουνε λοι της μοσας οι τρφιμοι), ξεψχησε με τες αθνατες λξες:
"Μη κλατε ο Μικλης πει στη ζω!"
     Κι ο Νοβρης του 1917 στρνει στον τφο το τελευταο αστρι του Ληξουριτικου ουρανο που το στερωμ του τρα δεν χει τις αχτδες του χλωμο φεγγαριο του Ιολιου Τυπλδου να αχνοφωτζουν τη σκψη μας και να μας οδηγον στον διο με τοτους δρμο. Ας ελπσουμε μως, τι τα ργα του σημερινο μας ποιητ -σε καλ πως βρθηκαν χρια, στου φλου του Θρασ. Μομφερρτου- θα ιδον γλγορα το φως της δημοσιτητας για να μπορσουμε να λβουμε πιο ζωνταν εικνα του, απ την αχν και τλεια τεχνη που σας παρουσασα σμερα, και να μνουν για μας πηγ φωτς να οδηγηθομε κι εμες, σαν λλοι Μγοι, στους πλοσιους κι ολανθισμνους παρδεισους της ποησης που κρβει μσα της την κθε αλθεια.

Πειραις 2 Σεπτμβρη 1919
                                               ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΑΝΤΩΝΑΤΟΣ

Το ρθρο αυτ δημοσιετηκε στο τεχος 683, σελ. 294-302 (1920) του περιοδικο Ο Νουμς.
____________________________



ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΤΟΥ ΑΒΛΙΧΟΥ

Απ τη πλοσια σε ανκδοτα ζω του Ληξουριτη ποιητ, δημοσιεουμε δω μερικ, που τα χρωστμε στην καλοσνη αγαπημνου φλου του και φλου μας:

ΨΥΧΑΡΗΣ ΚΑΙ ΑΒΛΙΧΟΣ
ταν ο Ψυχρης στα 1912 πγε στην Κεφαλονι. σταλμνος απ τη Γαλλικ Κυβρνηση για επιστημονικ εργασα, περνντας απ το Ληξορι, ζτησε, πρτα πρτα, τον βλιχο. Ο Μικελκης τυχε να λεπει τη μρα κενη στο Αργοστλι. Ο Ψυχρης γραψε ττε στην οξπορτα του σπιτιο του με κιμωλα:
Τ ω   Μ ι κ ε λ κ ῃ   χ α ρ ε ι ν
Ψυχρης

ΜΙΚΡΟΣ ΤΟ ΔΕΜΑΣ…
Γιντανε κποτε δκη στην Κεφαλονι για μοιχεα, που 'χε κνει κρτο, γιατ οι νοχοι ανκανε στην καλ κοινωνικ τξη. Ο Μικελκης εχε μεγλη περιργεια να γνωρσει τον ρωα του οικογενειακο δρματος. Κι ταν του τον δεξανε, ναν κοντολη ανθρωπκο, επε:
— Μικρς το δμας λλα  μ ο ι χ η τ ς!…

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ
λεγε στους φλους του, παζοντας σοβαρευμενος, (αυτ δεν εξακριβθηκε), πως κατγεται απ τον αρχαο ποιητ…. Ι μ β λ ι χ ο. Για το φλο του Γιργο Τσιμπιδρο λεγε πως κατγεται απ τον… Πνδαρο! Τ σ ι μ—Π ν δ α ρ ο ς = Τσιμπιδρος

ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΑΤΙΡΑΣ
Αν και σατιρικς ποιητς, δεν δινε και τση αξα στη στιρα.
— Η στιρα, λεγε, δεν εναι ποηση· εναι κριτικ. Για να σατιρσεις να πρσωπο, σημανει πως του κνεις πρτα κριτικ, και το συμπρασμ σου το λες με στχους….

ΚΑΙ ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ
ταν χι μνο σοσιαλιστς, μα και αναρχικς. Επρσβευε… την αναρχα των στοιχεων! Παθαιντανε μως και για την Πλη, μπως και μας την προυν οι Χαχλοι, καθς λεγε τους Ρσους. τανε, δηλ. να περεργο κρμα σοσιαλιστ, αναρχικο κι εθνικφρονα.

ΜΙΑ ΑΠΕΡΓΙΑ
Μισοσε μως τρομαχτικ τον πλεμο. Οτε να τον ακοσει θελε. Και για τοτο φτανε σε τση υπερβολ, στε να εχεται να δει, πριν πεθνει, την απεργα… του στρατο…
—Εναι αδνατο, λεγε συχν, να μη γνει, αργ γλγορα, κι αυτ η απεργα. Ν' απεργσει ο στρατς, ν' αρνηθον δηλ. οι στρατιται να πνε στα γυμνσια, στις φρουρς, στον πλεμο…
________________________________
"Με πσσα και με θειφι γρφω... "
     Αυτ τα υλικ, τη πσσα και το θειφι, χρησιμοποιοσε ο μεγλος σατιρικς και συνεχιστς του, Μικλης βλιχος. γνωστος λγο πολ, ακμα και στους φιλολογικος κκλους, ο Ληξουριτης ποιητς της ειρνης και της επανστασης, σατριζε λα τα κακς κεμενα της εποχς του. Με καυστικ κι μεσο τρπο, σατριζε λους σων προξενοσαν δειν στο λα: τη καθεστηκυα τξη, το θεομπαχτη, τον πατριτη, το φορομπχτη, το θρησκληπτο, το δικαστ, τον αστυνομικ, τον κυβερντη, χοντας μως ντονο το στοιχεο του αυτοσαρκασμο κι αυτ τον διαφοροποιοσε απ' τους λλους ομτεχνους του, πως τον πολυακουσμνο και συμπατριτη του Λασκαρτο.
     Στα πρτα χρνια της ζως του η Κεφαλλονι συνταρσσεται απ τις λακς ταραχς του 1843 και την εξγερση του 1848 κατ της Αγγλοκρατας, απ την νθιση του ριζοσπαστικο κινματος, απ τις σκληρς διξεις ριζοσπαστν ηγετν και την δρυση της λσχης των ριζοσπαστν Αναγνωστριον Η Ομνοια. Εχε την τχη απ παιδικ ηλικα να βρεθε δπλα σε σημαντικος ριζοσπαστς και επηρεζεται απ τον αγνα τους, συγκεκριμνα απ τους Ιακωβτους, τον Λασκαρτο, τον Ανδρα κι Ιωσφ Μομφερτο. Το 1871 τονε βρσκει στα οδοφργματα της Παρισινς Κομμονας, που θα συμμετσχει στην εξγερση απ το Μρτη ως και το Μη του 1871, στις 72 μρες που σημδεψαν τον κσμο, πριν η κυβρνηση του Λου Τιερ τη πνξει στο αμα. Ο δημοσιογρφος Γιργος Φτρης, εναι νας απ αυτος πο μαρτυρνε για τη συμμετοχ του σε κενα τα γεγοντα.
     Μετ τις περιπλανσεις του σε μιαν Ευρπη που συνταρσσεται απ εξεγρσεις κι ιδεολογικς συγκροσεις, ο αναρχικς βλιχος επιστρφει στον γενθλιο τπο του το 1878, μως το Ληξορι δεν εναι αυτ που ταν κποτε. Το λλοτε πασγνωστο πνευματικ κντρο που γνριζε λη η Ελλδα, μετ την νωση, παρακμζει, σαπζει, βουλιζει στο βλτο του Νεοελληνικο Βασιλεου. να απνθρωπο φεουδαρχικ σστημα, κατλοιπο της Ενετοκρατας, σε συνδυασμ με την ασδοτη τοκογλυφα και τη διεφθαρμνη δικαιοσνη, μετατρπει τους χωρικος σε δουλοπροικους. Φτχεια, θρησκοληψα, ψευδοφιλοπατρα κι αμθεια, κυριαρχον... "Αμθεια, σπλαχνη Θε, τη δναμη σου τρμω!", αναφωνε ο Μικλης και για 40 ολκερα τη αυτοεγκλωβζεται στο Ληξορι. Ο ισβιος υποστηρικτς του Μπακονιν αργοσβνει στο λυκφως της Επτανησιακς παρδοσης. Αυτ η βαθτατη πικρα, η παρατηση, η ηττοπθεια, αυτ η βαθει ασθηση αδικας χαρακτηρζει λους τους επιφανες Κεφαλλνες μετ την νωση με την Ελλδα. Απ το 1850 οι ριζοσπστες της Επτανσου, πρτα απ τους γγλους και μετ απ το νεοσστατο Ελληνικ κρτος, αντιμετωπζουν διξεις και τρομοκρατα. λοι σχεδν οι επιφανες ριζοσπστες βρσκονται στις φυλακς στις εξορες. Εν οι φιλομοναρχικο κι οι Αγγλφιλοι πανηγυρζουν, οι πραγματικο ρωες, διασρονται ως προδτες. Μσα σε 4 10ετες απ την νωση, οι ριζοσπστες διασρονται, συκοφαντονται, εξουδετερνονται το διο θα συμβε και στους Κεφαλλοντες, ουτοπιστς, πρωτοσοσιαλιστς, που δικονται δολοφονονται. Η πικρα, το φαρμκι κι η αηδα του βλιχου, ακμα κι ο αυτοεγκλεισμς, η μοναξι κι η απραξα εναι μια επδειξη απλυτου ηθικο ιδεαλισμο. Ακμα κι ο αναρχισμς του εναι καρπς της ρομαντικς Επτανησιακς παρδοσης.
     Εναι απαισιδοξος μως ο βλιχος; Δεν εναι οτε απαισιδοξος, οτε αισιδοξος. Εναι τραγικς. Περιγρφει μιαν εποχ που το σμπαν που γνριζε καταρρει με πταγο. Ο πολιτισμς που τον ανθρεψε σβνει απ τον θανσιμο εναγκαλισμ του Νεοελληνικο κρατιδου. Οι μρες της αναρχας στη Βρνη και τα λγια του Μπακονιν στοιχεινουν τις ασμαντες νχτες του στο Ληξορι. Τα 40 σχεδν τη που θα ζσει στο αγαπημνο του Ληξορι, απομονωμνος δε θα δουλψει ποτ. Θα ζσει απ' τα λγα που του προσφρει η γη που του φησε ο πατρας του. Στο σπτι του στη συνοικα του Αγ. Δημητρου, πσω απ το γραφεο του, εχε 2 εικνες, απ τη μα μερι η εικνα του Αγ. Ανδρα σταυρωμνο ανποδα, ζωγραφισμνο απ τον αδελφ του Γεργιο βλιχο, σπουδαο ζωγρφο και ποιητ κι απ την λλη η φωτογραφα του Μιχαλ Μπακονιν.
     Ο Μικλης βλιχος ταν νας νθρωπος βαθι ουμανιστς, αντιμιλιταριστς, γεμτος αγπη για τους γρω του, δεν του ρεσε να επιδεικνεται, θεωροσε δξα την αδοξα του και πστευε τι μερικ καλ βιβλα και μερικς αξιλογες συζητσεις μ' εγκρδιους φλους, για διφορα πνευματικ ζητματα, εναι η μεγαλτερη παρηγορι για κποιον νθρωπο. Μισοσε τη σαπλα, ιδως τη κοινωνικ στηρζοντας τη γνμη του στο δδαγμα: "Πρπει να εσαι και χι να 'χης, γιατ ταν εσαι, χεις, εν ταν χης, μπορε να μην εσαι". Με τα λγια και τα τραγοδια του τανε μστιγα σε κθε σπιο, σε κθε κτροπο, οπουδποτε το ερισκε, θα γρψει ο ο Χαρλαος Αντωντος. Ο Κωστς Παλαμς τρφει μεγλη εκτμηση στον Μικλη και μλιστα γρφει να ποημα αφιερωμνο σε αυτν.
     Ακμα και ο θνατς του ταν αλθεια κι αυτς ποιητικς. Στο νοσοκομεο του Αργοστολιο ο Μικλης νοσηλεεται απ μια χρνια ασθενια που τονε ταλαιπωρε. Κποια στιγμ θα σηκωθε απ το κρεβτι για να προσφρει λγα λουλοδια που του 'χει φρει κποιος σε μια γνωστη νοσοκμα που τον φρντιζε. Ζαλστηκε μως κι πεσε ψιθυρζοντας:
"Το φς μου σβωμαι".
     τσι σβησε το τελευταο αυθεντικ τκνο του Επτανησιακο πολιτισμο, στις 28 Νομβρη 1917, ενς πολιτισμο που δεν πρλαβε να γερσει αλλ δολοφονθηκε ξαφνα πνω στην νθισ του. "Απατιστε αν νομζετε πως δεν πιστεω στον Θε, αρνθηκα οριστικ να τον πλησισω μες απ' την επιστμη και τη θεολογα. Αναζητ τον Θε μες στους ανθρπους. Μες στην ελευθερα τους. Τον αναζητ μες στην επανσταση"!
     Μη κλατε ο Μικλης πει στη ζω...


============================

         Η Μεγαλοσινα

Νομζεις πως κτι εσαι αληθιν
κ’ εμπρς σου θες να γρνουν το κεφλι,
γιατ μεταξωτ φορες σκουτι,
κ’ χεις και τον παρ με το τσουβλι.

Και μ' λον πχεις τση προστυχι
στους τρπους σου, το παρνεις για μεγλη…
μεγλη αληθιν στην αλαλι
κι λο τον κσμο παρνεις για χαμλη.

Μα σα κι αν χης χρματα χιλιδες,
κι αν ξρης και πντ' ξη ιταλικ,
εσαι και συ σαν κθε γυναικολα...

Πιστεεις εις τα ξρκια, στους παπδες,
κουλορες τρως και συ στην Εκκλησι
και κνεις ,τι κνει κθε δολα.

   Αηδας σμα Ασμτων

Αηδαν οιδε, Θε.

Α
χω φαρμκι τσο στην ψυχ μου
μ' αυτ τη μαρη, την χαρη ζω μου,
που απορ σταλαματι γλυκδα
αν ημπορ στους στχους μου να στξη!
κι θελε κθε τι μιαν Ιλιδα
απ το νου μου νβγη να πετξη
σε τοτα τα χαρτι.

Κι εγ μ' αυτ την πειρη αηδα μου
και τη πικρδα οπο ακοω στο στμα
να πρω να τη ρψω στη φωτι
για να χορτση λμψ' η φαντασα μου
πριν πω να γνω μες στο χμα, χμα!

Β
Κι εσ αηδα, μπνευση μου δνεις
σε τοτα εδ τα λγια που αραδιζεις,
μαρη χολ απ τους στχους βγζεις
βοθα τη ρμα κι ρμο μη μ'αφνεις.

Τ' σμα σου ψλλω εκ βαθων ψυχς
που εγνρισα του κσμου τα σιχματα
κι εμαι για τοτο κπως ευτυχς,
που δεν προσφεγω σε γελοα κλμματα.

Και πο να στρψω δχως εμπροστ μου
εσ να μη φανς, Θε αηδα!
εσ πχεις γεμτη τη καρδι μου;

      Η Βασλισσ Μου

Μικροτσικο σπιτκι χαμηλὸ
Εἶν' τῆς βασλισσς μου τὸ παλτι
κι ἐκε μσα, σὰ γιολιο ντροπαλ,
κρυμμνη εἶν' ἀφ τὸ βλμμα τοῦ διαβτη.

Κι ἐγὼ διαβανω κεῖθε δειλὰ
μὲ τὸν κρυφὸ καημ μου τὸ κοιτζω
κι ἀθλητα ἀπ' ἀγπη σιγαλὰ
Μὲς ἀπ' τὴ καρδι μου ἀναστενζω.

Καὶ καμαρνω τὸ βασιλικ,
οποὺ τὸ παραθρι της στολζει.
-Καλτυχο μυροῦδι φτωχικ,
ποὺ τὸ χρυσ της χρι σε ποτζει!

Κι ὅταν τὸ χτυπολημα τ' ἀργαλειοῦ
καὶ τὸ γλυκὸ κελδημ' ἀγροικιται
τοῦ πολυαγαπημνου μου πουλιοῦ,
κθε καημὸς ἀφ τὴ καρδι μου σβιται.

Καὶ τοῦ παραθεριοῦ της τ' ἀχνὸ φῶς
τὰ βρδυα ν' ἀγναντεω δὲ χορτανω.
Ἄστρο γιὰ μὲ δὲν ἔχει ὁ οὐρανὸς
Τσο γλυκὸ καὶ τσο ἀγαπημνο.

Καὶ λω: καλ σου ἡ ὥρα, ἐσὺ φτωχ,
πο, ἂν ἔχουν μετρημοὺς οἱ κκκοι τοῦ ἄμμου,
χει κι ὁ πλοῦτος, πὄχεις στὴ ψυχ!
Καλ σου ἡ ὥρα, ἐσ, βασλισσ μου!

Παππς Σε Ωρααν Υδρευομνη

Αχ! ο Θες κοπλα μου το ξρει
πως το νερ που παρνεις απ’ τη βρση
το 'χα κι εγ ανγκη να μου σβσει
τη φλγα που στον τφο θα με φρει!

Τα ρσα μου μη τα θωρες, -ν' αφσει
δεν δναται κανες ,τι συμφρει.
Δος μου να πιω με τ' σπρο σου το χρι
κι ,τι κι αν χω πρε για μπαξσι.

Μη λες πως μπορε τοτο το ρσο
τη γλσσα να μου δσει… Σ' αγαπω.
Κι αν δεν σου το πω φως μου, θε να σκσω.

Αχ! φησε (γιατ λλο δε βαστω)
το στθος σου με σβας να πλησισω…
Το φυλακτ σου ν’ ασπασθ, διψω.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers