-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

Wilde Oscar:

 σκαρ Γουιλντ

                                            Βιογραφικ
 

     Ο ποιητς, δραματουργς, μυθιστοριογρφος και κριτικς (Φνγκαλ Ο' Φλιερτι Γουλς) γεννθηκε στις 16 Οκτωβρου 1854 στο Δουβλνο. Μετ την ολοκλρωση των σπουδν του το 1878, εγκαταστθηκε μνιμα στο Λονδνο. Εσττ εκ χαρακτρα, αφιρωσε τη ζω του στην αναζτηση του ωραου και του παρδοξου. Γργορα γνρισε τον θαυμασμ της λονδρζικης αριστοκρατας, που τον παρακολουθοσε και τον μιμοταν ως πρτυπο. λοι επαναλμβαναν τις πνευματδης φρσεις του, αγραζαν πολτιμες πτρες και κοιτοσαν μ' υπεροψα τη ζω, μοια μ' αυτν. Η λογοτεχνικ του δξα φτασε στο αποκορφωμα το 1891, με το μοναδικ του μυθιστρημα "Το Πορτρτο Του Ντριαν Γκρι".
     Αν κι ταν παντρεμνος και πατρας 2 παιδιν, η προσωπικ ζω του, ταν ανοιχτ σε κουτσομπολι. Το 1895 κατηγορθηκε για ομοφυλοφιλα, για τις στενς σχσεις του με τον νεαρ ομτεχν του 'Αλφρεντ Ντγκλας κι οδηγθηκε στο δικαστριο, που καταδικσθηκε σε 2 τη καταναγκαστικ ργα (στη Βικτωριαν Αγγλα η ομοφυλοφιλα τανε ποινικ αδκημα). Κατ τη διρκεια της φυλκισς του γραψε το δραματικν αυτοβιογραφικ μονλογο "De Profundis" (Εκ Βαθων), με παραλπτη τη «πτρα του σκανδλου», τον 'Αλφρεντ Ντγκλας.
     Η αυλαα της τραγικς ζως του πεσε στις 30 Νοεμβρου 1900, σ' να φτην ξενοδοχεο του Παρισιο. τανε μλις 46 ετν.

____________________________________________________________

                      Η Μπαλντα Της Φυλακς Του Ρντινγκ

                                                      Ι
     Δε φοροσε πια τη στολ του γιατ το αμα και το κρασ εναι κκκινα
και στα χρια του εχε αμα και κρασ, ταν τονε βρκανε κοντ στη νεκρ.
τη φτωχ γυνακα που αγαποσε και σκτωσε με τα δια του τα χρια.
     Περπατοσεν ανμεσα στους κατδικους ντυμνος με γκρζα φορεσι.
Στο κεφλι εχε τον κοκο του κρκετ. Το βμα του ταν ελαφρ και χαρομενο. μως ποτ μου δεν εδα νθρωπο να κοιτ με τση λαχτρα το φως.
     Ποτ μου δεν εδα νθρωπο με ττοιο πθο να κοιτ το μικρ γαλζιο κομμτι, που οι κατδικοι αποκαλοσαν ουραν, και κθε σννεφο, που γλιστροσε κι φευγε με ασημχρωμα πανι.
     Πγαινα με λλες πονεμνες  ψυχς και σε μιαν λλη συντροφι κι αναρωτιμουν αν το κρμα του ανθρπου αυτο τανε βαρ χι, ταν κουσα κποιον πσω μου να μουρμουρζει: "αυτνε θα τονε κρεμσουνε".
     Χριστ μου! Μου φνηκε πως γκρμιζαν οι τοχοι της φυλακς κι ο ουρανς γρω μου μ' σφιγγε σα πυρωμνο ατσαλνιο κρνος. Ξχασα τον πνο μου στη σκψη του δικο του.
     ξερα μνο ποια σκψη τχυνε το βμα του και γιατ κοταζε το λγο φως της μρας με τσο ποθειν μτι. Εχε σκοτσει ,τι αγαποσε κι πρεπε να πεθνει.
     Κι μως. Κθε νθρωπος σκοτνει ,τι αγαπ κι ας το ξρει ο καθες: λλος μ' ερωτικ γλυκλογα, ο δειλς με φιλ κι ο αντρεος με σπαθ.
     νας σκοτνει την αγπη του νος, λλοι ταν γερνν, νας τη πνγει με τα χρια του πθου, λλος με τα χρια του πλοτου. Οι πιο συμπονετικο τη μαχαιρνουνε γιατ τσι ο νεκρς παγνει γρηγορτερα.
     'Αλλοι αγαπονε λγο, λλοι πιτερο, λλοι πουλνε τον ρωτα, λλοι τον αγορζουν, λλοι σκοτνουν με δκρια κι λλοι βουβ χωρς στεναγμ, γιατ καθνας σκοτνει ,τι αγαπ. Κι μως. Δε πληρνουν λοι τσον ακριβ.
     Δε πεθανει μ' ατιμωτικ θνατο μια μρα σκοτειν, σιωπηλο πνου. δε του περννε στο λαιμ το σκοιν, οτε του φορνε τη μσκα στο πρσωπο. Δε νιθει τα πδια του στο κεν και τη σανδα να ξεγλυστρ κτωθε τους. Δε βρσκεται μσα σε σιωπηλος φλακες, να τονε προσχουν νυχτομερα, τις ρες που θλει να κλψει να προσευχηθε, που φοβονται μη κλψει απ τον δμιο το θμα του.
     Δε ξυπν μια παγωμνη αυγ για να βρεθε τριγυρισμνος απ φριχτς φυσιογνωμες που γεμζουνε το κελ του, τον λειτουργ του Υψστου, τον εισαγγελα με το σοβαρ πρσωπο και τον κυβερντη με το μαρο επσημο κοστομι, με πρσωπο χλωμ αυστηρ σα του τελευταου κριτ.
     Δε σηκνεται με πνθιμη σπουδ για να ντυθε τη φορεσι του μελλοθαντου, εν ο γιατρς αμλητος και σκοτεινς τονε παρατηρε και γρφει κθε χειρονομα και κθε νευρικ του σσπαση, κρατντας ρολγι που το ελαφρ τικ-τακ του ηχε σα βαρ χτπημα σφυριο.
     Δε γνωρζει την αποκαρδιωτικ δψα που κολλ σαν μμος στο λαιμ, πριν ο δμιος με τα χοντρ πτσινα γντια του, μπει απ τη σιδερφραχτη πρτα για να τυλξει το λαιμ με σκοινι, στε να μη ξαναδιψσει ο λαιμς ποτ.
     Δε σκβει για ν' ακοσει τη νεκρσιμη ακολουθα, εν ο φβος της ψυχς του, του δνει τη σιγουρι πως ακμα δε πθανε. Δε διασταυρνεται με το διο του το φρετρο, περνντας κτω απ τα φριχτ υπγεια.
     Δε ρχνει τη τελευταα ματι στον ουραν μες απ γυλινο φεγγτη, δε προσεχεται με πετρωμνα χελη ζητντας το τλος της αγωνας του, μτε κι αισθνεται με ανατριχλα στο μγουλ του, το φιλ του Καφα.

                                                     ΙΙ
     ξι βδομδες φερνε βλτα την αυλ με τη γκρζα πνινη στολ του, με το κασκτο στο κεφλι και το βμα του ταν αλαφρ και χαρομενο, αλλ ποτ μου δεν εχα δει νθρωπο να κοιτζει το φως της μρας με ττοιο πθο.
     Ποτ δεν εδα νθρωπο να κοιτζει με ττοιο πθο τη μικρ γωνι του γαλζιου, που οι κατδικοι ονομζουν ουραν, και το καθνα απ τα σννεφα, που περνοσανε σα φωτειν ποπουλα.
     Δεν πλεκε τα χρια οτε κι κλαιγε, μτε λυπτανε. Ρουφοσε κτι που θα του γιτρευε τον πνο.
     Κι εμες οι λλες πονεμνες ψυχς που φρναμε βλτες στο λλο προαλιο, ξεχσαμε αν εχαμε πολ λγο αμαρτσει και βλπαμε βουβο τον νθρωπο που βρισκτανε κοντ στη κρεμλα.
     Κι τανε παρξενο να τονε βλπει κανες πως σεργινιζε με το αλαφρ και τσο χαρομενο βμα του, πως κοταζε το φως της μρας, πως να ττοιο χρος εχε για πληρωμ.
     Γιατ η νοιξη, χει στολσει με φλλα πρσινα, τη βαλανιδι και τη φτελι. Μα το απασιο δντρο της κρεμλας του χουνε σαπσει σκορπιο τις ρζες κι ετε χλωρ ετε ξερ, θα δσει θνατο σ' ναν νθρωπο, πριν δσει καρπ.
     Τη πιο ψηλ θση την αποζητ ο καθνας. Εναι το σημεο που κατευθνονται λες οι ανθρπινες προσπθειες. Μα ποις θλει κει ψηλ να σταθε μ' να περιλαμιο απ σκοιν, ψηλ σε μια κρεμλα και μες απ' αυτ να ρξει τη στερν ματι του προς τον κσμο και προς τον ουραν.
     Εν' μορφος ο χορς με τη συνοδεα βιολιν, ταν η ζω κι ο ρωτας μας αγκαλιζει, -χορς με φλουτα και λαγοτα- εναι μαγευτικς. Μα δεν εναι μορφο να χορεεις στον αγρα με τα πδια κρεμασμνα.
     τσι, με μτια περιργεια και με τρελς σκψεις, τονε παρατηροσαμε, μρα τη μρα κι αναρωτιμαστε μ' αγωνα αν ο καθνας απ μας δε θα τλειωνε με τον διο τρπο. Γιατ καννας δε ξρει σε ποια μαρη κλαση μπορε να πλανηθε η ψυχ του.
     Στο τλος πια, μια μρα ο νεκρς νθρωπος δε ξαναφνηκε με τους λλους στην αυλ κι μαθα πως τανε καθισμνος μπροστ στον αντιπρσωπο του νμου για τις τελευταες μταιες ερωτσεις κι τι τη συμπαθητικ ψη του δε θα τηνε ξανβλεπα.
     Σα δυο καρβια σε κνδυνο μες στη μπρα, εχαμε διασταυρωθε στο δρμο. Δε κναμε μτε νεμα, δεν ανταλλξαμε καν λγο, δεν εχαμε τποτε να πομε. Δε συναντηθκαμε σ' αγιασμνη νχτα, αλλ στη μρα της ντροπς.
     μαστε γω κι εκενος, ζωσμνοι απ ψηλος τοχους φυλακς. Ο κσμος μας εχε βγλει απ τη καρδι του κι ο Θες μας εχε ξεχσει. Η σιδερνια αρπγη που περιμνει τον αμαρτωλ, μας κρατοσε στη παγδα της.

                                                        ΙΙΙ
     Στην αυλ της στενς, που οι τοχοι εναι ψηλο και μουχλιασμνοι και το πλακστρωτο υγρ, βγαινε, κτω απ τον μολυβνιο ουραν ν' ανασνει, ανμεσα σε δυο φλακες που τονε πρσεχαν μη πεθνει.
     καθταν με κενους που παραφλαγαν την αγωνα του, νυχτομερα, που τονε παραφλαγαν ταν κλαιγε, ταν γοντιζε να προσευχηθε, που φοβνταν μη κλψει τη λεα που δικαιωματικ ανκει στον δμιο.
     Ο διευθυντς μας τανε τυπικς στ' ρθρα του νμου. Ο γιατρς λεγε πως ο θνατος εν' απλ αλλαγ. Δυο φορς τη μρα ο παπς πγαινε κοντ και του μιλοσε.
     Και δυο φορς τη μρα κπνιζε τη ππα του κι πινε το ποτρι με τη μπρα. Στη ψυχ του εχε θσει. λεγε συχνα πως ταν ευχαριστημνος που 'νιωθε τον δμιο κοντ.
     Μα γιατ μιλοσεν τσι παρξενα, καννας φλακας δε τολμοσε να ρωτσει, γιατ κενος που αναλαβανει το ργο του φλακα πρπει να βλει κλειδαρι στα χελη και μσκα στο πρσωπο.
     Αλλιτικα μποροσε να 'θελε να δσει συγκινημνος, παρηγορις. Τι μποροσε να κνει ο ανθρπινος οκτος σ' αυτ τη τρπα των φονιδων; Ποια λγια θα μποροσαν να συγκλονσουν μιαν αδελφ ψυχ, μες σε τοτο το μρος; Με βμα βαρ και ρυθμικ φρναμε γρω στο προαλιο σε μια τρελ παρτα.
     Τι μας νοιαζε; Ξραμε πως μαστε το φουστο του διαβλου. Με κεφλια ξυρισμνα και σιδεροδεμνα πδια, μαστε μια εθυμη μασκαρτα.
     Ξαναμε τρχα-τρχα, κατραμωμνα σκοινι με νχια ματωμνα και φαγωμνα. Τρβαμε τις πρτες και πλναμε τα πατματα και καθαρζαμε τα σδερ μας και σε ομδες, σαπουνζαμε τα κουφματα, χτυπντας με θρυβο τους κουβδες.
     Ρβαμε σακι και σπζαμε πτρες, γυρνοσαμε το τρυπνι μες στη σκνη, σκοντφταμε στους κδους κι λλοι ιδρνανε στο μλο. Μα στη καρδι του καθνα απ μας σωπανανε κρυμμνοι οι πνοι.
     Τσον συχα τανε, που κθε μρα κλαγε σα κμα χαμνο στο πυκν φκι και ξεχσαμε τη μορα που περιμνει τον καθνα μας, ως τη στιγμ που μια βραδι, την ρα που γυρνοσαμε απ την αγγαρεα, περσαμε μπροστ απ ναν νιοσκαμμνο τφο.
     Με στμα ανοιχτ ο κτρινος λκος περμενε τη ζωνταν τροφ του, ακμα κι η λσπη ζητοσε αμα απ την ασφαλτοστρωμνη διψασμνη αυλ και καταλβαμε πως πριν απ την αυγ, νας απ μας θα 'τανε κρεμασμνος στο ικρωμα.
     Μπκαμε στα κελι με τη ψυχ στραμμνη προς τον θνατο, τη φρκη και τη μορα. Ο δμιος με το μικρ του σκο, πρασε σρνοντας τα πδια, μσα στο σκοτδι και κθε φυλακισμνος μσα στον αριθμημνο τφο του. Αυτ τη νχτα, οι ρημοι διδρομοι ταν γεμτοι με τρομακτικς σκιες και πνω και κτω στη σιδερνια πολιτεα, ακογονταν βουβς κι ανλαφρες περπατησις κι ανμεσα στα κγκελα που κρβανε τ' στρα, φαντζουνε περεργα εξωτικς μορφς.
     Αυτς ξεκουραζτανε σα κποιον που κοιμται κι ονειρεεται πνω στο μαλακ χορτρι ενς λιβαδιο. Οι φλακες τονε κοιτζανε καθς κοιμτανε και δε μποροσαν να καταλβουνε πως μποροσε να κοιμται τσον συχα, αφο βρισκτανε τσο κοντ στο σκοιν του δμιου.
     Μα ο πνος δεν ρχεται ταν εναι για να κλψουν αυτο που ποτ ως τρα δε χσανε δκρια κι αλτες κι απατενες και κατεργρηδες, αγρυπνσαν λη νχτα και μσα σε κθε νου, γλιστροσεν ρποντας η φρκη για τον πνο του λλου.
     Αλμονο, δεν υπρχει φριχττερο απ τον πνο για το κρμα ενς λλου. Γιατ σα στη καρδι το μαχαρι του κακο βυθζει τη φαρμακωμνη λεπδα του και σα λιωμνο μολβι τανε τα δκρια που χσαμε για το αμα που δεν εχαμε χσει εμες.
     Οι φλακες με τα μαλακ σανδλια, γλιστροσαν μπρος απ τις κλειδωμνες πρτες, απ τα παρθυρα των κελιν κοταζαν με μτια γεμτα κπληξη και φβο, γκρζες σκιες στο δαφος κι αναρωτιντανε γιατ γονατζανε για να προσευχηθον αυτο που δεν εχανε ποτ προσευχηθε.
     λη τη νχτα τη περσαμε γονατισμνοι και σε προσευχς, τρελο πενθοντες να πτμα. Τ' ανοιγμνα φτερ του μεσονυχτου μοιζανε σα λοφα στ' λογα της νεκροφρας και σα το ξδι στο σφουγγρι, τανε το σλιο στα χελια.
     Ο γκρζος πετεινς φναζε. Ο κκκινος πετεινς φναζε, αλλ δε ξημρωσε κι οι σκοτεινς μορφς του τρμου, τρυπσανε στις γωνις που 'χαμε χωθε και τα κακ πνεματα που πλανινται στα σκοτδια, φανονταν σα να χοροπηδοσανε γρω μας.
     Γλιστροσανε και περνοσανε γργορα σα διαβτες στην ομχλη. Φνταζε σα καινοργιο φεγγρι, το χνρι τους στον ελαφρ χορ. Μας κκλωνε η φριχτ πομπ των φαντασμτων με βμα επσημο και τελετουργικ.
     Με μορφασμος και κωμικος τρπους, τα 'δαμε να περνν, ανλαφρες σκιες, χρι-χρι, γρω-γρω, σ' να χορ φαντασμτων κι οι κωμικο κολασμνοι στριφογυρνοσανε σα τον νεμο στην μμο.
     Σα μαριοντες χρευαν ελαφρ στις μτες των ποδιν, αλλ με τα φλουτα του φβου γεμζανε τ' αφτι, οδηγντας τη φριχτ τους μασκαρτα και με θρυβο, τραγουδοσανε και τραγουδοσανε πολ, το τραγοδι τους, που 'χε σκοπ να ξυπνσει τον νεκρ.
     Ω!... φναζαν, ο κσμος εναι πλατς, μα το κορμ σκλαβωμνο παραλει. Μια και δυο φορς το παιγνδι των ζαριν, μπορε να 'ναι παιγνδι καλ. Μα δε το κερδζει ποιος το παζει με την αμαρτα στη κρυφν αυλ της ατιμας.
     Δεν τανε καθλου αρινες μορφς αυτς. Αστεες υπρξεις που με τραγοδια γλεντοσαν τσι, με κφι για τους ανθρπους που η ζω τους τανε σκλαβωμνη με τις αλυσδες και που τα πδια τους δε μποροσαν ελεθερα να μετακινηθον. Σαν τα πθη του Χριστο, ταν ζωνταν και φριχτ στην ψη.
     Γρω-γρω, χορεανε τρελ και στριφογριζαν, λλα γυρνοσανε σ' αιωριζμενα ζευγρια, με βματα λο τσακσματα, ανεβανανε τις σκλες και με λεπτος σαρκασμος και χαδευτικς ματις, παραβρσκονταν στις προσευχς μας.
     Το πρωιν αγρι ρχισε να φυσ. Αλλ η νχτα εξακολουθοσε πνω στο γιγντιο αργαλι της, ο ιστς των σκοταδιν γλστρησε σπου φανε κθε κλωστ απ το φασμα κι εν προσευχμαστε, ο φβος της δικαιοσνης του λιου, γμιζε τη σκψη μας.
     Το αγρι, λο κλμα, αγκλιαζε τους τοχους της φυλακς, σπου, σαν ατσαλνια ρδα που γριζε, νισαμε τα λεπτ που περνοσαν. Αγρι θλιμμνο. Πσο φταξαμε για να 'χουμε ττοιο φλακα.
     Στο τλος, εδα τον σκιο απ τα κγκελα πνω στον σπρο τοχο που 'ταν απναντι απ τ' ασβεστωμνο κρεβτι μου κι νιωσα πως κπου στον κσμο, κοκκνιζε η φοβερ αυγ του Θεο.
     Στις ξι, ο καθνας σκοπισε το κελ του, στις επτ τανε σ' λα ησυχα, αλλ το βοισμα μιας δυνατς φτερογας φαινταν να γεμζει τη φυλακ, γιατ ο Χρος, ρχοντας του θαντου με τη παγωμνη πνο του, ρθε ζητντας το θμα του.
     Δεν ρθε ντυμνος με τη μεγαλπρεπη πορφρα του, μτε καβλα στ' σπρο, σα τη λμψη του φεγγαριο, λογ του. Τρα μτρα σκοιν και μια σανδα φτνουνε για ,τι χρειζεται η κρεμλα. Με το σκοιν της καταισχνης μπκεν ο Χρος για το μυστικ του ργο.
     μαστε σα τους στρατοκπους που σ' να λος, μσα σε φοβερ σκοτδι, βαδζουνε ψηλαφντας. Δε τολμοσαμε να ψιθυρσουμε μια προσευχ, μτε να δσουμε την αγωνα μας. Κτι εχε πεθνει στον καθνα μας κι ο νεκρς ταν η ελπδα.
     Γιατ ο φοβερς ανθρπινος νμος ακολουθε σα το δρμο του και χωρς τον παραμικρ σταθμ, χτυπ τον αδνατο, χτυπ τον δυνατ, ο δρμος εναι αδυσπητος. Με το σιδερνιο τακονι του συντρβει -φριχτς πατροκτνος- τον δυνατ.
     Περιμναμε να χτυπσει οχτ. Οι γλσσες μας τανε στεγνς και πηχτς. Γιατ ο χτπος των οχτ, εν' ο χτπος της μορας για κενον, που αυτ καταρστηκε κι η μορα χει πντα μια θηλει για τον καλτερο, πως και για τον χειρτερο νθρωπο.
     Δεν εχαμε τποτ' λλο να κνουμε παρ να περιμνουμε το σνθημα. Σα λιθρια ξεμοναχιασμνα σε μιαν ερημικ κοιλδα, μαστε αμλητοι κι ακνητοι. μως η καρδι καθενς μας χτυποσε γοργ και δυνατ σα τρελς που χτυπ ταμπορλο.
     Ξφνου, το ρολι της φυλακς τραξε τον αγρα κι απ' λη τη φυλακ ακοστηκε το μογκρισμα της ανσχυρης απελπισις, σα κραυγ ξεχασμνου λεπρο που αναταρζει τα λη, που 'χει καταφγι του.
     Κι πως βλπουμε τα πιο φριχτ πργματα μες στο κρσταλλο ενς ονερου, εδαμε το λαδωμνο καναβνιο σκοιν κρεμασμνο στο μαυρισμνο δοκρι κι ακοσαμε τη προσευχ που πνγηκε στη θηλει του δμιου.
     Κι απ τον πνο σπραζε και τις φριχτς τψεις και το ματωμνον ιδρτα, δε τα γνρισε τσο καλ κανες, σο εγ. Γιατ κενος που ζει πιτερο απ μια φορ, πεθανει πιτερες φορς.
                                                       ΙV
     Δε γνεται λειτουργα τη μρα που γνεται κποια εκτλεση. Η καρδια του θεου λειτουργο εναι πονεμνη, το πρσωπ του πολ χλωμ και στα μτια του γραμμνο κτι που δε πρπει να δουν λλα μτια.
     τσι μεναμε κλεισμνοι ως κοντ το μεσημρι. Ττε ακοστηκε το κουδονι κι οι φλακες με τα κλειδι τους που κουδονιζαν, ανοξανε κθε κελ και κατεβκαμε τις σιδερνιες σκλες, αφνοντας τη φοβερ μας κλαση.
     Βγκαμε στον καθαρν αγρα του Θεο, μα χι σα το συνηθισμνο τρπο, γιατ το πρσωπο του ενς τανε κτασπρο απ τον φβο και του λλου γκρζο και ποτ λλοτε δεν εδα λυπημνους ανθρπους να κυνηγονε το φως της μρας με ττοια ματι.
     Ποτ δεν εδα λυπημνους ανθρπους να κοιτζουν με λπη τη μικρ αυτ γωνι του γαλζιου, που εμες οι φυλακισμνοι ονομζουμεν ουραν, και κθε σννεφο που αδιφορα κυλοσε λετερο.
     Μα τανε μερικο που ανμεσ μας περπατοσαν με κεφλι χαμηλωμνο και που ξρανε πως αν καθνας πλρωνε το χρος του θα 'πρεπε να κρεμαστον. Αυτς εχε σκοτσει κτι που ζοσε, αυτο κτι νεκρ.
     ποιος για δετερη φορ αμαρτανει, ξυπν και ξαναβζει στα βσανα μια νεκρ ψυχ. Τη βγζει απ το λεκιασμνο σβαν της, τη κνει να υποφρει ξαν και να στζει μαρο αμα κι ανφελα της δνει τον πνο. Σα πθηκοι παλιτσοι του ιπποδρομου με παρξενες στολς, σιωπηλο φρναμε γρω την ασφαλτοστρωμνη γλιστερν αυλ. Σιωπηλο κναμε τη βλτα μας. Καννας δε μιλοσε.
     Βουβο περπατοσαμε γρω-γρω και μσα στο χος της σκψης του καθνα μας, περνοσανε σα φοβερς νεμος τρομερ πργματα κι η φρκη ξερνοσε τρατα.
     Οι φλακες σεργινιζαν εδ κι εκε σα να φυλγανε τα ζωνταν τους, φοροσαν ολοκανουργιες στολς, ταν με τα Κυριακτικα ντυμνοι, μως εμες ξραμε σε τι εχαν απασχοληθε, απ τους ασβστες που 'χαν οι αρβλες τους.
     Γιατ κι αυτς ο δυστυχισμνος εχε σβανο που λιγοστο χουν. Πολ βαθι, στο τρμα της αυλς της φυλακς, γυμνς για πιτερη καταισχνη, κετεται μ' αλυσδετα ποδρια και τυλιγμνος σ' να σεντνι που 'χει το χρμα της φωτις.
     Αδικοπα ο ασβστης του τρει τις σρκες και τα κκαλα. Τη νχτα τα κκαλα και τη μρα τη τρυφερ σρκα. Τρει το 'να στερ' απ τ' λλο, σρκες και κκαλα, μα ροκανζει ατλειωτα τη καρδι.
     Τρα ολκερα χρνια, δε θα 'σπερανε και δε θα φυτρσει εκε. Τρα ατλειωτα χρνια το καταραμνο μρος θα μενει στερο, γυμν και θα βλπει τον ουραν με σιωπηλ θλψη κι εγκαρτρηση.
     Πιστεουνε πως η καρδι του δολοφνου θα σπιζε τη παραμικρ σπορ. Δεν εν' αλθεια. Η γη του Θεο εναι πιο γενναιδωρη απ' σο πιστεουν οι νθρωποι και το κκκινο τριαντφυλλο φυτρνει πιο κκκινο και το σπρο ανθζει ακμα πιο λευκ.
     Θα φυτρσει απ τη καρδι του ν' σπρο τριαντφυλλο κι απ το στμα του να κκκινο. Γιατ ποιος μπορε να πει με ποιο τρπο φανερνεται η Θεα θληση του Χριστο, απ τον καιρ που το ξερ ραβδ του προσκυνητ φτρωσε μπροστ στα μτια του μεγλου Ππα;
     Μα δε μπορον να φυτρσουνε στον αγρα της φυλακς οτε τ' σπρα, οτε τα κκκινα τριαντφυλλα. Πτρες, χαλκια και σπασμνα γυαλι εν' ,τι μας κλεισες εκε μσα. Γιατ εναι γνωστ πως τα λουλοδια μαλακνουνε τον πνο των απλν ανθρπων.
     τσι ποτ δε θα μαδσει το πορφυρ σα το χρμα του κρασιο και τ' σπρο τριαντφυλλο, την μμο που βρσκεται κοντ στον φριχτ τοχο της φυλακς, για να πονε στους ανθρπους πως ο γιος του Θεο, πθανε για λους.
     μως κι αν ο βαρς τοχος της φυλακς τονε πλακνει και τονε τριγυρζει κι να πνεμα δε τριγυρζει τη νχτα δεμνο με τις αλυσδες του κι να πνεμα δε μπορε να κλψει σ' να ττοιο καταραμνο τπο.
     Εκενος ο θλιος βρσκεται σ' ειρνη θα βρσκεται σε λγο. Δεν υπρχει κει που βρσκεται, τποτε που θα μποροσε να τονε τρελνει και φρκη δε πλανιται μες στη μρα. Γιατ η γη στην οποα βρσκεται, δεν χει λιο, μτε φεγγρι.
     Τονε κρεμσανε σα ζο, οτε και ψλλανε λγια που θα μποροσαν ν' αναπψουνε τη ψυχ του. Μνο τονε τραβξαν με βα και πετξανε το κορμ του σε μια τρπα.
     Του βγλανε τα πνινα ροχα και τον αφσανε στις μγες, γελσανε για τον πρησμνο λαιμ και τα γυλινα καθαρ μτια του και τονε σκεπσαν με το χωματνιο σβανο που μσα του ο κατδικος ξεκουρζεται.
     Δε θα γοντιζε στον ατιμασμνο τφο του παπς και δε θα του βζανε τον αγιασμνο σταυρ που 'δωσεν ο Χριστς για τους αμαρτωλος. Γιατ ταν νας απ' αυτος που κατβηκεν ο Χριστς να σσει.
     Ας εναι! Αυτς πρασε πια τα σνορα του κσμου που ξρουμε. Γι' αυτν, η τσακισμνη λκυθος του οκτου θα γεμζει με ξνα δκρια. Γιατ θα τονε θρηνον οι απκληροι της ζως κι οι απκληροι πντα κλανε.

                                                      V
     Δε ξρω αν χουνε δκιο δικο οι νμοι. ,τι ξρουμε μεις οι κατδικοι εναι πως οι τοχοι της φυλακς εναι γερο και κθε μρα εναι σα χρνος... νας χρνος που οι μρες του εν' ατλειωτες.
     Mα ξρω μνο τοτο, πως κθε νμος που οι νθρωποι κμανε για τον νθρωπο, απ ττε που ο πρτος νθρωπος πρε τη ζω τ' αδερφο του κι αρχσανε τα δσκολα χρνια, κθε νμος σκορπζει τον καθαρ σπρο κι αφνει κατακθι τα σκβαλα.
     Κι ακμα ξρω αυτ -και πσο φρνιμον αν μποροσε να το ξρει καθνας- πως κθε φυλακ που χτζουν οι νθρωποι, χτζεται με τα λιθρια της ντροπς και κλενεται με σδερα για να μη δει ο Χριστς πως νθρωποι βασανζουνε τ' αδρφια τους.
     Με τα σδερα παραμορφνουνε το φεγγρι και σκοτεινιζουνε την ψη του λιου. Κμουνε καλ και κρβουνε τη κλασ τους, γιατ γνονται πργματα που δε θα 'πρεπε ποτ ν' αντικρσει το μτι του γιου του ανθρπου.
     Οι χειρτερες πρξεις σα τα φαρμακερ χρτα, φυτρνουνε κι ανθονε στο μολυσμνο αγρα της φυλακς. ,τι καλ εναι μες στον νθρωπο, εξαντλεται και μαρανεται κει μσα. Η χλωμ αγωνα κρατ τα κλειδι κι η απελπισα εναι φλακας.
     Γιατ βασανζουν με τη νηστεα το μικρ τρομαγμνο παιδ, σπου να κλαει μερνυχτα. Μαστιγνουνε τον τρελ και τον ανμπορο και περγελονε τον ασπρομλλη γρο. 'Αλλοι τρελανονται, οι κακο γνονται χειρτεροι και καννας δε βγζει μιλι απ το στμα.
     Το νερ που πνουμε εναι λσπη γλιστερ και γλυφ, το πικρ ψωμ που ζυγζουν με φροντδα, εναι γεμτο κιμωλα κι ασβστη κι ο πνος ποτ δε πλαγιζει, μα πλανιται με τα μτια ορθνοιχτα, εκλιπαρντας τον χρνο.
     Μα αν κι η σκελετωμνη πενα κι η αχν δψα δαγκνει η μια την λλη, πως η ασπδα δαγκνει την οχντρα, λγο μας νοιζει. Εκενο που παγνει και σκοτνει τελεως εναι πως κθε πτρα που σηκνουμε τη μρα, κθεται στο στθος μας τη νχτα.
     χοντας μεσνυχτα στη καρδι και σορουπο στο κελ μας, γυρζουμε τη μανιβλα και ξανουμε τα σχοινι μες στη πικρ φυλακ μας. Η σιγαλι μας τανε φριχττερη απ τη πιο δυνατ βο της καμπνας.
     Και ποτ ανθρπινη φων δε σιμνει για να πει καλ λγο και το μτι που 'ξετζει μες απ το σδερο της πρτας εναι σκληρ κι ασυγκνητο. Ξεχασμνοι απ' λους, σαπζουμε, σαπζοντας ψυχ και σμα.
     Κι τσι σκουριζουν οι αλυσδες της ζως μας. Μνοι και καταφρονεμνοι, λλοι προφρουνε κατρες, λλοι κλαν' λλοι σωπανουν, λλοι κλανε πονψυχα και σπζουνε τις πτρινες καρδις.
     Και κθε ανθρπινη καρδι που σπζει μες στην αυλ στο κελ της φυλακς, μοιζει με σταμν: κενο το σταμν που σκρπισεν λο το θησαυρ του στον Σωτρα και γμισε το σπτι του λεπρο με τα πιο πολτιμα μρα του νρδου.
     Ευτυχισμνοι κενοι που οι καρδις τους τσακζουνε και που βρσκουνε στη συγνμη, τη γαλνη. Πως αλλις μποροσεν ο νθρωπος να καθαρσει απ τα κρματα, την αμαρτωλ του ψυχ; Απ που αλλο μπορε να μπει ο γιος του Θεο, αν χι απ τη τσακισμνη καρδι μας;
     Κι ο νθρωπος με τον μαυρισμνο λαιμ και τα καθαρ γυλινα μτια, περιμνει τ' για χρια που οδηγσανε στον Παρδεισο τον ληστ. Γιατ ο Κριος δε καταφρονε τη τσακισμνη και μετανοημνη καρδι.
     Ο νθρωπος με τα κκκινα, που διαβζει τον νμο, του παραχρησε τρεις βδομδες ζω, τρεις μικρς βδομδες για να φρει το βλσαμο στη ψυχ του, να εξαγνσει και ξεπλνει απ τη παραμικρ σταγναν αματος στα χρια του, που κρατσανε το μαχαρι.
     Με τα ματωμνα δκρια ξπλυνε το χρι του, το χρι που κρτησε τ' ατσλι. Γιατ μνο το αμα ξεπλνει το αμα και μνο τα δκρια γιατρεουνε κι η δικη κηλδα του Κιν γνετ' η χιονλευκη του Χριστο σφραγδα.

                                                         VI
     Μες στη φυλακ του Ρντινγκ, κοντ στη πλη, εν' νας ατιμασμνος τφος. Μες σ' αυτν κετεται νας νθρωπος που η γρια φλγα τονε λυνει, τυλιγμνος σ' να σεντνι που 'χε το χρμα της φωτις κι ο τφος του δεν χει λουλοδια, μτε κι νομα.
     Εκε ας κοιμται ως τη μρα που ο Χριστς θα καλσει τους νεκρος απ τους τφους να ξυπνσουνε. Δεν οφελονε σ' αυτνε στεναγμο, σπαραγμς και δκρια. Ο νθρωπος εχε σκοτσει ,τι αγαποσε κι πρεπε να πεθνει.
     Και καθνας σκοτνει ,τι αγαπ κι λοι ας ξρουμε πως ο νος σκοτνει με τα μτια γεμτα μσος, λλοι με χαδευτικ λγια, ο δειλς μ' να φιλ κι ο αντρεος με το σπαθ.
                                                     Τ Ε Λ Ο Σ

Αθνα 1977: Εκδσεις ΚΟΡΟΝΤΖΗ 
Επιμλεια: Μνος Ροδκης
Μετφραση: Κατερνα Παπ
Διρθωση: Μαλνα Καναβκη
-----------------------------------------------

  Η Σιωπ Του ρωτα

τσι πως συχν ο λιος
με την εντυπωσιακ του λμψη
διχνει το θαμπ φεγγρι,
σο και αν αντιστκεται
στη σκοτειν σπηλι του,
χωρς να ακοσει
οτε να τραγουδι απ το αηδνι
τσι η ομορφι σου
μου σφραγζει τα χελη
και κνει παρφωνα για μνα
τα πιο μορφα τραγοδια.

Κι πως την αυγ
πνω απ τα λιβδια
περν ο νεμος
με τα ορμητικ του φτερ
και σπει τα καλμια
με τα δυνατ φιλι του
που αυτ μνο, μπορον
να γνουν ργανα τραγουδιο
τσι τα ορμητικ μου πθη,
παραδρνουν συνχεια μσα μου
και η τσο μεγλη αγπη
κνει την αγπη μου βουβ.

μως τα μτια μου δεξαν εσνα
γιατ εμαι σιωπηλς
κι η λρα μου ακορδιστη
πριν γνει ο χωρισμς μοιραος
και πριν μας αναγκσει να φγουμε
εσ για λλα χελη
που τραγουδον με αρμονα
κι εγ εδ να αναπολ μταια
φιλι που δεν δωσα,
τραγοδια που δεν επα...


 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers